Τετάρτη 2 Μαρτίου 2016

π.ΝΙΚΟΛΑΣ ΠΛΑΝΑΣ, Ο ΝΕΟΣ ΑΓΙΟΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ



 

π.ΝΙΚΟΛΑΣ ΠΛΑΝΑΣ,
Ο ΝΕΟΣ ΑΓΙΟΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ
 Μακαριστού Μητροπολίτη Πατρών κυρού Νικοδήμου

      Εις την πόλιν των Αθηνών, παρά τους παλαιούς στρατώνες και την πλατείαν Μοναστηρακίου υπήρχε ιδιωτικό παρεκκλήσιο, έπ' ονόματι τού Προφήτου Ελισαίου  εις την οδόν Άρεως 14. Αργότερο κατηδαφίσθη.
Eις το εκκλησάκι αυτό ελειτούργει ο απλούς τον τρόπο σεβάσμιος ιερέας Νικόλαος Πλανάς, εκ της νή­σου Νάξου καταγόμενος. Ακαταπόνητος, περίπου επί πεντηκονταετία (18841932) ετελούσε καθημερινά την θ. Λειτουργία, πλην Σαββάτων και Κυριακών και επισήμων εορτών, οπότε ιερούργει εις την ενορία του, τού Αγίου Πα­ντελεήμονος  Ιλισσού αρχικά και ακολούθως εις την τού Αγ. Ιωάννου τού Προδρόμου της οδού Βουλιαγμένης. Την δε Μ. Τεσσαρακοστή ετελούσε καθ' εκάστην Προηγιασμένας λειτουργίας.
 Την εποχή εκείνη που εχειροτονήθη (Διάκονος την 28ην Ιουλίου 1879 και Πρεσβύτε­ρος, μετά πενταετία την 2α Μαρτίου 1884, άγων το 33ο έτος της ηλικίας του) η πόλις των Αθηνών, κατά μαρτυρία τού ιδίου, έφθανεν από την Ακρόπολη ως την Παναγία Βλασαρού (παρά τον Άγιο Φίλιππο  Μοναστηρακίου). Και αι ενορίαι απηρτίζοντο από ελαχίστες οικογενείας (13 οικο­γενείας η τού Αγ. Παντελεήμο­νος και 8 οικογενείας η τού Αγ. Ιωάννου, αμφότερες διαδοχικά της εφημερίας τού π. Νικολάου Πλανού!).
 Απέριττος λειτουργός
 Ο απέριττος λειτουργός τού Θεού ήτο ησκημένος εις την λιτότητα. Ορφανός πατρός από της ηλικίας των 14 ετών, ήλθε εις Αθήνας μετά της μητρός του και της μό­νης αδελφής του, αφού εμοιράσθηκε μετά της αδελφής την πατρική περιουσία, αξιόλογο ίσως, άλλ' εδέησε να ενεχυριάση το μερίδιό του, χάριν εμπεριστάτου συμπατριώτου του, χωρίς ποτέ να την ανακτήση. Και διέμεινε πτωχός.
 Κατ' επιθυμία της μητρός του, δεκαεπταετής ενυμφεύθηκε την Ελένη το γένος Προβελεγγίου, εκ Κυθή­ρων. Και απέκτησε υιόν εξ αυτής, τον Ιωάννην· άλλ' η σύζυγος απέθανε κατά τον τοκετό. Ο ίδιος αφιέρωσε έκτοτε, νεαρώτατος, τον εαυτόν του εις τον Θεόν και την Εκκλησία. Και γενόμενος ιερέας ηρκείτο συνήθως εις τεμάχιο άρτου και ολίγα χόρτα, τα οποία συνέλεγε μόνος του, ενίοτε δε και εις ολίγον γάλα που τού προ­σέφεραν ποιμένες της περιοχής, ερημικής τότε, και σή­μερο πολυανθρωποτάτης και αστικής, εν μέσαις Αθήναις. Και τα ελάχιστα διδόμενα εις αυτόν χρήματα ή άλλο τι διέθετεν εις αγαθοεργίας. Ό,τι τού εδίδετο το έδιδε ευθύς, εις ορφανά, εις σπουδαστές, εις πτωχές οικογε­νείας, δια τον επιούσιο και τας ανάγκας που ανεκάλυπτε και εκάλυπτεν αθορύβως, αφανά και με πάσαν εχεμύθεια.
Πλούτος και θησαυρός του, και κέντρο και άξων της ζωής και της υπάρξεώς του ήτο η λει­τουργική ζωή της αγίας Ορθοδόξου Εκκλησίας μας. Ο ναός τού Θεού και τα τελούμενα εν αυτώ.
Προφανώς και κατ' αλήθεια εχαρακτηρίσθη ως ο λειτουργικώτερος ιερέας της εποχής μας, άνθρωπος της προσευχής, τού οποίου η ζωή υπήρξε συ­νεχής διακονία τού θυσιαστηρί­ου, αληθής μύστης της χάριτος, την οποία, δια των έργων και τού παραδείγματός του, μετέδιδε εις τους πιστούς (Θ. Η. Εγκυκλοπαίδεια, τ. 10, Ε. Ν. Τζιράκης). Κατά πλήρη εφαρμογή, θα προσθέσουμε, τού αποστολικού παραγγέλματος· τον κόπτωντα γεωργό δει πρώτον των καρπών μεταλαμβάνειν (Β' Τιμ. 2, 6).
 Από φυλακής πρωίας μέχρι νυκτός διέτριβεν εις τον Ναόν, κατά το ψαλμικό ως αγαπητά τα σκηνώματά σου, Κύριε των δυνάμεων· επιποθεί και εκλείπει η ψυχή μου εις τας αυλάς τού Κυρίου (Ψαλ. 831).Ήρχιζε την ιερά Ακολουθία το πρωί και ετελίωνε τας μεταμεσημβρινάς και πολλάκις τας απογευματινάς ώρας! Κατά δε την ιερά Προσκομιδήν των Τιμίων Δώρων εμνημόνευεν σωρίαν ονομάτων. Διετήρει όλα τα κοινά λεγόμενα ψυχοχάρτια πού τού έφερο  έστω και με μία δραχμήν ή μία δεκάραν συνοδευόμενα  και τα εμνημόνευε συνεχώς και αδιαλείπτως, επί ώρας καθ' εκάστην. Λέγεται δε ότι, φειδόμενοι τού κόπου της αγάπης του, κάποτε εκ των υπη­ρετούντων αυτόν κατά την Θ. Λειτουργία, αφαιρούσαν μέρος εξ αυτών, δια να τον ανακουφίσουν.
 Ένθεος ζήλος
 Άλλ' όχι απλώς το μήκος και η διάρκεια της ιερουρ­γίας ήτο ενδεικτική τού ένθεου ζήλου του. Έτι μάλλον συνήρπαζε η κατάνυξη, η αίσθηση της αγιότητας τού ιερουργούντος και η μεταδιδομένη γαλή­νη και ο μετεωρισμός τού εκκλησιάσματος προς τα άνω ου ο Χριστός έστιν εν δεξιά τού Θεού καθήμενος (Κολ. 3, 1). Αναφέρο­νται μαρτυρίαι παιδιών ότι τον έβλεπο μετάρσιο, μη πατούντα επί της γης εν ώρα θ. Λειτουργίας!
 Ονομαστές και αλησμόνηται είναι αι αγρυπνίαι, τας οποί­ας ετελούσε εις τον ναόν τού Αγ. Ελισαίου. Ιερατικά συνέπραττε με αυτού ο ιερεύς της ενορίας μου (αγ. Νικολάου Πευκακίων  Αθηνών), π. Αντώνιος Νικηφόρος, εκ Θουρίας Καλαμών (1937). Κατ' επανάληψη δε τον ηκολούθησα, κατά τα μαθητι­κά μου χρόνια και μού εδόθη η ευκαιρία  η ευλογία μάλλον  να ιδώ ιερουργούντα τον μακαριστόν π. Νικόλαο Πλανάν.
Ήτο πολύ μικρός το δέμας. Και κυρτός πλέον σωματικά εκ της ηλικίας. Θα αναφέρω όμως όποιο σεβασμό και ευλάβεια ενέπνεε το πρόσωπόν του και η παρουσία του. Εις μία αγρυπνία μετέβημεν μαζί με την μητέρα μου. Αναγνώστης εγώ τότε  χειροθετημένος υπό τού προκατόχου μου μητροπολίτη Πατρών και έπειτα Αρχιεπισκόπου Αθηνών Θεοκλήτου Παναγιωτοπούλου (+ 8.1.1962), τότε βοηθού επισκόπου Σταυρουπόλεως ανέγνωσα πολλάκις των ί. αναγνωσμάτων. Ενώ δε, πέρα το μεσονύκτιο, ανεγίνωσκον την ακολουθία της Θείας Μεταλήψης, εσημειώθηκε μικρά κίνηση τού εκκλησιάσματος διανοίγοντος δίοδον και υποκλινομένου ευλαβώς. Η μητέρα μου ενόμισε δτι εισήρχετο Αρχιερέας, ινα ιερουργήση και επί τη εισόδω του ο λαός έκυπτε την κεφαλή, δια να λάβη την ευλογία του. Άντ' αυτού όμως βλέπει μικρόσωμο ιερέα εισερχόμενο υπό την τόσον έκδηλο ευλάβεια των υποδεχομένων αυτόν χριστιανών. Ήτο ο π. Νικόλαος Πλανάς. Το κεντρικό πρό­σωπο της ιερουργίας. Με ταπεινή όψη και φωνή. Και με πανθομολογουμένη αγιότητα, ενώπιο της οποίας υπεκλίνοντο ευλαβώς οι γινώσκοντες αυτόν. Ηξιώθημεν να αγιασθούμε δια της ευλογούσης χειρός του· και να κοινωνήσουμε της χάρι­τος δια της ύπ' αυτού τελεσιουργηθείσης θείας Ευχαριστίας.
 Με τους δύο Αλεξάνδρους
 Παλαιότερο εις τας παννυχίδας αυτάς επλαισιώνετο από τούς γνωστούς διη­γηματογράφους Αλέξανδρο Παπαδιαμάντην και Αλέξανδρο Μωραϊτίδην (έπειτα μοναχό Ανδρόνικον) άδοντας και ψάλλο­ντας εν τη καρδία αυτών τω Κυρίω, εις την εκκλησία τού Προφήτου Ελισαίου.[...]
 Όταν έφθασε εις ώριμο γήρας (ογδοηκοντούτης), εκάμφθη υπό το βάρος των κοπώσεων. Και μετά εννεάμηνο παροπλισμό του (από Ιουνίου 1931 μέχρι και Φεβρουαρίου 1932) εκτός ενεργού ιερατείας, λόγω εξαντλήσεως των σωματικών του δυνάμεων, εκοιμήθη εν Κυρίω την 2α Μαρτίου 1932, επέτειο της εις πρεσβύτερο χειροτονίας του.
 Το τέλος αυτού  γράφει ο μακαριστός Μητροπο­λίτης πρ. Παραμυθίας Τίτος Ματθαιάκης, διατελέσας πνευματικό τέκνο τού αοιδίμου γέροντος  υπήρξε τέλος όντως αγίου. Συνωμίλει μετά τού Σωτήρος Χρι­στού, ικετεύων αυτόν όπως λάβη την ψυχή αυτού και αναπαύση το βεβαρημένο σώμα του. Έζησε ως δίκαιος και εκοιμήθη ως άγιος τον ύπνο τού ανθρώπου τού Θεού ηρέμως...
 Η είδηση της κοιμήσεως αυτού διεδόθη αστραπιαί­ος εις την ενορία του και καθ' άπασαν την πόλιν των Αθηνών. Το σεπτό σκήνωμα του, μετακομισθέν εις τον ναόν τού Αγ. Ιωάννου (της οδού Βουλιαγμένης), ετέθη εις προσκύνημα επί τριήμερο, τη επιμόνω αξιώσει των ενοριτών αυτού  συνεχίζει ο πρ. Παραμυθίας Τίτος χωρίς να προηγηθή ουδεμία ταρίχευση αυτού ουδέ να υποστή αλλοίωσίν τινά.
 Χιλιάδες λαού στην κηδεία του
 Χιλιάδες λαού συνέρρευσαν, άνθρωποι πάσης ηλικίας και τάξεως, ίνα προσκυ­νήσουν το σεπτό αυτού σκήνωμα. Εκηδεύθηκε τη 5η Μαρτίου εν μέσω χιλιάδων λαού. Της κηδείας αυτού προέστη ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρυσόστομος Πα­παδόπουλος (+1938), ο οποίος εκφωνήσας επικήδειον λόγον, ανεφέρθηκε εις τας πολλάς και σπανίας αρετάς τού κοιμηθέντος... εξάρας δεόντως τα πολλά αυτού χαρίσματα και την εξαίρετο ιερατική αυτού δράσιν εν τω αμπελώνι τού Σωτήρος Χριστού. Ως απόδειξη δε της μεγάλης τιμής ηξιώθηκε ούτος εν τη Εκκλησία επεκαλέσθη το πλήθος των πιστών, όπερ παρηκολούθησε την κηδείαν αυτού. Κατόπιν ανεφέρθηκε εις την φήμην την αγαθή, ην απέκτησε ως εξομολόγος και παρωμοίασε αυτόν προς μεγάλον της Εκκλησίας ημών Πατέρα.
 Η κηδεία αυτού ενεθύμιζε ημέραν Μεγάλης Παρα­σκευής. Ως δ' εάν επρόκειτο περί κηδείας Πατριάρχου ή Βασιλέως, ο λαός είχε κατακλύσει την πλατείαν τού Ναού και τας παρόδους, η συγκοινωνία είχε διακοπή, επιμόνω δ' αξιώσει αυτού δεν ετάφη ευθύς αμέσως μετά την ακολουθία της κηδείας. Περαιωθείσης την 12ην μεσημβρινή ώραν, αλλά περί την 4ην απογευματινή, αφού περιεφέρθηκε επί των ώμων των ευσεβών αυτού ενοριτών το σκήνωμα αυτού εις τας κυριωτέρας οδούς της ενορίας ταύτης... Το τι επηκολούθησε κατά τας τέσσαρας ταύτας ώρας μέχρι της ταφής αυτού δεν περιγράφεται. Όλοι ωμίλουν περί γενομένης εις αυτούς εκ μέρους τού κοιμηθέντος καλωσύνης, βοηθείας, παρηγορίας, σωτηρίας. Τούς πάντας είχε ευεργετήσει καθ' όλη την μακρά ιερατική του υπηρεσία. Ετάφη εις ανοιγέντα τάφο παρά τω ιερώ βήματι τού ναού τούτου (Περιοδ. Εκκλησία έ. 1966, σελ. 632).
 Δημοσιεύματα εκκλησιαστικών εντύπων
 Έγραψαν σχετικά περί αυτού τα τότε εκδιδόμενα φύλλα: Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ της 12ης Μαρτίου 1932, μεταξύ άλλων: Κατά τα υπερπεντήκοντα έτη της υπηρεσίας του ο αείμνηστος ιερεύς Νικόλαος δια της εξομολογήσεως εγνωρίσθη ευρύτατα, χιλιάδες δε πιστών προσήρχοντο προς αύτόν. Ήσκει έπ' αυτών, δια της ιεροπρεπείας του και των μεγάλων αρετών ύφ' ων περιεκοσμείτο ευεργετικώτατη επίδρασιν.
 Ο ΙΕΡΟΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ της 1ης Απριλίου 1932 έγραφεν:  Ο  παπα-Νικόλαος των αγρυπνιών τού Αγίου Ελισαίου απεδήμησε εις την αιώνιο χαρά... Λέ­γων προσευχές εφαινόταν εμπνευσμένος. Ο πλούτος του ήτο η ευτέλεια της πε­ριβολής του η δόξα του, η καλωσύνη και η προθυ­μία του να εξυπηρετεί τούς ζητούντας την φωτισμένη διάνοιάν του η εξωτερική του εμφάνισις, συγκριτικά προς τας επιδεικτικές εμφανίσεις, ήτο ανυπαρξία αξίας τινός, αλλά δια μέσου αυτής της ανυπαρξίας εφαινόταν το μεγαλείον της εσωτερικής αγιότητος... Ήτο φοβερό φαινόμενο εξουθενητού της επιδεικνυομένης πορφύρας και βύσσου, τού χρυσού και τού αργύρου... Δίκαιο είναι να κληθή ζωντανή εικών μακαρίου πτωχού τω πνεύματι χριστιανού άξιου της βασιλείας των ουρανών, καθώς ο Κύριος ρητώς εδίδαξε και εχαρακτήρισε.
 Οι ΤΡΕΙΣ ΙΕΡΑΡΧΑΙ έγραψαν: ...Ο αείμνηστος ιερεύς ήτο τύπος σεμνού και ευσεβεστάτου κληρικού, κεκοσμημένου όλων των αρετών, διο και απήλαυε τού γενικού σεβασμού και της αγάπης εκ μέρους της κοινωνίας. Η εφημερίς ΕΣΠΕΡΙΝΗ της 7ης Μαρτίου 1932, μεταξύ άλλων, γράφει: ... Είναι άπειροι εκείνοι πού εσώθησαν από την ελεημοσύνη τού ιερέα αυτού... Υπολογίζεται ότι από της προχθές παρήλασαν προ της σορού του και το ησπάσθηκαν περισσότεροι των οκτώ χιλιάδων....
Η αυτή δε εφημερίς της 6ης Μαρτίου 1932 δημοσίευ­σε στην 1ην σελίδα την φωτογραφία τού αγίου ανδρός υπό τους τίτλους «Τα σπάνια ανθρώπινα φαινόμενα της εποχής μας. Ένας άγιος ιερέας που απέθανε πάμπτω­χος. Τον θρηνούν χιλιάδες πιστών. Ο Νικόλαος Πλανάς και το χριστιανικώτατο έργον του. Υπήρξε ο μοναδικός προστάτης χιλιάδων πτωχών. Παν ότι συνέλεγε το εμοίραζε αμέσως. Η αυτοθυσία του θα μείνη αλησμόνητος. Τα οράματα που είδε προ τού θανάτου του. Ήλθε ένας άγγελος και εκάθησε παρά το προσκέφαλό του».
 Θαυμαστοί ιάσεις ασθενών
 Τελευταίο πρέπει να μνημονεύσουμε ότι και θαύμα­τα μαρτυρούνται τελεσθέντα δια των ευχών και της ενώ­πιο τού Κυρίου παρρησίας του. Εις εκδοθέν περί αυτού βιβλίο, υπό τον τίτλο ‘Ο παπα-Νικόλαος Πλανάς:  ο απλοϊκός ποιμήν των απλών προβάτων» (Εκδ. Οίκος Αστήρ Α.Ε. Παπαδημητρίου, Αθήναι 1965. Πρόλο­γος Φ. Κόντογλου, Επίλογος Άρχιμ. Φιλοθέου Ζερβάκου) η συγγραφέας μοναχή Μάρ­θα, εκ τού αμέσου περιβάλ­λοντος τού μακαριστού Γέ­ροντος και τακτική συνοδός αυτού, διηγείται τινά εκ των θαυμάτων των ύπ' αυτού συντελεσθέντων υπό της Χάρι­τος τού Θεού. Περί ενός δ' εξ αυτών (μνημονευομένου εν σελ. 37-38) ο προδιαληφθείς Μητροπολίτης πρ. Παραμυ­θίας Τίτος βεβαιεί ότι έτυχε να είναι παρών ότε συνέβη τούτο, επαληθεύσαντος τού λόγου τού Σωτήρος Χριστού· καν θανάσιμό τι πίωση, ου μη αυτούς βλάψη (Μαρκ. 16, 18). Πρόκειται δε δια το φάρμακον με το οποίον ετέλεσε τη θεία Λειτουργία, όπερ κατά λά­θος παρέλαβε μεθ' εαυτού, αντί τού νάματος (Περιοδ. Εκκλησία, ένθ. άνωτ., έτ. 1966, σ. 631).
 Εν δε τω περιοδικώ ‘Ενορία’ τού Ανδρέου Κεραμίδα, αρθρογραφών περί αυτού ο ιερέας Ιωάννης Αδαμόπου­λος  εφημέριος τού Ι. Ναού Αγ. Κωνσταντίνου Ομονοί­ας, Αθηνών γνωρίσας προσωπικά τον αείμνηστον τω 1930 και συνδεθείς στενά με αυτού ως διάκονος, γράφει το και ανωτέρω μνημονευθέν, ότι παιδάκια αθώα  κατά τας μαρτυρίας πολλών  τον έβλεπαν ιστάμενο υψηλότερο τού εδάφους όταν ιερουργούσεν. Ιστορεί δε και τέσσερα εκ των γνωσθέντων θαυμάτων αυτού, λία χαρακτηριστικά, δύο θαυμαστές ιάσεις ασθενών, θαυμαστήν κάλυψη στρατιώτου εν πολέμω και ημέρωσιν αποθηριωθέντος αμαξηλάτου μετά θεραπείας τού ημιθανούς ίππου του και ανανήψης και μετανοίας τού βλασφήμου εκείνου, όστις εφεξής αφωσιώθηκε εις τον γέ­ροντα και τον πηγαινοέφερνε από το σπίτι του εις τον Προφήτην Ελισαίον. (Περιοδ. Ενορία έ. 1949, σελ. 296 και 313-14). Ικανά ταύτα, νομίζουμε, και ενδεικτικά της αγιότητας τού ανδρός.
 Εν όψει δε πάντων των ανωτέρω, εκ των οποίων διαπιστούται η γενική έξωλθε μαρτυρία της αγιότητας τού ιερέα Νικολάου Πλανά ουδεμία ουδαμόλθε υπήρξε διαμφισβήτηση αυτής. Νωπαί δε είναι εξ άλλου εις τας ακοάς ημών μαρτυρίαι φθάσασαι μέχρις ημών δια στόματος πολλών επιζώντων μέχρι πρότινος πνευματικών αυτού τέκνων και άλλων εκ τού κύ­κλου τού περιβάλλοντος και της με αυτού ανάστροφης ειδότων την αυτού θεάρεστον βιωτήν και πολιτείαν, ευλαβώς εισηγούμεθα την υπό της καθ' ημάς αγιωτάτης Εκκλησίας ανομολόγησιν της αγιότητας αυτού και την ενέργεια των δεόντων δια την υπό της Μεγάλης τού Χριστού Εκκλησίας τού Οικουμενικού Πατριαρχείου, επίσημο ανακήρυξη ταύτης και καθορισμό της εορτίου μνήμης αυτού τη 2α Μαρτί­ου εκάστου έτους, επετείω της τε χειροτονίας αυτού ως πρεσβυτέρου και της μακαρίας κοιμήσεως αυτού εν Κυρίω.

  Το κείμενο αυτό αποτέλεσε εισήγηση προς τη διαρκή Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος γύρω από της αναγνωρίσεως της αγιότητας τού οσίου Νικολάου τού Πλανά.

ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΠΕΙΡΑΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ
 
 ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΟΝ ΕΓΚΟΛΠΙΟΝ    www.egolpion.com
27  ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ  2011

Ο ΑΓΙΟΣ ΤΩΝ ΗΜΕΡΩΝ ΜΑΣ



 

 Ο ΑΓΙΟΣ ΤΩΝ ΗΜΕΡΩΝ ΜΑΣ
Δημήτρη Φερούση

«Ω τού παραδόξου θαύματος. Τα μωρά τού κόσμου ο Θεός επέλεξε, την δ' έπαρσιν τών σοφών τούτοις κατήσχυνεν. Ευφραίνου η ταπεινή Νάξος, γενέθλη Πλανά χρηματίσασα Νικόλαο τον απλούν εν ιερεύσι Χριστού η εκθρέψασα...»
Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η εποχή μας είναι μία εποχή διχασμού της καρδιάς, σύγχυσης, χάους, φόβου (όχι υπαρξιακού), απληστίας, παραζάλης και ανησυχίας. Δεν υπάρχει καμιά δίψα αλήθειας. Και ούτε αμείλικτα ερωτήματα ζωής αναζητούν κάποια απόκρι­ση από τους ανθρώπους. Ενώ η λαχτάρα για μάθηση και χορτασμό της ψυχής και τού νου σχεδόν έχει νεκρωθεί. Συνάμα η απολυταρχία τού λογικού τείνει να επι­κρατήσει σ' ένα σιδερένιο αιώνα.
Στη εποχή μας, γρά­φει ο Ιω. Θεοδωρακόπου­λος, έγιναν όλα μηχανικά και απρόσωπα, δηλαδή ανώνυμα, εξωτερικά· έχα­σαν δηλαδή την εσωτερι­κότητά τους. Και η ανωνυ­μία αυτή είναι η κύρια πηγή της σύγχρονης διαφθοράς.
Υπάρχει λοιπόν στον κό­σμο η αγωνία τού αδιέξοδου, έτσι όπως τη δίδαξαν ο Νίτσε, ο Σαρτρ, ο Καζαντζάκης και άλλοι πολλοί, οι οποίοι έβγαλαν τούς ανθρώπους από τη σιγουριά της εγκοσμιότητας και τού φόβου τού Θεού;
Ωστόσο ο Εκκλησιαστής λέει: «Τον Θεό φοβού και τας εντολάς αυτού φύλασσε, ότι τούτο πας άνθρωπος» (έχει καθήκον κάθε άνθρωπος).
Που θα πει ότι όποιος συνειδητά ζει μέσα στο έδαφος και στο πνεύμα της Εκκλησίας και συνάμα βιώνει σωστά την ορθόδοξη πνευματικότητα, καμιά υπέρμετρη τραγι­κότητα, θλίψη, αδιέξοδο και απειλή δεν πρέπει να φω­λιάζει στη καρδιά του. Κανένα δίλημμα δεν πρέπει να κάμψει το φρόνημα και την εμπιστοσύνη τού χριστιανού στο Θεό. Μη φοβού, αλλά πίστευε μας παραγγέλνειο Κύριος.
Βέβαια, τούτοι οι καιροί, ένεκα της μεγάλης πνευμα­τικής τους καθίζησης απαιτούν μία ξεχωριστή κατάθεση προσωπικής και συλλογικής προσπάθειας, αφού ακό­μα και η αγιότητα αποτελεί ένα λησμονημένο όραμα. Και είναι αρκετοί εκείνοι που νομίζουν ότι μπορούν να έχουν ποιότητα ζωής δίχως τρολέ (την κεραία που από ηλεκτροφόρο σύρμα δίνει κίνηση στο όχημα). Αλλά είναι φανερό πια, ότι τίποτα το δημιουργικό δεν μπορεί να κινηθεί δίχως πίστη και μάλιστα στον αληθινό θεό. Δίχως θεό όλα επιτρέπονται λέει ο Ντοστογιέφσκυ, και βλέπουμε πού πάει ο κόσμος σήμερα!
Επίσης είναι γνωστό ότι τον αγώνα για την κίνηση και δια­τήρηση τού τρολέ με τον ηλε­κτροφόρο ουρανό, δεν μπο­ρεί ο άνθρωπος να τον κάνει πάντα μόνος του! Είναι ανί­σχυρος υποκειμενικά και συγκυριακά. Γι' αυτό χρειάζεται βοήθεια, θέλει διαλεκτική ενίσχυση από φωτισμένες μορφές, τα­πεινούς σηματοδότες, τα­γούς και αγίους. Οι οποίοι με τη βαθιά πίστη και την έμπρακτη, χριστιανική δι­δαχή τους, δίνουν εγγυη­μένες λύσεις στα πνευμα­τικά και υλικά προβλήματα της καθημερινής ζωής. Άλλωστε η πίστη μας χωρίς αυτούς τους αγίους παύ­ει να υφίσταται. Και αν λησμο­νήσουμε αυτή την αγιότητα δεν απομένει από την Εκκλησία παρά ο ταυτισμός της με τον κόσμο, γράφει ο Μητροπ. ΠεργάμουΊω. Ζηζιούλας. Μια τέτοια μορφή, έπίκαιρης αναφοράς για τους καιρούς μας, είναι και ο απλοϊκός, ταπεινός και φτωχός (έως πένης) παπα-Νικόλας Πλανάς. Ο οποίος βίωσε το σκάνδαλο και τη μωρία της πίστης όπως τη χαρακτηρίζει η Γραφή όχι για τις κηρυχτικές, συγγραφικές, πατερικές η θύραλθε γνώσεις του, αλλά για την αδιατίμητη ταπεινότητά του, την αγάπη του προς τον πλησίον, και κυρίως για τη λιτότητα τού βίου του. Ήταν ένας αληθινός φίλος της υπακοής στο θέλημα και μόνο τού Θεού, υπόδειγ­μα χριστιανικού βίου και ποιμένα ο οποίος, στ' αλήθεια, την ψυχή αυτού τίθηση υπέρ των προβάτων.
Ο καλός αυτός λευίτης έζησε και εργάστηκε στη Αθήνα περισσότερα από εξήντα χρόνια και κοιμήθηκε στις 2 Μαρτίου τού έτους 1932. Θεωρούσε όμως πάντοτε τον εαυτό του Νάξιο και περηφανευόταν γι' αυτό.
 Ο Νικόλας Πλανάς γεννήθηκε στη Νάξο το 1851 από γνωστή και πολύκλαδη οικογένεια της Χώρας. Και μεγά­λωσε πλάι στο σπίτι τού ονομαστού τέκνου της Ναξίας Αγίου Νικοδήμου τού Αγιορεί­τη, μέσα σ' ένα κλίμα μυστικής έξαρσης που καλλιεργούσαν τότε έντονα οι Κολλυβάδες, οι πατέρες τού Άθω και οι Γέροντες τού Ησυχασμού. Άλλωστε και ο παππούς τού Νικόλα Πλανά από την μητέρα του ήταν οφφικιούχος της τοπικής Εκκλησίας, ο οικονόμος Γεώργιος Μελισ­σουργός. (Από το βιβλίο τού Δημήτρη Φερούν «Ο παπακαλόγερος Νικόλαος Πλανάς», εκδ. Αστέρος, Αθήνα 1992).
 Μετά το θάνατο τού πατέ­ρα του στα 1868, ο Νικόλας Πλανάς μαζί με τη μητέρα του Αυγουστίνα και τη μικρή αδελ­φή του Σουσάνα μετανάστεψε στη Αθήνα. Αφού στο μεταξύ, φέρνοντας μέσα του τα πλούσια βιώματα της γενέθλιας γης και της οικογενειακής παράδοσης, είχε αποφασίσει τη σταδιοδρο­μία του!
Όταν ο Νικόλας Πλανάς έφυ­γε από τον λειμώνα της ναξιακής γαλήνης και ήρθε στη Αθήνα, βρέθηκε ξαφνικά μέσα στη βα­βούρα και το εγκόσμιο σκόρπισμα μιας νέας Βαβυλώνας. Σ' ένα κλίμα πρωτευουσιάνικης ασύνδετης, ταραγμένης και ασυνάρτητης ζωής. Η οποία δίχως συγκεκριμένη ταυτό­τητα, συνεχιζόταν πάνω στα χνάρια της βαυαρικής και οθωνικής άρνησης και αμετροέπειας (μεγαλοστομίας).
 Οι κάτοικοι της Αθήνας, ως ένας άθλιος συρφετός, προσπαθούσαν, μιμούμενοι τα ευρωπαϊκά κακέκτυπα ζωής, συμπεριφοράς και φιλοσοφίας, να συγκροτήσουν μία ατομική και συλλογική συνείδηση. Σ' αυτούς τους ανθρώπους της πρωτεύουσας αναφέρεται ο Κονδυλάκης με τους «Άθλιους των Αθηνών», ο Σουρής, ο Συνοδινός και πολλοί άλλοι συγγραφείς. Ακόμα και ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης που έγραψε πικραμένος:
«Φεύ. Τις μοι δώσει ύδωρ και δάκρυα; Από τον τόπο της δοκιμασίας και τον τόπο της μικρής αναψυχής, ήλθα εις τον τόπο της καταδίκης, όπου από πολλού σύρω τον σταυρό μου, μη έχων πλέον δυνάμεις να τον βαστάζω εις την πόλιν της δουλοπαροικίας και των πλουτοκρατών. Έφθασα εις Αθήνας...».
Αλλά και ο Κωστής Μπαστιάς δεν φείδεται παρρησί­ας για να περιγράψει την κατάσταση της πλάνης και της ασυναρτησίας που επικρατούσε στη αλλοπρόσαλλη Αθήνα.
«Ο,τι ιερό φυλάξαμε», γρά­φει, «τετρακόσια χρόνια σκλα­βιάς ποδοπατιέται, ο,τι μας κράτησε όρθιους, σαν ασάλευτο αντιστήλι, γκρεμίζεται. Σε τέτοιο γιουρούν τού σατανά, κάθε υποταγή είναι άρνηση της πίστης και παράδοση στο διάβολο».
 Σ' αυτό τον κόσμο ήρθε ο Νικόλας Πλανάς να ζήσει και να καταθέσει το υστέρημα της καρδιάς του. Να στηρίξει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια μέσα από ταπείνωση και αγάπη και να ανατρέψει πολλές κατεστη­μένες συνήθειες μέσα στο κέ­ντρο της αθηναϊκής αδιαφορίας και τού κυνικού αθεϊσμού. Να ξαναδώσει την ιερότητα και τον χαμένο ενθουσιασμό στον κό­σμο της θρησκευτικής, χριστια­νικής λατρείας. Και παρά τους διωγμούς και τις λοιδορίες να εγκαινιάσει μαζί με το φίλο του Παπαδιαμάντη και τους άλλους Συμποτικούς συντρόφους του, ένα νέο πνεύμα εκκλησι­αστικής καθαρότητας στα τέλη τού 19ου και στις αρχές τού 20ου αιώνα.
Γι' αυτό και ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης σε άρθρο του μοναδικό, με τίτλο: «Ιερείς των πόλεων και ιερείς των χωρίων’ που δημοσιεύθηκε στο λεύκωμα ‘Η Ελλάς κατά τους Ολυμπιακούς Αγώνας τού 1896’, μεταξύ των άλλων έγραψε:
«Γνωρίζω ένα ιερέα εις τας Αθήνας. Είναι ο ταπεινότε­ρος των ιερέων και ο απλοϊκότερος των ανθρώπων. Είναι αξιαγάπητος. Είναι απλοϊκός και ενάρετος. Είναι άξιος τού πρώτου των μακαρισμών τού Σωτήρος».
 Επρόκειτο για τον Νικόλα Πλανά ο οποίος, αφού πρώτα στεφανώθηκε, στις 14 τού Απρίλη τού 1879 και το Ιούλιο χειροτονήθηκε διάκονος στη Μεταμόρφωση τού Σωτήρος Πλάκας, έμεινε για λίγα χρόνια να υπηρετεί με ξεχωριστό ήθος στον ίδιο Ναό. Και στη συνέχεια, στις 2 Μαρτίου τού 1884, χειροτονήθηκε σε Πρεσβύτερο στο εκκλησάκι τού Αγίου Ελισαίου ως Νικόλαος Πλανάς Ιερέας εκ Νάξου και τοποθετήθηκε στον Άγιο Ιωάννη Βουλιαγμένης. Ένεκα όμως τού ότι σε όλη την περιοχή είχε μόνο τρεις οικογένειες ποιμένων ως ενορίτες, λειτουργούσε τακτικότερα στον Άγιο Ελισαίο, στο Μονα­στηράκι, με ψάλτες τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη και τον Αλέξανδρο Μωραϊτίδη. Και είχε την ιερή συνήθεια να κάνει σχεδόν καθημερινές λειτουργίες και αγρυπνίες σε όλα τα εκκλησάκια της Αθήνας και έξω άπ' αυτή.
 Ιδιαίτερα στο εκκλησάκι τού Αγίου Ελισαίου όπου το τυπικό ήταν αγιορείτι­κο, πλούσιο σε κατάνυξη, συγκεντρώνονταν πάρα πολλές από τις εκκλησια­στικές μορφές της εποχής, οι οποίες αργότερα έπαιξαν μεγάλο ρόλο στον εκκλη­σιαστικό βίο της Χώρας, όπως ήταν: ο Νεκτάρι­ος Κεφαλάς, ο Φιλόθεος Ζερβάκος, ο Φώτης Κόντο­γλου, πολλοί Επίσκοποι και αγιορείτες Γέροντες. Οι οποίοι στο πρόσωπο τού παπα-Νικόλα Πλανά, τού ολιγογράμματου και τα­πεινού ιερέα, έβρισκαν και βίωναν την πρόγευση των εσχάτων. Την αγιότητα ως εκκλησιαστική εμπειρία. Που σημαίνει ότι μέσα στο μικρό εκκλησάκι υπήρχε εικονισμός της Βασιλείας τού Θεού και μετοχή στη δόξα τού Θεού και στη νοητή θέωση των μυσταγωγικά παρισταμένων.
 Για τον παπα-Νικόλα Πλανά δεν υπήρξε ποτέ θέμα υλικών ωφελημάτων. Ένιωθε πάντοτε πλούσιος και μόνο ότι υπηρετούσε το Θυσιαστήριο ως ιερέας Χριστού και αγίαζε τον κόσμο. Ζούσε σ' ένα ταπεινό δωματιάκι στο σπίτι της νύμφης του από το γιό του Ιωάννη, κάπου στο Κουκάκι (Γαργαρέττα). Φορούσε μόνιμα το ίδιο τριμμένο ρασάκι έως την τελευτή τού βίου του. Η οποία έγινε, δίχως να αρρωστήσει, την Τσικνοπέμπτη τού 1932, ενώ είχε ξαπλώσει για να κοιμηθεί.
Αργότερα για τη μοναδικότητα και αγιότητα τού Παπακαλόγερου Νικόλα Πλανά, διαμορφώθηκε η συνεί­δηση στο λαό ότι θαυματουργούσε. Και ότι αυτό συνέβη επειδή ο Όσιος Νικόλας Πλανάς δεν είχε τίποτ' άλλο στο νου του εκτός από τη δόξα τού Θεού και τη διακονία των συνανθρώπων του μέσα στη Εκκλησία.
Κατά την κηδεία του, που έγινε στον Άγιο Γιάννη Βουλιαγμένης, όπου ο αγαθός Πρεσβύτερος υπηρέτησε επί πενήντα έτη, ακούστηκαν πολλοί επαινετικοί λόγοι και γράφτηκαν στον Τύπο κείμενα που μιλούσαν για την αφιλοκερδεία, την απλότητά του και την απόλυτη καλοσύνη του. Τον επικήδειο εκφώνησε ο ίδιος ο Αρχιεπίσκοπος κυρός Χρυσόστομος Παπαδόπου­λος. Και το μεγάλο πλήθος τού λαού απαίτησε να γίνει η περιφορά τού σκηνώματός του σε όλη την Πλάκα της Αθήνας όπου έζησε και διακόνησε.
 Στις μέρες μας, όσο ποτέ άλλοτε, η μνήμη τού Οσίου Νικολάου Πλανά, είναι επίκαιρη και παραδειγμα­τική για τον Κλήρο και το Λαό. Η αυτάρκειά του ήταν πνευματική. Και αυτό τού έδινε τη δυνατότητα να αισθάνεται πλούσιος ενώ ήταν φτωχός. Να έχει μό­νιμα τον τρολέ ενωμένο με τον Ουρανό και δίχως κανένα φόβο να αντιμετωπίζει όλες τις εξωτερικές συγκυρίες, οι οποίες και στα χρόνια του ήταν πολύ σκληρές και πιεστικές, όπως και στις μέρες μας! Γι' αυτό και η Εκκλησία μας, μετά την αγιοκατάταξή του, δίκαια ψάλλει:
 «Πλανάς ο Νικόλαος, ο ταπεινός πρεσβύτερος ώφθη εκλεκτός Χριστού εργάτης, μικρός το δέμας, πεφωτισμένος τον νουν, πίστει σοφών υπερτερών, όρθρω και νυχθημερών τω φωτί αυγαζόμενος».
Συντεθημένο από τον Μητροπολίτη Πατρών κυρό Νικόδημο.

ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΠΕΙΡΑΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ
ΨΗΦΙΟΠΟΙΗΣΗ:
Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον www.egolpion.com
27  ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ  2011

ΠΑΠΑ-ΝΙΚΟΛΑΣ Ο ΠΛΑΝΑΣ, Ο ΑΓΙΟΣ



 

ΠΑΠΑ-ΝΙΚΟΛΑΣ Ο ΠΛΑΝΑΣ, Ο ΑΓΙΟΣ
(1851 - 1932)
Εορτή: 2 Μαρτίου
Πρωτ. π. Γεωργίου Παπαβαρνάβα
 
    Ο παπα - Νικόλας Πλανάς ήταν άνθρωπος άκακος, απονήρευτος και με βαθειά ταπείνωση. Ο προγνώστης Θεός τον επροίκισε με το προορατικό χάρισμα ενώ ήταν ακόμα μικρό παιδί. Με την μεγάλη απλότητα που τον διέκρινε, διηγόταν: “Μια βραδυά χειμωνιάτικη, που καθόμασταν στο τζάκι είπα στον πατέρα μου: “Πατέρα, αυτή την στιγμή εβυθίσθη το καΐκι μας το “Ευαγγελίστρια” έξω από την Πόλη”. Έντρομος ο πατέρας μας, λέγει στην μητέρα μου: “Γυναίκα, τι λέγει το παιδί”; Και όντως, αυτή τη στιγμή επνίγη το καΐκι μας...”. Και για να αποφύγη τον θαυμασμό των άλλων, αλλά και τον πειρασμό της υπερηφανείας έλεγε, ότι “όλα τα παιδιά είναι προορατικά”. 
Δεκατεσσάρων ετών έμεινε ορφανός από πατέρα, και στα δεκαεπτά νυμφεύθηκε στην Αθήνα, όπου μετεκόμισε με την μητέρα και τα αδέλφια του από την γενέτειρά του την Νάξο. Η σύζυγος του απέθανε σε νεαρή ηλικία, αφού εν τω μεταξύ απέκτησαν ένα αγόρι. Στην πολυθόρυβη πόλη και μέσα σε τόσες φροντίδες, αφού ήταν πατέρας και μητέρα μαζί για το παιδί του και παράλληλα πνευματικός πατέρας για τους ενορίτες του, έζησε βίον αληθινού ασκητού με νήψη, προσευχή και λατρευτική ζωή. 

Τις πρώτες γραπτές μαρτυρίες για την αγιότητα του παπα-Νικόλα τις έχουμε από τον σύγχρονό του Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη. Ο Παπαδιαμάντης ήταν ψάλτης του, στο Εκκλησάκι του Αγίου Ελισσαίου, κοντά στο Μοναστηράκι της Αθήνας. Έψαλλε στους εσπερινούς και τους όρθρους, στις λειτουργίες και τις ολονυκτίες, που τελούσε με κατάνυξη, αλλά και μεγαλοπρέπεια ο παπα-Νικόλας. Και μπόρεσε να διεισδύση στο βάθος της αγιασμένης αυτής ύπαρξης και να αντιληφθή το πλήθος των χαρισμάτων της, τα οποία ήταν επιμελώς κρυμμένα κάτω από το κέλυφος της απλότητας και της ταπείνωσης, γιατί ήταν και εκείνος εντεταγμένος στην ίδια προοπτική, ήταν, δηλαδή, φορέας της Ορθοδόξου Παραδόσεως. Τον ονομάζει άξιο λειτουργό του Υψίστου και τον αντιπαραβάλλει με τους “επαγγελματικούς ιερείς”, όπως τους αποκαλεί, και συνεχίζει: “Είναι ο ταπεινότερος των ιερέων και ο απλοϊκότερος των ανθρώπων... είναι αξιαγάπητος, είναι απλοϊκός και ενάρετος, είναι άξιος του πρώτου Μακαρισμού του Σωτήρος”.

Ήταν, όπως όλοι οι Άγιοι, αφιλοχρήματος και ελεήμων. “Περνούσε πολύ χρήμα από τα χέρια του, αλλά αμέσως διοχετευόταν στην ελεημοσύνη. Ως και νεαρούς διάκους βοηθούσε να σπουδάσουν. Πολλές φορές δεν είχε ούτε μια πεντάρα πάνω του. Χωρίς να το προσέξη κάποτε πήρε ένα αμάξι να τον πάη σε κάποιο σπίτι. Όταν έφθασαν και ηθέλησε να πληρώση... κοιτάζει για λεπτά, ξανακοιτάζει, τίποτα. Βρέθηκε σε αμηχανία. Του λέγει ο αμαξάς: “Δεν είσαι συ ο εφημέριος του Αγίου Ιωάννου, ο παπα - Νικόλας;” - “Ναι, παιδί μου, εγώ είμαι”. - Έ, δεν θέλω λεπτά, μόνον την ευχή σου!””. Σε μια άλλη περίπτωση κάποιος, που του διάβασε κάποτε παράκληση, του έδωσε ως πληρωμή κάποιο σεβαστό ποσόν, μέσα σε κλειστόν φάκελο. Αυτός, καθώς πήρε τον φάκελο, τον έδωσε αμέσως κλειστόν σε μια πτωχή, που τον περίμενε πότε να τελειώση την παράκληση. Ο άνθρωπος που του τον έδωσε, άναψε από στενοχώρια. “Μα τον ευλογημένον”, έλεγε, “να μην κοιτάξη καν τι του έδωσα;!”.

Έδειχνε μεγάλη υπομονή στους πειρασμούς και τις δοκιμασίες και αφάνταστη ψυχραιμία. Έλεγε κάποτε ο ίδιος συμβουλεύοντας μια πνευματική του κόρη: “Εγώ παιδί μου με την υπομονή τα έβγαλα πέρα τα τόσα σκάνταλα που μου παρουσιαζόντουσαν”.

Μεγάλη σημασία έδινε στην προσοχή και την συγκέντρωση του νου κατά την διάρκεια της προσευχής και της λατρείας. Στις διδασκαλίες του προς τα πνευματικά του παιδιά τόνιζε πολύ το σημείο αυτό. Μάλιστα, όταν έβγαινε να θυμιάση, κατά την διάρκεια του Όρθρου, πολλές φορές τον είδαν να θυμιά άδεια στασίδια, ενώ αντίθετα δεν θυμιούσε κάποιους από τους παρισταμένους. Με το πνευματικό του χάρισμα διέκρινε ότι, κάποιοι από τους παρόντες σωματικά ήσαν ουσιαστικά απόντες, αφού ο νους τους ήταν σκορπισμένος και τριγυρνούσε έξω εδώ κι εκεί, ενώ κάποιοι που απουσίαζαν, λόγω ασθενείας ή για άλλους λόγους ανωτέρους της θελήσεώς τους ήσαν νοερά παρόντες και προσευχόντουσαν την ώρα εκείνη. 

Λειτουργούσε συχνά και μνημόνευε στην Αγία Πρόθεση πάρα πολλά ονόματα ζώντων και κεκοιμημένων. Αξιώθηκε να ακούση ψαλμωδίες αγγέλων.

Προτρέπουμε την ανάγνωση του βίου του, που προκαλεί μεγάλη γλυκύτητα στην καρδιά, όρεξη για προσευχή, μετάνοια και διάθεση για διόρθωση και μίμηση της θεάρεστης ζωής του.
 
Από το περιοδικό ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ
 ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΟΝ ΕΓΚΟΛΠΙΟΝ    www.egolpion.com
27  ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ  2011


Read more: http://www.egolpion.com/planas_papavarnava.el.aspx#ixzz41inwyC5M

ΕΝΑ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΦΥΤΩΡΙΟ





 
ΕΝΑ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΦΥΤΩΡΙΟ
Κωστή Μπαστιά

     Οι  αγρυπνίες τού Αγίου Ελισαίου σταθήκανε πνευ­ματικό φυτώριο. Μέσα στο ταπεινό αυτό εκκλησάκι, στους Αγέρηδες, το ιδιωτικό, το ανύπαρκτο τώρα πια, αφού το γκρέμισε η σκαπάνη της οικονομικής σκοπιμότητας, ο Όσιος παπα-Νικόλας ο Πλανάς, ο Αλέξανδρος Παπα­διαμάντης, ο Αλέξανδρος Μωραϊτίδης και μία πλειάδα ταπεινών ορθοδόξων Χριστιανών, είχανε οργανώσει αυτές τις αγρυπνίες.
Λειτουργός ο ακούραστος ψάλτης ο Αλέξανδρος Παπα­διαμάντης, κι αριστερός ψάλτης ο Αλέξανδρος Μωραϊτίδης. Και γύρω τους ένα εκκλησίασμα από ταπεινούς Χριστιανούς, που δεν κουραζόντανε, ούτε από τις μακρυές ακολουθίες, ούτε από την αγρυπνία, ούτε από την ορθο­στασία. Ούτε τα βλέφαρά τους κλείνανε, ούτε τα γόνατά τους λυγίζανε.

Οι ταπεινοί αυτοί Χριστιανοί, ούτε συλλόγους είχανε σκαρώ­σει, ούτε λόγους βγάζανε, ούτε συχνάζανε στα γραφεία των εφημερίδων, απαιτώντας προ­σωπική προβολή και παινέματα των δημοσιογράφων, ούτε καλούσανε κανέναν ισχυρό να 'ρθη, να τους καμαρώση και να τους ενισχύση.
 Δεν κάνανε κοινωνικό Χρι­στιανισμό, ούτε είχε ψηλώσει ο νους τους, ώστε να θέλουνε να βολέψουνε τα στραβά τού κό­σμου, σαν κείνους τους πιο θεόστραβους άπ' όλους, που παρασταίνουνε τον εκλεχτό τού Θεού, τον προωρισμένο ν' αποκαταστήση την δικαιοσύνη του, στον ξεστρατισμέ­νο κόσμο. Είτανε άνθρωποι απλοί, ταπεινοί Χριστιανοί, που πιστεύανε στον Θεάνθρωπο Χριστό, στη Παναγία Θεοτόκο και στους αγίους Του. Και πιστοί στο Λόγο Του, δεν νοιαζότανε για τα κρίματα των αλλονών, αλλά για τα δικά τους. Κι' αυτές τις δικές τους πληγές πασχίζανε να επουλώσουνε με νηστείες, με προσευχή, με καθημερινή παρουσία στον Οίκο Του, μ' αδιάκοπο διάβασμα τού Λό­γου Του, τού Ευαγγελικού και των βίων των αγίων, που βρίσκανε μέσα στα συναξάρια.

 Ούτε ο παπα-Νικόλας ο Πλανάς, ούτε ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, ούτε ο Μωραϊτίδης, ούτε κανένας από κείνους, που αγρυπνούσανε στον Άγιο Ελισαίο, δεν σπαταλούσανε την ώρα της προσευχής, βγάζοντας λόγους, τάχα για να σώσουνε τους άλλους, ενώ στη ουσία αν το κάνανε δεν θα σώζανε κανέναν με τα λόγια, αλλά μονάχα θα προβάλλανε τον εαυτό τους.
Σαν γνήσιοι ορθόδοξοι είχανε αφήσει στους φραγκίζοντες και προτεσταντίζοντες τις ευσεβείς φλυαρίες και κείνοι ζούσανε την λειτουργική ζωή της Εκκλησίας, που είναι μυστήριο και κλείνει μέσα της όσα κανένα κήρυγ­μα δεν μπορεί να κλείση. Γιατί όλα τα λέει η λειτουρ­γία, το Λυχνικό, το Ψαλτήρι κι' η ορθόδοξη υμνογραφία. Όλα, πέρα για πέρα. Και τόσο πολύ, που και μία προσταφαίρεσι δεν είναι δυνατή και νοητή.
 Ο παπα-Νικόλας ο Πλανάς στάθηκε η πιο ολοκληρωμένη λειτουργική έκφρασι μέσα στη ορθόδοξη Ελλάδα τού δεύτερου μισού τού περασμένου αιώνα και των πρώτων εικοσιπέντε χρόνων τού τωρινού. Λειτουργική στά­θηκε ολάκερη η ζωή του. Ξη­μερώματα άρχιζε και μεσημέρι τελείωνε. Γιατί τάλεγε όλα, γιατί μνημόνευε εκατοντάδες νεκρούς και ζωντανούς. Και το εκκλησί­ασμα ούτε αβάσταχτες εύρισκε αυτές τις ακολουθίες, ούτε καταπονετικές, ούτε εμπόδιο στις δουλειές του. Φτωχοί και πολ­λοί μεροκαματιάρηδες ήτανε αυτοί που εκκλησιαζόντανε στον Άγιο Ελισαίο, ή στον Άγιο Γιάννη τον Κυνηγό, της οδού Βουλιαγ­μένης, όπου χρόνια λειτουργούσε ο παπα-Νικόλας ο Πλανάς. Άνθρωποι της ανάγκης, θεόφτωχοι, κοπιώντες και πεφορτισμένοι. Κι' όμως δεν κουραζόντανε για ένα και μόνο λόγο: Δεν ήτανε ξένοι προς τα μυστήρια και τις ακολουθίες. Τις διαβάζανε, ξέρανε όλα άπ' έξω και γευότανε τη λειτουργία ή τις ακολουθίες των αγρυπνιών, όταν τις τελούσε ένας ιερέας ταπεινός και καθαρός την καρδία. Αυτός ο κόσμος γευότανε όσα έλεγε ο λει­τουργός όσα ψέλνανε οι ψαλτάδες. Τα σιγόλεγε και τα σιγόψελνε και το εκκλησίασμα και κάθε λέξη και κάθε φράση και κάθε μουσικός φθόγγος ήτανε βίωμα. Δεν ακούγανε λόγια αδιάφορα γι' αυτούς ή μουσική κοσμική ή εικόνες φράγκικες, θεατρικές και γλυκανάλατες. Ο,τι ακούγανε σκορπούσε γαλήνη στη ψυχή και στο πνεύμα τους και τα μάτια τους δεχότανε σαν ίαμα τ' άγια εικονί­σματα της βυζαντινής αγιογραφίας. Όξω και μακρυά άπ' τη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας, δεν βρίσκανε ούτε λύτρωση, ούτε ανάπαυση. Ο πόθος τους για χριστιανική δικαιοσύνη, όπως το βλέπουμε τόσες φορές στο έργο τού Παπαδιαμάντη και τού Μωραϊτίδη, δεν έκρυψε ποτέ την οργή της εκδίκησης. Η αγάπη που τους θέρμαινε δεν ήτανε η ανήσυχη κι' εναγώνια αγάπη τού κόσμου, αλλά η ατάραχη και ειρηνική αγάπη τού Χριστού.

 Αυτοί οι επιζώντες, όπως και μερικοί άλλοι, καθώς και κείνοι που κοιμηθήκανε εν Κυρίω από τους αγρυπνητές τού προφήτη Ελισαίου, ξέρουνε πως η λογική τού κόσμου δεν έχει θέση στο χριστιανικό περίβολο, όπως δεν έχει θέση κι' η μεθοδολογία τού κόσμου. Γιατί αυτά κρίνοντάς τα με τα μέτρα τους και βλέποντάς τα με τα κοντόθωρα μάτια τους δεν μπορούνε να καταλάβουνε πως ο Χριστιανισμός είναι η πιο μεγάλη περιπέτεια, η πιο μεγάλη υπερβολή και το πιο απίστευτο απ' όλα τα πιο απίστευτα τού κόσμου. Για τούτο κι' η λειτουργική ζωή της Εκκλησίας είναι η ορθοδοξία ανόθευτη απ' όλες τις κοσμικόφρονες επιδράσεις τού δυτικού κόσμου.     

Από την εφημερίδα Η Βραδυνή, της 8ης Ιουνίου 1960.
ΨΗΦΙΟΠΟΙΗΣΗ:
Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον www.egolpion.com

Ο ΑΠΛΟΪΚΟΣ ΠΟΙΜΗΝ ΤΩΝ ΑΠΛΩΝ ΠΡΟΒΑΤΩΝ


Ο ΑΠΛΟΪΚΟΣ ΠΟΙΜΗΝ ΤΩΝ ΑΠΛΩΝ ΠΡΟΒΑΤΩΝ


 

 
Ο ΑΠΛΟΪΚΟΣ ΠΟΙΜΗΝ
ΤΩΝ ΑΠΛΩΝ ΠΡΟΒΑΤΩΝ
Φώτη Κόντογλου

Το πανάγιο και γλυκύτατο στόμα, που ο,τι είπε είναι αλήθεια, λάλησε και τούτα τα λόγια που αναπαύουν την καρδιά κάθε ανθρώπου: Μακάριοι οι καθαροί τη καρδία, ότι αυτοί τον Θεόν όψονται. Μακάριοι οι ειρηνοποιώνει, ότι αυτοί υιοί Θεού κληθήσονται.
Όσο κουραστικός είναι ο κακός και πονηρός άνθρω­πος, άλλο τόσο ξεκουραστικός είναι ο καλός και ευλαβής. Ο προφήτης Δαυίδ λέγει για τον κακόν: υπό την γλώσσαν αυτού κόπος και πόνος. Κ' οι αρχαίοι Έλληνες τον κακό τον άνθρωπο πολύ σωστά τον λέγανε μοχθηρόν, που θα πη κουραστικός. Κι αυτός ο δυστυχής άνθρωπος δεν είναι μοναχά κουραστικός για τους άλλους, αλλά κι ο ίδιος είναι κουρασμένος από τις πονηρές έγνοιες του, ενώ ο καλόψυχος και απλός είναι ξεκούραστος. Γι' αυτό ο Κύριος είπε: Ελάτε σε μένα οι κουρασμένοι κ' οι φορτωμένοι, κ' εγώ θα σάς ξε­κουράσω. Με αυτά τα λόγια δεν κάλεσε κοντά του μοναχά όσους είναι κουρασμένοι από τις θλίψεις και τις δυστυχίες της ζωής, αλλά κάλεσε κ' εκείνους που είναι κουρασμένοι και φορ­τωμένοι με τις μάταιες γνώσεις, με τις μάταιες φροντίδες και με τις πολύπλοκες πονηριές που ρίχνουν τον άνθρωπο στη απελπισία της απιστίας.
 Η ομιλία του καλού ανθρώπου ξεκουράζει και ειρηνεύει, γιατί είναι ίσια, απλή κ' ειλικρι­νής, κ' η ψυχή μας ευχαριστιέ­ται να τον ακούη, σαν τον στρατοκόπο που ξεδιψά από το δροσερό νεράκι της ερημικής βρυσούλας.
Ο κόσμος ας πορεύεται στον δρόμο του, εις την ευρύχωρο οδόν την απάγουσαν εις την απώλειαν (Ματθ. ζ 13). Οι λίγοι που ξεστρατίζουνε άπ' αυτόν τον δρόμο, ζούνε μεν κρυφά από τον κόσμο, περιφρονημένοι και περιπαιγμένοι, μα αυτοί έχουνε τη μακάρια ελπίδα, που είναι αθανασία πλήρης. Οι άλλοι είναι, κατά τον απόστολο Παύλο, οι μη έχοντες ελπίδα.
Για τούτο κι ο μακάριος και αθώος γέροντας, ο παπα-Νικόλας ο Πλανάς, έζησε χαρούμενος σαν νάτανε παιδάκι, εν ιλαρότητι, μ' όλες τις πίκρες που πέρασε, επειδή είχε μέσα του το Πνεύμα το Άγιο, που λέγεται Παράκλητος, δηλαδή Παρηγορητής, γιατί όποιος είναι φωτισμένος άπ' αυτό, έχει την παρηγοριά που νικά όλες τις πίκρες, κι αχτινοβολά το πρόσωπό του. Σ' αυτόν η περιφρόνηση γίνεται ευπρόσδεκτη με χαρά, η φτώχεια κ' η στέρηση γίνεται πλούτος, η κακομεταχείριση αλλάζει σε τιμή, το μίσος σε αγάπη, η απελπισία σε μακάρια ελπίδα, η θλίψη σε χαρά.
 Αληθινά, είναι βλογημένοι και καλότυχοι όσοι καταλάβανε γρήγορα την πίκρα που βρίσκεται μέσα στις χαρές του κόσμου και πήγανε κοντά στον Χριστό που μακάρισε τους πτωχούς τω πνεύματι, τούς πενθούντες, τους πραείς, τους ελεήμονας, τους καθαρούς τη καρδία, τους ειρηνοποιούς.
Οι άνθρωποι με το σαρκικό φρόνημα ας τους νομίζουν δυστυχισμένους, παραπετα­μένους, περιφρονημένους, ακοινώνητους, άχαρους, στε­ρημένους, πικραμένους. Αυτοί οι καλότυχοι έχουν πάρει δώρο από τον Κύριο να αλλάζουν θαυμαστά το πένθος σε χαρά, το δάκρυο σε αγαλλίαση, και σε όσα είπαμε παραπάνω. Σ' αυτούς γίνεται το μυστήριο εκείνης της θαυμαστής καταστάσε­ως που λέγεται από τους Πατέ­ρας χαρμολύπη ή χαροποιό πένθος. Τούτα είναι τα δώρα του αγίου Πνεύματος, που είναι ακατανόητα στους σαρκικούς ανθρώπους, και που για να τα πη κανένας μεταχειρίζεται και καινούργιες λέξεις, όπως είναι η χαρμολύπη. Αυτή είναι η καινούργια γλώσσα που είπε ο Χριστός πως θα λαλήσουν όσοι θα πιστέψουν σ' αυτόν: Γλώσσαις λαλήσουσι καιναίς (Μαρκ. ιστ 17).
 Για τον χριστιανό, δεν υπάρχει δραστικώτερο δίδαγμα από το να διαβάζη τη ζωή ενός αγίου, προ πάντων ενός ανθρώπου που έζησε στον καιρό του, και που φάνηκε πως ήτανε άγιος από μόνος του, χωρίς να συντελέση σ' αυτό μήτε κανένας θόρυβος γι' αυτόν, μήτε κανένα εγκώμιο ειπωμένο από κάποιο επίσημο άνθρωπο. Μάλιστα, εκείνος που τον πιστέψανε για άγιο, φαινό­τανε από κάθε τι που έκανε και που έλεγε, πως δεν είχε καμμιά ιδέα για την αγιωσύνη του, αλλά το δάκρυο για τις αμαρτίες του δεν έλειπε από τα μάτια του, ενώ προσπαθούσε να ζη κρυμμένος και μοναχιασμένος, ως στρουθίον μονάζον επί δώματος. Η χαρά του κ' η ζωή του ήτανε να λατρεύη τον Θεό ημέρας και νυκτός, να κάνη Λειτουργίες, αγρυπνίες, εσπε­ρινούς, παρακλήσεις, αγιασμούς, ευχέλαια, μνημόσυνα. Έξω από αυτά, ζωή και ευτυχία δεν υπήρχε για τον γέροντα, για τον παππού, για τον παπα-Νικόλα, κατά τον προφήτη Δαυίδ που λέγει: Μία ητησάμην παρά Κυρίου, ταύτην ζητήσω, το κατοικείν με εν οίκω Κυρίου πάσας τας ημέρας της ζωής μου. Τού θεωρείν με την τερπνότητα Κυρίου, τού επισκέπτεσθαι τον ναόν τον άγιο αυτού (Ψαλμ. κστ' 4). Και με την άσβεστη δίψα που είχε να ιερουργή, μαζι με την απλοϊκή συνοδεία του παράσερνε και τους αδιάφορους και τους ακατάνυκτους, και τους έκανε χριστιανούς. Η συνοδεία του ήτανε τα τέκνα του, υιοί και θυγατέρες τού Χριστού, ευλογημένη συντροφιά, που στη μέση είχανε τον αθώο γέροντα για οδηγό, τον καλό ποιμένα, που οδηγούσε τα πρόβατα του στα καλά και δροσερά λειβάδια της Ορθοδόξου πίστεως. Όλη η έγνοια κ' η φροντίδα τού γέροντα ήτανε η σωτηρία των προβάτων. Τα πονούσε, επειδή δεν ήτανε ο μισθωτός, που αφήνει τα πρόβατα και φεύγει.
 Και πως δεν ήτανε μι­σθωτός το φανερώνει όλη η ζωή του, που την πέρασε χωρίς να αποκτήση τίποτα. Με τα χρήματα δεν είχε καμμιά συνάφεια, όπως είπαμε πρωτύτερα. Ο,τι τού δίνανε για να λειτουργήση και για να μνημονέψη, από το ένα χέρι τα έπαιρνε κι από τ' άλλο τα έδινε. Τα πρόβατά του ήθελε ν' ανακουφίση, κ' εκείνος ας ήτανε πεινασμένος, διψασμέ­νος, κουρασμένος, με στεγνό λαρύγγι, ύστερ' από χιλιάδες ονόματα που είχε μνημονέψει. Επί χρόνια έσερνε μαζί του δέματα από χαρτιά κιτρινισμένα, που απάνω σ' αυτά ήτανε γραμμένα ένα πλήθος ακαταμέτρητο ονόματα κεκοιμημένων. Ω! Τι απίστευτη απλότητα και αγαθότητα! Και πόσο μακάριοι θα είναι όσοι τεθνεώτες μνημονευθήκανε από έναν τέτοιο ιερέα!
 Μεγάλο και ψυχοσωτήριο παράδειγμα για μας είναι η ζωή ενός τέτοιου ανθρώπου στον σημερινό καιρό που φούντωσε η αμαρτία, και που την κάθε λογής ακολασία την έχουν συνηθίσει τόσο οι άνθρωποι, ώστε να έχουν γίνει αναίσθητοι. Στους πλέον σκοτεινούς καιρούς, που κρύβεται το λαμπερό πρόσωπο τού Θεού από τα μάτια των ανθρώπων, η φιλανθρωπία του φανερώνει ανάμεσά μας κάποιο απεσταλμένο του, για να μας στερεώση στη πίστη με την
πολιτεία του, κι ας μη λέγη πολλά λόγια. Τέτοιος απεσταλμένος ήτανε ο παπα-Πλανάς, που μήτε γράμματα γνώριζε, μήτε είχε την ευκολία στα λόγια που έχουν εκείνοι όπου συνηθίζει ο κόσμος να τους λέγη θεολόγους, και που σπου­δάζουν στα πανεπιστήμια και στ' άλλα σχολειά και παίρνουν διπλώματα.
Γνώρισμα της Ορθοδοξίας είναι η απλότητα της καρδιάς που φέρνει την πίστη. Κι όπου υπάρχει αληθινή κι αμετασάλευτη πίστη, φανερώνουνται όλα τα πνευματικά χαρίσματα και δώρα τού Θεού.
 Όλ' αυτά τα ουράνια χαρίσματα τα είχε λάβει από τον Κύριο ο παπα-Νικόλας. Όλα αυτά τα άφθαρτα διαμάντια στολίζανε εκείνο το φτωχοντυμένο γεροντάκι, που στάθηκε ο πιο ταπεινός από τους ταπεινούς. Για τούτο η θεία χάρη σκήνωσε μέσα του, κατά τον λόγο της Γραφής που λέγει:
Επί τίνα επιβλέψω, άλλ' η επί τον ταπεινό και ησύχιο και τρέμοντά μου τους λόγους; (Ης. ξστ' 2).
 Ποιος άρχοντας, ποιος βαθύπλουτος έζησε σαν τον παπα-Πλανά, που δεν είχε που την κεφαλή κλίνη; Ποιος δοξασμένος αγαπήθηκε όσο αγαπήθηκε εκείνος που κρυβότανε για να μη τον δη κανένας; Ποιος ρήτορας στάθηκε πιο εκφραστικός από τον παπα-Νικόλα, που ψεύδιζε σαν νάτανε κανένα νήπιο;
Κι αληθινά, ποιος ήτα­νε πιο πλούσιος από τον αγιασμένο αυτόν γέρο­ντα, αφού τα είχε όλα στη ζωή του, χωρίς να κρατά μία δραχμή στη τσέπη του; Αυτός ζούσε σαν εκείνους τους βλογημένους που λέγει ο απόστολος Παύλος πως ήτανε μηδέν έχοντες και τα πάντα κατέχοντες. Ζητούσε πρώτα τη βασιλεία τού Θεού, κι όλα τα άλλα προσετίθεντο αυτώ (Μαρκ. δ' 24). Το πιο μικρό νόμισμα δεν βραδυαζότανε στη τσέπη του. Γιατί, όπως λέγει ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολό­γος, εκείνος όπου έχει φυλαγμένα χρήματα, είναι αδύνατο να πιστεύη και να ελπίζη στον Θεό. Και τούτο είναι φανερό από εκείνα όπου είπε ο Χριστός και Θεός μας: Όπου ο θησαυρός υμών, εκεί έσται και η καρδία υμών (Ματθ. στ' 21).
 
Από το βιβλίο Ο παπα-Νικόλας Πλανάς, ο απλοϊκός ποιμήν των απλών προβάτων, εκδ. Αστήρ.
 
ΨΗΦΙΟΠΟΙΗΣΗ:
Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον www.egolpion.com
1 ΜΑΡΤΙΟΥ  2011

Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2015

†. Κυ 02-11-2014, ΤΟ ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ ΤΩΝ ΜΕΤΑΝΟΗΜΕΝΩΝ ΚΑΡΔΙΩΝ


ΤΟ ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ ΤΩΝ ΜΕΤΑΝΟΗΜΕΝΩΝ ΚΑΡΔΙΩΝ

 


 
ἀπό τήν ἱστοσελίδα floga.gr, ἐπάνω στό χωρίο τοῦ κατά Λουκᾶν Εὐαγγελίου, κεφάλαιο 16ο, στίχοι 19 ἕως 31, στά πλαίσια τῆς ἑρμηνείας πού ἔγινε στό κήρυγμα τῆς Κυριακῆς 2-11-2014.
 
Ἄν δέν γνώριζα πώς τό κείμενο, πού ἀκούσαμε πρίν ἀπό λίγο, ἀνῆκε στόν Εὐαγγελιστή Λουκᾶ καί τό ἄκουγα ἔτσι, θά ἔλεγα πού κάποιος ἀντιγράφει ἤ κλέβει τώρα τό κομμουνιστικό μανιφέστο τῆς ἐπαναστάσεως τῶν λαῶν κατά τοῦ χυδαίου καπιταλισμοῦ. Ἀλλά δυστυχῶς ἤ εὐτυχῶς δέν εἶναι τά πράγματα ἔτσι καί σίγουρα ὁ Λουκᾶς δέν ἀντέγραψε τόν Μάρξ, πιθανῶς ὁ Μάρξ τόν Λουκᾶ, δέν τό ξέρω αὐτό. Μοιάζει τό κείμενο, γιατί ἔχει ὁμοιότητες. Κάποιοι πλούσιοι, κάποιοι φτωχοί. Ἐδῶ εἶναι δύο προσωπικότητες, πλούσιος καί φτωχός. Καί γίνεται μιά ἀνατροπή. Κάποιοι περνοῦσαν καλά, μετά δέν περνοῦν καλά. Κάποιοι πού δέν περνοῦσαν καλά, περνοῦν καλά. Αὐτή εἶναι ἡ κοσμική προοπτική αὐτοῦ τοῦ μανιφέστου. Πού καλό στίς προοπτικές του, ἀλλά ἀδύνατο στή δυνατότητα νά γίνει θεραπεία. Γιατί ἐδῶ μιλᾶμε στό μανιφέστο γιά ἕνα σύστημα. Ἀλλά τό κείμενο τό εὐαγγελικό ἀρχίζει διαφοροποίηση, μιλάει γιά τά πρόσωπα. Δέν μιλάει γιά τόν πλοῦτο, γιά τή φτώχεια, μιλάει γιά τόν φτωχό καί τόν πλούσιο. Ἄρα ἡ θεραπευτική κρίνεται στά πρόσωπα καί ὄχι στά συστήματα. Πολύ καλή προοπτική νά ἀλλάξει τό σύστημα, ἀλλά χωρίς τά πρόσωπα δέν ἀλλάζει τίποτα. Καί θά δοῦμε ἀκριβῶς αὐτά πού σᾶς λέω τώρα, θά τά επιβεβαιώσουμε ἀπ᾽ τό κείμενο μέσα, ὅπου ἀναλύεται μέ ἕνα μοναδικό τρόπο ἡ προσωπικότητα τοῦ πλουσίου καί τοῦ φτωχοῦ. Καί εἶναι βαθιές οἱ τομές πού γίνονται, πολύ βαθιές θεολογικές, βαθιές θά τολμῶ νά πῶ δηλαδή ψυχολογικές τομές πού ἀναφέρονται στήν προσωπικότητα τοῦ ἀνθρώπου.
Νά δοῦμε πρῶτα-πρῶτα τόν φτωχό. Τά στοιχεῖα τοῦ φτωχοῦ. Πρῶτα-πρῶτα ὁ φτωχός ἔχει ὄνομα. Ὁ ἄλλος δέν ἔχει ὄνομα, ὁ πλούσιος. Ἔχω ὄνομα σημαίνει ἔχω προσωπικότητα. Γι᾽ αὐτό βλέπετε, στή βάπτισή μας παίρνουμε τό ὄνομά μας καί ἀποκτοῦμε προσωπικότητα. Καί μάλιστα προσωπικότητα μπροστά στόν Θεό, πρό-σω-πο. Θά δοῦμε τόν Θεό πρόσωπο πρός πρόσωπο. Ἄρα τό πρῶτο στοιχεῖο αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου, πού εἶναι φτωχός κατά τά κοσμικά μεγέθη καί τά οἰκονομικά μεγέθη, εἶναι ἡ προσωπικότητα.
Τό δεύτερο στοιχεῖο: Δέν φαίνεται καθόλου νά διαμαρτύρεται, δηλαδή δέν πάει μιά πορεία μέ τό ΠΑΜΕ καί τό ΣΥΡΙΖΑ, γιά νά βρεῖ τό δίκαιό του. Δέν φαίνεται νά διαμαρτύρεται, θά πεῖς εἶναι κουτός, ἀλλά ἔχει καί ἄλλα στοιχεῖα. Προσέξτε τό στοιχεῖο πού φαίνεται λίγο γελοῖο καί λίγο τραγικό καί πιό τραγικό ἀπ᾽ ὅ,τι φαίνεται. Τό ὅτι ἔρχονται τά σκυλιά καί τρώγουν ἀπό τίς σάρκες του, τίς γλείφουν, λέει. Λένε οἱ Πατέρες εἶναι εἰς τύπον Χριστοῦ. Πέθανε καί τρῶμε τόν Χριστό. Καί μήν ξεχνᾶτε πού ὁ Χριστός ὁ Ἴδιος χαρακτήρισε τούς ἀνθρώπους πού εἶναι μακριά ἀπό τόν Θεό «κυνάρια».
Τελικά, ὅταν πεθαίνει αὐτός ὁ φτωχός ἄνθρωπος, τόν ὑποδέχονται ἄγγελοι. Αὐτά τά στοιχεῖα δηλώνουν τή βαθιά προσωπικότητα αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου, πού αὐτός μπορεῖ νά ἀλλάξει τόν κόσμο. Πρῶτα-πρῶτα γιατί εἶναι μιά προσωπικότητα πολύ βαθιά. Δέν εἶναι πιά τό σύστημα. Εἶναι ἡ προσωπικότητα.
Καί πᾶμε στήν ἱστορία τοῦ πλουσίου. Τά στοιχεῖα τοῦ πλουσίου εἶναι τά ἑξῆς, τό ὅτι τρώει καλά καί ντύνεται καλά, ἄλλα στοιχεῖα δέν ξέρουμε, οὔτε τό ὄνομά του ξέρουμε. Ξέρουμε τά στοιχεῖα τά κοσμικά, πού ἀφοροῦν τή σάρκα του. Καί ἔρχονται οἱ Πατέρες νά κάνουν μιά πολύ βαθιά ἀνάλυση. Ὁ ἄνθρωπος ἔχει σῶμα καί ψυχή. Καί τά δύο τά καλλιεργοῦμε, κατά τά μέτρα τῆς εὐδοκίας τοῦ Θεοῦ. Ἐδῶ, στήν περίπτωση τοῦ πλουσίου καλλιεργεῖται μόνο τό σῶμα. Βλέπετε τροφή καί ροῦχα, τά ἐξωτερικά στοιχεῖα. Καμιά ἀναφορά γιά τήν ψυχή. Προσέξτε, ἔχουμε δύο πόδια, ἄν τό ἕνα καλλιεργήσουμε μόνο καί τό ἄλλο τό ἀφήσουμε ἀτροφικό, δέν θά μποροῦμε νά περπατήσουμε, θά γίνουμε ἀνάπηροι. Αὐτό παθαίνει αὐτός ὁ ἄνθρωπος, καλλιεργεῖ μόνο ἕνα στοιχεῖο καί μάλιστα δαιμονικά τό καλλιεργεῖ, ἀφοῦ δέν καλλιεργεῖ καί τό ἄλλο μαζί καί γίνεται πάνω του μιά ἀναπηρία.
Προσέξτε τώρα τό καίριο στοιχεῖο. Πεθαίνουν καί οἱ δύο· ὁ ἕνας πάει κοντά στούς κόλπους τοῦ Ἀβραάμ, μαζί μέ τούς ἀγγέλους. Ὁ ἄλλος πεθαίνει ἀλλά μέ τόν θάνατο τί γίνεται; Ποῦ στήριξε τή ζωή του; Στό σῶμα. Τό σῶμα ἔλιωσε ὅμως. Ἔμεινε τίποτα ἀπό τήν ψυχή; Ὅ,τι στοιχεῖο πιά τοῦ ἔμεινε, πού ἦταν ἡ ψυχή του δέν ἔχει καμιά καλλιέργεια. Γι᾽ αὐτό καί τό κείμενο, πού εἶναι συγκλονιστικό τό κείμενο, βάζει αὐτόν δῆθεν νά ὁμιλεῖ, βλέπετε νά μιλήσει δέν μπορεῖ πιά, δέν ἔχει σῶμα νά μιλήσει. Τόν βάζει νά ρωτάει, νά τοῦ βάλουν λίγο νερό στό στόμα. Δέν ἔχει στόμα νά πάρει νερό νά δροσιστεῖ. Δέν μπορεῖ νά τό κάνει, δέν ἔχει σῶμα. Εἶναι συμβολικές κινήσεις. Βάζει στήν κουβέντα, νά ὑπάρχει μεγάλη ἀπόσταση. Μά οἱ ἀποστάσεις ὑπάρχουν ὅταν ὑπάρχουν οἱ γεωμετρικές περιγραφές, ἔ; Δέν ὑπάρχει ἀπόσταση. Ἡ ἀπόσταση ἀπ᾽ τόν Θεό εἶναι πιό λιγότερο ἀπό τό μισό [τοῦ] μισοῦ τοῦ χιλιοστοῦ. Ὅσο ἀπέχει ὁ νοῦς ἀπ᾽ τήν καρδιά μας. Δέν ὑπάρχει ἀπόσταση. Τά στοιχεῖα εἶναι συγκλονιστικά δηλαδή, καί μετά βάζει τό στοιχεῖο, τό ὅτι ἐνδιαφέρεται γιά τούς ἄλλους, γιά τά ἀδέρφια του, ὄχι γιά τόν ἴδιο βέβαια. Δέν μπορεῖ νά ἐνδιαφερθεῖ γιά τόν ἴδιο. Μιλάει γιά μετάνοια, ὄχι γιά τόν ἴδιο. Λέει γιά νά ἐνημερώσει τά ἀδέλφια του. Γιά νά ἔχεις μετάνοια πρέπει νά ἔχεις νοῦ. Ὅλα τά στοιχεῖα τά σωματικά λείπουν ἤδη. Ὅλα τά ὁποῖα λέει, ἄν ἦταν τά πράγματα ἀλλιώτικα θά μποροῦσε νά γίνει, δέν μπορεῖ νά γίνει, γιατί ὁ ἴδιος τά κατέστρεψε. Ἄρα ἡ ἱστορία αὐτοῦ τοῦ πλουσίου, δέν εἶναι ἡ ἱστορία πιά μιᾶς κοινωνικῆς ἀδικίας πού δέν τήν θέλουμε καθόλου. Ἀλλά ἡ ἱστορία ἀδικίας ἀποκαθίσταται ἄν κάποια πρόσωπα θ᾿ ἀλλάξουν. Ὅπου λειτουργεῖ πιά τό σῶμα τους καί ἡ ψυχή τους, ἡ ὁποία αὐτό μένει στό τέλος. Μπορεῖ νά καλλιεργήσει ὅλα τά χαρίσματα.
Εἶναι πραγματικά τό κείμενο συγκλονιστικό καί φυσικά ξεπερνάει τή διακήρυξη ἑνός κομμουνιστικοῦ μανιφέστου. Νά τό προσέξουμε βέβαια γιατί εἶναι τραγικά τά συστήματα τοῦ κόσμου καί τά συστήματα δέν γιατρεύονται διά τραγικῶν καταστάσεων. Ἀλλά μπορῶ νά πῶ πού γιατρεύονται διά συγκλονιστικῶν ἐπαναστάσεων, πού γίνονται μέσα στήν καρδιά μας καί στήν ψυχή μας. Ἡ βαθιά καλλιέργεια τῆς ψυχῆς, ἡ ὁποία θά φέρει αὐτή τήν ἀλλαγή τοῦ συστήματος μετά καί θά ἀλλάξουν τά πρόσωπα.
Προσέξτε λοιπόν, ἐπειδή τό κείμενο εἶναι συγκλονιστικό καί ἀφορᾶ ἐμᾶς καί καλλιεργοῦμε βαθιά τήν ψυχή μας, θεραπεύοντας καί τό σῶμα μας κατά τά μέτρα τῆς εὐδοκίας τοῦ Θεοῦ, ἐμεῖς οἱ χριστιανοί αὐτά νά τά προσέξουμε. Φυσικά δέν προσκολλόμαστε στά ἅρματα συστημάτων, καί δέν ἐλπίζουμε τίποτα ἀπ᾽ αὐτούς. Εἶναι τελείως ψεύτικα καί δέν ἔχουν κάτι νά ποῦν οὐσιαστικό, παρά μιλοῦν γιά σαρκικά μεγέθη. Ἐμεῖς δέν ζητᾶμε τέτοια ἀλλαγή, μακάρι νά γινόταν νά ἦταν ὅλοι ἅγιοι, ν᾿ ἀλλάξουν τά συστήματα. Κάνουμε μιά ἀλλαγή βαθιά στήν καρδιά μας. Καί αὐτή εἶναι ἡ ἐπανάσταση πού γίνεται. Ἄρα ἔχουμε καί ἐμεῖς τό δικό μας μανιφέστο. Ἡ βαθιά ἀλλαγή τῶν ἀνθρώπων μέσα τους. Ὅπου μετά θά ᾽ρθει καί ἡ ἀλλαγή τοῦ συστήματος. Δέν θά μπορεῖ πάλι νά ὑπάρχει πλούσιος πού νά ἐκμεταλλεύεται τούς ἄλλους.
Κείμενο συγκλονιστικό, κείμενο ἀληθινό, κείμενο θά ᾽λεγα, μοναδικό καί στήν ἑρμηνευτική του προσέγγιση κατά τούς Πατέρες. Ὅπου πιά ὅλοι οἱ κοινωνιστές γελοιοποιοῦνται. Καί ἔρχεται μπροστά τό Εὐαγγέλιο, ὁ Χριστός, ἡ Ἐκκλησία, προτείνει αὐτές τίς βαθιές ἀλλαγές χωρίς τραγικές, αἱματηρές ἐπαναστάσεις, ἀλλά ἐπαναστάσεις οὐσιαστικές μέσα στήν καρδιά μας!