Τρίτη, 12 Μαρτίου 2013

.Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΠΑΤΕΡΕΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΠΑΤΕΡΕΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ(Ιωάννη Καρδάση-Χημικού)

24Φεβ

creation_logo

Εισαγωγικά

Εξέλιξη είναι κοινή ονομασία μιας σειράς επιστημονικών θεωριών, οι οποίες αποσκοπούν στο να εξηγήσουν, αφ’ ενός την φαινομενική ομοιότητα των διαφόρων ειδών καθώς επίσης και την μετέπειτα εμφάνιση πολυπλοκώτερων ειδών, από τα καταγεγραμμένα απολιθώματα. Εν ολίγοις, με τον όρο «εξέλιξη» υποδηλώνεται η θεωρία πως κάθε μορφή επίγειας ζωής έχει κοινή γενεαλογία, η αρχή της οποίας μπορεί να εντοπισθεί σε ένα μοναδικό είδος.
Οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί έχουν διαφορετικές απόψεις ως προς το πώς να αντιδράσουν σε αυτή την επέκταση της Επιστήμης. Σε γενικές γραμμές, οι Ορθόδοξες αντιδράσεις μπορούν να ομαδοποιηθούν σε δύο μεγάλες κατηγορίες, τις οποίες θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε με τα ονόματα: Δημιουργιστές (Ασυμβατιστές) καιΕξελικτικοί (Συμβατιστές).
Οι «Ασυμβατιστές» υποστηρίζουν πως είναι εφικτό, η Επιστήμη να είναιασύμβατη με την πίστη. Συνήθως ισχυρίζονται, είτε πως η Επιστήμη βασίζεται φιλοσοφικά σε ένα είδος νατουραλισμού, ή, πως η συγκεκριμένη αποκάλυψη του Θεού είναι αλάθητη και ως εκ τούτου υπερισχύει των ευρημάτων της ανθρώπινης λογικής, σε περίπτωση τυχόν διαφωνίας ανάμεσα στους δύο τομείς. Αυτό συχνά στηρίζεται σε μια εκ προοιμίου καχυποψία προς την ικανότητα της ανθρώπινης λογικής να φτάνει σε αξιόπιστα συμπεράσματα.
Οι «Συμβατιστές» υποστηρίζουν, πως η Επιστήμη και η Θεολογία είναι συμβατοίτομείς, και τα θεωρούν συμπληρωματικές αποκαλύψεις του Θεού. Δεδομένου ότι ο Θεός είναι η πηγή, και της Δικής Του, συγκεκριμένης αποκάλυψης του Εαυτού Του μέσα στην Χριστιανική θρησκεία, αλλά και η πηγή της γενικότερης αποκάλυψης του Εαυτού Του μέσα στη Φύση, τότε τα ευρήματα της Επιστήμης και της Θεολογίας δεν γίνεται εκ των πραγμάτων να είναι αντιφατικά. Οι τυχόν αντιφάσεις πρέπει να είναι απλώς φαινομενικές και η επίλυσή τους (που θα είναι πιστή στην αλήθεια της αποκάλυψης του Θεού), εφικτή.
Η διαμόρφωση της σύγχρονης Επιστήμης, όπως την ξέρουμε, είναι προϊόν του Διαφωτισμού και ως εκ τούτου, καμία Οικουμενική Σύνοδος δεν έχει ασχοληθεί με το πώς να την ενσωματώσει στην θεία αποκάλυψη, μέσω μιας κατανοητής και συνεπούς κοσμοθεωρίας. Αποτέλεσμα αυτού, είναι να μην υπάρχει κάποιος δογματικός μηχανισμός, που να εξετάζει τον τρόπο επίλυσης αντιφάσεων –είτε αυτές είναι φαινομενικές, είτε πραγματικές– όταν τα επιστημονικά ευρήματα μοιάζουν να έρχονται σε αντίθεση με την θεία αποκάλυψη. Πολλοί πρώιμοι Πατέρες ευχαρίστως μεταχειρίζοντο την πρωτόγονη επιστήμη των ημερών τους για πνευματικούς σκοπούς, πιθανόν έτσι υποδεικνύοντας στους σύγχρονους Χριστιανούς μια «Συμβατιστική» λύση στο ζήτημα. Άλλοι όμως Πατέρες, ξεκάθαρα διακρίνουν αντιφάσεις και αντιθέσεις, τις οποίες κατά προτίμηση επιλύουν με βάση την δική τους κατανόηση της Χριστιανικής αποκάλυψης.
Στη σύγχρονη εποχής μας, οι συγκρούσεις Δημιουργιστών (αυτών που πιστεύουν στη Δημιουργία του κόσμου, ακριβώς όπως καταγράφεται στη Βίβλο) και τωνΕξελικτικών (αυτών που θεωρούν, ότι η ζωή εξελίχθηκε σταδιακά και σε μεγάλα χρονικά διαστήματα από τους μονοκύτταρους οργανισμούς μέχρι τον άνθρωπο) συνεχίζονται με αμείωτο τρόπο, από τότε που ο Δαρβίνος ανέπτυξε τη θεωρία του περί της καταγωγής των ειδών.
Η παρούσα καταγραφή της Εξέλιξης σύμφωνα με τους Πατέρες της Εκκλησίας, που ασχολήθηκαν με αυτήν, έχει σκοπό να συμβάλει σε μια συλλογιστική πάνω στη Δημιουργία του Σύμπαντος κόσμου και του Ανθρώπου, χωρίς δογματισμούς και εξαλλοσύνες, που φθάνουν στο απαράδεκτο συμπέρασμα να θεωρούν τους εξελικτικούς, ως αιρετικούς, άραγε ποιάς δογματικής παρέκκλισης;
ΓΕΝΙΚΑ
Ακόμη και σήμερα υπάρχουν γνώμες, ότι δημιουργία και εξέλιξη είναι έννοιες συναποκλειόμενες. Την άποψη αυτή υποστηρίζουν από τη μια μεριά θεολόγοι στηριζόμενοι κατά περίεργο τρόπο σε βιβλικά χωρία και από την άλλη βιολόγοι, μη μπορώντας ίσως να ξεχωρίσουν την αυστηρή επιστημονική γνώση από τις φιλοσοφικές προϋποθέσεις (Dobzhansky). Η άποψη όμως συγχρόνων βιολόγων για το ασυμβίβαστο δημιουργίας και εξέλιξης έχει πολύ ενδιαφέρον σε σχέση με τις θέσεις του Μ. Βασιλείου στο έργο του: «Ομιλίαι θ΄ εις την εξαήμερον», δεδομένου, ότι σ’ αυτήν υποστηρίζεται από τον Μ. Βασίλειο η εξέλιξη στο σύμπαν και φυσικά στη ζωή. Η εξέλιξη όμως αυτή δεν έχει τις προϋποθέσεις και το περιεχόμενο της δαρβινικής θεωρίας, η οποία σήμερα κατά ένα μεγάλο μέρος στηρίζεται στον πειραματικό έλεγχο. Ωστόσο δεν μπορεί κανείς να μην παραγνωρίσει το γεγονός, ότι η εξέλιξη στην εξαήμερο του Μ. Βασιλείου, όπως ακριβώς και κυρίως στην Εξαήμερο του Γρηγορίου Νύσσης («Απολογητικός προς Πέτρον τον αδελφόν αυτού, περί της εξαημέρου»), από την άποψη των αρχών έχει βασικές ομοιότητες με τις σύγχρονες θεωρίες. Έτσι, δημιουργείται το ερώτημα: για ποιο λόγο ο Μ. Βασίλειος και ο Γρηγόριος Νύσσης, δέχτηκαν την εξέλιξη σε έναν άρρηκτο συνδυασμό με τη δημιουργία. Ο Μ. Βασίλειος στο κήρυγμά του, περί της Δημιουργίας, αναφερόμενος σε επιστημονικές γνώσεις της εποχής του επιχειρεί να εξηγήσει με ένα καταπληκτικό τρόπο την εξελικτική πορεία της δημιουργίας, χωρίς βέβαια να ανευρίσκεται στα κείμενα αυτά, αυτούσιος ο όρος «Εξέλιξη».
Εξέλιξη λοιπόν, που θα μπορούσε να αφορά όχι μόνο τη ζωή, αλλά και ολόκληρο το σύμπαν και τις πνευματικές εκδηλώσεις, είναι η βαθμιαία διαμόρφωση μιας αναρίθμητης ποικιλίας τύπων από έναν αρχικό ή λίγους αρχικούς τύπους, στους οποίους όμως σπερματικά υπάρχουν οι δυνατότητες τέτοιας ανάπτυξης και φανέρωσης. Ως προς το δεύτερο σημείο η εξέλιξη αποκλείει την «εκ του μηδενός» συνεχή δημιουργία ή την πρόσθεση νέων στοιχείων. Ο τρόπος εξέλιξης καθορίζεται βέβαια από ανάλογες σχέσεις περιβάλλοντος και οργανισμών, αλλά η διαδικασία αυτή προκαλεί τη διαμόρφωση και δεν παράγει κάθε τόσο νέα δεδομένα από το τίποτε, για να τα προσθέσει στα παλιά.
Σύμφωνα με τον πατέρα της εξελικτικής θεωρίας Darwin, είναι αποτέλεσμα της φυσικής επιλογής, ύστερα από τον αγώνα επιβίωσης και προσαρμογής των οργανισμών στο περιβάλλον. Για την προσαρμογή αυτή διαμορφώνονται μέσα σε εκατομμύρια χρόνια νέα όργανα και εμφανίζονται νέες ιδιότητες που, μολονότι επίκτητες, κληρονομούνται από τους απογόνους. Τη βασική αυτή θέση δέχεται όχι μόνον ο Darwin, αλλά και ο προγενέστερός του Lamarck. Το βασικό έργο του Darwin, «Η καταγωγή των ειδών», που δημοσιεύθηκε το 1859 φέρνοντας πραγματική επανάσταση στη βιολογία, δέχεται ως βασική προϋπόθεση την άποψη ότι οι επίκτητες ιδιότητες κληρονομούνται. Έτσι, οι αλλαγές που προκαλούνται στους οργανισμούς από το περιβάλλον μπορούν και μεταδίδονται στους απογόνους. H θεωρία αυτή, παρ’ ότι εύθραυστη, γιατί παραγνώριζε το μηχανισμό της κληρονομικότητας, επιβίωσε και κατέστη η υποδομή του νεοδαρβινισμού. Αυτά που δεν ήξερε ο Darwin, το 1859, ανακαλύφθηκαν από τον Mendel, το 1866, αλλά ξεχάστηκαν. Κατά τον Mendel, οι επίκτητες ιδιότητες δεν κληρονομούνται και εδώ ήταν το λάθος του Darwin. Ο νεοδαρβινισμός κράτησε τη φυσική επιλογή και τη συνδύασε με την κληρονομικότητα, κάτι που αποδείχτηκε πειραματικά. Πάντως οι Darwin και Lemarck δεν δέχονται την εξέλιξη σαν προοδευτική προσθήκη νέων δεδομένων κατά την προσαρμογή και τη φυσική επιλογή, αλλά οι ιδιότητες και τα νέα όργανα είναι εξελικτικές μορφές που γίνονται από τις υπάρχουσες δυνατότητες στο πρώτο ή τα πρώτα είδη. Η μοριακή βιολογία πάντως είναι η βάση του νεοδαρβινισμού. Ανακαλύφθηκε η χημική ουσία που έχει τις κληρονομικές καταβολές, δηλαδή τα γονίδια και αυτή είναι το DNA (δεσοξυριβόζονουκλεϊνικό οξύ). Η εξέλιξη λοιπόν προκαλείται από το περιβάλλον, την προσαρμογή και τη φυσική επιλογή και είναι μια απάντηση των εσωτερικών καταβολών προς την πρόκληση του περιβάλλοντος. Έτσι, συντελείται κάθε τόσο μεταλλαγή των γονοτύπων που κάνουν τους φαινότυπους μεταβιβάζοντας τις νέες δομές στους απογόνους. Η εμφάνιση νέων δομών οφείλεται στην τροποποίηση των δομών που προϋπάρχουν. Αυτή η μεταλλαγή είναι ένα βήμα μιας φυσικής επιλογής που επιβιώνει στην πρόκληση του περιβάλλοντος και εξαρτάται από τα γενετικά αποθέματα των οργανισμών. Συμπερασματικά: η εξέλιξη είναι ανάπτυξη δυνατοτήτων που προϋπάρχουν, οπότε η εξέλιξη δεν παράγει νεωτερισμούς από το μηδέν, αλλά επεξεργάζεται αυτό που ήδη υπάρχει (Jacob Fr.).
Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ
Ο Μ. Βασίλειος στις ομιλίες του «Εις την Εξαήμερον» διατυπώνει κατ’ αρχήν τη βασική αρχή της εξελικτικής θεωρίας, οτιδήποτε γίνεται και διαμορφώνεται μετά τη δημιουργία της άμορφης στόφας, συντελείται από καταβολές που υπάρχουν ευθύς εξαρχής και αναμένουν το «θείο κέλευσμα» για να ολοκληρωθεί η κυοφορία της δημιουργίας. Η εναποτεθείσα δύναμις» στη δημιουργία από τον ίδιο τον Θεό σημαίνει την απαρχή των «ωδίνων» για τη γέννηση των πάντων. Όταν θα ακολουθήσει το θείο πρόσταγμα θα φανερωθούν τα «κυήματα» της δημιουργίας. Στην προκειμένη περίπτωση είναι ζωηρή η εικόνα των ωδίνων και της κυοφορίας, κοιλοπονάει η δημιουργία και το έργο αυτό είναι αποτέλεσμα της δύναμης που έβαλε ο δημιουργός εξ αρχής. Το θείο κέλευσμα μοιάζει να διαδραματίζει το ρόλο μαιευτήρα: «Ωδίνουσα μεν την πάντων γέννησιν δια την εναποτεθείσαν αυτή παρά του δημιουργού δύναμιν, αναμένουσα δε τους καθήκοντας χρόνους, ίνα τω θείω κελεύσματι προαγάγη εαυτής εις φανερόν τα κυήματα» (PG 29, 36Β).
Προηγείται λοιπόν μια εξαρχής δυναμική καταβολή που κυοφορεί την πραγμάτωση κάθε άλλου έργου σε ολόκληρη τη δημιουργία. Το νερό σε οποιαδήποτε κατάσταση και εάν βρισκόταν ποτέ δεν έμεινε «αργόν» ή «άμοιρον» της δυναμικής πορείας της κτίσης. Δεν περίμενε άψυχο και παθητικό το θείο δημιουργικό πρόσταγμα, για να πραγματώσει το έργο. Μέσα στα σπλάγχνα του κινούσε και εκδήλωνε ανυπόμονα μια ζωτική ορμή, θα έλεγε κανείς, για να ακολουθήσει αυτό το θείο πρόσταγμα και να το υπηρετήσει. Υπάρχει μια δυνατότητα έμμεσης συνεργασίας μεταξύ φύσης και θείου προστάγματος: «Και η θάλασσα τα παντοδαπά γένη των πλωτών ώδινε, και ουδέ όσον εν ιλύσι και τέλμασι του ύδατος ην, ουδέ τούτο αργόν άμοιρον της κατά την κτίσιν συντελείας απέμεινε……….ούτω παν ύδωρ ηπείγετο τω δημιουργικώ προστάγματι υπουργείν» (PG 29, 148B).
Για παράδειγμα, το θείο πρόσταγμα για τη βλάστηση δεν δημιουργεί κάτι το αποτετελεσμένο, ούτε επαναλαμβάνεται κάθε τόσο για το ίδιο πράγμα. Σε κάθε περίπτωση είναι από τη μια μεριά μοναδικό και ανεπανάληπτο και από την άλλη γίνεται κατά κάποιο τρόπο φυσικός νόμος, ο οποίος κρατάει για πάντα τη δημιουργική δύναμη. Η γη διατηρεί τη δύναμη, αφού την πήρε με τη ζωογόνα δημιουργική ενέργεια, να γεννάει και να καρποφορεί. Είναι κτήμα της πια αυτή η ζωογόνα ιδιότητα και στα σπλάγχνα της εναπομένει πάντοτε αυτή η δύναμη: «Η γαρ τότε φωνή και το πρώτον εκείνο πρόσταγμα οίον νόμος τις εγένετο φύσεως και εναπέμεινε τη γη, την του γεννάν αυτή και καρποφορείν δύναμιν εις το εξής παρεχόμενος» (PG 29, 96A).
Από το πρώτο πρόσταγμα η φύση δέχεται τη ζωτική αυτή ορμή, έτσι ώστε να τείνει διαρκώς στην ολοκλήρωση του δημιουργικού έργου. Το πρόσταγμα με άλλα λόγια είναι η προίκα που δίνει ο Θεός στη φύση και εκείνη μπορεί μετά να πορεύεται ένα δρόμο εξελικτικό ως την πλήρη και κοινή οικοδόμηση του σύμπαντος: «Ούτω και η της φύσεως ακολουθία εκ του πρώτου προστάγματαος την αρχήν δεξαμένη, προς πάντα τον εφεξής διεξέρχεται χρόνον, μέχρις αν την κοινήν συντέλειαν του παντός καταντήση» (PG 29, 116D). Η φύση παίρνει «αρχή» για να πορευτεί σ’ ένα δρόμο ολοκλήρωσης. Αυτό που γίνεται βασίζεται σε προϋπάρχουσες καταβολές. Με άλλα λόγια η φύση γενικά δεν είναι κάτι το νεκρό ή χωρίς δεκτικότητα για ζωή και κίνηση, αλλά είναι προικισμένη με μια δημιουργικότητα και ζωτικότητα.
Η πιο εντυπωσιακή όμως άποψη του Μ. Βασιλείου είναι η εξήγηση που δίνει για τον πολλαπλασιασμό των ζώων. Οι απαρχές κάθε γένους, σε σπερματική κατά κάποιο τρόπο κατάσταση, αποταμιεύονται με το θείο πρόσταγμα στη φύση. Απ’ αυτό το αποθεματικό κεφάλαιο ρυθμίζεται μετά η ανάγκη του «αυξάνεσθαι και πληθύνεσθαι»: «Εκάστου γένους τας απαρχάς νυν, οιονεί σπέρματα τινά της φύσεως προβληθήναι κελεύει, το δε πλήθος αυτώ εν τη μετά ταύτα διαδοχή ταμιεύεται, όταν αυξάνεσθαι και πληθύνεσθαι δέη» (PG 29, 149C).
Εντυπωσιακή είναι η άποψη του Μ. Βασιλείου για τη ζωογόνα δύναμη της γης να παράγει οργανισμούς χωρίς συνδρομή αβγών ή άλλων μικροοργανισμών. Τα χέλια, μας λέγει, ότι γεννιούνται από τη λάσπη και τελικά η γέννησή τους μόνο στη ζωογόνα ενέργεια της γης μπορεί να αποδοθεί: «Τούτο εναπέμεινε τη γη πρόσταγμα και ου παύεται εξυπηρετουμένη τω κτίσαντι. Τα μεν γαρ εκ της διαδοχής των προϋπαρχόντων παράγεται, τα δε έτι και νυν εξ αυτής της γης ζωογονούμενα δείκνυται………. Τας δε εγχέλεις ουδέ άλλων ορώμεν ή εκ της ιλύος συνισταμένας ων ούτε ωόν ούτε τις άλλος τρόπος την διαδοχήν συνίστησιν, αλλ’ εκ της γης εστιν αυτοίς η γένεσις» (PG 29, 189CD-192A).
Βλέπουμε, ότι ο Μ. Βασίλειος λέγει, ότι έντομα, ποντίκια και βατράχια βγαίνουν από τη γη και όχι από άλλους όμοιους ζωντανούς οργανισμούς, αλλά δεν πρόκειται για αυτόματη γένεση, διότι όχι ότι ο Μ. Βασίλειος δεν δέχεται ως πρώτη αιτία το θείο πρόσταγμα, αλλά γιατί δεν θεωρεί τη γη άμοιρη ζωτικής δύναμης και μάλιστα θεωρεί ότι η δύναμη της παραπέρα παραγωγής και εξέλιξης είναι αναφαίρετη προίκα της φύσης. Έτσι, με μεγάλη άνεση ερμηνεύει μια πλάνη και άγνοια των ανθρώπων της εποχής του, αποδίδοντας την παραγωγή αυτή στη ζωογόνα δύναμη της γης. Εδώ, το ενδιαφέρον δεν βρίσκεται στην εσφαλμένη αντίληψη, αλλά στην πίστη του Μ. Βασιλείου, ότι η γη έχει τέτοιες δυνατότητες και είχε διατυπώσει την αλήθεια, ότι οι οργανισμοί, για τους οποίους δεν ήξεραν πως ξεφύτρωσαν ξαφνικά, «ζωογονούνται εξ αυτής της γης» και βέβαια ο Θεός δεν δημιουργεί αυτούς τους οργανισμούς από το μηδέν. Η εσφαλμένη λοιπόν αντίληψη, για την προέλευση των ζωντανών οργανισμών από τη λάσπη ερμηνεύεται με την πεποίθηση του Μ. Βασιλείου για τις ιδιότητες της γης.
Υπάρχει βέβαια μία αναμφισβήτητη αλήθεια: Κάθε ζωή προέρχεται από ζωή (omne vivum ex vivo). Ο Μ. Βασίλειος υποστηρίζοντας τη θέση, ότι η γη παράγει συνέχεια οργανισμούς εξαιτίας της δημιουργικής προίκας, που έχει από τον Θεό, δεν έρχεται σε αντίθεση με το ανωτέρω επιστημονικό πόρισμα του Λ. Παστέρ και θα ήταν αδιανόητο για τον Μ. Βασίλειο να δεχθεί, ότι μια ζωή δεν προέρχεται από άλλη ζωή. Και αυτό, όχι γιατί ο Θεός είναι ο δημιουργός, αλλά γιατί η γη η ίδια έχει τη δύναμη να «ζωογονεί» και να παράγει οργανισμούς, δεδομένου, ότι ο άγιος χρησιμοποιεί ακριβώς την ορολογία «ζωογονώ». Και τούτο διότι η ζωή φανερώνεται από τις απαρχές και τις σπερματικές καταστάσεις που φυτεύθηκαν από τον Δημιουργό μέσα στη γη. Αυτό το πρόσταγμα για τη δημιουργία δεν είναι μια δύναμη που κάθε τόσο έρχεται και ξανάρχεται, για να κάνει ένα έργο κατευθυνόμενο πάντοτε σε κάθε του κίνηση. Αν γινόταν έτσι, δεν θα υπήρχε δημιουργία, αλλά μόνον ο ίδιος ο Θεός. Και αυτό δεν συμβαίνει μόνο στα λογικά και αυτεξούσια όντα, που ρυθμίζουν μόνα τους, μέσα στα όρια των δυνατοτήτων τους φυσικά, κάθε τους κίνηση και πρόοδο. Η ίδια η γη, τα φυτά και τα ζώα βρίσκονται σε μια διαρκή κίνηση, σ’ ένα ακατάπαυστο οργασμό που βασίζεται στη δική τους προικισμένη κατάσταση, σε μια νομοτέλεια που πήρε την αρχή από τη θεία δημιουργική ενέργεια. Μια τέτοια άποψη του Μ. Βασιλείου, που δεν είναι ξένη και σε άλλους Πατέρες, είναι παράξενη και επικίνδυνη ενδεχομένως σε ένα θεολόγο, που είναι επηρεασμένος και φοβισμένος από τις υλιστικές θεωρίες και τις δεϊστικές αντιλήψεις, κατά τις οποίες ο Θεός αφού δημιούργησε τον κόσμο δεν ενδιαφέρεται πια γι’ αυτόν. Αλλά το πνεύμα της αγίας Γραφής και η κοινή γραμμή των Πατέρων έχουν ανυποχώρητη και ξεκαθαρισμένη θέση. Η παρουσία του Θεού είναι διαρκής και αυτή είναι που κρατάει όλα τα όντα στο είναι και μέσα σ’ αυτά τα πλαίσια νοείται και η συγκράτηση των φυσικών νόμων στην απαρασάλευτη αρχή τους, είναι όμως κοινή πεποίθηση, ότι ο Θεός από την αρχή της δημιουργίας είναι η συνεκτική δύναμη κάθε πραγματικότητας. Αυτό αναφέρεται και στη διδασκαλία της μυστικής θεολογίας, ότι ο Θεός είναι ουσιοποιός, ζωοποιός, σοφοποιός και θεοποιός. Μέσα στα πλαίσια αυτά προστίθεται και η θεία πρόνοια. Το γεγονός αυτό, που παρουσιάζει η Θεολογία, δεν πρέπει να παρασύρει σε αφελείς σκέψεις για τη σχέση Θεού και κόσμου. Επειδή ακριβώς οι προϋποθέσεις είναι αυτονόητες για το Μ. Βασίλειο, ο οποίος τονίζει με έμφαση την αρχή της εξελικτικής θεωρίας, κατά την οποία τα πάντα γίνονται με την πορεία προς την ολοκλήρωση των απαρχών και των σπερματικών καταβολών, που φυτεύθηκαν εξαρχής στη δημιουργία από το Θεό. Αυτό προκαλεί εντύπωση, γιατί ο Μ. Βασίλειος δεν είχε να αντιμετωπίσει κάποια εχθρική επιστημονική θεωρία, ούτε υπήρχε πρόβλημα σχετικό με την εξέλιξη. Έτσι, η άποψη αυτή κρύβει μια βαθειά θεολογική σύλληψη, που παρουσιάζεται με ένα καθαρό και αποσαφηνισμένο τρόπο. Το σύμπαν και η ζωή έχουν μια δική τους τάξη. Κάθε επέμβαση του Θεού να δημιουργεί συνεχώς αυτή την τάξη και τις λεπτομέρειές της, στην πορεία και την έκφρασή της, θα καταργούσε την ίδια τη μεγαλοπρέπεια και την «αυτονομία» του δημιουργήματος. Θα ήταν κάτι τυχαίο, χωρίς υποδομή και χωρίς νόημα, γιατί δεν θα ήταν καν δημιούργημα, γιατί κάθε τόσο θα έπαιρνε δομή και υπόσταση από ξένη δύναμη, οπότε μια τέτοια φανταστική και ίσως αθέμιτα υποθετική πραγματικότητα αποτελεί άρνηση κάθε δημιουργικής έννοιας. Δημιούργημα σημαίνει κάτι που έχει μια τελειότητα και αυτονομία που την παίρνει από τον Δημιουργό του και αυτό ισχύει και για τα δημιουργήματα του ανθρώπου. Έτσι, ο Μ. Βασίλειος κάνει μια από τις πιο μεστές θεολογικές ερμηνείες, ως προς τη φύση ολόκληρης της δημιουργίας. Επ’ αυτού υπάρχουν δυο Λόγοι του Μ. Βασιλείου για τη γένεση του ανθρώπου, όπου διαβάζουμε για «λόγους της αυξήσεως» και «μητρώες καταβολές» (PG 30, 9-61 και 25C).
Είναι αυτονόητο, ότι οι θέσεις του Μ. Βασιλείου δεν καταργούν και τη θαυματουργική επέμβαση του Θεού, καθότι το θαύμα δεν είναι με κανένα τρόπο κατάλυση της φυσικής τάξης, αλλά πρόκειται για μετάβαση από μια τάξη σε μια άλλη τελειότερη, δίχως να καταργούνται οι πρώτες καταβολές της δημιουργίας. Αν ο Θεός μπορούσε να δημιουργήσει τον κόσμο μόνο με μια τάξη, τότε θα ήταν δεμένος σε μια φυσική νομοτέλεια. Η δημιουργία πορεύεται εξελικτικά μέσα από μια φυσική τάξη, που στην ολοκλήρωσή της φυσικά μπορεί να πλαισιωθεί από αναρίθμητες άλλες τάξεις. Και όλες αυτές οι εκφάνσεις αποτελούν μια ενιαία λογική ιεραρχία και διάρθρωση. Δηλαδή, η άπαυστη ενέργεια του Θεού για τη συνοχή και την τελείωση της δημιουργίας δεν έρχεται σε σύγκρουση με την εξελικτική πορεία, ακόμη και αν γίνει μια νέα προσθήκη σ’ αυτή την πορεία, γιατί και τότε αυτό, που συντελείται, κατορθώνεται με την δεκτικότητα που έχει ριζωθεί, που έχει ριζωθεί στην πρώτη καταβολή της δημιουργίας.
Στην Εξαήμερο δεν έχουμε ομιλία για την «κατασκευή» του ανθρώπου, ώστε να δούμε πως ο Μ. Βασίλειος θα παρουσίαζε την εικονική παράσταση της Γένεσης, όπου ο Θεός πλάθει πηλό και δίνει την πνοή του στα ρουθούνια του ανθρώπινου αυτού ομοιώματος. Επίσης στην Εξαήμερο δεν συναντάμε ούτε δαρβινισμό ούτε νεοδαρβινισμό, η δε εξέλιξη αυτή δέχεται τη σταθερότητα των ειδών. Ωστόσο, στην Εξαήμερο υπάρχει η βασική αρχή της εξελικτικής θεωρίας και το σπουδαιότερο η άποψη για την ενότητα οργανικής και ανόργανης περιοχής: «Και τούτο εστί το κατά γένος. Ου γαρ η προβολή του καλάμου ελαίας εστί ποιητική, αλλ’ εκ καλάμου έτερος κάλαμος, εκ δε των σπερμάτων τα συγγενή τοις καταβληθείσιν αποβλαστάνει» (PG 29, 97B) και «Ούτω η φύσις των όντων ενί προστάγματι κινηθείσα, την εν τη γενέσει και φθορά κτίσιν ομαλώς διεξέρχεται, τας των γενεών ακολουθίας δι’ ομοιότητος αποσώζουσα, έως αν προς αυτό καταντήση το τέλος. Ίππον μεν γαρ ίππου ποιείται διάδοχον, και λέοντα λέοντος και αετόν αετού» (PG 29, 189BC). Έπειτα η εξέλιξη εντοπίζεται, στα ίδια τα είδη, όπου γίνεται λόγος για «καταβολές» και για πορεία σ’ ένα τέλος. Αλλά στην προκειμένη περίπτωση δεν είναι άστοχη η επιστημονική άποψη, ότι υπάρχει σταθερότητα στα είδη, καθότι είναι μια απότομη και ξαφνική εξαίρεση μέσα στη σταθερότητα των ειδών. Γι’ αυτό θα μπορούσε να γίνει δεκτό, ότι από λίγα ζευγάρια ή ακόμη και από ένα ζευγάρι προήλθε το είδος άνθρωπος, μέσα από διάφορες φάσεις μιας γενεαλογίας που προσπαθούν οι επιστήμονες να κατατάξουν σε μια σειρά. Γενικά είναι παραδεκτό, ότι στην εξέλιξη του ανθρώπου υπάρχει η ακόλουθη σειρά: Homo africanus, habilis, erectus, sapiens, sapiens sapiens. Μερικοί θεωρούν τον africanus και robustus στο γένος του Australopithecus. Θεωρείται πάντως βέβαιον ότι στην κατώτερο πλειστόκαινο υποπερίοδο υπήρχαν δυο είδη ανθρωποειδών, ο africanus και ο robustus, από τους οποίους ο δεύτερος εξαφανίστηκε, ενώ ο πρώτος επιβίωσε φτάνοντας εξελικτικά στον homo sapiens. (Ν. Ματσούκα: Επιστήμη φιλοσοφία και θεολογία στην Εξαήμερο του Μ. Βασιλείου). Πάντως γενικά, ο Μ. Βασίλειεο διακρίνει σαφώς το «ποιός» της δημιουργίας, από το «πως». Το πρώτο είναι αντικείμενο της Θεολογίας, το δεύτερο της Επιστήμης.
ΝΥΣΣΗΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ
Η εξελικτική όμως θεωρία αναπτύσσεται εμπεριστατωμένα και από τον Γρηγόριο Νύσσης, στο έργο του «Περί της εξαημέρου»: «………. Και αντί του ειπείν ότι αθρόως πάντα τα όντα ο Θεός εποίησεν, είπεν εν κεφαλαίω, ήτοι εν αρχή πεποιηκέναι τον Θεόν τον ουρανόν και την γην. Μία δε των φωνών η σημασία, της τε αρχής και του κεφαλαίου. Δηλούται γαρ επίσης δι’ εκατέρων το αρθόον. εν μεν γαρ τω κεφαλαίω το συλλήβδην τα πάντα γεγενήσθαι περιίστησι, δια δε της αρχής δηλούται το ακαρές τε αδιάστατον. Η γαρ αρχή παντός διαστηματικού νοήματος αλλοτρίως έχει. Ως το σημείον αρχή της γραμμής και του όγκου το άτομον, ούτως και το ακαρές του χρονικού διαστήματος. Η ουν αθρόα των όντων παρά της αφράστου δυνάμεως του Θεού καταβολή αρχή παρά του Μωϋσέως, ήτουν κεφάλαιον κατωνομάσθη, εν η το παν συστήναι λέγεται………. Ουκούν τούτο νοείν η αρχή της κοσμογονίας υποτίθεται ότι πάντων των όντων τας αφορμάς και τας αιτίας και τας δυνάμεις συλλήβδην ο Θεός εν ακαρεί κατεβάλετο και εν τη πρώτη του θελήματος ορμή, η εκάστου των όντων ουσία συνέδραμεν, ουρανός, αιθήρ, αστέρες, πυρ, αήρ, θάλασσα, γη, ζώα, φυτά……….» (PG 44, 72AB).
Εξάλλου, ο άγιος λέγει ότι ο ήλιος και η σελήνη, πριν από τη δημιουργία τους την τέταρτη ημέρα, υπήρχαν σαν καταβολές στο φως της πρώτης ημέρας: «………. Ο ήλιος και η σελήνη, ων η μεν γένεσις εν τη πρώτη καταβολή του φωτός τας αφορμάς έσχεν, η δε σύστασις εκάστου εν ταις τρισίν ημέραις ετελειώθη» (PG 29, 120A).
Ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης δέχεται, ότι το σύμπαν και φυσικά η ανθρωπότητα δημιουργούνται κατ’ αρχήν σπερματικά. Κι έπειτα από το καθόλου σύμπαν και τον καθόλου άνθρωπο, από τα δυο αυτά σπερματικά πληρώματα, προκύπτουν οι επιμέρους εκφάνσεις του σύμπαντος και το συγκεκριμένο ζευγάρι Αδάμ και Εύα.
Ο Νύσσης Γρηγόριος, που κατά κάποιο τρόπο συμπληρώνει τον Μ. Βασίλειο, όχι μόνο με το έργο του Περί της Εξαημέρου, αλλά και με το Περί κατασκευής του ανθρώπου, κατά τρόπο ρητό δέχεται την εξέλιξη του ανθρώπου. Λέγει χαρακτηριστικά: «Ειπών ο λόγος ότι εποίησεν ο Θεός τον άνθρωπον τω αορίστω της σημασίας άπαν ενδείκνυται το ανθρώπινον. Ου συνωνομάσθη τω κτίσματι νυν ο Αδάμ καθώς εν τοις εφεξής η ιστορία φησίν. Άλλ’ όνομα τω κτισθέντι ανθρώπω ουχ ο τις, αλλ’ ο καθόλου εστιν. ουκούν τη καθολική της φύσεως κλήσει τοιούτον τι υπονοείν εναγόμεθα, ότι τη θεία προγνώσει τε και δυνάμει πάσα η ανθρωπότης εν τη πρώτη κατασκευή περιείληπται. Χρη γαρ Θεώ μηδέν αόριστον εν τοις γεγενημένοις παρ’ αυτού νομίζειν, αλλ’ εκάστου των όντων είναι τι πέρας και μέτρον τη του πεποιηκότος σοφία περιμετρούμενον ώσπερ τοίνυν ο τις άνθρωπος τω κατά το σώμα ποσώς περιείργηται, και μέτρον αυτώ της υποστάσεως η πηλικότης εστίν, η συναπαρτιζομένη τη επιφανεία του σώματος, ούτως οίμαι καθάπερ εν ενί σώματι όλον το της ανθρωπότητος πλήρωμα τη προγνωστική δυνάμει παρά του Θεού των όλων περισχεθήναι και τούτο διδάσκειν τον λόγον τον ειπόντα, ότι και εποίησεν ο Θεός τον άνθρωπον και κατ’ εικόνα Θεού εποίησεν αυτόν………. Πάσα τοίνυν η φύσις η από των πρώτων μέχρι των εσχάτων διήκουσα, μία τις του όντος εστίν εικών, η δε προς το άρρεν και θήλυ του γένους διαφορά προσκατεσκευάσθη τελευταίον τω πλάσματι, δια την αιτίαν, ως οίμαι ταύτην». (PG44, 185BCD). Και σε μετάφραση το σπουδαίο αυτό κείμενο: «Όταν ο λόγος λέγει ότι ο Θεός εδημιούργησε τον άνθρωπο, δηλώνει με αυτή την αοριστία της έννοιας όλο το ανθρώπινο γένος. Γιατί δεν ονομάζεται ο Αδάμ τώρα, ταυτόχρονα με τη δημιουργία, καθώς λέγει στη συνέχεια η διήγηση. Αλλά όνομα για τον άνθρωπο που δημιουργήθηκε δεν ήταν ο τάδε, αλλά είναι όλο το ανθρώπινο γένος. Με αυτό το γενικό όνομα οδηγούμαστε να εννοήσουμε, ότι σύμφωνα με την πρόγνωση και τη δύναμη του Θεού, περικλείεται ολόκληρη η ανθρωπότητα μέσα στην πρώτη δημιουργία. Γιατί δεν πρέπει να νομίζουμε για το Θεό, πως μεταξύ των δημιουργημάτων που υπάρχει κάτι αόριστο, αλλά να πιστεύουμε ότι για καθένα από τα όντα υπάρχει ένα τέλος κι ένα μέτρο, που προσδιορίζεται από παντού με τη σοφία του Δημιουργού. Και όπως ο τάδε άνθρωπος περικλείεται ως προς το μέγεθος από το σώμα, και μέτρο της ύπαρξης γι’ αυτό είναι το πόσο μεγάλος είναι, κάτι δηλαδή που σχετίζεται μαζί με την επιφάνεια του σώματος, έτσι πιστεύω πως περικρατείται σαν σε ένα σώμα, όλο το πλήρωμα του ανθρωπίνου γένους, με την προγνωστική δύναμη από τον Θεό όλων. Κι αυτό πιστεύω πως διδάσκει ο λόγος, που λέγει: κι εδημιούργησε ο Θεός τον άνθρωπο, σύμφωνα με την εικόνα του Θεού τον εδημιούργησε………. Όλη, λοιπόν, η ανθρώπινη φύση, που ξεκινάει από τους πρώτους και φθάνει μέχρι τους τελευταίους, είναι μια εικόνα του Θεού. και η διαφορά του φύλου σε άνδρα και γυναίκα δημιουργήθηκε τελευταία ως προσθήκη στον άνθρωπο, καθώς πιστεύω, για το λόγο, που θα εκθέσω στη συνέχεια». Πολύ ξεκάθαρος ο λόγος του αγίου και τόσο λεπτομεριακός και ακριβής. Πράγματι, στο 1ο κεφάλαιο της Γένεσης, βλέπουμε το Θεό να επιθυμεί να δημιουργήσει τον άνθρωπο, σύμφωνα με τη δική του εικόνα και με την προοπτική να του ομοιάσει. Έτσι, δημιούργησε ο Θεός τον άνθρωπο, άνδρα και γυναίκα, ΜΟΝΟ κατ’ εικόνα, τους ευλόγησε και τους παρότρυνε να κάνουν πολλά παιδιά και όλα αυτά την 6η ημέρα της δημιουργίας. Έτσι, την 6η ημέρα δημιουργήθηκε ο άνθρωπος κατ’ εικόνα του Θεού και μόνον. Και μετά, την 7η ημέρα, ο Θεός αναπαύθηκε, οπότε τότε, στην κατάπαυσή του, ένας συγκεκριμένος άνθρωπος, ο Αδάμ, εισήλθε στον Παράδεισο, με την επιθυμία του βέβαια. Ο Θεός το επέτρεψε, ώστε να επιτευχθεί και το «καθ’ ομοίωσιν», πλην όμως υπήρξε αποτυχία, με τα γνωστά αποτελέσματα, για το ανθρώπινο γένος. Συμπερασματικά, το ανωτέρω κείμενο λέγει καθαρά και ξάστερα ότι ολόκληρη η ανθρωπότητα περιεχόταν στην πρώτη κατασκευή και ότι στο ένα σώμα περιλαμβανόταν όλο το πλήρωμα της ανθρωπότητας.
Τόσο σ’ αυτό το κείμενο όσο και σε άλλα της Εξαημέρου ο Γρηγόριος Νύσσης κάνει πάντοτε λόγο για τις πρώτες «αιτίες και αφορμές» που «καταβάλλονται εν ακαρεί» και για την μετέπειτα πορεία όλης της κτίσης και της ανθρωπότητας στις επί μέρους εκφάνσεις και αυτό ισχύει για ολόκληρο το σύμπαν. Στο έργο του «περί της κατασκευής ανθρώπου» λέγει, ότι το ίδιο ισχύει και για τον άνθρωπο. Αφού στην πρώτη κατασκευή και στο ένα σώμα, όπως λέγει καθαρά και ξάστερα, περιέχεται όλη η ανθρωπότητα, δεν υπάρχουν δυο δημιουργίες (δηλ. η ιδεατή και η ιστορική), αλλά μια που εξελίσσεται και αναπτύσσεται, η δε διάκριση σε άρρεν και θήλυ είναι ένα αποφασιστικό σημείο της όλης εξελικτικής πορείας. Λέγει στο «Περί της Εξαημέρου»: «τα πάντα ην εν τη πρώτη του Θεού περί την κτίσιν ορμή, οιονεί σπερματικής τινός δυνάμεως προς την του παντός γένεσιν καταβληθείσης, ενεργεία δε τα καθ’ έκαστον ούπω ην» (PG 44, 77D). Τα πάντα λοιπόν βρίσκονται πρωταρχικά σε μια σπερματική κατά κάποιο τρόπο κατάσταση. Η πρώτη αυτή καταβολή είναι η αιτία και η ρίζα της γένεσης του παντός. Εκτός όμως από το εξελικτικό σχήμα στη θεολογία του Νύσσης, το οποίον εξηγεί τι είναι η λεγόμενη «πρώτη δημιουργία», υπάρχουν και σαφείς εκφράσεις στα κείμενα που δείχνουν ότι η «καθόλου» πλάση του ανθρώπου έχει νοητές και αισθητές καταβολές. Με πολύ κατηγορηματικό τρόπο λέγει ότι τα λογικά δεν μπορούν με κανένα άλλο τρόπο να είναι σε σώμα, αν δεν ενωθούν με τα αισθητά, στο «Περί κατασκευής ανθρώπου»: «………. Το δε λογικόν ουκ αν ετέρως γένοιτο εν σώματι, ει μη τω αισθητώ συγκραθείη………. τρέφεται μεν γαρ κατά το φυσικόν της ψυχής είδος, τη δε αυξητική δυνάμει η αισθητική προσεφύη αμέσως έχουσα κατά την ιδίαν φύσιν της τε νοεράς και της υλωδεστέρας ουσίας. Είτα τις γίνεται προς το λεπτόν και φωτοειδές της αισθητικής φύσεως η της νοεράς οικείωσις τε και ανάκρασις, ως εν τρισί τούτοις τον άνθρωπον την σύστασιν έχειν (PG 44, 145BC). Η σπερματική αυτή καταβολή, που διατυπώνει ο Νύσσης και που θα εξελιχθεί παραπέρα, κατά αυτονόητο τρόπο δεν έχει τη διάκριση του φύλου. Κάτι ανάλογο δέχεται και η σημερινή θεωρία της εξέλιξης, κατά την οποίαν ο πρώτος πολλαπλασιασμός είναι «αγενής». Όπως γίνεται σπερματικά η καθόλου δημιουργία του σύμπαντος, και μάλιστα «εν ακαρεί», και έπειτα διαμορφώνεται η ποικιλία, έτσι σπερματικά και εξάπαντος «εν ακαρεί» δημιουργείται ο καθόλου άνθρωπος που εξελίσσεται στον Αδάμ, την Εύα και όλους τους επί μέρους ανθρώπους μέσα από την πτώση, το θάνατο και τον πολλαπλασιασμό. Η εξέλιξη (κόσμου και ανθρώπου κατά τον Νύσσης) είναι μια κίνηση από την σπερματική κατάσταση στις επιμέρους ολοκληρωμένες εκφάνσεις. Μας θυμίζει ο Νύσσης με την «οιονεί σπερματικήν δύναμιν», τις σύγχρονες θεωρίες των βιολόγων, για την εξέλιξη των ειδών με βάση τον γενετικό κώδικα.
ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ
Ο άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος δεν έχει γράψει για την εξέλιξη της δημιουργίας ή για την εξέλιξη του ανθρωπίνου γένους, όμως οριοθετεί την έννοια του ανθρώπου από τον μη άνθρωπο. Γράφει λοιπόν: «άνθρωπος γαρ εστίν, ουχ όστις απλώς χείρας και πόδας έχει ανθρώπου, ουδ’ όστις εστι λογικός μόνον, αλλ’ όστις ευσέβειαν και αρετήν μετά παρρησίας ασκεί» (PG 46, 232). Δεν φθάνει να γεννηθεί κάποιος βιολογικά άνθρωπος, για να ονομασθεί άνθρωπος, αλλά πρέπει να έχει μέσα του και το άγιο Πνεύμα. Και αυτό είναι σημαντικό, γιατί όποια σχέση υπάρχει μεταξύ ψυχής και σώματος, τέτοια σχέση υπάρχει μεταξύ της ψυχής και του Αγίου Πνεύματος. Έτσι ζωντανός και πραγματικός άνθρωπος είναι εκείνος που «χαριτώνεται» από τη Χάρη του Θεού. Διαφορετικά, είναι μεν άνθρωπος βιολογικά, αλλά είναι νεκρός για το Θεό και κυριαρχούμενος από διάφορα πάθη, μοιάζει με τα ζώα («άφες τους νεκρούς, θάψαι τους εαυτών νεκρούς» Ματθ. 8. 22). Αν λοιπόν ένας άνθρωπος πλήρης, αρτιμελής και με την τετράγωνη λογική δεν έχει ευσέβεια, δεν έχει αρετή και γενικώς δεν είναι πλήρης Πνεύματος αγίου, τότε δεν είναι άνθρωπος. Και εάν κάποιος δεν είναι άνθρωπος, τότε τι μπορεί να είναι; Μα να παραμένει στη ζωώδη κατάσταση από την οποία προέρχεται.
ΜΑΞΙΜΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ
Ο άγιος Μάξιμος δεν ασχολείται λεπτομερειακά με τη διαδικασία της εξέλιξης, όπως οι Μ. Βασίλειος και Γρηγόριος Νύσσης, αλλά επικεντρώνεται στην περίπτωση του ανθρώπου, που τον θεωρεί ως διφυές δημιούργημα και που αποτελείται από το υλικό μέρος (της ζωώδους φύσεως και προελεύσεως) και το πνευματικό μέρος (της δυνατότητας θεώσεως) και που καθιστά τον άνθρωπο μεσολαβητή θεώσεως ολοκλήρου του σύμπαντος κόσμου.
Ερμηνεύοντας σχετικά χωρία του αγίου Μαξίμου, από το έργο του: «Περί των διαφόρων αποριών των αγίων Διονυσίου και Γρηγορίου» (PG 91, 1305), ο πρωτ. Δημήτριος Στανιλοάε λέγει εισαγωγικά: «Ο άνθρωπος είναι ενοποιητικό στοιχείο όχι μόνο γιατί έχει μέσα του όλα τα μέρη που είναι κοινά με όλη την πραγματικότητα, αλλά πιο πολύ γιατί, μ’ όλα αυτά τα μέρη που αφομοιώνουν τα μέρη του ενεργοποιημένου κόσμου, έχει το νου. Αλλά το ανθρώπινο πνεύμα έχει αυτή την ενοποιητική δύναμη, γιατί έχει μέσα του τον κόσμο και τον ξεπερνά. Είναι συζευγμένο κι ενωμένο με το θείο πνεύμα». Ειδικώτερα δε ερμηνεύοντας το σχετικό χωρίο αναφέρει: «Εισδύοντας όμως από την ψυχή στο σώμα ο Θεός περνά μαζί με τη θεοποιό ενέργειά του δια μέσου του ανθρώπινου συνόλου και στο βιολογικό και φυσικό σύμπαν, αφού όλα τα στοιχεία του σύμπαντος συγκλίνουν στην ενοποιό ανθρώπινη φύση επιτυγχάνοντας μιαν ενότητα, που ο Θεός διαπερνά ολόκληρη δια μέσου του ανθρώπου. Κι αφού τα ανθρώπινα όντα έχουν επιτύχει μέσα στη θεία υπόσταση που ενσαρκώθηκε μιαν έσχατη υπόσταση σαν ένα θεμελιακό και ενεργητικό υποκείμενο που δεν αποκλείει τη θέληση και την ενέργεια των ανθρωπίνων όντων, μαζί με τα ανθρώπινα όντα όλα τα στοιχεία του σύμπαντος έχουν υποστασιωθή μέσα στον Θεό που ενσαρκώθηκε. Έτσι, κανένα πλάσμα δεν έχει πια κίνηση αποσυνδεδεμένη από τη θεία ενέργεια. Όλα τα στοιχεία του σύμπαντος γίνονται επίσης τμήματα του Θεού, που τείνουν προς το τέλος τους μέσα στον Θεό σαν σκοπό που τους δόθηκε από τον Θεό. Σ’ αυτές τις γραμμές έχει διατυπωθή και η κοσμολογική διδασκαλία του αγίου Μαξίμου. Ολόκληρος ο κόσμος έχει προορισθή να θεωθή αλλά με τη μεσολάβηση της ανθρώπινης φύσης, που αποτελείται από την ψυχή και το σώμα. Η σημασία της ψυχής εμφανίζεται σ’ όλο το μέγεθός της ακριβώς επειδή είναι ενωμένη με το σώμα. Γιατί δια μέσου του σώματος είναι ενωμένη με τον κόσμο. Και δια μέσου της ο Θεός θεοποιεί τον κόσμο. Η ψυχή ως προς το σώμα και δια μέσου του ως προς τον κόσμο ολόκληρο κάνει το έργο που κάνει ο Θεός ως προς την ψυχή. Ενώ η θεωρία αυτή αγκαλιάζει με μιαν αισιόδοξη αντίληψη ολόκληρο τον κόσμο, ο πλατωνικός ωριγενισμός παίρνει μιαν ολότελα αρνητική στάση ως προς τον υλικό κόσμο που γι’ αυτόν δεν είναι άλλο από μια φυλακή για τα πνεύματα»: «………. ιν’ όπερ εστί Θεός ψυχή, τούτο ψυχή σώματι γένηται, και εις αποδειχθή των όλων Δημιουργός, αναλόγως δια της ανθρωπότητος πάσιν επιβατεύων τοις ούσι, και εις εν έλθη τα πολλά αλλήλων κατά φύσιν διεστηκότα περί την μιαν του ανθρώπου φύσιν αλλήλοις συννεύοντα, και γένηται τα πάντα εν πάσιν αυτός ο Θεός, πάντα περιλαβών και ενυποστήσας εαυτώ, δια του μηδέν έτι των όντων άφετον κεκτήσθαι την κίνησιν, και της αυτού άμοιρον παρουσίας, καθ’ ην και θεοί και τέκνα και σώμα και μέλη και μοίρα Θεού και τα τοιαύτά εσμεν και λεγόμεθα τη προς το τέλος αναφορά του θείου σκοπού».
Εκτός αυτών στο έργο του αγίου Μαξίμου αναφέρονται οι έννοιες: διαφορά και διαίρεση. Κατά τον άγιο Μάξιμο, άλλο είναι διαφορά, και άλλο διαίρεση. Ο άνθρωπος διαφέρει από τα άλλα ζώα, αλλά δεν είναι διηρημένος από αυτά. Γι’ αυτό και αν ερωτάτο σήμερα ο άγιος Μάξιμος, για τη σχέση ανθρώπου και άλλων ζώων, όπως αυτή προβάλλεται από τη σύγχρονη Βιολογία, θα έλεγε: «Ναι, ο άνθρωπος έχει βιολογικό δεσμό με τα άλλα ζώα, (όπως αποδεικνύει και η σύγχρονη Βιολογία). Αλλά και διαφέρει από αυτά ως προς το αυτεξούσιο και την ελευθερία». Η διαφορά δεν πρέπει να μας οδηγήσει στο να δεχθούμε διαίρεση, ωσάν ο άνθρωπος να μην ήταν ενωμένος με τη λοιπή δημιουργία, οπότε και θα ήταν αδύνατος ο ρόλος του ως μεσίτου μεταξύ Θεού και κόσμου, στον οποίο ρόλο επιμένει ο άγιος Μάξιμος τόσο πολύ. Αλλά και η βιολογική του ένωση με τα λοιπά ζώα, δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει και διαφορά. Γιατί τα ζώα στερούνται του αυτεξουσίου και τής ελευθερίας που έχει ο άνθρωπος. Αν λοιπόν αρνηθούμε τη βιολογική συνέχεια τού ανθρώπου με τα άλλα ζώα, τότε η μεσιτεία τού ανθρώπου μεταξύ υλικού κόσμου και Θεού, καθίσταται αδύνατη. Και αν δεν δεχθούμε τη διαφορά μεταξύ αυτών των δύο, τότε η μεσιτεία αυτή καθίσταται ανελεύθερη και αναγκαστική. Και αυτό έχει πελώρια σημασία, (η φιλοσοφική αυτή θέση τού αγίου Μαξίμου), ότι άλλο διαφορά και άλλο διαίρεση. Η κοσμολογία λοιπόν τού αγίου Μαξίμου, είναι ανθρωποκεντρική. Ο άνθρωπος είναι κεκλημμένος από τον Θεό, να υπηρετήσει την ενότητα της δημιουργίας και την ανύψωσή της σε κοινωνία με τον Θεό. Δεν είναι όμως η κοσμολογία του ανθρωπομονιστική. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να νοηθεί αποκομμένος από τη λοιπή υλική δημιουργία. Είναι και αυτός μέρος της. Και ό, τι συμβαίνει στην υλική δημιουργία έχει άμεσες επιπτώσεις και σ’ αυτόν.
ΙΩΑΝΝΗΣ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ
Και ο άγιος Ιωάννης Δαμασκηνός παραδέχεται, ότι μετέχει και του ζωικού βασιλείου, καθότι ο άνθρωπος κοινωνεί και με τα άψυχα και μετέχει στη ζωή των αλόγων όντων και συνάμα έχει πάρει τη νόηση των λογικών. Με τα άψυχα κοινωνεί κατά το σώμα και την κράση, που έχει από τα τέσσερα στοιχεία, με τα φυτά κατά τα παραπάνω και κατά τη θρεπτική και την αυξητική και σπερματική, δηλαδή τη γεννητική δύναμη, με τα άλογα όντα και κατά τις παραπάνω σχέσεις, αλλά επιπλέον και κατά την όρεξη, δηλαδή το θυμό κα την επιθυμία και κατά την αίσθηση και κατά την ενστιγματική κίνηση: «Χρη γινώσκειν, ότι ο άνθρωπος και τοις αψύχοις κοινωνεί και της των αλόγων μετέχει ζωής και της των λογικών μετείληφε νοήσεως. Κοινωνεί γαρ τοις μεν αψύχοις κατά το σώμα και την από των τεσσάρων στοιχείων κράσιν, τοις δε φυτοίς κατά τε ταύτα και την θρεπτικήν και αυξητικήν και σπερματικήν ήγουν γεννητικήν δύναμιν, τοις δε αλόγοις και εν τούτοις μεν, εξ επιμέτρου δε κατά την όρεξιν ήγουν θυμόν και επιθυμίαν και κατά την αίσθησιν και την καθ’ ορμήν κίνησιν» (Έκδοσις ακριβής της Ορθοδόξου πίστεως, Β΄ 12, περί ανθρώπου).
ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΣΑΡΩΦ
Ο άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ καταγράφεται χαρακτηριστικά από τον μαθητή του Μοτοβίλωφ, που είχε και αυτός την εμπειρία του αγίου Πνεύματος, όπως και ο γέροντάς του. Έτσι στα απομνημονεύματά του αναφέρει σχετικά: «Για τον στάρετς, όπως και για τους Πατέρες της Εκκλησίας, ο Αδάμ κυριαρχεί στην ιστορία, όχι μόνο, αλλά και όλης της κτίσεως. Η σκέψη του δεν έρχεται σε αντίθεση με τις διάφορες επιστημονικές θεωρίες, για την καταγωγή του ανθρώπου. Κατ’ αυτόν ο Αδάμ δημιουργήθηκε ζώον, όμοιο με τάλλα πλάσματα που ζουν στη γη, αν και ανώτερος απ’ όλα αυτά. Θα έμενε ζώον, αν δεν είχε δεχθεί «την πνοήν ζωής» -το Πνεύμα- που τον έκανε συγγενή με το Θεό. Ο άνθρωπος μόνο ζωοποιήθηκε από την ίδια την πνοή του Θεού, η ύπαρξή του θεμελιώνεται απ’ ευθείας στη χάρη του Αγίου Πνεύματος, λέγουν οι Πατέρες της Εκκλησίας».
ΦΙΛΟΚΑΛΙΑ ΤΩΝ ΙΕΡΩΝ ΝΗΠΤΙΚΩΝ
Στη Φιλοκαλία των ιερών νηπτικών διαβάζουμε:
«Ο άνθρωπος μόνος του Θεού δεκτικός εστι. Τούτω γαρ μόνω τω ζώω ομιλεί ο Θεός, νυκτός μεν δι’ ονείρων, ημέρας δε δια του νου» (Α΄, 25, ρνθ΄).
«το νοερόν και λογικόν ζώον, ο άνθρωπος, μόνος εκ πάντων εστι κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Θεού» (Β΄, 238, 4).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου