Τετάρτη 14 Οκτωβρίου 2015

Οι δέκα «οφθαλμοί» του ανθρώπου. (Αγ. Ιουστίνου Πόποβιτς)



Γίνεται κατανοητό, ότι το ανθρώπινο πνεύμα δεν είναι ένα αυτόματο και νεκρό μηχάνημα, με το οποίο το Άγιο Πνεύμα ενεργεί και πράττει, αλλά ζωντανός συνεργάτης του Αγίου Πνεύματος. Με την επίδραση του Αγίου Πνεύματος όλος ο άνθρωπος μετατρέπεται σε «πράξη», «ενέργεια». Και με την βοήθεια των αγίων αρετών μετατρέπει τις «Θεοκεχαριτωμένες» δυνάμεις του Αγίου Πνεύματος σε δικές του δυνάμεις. Τις μεταφέρει σε κάθε «συστατικό» της υπάρξεώς του, τις εκχέει σ’ ολόκληρο τον εαυτό του και αυτές συμμετέχουν σε όλες τις σκέψεις του (του ανθρώπου δηλ.), σε όλα τα αισθήματά του, στις θελήσεις του, στις ενέργειές του και σε όλους τους λόγους του. Με μία λέξη, στην ολόπλευρη ζωή του.
Γι’ αυτό με την ευλογία, με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος ο άνθρωπος καθαρίζει από την αμαρτία, ανανεώνει, ανακαινουργώνει, αγιάζει, αγιοποιεί, μεταμορφώνει όλα τα όργανα του πνεύματός του, όργανα επίγνωσης και αισθήσεως: καρδιά, νου, ψυχή, θέλημα, έτσι ώστε αυτά μπορούν πλέον να μη υποκύπτουν στην αμαρτία, να εξουδετερώνουν το σκοτάδι της αμαρτίας, μπορούν πλέον να μη ναρκώνονται από την παράλυση του -οιουδήποτε-πάθους, από την παράλυση των παθών και να προσβλέπουν σε όλα τα θεϊκά αγαθά, τα οποία προσφέρει, δίνει σε μας ο φιλάνθρωπος Κύριος Ιησούς Χριστός. Αυτό το μυστήριο μας αποκαλύπτει ο «περίφροντις» (αυτός που φροντίζει πολύ ) για την σωτηρία μας Απόστολος, προσευχόμενος στον Θεό για τους χριστιανούς, για καθαρή καρδιά, για καρδιά «αποκαθαρμένη», «εξαγιασμένη» και «πεφωτι­σμένη» με την χάρη του Αγίου Πνεύματος. «Πεφωτισμέ­νους τους οφθαλμούς της καρδίας υμών, εις το ειδέναι υ­μάς τις εστίν, η ελπίς της κλήσεως αυτού, και τις ο πλού­τος της δόξης της κληρονομιάς αυτού εν τοις αγίοις, και τί το υπερβάλλον μέγεθος της δυνάμεως αυτού εις ημάς τους πιστεύοντας κατά την ενέργειαν του κράτους της ισχύος αυτού». Οφθαλμοί της καρδιάς είναι η πίστη. Γιατί η πίστη γίνεται το «βλέμμα» της ψυχής μας. «Βλέμμα» το οποίο βλέπει τον «μη ορώμενον» και το «μη δρώμενο». Βλέπει τον αόρατο Θεό στον ορατό άνθρωπο Ιησού, βλέπει τις αναρίθμητες «αόρατες» κεχαριτωμένες δυνάμεις Του, οι οποίες με την εκκλησία οικοδομούν την σωτηρία των ανθρώπων, του κόσμου, των δημιουργημάτων: και την δική μου σωτηρία και την δική σου και όλων των δικαίων, αλλά και όλων των αμαρτωλών (που έχουν καλή προαίρεση και την εκφράζουν με την μετάνοια).
Γι’ αυτό και εμείς, διαμέσου αυτού του γήινου κόσμου και διαμέσου όλων «των κόσμων» γενικά, «διά πίστεως περιπατούμεν, ου διά είδους» (Β΄ Κορινθ. 5,7), «διά πίστεως», η οποία είναι το «βλέμμα» της ψυχής μας, της «κεχαριτωμένης», της «εξαγιασμένης», της «μεταμορφω­μένης» ψυχής μας. Σε μας η χριστιανική πίστη είναι κάτι το μοναδικό, είναι ο πρώτος αθάνατος και ο «παν-ορών» οφθαλμός της «εν χάριτι» ευρισκομένης ψυχής μας, η αγάπη είναι ο δεύτερος οφθαλμός, η προσευχή ο τρίτος, η ελπίδα ο τέταρτος, η νηστεία ο πέμπτος οφθαλμός, η ταπείνωση ο έκτος, η πραότης ο έβδομος, η υπομονή ο όγδοος, η Αγία Κοινωνία ο ένατος και η Αγία μετάνοια ο δέκατος οφθαλμός και με την σειρά αυτή, όλα τα άγια μυστήρια και οι άγιες αρετές είναι ο αναρίθμητος αριθμός «οφθαλμών» μας, οφθαλμών που βλέπουν τα πάντα, οφθαλμών που προσβλέπουν στον ουρανό, οφθαλμών που βλέπουν και γνωρίζουν την αλήθεια. Και αυτοί οι «άγιοι οφθαλμοί» έγιναν το βλέμμα μας, με το οποίο διακρίνουμε ποιά είναι «η ελπίδα της κλήσεως» του Χριστού, ελπίδα μας, που είναι η υιοθεσία από τον «Θεόν» διά «Ιησού Χρίστου», που είναι η κληρονομιά της ουράνιας βασιλείας, η αιώνια ζωή στην μακαριότητα του Αιωνίου, Τρισηλίου Θεού και Κυρίου. Και ακόμη, αυτοί «οι οφθαλμοί» είναι το «βλέμμα» μας, με το οποίο διακρίνουμε και ποιός είναι «ο πλούτος της δόξης της κληρονομιάς αυτού», ποιά είναι η «κληρονομιά μας εν Χριστώ». Είναι η ένθεη ζωή, η αιώνια ζωή και αιώνια δόξα, διαμέσου της αιώνιας αλήθειας, της αιώνιας δικαιοσύνης, της αιώνιας αγάπης, της αιώνιας χαράς, της αιώνιας μακαριότητας. Και ακόμη οι άγιοί μας οφθαλμοί βλέπουν «το υπερβάλλον μέγεθος της δυνάμεως αυτού εις ημάς τους πιστεύοντας κατά την ενέργειαν του κράτους της ισχύος αυτού». Της «ισχύος Αυτού», της ένθεης, θεϊκής «ισχύος», που με την πίστη μας νικά όλες τις αμαρτίες μας, όλους τους θανάτους, όλους τους διαβόλους (που εκφράζουν τα διάφορα πάθη), όλες τις κολάσεις και μας «δωρίζει» σωτηρία, εξαγιασμό, αγαθοδωρεά, θέωση, Ενχριστοποίηση, Εντριαδοποίηση, παράδεισο, τον παν-παράδεισο. Από μας είναι η πίστη, και από τον Κύριο Ιησού Χριστό η δύναμη της πίστεως. «Μέσω» των ιερών μυστηρίων και των αγίων αρετών η πίστη μας αυξάνει από δύναμη σε δύναμη, από αθανασία σε αθανασία, από παράδεισο σε παράδεισο, από χαρά σε χαρά, από αλήθεια σε αλήθεια, από δικαιοσύνη σε δικαιοσύνη, από καλό σε καλό, από σοφία σε σοφία. Αυξάνει η πίστη μας σε όλα τα «αγαθά» της βασιλείας του Χριστού, προσβλέπουσα σ’ αυτά «με πεφωτισμένους τους οφθαλμούς της καρδίας». Στον δρόμο αυτόν της πίστεως αναρίθμητα είναι τα εμπόδια και τα μαρτύρια, οι πειρασμοί, οι πόνοι και οι παντοειδείς θλίψεις. Αλλά και το πιο μεγάλο μαρτύριο για χάρη του Χριστού, δεν είναι τίποτε, όταν, στην καρδιά του πιστεύοντα, υπάρχει η μεγάλη πλημμυρίδα της Θεϊκής δύναμης. Έτσι μόνο, μπορεί να εξηγηθεί η υπομονή που έδειξαν και η χαρά που εξεδήλωσαν, οι άγιοι μάρτυρες και ομολογητές της πίστεως, στα διάφορα μαρτύρια και βασανιστήρια, που υπέμειναν, για χάρη του Χριστού. Έτσι μόνο, μπορούν να εξηγηθούν και να κατανοηθούν όλοι οι υπεράνθρωποι αγώνες των αγίων αναχωρητών της ερήμου και όλα τα καλοπροαίρετα και άθελα βασανιστήρια και μαρτύρια και οι κακουχίες όλων των δικαίων χριστιανών, όλων των χριστοευσεβών αγωνιστών, όλων των Θεοαγαπώντων πιστών, όλων των ακούραστων ευαγγελιστών. Έτσι μόνο εξηγείται η αντοχή και καρτερία στους πόνους όλων εκείνων που ήσαν αμαρτωλοί και μετανόησαν, ήσαν άρπαγες, άσωτοι, αγαπούσαν ασήμαντα πράγματα και μετανόησαν, ήσαν φιλήδονοι, υπερήφανοι, φίλαυτοι, εγωιστές και έδειξαν αληθινή μετάνοια, ήσαν φιλάργυροι, δολοφόνοι, κλέφτες, διαφθορείς, πότες και μετανόησαν ειλικρινά, ήσαν απελπισμένοι και οδηγήθηκαν με την μετάνοια στον Χριστό (που είναι η ελπίδα των Χριστιανών). Όλα αυτά δείχνουν ότι η πίστη μας, η πίστη όλων, των μεγάλων και των μικρών, των δυνατών, και των αδυνάτων, των βασιλέων και των απλών ανθρώπων, των σοφών και των άσοφων, η πίστη αυτή όταν υπάρχει, με την μεγάλη δύναμη του Θεού, με την ενέργεια και πράξη αυτής της δύναμης στις καρδιές μας, στις συνειδήσεις μας, στη ζωή μας, κάνει ώστε, όλα σε μας να ανατρέπονται «εκ βάθρων» και «όλως πανσόφως» χωρίς δυσκολίες, να κτίζονται καινούργια πράγματα, θεϊκά και αιώνια. Και εμείς ενώ βρισκόμαστε ακόμη εδώ στη γη, αρχίζουμε να ζούμε την αιώνια ζωή, και ενώ η γη είναι κάτω από τα πόδια μας, μετατρέπεται σε ένα απροσπέλαστο ουρανό. Όταν υπάρχει η πίστη, δεν έχει άλλον, εκτός από τον Κύριο μας Ιησού Χριστό και σε Αυτόν βρίσκεται ο παράδεισός μας, η χαρά μας και η αιωνιότητά μας. Ναι, η πίστη μας στηρίζεται στην δύναμη του Θεού, «εν δυνάμει Θεού», «εν αποδείξει πνεύματος και δυνάμεως» (Α’ Κορινθ. 2, 5,4).

(Αγ. Ιουστίνου Πόποβιτς, «Προς Εφεσίους Επιστολή Απ. Παύλου», εκδ. Βασ. Ρηγόπουλου, Θεσ/νίκη, σ.57-61)


Χριστός και Ευρώπη, Ένας δραματικός διάλογος(Αγίου Νικολάου Επίσκοπου Αχρίδος και Ζίτσης (1956)



Διά τού Αρχιμανδρίτου Ιουστίνου Πόποβιτς (1979)

Ο Χριστός ρωτά με λύπη.
-Πώς μπορείτε εσείς οι άνθρωποι να ζείτε μόνο με τα ιμπεριαλιστικά, υλικά συμφέροντα, δηλαδή με την ζωώδη μόνο επιθυμία για την σωματική τροφή; Εγώ ήθελα να σας κάμω Θεούς και υιούς Θεού και σεις φεύγετε και επιδιώκετε να εξισωθείτε με τα υποζύγια.

Σ’ αυτό απαντά η Ευρώπη:
-Εσύ είσαι καθυστερημένος. Στην θέση του Ευαγγελίου σου βρήκαμε την βιολογία και την ζωολογία. Τώρα γνωρίζουμε ότι δεν είμαστε δικοί σου απόγονοι και του ουρανίου πατέρα σου, αλλά απόγονοι των ουραγκοτάγκων και των γοριλών, δηλαδή του πιθήκου. Εμείς τώρα τελειοποιούμαστε για να γίνουμε θεοί. Γιατί δεν παραδεχόμαστε άλλους θεούς εκτός από εμάς.

Σ’ αυτό ο Χριστός λέγει:
-Εσείς είσθε περισσότερο σκληροτράχηλοι από τους αρχαίους Εβραίους. Εγώ σας σήκωσα από το σκοτάδι της βαρβαρότητας στο ουράνιο φως, και σεις πηγαίνετε πάλι πίσω στο σκοτάδι, όπως το βουβάλι ατή λάσπη. Εγώ έχυσα το αίμα μου για χάρη σας. Εγώ σας έδειξα την αγάπη μου, όταν όλοι οι Άγγελοι μου απέστρεφαν τα πρόσωπα τους μη μπορώντας να υποφέρουν την δυσωδία σας, δυσωδία του Άδη. Όταν λοιπόν εσείς ήσασταν σκοτάδι και δυσωδία, ήμουν ό μόνος πού στάθηκα να σας καθαρίσω και να σας φωτίσω. Να μην είσθε λοιπόν τώρα άπιστοι, γιατί θα επιστρέψετε πάλι σ’ εκείνον τον ανυπόφορο ζόφο και τη δυσωδία.
Σ’ αυτό η Ευρώπη φωνάζει περιπαικτικά:
-Φύγε από μας. Δεν σε αναγνωρίζουμε. Εμείς ακολουθούμε την ελληνική φιλοσοφία και τον ευρωπαϊκό πολιτισμό και την κουλτούρα, θέλουμε ελευθερία. Εμείς έχουμε τα πανεπιστήμια. Η επιστήμη είναι το οδηγητικό μας αστέρι. Το σύνθημα μας είναι: ελευθερία, αδελφοσύνη, ισότητα. Ο νους μας είναι ό θεός των θεών. Εσύ είσαι Ασιάτης. Εμείς σε αρνούμαστε. Εσύ είσαι μόνο ένας παλαιός μύθος των γιαγιάδων και των παππούδων μας.
Τότε ο Χριστός με δάκρυα στα ματιά Του λέγει:
-Ιδού εγώ φεύγω, αλλά εσείς θα δείτε. Αφήσατε την οδό του Θεού και ακολουθήσατε την σατανική οδό. Η ευλογία και ή ευτυχία αφαιρέθηκαν από σας. Στο χέρι μου βρίσκεται η ζωή σας, γιατί εγώ σταυρώθηκα για σας. Παρά ταύτα δεν θα σας τιμωρήσω εγώ, αλλά οι αμαρτίες σας και η αποστασία σας από έμενα τον Σωτήρα σας. Εγώ φανέρωσα την αγάπη του Πατέρα μου προς όλους τους ανθρώπους και ήθελα με αγάπη να σας σώσω όλους.
http://www.pigizois.net


Ο άνθρωπος σαν Ναός του Θεού. (Αγ. Ιουστίνου Πόποβιτς)


Εδώ βρίσκεται το θειο γνώρισμα της ανθρώπινης ύπαρξης: ότι ο Θεός την γεμίζει, ότι ο Θεός γίνεται το περιεχόμενο της, ότι ο Θεός ζει σ’ αυτήν σαν σε δικό του ναό, οίκο του, σώμα του. Η ανθρώπινη φύση έχει εκπληρώσει αυτό το γνώρισμα στην τελειότητά του στο πρόσωπο του Θεανθρώπου Χριστού. Στο πρόσωπα του Χριστού ο άνθρωπος είναι εξολοκλήρου πλήρης Θεού και είναι στ’ αλήθεια ναός Θεού, στον οποίο «κατοικεί παν το πλήρωμα της Θεότητος σωματικώς» (Κολ. β’ 9).
Αυτός είναι ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός. Και οι χριστιανοί είναι χριστιανοί διότι είναι όπως είναι αυτός: είναι δηλαδή κι αυτοί ναός του Θεού όπου ζει το Πνεύμα του Θεού, δηλαδή το Άγιο Πνεύμα
Με ποιό τρόπο ζει κάποιος μέσα στο ναό του Θεού; Με τη θεία λατρεία με την προσευχή. Αυτή είναι η πιο φυσική σχέση του ανθρώπου με το Θεό, του πλάσματος με τον Πλάστη, Σωτήρα και Προπονητή, από τον οποίο, στον οποίο και διά του οποίου υπάρχουν τα πάντα.
Αυτός που βρίσκεται στο ναό ζει με την προσευχή. Και η προσευχή φέρνει πάντα μαζί της κι όλες τις ευαγγελικές αρετές και ζει μέσω αυτών. Η προσευχή ζει μέσω της πίστης και της αγάπης, της ελπίδας και της υπομονής, της ταπεινότητας και της πραότητας, της καλοσύνης και του ελέους, της αγρυπνίας και της νηστείας και μέσω των άλλων αρετών που υπάρχουν. Διότι κάθε αρετή τελειοποιείται μέσω της προσευχής και μόνο διά της προσευχής η κάθε αρετή φτάνει στην τελειότητά της και την διατηρεί. Ουσιαστικά η αγάπη, η ελπίδα, η νηστεία, η ταπείνωση, το έλεος και κάθε αρετή που κάνει το χριστιανό πραγματικό χριστιανό προέρχεται από την προσευχή.
Επειδή ο χριστιανός είναι ναός του Θεού στον οποίο κατοικεί το Πνεύμα του Θεού (Α’ Κορ. ς’ 19), η ζωή του δεν είναι τίποτε άλλο από μια συνεχής θεία λατρεία. Κάθε σκέψη του χριστιανού, κάθε του αίσθηση, κάθε του πράξη μετέχει στη θεία λατρεία που αδιάκοπα επιτελείται στο θρόνο της καρδιάς του.
Ο  ναός του Θεού είναι πλήρης από αγγέλους του Θεού, από Αγίους του Θεού, από τις άγιες εικόνες τους. Μπορεί κανείς πραγματικά να ζει με όλα αυτά με κάποιο άλλο τρόπο ζωής, παρά με ένα τρόπο άγιο, ευαγγελικό, που έχει σαν επίκεντρο την προσευχή;
Ο χριστιανός είναι ναός του Θεού αν η ψυχή του είναι ζωντανό εικονοστάσι, με Άγιο δίπλα στον Άγιο, με υπηρέτη του Θεού πλάι στον υπηρέτη του Θεού, με δίκαιο πλάι στο δίκαιο. Κι αν οι σκέψεις, οι αισθήσεις, οι πράξεις του είναι αναρίθμητα καντήλια που καίνε μπροστά τους. Κι αν οι ευαγγελικές του αρετές είναι χρυσά θυμιατήρια από τα οποία η ευωδία της μυρωμένης ευώδους ευαγγελικής διάθεσης αναδίνει ειρηνικά και ασταμάτητα
Ο ναός του Θεού παραμένει ναός όσο καιρό παραμένει «οίκος προσευχής» (Ησ. νς’ 7), όσο η λατρεία του Θεού, η θεία λατρεία, λαμβάνει χώρα σ’ αυτόν. Μόλις αυτή σταματήσει μετατρέπεται σε «σπήλαιον ληστών». Τότε πονηροί λογισμοί, απωθητικά αισθήματα και πράξεις διαβολικές κατοικούν σαν ληστές μέσα του. Και λεηλατούν και σκοτώνουν ό,τι ιερό και όσιο υπάρχει μέσα στον άνθρωπο. Και τελικά ο άνθρωπος μετατρέπεται ολοκληρωτικά σε «σπήλαιον ληστών». Ο ναός του Θεού καταστρέφεται, τα καντήλια θρυμματίζονται, τα θυμιατήρια σπάζουν!
Κι όμως, ο άνθρωπος πρωταρχικά πλάστηκε από το Θεό σαν ναός του Θεού· μια θεόμορφη ψυχή τοποθετήθηκε στο σώμα του ώστε ολόκληρη η ζωή του να υπηρετεί το Θεό, με μια λαχτάρα να προσεύχεται στο Θεό. Κοντά σ’ αυτά σαν τόπος κατοικίας του δόθηκε ο παράδεισος, ένας κόσμος που ο ίδιος από μόνος του αποτελούσε ένα μεγαλειώδη ναό του Θεού.
Αλλά μόλις ο άνθρωπος αγκάλιασε την αμαρτία και την έβαλε μέσα του και μέσα στον κόσμο που ήταν γύρω του, η λατρεία του Θεού σταμάτησε κι άρχισε η λατρεία του διαβόλου. Κι ο άνθρωπος, αυτός ο θαυμαστός ναός του Θεού, μεταβλήθηκε σε «σπήλαιον ληστών». Έτσι ήταν ο κόσμος γύρω του. Και σαν τον ληστή ο διάβολος άρχισε να ξεθυμαίνει και να λυσσομανά πάνω στους ανθρώπους με τις αμαρτίες, τα εγωιστικά πάθη και το θάνατο.
Όμως ο Κύριος που αγαπά την ανθρωπότητα έγινε άνθρωπος με στόχο να μεταμορφώσει τον άνθρωπο και να τον κάνει ναό του Θεού για μια ακόμη φορά. Και όντως στο πρόσωπο του Θεανθρώπου Χριστού, ο άνθρωπος εμφανίστηκε σαν ο τέλειος και πανάγιος ναός του Θεού. Το σώμα του Θεανθρώπου ήταν στ’ αλήθεια ναός του Θεού στον οποίο ο Θεός κατοικούσε και συνεχώς υπηρετείτο και λατρευόταν. Και μόνο στον Θεάνθρωπο Χριστό εμείς οι άνθρωποι για πρώτη φορά είδαμε καθαρά ποιός είναι ο αληθινός  άνθρωπος -σαν ναός του Θεού και ποιά είναι η αληθινή ζωή του ανθρώπου- η ζωή σαν μια αδιάκοπη λατρεία του Θεού.
Από τότε η Εκκλησία του Χριστού δεν είναι τίποτε άλλο παρά το Θεανθρώπινο σώμα του, ο ζωντανός ναός του Θεού, όπου κάθε τι το ανθρώπινο έχει ζωή επειδή υπηρετεί και λατρεύει αδιάκοπα το Θεό. Και το Πνεύμα του Θεού, το Πνεύμα το Άγιο. ζει σαν ψυχή στο θεανθρώπινο σώμα της Εκκλησίας από την ημέρα της αγίας Πεντηκοστής. Από τότε κάθε άνθρωπος έχει τη δυνατότητα, με τη χάρη του Θεού, να γίνει «ναός Θεού», αν γίνει μέλος του θεανθρώπινου σώματος της Εκκλησίας του Χριστού. Αν γίνει μέλος, τότε το Πνεύμα το Άγιο κατοικεί σ’ αυτόν. Και μαζί με το Άγιο Πνεύμα ο Πατέρας και ο Υιός, η Αγία και αδιαίρετη Τριάδα!
Κατ’ αυτόν τον τρόπο ο χριστιανός γίνεται ναός της Παναγίας Τριάδας, στον οποίο η θεία λατρεία του τριλαμπούς Θεού και Κυρίου επιτελείται αδιάκοπα. Αυτό αρχίζει με το άγιο Βάπτισμα. Το Άγιο Πνεύμα εγκαθίσταται στο βαπτισμένο χριστιανό και κατοικεί σ’ αυτόν μαζί με τον Πατέρα και τον Υιό. Κατ’ αυτόν τον τρόπο η ζωή του αληθινού χριστιανού είναι αιώνια θεία λατρεία, υπηρεσία του ενός εν Τριάδι Θεού διά του Αγίου Πνεύματος.
Ο πνευματοφόρος Απόστολος (ο Παύλος) γράφει στους Κορινθίους: «ουκ οϊδατε ότι το σώμα υμών ναός του εν υμίν Αγίου Πνεύματος εστίν, ου έχετε από Θεού: …υμείς γαρ ναός Θεού έστε ζώντος» (Α’ Κορ. ς’ 19. Β’ Κορ. ς’ 16).
­



Ο Όσιος πατήρ Ιουστίνος Πόποβιτς μιλάει για την αίρεση του Παπισμού


Ο μεγάλος Σέρβος Δογματολόγος Όσιος πατήρ Ιουστίνος Πόποβιτς, γκρεμίζει τις ανόητες, αθεολόγητες και αιρετικές δοξασίες περί «αδελφών Εκκλησιών» και βάζει στη θέση του τον παπισμό και τον «Αγιώτατο» Πάπα.
«Η Εκκλησία δεν είναι μόνον μία, αλλά και μοναδική.
Εν τω Κυρίω Ιησού δεν είναι δυ­νατόν να υπάρξουν πολλά σώματα· κατά τον ίδιον τρόπον δεν είναι δυνατόν να υπάρχουν εν αυτώ πολλές Εκκλησίες.
Εν τω Θεανθρωπίνω Αυτού Σώματι η Εκκλησία είναι μία και μοναδική, όπως ο Θεάνθρωπος, ο Χριστός, είναι Ένας και Μοναδικός. Δι’ αυτόν τον λόγον διαίρεσις, σχίσμα της Εκκλησίας είναι πρωτί­στως ένα πράγμα οντολογικώς αδύνατον.Δεν υπήρξε ποτέ διαίρεσις της Εκκλη­σίας, και δεν είναι δυνατόν να υπάρξη, πλην υπήρξε και θα υπάρξη έκπτωσις εκ της Εκκλησίας, κατά τον τρόπον, πού πίπτουν τα ξερά και άγονα κλήματα από την Θεανθρωπίνην και αιωνίως Ζώσαν Άμπελον, που είναι ο Κύριος Ιησούς Χριστός (Ιω. 13,16). Κατά καιρούς απεσπάσθησαν και εξεβλήθησαν από την μοναδικήν αδιαίρετον Εκκλησίαν οι αιρετικοί και σχισματικοί, οι οποίοι έκτοτε έπαψαν να αποτελούν μέλη της Εκ­κλησίας και μέρη του Θεανθρωπίνου σώμα­τός Της. Έτσι έχουν κατ’ αρχήν αποκοπεί οι Γνωστικοί, κατόπιν οι Αρειανοί, κατόπιν οι Πνευματομάχοι, κατόπιν οι Μονοφυσίται, κα­τόπιν οι Εικονομάχοι, κατόπιν οι Ρωμαιοκα­θολικοί, κατόπιν οι Προτεστάνται, κατόπιν οι Ουνίται και εν συνεχεία όλα τα άλλα μέλη των αιρετικών και σχισματικών λεγεώνων».
[Ιουστίνου Πόποβιτς, «Δογματική της Ορθοδόξου Εκκλησίας», (Γαλλική μετάφραση) Τόμος 4ος, σελ. 181, Lausanne 1995 – Αναδημοσιεύτηκε στον «Ορθόδοξο Τύπο» στις 29/6/2007].
__________________________________________________
«Εις την ιστορίαν του ανθρωπίνου γένους υπάρχουν τρεις κυρίως πτώσεις : Του Αδάμ, του Ιούδα και του Πάπα.
[…] Το δόγμα περί αλαθήτου του Πάπα είναι όχι μόνον αίρεσις αλλά παναίρεσις. Διότι καμία αίρεσις δεν εξηγέρθη τόσο ριζοσπαστικώς και τόσον ολοκληρωτικώς κατά του Θεανθρώπου Χριστού και της Εκκλησίας Του, ως έπραξε τούτο ο παπισμός δια του αλαθήτου του Πάπα-ανθρώπου. Δεν υπάρχει αμφιβολία. Το δόγμα αυτό είναι αίρεσις των αιρέσεων, μία άνευ προηγουμένου ανταρσία κατά του Θεανθρώπου Χριστού».
[Ιουστίνου Πόποβιτς, «Άνθρωπος και Θεάνθρωπος», εκδόσεις “Αστήρ”, Αθήνα 1970, σελ. 141-162].

Επιλεγμένα κηρύγματα του Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς

 



Του Αββά Ιουστίνου Πόποβιτς
* Οι ασκητές είναι οι μοναδικοί ιεραπόστολοι της Ορθοδοξίας και ο ασκητισμός είναι η μόνη ιεραποστολική σχολή μέσα στην Ορθοδοξία. Η ορθοδοξία είναι άσκηση και ζωή γι’ αυτό και μονάχα διά της ασκήσεως και της ζωής επιτελείται το κήρυγμα και η ιεραποστολή. Ή ανάπτυξη της ασκητικότητας -προσωπικά και καθολικά- αυτή πρέπει να γίνει ή εσωτερική αποστολή της Εκκλησίας μας μέσα στον λαό. Οι ενορίες πρέπει να μεταβληθούν σε ασκητικά κέντρα, αλλά αυτό μπορεί να το επιτύχει μονάχα ένας εφημέριος – ασκητής. Πρέπει να ενισχύσουμε την προσευχή και την νηστεία, να αναπτύξουμε την εκκλησιαστική ευταξία η οποία είναι από τα κύρια μέσα της Ορθοδοξίας με το όποιο εκείνη επιδρά αναγεννητικά στον άνθρωπο. Όλα αυτά όμως απαιτούν ως προϋπόθεση: οι ιερείς και οι μοναχοί μας να γίνουν οι ίδιοι ασκητές.
* Το χειρότερο πράγμα για τους ανθρώπους είναι ό θάνατος: το να γίνω λάσπη, να μεταβληθώ σε σκουλήκια, σε πηλό! Αξίζει τάχα να είναι κανείς άνθρωπος; Γιατί να σε αγαπήσω, Θεέ μου, αφού αύριο θα μεταβληθώ σε σκουλήκια και πηλό; Να, όμως, που ο Κύριος Ιησούς Χριστός σε σώζει από τον θάνατο διά της Αναστάσεώς Του, εξασφαλίζει την αιώνιο ζωή για την ψυχή σου και το σώμα, όταν εκείνο θα αναστηθεί λαμπερό και θα ενωθεί με την ψυχή.
Γι’ αυτό και ο Κύριος Ιησούς έχει το δικαίωμα να αποκαλείται ο Μόνος Φιλάνθρωπος, ο μόνος από κατασκευής κόσμου μέχρι της Φοβεράς Κρίσεως. Μονάχα εκείνος που νίκησε τον θάνατο είναι ο Μόνος Φι λάνθρωπος και όλα τα άλλα είναι απλές φλυαρίες. Και οι κουλτούρες, οι πολιτισμοί, οι επιστήμες και οι τέχνες; – Τί αστεία πράγματα! Μα τί να την κάνω την τεχνολογία και την επιστήμη όταν με μεταβάλουν σε σκουλήκια και λάσπη; Εκείνος είναι ο μόνος φιλάνθρωπος, αυτός που με ελευθερώνει από την αμαρτία, τον θάνατο και τον διάβολο. Γιατί ο διάβολος είναι ο εφευρέτης της αμαρτίας και μαζί μ’ αυτήν και του κακού.
* Αυτό είναι η αγάπη του Χριστού προς τον άνθρωπο: η λύτρωση από τον θάνατο. Λέει η δεύτερη μεγάλη εντολή: «Αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σε αυτόν» (Μτ. 22, 39). Πότε αγαπούμε λοιπόν πραγματικά τον άνθρωπο; Όταν τον λυτρώνουμε από την αμαρτία του, από την κόλαση… αυτή είναι η γνήσια α γάπη προς τον άνθρωπο. Απατά εαυτόν όποιος νομίζει πως αγαπά τον άνθρωπο ενώ εγκρίνει τις αμαρτίες του και αναπαύει τα πάθη του. Τότε αγαπά τον θάνατο του και όχι τον ίδιο. Μονάχα όταν αγαπά κανείς τον άνθρωπο διά του Χριστού -με όλη την ψυχή και την δύναμή του- τότε τον αγαπά αληθινά.
Θα ρωτήσει κάποιος: και η αγάπη των γονέων προς τα τέκνα; Και η αγάπη του συζύγου προς την σύζυγο; Και η αγάπη του ανθρώπου προς την πατρίδα; Δεν είναι και αυτά αγάπη; Τα ονομάζουμε βέβαια όλα αυτά αγάπη άλλα είναι άραγε έτσι; Όλα αυτά δεν έχουν ίχνος αγάπης εάν δεν είναι ο Χριστός η δύναμη εκείνη μέσα από την οποία αγαπάμε. Αν ό πατέρας δεν αγαπά τα τέκνα του με την αγάπη του Χριστού, αν δεν τα παιδαγωγεί στο αγαθό, αν δεν τα οδηγεί στον ί σιο δρόμο, αν δεν τα διδάσκει να σωθούν από την αμαρτία, παρά μονάχα τα χαϊδεύει και τα κολακεύει, τότε τα μισεί και τα φονεύει. Αν πάλι, ό σύζυγος αγαπά την σύζυγο μονάχα σαρκικά, γίνεται ο φονιάς της. Έτσι συμβαίνει με κάθε γήινη, σαρκική αγάπη.
* Ή Δικαιοσύνη και η Αλήθεια του Θεού ενοχλούν τους άνομους, ενοχλούν αυτούς που είναι ανήμποροι από τις αμαρτίες, ενοχλούν όλους όσοι είναι μεθυσμένοι από τα διάφορα πάθη. Μήπως και σήμερα δεν κραυγάζουν οι Χριστομάχοι: σταύρωσον, σταύρωσον αυτόν! Μήπως και σήμερα δεν ζητούν την κεφαλή του Ιησού από την Ναζαρέτ;
* Ω ναι, όταν οι άνθρωποι τρελαθούν από την υπερηφάνεια, όταν αλλοφρονήσουν από την αυταρέσκεια, τότε δεν τους χρειάζεται ό Θεός, δεν χρειάζονται την Δικαιοσύνη Του αφού ανακηρύσσουν τον εαυτό τους για θεό. Προτείνουν την ελάχιστη και ψεύτικη αλήθεια τους ως την μεγάλη, την σωτήρια αλήθεια. Ανακηρύσσουν ακόμα, την ελάχιστη γήινη, δι κή τους ανάπηρη δικαιοσύνη ως την μέγιστη δικαιοσύνη: δεν μας χρειάζεται η Δικαιοσύνη του Χριστού, δεν θέλουμε την Δικαιοσύνη του Θεού.
* Οι άνθρωποι, με τυφλωμένο τον νου και την ψυχή, δεν βλέπουν μα και δε θέλουν να δουν ότι σε τούτο τον κόσμο ο άνθρωπος -ο γνήσιος άνθρωπος- δεν μπορεί να σταθεί δίχως τον Θεό. Γιατί άραγε αυτό; Μα επειδή ό κόσμος αυτός είναι γεμάτος από Ηρώδες, γεμάτος από Φαρισαίους. Οι Ήρώδες ζητούν την κεφαλή Ιωάννου του Βαπτιστού, ζητούν τις κεφαλές όλων των δικαίων της γης. Και οι Φαρισαίοι, οι ψευδείς Γραμματείς και οι ψευδοσοφοί του κόσμου αυτοί απαιτούν τον θάνατο του Θεανθρώπου Χριστού.
* Μπροστά στον θάνατο οι άνθρωποι είναι αδύναμοι σαν τα κουνούπια, σαν τα πετραδάκια. Για ποιο πράγμα καυχάσθε ω άνθρωποι; Για τον πλούτο, την επιστήμη, την φιλοσοφία και την κουλτούρα; Όλα αυ τά είναι σκύβαλα – συ και εγώ δούλοι του θανάτου! Κάθε άνθρωπος είναι δούλος του φόβου, δούλος του θανάτου. Μπορεί να γίνει άνθρωπος σε αυτό τον κόσμο με χαρά; Όχι δεν μπορεί. Ό άνθρωπος που θα αντικρίσει σοβαρά τον εαυτό του και με σοβαρότητα θα κοιτάξει τον θάνατο σαν τον έσχατο σταθμό αυτής της ζωής, αυτός ό άνθρωπος δεν έχει χαρά σε αυτό τον κόσμο, δεν υπάρχει γι’ αυτόν καμιά απόλαυση ε δώ. Όλες οι απολαύσεις είναι ένα ψέμα, εάν ο θάνατος αποτελεί για μένα και για σένα τον τελευταίο σταθμό αυτού του κόσμου.
* Ποιος εισήγαγε τον θάνατο σε αυτό τον κόσμο; Ποιος άλλος από την αμαρτία; στον άνθρωπο ανήκει δυστυχώς, αυτός ό γεμάτος ντροπή ρόλος αυτής της ζωής, της εισαγωγής δηλ. της αμαρτίας και του θανά του και του διαβόλου σε αυτό τον κόσμο. Δεν το έπραξαν αυτό μήτε οι τίγρεις μήτε οι αλεπούδες, το έπραξε ό άνθρωπος. Γι’ αυτό και ό άνθρωπος είναι πλάσμα ντροπιασμένο μπροστά σε όλα τα ζώα και όλα τα φυτά και όλα τα πετούμενα. Πρέπει να ντρέπεται ό άνθρωπος και να εκλιπαρεί για συγνώμη από το κάθε πουλί για το ότι αυτός είναι που έφερε τον θάνα το στον κόσμο αυτό, έφερε τον θάνατο και στα πουλιά και στα ζώα και στα φυτά. Τα πάντα φθείρονται και αποθνήσκουν. Μέχρι πότε όμως; Μέχρι την ανά σταση των νεκρών, όταν ο Κύριος θα κρίνει τον κό σμο και, στη θέση της παλαιάς γης, θα δώση καινή γη, όταν όλα θα γίνουν αθάνατα επάνω της. Αυτό είναι κάτι που εμείς δεν μπορούμε μα ούτε και ξέρουμε να το συλλάβουμε, αλλά αυτό είναι η καλή είδηση του Κυρίου και Χριστού μας.
* Ποιό το όφελος από το ότι η Ευρώπη, η Αμερι κή και όλες οι ήπειροι τρέχουν να κατακτήσουν τον κόσμο, το σύμπαν, την Σελήνη, τον Άρη και τ’ αστέρια; Τί θα ωφελήσει τον άνθρωπο αν αποκτήσει τον κόσμο όλο και βλάψει την ψυχή του, αν χάσει την ψυχή του; Από ποιόν θέλετε ώ άνθρωποι να κατακτήσετε την Σελήνη; Από ποιόν να πάρετε τα άστρα; Από τον Κύριο ο Οποίος τα έχει σπείρει σαν αλλά άνθη στην ατέλειωτη απεραντοσύνη; Πόσο ελεεινός είναι ό ευρωπαίος άνθρωπος όταν εκστρατεύει κατά του ουρανού σαν να πρόκειται για τον εχθρό του!
* Κάθε ιερός ναός είναι και ένα κομμάτι του ουρανού επάνω στην γη. Και όταν είσαι μέσα στον ναό, ήδη βρίσκεσαι στον ουρανό. Έτσι, όταν η γη σε συνθλίβει με την κόλασή της, τρέξε στον ναό, μπες μέσα και να, είσαι μέσα στον παράδεισο. Αν οι άνθρωποι σε ενοχλούν με την κακία τους, να προσφεύγεις στον ναό, να γονατίζεις μπροστά στον Θεό και Εκείνος θα σε προσλάβει κάτω από την γλυκιά και παντοδύναμη προστασία Του. Αν πάλι συμβεί να πέσουν επάνω σου ολόκληρες λεγεώνες δαιμόνων, εσύ τρέξε στον ναό, ανάμεσα στους Αγγέλους, επειδή ό ναός είναι πάντοτε γεμάτος από Αγγέλους και οι Άγγελοι του Θεού θα σε προστατεύσουν από όλα τα δαιμόνια του κόσμου αυτοί και τίποτα δεν μπορούν να σου κάμουν.
* Μην λησμονείτε αδελφοί: εμείς οι Χριστιανοί είμαστε ισχυροί διά του Θεού. Ποιος μπορεί τότε να είναι ισχυρότερος από εμάς; Κανείς! Κανείς! Κανείς! Κανείς από τους ανθρώπους μα και από τους δαίμονες! Μα δίχως το Θεό, τί είμαστε εμείς οι άνθρωποι σε αυτό τον κόσμο; Παιχνίδι της αμαρτίας, παιχνίδι του κακού, παιχνίδι στα χέρια του διαβόλου. Ώ αδελφέ, ώ άνθρωπε, με κάθε αμαρτία με την οποία σε καταβάλλει ο διάβολος γελά μαζί σου. Και όταν σε καταβάλλει σε πολλές αμαρτίες, τότε ορμαθός από πολ λά δαιμόνια σιμώνουν γύρω σου από κάθε γωνιά.
* Όταν ο άνθρωπος δεν είναι με τον Θεό, τότε πάντοτε γίνεται παιχνίδι του διαβόλου και ο διάβολος παίζει μαζί του: την μια του γεμίζει την ψυχή με ακάθαρτους λογισμούς, την άλλη του βομβαρδίζει την καρδιά με κακές επιθυμίες, άλλοτε πάλι πυρώνει την γλώσσα του με βρισιές, και άλλοτε τον παρακινεί σε συκοφαντία, σε καταλαλιά, σε κλοπή, σε ασωτία και σε κάθε άλλη κακή πράξη.
* Ξέρετε αδελφοί ποιό είναι το ισχυρότερο όπλο του άνθρωπου στην γη, όπλο ακατανίκητο και πάντα νικηφόρο; Είναι η προσευχή, μάλιστα η προσευχή! Ε πειδή διά της προσευχής ο άνθρωπος παραδίδει στον Θεό όλη την ψυχή και όλη την καρδιά και όλη την ζωή του και ο Θεός γίνεται υπέρμαχος του και ο προστάτης του. Τί μπορούν τότε να του κάμουν οι άνθρωποι και οι δαίμονες; Τίποτε! Τίποτε! Τίποτε! Γι’ αυτό και ό Κύριος μας επιτάσσει στο Ευαγγέλιο Του: «Αδιαλείπτως προσεύχεσθε» (Α’ Θεσ. 5, 17).
* Γιατί τόσο πολύ κακό στον κόσμο στις μέρες μας; Είναι επειδή οι άνθρωποι απέρριψαν το αποτελε σματικότερο όπλο, το νικηφόρο όπλο το οποίο νικά το κάθε κακό με βεβαιότητα και σε όλα τα πεδία των μαχών, νικά την κάθε αμαρτία, τον κάθε δαίμονα και το όπλο αυτό είναι η προσευχή, η προσευχή και η νηστεία. Είναι το αποτελεσματικότερο όπλο επειδή είναι του Θεού, επειδή είναι του Χριστού, είναι το όπλο του μόνου αληθινού Θεού σε όλους τούς κόσμους.
* Γιατί η Ευρώπη περιέπεσε στις μέρες μας σε τόσα δεινά, σε τόσα αδιέξοδα; Είναι επειδή απέρριψε τον Χριστό, απέρριψε το ιερό Του Ευαγγέλιο, απέρρι ψε το ανίκητο όπλο Εκείνου: την προσευχή και την νηστεία. Τα απέρριψε και ζητά να λύσει όλα της τα προβλήματα χωρίς τον Χριστό. Και μάλιστα, όχι μόνο χωρίς τον Χριστό μα και αντίθετα από τον Χριστό. Μα όποιος μάχεται τον Χριστό και Θεό, εκείνος γίνεται σύντροφος των δαιμόνων. Και τί είναι αυτό που απομένει από αυτό τον άνθρωπο μέσα σε ένα τέτοιο πό λεμο; Πτώμα! Μονάχα πτώμα!
* Μέχρι που ό Χριστός δεν φανερώθηκε στον γήινο κόσμο μας με το Ιερό Του Ευαγγέλιο, εμείς οι άν θρωποι δεν γνωρίζαμε μήτε ποιό είναι το καλό μήτε και ποιό το κακό, μήτε τί είναι αλήθεια μήτε και τί είναι ψέμα, ούτε τί είναι δίκαιο μα ούτε και τί είναι άδικο. Και το κυριότερο, δεν γνωρίζαμε ούτε τί σημαίνει καλός άνθρωπος. Μόλις με τον Χριστό τα γνωρίσαμε όλα αυτά: καλό είναι μονάχα αυτό που προέρχεται από τον Κύριο και Χριστό και οδηγεί στον Κύριο. Το ίδιο και με την αλήθεια και με το δίκαιο. Και ποιος είναι ο καλός άνθρωπος; μόνον ο άνθρωπος του Χρι στού είναι καλός, δηλ. με άλλα λόγια, μόνον ό Χριστιανός είναι αληθώς καλός άνθρωπος.
* Δεν υπάρχει τίποτε δυσκολότερο και πιο υπεύθυνο σε αυτό τον γήινο κόσμο από το καθήκον της χριστιανής μητέρας. Επειδή το κύριο καθήκον της είναι να εξασφαλίσει στα τέκνα της την αθανασία και την αιώνια ζωή. Αν τους εξασφαλίσει αυτά, έχει εξασφαλίσει για τον εαυτό της τον παράδεισο στους ουρανούς. Αν δεν το κατορθώσει όμως, η ψυχή της θα κα τρακυλήσει στην κόλαση όπου ο αιώνιος κλαυθμός και βρυγμός των οδόντων.
* Κάθε άνθρωπος είναι ο αιώνιος αδελφός σου, ο αιώνιος συνάδελφός σου. Πρόσεχε λοιπόν πώς του συμπεριφέρεσαι! Πρόσεχε τί σκέφτεσαι περί αυτού! Πρόσεχε τί επιθυμείς γι’ αυτόν! Επειδή στην αιωνιότητα μέλλεις να ζήσεις μαζί με εκείνον. Γι’ αυτό, ας είναι όλα μέσα μας αθάνατα και αιώνια: η αγάπη μας προς τον άνθρωπο, το αγαθό μας, η αλήθεια μας, η δι καιοσύνη μας. Για να μην ντρεπόμαστε στον άλλο κόσμο μήτε για την αγάπη μας μήτε για το καλό μας μήτε για την αλήθεια μας μήτε και για την δικαιοσύνη μας ενώπιον του Κυρίου.
* Αν η σκέψη του ανθρώπου δεν απολήγει στον Θεό, παραμένει λειψή και ατελής. Γι’ αυτό και σταδιακά ξηραίνεται, ώσπου στο τέλος μαραίνεται τε λείως. Όσα ισχύουν για την ανθρώπινη σκέψη ι σχύουν και για το συναίσθημα. Αν δεν γαντζωθεί στο Θεό, τότε και εκείνο εξατμίζεται γοργά, ξεψυχά ώσπου στο τέλος πεθαίνει. Αυτός ό νόμος ισχύει και για ολόκληρο τον άνθρωπο. Αν ή ύπαρξη του δεν καταλήγει στον Θεό, παραμένει λειψή και ατελής. Πεθαίνει σταδιακά μέσα του καθετί το μεγάλο και υψηλό και παραμένει ό,τι ασήμαντο και μηδαμινό.
* Ή αθανασία του ανθρώπου ξεκινά από την σύλληψή του μέσα στην κοιλία της μητέρας του. Και πότε αρχίζει ο παράδεισος και η κόλαση του ανθρώπου; Από την ελεύθερη επιλογή για το θεϊκό αγαθό η για το δαιμονικό κακό, για τον Θεό η για τον διάβολο. Και ο παράδεισος μα και η κόλαση του ανθρώπου αρχίζουν εδώ από την γη για να συνεχιστούν αιώνια στην άλλη ζωή. Τί είναι ο παράδεισος; Είναι η αίσθηση της παρουσίας του Θεού. Άμα ο άνθρωπος αισθάνεται εντός του τον Θεό, είναι ήδη στον παράδεισο, γιατί όπου είναι ο Θεός εκεί είναι και η Βασιλεία του Θεού, εκεί και ο παράδεισος. Από τότε που ο Θεός Λόγος κατέβηκε στην γη και έγινε άνθρωπος, ο παρά δεισος έγινε η αμεσότερη πραγματικότητα για την γη και τον άνθρωπο. Επειδή, όπου είναι ο Χριστός εκεί και ο παράδεισος.
* Κάθε πράγμα σε αυτό τον κόσμο είναι ένα κάδρο στο οποίο ο Θεός έχει κορνιζώσει και από μία σκέψη του. Όλα τα πράγματα μαζί, συναποτελούν το πολύχρωμο μωσαϊκό των σκέψεων του Θεού. Βαδίζο ντας από πράγμα σε πράγμα, διαβαίνουμε από την μια σκέψη του Θεού στην άλλη, από την μια αγιογραφία του Θεού στην επόμενη. Βαδίζοντας από άνθρωπο σε άνθρωπο, προχωρούμε από την μια εικόνα του Θεού στην άλλη. Ενώ ό Θεός στα πράγματα έχει κορνιζώσει τις σκέψεις Του, στον άνθρωπο κορνίζωσε την μορφή Του, την δική Του εικόνα.
«Ότι εν πλήθει σοφίας πλήθος γνώσεως και ό προστιθείς γνώσιν προσθήσει αλγημα» (Έκκλ. 1, 18). Δεν υπάρχει μεγαλύτερο βάσανο από την σκέψη την ίδια. Δεν είναι κόλαση μεγαλύτερη από την σκέψη η οποία είναι πλήρως αποκομμένη από τον Πλάστη και Θεό κάθε σκέψης, τον Κύριο Ιησού Χριστό, τον Θεό Λόγο. Ή ανθρώπινη σκέψη χωρίς τον Κύριο και Χριστό δεν μπορεί να γνωρίσει μήτε τον εαυτό της μήτε και τον κόσμο γύρω της.
* Σοφία είναι το να ζει κανείς με ευαγγελική «ευταξία», με ευαγγελική «ακρίβεια». Αφροσύνη πάλι είναι το να ζει κάποιος διασκεδάζοντας ατάκτως, αναλώνοντας την ψυχή του σε αμαρτίες και πάθη. Σοφός εκείνος πού χτίζει το οικοδόμημα της ψυχής του στην τήρηση των ιερών εντολών του Ευαγγελίου. Άφρων είναι εκείνος πού πράττει το αντίθετο. Γιατί όλα όσα οικοδομούνται επάνω στον Ιησού Χριστό αντέχουν σε όλες τις καταιγίδες και φουρτούνες και στα δεινά των πειρασμών, της αμαρτίας, του θανάτου και του διαβόλου. Ό,τι πάλι οικοδομείται δίχως Χριστό και ερήμην του Χριστού και ενάντια στον Χριστό, εύκολα καταρρέει και συντρίβεται μόλις φανούν οι φουρτούνες των πειρασμών, των αμαρτιών και των παθών, μα κυρίως όταν φανούν ο άνεμος του θανάτου και του δαιμονισμού.
* Για μάς τους Χριστιανούς, τους φωτισμένους και διαφωτισμένους εν Χριστώ, τα πάντα σε αυτό τον κόσμο έχουν νόημα και αξία εφόσον αποτελούν μέσον και οδό προς την αιωνιότητα. Επειδή εμείς, βλέπουμε εκείνο που δεν φαίνεται και ατενίζουμε το αόρατο. Ρυθμίζουμε όλη μας την ζωή μέσα στον χρόνο με βάση εκείνο που είναι αιώνιο, το ανθρώπινο με βά ση το Θεανθρώπινο. Όσο υπάρχει κάτι το αιώνιο μέσα στα όρια του χρονικού, συντηρούμαστε με αυτό. Όταν όμως αυτό εκλείπει, το αναζητούμε πέρα από τον χρόνο, στο Βασίλειο του ατελεύτητου και αορά του. Ατενίζουμε τα πάντα υπό το πρίσμα της αιωνιότητας, δηλ. υπό το πρίσμα του Χριστού, αφού Εκείνος είναι ο αιώνιος Θεός και Κύριος.
* Ό αγώνας μας είναι ενάντια στους εχθρούς της αιωνιότητας και της αθανασίας μας. Αυτοί είναι: οι αμαρτίες μας, τα πάθη μας, οι πόθοι μας, τα πνευματικά της πονηρίας (Έφ. 6, 12). Κάθε αμαρτία κλέβει και λίγη από την αιωνιότητα μας και απονεκρώνει την αθανασία μας. Ας μη γελιόμαστε: η φιλία με την αμαρτία είναι έχθρα με τον Θεό, έχθρα με τον Κύριο και Χρι στό.
* Δίχως την πίστη στον Κύριο και Χριστό, δίχως την αναγέννηση εν Χριστώ τω Κύριω, δίχως την ζωή εν Χριστώ τω Κυρίω ο άνθρωπος είναι και παραμένει εργαστήριο δαιμόνων.
* Πώς μπορεί ο άνθρωπος να αποδείξει πως σήμε ρα είναι του Χριστού ενώ μέχρι χτες δεν ήταν δικός Του; Δίχως αμφιβολία, με καινές σκέψεις στην θέση των παλαιών, με καινά αισθήματα στην θέση των παλαιών, με καινές επιθυμίες στην θέση των παλαιών, με μια λέξη: με καινή ζωή στην θέση της παλαιάς και μάλιστα ζωή ευαγγελική και Θεανθρώπινη.
* Της φιλανθρωπίας του Χριστού ουκ έσται τέλος. Διότι ό Χριστός, για να αποκτήσουμε εμείς οι άνθρωποι την αιώνιο ζωή Του και να ζήσουμε εν Αυτώ, δεν μας ζητά να έχουμε μόρφωση, μήτε δόξα, μήτε πλούτο, μήτε και κάτι, το οποίο κάποιος από εμάς δεν κατέχει, παρά ζητά αυτό που όλοι μας μπορούμε να έ χουμε. Αυτό το κάτι είναι η πίστη.
* Δίχως τον γλυκύτατο Κύριο και Χριστό είναι δίχως νόημα, φοβερός και σύντομος ο επίγειος βίος, πολύ δε περισσότερο η αιωνιότητα που είναι ατελείωτη και απεριόριστη. Όπου υπάρχει ό θάνατος εκεί αληθινή χαρά δεν υπάρχει. Μέσα στην βοή και τον χαλασμό της αμαρτίας, μέσα στην μέθη από την γλυκύτητα της αμαρτίας, οι άνθρωποι αναγορεύουν σε χαρές της ζωής πλείστες ανοησίες και ασήμαντα πράγματα. Γιατί είναι ανόητα και ασήμαντα όλα εκείνα που απομακρύνουν τον άνθρωπο από τον Κύριο και Χριστό, όσα δεν του εξασφαλίζουν την αθανασία και την αγιότητα του Χριστού.
* Δεν υπάρχει μεγαλύτερη φρίκη από την αιωνιότητα δίχως Χριστό. Εγώ θα δεχόμουν με χαρά να ε ίμαι στην Κόλαση μαζί με τον Χριστό (συγχωρήστε μου το παράδοξο) παρά στον Παράδεισο δίχως Χριστό. Γιατί όπου δεν είναι Εκείνος, τα πάντα μεταβάλλονται σε κατάρα, σε πίκρα και σε φρίκη.
* Ή κάθε ευαγγελική αρετή γίνεται στα χέρια του ορθοδόξου χριστιανού πινέλο με το οποίο ζωγραφίζει στην ψυχή του την εικόνα του Χριστού μέχρι να την ολοκληρώσει. Όταν δεις την ψυχή ενός τέτοιου αν θρώπου, βλέπεις την εικόνα του Χριστού και λες μέσα σου: αλήθεια, ο άνθρωπος αυτός τοποθέτησε στο σώμα του την εικόνα του Χριστού, έφτασε το ύψιστο νόημα της ζωής και πλούτισε πλούτο αδαπάνητο.
* Συχνά η εικόνα του Θεού μέσα στον άνθρωπο είναι πλακωμένη από την λάσπη των ηδονών και το κατράμι των παθών, από τα αγκάθια της αμαρτίας και την ήρα των επιθυμιών. Γι’ αυτό λέγεσαι ορθόδοξος χριστιανός, για να καθαρίσεις όλα αυτά πάνω από την εικόνα του Θεού στην ψυχή σου και να λάμψει και πάλι η εικόνα εκείνη με το θεϊκό της κάλλος. Αν το καταφέρεις αυτό, τότε θα αγαπήσεις τον άνθρωπο στην αμαρτία του γιατί ποτέ δεν θα εξισώσεις την αμαρτία με τον αμαρτωλό και το έγκλημα με τον εγκληματία. Πάντα θα ξέρεις να ξεχωρίζεις την αμαρτία από τον αμαρτωλό, να καταδικάζεις την αμαρτία και να σπλαχνίζεσαι τον αμαρτωλό.
* Ή αγιότητα αποτελεί την φυσική κατάσταση για την θεοειδή ανθρώπινη ψυχή και γι’ αυτό η αγιότητά μας θέλημα του Θεού εστί (Α’ Θεσ. 4, 3). Αυτό θέλει από εμάς ο Θεός, αυτό απαιτεί, σε αυτό συνίστα ται όλο το θέλημά Του προς εμάς. Και εμείς ικανοποιούμε το θέλημά Του όταν πράττουμε αυτό που είναι άγιο, αυτό που αγιάζει και φωτίζει.
* Τί είναι οι Πράξεις των Αποστόλων; Είναι οι πράξεις του Χριστού τις όποιες επιτελούν οι Απόστολοι με την δύναμη Εκείνου ή καλύτερα, διά του Χριστού που είναι μέσα τους και ενεργεί δι’ αυτών. Και τί είναι οι Βίοι των Αγίων; Τίποτα περισσότερο από την προέκταση των Πράξεων των Αποστόλων. Μέσα τους έχουμε το ίδιο Ευαγγέλιο, την ίδια βιωτή, την ίδια αλήθεια, την ίδια δικαιοσύνη, την ίδια αγάπη, την ίδια πίστη, την ίδια αιωνιότητα, την ίδια δύναμιν εξ ύψους, τον ίδιο Θεό και τον ίδιο Κύριο. Αυτή η προέκταση των ζωοποιών θείων δυνάμεων στην Εκκλησία του Χριστού διά των αιώνων και από γενεά σε γενεά αποτελεί την ζώσα Ιερά Παράδοση.
* Η διάνοια που ζει και εκφράζεται μέσα από την αμαρτία, το κακό και τον θάνατο είναι κατάρα Θεού. Μεγάλη διάνοια – μεγάλη κατάρα. Με μια διάνοια δίχως καλοσύνη και ευγένεια ο άνθρωπος είναι σωστός διάβολος γιατί ο διάβολος είναι μεγάλη διάνοια δίχως ίχνος καλοσύνης και αγάπης. Άνθρωπος έξυπνος μα δίχως καλοσύνη και συμπόνια είναι κόλαση για την ψυχή και την καρδιά, κόλαση για όλη την ανθρωπότητα.
Κάθε λογισμός και κάθε αίσθηση οδηγούν σταδιακά την ψυχή είτε προς τον παράδεισο είτε προς την κόλαση. Αν ό λογισμός είναι έλλογος, τότε συν δέει τον άνθρωπο με τον Θεό Λόγο, με τον ύψιστο Λογισμό, με την Παναξία, πράγμα που είναι ήδη ο παράδεισος. Εάν πάλι είναι άλογος ο λογισμός ή και παράλογος, τότε συνδέει αναπόφευκτα τον άνθρωπο με τον Παράλογο, τον Ανόητο, με τον διάβολο, πράγμα που είναι ήδη η κόλαση. Όσα ισχύουν για τον λογισμό ισχύουν και για τις αισθήσεις. Όλα αρχίζουν εδώ, από την γη: και ο παράδεισος μα και η κόλαση του ανθρώπου.
Η επιλογή και μετάφραση των κειμένων έγινε αφιλοκερδώς από τον σερβομαθή θεολόγο κ. Γεώργιο Κ., από τα εξής δύο βιβλία:
α) ΣΤΗΝ ΟΔΟ ΤΟΥ ΘΕΑΝΘΡΩΠΟΥ – Βελιγράδι 1980, Ι. Μονή Τσέλιε.
β) ΘΕΟΦΟΡΟΣ ΧΡΙΣΤΟΛΟΓΙΑ – Άγ. Όρος 2007, Ι. Μονή Χελανδαρίου.
Εκδόσεις Ορθόδοξος Κυψέλη Θεσσαλονίκη
ΑΒΒΑ ΙΟΥΣΤΙΝΟΥ ΠΟΠΟΒΙΤΣ (1894-1979)-ΕΚΛΟΓΑΙ ΑΠΟ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ-ΚΕΦΑΛΑΙΑ ΑΣΚΗΤΙΚΑ ΚΑΙ ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ
ΑΠΟ: Ενημέρωση Ι. Μ. Παντοκράτορος
Πηγή: http://dosambr.wordpress.com

Επιλεγμένα κηρύγματα του Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς


 



Του Αββά Ιουστίνου Πόποβιτς
* Οι ασκητές είναι οι μοναδικοί ιεραπόστολοι της Ορθοδοξίας και ο ασκητισμός είναι η μόνη ιεραποστολική σχολή μέσα στην Ορθοδοξία. Η ορθοδοξία είναι άσκηση και ζωή γι’ αυτό και μονάχα διά της ασκήσεως και της ζωής επιτελείται το κήρυγμα και η ιεραποστολή. Ή ανάπτυξη της ασκητικότητας -προσωπικά και καθολικά- αυτή πρέπει να γίνει ή εσωτερική αποστολή της Εκκλησίας μας μέσα στον λαό. Οι ενορίες πρέπει να μεταβληθούν σε ασκητικά κέντρα, αλλά αυτό μπορεί να το επιτύχει μονάχα ένας εφημέριος – ασκητής. Πρέπει να ενισχύσουμε την προσευχή και την νηστεία, να αναπτύξουμε την εκκλησιαστική ευταξία η οποία είναι από τα κύρια μέσα της Ορθοδοξίας με το όποιο εκείνη επιδρά αναγεννητικά στον άνθρωπο. Όλα αυτά όμως απαιτούν ως προϋπόθεση: οι ιερείς και οι μοναχοί μας να γίνουν οι ίδιοι ασκητές.
* Το χειρότερο πράγμα για τους ανθρώπους είναι ό θάνατος: το να γίνω λάσπη, να μεταβληθώ σε σκουλήκια, σε πηλό! Αξίζει τάχα να είναι κανείς άνθρωπος; Γιατί να σε αγαπήσω, Θεέ μου, αφού αύριο θα μεταβληθώ σε σκουλήκια και πηλό; Να, όμως, που ο Κύριος Ιησούς Χριστός σε σώζει από τον θάνατο διά της Αναστάσεώς Του, εξασφαλίζει την αιώνιο ζωή για την ψυχή σου και το σώμα, όταν εκείνο θα αναστηθεί λαμπερό και θα ενωθεί με την ψυχή.
Γι’ αυτό και ο Κύριος Ιησούς έχει το δικαίωμα να αποκαλείται ο Μόνος Φιλάνθρωπος, ο μόνος από κατασκευής κόσμου μέχρι της Φοβεράς Κρίσεως. Μονάχα εκείνος που νίκησε τον θάνατο είναι ο Μόνος Φι λάνθρωπος και όλα τα άλλα είναι απλές φλυαρίες. Και οι κουλτούρες, οι πολιτισμοί, οι επιστήμες και οι τέχνες; – Τί αστεία πράγματα! Μα τί να την κάνω την τεχνολογία και την επιστήμη όταν με μεταβάλουν σε σκουλήκια και λάσπη; Εκείνος είναι ο μόνος φιλάνθρωπος, αυτός που με ελευθερώνει από την αμαρτία, τον θάνατο και τον διάβολο. Γιατί ο διάβολος είναι ο εφευρέτης της αμαρτίας και μαζί μ’ αυτήν και του κακού.
* Αυτό είναι η αγάπη του Χριστού προς τον άνθρωπο: η λύτρωση από τον θάνατο. Λέει η δεύτερη μεγάλη εντολή: «Αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σε αυτόν» (Μτ. 22, 39). Πότε αγαπούμε λοιπόν πραγματικά τον άνθρωπο; Όταν τον λυτρώνουμε από την αμαρτία του, από την κόλαση… αυτή είναι η γνήσια α γάπη προς τον άνθρωπο. Απατά εαυτόν όποιος νομίζει πως αγαπά τον άνθρωπο ενώ εγκρίνει τις αμαρτίες του και αναπαύει τα πάθη του. Τότε αγαπά τον θάνατο του και όχι τον ίδιο. Μονάχα όταν αγαπά κανείς τον άνθρωπο διά του Χριστού -με όλη την ψυχή και την δύναμή του- τότε τον αγαπά αληθινά.
Θα ρωτήσει κάποιος: και η αγάπη των γονέων προς τα τέκνα; Και η αγάπη του συζύγου προς την σύζυγο; Και η αγάπη του ανθρώπου προς την πατρίδα; Δεν είναι και αυτά αγάπη; Τα ονομάζουμε βέβαια όλα αυτά αγάπη άλλα είναι άραγε έτσι; Όλα αυτά δεν έχουν ίχνος αγάπης εάν δεν είναι ο Χριστός η δύναμη εκείνη μέσα από την οποία αγαπάμε. Αν ό πατέρας δεν αγαπά τα τέκνα του με την αγάπη του Χριστού, αν δεν τα παιδαγωγεί στο αγαθό, αν δεν τα οδηγεί στον ί σιο δρόμο, αν δεν τα διδάσκει να σωθούν από την αμαρτία, παρά μονάχα τα χαϊδεύει και τα κολακεύει, τότε τα μισεί και τα φονεύει. Αν πάλι, ό σύζυγος αγαπά την σύζυγο μονάχα σαρκικά, γίνεται ο φονιάς της. Έτσι συμβαίνει με κάθε γήινη, σαρκική αγάπη.
* Ή Δικαιοσύνη και η Αλήθεια του Θεού ενοχλούν τους άνομους, ενοχλούν αυτούς που είναι ανήμποροι από τις αμαρτίες, ενοχλούν όλους όσοι είναι μεθυσμένοι από τα διάφορα πάθη. Μήπως και σήμερα δεν κραυγάζουν οι Χριστομάχοι: σταύρωσον, σταύρωσον αυτόν! Μήπως και σήμερα δεν ζητούν την κεφαλή του Ιησού από την Ναζαρέτ;
* Ω ναι, όταν οι άνθρωποι τρελαθούν από την υπερηφάνεια, όταν αλλοφρονήσουν από την αυταρέσκεια, τότε δεν τους χρειάζεται ό Θεός, δεν χρειάζονται την Δικαιοσύνη Του αφού ανακηρύσσουν τον εαυτό τους για θεό. Προτείνουν την ελάχιστη και ψεύτικη αλήθεια τους ως την μεγάλη, την σωτήρια αλήθεια. Ανακηρύσσουν ακόμα, την ελάχιστη γήινη, δι κή τους ανάπηρη δικαιοσύνη ως την μέγιστη δικαιοσύνη: δεν μας χρειάζεται η Δικαιοσύνη του Χριστού, δεν θέλουμε την Δικαιοσύνη του Θεού.
* Οι άνθρωποι, με τυφλωμένο τον νου και την ψυχή, δεν βλέπουν μα και δε θέλουν να δουν ότι σε τούτο τον κόσμο ο άνθρωπος -ο γνήσιος άνθρωπος- δεν μπορεί να σταθεί δίχως τον Θεό. Γιατί άραγε αυτό; Μα επειδή ό κόσμος αυτός είναι γεμάτος από Ηρώδες, γεμάτος από Φαρισαίους. Οι Ήρώδες ζητούν την κεφαλή Ιωάννου του Βαπτιστού, ζητούν τις κεφαλές όλων των δικαίων της γης. Και οι Φαρισαίοι, οι ψευδείς Γραμματείς και οι ψευδοσοφοί του κόσμου αυτοί απαιτούν τον θάνατο του Θεανθρώπου Χριστού.
* Μπροστά στον θάνατο οι άνθρωποι είναι αδύναμοι σαν τα κουνούπια, σαν τα πετραδάκια. Για ποιο πράγμα καυχάσθε ω άνθρωποι; Για τον πλούτο, την επιστήμη, την φιλοσοφία και την κουλτούρα; Όλα αυ τά είναι σκύβαλα – συ και εγώ δούλοι του θανάτου! Κάθε άνθρωπος είναι δούλος του φόβου, δούλος του θανάτου. Μπορεί να γίνει άνθρωπος σε αυτό τον κόσμο με χαρά; Όχι δεν μπορεί. Ό άνθρωπος που θα αντικρίσει σοβαρά τον εαυτό του και με σοβαρότητα θα κοιτάξει τον θάνατο σαν τον έσχατο σταθμό αυτής της ζωής, αυτός ό άνθρωπος δεν έχει χαρά σε αυτό τον κόσμο, δεν υπάρχει γι’ αυτόν καμιά απόλαυση ε δώ. Όλες οι απολαύσεις είναι ένα ψέμα, εάν ο θάνατος αποτελεί για μένα και για σένα τον τελευταίο σταθμό αυτού του κόσμου.
* Ποιος εισήγαγε τον θάνατο σε αυτό τον κόσμο; Ποιος άλλος από την αμαρτία; στον άνθρωπο ανήκει δυστυχώς, αυτός ό γεμάτος ντροπή ρόλος αυτής της ζωής, της εισαγωγής δηλ. της αμαρτίας και του θανά του και του διαβόλου σε αυτό τον κόσμο. Δεν το έπραξαν αυτό μήτε οι τίγρεις μήτε οι αλεπούδες, το έπραξε ό άνθρωπος. Γι’ αυτό και ό άνθρωπος είναι πλάσμα ντροπιασμένο μπροστά σε όλα τα ζώα και όλα τα φυτά και όλα τα πετούμενα. Πρέπει να ντρέπεται ό άνθρωπος και να εκλιπαρεί για συγνώμη από το κάθε πουλί για το ότι αυτός είναι που έφερε τον θάνα το στον κόσμο αυτό, έφερε τον θάνατο και στα πουλιά και στα ζώα και στα φυτά. Τα πάντα φθείρονται και αποθνήσκουν. Μέχρι πότε όμως; Μέχρι την ανά σταση των νεκρών, όταν ο Κύριος θα κρίνει τον κό σμο και, στη θέση της παλαιάς γης, θα δώση καινή γη, όταν όλα θα γίνουν αθάνατα επάνω της. Αυτό είναι κάτι που εμείς δεν μπορούμε μα ούτε και ξέρουμε να το συλλάβουμε, αλλά αυτό είναι η καλή είδηση του Κυρίου και Χριστού μας.
* Ποιό το όφελος από το ότι η Ευρώπη, η Αμερι κή και όλες οι ήπειροι τρέχουν να κατακτήσουν τον κόσμο, το σύμπαν, την Σελήνη, τον Άρη και τ’ αστέρια; Τί θα ωφελήσει τον άνθρωπο αν αποκτήσει τον κόσμο όλο και βλάψει την ψυχή του, αν χάσει την ψυχή του; Από ποιόν θέλετε ώ άνθρωποι να κατακτήσετε την Σελήνη; Από ποιόν να πάρετε τα άστρα; Από τον Κύριο ο Οποίος τα έχει σπείρει σαν αλλά άνθη στην ατέλειωτη απεραντοσύνη; Πόσο ελεεινός είναι ό ευρωπαίος άνθρωπος όταν εκστρατεύει κατά του ουρανού σαν να πρόκειται για τον εχθρό του!
* Κάθε ιερός ναός είναι και ένα κομμάτι του ουρανού επάνω στην γη. Και όταν είσαι μέσα στον ναό, ήδη βρίσκεσαι στον ουρανό. Έτσι, όταν η γη σε συνθλίβει με την κόλασή της, τρέξε στον ναό, μπες μέσα και να, είσαι μέσα στον παράδεισο. Αν οι άνθρωποι σε ενοχλούν με την κακία τους, να προσφεύγεις στον ναό, να γονατίζεις μπροστά στον Θεό και Εκείνος θα σε προσλάβει κάτω από την γλυκιά και παντοδύναμη προστασία Του. Αν πάλι συμβεί να πέσουν επάνω σου ολόκληρες λεγεώνες δαιμόνων, εσύ τρέξε στον ναό, ανάμεσα στους Αγγέλους, επειδή ό ναός είναι πάντοτε γεμάτος από Αγγέλους και οι Άγγελοι του Θεού θα σε προστατεύσουν από όλα τα δαιμόνια του κόσμου αυτοί και τίποτα δεν μπορούν να σου κάμουν.
* Μην λησμονείτε αδελφοί: εμείς οι Χριστιανοί είμαστε ισχυροί διά του Θεού. Ποιος μπορεί τότε να είναι ισχυρότερος από εμάς; Κανείς! Κανείς! Κανείς! Κανείς από τους ανθρώπους μα και από τους δαίμονες! Μα δίχως το Θεό, τί είμαστε εμείς οι άνθρωποι σε αυτό τον κόσμο; Παιχνίδι της αμαρτίας, παιχνίδι του κακού, παιχνίδι στα χέρια του διαβόλου. Ώ αδελφέ, ώ άνθρωπε, με κάθε αμαρτία με την οποία σε καταβάλλει ο διάβολος γελά μαζί σου. Και όταν σε καταβάλλει σε πολλές αμαρτίες, τότε ορμαθός από πολ λά δαιμόνια σιμώνουν γύρω σου από κάθε γωνιά.
* Όταν ο άνθρωπος δεν είναι με τον Θεό, τότε πάντοτε γίνεται παιχνίδι του διαβόλου και ο διάβολος παίζει μαζί του: την μια του γεμίζει την ψυχή με ακάθαρτους λογισμούς, την άλλη του βομβαρδίζει την καρδιά με κακές επιθυμίες, άλλοτε πάλι πυρώνει την γλώσσα του με βρισιές, και άλλοτε τον παρακινεί σε συκοφαντία, σε καταλαλιά, σε κλοπή, σε ασωτία και σε κάθε άλλη κακή πράξη.
* Ξέρετε αδελφοί ποιό είναι το ισχυρότερο όπλο του άνθρωπου στην γη, όπλο ακατανίκητο και πάντα νικηφόρο; Είναι η προσευχή, μάλιστα η προσευχή! Ε πειδή διά της προσευχής ο άνθρωπος παραδίδει στον Θεό όλη την ψυχή και όλη την καρδιά και όλη την ζωή του και ο Θεός γίνεται υπέρμαχος του και ο προστάτης του. Τί μπορούν τότε να του κάμουν οι άνθρωποι και οι δαίμονες; Τίποτε! Τίποτε! Τίποτε! Γι’ αυτό και ό Κύριος μας επιτάσσει στο Ευαγγέλιο Του: «Αδιαλείπτως προσεύχεσθε» (Α’ Θεσ. 5, 17).
* Γιατί τόσο πολύ κακό στον κόσμο στις μέρες μας; Είναι επειδή οι άνθρωποι απέρριψαν το αποτελε σματικότερο όπλο, το νικηφόρο όπλο το οποίο νικά το κάθε κακό με βεβαιότητα και σε όλα τα πεδία των μαχών, νικά την κάθε αμαρτία, τον κάθε δαίμονα και το όπλο αυτό είναι η προσευχή, η προσευχή και η νηστεία. Είναι το αποτελεσματικότερο όπλο επειδή είναι του Θεού, επειδή είναι του Χριστού, είναι το όπλο του μόνου αληθινού Θεού σε όλους τούς κόσμους.
* Γιατί η Ευρώπη περιέπεσε στις μέρες μας σε τόσα δεινά, σε τόσα αδιέξοδα; Είναι επειδή απέρριψε τον Χριστό, απέρριψε το ιερό Του Ευαγγέλιο, απέρρι ψε το ανίκητο όπλο Εκείνου: την προσευχή και την νηστεία. Τα απέρριψε και ζητά να λύσει όλα της τα προβλήματα χωρίς τον Χριστό. Και μάλιστα, όχι μόνο χωρίς τον Χριστό μα και αντίθετα από τον Χριστό. Μα όποιος μάχεται τον Χριστό και Θεό, εκείνος γίνεται σύντροφος των δαιμόνων. Και τί είναι αυτό που απομένει από αυτό τον άνθρωπο μέσα σε ένα τέτοιο πό λεμο; Πτώμα! Μονάχα πτώμα!
* Μέχρι που ό Χριστός δεν φανερώθηκε στον γήινο κόσμο μας με το Ιερό Του Ευαγγέλιο, εμείς οι άν θρωποι δεν γνωρίζαμε μήτε ποιό είναι το καλό μήτε και ποιό το κακό, μήτε τί είναι αλήθεια μήτε και τί είναι ψέμα, ούτε τί είναι δίκαιο μα ούτε και τί είναι άδικο. Και το κυριότερο, δεν γνωρίζαμε ούτε τί σημαίνει καλός άνθρωπος. Μόλις με τον Χριστό τα γνωρίσαμε όλα αυτά: καλό είναι μονάχα αυτό που προέρχεται από τον Κύριο και Χριστό και οδηγεί στον Κύριο. Το ίδιο και με την αλήθεια και με το δίκαιο. Και ποιος είναι ο καλός άνθρωπος; μόνον ο άνθρωπος του Χρι στού είναι καλός, δηλ. με άλλα λόγια, μόνον ό Χριστιανός είναι αληθώς καλός άνθρωπος.
* Δεν υπάρχει τίποτε δυσκολότερο και πιο υπεύθυνο σε αυτό τον γήινο κόσμο από το καθήκον της χριστιανής μητέρας. Επειδή το κύριο καθήκον της είναι να εξασφαλίσει στα τέκνα της την αθανασία και την αιώνια ζωή. Αν τους εξασφαλίσει αυτά, έχει εξασφαλίσει για τον εαυτό της τον παράδεισο στους ουρανούς. Αν δεν το κατορθώσει όμως, η ψυχή της θα κα τρακυλήσει στην κόλαση όπου ο αιώνιος κλαυθμός και βρυγμός των οδόντων.
* Κάθε άνθρωπος είναι ο αιώνιος αδελφός σου, ο αιώνιος συνάδελφός σου. Πρόσεχε λοιπόν πώς του συμπεριφέρεσαι! Πρόσεχε τί σκέφτεσαι περί αυτού! Πρόσεχε τί επιθυμείς γι’ αυτόν! Επειδή στην αιωνιότητα μέλλεις να ζήσεις μαζί με εκείνον. Γι’ αυτό, ας είναι όλα μέσα μας αθάνατα και αιώνια: η αγάπη μας προς τον άνθρωπο, το αγαθό μας, η αλήθεια μας, η δι καιοσύνη μας. Για να μην ντρεπόμαστε στον άλλο κόσμο μήτε για την αγάπη μας μήτε για το καλό μας μήτε για την αλήθεια μας μήτε και για την δικαιοσύνη μας ενώπιον του Κυρίου.
* Αν η σκέψη του ανθρώπου δεν απολήγει στον Θεό, παραμένει λειψή και ατελής. Γι’ αυτό και σταδιακά ξηραίνεται, ώσπου στο τέλος μαραίνεται τε λείως. Όσα ισχύουν για την ανθρώπινη σκέψη ι σχύουν και για το συναίσθημα. Αν δεν γαντζωθεί στο Θεό, τότε και εκείνο εξατμίζεται γοργά, ξεψυχά ώσπου στο τέλος πεθαίνει. Αυτός ό νόμος ισχύει και για ολόκληρο τον άνθρωπο. Αν ή ύπαρξη του δεν καταλήγει στον Θεό, παραμένει λειψή και ατελής. Πεθαίνει σταδιακά μέσα του καθετί το μεγάλο και υψηλό και παραμένει ό,τι ασήμαντο και μηδαμινό.
* Ή αθανασία του ανθρώπου ξεκινά από την σύλληψή του μέσα στην κοιλία της μητέρας του. Και πότε αρχίζει ο παράδεισος και η κόλαση του ανθρώπου; Από την ελεύθερη επιλογή για το θεϊκό αγαθό η για το δαιμονικό κακό, για τον Θεό η για τον διάβολο. Και ο παράδεισος μα και η κόλαση του ανθρώπου αρχίζουν εδώ από την γη για να συνεχιστούν αιώνια στην άλλη ζωή. Τί είναι ο παράδεισος; Είναι η αίσθηση της παρουσίας του Θεού. Άμα ο άνθρωπος αισθάνεται εντός του τον Θεό, είναι ήδη στον παράδεισο, γιατί όπου είναι ο Θεός εκεί είναι και η Βασιλεία του Θεού, εκεί και ο παράδεισος. Από τότε που ο Θεός Λόγος κατέβηκε στην γη και έγινε άνθρωπος, ο παρά δεισος έγινε η αμεσότερη πραγματικότητα για την γη και τον άνθρωπο. Επειδή, όπου είναι ο Χριστός εκεί και ο παράδεισος.
* Κάθε πράγμα σε αυτό τον κόσμο είναι ένα κάδρο στο οποίο ο Θεός έχει κορνιζώσει και από μία σκέψη του. Όλα τα πράγματα μαζί, συναποτελούν το πολύχρωμο μωσαϊκό των σκέψεων του Θεού. Βαδίζο ντας από πράγμα σε πράγμα, διαβαίνουμε από την μια σκέψη του Θεού στην άλλη, από την μια αγιογραφία του Θεού στην επόμενη. Βαδίζοντας από άνθρωπο σε άνθρωπο, προχωρούμε από την μια εικόνα του Θεού στην άλλη. Ενώ ό Θεός στα πράγματα έχει κορνιζώσει τις σκέψεις Του, στον άνθρωπο κορνίζωσε την μορφή Του, την δική Του εικόνα.
«Ότι εν πλήθει σοφίας πλήθος γνώσεως και ό προστιθείς γνώσιν προσθήσει αλγημα» (Έκκλ. 1, 18). Δεν υπάρχει μεγαλύτερο βάσανο από την σκέψη την ίδια. Δεν είναι κόλαση μεγαλύτερη από την σκέψη η οποία είναι πλήρως αποκομμένη από τον Πλάστη και Θεό κάθε σκέψης, τον Κύριο Ιησού Χριστό, τον Θεό Λόγο. Ή ανθρώπινη σκέψη χωρίς τον Κύριο και Χριστό δεν μπορεί να γνωρίσει μήτε τον εαυτό της μήτε και τον κόσμο γύρω της.
* Σοφία είναι το να ζει κανείς με ευαγγελική «ευταξία», με ευαγγελική «ακρίβεια». Αφροσύνη πάλι είναι το να ζει κάποιος διασκεδάζοντας ατάκτως, αναλώνοντας την ψυχή του σε αμαρτίες και πάθη. Σοφός εκείνος πού χτίζει το οικοδόμημα της ψυχής του στην τήρηση των ιερών εντολών του Ευαγγελίου. Άφρων είναι εκείνος πού πράττει το αντίθετο. Γιατί όλα όσα οικοδομούνται επάνω στον Ιησού Χριστό αντέχουν σε όλες τις καταιγίδες και φουρτούνες και στα δεινά των πειρασμών, της αμαρτίας, του θανάτου και του διαβόλου. Ό,τι πάλι οικοδομείται δίχως Χριστό και ερήμην του Χριστού και ενάντια στον Χριστό, εύκολα καταρρέει και συντρίβεται μόλις φανούν οι φουρτούνες των πειρασμών, των αμαρτιών και των παθών, μα κυρίως όταν φανούν ο άνεμος του θανάτου και του δαιμονισμού.
* Για μάς τους Χριστιανούς, τους φωτισμένους και διαφωτισμένους εν Χριστώ, τα πάντα σε αυτό τον κόσμο έχουν νόημα και αξία εφόσον αποτελούν μέσον και οδό προς την αιωνιότητα. Επειδή εμείς, βλέπουμε εκείνο που δεν φαίνεται και ατενίζουμε το αόρατο. Ρυθμίζουμε όλη μας την ζωή μέσα στον χρόνο με βάση εκείνο που είναι αιώνιο, το ανθρώπινο με βά ση το Θεανθρώπινο. Όσο υπάρχει κάτι το αιώνιο μέσα στα όρια του χρονικού, συντηρούμαστε με αυτό. Όταν όμως αυτό εκλείπει, το αναζητούμε πέρα από τον χρόνο, στο Βασίλειο του ατελεύτητου και αορά του. Ατενίζουμε τα πάντα υπό το πρίσμα της αιωνιότητας, δηλ. υπό το πρίσμα του Χριστού, αφού Εκείνος είναι ο αιώνιος Θεός και Κύριος.
* Ό αγώνας μας είναι ενάντια στους εχθρούς της αιωνιότητας και της αθανασίας μας. Αυτοί είναι: οι αμαρτίες μας, τα πάθη μας, οι πόθοι μας, τα πνευματικά της πονηρίας (Έφ. 6, 12). Κάθε αμαρτία κλέβει και λίγη από την αιωνιότητα μας και απονεκρώνει την αθανασία μας. Ας μη γελιόμαστε: η φιλία με την αμαρτία είναι έχθρα με τον Θεό, έχθρα με τον Κύριο και Χρι στό.
* Δίχως την πίστη στον Κύριο και Χριστό, δίχως την αναγέννηση εν Χριστώ τω Κύριω, δίχως την ζωή εν Χριστώ τω Κυρίω ο άνθρωπος είναι και παραμένει εργαστήριο δαιμόνων.
* Πώς μπορεί ο άνθρωπος να αποδείξει πως σήμε ρα είναι του Χριστού ενώ μέχρι χτες δεν ήταν δικός Του; Δίχως αμφιβολία, με καινές σκέψεις στην θέση των παλαιών, με καινά αισθήματα στην θέση των παλαιών, με καινές επιθυμίες στην θέση των παλαιών, με μια λέξη: με καινή ζωή στην θέση της παλαιάς και μάλιστα ζωή ευαγγελική και Θεανθρώπινη.
* Της φιλανθρωπίας του Χριστού ουκ έσται τέλος. Διότι ό Χριστός, για να αποκτήσουμε εμείς οι άνθρωποι την αιώνιο ζωή Του και να ζήσουμε εν Αυτώ, δεν μας ζητά να έχουμε μόρφωση, μήτε δόξα, μήτε πλούτο, μήτε και κάτι, το οποίο κάποιος από εμάς δεν κατέχει, παρά ζητά αυτό που όλοι μας μπορούμε να έ χουμε. Αυτό το κάτι είναι η πίστη.
* Δίχως τον γλυκύτατο Κύριο και Χριστό είναι δίχως νόημα, φοβερός και σύντομος ο επίγειος βίος, πολύ δε περισσότερο η αιωνιότητα που είναι ατελείωτη και απεριόριστη. Όπου υπάρχει ό θάνατος εκεί αληθινή χαρά δεν υπάρχει. Μέσα στην βοή και τον χαλασμό της αμαρτίας, μέσα στην μέθη από την γλυκύτητα της αμαρτίας, οι άνθρωποι αναγορεύουν σε χαρές της ζωής πλείστες ανοησίες και ασήμαντα πράγματα. Γιατί είναι ανόητα και ασήμαντα όλα εκείνα που απομακρύνουν τον άνθρωπο από τον Κύριο και Χριστό, όσα δεν του εξασφαλίζουν την αθανασία και την αγιότητα του Χριστού.
* Δεν υπάρχει μεγαλύτερη φρίκη από την αιωνιότητα δίχως Χριστό. Εγώ θα δεχόμουν με χαρά να ε ίμαι στην Κόλαση μαζί με τον Χριστό (συγχωρήστε μου το παράδοξο) παρά στον Παράδεισο δίχως Χριστό. Γιατί όπου δεν είναι Εκείνος, τα πάντα μεταβάλλονται σε κατάρα, σε πίκρα και σε φρίκη.
* Ή κάθε ευαγγελική αρετή γίνεται στα χέρια του ορθοδόξου χριστιανού πινέλο με το οποίο ζωγραφίζει στην ψυχή του την εικόνα του Χριστού μέχρι να την ολοκληρώσει. Όταν δεις την ψυχή ενός τέτοιου αν θρώπου, βλέπεις την εικόνα του Χριστού και λες μέσα σου: αλήθεια, ο άνθρωπος αυτός τοποθέτησε στο σώμα του την εικόνα του Χριστού, έφτασε το ύψιστο νόημα της ζωής και πλούτισε πλούτο αδαπάνητο.
* Συχνά η εικόνα του Θεού μέσα στον άνθρωπο είναι πλακωμένη από την λάσπη των ηδονών και το κατράμι των παθών, από τα αγκάθια της αμαρτίας και την ήρα των επιθυμιών. Γι’ αυτό λέγεσαι ορθόδοξος χριστιανός, για να καθαρίσεις όλα αυτά πάνω από την εικόνα του Θεού στην ψυχή σου και να λάμψει και πάλι η εικόνα εκείνη με το θεϊκό της κάλλος. Αν το καταφέρεις αυτό, τότε θα αγαπήσεις τον άνθρωπο στην αμαρτία του γιατί ποτέ δεν θα εξισώσεις την αμαρτία με τον αμαρτωλό και το έγκλημα με τον εγκληματία. Πάντα θα ξέρεις να ξεχωρίζεις την αμαρτία από τον αμαρτωλό, να καταδικάζεις την αμαρτία και να σπλαχνίζεσαι τον αμαρτωλό.
* Ή αγιότητα αποτελεί την φυσική κατάσταση για την θεοειδή ανθρώπινη ψυχή και γι’ αυτό η αγιότητά μας θέλημα του Θεού εστί (Α’ Θεσ. 4, 3). Αυτό θέλει από εμάς ο Θεός, αυτό απαιτεί, σε αυτό συνίστα ται όλο το θέλημά Του προς εμάς. Και εμείς ικανοποιούμε το θέλημά Του όταν πράττουμε αυτό που είναι άγιο, αυτό που αγιάζει και φωτίζει.
* Τί είναι οι Πράξεις των Αποστόλων; Είναι οι πράξεις του Χριστού τις όποιες επιτελούν οι Απόστολοι με την δύναμη Εκείνου ή καλύτερα, διά του Χριστού που είναι μέσα τους και ενεργεί δι’ αυτών. Και τί είναι οι Βίοι των Αγίων; Τίποτα περισσότερο από την προέκταση των Πράξεων των Αποστόλων. Μέσα τους έχουμε το ίδιο Ευαγγέλιο, την ίδια βιωτή, την ίδια αλήθεια, την ίδια δικαιοσύνη, την ίδια αγάπη, την ίδια πίστη, την ίδια αιωνιότητα, την ίδια δύναμιν εξ ύψους, τον ίδιο Θεό και τον ίδιο Κύριο. Αυτή η προέκταση των ζωοποιών θείων δυνάμεων στην Εκκλησία του Χριστού διά των αιώνων και από γενεά σε γενεά αποτελεί την ζώσα Ιερά Παράδοση.
* Η διάνοια που ζει και εκφράζεται μέσα από την αμαρτία, το κακό και τον θάνατο είναι κατάρα Θεού. Μεγάλη διάνοια – μεγάλη κατάρα. Με μια διάνοια δίχως καλοσύνη και ευγένεια ο άνθρωπος είναι σωστός διάβολος γιατί ο διάβολος είναι μεγάλη διάνοια δίχως ίχνος καλοσύνης και αγάπης. Άνθρωπος έξυπνος μα δίχως καλοσύνη και συμπόνια είναι κόλαση για την ψυχή και την καρδιά, κόλαση για όλη την ανθρωπότητα.
Κάθε λογισμός και κάθε αίσθηση οδηγούν σταδιακά την ψυχή είτε προς τον παράδεισο είτε προς την κόλαση. Αν ό λογισμός είναι έλλογος, τότε συν δέει τον άνθρωπο με τον Θεό Λόγο, με τον ύψιστο Λογισμό, με την Παναξία, πράγμα που είναι ήδη ο παράδεισος. Εάν πάλι είναι άλογος ο λογισμός ή και παράλογος, τότε συνδέει αναπόφευκτα τον άνθρωπο με τον Παράλογο, τον Ανόητο, με τον διάβολο, πράγμα που είναι ήδη η κόλαση. Όσα ισχύουν για τον λογισμό ισχύουν και για τις αισθήσεις. Όλα αρχίζουν εδώ, από την γη: και ο παράδεισος μα και η κόλαση του ανθρώπου.
Η επιλογή και μετάφραση των κειμένων έγινε αφιλοκερδώς από τον σερβομαθή θεολόγο κ. Γεώργιο Κ., από τα εξής δύο βιβλία:
α) ΣΤΗΝ ΟΔΟ ΤΟΥ ΘΕΑΝΘΡΩΠΟΥ – Βελιγράδι 1980, Ι. Μονή Τσέλιε.
β) ΘΕΟΦΟΡΟΣ ΧΡΙΣΤΟΛΟΓΙΑ – Άγ. Όρος 2007, Ι. Μονή Χελανδαρίου.
Εκδόσεις Ορθόδοξος Κυψέλη Θεσσαλονίκη
ΑΒΒΑ ΙΟΥΣΤΙΝΟΥ ΠΟΠΟΒΙΤΣ (1894-1979)-ΕΚΛΟΓΑΙ ΑΠΟ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ-ΚΕΦΑΛΑΙΑ ΑΣΚΗΤΙΚΑ ΚΑΙ ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ
ΑΠΟ: Ενημέρωση Ι. Μ. Παντοκράτορος

Πραγματικά είμαστε «σεσωσμένοι διά της Χάριτος». (Αγ. Ιουστίνου Πόποβιτς)




Μόνο η παμμεγίστη αγάπη του Θεού είναι η αιτία της «διαβιώσεως» μας με τον Χριστό, της αναστάσεώς μας «εκ των νεκρών» με τον Χριστό, της αναλήψεώς μας στον ουρανό με τον Χριστό, της βιώσεώς μας «εν Χρι¬στώ», της υψώσεώς μας με τον Χριστό υπεράνω όλων των Χερουβείμ και των Σεραφείμ. Εδώ καθαρά φαίνεται ότι δεν υπάρχει καμιά δική μας αξία. Πραγματικά είμαστε «σεσωσμένοι διά της Χάριτος».
Νεκροί εμείς στις αμαρτίες (και από τις αμαρτίες), ποτέ δεν θα μπορούσαμε μόνοι μας ούτε να αναζωογονηθούμε, ούτε να αναστηθούμε, ούτε να υψωθούμε στον ουρανό, ούτε να γίνουμε αιώνιοι και να ζήσουμε αιώνια στην παν-χερουβική Θεϊκή δόξα. Όλο αυτό είναι έργο της απεριόριστης, της χωρίς σύνορα αγάπης του Θεού, απέναντι σε μας «εν Χριστώ Ιησού», είναι έργο της άπειρης, της χωρίς όρια φιλανθρωπίας του Θεού. Ο Θεοφόρος Απόστολος «καταδεικνύει» ότι η σωτηρία μας βρίσκεται στην Χριστοποίησή μας και την εν-Χριστοποίησή μας δηλαδή στην ανάστασή μας από τους αμαρτωλούς θανάτους, με τη δύναμη του «αναστάντος» και «αναληφθέντος» Κυρίου Ιησού Χριστού. Η σωτηρία δεν είναι τίποτε άλλο από τη ζωή στον Σωτήρα, δεν είναι τίποτε άλλο από τη ζωή με το Σωτήρα. Αυτό είναι το επίτευγμα, στο οποίο ο άνθρωπος, όλη τη ζωή του Σωτήρα «εν Αγίω πνεύματι» τη βιώνει σαν δική του ζωή, διαμέσου των ιερών μυστηρίων και των αγίων αρετών, όλη του τη ζωή τη ζει «εν Χριστώ» από την ψυχική γέννηση μέχρι την ανάληψή του στον ουρανό (με τον Χριστό). Εδώ ο άνθρωπος «μονίμως και διαρκώς» ζει στον και με τον αναστημένο και αναληφθέντα Σωτήρα, γιατί η πατρίδα μας, η πολιτεία μας, το πολίτευμά μας είναι στους ουρανούς (Φιλ. 3,20) και αν ακόμη ζούμε μεταξύ των ανθρώπων η ζωή μας είναι κρυμμένη μαζί με τον Χριστό «εν τω Θεώ» (Κολ. 3,3) και εμείς σκεπτόμαστε αυτά που είναι ψηλά στον ουρανό και όχι αυτά που είναι χαμηλά δηλ. στην γη (Κολ. 3,2). Εμείς είμαστε χριστιανοί, επειδή είμαστε του Χριστού. Γιατί εμείς, είμαστε ένα με τον Χριστό «ως προς» το θάνατο, την ανάσταση και τη ζωή Του (Ρωμ. 6, 4-14). Έτσι, κάθε Χριστιανός βιώνει σε μικρογραφία το Θεανθρώπινο πλήρωμα, την Θεανθρώπινη παν-ενότητα, που ο Κύριος Ιησούς Χριστός πραγματοποίησε στο σώμα Του, δηλαδή στην εκκλησία Του. Και αυτός (ο χριστιανός) γίνεται εκκλησία «εν σμικρώ». Γιατί η σωτηρία δεν είναι τίποτε άλλο από την εκκλησιοποί¬ηση και εν-εκκλησιοποίηση και αυτό σημαίνει αδιάκοπη εν-διαβίωση στο Θεανθρώπινο σώμα της εκκλησίας, διά ¬μέσου των Θείων μυστηρίων και των αγίων αρετών.
«Είδες, λέει ο Ιερός Χρυσόστομος, το άπειρο μέγεθος της δυνάμεώς Του σε μας που πιστεύουμε; Τους νεκρούς, τους υιούς της οργής, τους ζωοποίησε. Είδες πόσο μεγάλη είναι η ελπίδα της κλήσεως (προσκλήσεως); «και μας ανέστησε μαζί και μας εκάθισε μαζί» (Εφ. 2,6). Είδες τον πλούτο της ένδοξης κληρονομιάς του; Το ότι μας «ανέστησε μαζί», είναι γνωστό· αλλά το «μας εκάθισε μαζί εις τα επουράνια εν Χριστώ Ιησού», πώς είναι βέβαιο; Όπως και το «μας ανέστησε μαζί». Διότι κανείς δεν αναστήθηκε ποτέ, παρά μόνον αφού αναστήθηκε η κεφαλή, αναστηθή¬καμε και εμείς… Λοιπόν, έτσι και εκάθισε μαζί. Όταν κάθεται η κεφαλή, κάθεται και το σώμα. Γι’ αυτό, λοιπόν, πρόσθεσε «μαζί με τον Χριστό». Ή, εάν όχι γι’ αυτό, τότε μας ανέστησε μαζί του με το λουτρό (του βαπτίσματος). Πώς λοιπόν μας εκάθισε μαζί Του; «Εάν υπομένουμε», λέγει, «θα βασιλεύσουμε επίσης μαζί του· εάν έχουμε αποθάνει μαζί του, θα ζήσουμε επίσης μαζί Του» (Β’ Τιμ. 2,12). (Ιερού Χρυσοστόμου Λόγος Δ΄ προς Εφεσίους).
(Αγ. Ιουστίνου Πόποβιτς, «Προς Εφεσίους Επιστολή Απ. Παύλου», εκδ. Βασ. Ρηγόπουλου, Θεσ/νίκη, σ.82-84)
¬

ΧΡΙΣΤΟΣ ΚΑΙ ΕΥΡΩΠΗ . Ένας δραματικός διάλογος.( Αγίου Νικολάου Επίσκοπου Αχρίδος και Ζίτσης (1956)Διά τού Αρχιμανδρίτου Ιουστίνου Πόποβιτς (1979)


                             
              O Aρχοντογιγαντας συγχρονος μας 
              
               Αγιωτατος Ιουστινος Ποποβιτς
Ο Χριστός ρωτά με λύπη:
Πώς μπορείτε εσείς οι άνθρωποι να ζείτε μόνο με τα ιμπεριαλιστικά, υλικά συμφέροντα, δηλαδή με την ζωώδη μονό επιθυμία για την σωματική τροφή;
Εγώ ήθελα να σας κάμω Θεούς και υιούς Θεού και σεις φεύγετε και επιδιώκετε να εξισωθείτε με τα υποζύγια.
Σ’ αυτό απαντά ή Ευρώπη:
Εσύ είσαι καθυστερημένος.
Στην θέση του Ευαγγελίου σου βρήκαμε την βιολογία και την ζωολογία.
Τώρα γνωρίζουμε ότι δεν είμαστε δικοί σου απόγονοι και του ουρανίου πατέρα σου, αλλά απόγονοι των ουραγκοτάγκων και των γοριλών, δηλαδή του πιθήκου.
Εμείς τώρα τελειοποιούμαστε για να γίνουμε θεοί.
Γιατί δεν παραδεχόμαστε άλλους θεούς εκτός από εμάς.
Σ’ αυτό ο Χριστός λέγει:
Εσείς είσθε περισσότερο σκληροτράχηλοι από τους αρχαίους Εβραίους.
Εγώ σας σήκωσα από το σκοτάδι της βαρβαρότητας στο ουράνιο φως και σεις πηγαίνετε πάλι πίσω στο σκοτάδι, όπως το βουβάλι στή λάσπη.
Εγώ έχυσα το αίμα μου για χάρη σας.
Εγώ σας έδειξα την αγάπη μου, όταν όλοι οι Άγγελοι μου απέστρεφαν τα πρόσωπα τους μη μπορώντας να υποφέρουν την δυσωδία σας, δυσωδία του Άδη.
Όταν λοιπόν εσείς ήσασταν σκοτάδι και δυσωδία, ήμουν ό μόνος πού στάθηκα να σας καθαρίσω και να σας φωτίσω.
Να μην είσθε λοιπόν τώρα άπιστοι, γιατί θα επιστρέψετε πάλι σ’ εκείνον τον ανυπόφορο ζόφο και τη δυσωδία.
Σ’ αυτό ή Ευρώπη φωνάζει περιπαικτικά:
Φύγε από μας. Δεν σε αναγνωρίζουμε.
Εμείς ακολουθούμε την ελληνική φιλοσοφία και τον ευρωπαϊκό πολιτισμό και την κουλτούρα, θέλουμε ελευθερία.
Εμείς έχουμε τα πανεπιστήμια.
Ή επιστήμη είναι το οδηγητικό μας αστέρι.
Το σύνθημα μας ειναι: ελευθερία, αδελφοσύνη, ισότητα.
Ο νους μας είναι ό θεός των θεών.
Εσύ είσαι Ασιάτης.
Εμείς σε αρνούμαστε.
Εσύ είσαι μονό ένας παλαιός μύθος των γιαγιάδων και των παππούδων μας.
Τότε ο Χριστός με δάκρυα στα ματιά Του λέγει: Ιδού εγώ φεύγω, αλλά εσείς θα δείτε.
Αφήσατε την οδό του Θεού και ακολουθήσατε την σατανική οδό.
Ή ευλογία και ή ευτυχία αφαιρέθηκαν από σας.
Στο χέρι μου βρίσκεται η ζωή σας, γιατί εγώ σταυρώθηκα για σας.
Παρά ταύτα δεν θα σας τιμωρήσω εγώ, αλλά οι αμαρτίες σας και ή αποστασία σας από έμενα τον Σωτήρα σας.
Εγώ φανέρωσα την αγάπη του Πατέρα μου προς όλους τους ανθρώπους και ήθελα με αγάπη να σας σώσω όλους.
(Από το βιβλίο του π. Ιουστίνου Πόποβιτς
«Η ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ Ο ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ», σελ. 250-252)

Σάββατο 3 Οκτωβρίου 2015

Ησαΐας ο Αναχωρητής

 



Φ Ι Λ Ο Κ Α Λ Ι Α  Τ Ω Ν  Ι Ε Ρ Ω Ν  Ν Η Π Τ Ι Κ Ω Ν 
ΤΟΜΟΣ Α'

ΑΓΙΟΣ ΗΣΑΪΑΣ Ο ΑΝΑΧΩΡΗΤΗΣ



     Σύντομη βιογραφία

Ο όσιος πατέρας μας Ησαΐας ο Αναχωρητής έζησε γύρω στο 370 μ.Χ. Ήταν σύγχρονος τον αββά Μακαρίου τον Μεγάλου. Μελετώντας νύχτα και ημέρα τις θειες Γραφές, άντλησε από τις σωτήριες πηγές τους πλούσιο το νερό της πνευματικής σοφίας και έγραψε πολλούς και πάρα πολύ καλούς λόγους πάνω σε διάφορα ψυχωφελή θέματα, ώστε ν' αποτελούν ολόκληρο βιβλίο. Από αυτούς παραθέτομε εδώ αυτόν τον μικρό λόγο, για χάρη εκείνων που επιθυμούν να προσέχουν και να φυλάγουν το νου τους. Ο λόγος αυτός διδάσκει με συντομία πως να αποκρούομε τις προσβολές των πονηρών λογισμών για να μη μας κατηγορεί η συνείδηση, πως να μελετούμε τα Θεία και πως να διατηρούμε καθαρά τα τρία μέρη της ψυχής με κάθε αταραξία και επιτηδειότητα.

     Εισαγωγικά σχόλια
     Ασκητής της εποχής του πρωτογενούς μοναχισμού της Αιγύπτου, ο όσιος Ησαΐας ο Αναχωρητής, μεταξύ των άλλων έργων του παρήγαγε και τα είκοσι επτά κεφάλαια, τα οποία οι εκδότες της Φιλοκαλίας, ως ωφελιμότατα, ενσωμάτωσαν σ' αυτήν.
Πρόκειται για μια δέσμη πνευματικών και ασκητικών εμπειριών ενός μεγάλου ησυχαστή, που η αξία τους αυξάνεται από το γεγονός της πρωτοτυπίας τους, αφού αποτελούν άνθη του πρώιμου μοναχισμού και έχουν γραφεί χωρίς τη βοήθεια της ανύπαρκτης ακόμη ησυχαστικής παραδόσεως.
Βέβαια, του οσίου Ησαΐα προηγήθηκαν ελάχιστα μεν, πλην μεγάλα αναστήματα της Ερήμου, που, ως ταπεινός, επωφελήθηκε της πείρας τους και διασταύρωσε την πνευματική του γνώση. Αλλά ο ίδιος συνεισέφερε το μεγαλύτερο μέρος από την προσωπική του εμπειρία, κατά τους πολέμους με τον διάβολο και τα πάθη, αλλά και από τη μελέτη των Γραφών, όπως προκύπτει από όλο το έργο του και τα κεφάλαια «περί τηρήσεως του νοός», με τις συχνές αναφορές στις ιερές Γραφές.

Το απόσπασμα αυτό απευθύνεται σε μοναχούς, κυρίως ησυχαστές, αλλά είναι ωφελιμότατο και για τους λαϊκούς χριστιανούς, αφού και τα ψεκτά πάθη είναι κοινά, κοινή η ανθρωπολογική σύνθεση, κοινή η πίστη, κοινή η χάρη και κοινοί οι πόλεμοι από τον κόσμο, τον διάβολο και τα πάθη.
Στα είκοσι επτά κεφάλαια γίνεται αισθητή η προσωπική εμπειρία του Οσίου, που αποτελεί και το βασικό κριτήριο της διδασκαλίας του, σε συνδυασμό με τις Γραφικές μαρτυρίες. Εξαίρει, σαν παράγοντα αντιστάσεως στις προκλήσεις των παθών και στις προσβολές των δαιμόνων, τον θυμό. Δηλαδή την εξέγερση του θυμοειδούς μέρους της ψυχής, προκειμένου να κινηθεί η ψυχή με ανδρεία κατά της επιτιθεμένης αμαρτίας. Και είναι γνωστό, απ' όλη την ασκητική γραμματεία, ότι ο κυρίως σκοπός του θυμοειδούς είναι η ρωμαλέα αντίσταση και η ορμητική επίθεση μόνο κατά της αμαρτίας.
Στη συνέχεια αποκαλύπτει τις μεθοδικές άπατες των δαιμόνων, τις οποίες η ψυχή πρέπει να αντιμετωπίζει με την προσοχή, τις ασκητικές πράξεις και την προσευχή. Κι αυτά όλα είναι όσα οφείλονται να γίνουν από την ανθρώπινη πλευρά. Τη νίκη όμως μόνον ο Κύριος θα δώσει στην ταπεινή ψυχή, την οποία συνεχώς βοηθεί, υπό τον όρο ότι διαμένει στην ταπείνωση και την αυτομεμψία της.
Βέβαια, είναι αυτονόητο, ότι ο όσιος Ησαΐας θέλει τους μοναχούς και τους λαϊκούς σε συνεχή κατάσταση εγρηγόρσεως, αφού η σύσταση του Κυρίου: «Γρηγορείτε», επαναλαμβάνεται συχνά και από τον Ίδιο και τους Αποστόλους. Εννοείται, ότι η εγρήγορση είναι απαραίτητη όσο η ψυχή είναι ασθενής και ενεργείται από τα πάθη. Όταν όμως, με τη χάρη του Θεού, νικήσει τα πάθη και φθάσει στην μακάρια απάθεια, δια της ενοποιήσεως ψυχής, σώματος και πνεύματος, τότε η «απάθεια απολέμητός έστιν». Πρόκειται για την ίδια άποψη που διατυπώνει ο αββάς Ισαάκ, για την ειρήνη «της εν σοι τριάδος», και ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς που λέγει• «Όταν το ενιαίον της ψυχής γένηται τρισσόν μένον ενιαίον...». Αλλά του τελευταίου η άποψη είναι κάπως διαφορετική, αφού «τρισσόν» εννοεί την ουσία του νου, την ενέργειά του και την βούληση. Πάντως πρόκειται περί κοινών εμπειριών με διαφορετική διατύπωση.
Ολόκληρο το κείμενο του οσίου Ησαΐα αποτελεί μια ασκητική υποτύπωση με προσωπική γεύση της διδασκαλίας, η οποία, μαζί με τα άλλα έργα του, τον ανέδειξε σ' ένα σημαντικό Γέροντα του αρχαίου μοναχισμού, που επηρέασε αποφασιστικά τη διαμόρφωση της ασκητικής και ησυχαστικής παραδόσεως. Με τα κεφάλαια του αρχαίου αυτού αγωνιστή των Ερήμων, βεβαιώνεται ότι η «νόμιμη άθληση» οδηγεί στις κοινές, όσο και ιδιότυπες, σαν προσωπικές, εμπειρίες και έτσι πραγματοποιείται η ακαταμάχητη «συμφωνία των Πατέρων», που αποτελεί το ύψιστο κριτήριο αλήθειας και την οποία απεργάζεται το ένα και ενοποιό Άγιο Πνεύμα.

Η οργή είναι φυσική ιδιότητα του νου. Και χωρίς οργή ούτε στην καθαρότητα φτάνει ο άνθρωπος, αν δεν οργιστεί εναντίον όλων των πονηρών λογισμών που σπέρνει μέσα του ο διάβολος. Και όταν τον βρήκε ο Ιώβ, έβρισε τους εχθρούς του μ' αυτά τα λόγια: «Άτιμοι και εξαχρειωμένοι, που δεν έχετε κανένα καλό πάνω σας, που δεν σας θεωρώ ούτε σαν τους σκύλους των ποιμνίων μου»1. Εκείνος που θέλει να φτάσει στη φυσική οργή (δηλ. σ' εκείνη που στρέφεται εναντίον του διαβόλου και των παθών), κόβει όλα τα θελήματα του μέχρις ότου φτάσει στην κατάσταση του νου του, όπως τη δημιούργησε ο Θεός.
2. Αν αντιστέκεσαι στην καταδρομή του διαβόλου και δεις ότι εξασθένησε και υποχωρεί, μη χαρείς, γιατί η κακία των πονηρών πνευμάτων δεν εξαντλήθηκε ακόμη, αλλά ακολουθεί πίσω από αυτά. Ετοιμάζουν πόλεμο χειρότερο από τον πρώτο, τον έχουν αφήσει πίσω από την πόλη και του έδωσαν εντολή να μη κινηθεί. Και αν αντισταθείς σ' αυτούς, φεύγουν νικημένοι. Αν όμως υπερηφανευτείς ότι τους έδιωξες και αφήσεις αφύλαχτη την πόλη, τότε άλλοι έρχονται από πίσω και άλλοι στέκονται εμπρός, και η ταλαίπωρη ψυχή ανάμεσα τους δε βρίσκει καταφύγιο πουθενά. Πόλη είναι η προσευχή. Αντίσταση είναι η αντίκρουση των πονηρών λογισμών στο όνομα του Ιησού Χριστού. Βάση είναι ο θυμός.
3. Λοιπόν, αγαπητοί, ας σταθούμε με φόβο Θεού και ας φυλάγομε την άσκηση των αρετών και ας μη βάζομε εμπόδιο στη συνείδηση μας• ας προσέχομε τον εαυτό μας με φόβο Θεού, μέχρις ότου η συνείδησή μας ελευθερωθεί και μαζί της κι εμείς και πραγματοποιηθεί ένωση ανάμεσα σ' αυτήν και σ' εμάς. Και τότε η συνείδηση γίνεται φύλακας μας και μας δείχνει που σφάλλομε. Αν όμως δεν υπακούσομε σ' αυτήν, θα φύγει από μας και θα μας εγκαταλείψει και τότε πέφτομε στα χέρια των εχθρών και δεν μας αφήνουν πλέον. Όπως μας δίδαξε ο Κύριος μας: «Άκουσε τον αντίδικό σου έως ότου βρίσκεσαι μαζί του στο δρόμο για το δικαστήριο»2. Αντίδικος, εννοούν μερικοί ότι είναι η συνείδηση, η οποία αντιστέκεται στον άνθρωπο που θέλει να κάνει το αμαρτωλό του θέλημα. Και αν ο άνθρωπος δεν ακούσει τη συνείδηση του, τότε αύτη τον παραδίνει στους εχθρούς του.
4. Αν ο Θεός δει ότι υποτάχθηκε σ' Αυτόν ο νους με όλες του τις δυνάμεις και δεν έχει άλλη βοήθεια παρά Αυτόν μόνο, τότε τον ενδυναμώνει και λέει• «Μη φοβάσαι, παιδί μου Ιακώβ, ολιγάριθμε Ισραήλ»3. Και πάλι λέει• «Μη φοβάσαι, γιατί σε λύτρωσα. Σου έδωσα το όνομά μου, συ είσαι δικός μου. Και αν περνάς από νερό, είμαι μαζί σου, ποτάμια ολόκληρα δεν θα σε παρασύρουν, κι αν περάσεις ανάμεσα από φωτιά δε θα καείς και η φλόγα δεν θα σε κατακάψει, γιατί εγώ είμαι ό Κύριος ο Θεός σου, ο άγιος του Ισραήλ, που σε σώζω»4.
5. Αν λοιπόν ο νους ακούσει αυτά τα ενθαρρυντικά λόγια, αψηφά τους δαίμονες λέγοντας- «Ποιος είναι που με πολεμά; Ας σταθεί απέναντί μου. Ποιος αντιδικεί μ' εμένα; Ας με πλησιάσει. Ο Κύριος είναι βοηθός μου, ποιος θα μου κάνει κακό; Όλοι εσείς θα παλιώσετε όπως τα ρούχα που τρώει ο σκόρος»5.
6. Αν η καρδιά σου έφτασε να αποκτήσει σαν φυσικό το μίσος κατά της αμαρτίας, τότε νίκησε και απομακρύνθηκε από εκείνα που γεννούν την αμαρτία και έβαλε στη μνήμη σου την κόλαση. Και γνώριζε ότι Εκείνος που σε βοηθεί μένει κοντά σου• και συ να μη Τον λυπείς με καμία αμαρτία, αλλά κλαίε εμπρός Του και λέγε: «Εσύ Κύριε έχεις το έλεος για να με γλυτώσεις από την αμαρτία και τους δαίμονες, γιατί εγώ αδυνατώ να ξεφύγω από τους εχθρούς χωρίς τη βοήθεια Σου». Και πρόσεχε να μην παραδεχτείς πονηρές σκέψεις, και Αυτός σε φυλάγει από κάθε κακό.
7. Οφείλει ο μοναχός να κλείσει όλες τις πόρτες της ψυχής, δηλαδή τις αισθήσεις του, για να μην πέσει εξαιτίας τους στην αμαρτία. Και όταν δει ο νους ότι δεν κυριεύεται από κανένα πάθος, ετοιμάζεται για την αθανασία και μαζεύει τις αισθήσεις του όλες κοντά και τις κάνει ένα σώμα.
8. Αν απαλλαγεί ο νους από κάθε ελπίδα αυτού του κόσμου, αυτό είναι το σημείο ότι πέθανε μέσα σου η αμαρτία.
9. Αν ο νους μείνει ελεύθερος από τα κοσμικά πράγματα, τότε εκείνη η απόσταση που υπάρχει μεταξύ του άνθρωπου και του Θεού, χάνεται.
10. Αν ελευθερωθεί ο νους του ανθρώπου από όλους τους εχθρούς του, δηλ. από τα πάθη, και αναπαυτεί, τότε βρίσκεται σε καινούργια ζωή και σκέφτεται καινούργια πράγματα, θεϊκά και άφθαρτα. Όπου βρίσκεται το πτώμα, εκεί θα μαζευτούν οι αετοί6, (δηλ. όπου η ηρεμία από τα πάθη, εκεί και οι θεϊκές και άφθαρτες σκέψεις).
11. Οι δαίμονες συνηθίζουν να αποτραβιούνται με δόλο προσωρινά, για να ξεθαρρευτεί ο άνθρωπος νομίζοντας ότι έγινε απαθής και να αφήσει τον εαυτό του χωρίς προσοχή. Και τότε ξαφνικά πηδούν πάνω στην ταλαίπωρη ψυχή του και την αρπάζουν σαν σπουργίτι. Και αν τη νικήσουν, τη ρίχνουν χωρίς οίκτο σε κάθε αμάρτημα, χειρότερο από εκείνα για τα όποια ζητούσε πρωτύτερα συγχώρηση. Ας σταθούμε λοιπόν με φόβο Θεού και ας φυλάξομε την καρδιά μας, εκτελώντας την άσκηση μας. Και ας κρατούμε τις αρετές, που αποτελούν εμπόδιο στην κακία των εχθρών δαιμόνων.

12. Ο δάσκαλος μας Ιησούς Χριστός, που γνωρίζει την ασπλαχνία των δαιμόνων και σπλαχνίζεται το ανθρώπινο γένος, μας έδωσε αυστηρή εντολή λέγοντας• «Να είστε έτοιμοι για κάθε ώρα, γιατί δεν γνωρίζετε ποια ώρα έρχεται ο ληστής, μήπως έρθει και σάς βρει να κοιμάστε»7. Και σε άλλο μέρος λέει• «Προσέχετε μη βαρύνουν οι καρδιές σας από την κραιπάλη και τη μέθη και τις βιοτικές μέριμνες και έρθει ξαφνικά η ώρα για σάς»8. Στάσου λοιπόν καλά και πρόσεχε τις αισθήσεις σου. Και αν κρατείς ειρηνικά στο νου σου τη μνήμη του Θεού, τότε βλέπεις τους ληστές δαίμονες που προσπαθούν να την αφαιρέσουν κρυφά. Γιατί εκείνος που προσέχει με ακρίβεια τους λογισμούς του, αντιλαμβάνεται εκείνους που θέλουν να μπουν και να τον μολύνουν. Οι κακοί λογισμοί ταράζουν το νου για να γίνει μετέωρος, φουσκωμένος και αργός. Αλλά εκείνοι που γνωρίζουν την κακία τους, μένουν ατάραχοι, προσευχόμενοι στον Κύριο.
13. Αν ο άνθρωπος δεν μισήσει τα έργα αυτού του κόσμου, δεν μπορεί να λατρεύσει το Θεό. Και ποια είναι η λατρεία του Θεού; Το να μην έχει κανείς τίποτε ξένο στο νου του, όταν προσεύχεται σ' Αυτόν να μη νιώθει άλλη ηδονή, όταν Τον δοξολογεί να μη διατηρεί καμιά κακία, όταν ψάλλει σ' Αυτόν να μην έχει μίσος εναντίον κανενός, όταν προτιμά Αυτόν ούτε να υπάρχει καμιά ζηλοφθονία πονηρή που να μας εμποδίζει όταν απευθυνόμαστε σ' Αυτόν συνεχώς και Τον θυμόμαστε πάντοτε. Γιατί τα παραπάνω σκοτεινά εμπόδια είναι τείχος που περικυκλώνει τη δυστυχισμένη ψυχή και δεν μπορεί να λατρεύσει καθαρά το Θεό, εφόσον τα έχει αυτά. Γιατί της γίνονται εμπόδια στο δρόμο της προς το Θεό και δεν την αφήνουν να Τον συναντήσει και να Τον δοξολογήσει μέσα της και να προσευχηθεί σ' Αυτόν με γλυκύτητα στην καρδιά για να φωτιστεί από Αυτόν. Γι' αυτό ο νους σκοτίζεται πάντοτε και δεν μπορεί να προκόψει κατά Θεόν, γιατί δεν φροντίζει να τα κόψει όλα αυτά με πνευματική γνώση.
14. Όταν ο νους σώσει τις αισθήσεις της ψυχής από τα θελήματα της σάρκας και τις οδηγήσει στην απάθεια και ξεχωρίσει την ψυχή από τα θελήματα της σάρκας, τότε αν δει ο Θεός την αδιαντροπιά των παθών, ότι ορμούν πάνω στην ψυχή για να φέρουν τις αισθήσεις στην αμαρτία, και φωνάξει ο νους κρυφά προς το Θεό και ακατάπαυστα, στέλνει τη βοήθεια Του και όλα αυτά αμέσως τα καταστρέφει.
15. Σε παρακαλώ, εφόσον βρίσκεσαι στη ζωή, μην αφήσεις ελεύθερη την καρδιά σου. Γιατί όπως ο γεωργός δεν μπορεί να είναι σίγουρος για τους καρπούς του, επειδή δε γνωρίζει τι μπορεί να συμβεί μέχρις ότου τους μαζέψει, έτσι και ο άνθρωπος δεν επιτρέπεται να αφήσει αφύλαχτη την καρδιά του όσο αναπνέει. Όπως δεν γνωρίζει ο άνθρωπος ποιο πάθος θα του έρθει ως την τελευταία του πνοή, έτσι δεν πρέπει να αφήσει ελεύθερη την καρδιά του μέχρι την ώρα εκείνη, αλλά πρέπει πάντοτε να φωνάζει προς το Θεό να τον βοηθήσει και να τον ελεήσει.
16. Εκείνος που δεν βρίσκει βοήθεια σε καιρό πολέμου, ούτε στην ειρήνη μπορεί να έχει εμπιστοσύνη.
17. Όταν χωριστεί κανείς από την αμαρτωλή ζωή, θα γνωρίσει με ακρίβεια όλα τα αμαρτήματα με τα οποία αμάρτησε στο Θεό. Γιατί δεν βλέπει τις αμαρτίες του πριν χωριστεί από αυτές, πράγμα που θα του φανεί πικρό και δύσκολο. Όσοι φτάνουν σ' αυτό το μέτρο, κλαίνε για τις αμαρτίες τους και παρακαλούν και ντρέπονται μπροστά στο Θεό, φέρνοντας στο νου τις πονηρές φιλίες που είχαν με τα πάθη. Ας αγωνιστούμε λοιπόν αδελφοί κατά τη δύναμη μας και ο Θεός μας βοηθά κατά το πλήθος του ελέους Του. Και αν δε φυλάξαμε καθαρή την καρδιά μας, τουλάχιστον ας βάλομε τα δυνατά μας να φυλάξομε τα σώματα μας, όπως ζητάει ο Θεός, αναμάρτητα και ας πιστεύομε ότι κατά τον καιρό της πνευματικής πείνας που μας βρήκε, μας ελεεί μαζί με τους αγίους Του.
18. Εκείνος που έδωσε την καρδιά του στην αναζήτηση του Θεού με αληθινή ευσέβεια, δεν μπορεί να σκέφτεται ότι είναι αρεστός στο Θεό. Επειδή όσο τον ελέγχει η συνείδησή του για τις αμαρτίες που έκανε, δεν απόκτησε την ελευθερία. Εφόσον υπάρχει ο έλεγχος, υπάρχει και εκείνος που κατηγορεί και εφόσον υπάρχει κατηγορία, δεν υπάρχει ελευθερία. Αν λοιπόν στην προσευχή σου δεις ότι δεν σε κατηγορεί κανένα είδος κακίας, άρα είσαι ελεύθερος και μπήκες στην αγία ανάπαυση του Θεού, σύμφωνα με το θέλημα Του. Αν δεις ότι ο καλός καρπός δυνάμωσε και δεν τον πνίγουν πλέον τα ζιζάνια του εχθρού και ότι δεν έφυγαν μόνοι τους οι εχθροί και έπαψαν από πανουργία να πολεμούν πλέον με τις αισθήσεις σου• και αν η νεφέλη έριξε τη σκιά της πάνω στη σκηνή και ο ήλιος δεν σε έκαψε την ημέρα, ούτε η σελήνη τη νύχτα9, και αν βλέπεις ότι ετοίμασες τη σκηνή να τη στήσεις και να τη φυλάξεις κατά το θέλημα του Θεού, τότε με τη δύναμη του Θεού έχεις νικήσει. Και τότε Αυτός θα ρίξει τη σκιά Του πάνω στη σκηνή γιατί είναι δική Του. Και έως ότου γίνεται πόλεμος, ο άνθρωπος έχει φόβο και τρόμο, ή να νικήσει σήμερα, ή να νικηθεί• ή να νικηθεί αύριο ή να νικήσει• γιατί ο αγώνας σφίγγει την καρδιά ολόγυρα. Η απάθεια όμως είναι ακαταμάχητη, γιατί έλαβε πια το βραβείο και έπαψε πια να μεριμνά για κάποιο από τα τρία μέρη, επειδή ειρήνευσαν μεταξύ τους και με το Θεό. Τα τρία αυτά μέρη είναι ψυχή, σώμα και πνεύμα. Όταν λοιπόν τα τρία αυτά γίνουν ένα με την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος, δεν μπορούν πλέον να χωριστούν. Μη νομίζεις λοιπόν τον εαυτό σου ότι είσαι νεκρός ως προς την αμαρτία, όσο στενοχωρείσαι και πολεμείσαι με ορμή από τους εχθρούς σου τους δαίμονες, είτε ξυπνητός, είτε στον ύπνο σου. Όσο ο ταλαίπωρος άνθρωπος βρίσκεται στο στάδιο του αγώνα, δεν μπορεί να είναι ασφαλής.
19. Αν ο νους αποκτήσει πνευματική δύναμη και ετοιμάσει τον εαυτό του να ακολουθήσει την αγάπη που σβήνει όλα τα πάθη του σώματος και που δεν αφήνει με τη δύναμη της καμιά κακία να εξουσιάζει την καρδιά, τότε ο νους αντιστέκεται εναντίον της κακίας μέχρις ότου την χωρίσει από τις καλές διαθέσεις της ψυχής.
20. Εξέταζε ενώπιον του Θεού με μεγάλη προσοχή τον εαυτό σου, αδελφέ, κάθε ήμερα, και βλέπε την καρδιά σου, ποιο πάθος βρίσκεται μέσα σ' αυτήν. Και πέταξε το μακριά από την καρδιά σου, για να μη σου γίνει αφορμή καταδίκης.
21. Πρόσεχε λοιπόν αδελφέ μου την καρδιά σου και άγρυπνα για ν' αντιμετωπίσεις τους εχθρούς σου. Γιατί είναι πανούργοι και με κάθε είδος κακίας. Και πίστεψε μέσα σου βαθιά ότι είναι αδύνατο ό άνθρωπος που πράττει το κακό, να πράξει καλά. Γι' αυτό και ο Σωτήρας μας μας δίδαξε να είμαστε προσεκτικοί και άγρυπνοι, λέγοντας• «Ότι είναι στενή η πύλη και δύσκολος ο δρόμος που οδηγεί στη ζωή και είναι λίγοι όσοι τον βρίσκουν»10.
22. Πρόσεχε λοιπόν στον εαυτό σου μήπως κάτι απ' όσα οδηγούν στην απώλεια σε απομακρύνει από την αγάπη του Θεού, και φύλαγε την καρδιά σου και μην αμελήσεις και πεις: «Πως να φυλάξω την καρδιά μου, αφού είμαι άνθρωπος αμαρτωλός;» Γιατί όταν ο άνθρωπος εγκαταλείψει τις αμαρτίες του και επιστρέψει στο Θεό μετανοιωμένος, η μετάνοια τον ξαναγεννά και τον κάνει όλον καινούργιο.
23. Παντού η Αγία Γραφή, Παλαιά και Καινή, μιλά για την φύλαξη της καρδιάς. Ο Δαβίδ λέει• «Γιοι των ανθρώπων, ως πότε θα έχετε βαριά καρδιά;»11, και πάλι- «Η καρδιά τους είναι κούφια»12. Για εκείνους πάλι που σκέφτονται μάταια, λέει• «Είπε μέσα στη καρδιά του, θα μείνω αμετακίνητος»13. Και πάλι• «Είπε μέσα στην καρδιά του, ξεχάστηκε ο Θεός»14, και άλλα πολλά παρόμοια. Οφείλει λοιπόν ο μοναχός να εννοεί το σκοπό της Γραφής, για ποιόν και πότε μιλάει, και να κρατά συνεχώς τον αγώνα της ασκήσεως• να προσέχει τις επιθέσεις του διαβόλου και σαν καλός πλοίαρχος να ξεπερνά τα κύματα, καθώς θα τον κυβερνά η χάρη, χωρίς να ξεφεύγει από το δρόμο του και να προσέχει μόνο στον εαυτό του• και να πλησιάζει το Θεό, χωρίς να πλανιέται η σκέψη του εδώ και εκεί, και χωρίς περιέργεια του νου του.
24. Ο καιρός των αγώνων απαιτεί από μας την προσευχή, όπως τον πλοίαρχο οι άνεμοι και οι τρικυμίες και οι φουρτούνες. Γιατί δεχόμαστε προσβολή λογισμών και ενάρετων και κακών. Κύριος των παθών είναι ό ευσεβής και φιλόθεος λογισμός. Πρέπει εμείς οι ησυχαστές με σύνεση να διακρίνομε και να ξεχωρίζομε και τις αρετές και τις κακίες• και ποιες αρετές να εργαζόμαστε μπροστά στους αδελφούς μας και ποιες μόνοι μας• και ποια είναι η πρώτη αρετή, ποια η δεύτερη και ποια η τρίτη και ποιο πάθος είναι ψυχικό και ποιο σωματικό, και ποια αρετή ψυχική και ποια σωματική• και από ποια αρετή η υπερηφάνεια χτυπά το νου, από ποια έρχεται η κενοδοξία, από ποια πλησιάζει ο θυμός και από ποια έρχεται η γαστριμαργία. Γιατί οφείλομε να ανατρέπομε τις πονηρές σκέψεις και κάθε υψηλοφροσύνη που υψώνεται και εμποδίζει τους ανθρώπους να γνωρίσουν το Θεό15.
25. Πρώτη αρετή είναι η αμεριμνία, δηλ. θάνατος σε σχέση με κάθε άνθρωπο και κάθε πράγμα. Αυτή γεννά την επιθυμία του Θεού. Κι αυτή πάλι γεννά τη φυσική οργή, η οποία αντιστέκεται σε κάθε πειρασμό του διαβόλου. Τότε ο φόβος του Θεού βρίσκει κατοικία στον άνθρωπο και δια μέσου του φόβου φανερώνεται η αγάπη.
26. Πρέπει την προσβολή του πονηρού λογισμού να την ανατρέπομε από την καρδιά μας με ευσεβή αντιλογία κατά την ώρα της προσευχής, μήπως και βρεθούμε να προσευχόμαστε στο Θεό με τα χείλη, ενώ στην καρδιά να σκεφτόμαστε τα άτοπα. Γιατί ο Θεός δεν δέχεται από τον ησυχαστή προσευχή θολή και περιφρονητική. Σε όλα τα μέρη της η Γραφή συνιστά έντονα να φυλάγομε τις αισθήσεις της ψυχής. Αν υποταχθεί το θέλημα του μοναχού στον νόμο του Θεού, κατά το νόμο αυτό θα κυβερνήσει και ο νους όσα εξαρτώνται ως υπήκοοι του από αυτόν, δηλ. όλες τις ψυχικές κινήσεις και ιδιαίτερα το θυμό και την επιθυμία. Αυτοί είναι οι υπήκοοι του νου. Αρετή εργαστήκαμε και κάναμε το σωστό, στρέψαμε την επιθυμία στο Θεό και τα θελήματα Του, και το θυμό κατά της αμαρτίας και του διαβόλου. Τι είναι λοιπόν εκείνο που ζητείται από μας; Η εσωτερική μελέτη.
27. Αν ο σπόρος της αισχρότητας σπαρεί στην καρδιά σου, όταν κάθεσαι στο κελί σου, πρόσεξε. Αντιστάσου κατά της κακίας, μήπως σε κυριεύσει. Θυμήσου το Θεό ότι είναι παρών και σε προσέχει, και ό,τι έχεις στην καρδιά σου είναι φανερό μπροστά Του. Πες λοιπόν στην ψυχή σου: Αν φοβάσαι όμοιούς σου ανθρώπους αμαρτωλούς να μη δουν τις αμαρτίες σου, πόσο μάλλον το Θεό που όλα τα βλέπει; Και από αυτό φανερώνεται ο φόβος του Θεού στην ψυχή σου. Και αν μείνεις μαζί του, μένεις ακίνητος ως προς τα πάθη, όπως είναι γραμμένο• «Όσοι στηρίζονται στον Κύριο είναι σαν το όρος Σιών δεν θα σαλευτεί στον αιώνα όποιος κατοικεί στην Ιερουσαλήμ»16. Και σε κάθε πράγμα που κάνεις, να πιστεύεις ότι ο Θεός βλέπει κάθε σκέψη σου και δεν θα αμαρτήσεις ποτέ. Σ' Αυτόν ανήκει η δόξα στους αιώνες. Αμήν.
1. Ιώβ 30, 1,4.
2. Ματθ. 5, 25.
3. Ης. 41, 13.
4. Ης. 43, 1-3.
5. Ης. 50, 8.
6. Λουκ. 17, 37.
7. Ματθ. 24, 42-44.
8. Λουκ. 21, 34.
9. Ψαλμ. 120, 6.
10. Ματθ. 7, 14.
11. Ψαλμ. 4, 3.
12. Ψαλμ. 5, 10.
13. Ψαλμ. 9, 27.
14. Ψαλμ. 9, 32.
15. Β' Κορ. 10, 5.
16. Ψαλμ. 124, 1.
 
Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον    www.egolpion.com


 

ΘΕΩΡΗΤΙΚΟΝ: ΟΣΙΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΕΔΕΣΣΗΣ



Φ Ι Λ Ο Κ Α Λ Ι Α  Τ Ω Ν  Ι Ε Ρ Ω Ν  Ν Η Π Τ Ι Κ Ω Ν 
«ΘΕΩΡΗΤΙΚΟΝ»
ΟΣΙΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ
ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΕΔΕΣΣΗΣ

Σύντομη βιογραφία
   Ο άγιος πατέρας μας Θεόδωρος έζησε στα χρόνια της βασιλείας τού  Ηρακλείου και τού Κωνσταντίνου τού Πωγωνάτου, γύρω στο 660 μ.Χ. Πρώτα αγωνίστηκε τον ασκητικό βίο στη μονή τού αγίου Σάββα· ύστερα, με την ψήφο τού Θεού ανέβηκε στον επισκοπικό θρόνο της πόλεως Εδέσσης. Έκανε πολλά θαύματα και όσο ζούσε και μετά το θάνατο, και με τις θείες διδασκαλίες του έκανε πολλούς μάρτυρες τού Χριστού και πολλούς να σωθούν και στις 19 Ιουλίου απήλθε στις αιώνιες μονές, όπως αναφέρεται στο βίο του που περιέχεται στο βιβλίο «Καλοκαιρινή». Δεν γνωρίζομε με ακρίβεια αν άφησε και άλλα συγγράμματα· όμως αυτά τα 100 κεφάλαια που φιλοπόνησε, εγκρίθη­καν να συμπεριληφθούν στη συλλογή των νηπτικών. Γιατί παρέχουν πλούσιο τον καρπό της ιερής νήψεως και της πνευματικής ωφέλειας σε κείνους που τα δια­βάζουν με επιμέλεια. Και όσοι επιθυμείτε τη σωτηρία σας, ελάτε και θερίστε ά­φθονα.
Στο τέλος των κεφαλαίων αυτών έχει προστεθεί και το «Θεωρητικό» που ε­πιγράφεται με το όνομα τού Θεοδώρου. Βλέποντας ότι αυτό ακολουθεί τον ίδιο νηπτικό χαρακτήρα και έχει την ίδια έκφραση τού λόγου με τα 100 κεφάλαια, ό­πως και από άλλα εύλογα σημάδια, βγάλαμε το συμπέρασμα ότι είναι γνήσιο έρ­γο τού ίδιου Θεοδώρου.
Εισαγωγικά σχόλια
Ο «Θεωρητικός», είναι λόγος α­σκητικός μεν, αλλά κινείται σε υψηλά επίπεδα θεωρίας και θείου έρωτος. Ελέχθη ότι τα θέματα αυτά αναπτύχθηκαν τον δέκατο τέταρτο αιώνα και γι αυτό αμφι­σβητήθηκε η πατρότητα του «Θεωρητικού». Νομίζομε, ότι ο προβαλλόμενος λόγος δεν ευσταθεί, γιατί μέχρι τον έβδομο αιώνα τα θέματα αυτά είχαν αναπτυχθεί όχι μονάχα από τους Καππαδόκες, τους Αλεξανδρινούς και τους ασκητικούς Πατέρες, αλλά πλούσιο υλικό και ιστορικούς ερεθισμούς πρόσφερε προ των Νεοπλατωνικών και αυτός ο Ιουδαίος Φίλων. Αφήνομε το πόσον επέδρασαν στους αγίους Πατέρες κατά τα μέσα του έκτου αιώνα τα Αρεοπαγιτικά συγγράμματα, που έδωσαν με­γάλη ώθηση στον θεωρητικό βίο και στη φιλολογία περί θείου έρωτος.
Το «Θεωρητικό» είναι μια πλήρης έκθεση των προϋποθέσεων της θεώσεως, μέ­σα στην οποία σημαντική θέση κατέχει ο θεωρητικός τρόπος ζωής, ως συνεχής α­νάταση του νου εις τα νοητά, φυσικά με προσευχή και τη λοιπή παραδοσιακή α­σκητική αγωγή. Η θεωρία των νοητών οδηγεί εις τον έρωτά τους και επόμενους τα γήινα λησμονούνται. Χωρίς να πρόκειται για ένα πνευματικό μονοφυσιτισμό, η ψυχή νοεροποιούμενη ευρίσκει την απόλυτη μακαριότητά της στο χώρο των νοη­τών, όπου ο Χριστός, ο αγγελικός διάκοσμος και τα μακάρια πνεύματα, καταλαμπόμενα από τις ακτίνες του ακτίστου φωτός και πλέοντα στο κτιστό φως της πρε­σβυτέρας κτίσεως.
Ο όσιος Θεόδωρος —εάν είναι αυτός ο πατήρ του «Θεωρητικού»—, γνωρίζει αρκετά την γραμματεία περί θείου φωτός, περί πνευματικής θεωρίας, περί της α­ξίας του νου και των φυσικών και υπερφυσικών κινήσεών του, καταφάσκει στις σωματικές αισθήσεις, αλλά συνιστά την υπέρβασή τους, αναλύει την ανθρωπολογι­κή σύνθεση και τις δυνατότητες του πιστού, δίδει το προβάδισμα στην αγαθή βού­ληση για ανάβαση του νου στον Θεό και γενικώς, αναπτύσσει παραδοσιακώς την πατερική διδασκαλία για την πνευματική τελείωση.
Το «θεωρητικό» συνοψίζει βαθειές και πυκνές εμπειρίες και προϋποθέτει πλού­σια χάρη, μεγάλο και ελλαμπόμενο νου και υψηλή θεολογική γνώση, και φαίνεται, ότι μάλλον έχει γραφεί στην περίοδο του μονασμού του παρά στον καιρό της ποι­μαντικής του δράσεως, αφού είναι προορισμένο να διδάξει τους μοναχούς για τη θεωρητική ζωή, όχι βέβαια στην εκδοχή των φιλοσόφων.

Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον    www.egolpion.com
     Πόσο μεγάλος είναι ο αγώνας να σπάσει ο άνθρωπος τον γερό αυτό δεσμό και να ελευθερωθεί από τη λατρεία της ύλης και να αποκτή­σει την έξη των καλών! Χρειάζεται πράγματι γενναία και ανδρεία ψυχή για να ξεμακρύνει από την ύλη. Εκείνο που φροντίζομε δεν είναι μό­νο η κάθαρση από τα πάθη, γιατί αυτό δεν είναι κυρίως αρετή, αλλά προ­παρασκευή αρετής. Χρειάζεται εκτός από την κάθαρση των κακών συνη­θειών, και η απόκτηση των αρετών.
Κάθαρση της ψυχής είναι, για μεν το λογιστικό μέρος της, η απαλλαγή και τέλεια εξάλειψη των γήινων και α­σταθών στοιχείων, εννοώ των βιοτικών φροντίδων και θορύβων και κακών κλίσεων, δηλαδή των αμαρτωλών συνηθειών για δε το επιθυμητικό, το να μη κινείται καθόλου προς την ύλη, μήτε να αποβλέπει στην αίσθηση, αλλά να είναι πειθήνιο στο λογικό. Για το θυμικό, ακολούθως, το να μην ταράζε­ται ποτέ για όσα συμβαίνουν. Μετά την κάθαρση αυτή και τη νέκρωση ή διόρθωση των χειρότερων δυνάμεων, χρειάζεται και η ανάβαση και η θέωση. Γιατί πρέπει, αφού αφήσει κανείς το κακό, να πράξει το αγαθό108, κι α­κόμη να απαρνηθεί πρώτα τον εαυτό του και αφού σηκώσει το σταυρό του, να ακολουθεί τον Κύριο109 προς την υπέρτατη κατάσταση της θεώσεως.
Ποια είναι η ανάβαση και η θέωση; Για το νου, η τελειότατη γνώση των όντων και Εκείνου που είναι πάνω από τα όντα, όσο αυτό είναι εφικτό στην ανθρώπινη φύση. Για τη βούληση, η ολοκληρωτική και συνεχής τάση και κίνηση προς το Πρώτο Καλό. Για το θυμικό, η πολύ δραστήρια και πο­λύ πρακτική κίνηση προς το ποθητό, η ακούραστη και ανυποχώρητη, που δεν την ανακόπτει καμιά δυσκολία που παρουσιάζεται, αλλά προχωρεί πα­ράφορα και χωρίς επιστροφή. Τόσο πιο σφοδρή πρέπει να είναι η προς τα καλά κίνηση της ψυχής, από την κίνηση προς τα κακά, όσο ανώτερα είναι τα νοητά κάλλη από τα αισθητά. Και τόσο μόνο να ενδιαφέρεται για τη σάρκα, όσο φτάνει για τη συντήρησή της και τον πορισμό των αναγκαίων για την ύπαρξη, ώστε να μην καταστραφεί βίαια το ζωντανό σώμα. Αυτά να τα αποφασίσει κανείς είναι ευκολότατο· να τα πράξει όμως, πολύ πιο κοπιαστικό. Γιατί δεν ξεριζώνονται χωρίς κόπο οι δυσκολοκίνητες εκείνες έ­ξεις της ψυχής, ούτε βέβαια η απόκτηση της γνώσεως γίνεται χωρίς ιδρώ­τα. Αλλά και το να ατενίζει κανείς και να τείνει διαρκώς προς την μακάρια θεία φύση, κατορθώνεται με πολλούς κόπους και σε πολύ χρόνο, μέχρις ό­του να συνηθίσει η βούληση να ακολουθεί αυτή την τάση. Και χρειάζεται πολλή αντίσταση του νου στην αίσθηση που τον τραβά προς τα κάτω, και αυτή είναι η πάλη και η μάχη προς το σώμα, η οποία δεν έχει διάλειμμα ως το θάνατο, και αν ακόμη φαίνεται ότι λιγόστεψε από το μαρασμό του θυμού και της επιθυμίας και την υποδούλωση της αισθήσεως στην υπέρτερη γνώση του νου.
Πρέπει όμως να σημειωθεί τούτο˙ ότι η ψυχή που δεν φωτίστηκε με το βάπτισμα, επειδή δεν είναι φυσικό να βοηθείται από το Θεό, ούτε να καθαρθεί γνήσια μπορεί, ούτε προς το θείο φως να υψωθεί, όπως είπαμε. Γιατί όσα ειπώθηκαν, πρέπει να θεωρούμε ότι ειπώθηκαν για τους πιστούς. Αλλά για μεγαλύτερη διασάφησή τους, πρέπει να πούμε λίγα για τη διαφορά της γνώσεως.
Η γνώση είναι κατά φύση και υπέρ φύση. Και η δεύτερη θα γίνει φανε­ρή από την πρώτη. Κατά φύση λέμε τη γνώση που αποκτά η ψυχή περί της κτίσεως από την έρευνα και την αναζήτηση, μεταχειριζόμενη τα φυσικά μέ­σα και τις δυνάμεις, όσο δηλαδή είναι εφικτό στην ψυχή που είναι δεμένη με την ύλη. Γιατί όπως έχει λεχθεί στα περί αισθήσεως και φαντασίας και νου, αμβλύνεται η ενέργεια του νου λόγω της ενώσεως και αναμίξεως με το σώμα. Ένεκα τούτου δεν μπορεί να έρθει σ' επαφή με τα νοερά, αλλά για να νοήσει έχει ανάγκη από τη φαντασία, της οποίας ο χαρακτήρας είναι ει­κονιστικός και ανήκει στην υλική διάσταση και την πυκνή υφή. Χρειάζονται λοιπόν στο νου που είναι μέσα σε σώμα, ανάλογες εικόνες για να μπορέσει να τα εννοήσει αυτά. Όση λοιπόν γνώση λάβει ένας τέτοιος νους με τη μέ­θοδο τη φυσική, που του είναι οικεία, αυτή τη γνώση τη λέμε φυσική.
Υπερφυσική όμως είναι η γνώση που έρχεται στο νου πέρα από τη φυσική του μέθοδο και δύναμη, όταν δηλαδή τα νοούμενα υπερβαίνουν τις δυνατό­τητες του νου που είναι ενωμένος με σώμα, ώστε να είναι γνώση που αρμό­ζει σε νου χωρίς σώμα. Αυτή η γνώση δίνεται μόνο από το Θεό, όταν βρει το νου να είναι πολύ καθαρμένος από κάθε υλική προσκόλληση και να κα­τέχεται από θείο έρωτα.
Δεν διαιρείται κατ' αυτόν τον τρόπο μόνον η γνώση, αλλά και η αρετή. Άλλη είναι η αρετή που δεν υπερβαίνει τη φύση, η οποία και λέγεται φυσι­κή, και άλλη η αρετή η οποία πραγματοποιείται από το Πρώτο Καλό και η οποία είναι πάνω από τη φυσική δύναμη και κατάσταση, και την οποία εί­ναι πρέπον να ονομάσομε υπερφυσική. Και τη φυσική γνώση και αρετή μπορεί να την έχει και αφώτιστος (αβάπτιστος) άνθρωπος, ενώ την υπερφυ­σική, διόλου. Γιατί, πως να την έχει, αφού είναι αμέτοχος του αιτίου που την πραγματοποιεί; Ο φωτισμένος όμως μπορεί να τις έχει και τις δύο. Ή μάλλον την υπερφυσική αρετή δεν μπορεί διόλου να την αποκτήσει αν δεν αποκτήσει πρωτύτερα τη φυσική. Να μετέχει όμως στην υπερφυσική γνώση, χωρίς να έχει τη φυσική, δεν υπάρχει κανένα εμπόδιο. Αλλά πρέπει να γνωρίζομε και τούτο˙ ότι, όπως αίσθηση και φαντασία έχουν και τα άλογα ζώα, και τις έχει και ο άνθρωπος τις δυνάμεις αυτές, πολύ καλύτερες και υψηλότερες, έτσι και τις φυσικές αρετές και γνώσεις τις έχουν και οι δύο, αλλά απείρως καλύτερα και υψηλότερα τις έχει ο φωτισμένος από τον αφώτιστο.
 Ακόμη η φυσική γνώση που αναφέρεται στις αρετές και τις αντίθετες με την αρετή συνήθειες, είναι και αυτή δύο ειδών η μία είναι ψιλό όνομα, όταν αυτός που φιλοσοφεί γι' αυτά, δεν έχει πείρα από τις καταστάσεις αυ­τές, και η οποία μερικές φορές διστάζει· η άλλη είναι έμπρακτη και —να πω έτσι— έμψυχη, όταν η γνώση βεβαιώνεται από την πείρα. Αυτή είναι σαφής και αξιόπιστη, χωρίς δισταγμό και αμφιβολία.
Έπειτα από αυτά, τέσσερα είναι εκείνα που εναντιώνονται στο νου σχετικά με την απόκτηση της αρετής.
Πρώτο, η συνήθεια των κακών έξεων, η οποία έχει λεχθεί ότι επιχειρεί να τον πείσει με τη μακρά συνήθεια να φέρεται προς τα γήινα.
Δεύτερο, η ενέργεια της αισθήσεως, η οποία φανερώνεται στα αισθητά κάλ­λη και σύρει μαζί της και το νου.
Τρίτο, η εξασθένηση της νοερής ενέργειας, την οποία έχει πάθει λόγω της ενώσεως του με το σώμα. Γιατί δεν αντα­ποκρίνεται ο νους στο νοητό όπως η δράση στο ορατό και γενικώς όπως η αίσθηση στο αισθητό· λέγοντας νου εννοώ το νου της ψυχής, η οποία βρί­σκεται ακόμη στο σώμα. Επειδή οι άυλοι Νόες εντονότερα αντιλαμβάνον­ται τα νοητά από ό,τι τα ανθρώπινα μάτια τα ορατά. Αλλά όπως η ελατ­τωματική όραση δεν αποτυπώνει σαφή και καθαρά είδωλα από τα ορατά, αλλά συγκεχυμένα και ασαφή, έτσι και ο νους μας αντιλαμβάνεται τα νοη­τά. Καθώς δεν μπορεί να παρατηρεί καθαρά τα νοητά κάλλη, δεν μπορεί ούτε να τα ποθεί —γιατί κατά το μέτρο της γνώσεως είναι και το μέτρο της επιθυμίας—, και ταυτόχρονα παρασύρεται προς τα αισθητά κάλλη, γιατί τα βλέπει με μεγαλύτερη διαύγεια˙ επειδή είναι ανάγκη να είναι γεμάτος πάν­τοτε από ένα που του φαίνεται καλό, είτε είναι όντως καλό, είτε όχι.
Τέ­ταρτο, ο επηρεασμός από τους ακάθαρτους και μισάνθρωπους δαίμονες, οι οποίοι στήνουν παγίδες —δεν μπορούμε να υπολογίσομε πόσες και ποιου εί­δους— αλλοίμονο, σε όλα τα σημεία του δρόμου, για τις ψυχές, με κάθε μέ­σο και τρόπο, με τις αισθήσεις, με τα λόγια, με το νου, με όλα όσα υπάρ­χουν, μπορούμε να πούμε. Από αυτούς, αν Εκείνος που σήκωσε στον ώμο Του το πλανώμενο πρόβατο110 δεν έκανε με την άπειρη φροντίδα Του ανώ­τερους εκείνους που βλέπουν προς Αυτόν, δεν θα διέφευγε ποτέ καμιά ψυχή.
Για να αποφύγομε λοιπόν όλα αυτά, χρειαζόμαστε τρία πράγματα.
Πρώτο και μέγιστο, να βλέπομε ολόψυχα προς το Θεό, και από Αυτόν να ζητούμε βοήθεια, αφού Του αναθέσομε όλη την ελπίδα μας, πιστεύοντας α­πολύτως ότι αν Εκείνος δεν βοηθήσει, αναπόφευκτα θα μας πάρουν αυτοί που τραβούν από το άλλο μέρος.
Δεύτερο, το οποίο νομίζω προξενεί και το πρώτο, είναι η συνεχής τροφή του νου με γνώση. Γνώση εννοώ τη θεωρία όλων των όντων, αισθητών και νοητών, πως είναι αυτά καθ' εαυτά και πως σχετίζονται με την πρώτη Αρχή, καθώς από αυτήν προέρχονται και σ' αυτήν αναφέρονται· και επιπλέον τη θεωρία τού Αιτίου των όντων όπως την αποκτούμε, όσο μας είναι δυνατό, γνωρίζοντας τις ενέργειες και τις ι­διότητες Του. Είναι πρόξενο πολλής καθάρσεως το να εξετάζομε με μεγάλη επιμέλεια τις φύσεις των όντων και αυτό μας απαλλάσσει από την εμπαθή προς αυτά διάθεση και την απάτη που είναι γύρω άπ' αυτά και μας ανυψώ­νει πάρα πολύ προς την Αρχή των όλων, και από τα ωραία και θαυμαστά και μεγάλα, μας κάνει να βλέπομε σαν σε καθρέφτη το Κάλλιστο και Θαυ-μαστότατο και Μέγιστο ή μάλλον Εκείνο που υπερβαίνει κάθε κάλλος και θαυμασιότητα και μέγεθος. Όταν πάντοτε η διάνοια ασχολείται με αυτά, δεν είναι δυνατό να μην ποθήσει το όντως αγαθό· γιατί αν έλκεται από αυ­τό που της είναι ξένο, πολύ περισσότερο θα πάει προς το οικείο. Και όταν τ' αγαπήσει αυτά η ψυχή, πως θα ανεχθεί να ασχολείται με επιμονή με τα γήινα και μ' εκείνα που την αποτραβούν από το αγαπώμενο;  Άλλ ακόμη και αυτή η ζωή θα της φαίνεται δυσάρεστη γιατί αποτελεί εμπόδιο για τα καλά. Γιατί κι αν, όπως είπαμε, ο νους ο συνδεδεμένος με την ύλη θεωρεί αμυδρά τη νοητή καλλονή, ωστόσο τα νοητά αγαθά είναι τέτοια και τόσο μεγάλα, ώστε και μια μικρή σταλαγματιά και μια θαμπή φανέρωση τού ωκεάνιου εκείνου κάλλους, μπορεί να πείσει το νου να πετάξει πάνω άπ' όλα τα αισθητά και προς τα νοητά μόνο να στραφεί και να μη δέχεται να απο­χωρεί από την απόλαυση τους, ο,τιδήποτε λυπηρό και αν τού συμβεί.
Τρίτο, πρέπει να υπάρχει επιπλέον η νέκρωση του σώματος που είναι συνδεδεμένο μαζί του. Αλλιώς είναι αδύνατο να δέχεται τις φανερώσεις εκείνες σαφείς και ευδιάκριτες. Το σώμα νεκρώνεται με τη νηστεία, την αγρυπνία, τη χαμαικοιτία, με σκληρά τα απαραίτητα ενδύματα, με τους πόνους και τους κόπους. Έτσι νεκρώνεται η σάρκα, ή μάλλον συσταυρώνεται με το Χριστό˙ και γίνεται λεπτή και καθαρή και ελαφρή και ευκίνητη και έτσι ακολουθεί εύκολα τις κινήσεις του νου και δεν εναντιώνεται, αλλά ανυψώνεται μαζί με το νου που πετά ψηλά· ώστε χωρίς τη νέκρωση αυτή, κάθε επιμέλεια είναι μάταιη.
Αυτή η σεβάσμια τριάδα, όταν συγκροτηθεί με την αρμονική συνύπαρξη των τριών που αναφέρθηκαν παραπάνω, γεννά μέσα στην ψυχή τον κύκλο των μακαρίων αρετών. Γιατί είναι αδύνατο σ εκείνους που είναι στολισμέ­νοι με αυτά τα τρία, ή να βρεθεί ίχνος κακίας ή να απουσιάζει κάποια αρε­τή. Αλλά ίσως να θλίβει το λογικό η απόρριψη των χρημάτων, ή η περι­φρόνηση της δόξας, γιατί έως ότου είναι η ψυχή δεμένη με αυτά, πληγώνε­ται από πολλά πάθη. Και εγώ βεβαιώνω επιμόνως ότι είναι αδύνατο να πε­τάξει ψηλά η ψυχή που είναι προσηλωμένη στον πλούτο και στη δόξα. Ούτε και είναι δυνατό να επιμένει σ' αυτά η ψυχή, όταν έχει αθληθεί αρκετά στα τρία που είπαμε, ώστε να της γίνουν συνήθεια. Γιατί αν η ψυχή γνωρίζει ότι τίποτε δεν είναι πραγματικά καλό, εκτός από τον ύψιστο Θεό κι είναι πε­πεισμένη ότι από τα άλλα, όσο πιο όμοιο είναι κάτι με το Πρώτο Καλό, τό­σο ωραιότερο είναι, πως θα αγαπήσει ή θα δεχτεί άργυρο ή χρυσό ή κάτι άλλο γήινο; Τα ίδια λέω και για τη δόξα.
Αλλά δεν εξαιρούνται από το λόγο και οι φροντίδες, οι οποίες κυρίως κρατούν κάτω τον άνθρωπο. Για ποιο πράγμα θα φροντίσει εκείνος που δεν παθαίνεται για κανένα γήινο και δεν στρέφεται σ' αυτά; Γιατί το νέφος των φροντίδων σχηματίζεται από τις αναθυμιάσεις, ας πούμε, των βασικών πα­θών, εννοώ τη φιληδονία, τη φιλαργυρία και τη φιλοδοξία· ώστε ο ελεύθε­ρος από τα πάθη αυτά, είναι και ξένος από φροντίδες. Αλλά ούτε η φρόνη­ση, που θεωρείται συμπλήρωμα της σοφίας και είναι η πιο ισχυρή δύναμη από όσες σηκώνουν τον άνθρωπο προς τα επάνω, λείπει άπ’ αυτά που είπα­με. Γιατί στη γνώση των αρετών συμπεριλαμβάνεται και η ακριβέστατη διάκριση του καλού και του κακού, για τα οποία απαιτείται προπαντός φρόνηση. Τους τρόπους της χρησιμοποιήσεως και της πάλης, θα διδάξει η πείρα και η εναντίον του σώματος πάλη.
Δε θα παραλείψομε να κάνομε λόγο και για το φόβο. Όσο μεγαλύτερος είναι ο θείος έρωτας, τόσο μεγαλώνει μαζί και ο φόβος. Γιατί όση είναι η ελπίδα να επιτύχομε το Αγαθό (η οποία κεντά τους πληγωμένους από το θείο έρωτα περισσότερο από τις απειλές μυρίων κολάσεων, γιατί το να επι­τύχομε το Αγαθό προξενεί μακαριότητα), τόσος είναι και ο φόβος να το χάσομε, πράγμα που είναι αθλιότατο. Για να συνεχιστεί ο λόγος μας, ας εξετάσομε το σκοπό. Γιατί θεωρείται ότι στο κάθε τι, ο σκοπός του είναι που καθορίζει και τη διαίρεση των επιμέρους στοιχείων και την διάταξη αυτών. Σκοπός λοιπόν της ζωής μας είναι η μακαριότητα, η οποία ταυτίζεται με τη βασιλεία των ουρανών ή του Θεού. Αυτό σημαίνει, όχι μόνο να βλέπομε την βασιλικότατη, ας πούμε, Τριάδα, αλλά επιπλέον να δεχόμαστε την έκ­χυση της θείας χάρης και να πάσχομε, κατά κάποιο τρόπο, τη θέωση· και ό,τι ελλιπές ή ατελές έχομε μέσα μας, να αναπληρώνεται και να τελειο­ποιείται με την έκχυση της χάρης. Και αυτό είναι η τροφή των νοερών υ­πάρξεων, η αναπλήρωση των ελλείψεων με αυτή την έκχυση της χάρης. Και είναι ένας κύκλος αιώνιος που αρχίζει από ένα σημείο και καταλήγει στο ίδιο. Γιατί όσο κανείς νοεί, τόσο και επιθυμεί˙ και όσο επιθυμεί, τόσο α­πολαμβάνει· και όσο απολαμβάνει, τόσο περισσότερο νοεί και αρχίζει πάλι την ακίνητη κίνηση, ή αλλιώς την ακίνητη ακινησία. Αυτός είναι ο σκοπός μας, όσο μας είναι εφικτό να εννοήσομε˙ ας εξετάσομε πως θα φτάσομε σ' αυτόν.
Στις λογικές ψυχές που είναι νοερές ουσίες και λίγο μόνο κατώτερες από τους αγγέλους, ο παρών βίος έχει δοθεί ως αγώνας και τόπος όπου γίνε­ται προσπάθεια για τη νίκη. Έπαθλο είναι η θεία κατάσταση που αναφέραμε, δώρο αντάξιο της θείας αγαθότητας και δικαιοσύνης, από τη μία, γιατί φαίνεται ότι από τους κόπους του κερδίζει κανείς αυτά τα αγαθά, κι από την άλλη, γιατί η αφθονοπάροχη θεία δύναμη υπερνικά κάθε κόπο. Άλλω­στε και το να μπορεί κανείς και το να πράττει το αγαθό, είναι δώρο τού Θεού.
Ποιος λοιπόν είναι ο εδώ αγώνας; Η λογική ψυχή έχει ενωθεί με σώμα όμοιο με των ζώων, που έχει την ύπαρξη από τη γη και στρέφεται προς τα κάτω. Και έχει τόσο ενωθεί η ψυχή με το σώμα, ώστε να γίνει ένα από αυ­τά τα δύο τελείως αντίθετα, χωρίς μεταβολή —προς Θεού— ή σύγχυση των μερών, αλλά από τα δύο φυσικά μέρη να γίνει μία υπόσταση με δύο τέλειες φύσεις. Έτσι λοιπόν σύνθετος από δύο διαφορετικές φύσεις ο άνθρωπος, ε­νεργεί εκείνα που ανήκουν στην κάθε μία φύση. Και τού σώματος αρμόδιο είναι να αποβλέπει προς τα όμοιά του. Ο έρωτας αυτός προς τα όμοια είναι φυσικός στα όντα, γιατί δήθεν βοηθείται από αυτόν η ύπαρξή τους με τη συμβίωση και τη συναναστροφή με αυτά και η απόλαυση αυτών με την αί­σθηση. Ακόμη επειδή είναι βαρύ το σώμα, αγαπά την άνεση. Στη ζωώδη φύση, αυτά είναι κατάλληλα και αγαπητά. Στη λογική όμως ψυχή, επειδή είναι νοερή ουσία, φυσικά και επιθυμητά είναι τα νοητά και η απόλαυσή τους μέσω της νοήσεως. Προπάντων ο έρωτας προς το Θεό είναι εκ φύσεως ριζωμένος μέσα της. Και θέλει να απολαμβάνει το Θεό και τα άλλα νοητά, δεν μπορεί όμως να το κάνει αυτό ανεμπόδιστα.
Ο πρώτος άνθρωπος (ο Αδάμ) μπορούσε ανεμπόδιστα να εννοεί και να απολαμβάνει τα νοητά με το νου, όπως και τα αισθητά με την αίσθηση. Είχε όμως χρέος να ασχολείται όχι με τα χειρότερα, αλλά με τα ανώτερα. Καθώς μπορούσε να κάνει και τα δύο, στο χέρι του ήταν να βρίσκεται είτε με τα νοητά μέσω του νου, είτε με τα αισθητά μέσω της αισθήσεως. Δε λέω ότι ο Αδάμ δεν έπρεπε να χρησιμοποιεί την αίσθηση (γιατί δεν έφερε μά­ταια το σώμα)· λέω ότι δεν έπρεπε να προσκολλάται στα αισθητά, αλλά βλέποντας την ομορφιά τους, να οδηγείται προς το Δημιουργό τους. Και στο εξής να απολαμβάνει το Θεό με θαυμασμό, έχοντας διπλές αφορμές να θαυμάζει τον Κτίστη. Όχι όμως να προσκολληθεί στα αισθητά και αυτά να θαυμάζει και όχι το Δημιουργό τους, παραμελώντας το νοητό κάλλος. Τέ­τοιος λοιπόν πλάστηκε ο Αδάμ. Αφού όμως έκανε κακή χρήση της αισθήσεως, θαύμαζε το -αισθητό κάλλος· του φάνηκε ο καρπός ωραίος στην δράση και καλός στη γεύση111, έφαγε άπ' αυτόν και άφησε την απόλαυση των νοητών. Γι' αυτό ο δίκαιος Κριτής, κρίνοντας τον ανάξιο, αφαίρεσε από αυ­τόν τη θεωρία εκείνων που καταφρόνησε, δηλαδή του Θεού και των όντων, και έβαλε σκότος για να του αποκρύψει τον εαυτό Του112 και τις άυλες ου­σίες. Γιατί δεν έπρεπε να αφήνονται τα άγια στους βέβηλους. Και εκείνα τα οποία πόθησε, αυτά τού άφησε να απολαμβάνει, δηλαδή να ζει με την αί­σθηση και με ελάχιστα ίχνη των θείων στο νου του.
Από τότε ο αγώνας μας για τα γήινα έγινε βαρύτερος, γιατί δεν έχομε την εξουσία να απολαμβάνομε τα νοητά, όπως τα αισθητά με την αίσθηση, αν και με το βάπτισμα βοηθούμαστε πάρα πολύ, επειδή καθαριζόμαστε και υψωνόμαστε. Αλλά, όσο είναι δυνατόν πρέπει να ασχολούμαστε με τα νοη­τά και όχι με τα αισθητά, και εκείνα να θαυμάζομε και να θέλομε. Από τα αισθητά, κανένα να μη θαυμάσομε καθ' εαυτό, ούτε να θελήσομε να απολαύσομε. Πραγματικά, καμιά αξία δε φαίνεται να έχουν σε σχέση προς τα νοητά. Όσο πιο θαυμαστή είναι η ουσία των νοητών από την ουσία των αι­σθητών, τόσο και το κάλλος των νοητών είναι πιο θαυμαστό από το κάλλος των αισθητών. Να ποθήσει κανείς τώρα πιο πολύ το χειρότερο από το ω­ραιότερο και το ατιμότερο από το τιμητικότερο, ποια παραφροσύνη δεν υ­περβαίνει; Και αυτά για τα αισθητά και νοητά δημιουργήματα. Αλλά τι θα έλεγες όταν και από Εκείνον που είναι πάνω από αυτά, προτιμούμε την ά­μορφη και χωρίς κάλλος ύλη;
Αυτός λοιπόν είναι ο αγώνας, να προσέχομε τους εαυτούς μας με πολλή ακρίβεια, για να απολαμβάνομε πάντοτε τα νοητά, υψώνοντας προς αυτά το νου και την επιθυμία, και ποτέ να μην εξαπατηθούμε από τα αισθητά, ώ­στε να παρασυρθούμε από κάτι αισθητό μέσω της αισθήσεως και να το θαυ­μάσομε αυτό καθ' εαυτό. Αν είναι κάτι που πρέπει να χρησιμοποιήσομε και την αίσθηση, αυτό είναι για να αντιλαμβανόμαστε τον Κτίστη από τα κτί­σματα, βλέποντας μέσα σ' αυτά Εκείνον, όπως βλέπομε μέσα στο νερό τον ήλιο. Επειδή υπάρχουν στα όντα εικόνες του Πρώτου Αιτίου όλων όσο εί­ναι δυνατόν σ' αυτά. Αυτό λοιπόν είναι το κατόρθωμα. Ας σκεφτούμε πως θα το κατορθώσομε. Είπαμε λοιπόν ότι το σώμα επιθυμεί να απολαμβάνει τα συγγενή με αυτό, μέσω της αισθήσεως, πράγμα που είναι αντίθετο με την πρόθεση της ψυχής, και όσο πιο πολύ δυναμώνει το σώμα, τόσο περισ­σότερο επιθυμεί. Γι' αυτό ας φροντίσει η ψυχή να βάλει χαλινό σε όλες τις αισθήσεις, για να μην απολαύσομε τα αισθητά. Επειδή όταν είναι πιο ρω­μαλέο το σώμα, περισσότερο ορμά˙ και περισσότερο ορμώντας, γίνεται α­κράτητο· γι' αυτό η ψυχή, δύσκολα φροντίζει να το νεκρώσει με νηστείες, α­γρυπνίες, ορθοστασίες, χαμαικοιτίες, αλουσία και με κάθε άλλη κακοπάθεια, ώστε να καταμαράνει τη δύναμή του για να το έχει ήμερο και πειθήνιο στις νοερές πράξεις της. Αυτό είναι που έχομε να κατορθώσομε. Επειδή όμως αυτά είναι ευκολότατο να τα υποσχεθούμε, δύσκολο όμως να τα εφαρμόσομε, και είναι πολύ περισσότερα τα σφάλματα από τα κατορθώματα ακόμη και αν προσέχει κανείς πάρα πολύ, γιατί συχνά η αίσθηση εξαπατά, γι αυ­τό έχει επινοηθεί και τρίτο φάρμακο, η προσευχή και τα δάκρυα.
Η προσευχή περιέχει ευχαριστία για όσα καλά μας έχουν δοθεί, και αίτηση συγχωρήσεως των αμαρτημάτων και ενισχυτικής δυνάμεως για το μέλλον γιατί χωρίς τη θεία βοήθεια, όπως προείπαμε, τίποτε δεν μπορεί να κατορθώσει η ψυχή. Επίσης, οδηγεί στην ένωση με τον ποθούμενο Θεό και την απόλαυσή Του, και την ολοκληρωτική κλίση της βουλήσεως προς Αυ­τόν το να πείσομε τη βούληση να επιθυμεί αυτά όσο το δυνατόν πιο πολύ, είναι το μεγαλύτερο μέρος του κατορθώματος. Και τα δάκρυα πάλι έχουν μεγάλη δύναμη. Γιατί εξιλεώνουν τον Κύριο για τα σφάλματά μας και μας καθαρίζουν από τις κηλίδες που αποκτήσαμε από την αισθητή ηδονή και δί­νουν φτερά προς τον ουρανό στην επιθυμία μας. Και αυτά έτσι είναι. Το κα­τόρθωμα λοιπόν είναι η θεωρία των νοητών και ο τέλειος πόθος τους. Για να το πετύχομε αυτό, χρειάζεται η δουλαγώγηση τού σώματος, μέρη της ο­ποίας είναι η νηστεία, η σωφροσύνη και άλλα, που γίνονται όλα γι' αυτό το σκοπό. Και για να πετύχομε αυτά, και μαζί μ' αυτά, χρειάζεται η προσευ­χή, και το καθένα από αυτά μοιράζεται σε πολλά μέρη· γιατί όπως αυτά χρειάζονται για άλλα, έτσι και γι' αυτά χρειάζονται άλλα.
Κανείς να μη νομίζει ότι η φιλοδοξία και η φιλαργυρία αφορούν στο σώμα. Μόνον η φιληδονία αφορά στο σώμα, η οποία βρήκε κατάλληλο φάρμακο την κακοπάθεια του σώματος. Οι άλλες δύο κακίες που είπαμε, είναι γεννήματα της άγνοιας. Γιατί η ψυχή υιοθετεί τα νόθα από έλλειψη εμπειρίας των πραγματικά καλών και από άγνοια των νοητών. Με τον πλούτο νομίζει ότι παρηγορεί τη φτώχεια· συγχρόνως όμως ο πλούτος επι­διώκεται για φιληδονία και για φιλοδοξία, και καθ εαυτόν, σαν να ήταν κάποιο καλό. Αυτό συμβαίνει από άγνοια των πραγματικά καλών. Η φιλο­δοξία δεν οφείλεται στην ανάγκη του σώματος —γιατί δεν εξυπηρετεί διόλου το σώμα— αλλά στην απειρία και την άγνοια του Πρώτου Καλού και της αληθινής δόξας· αιτία αυτής και γενικά ρίζα όλων των κακών, είναι η ά­γνοια. Γιατί δεν γίνεται, εκείνος που εννόησε σωστά τη φύση των πραγμά­των, από που προήλθε το καθένα και που καταλήγει, κατόπιν να περιφρο­νήσει το σκοπό του και να στραφεί στα γήινα˙ γιατί η ψυχή δεν επιθυμεί ε­κείνο που φαινομενικά είναι καλό. Και αν τυραννείται από τη συνήθεια, μπορεί κάλλιστα να νικήσει και τη συνήθεια. Αλλά όταν ακόμη υπήρχε η συνήθεια, ξεγελιόταν από την άγνοια. Επομένως πρέπει να φροντίσει για το πρώτο-πρώτο αγαθό, και να αποκτήσει ορθή ιδέα περί των όντων, και ακο­λούθως να δώσει φτερά στη βούληση για να πετάξει προς το Πρώτο Αγα­θό, να καταφρονήσει όλα τα παρόντα και να πληροφορηθεί για τη μεγάλη ματαιότητα τους. Γιατί, τι μας βοηθούν στο σκοπό μας;
Και για να συνοψίσω, ένα μόνο είναι το έργο της λογικής ψυχής μέσα στο σώμα, να επιθυμεί τον τελικό της σκοπό. Και. επειδή η ενέργεια της βουλήσεως, χωρίς νόηση, είναι ακίνητη, γι' αυτό προσλαμβάνομε τη νοερή ενέργεια. Η νόηση είναι είτε για χάρη της βουλήσεως, είτε και για τον εαυτό της και για τη βούληση· πράγμα που φαίνεται πιο σωστό. Γιατί η μακα­ριότητα, της οποίας όχι μόνον πρόξενος, αλλά και τύπος είναι η εδώ ζωή του αγωνιστή, έχει και τις δύο ενέργειες, και τη νόηση και τη βούληση, δη­λαδή αγάπη και πνευματική ηδονή. Είτε λοιπόν και οι δύο ενέργειες, είτε η μία είναι η κυριότερη, ας φιλοσοφήσουν όσοι θέλουν. Προς το παρόν δεχό­μαστε και τις δύο ενέργειες. Και τη μία την ονομάζομε θεωρία, ενώ την άλ­λη, πράξη. Και είναι αδύνατο να συναντάται η μία χωρίς την άλλη, όταν μιλάμε για τις υψηλότατες αυτές ενέργειες. Σ εκείνες που είναι χαμηλότε­ρες και έρχονται ύστερα από αυτές, είναι ενδεχόμενο να συμβαίνει αυτό. Όσα εμποδίζουν τις ενέργειες αυτές ή οδηγούν στα αντίθετα, τα ονομάζομε κακίες. Όσα βοηθούν ή μας απαλλάσσουν από τα εμπόδια, τα ονομάζομε αρετές. Τις ενέργειες των αρετών τις ονομάζομε κατορθώματα. Τις ενέρ­γειες των κακιών τις ονομάζομε παραπτώματα και αμαρτήματα. Χαρακτη­ριστικό κάθε ενέργειας, είτε προς το χειρότερο, είτε προς το καλύτερο, είναι ο τελικός σκοπός προς τον οποίον αποβλέπει όποιος ενεργεί, και ο οποίος είναι ενέργεια σύνθετη από νόηση και βούληση.


108. Ψαλμ. 33, 15.
109. Ματθ. 16, 24.
110. Λουκ. 15, 5.
111. Γεν. 3, 6.
112. Β' Βασ. 22, 12.

 Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών  (Εκδόσεις ΤΟ ΠΕΡΙΒΟΛΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ)
Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον    www.egolpion.com