Παρασκευή 14 Φεβρουαρίου 2020

Η θεραπευτική του φόβου: Ο φόβος του Θεού (Jean Claude Larchet)


theologia
Ο φόβος και οι καταστάσεις που συνδέονται ενδεχομένως μ’ αυτόν, όπως η δειλία, η ανησυχία, το άγχος, η αγωνία, η φο­βία, έχουν ουσιαστική σχέση, όπως είδαμε, με την προσκόλ­ληση στα αισθητά αγαθά. Δεν είναι λοιπόν δυνατόν να θερα­πευτεί ο άνθρωπος απ’ αυτόν παρά μόνο αν (απο)χωριστεί από τον κόσμο τούτο (Πρβλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Ομιλία-ανδριάντες), αν αποθέσει όλη του τη μέριμνα στο Θεό, με σταθερή την ελπίδα, ότι μέσω της Πρόνοιάς Του, θα φροντίσει για όλες του τις ανάγκες. Αυτό διδάσκει και ο ίδιος ο Χριστός: «Μη ουν μεριμνήσητε λέγοντες, τι φάγωμεν ή τι πίωμεν ή τι περιβαλώμεθα; πάντα γάρ ταύτα τα έθνη επιζη­τεί· οίδε γαρ ο Πατήρ ημών ο ουράνιος ότι χρήζετε τούτων απάντων. Ζητείτε δε πρώτον την Βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην Αυτού, και ταύτα πάντα προστεθήσεται υμίν. Μή ουν μερμνήσητε εις την αύριον» (Ματθ. 6, 31-34). Στην ίδια προοπτική ο Αγιος Ισαάκ ο Σύρος συμβουλεύει: «Εάν πιστεύης, ότι ο Θεός πρόνοιάν σου ποιήται, τί μεριμνάς και φροντίζεις περί προσκαίρων, και των της σαρκός σου χρειών; […]. Επίρριψον επί Κύριον την μέριμνάν σου, και Αυτός σε διαθρέψει. Και ου μη πτοηθής πτόησιν επερχομένην σοι», «έγγισον, φησίν, εις το ελπίσας εις εμέ, και αναπαύη εκ του έργου και του φόβου».
Η έλλειψη πίστης είναι, όπως είδαμε, η πρώτη πηγή του φόβου· αυτός υπάρχει λοιπόν σε καταστολή στην ψυχή του ανθρώπου κατά το μέτρο της πίστης του στο Θεό. Ο Ευάγριος παρατηρεί: «Πίστις ουκ εκκλίνουσα, […] υποψίαν φό­βου ου δέχεται» (Κεφάλαια γνωστικά). Όποιος έχει ακλόνητη πίστη στο Θεό και την Πρόνοιά Του είναι βέβαιο ότι θα λάβει απ’ Αυτόν σε κά­θε περίσταση βοήθεια και προστασία και δεν πρέπει πλέον να φοβάται ούτε τις συγκυρίες ούτε τους αντιπάλους ούτε ακόμη και τον ίδιο τον θάνατο. Ο Απόστολος Παύλος υπεν­θυμίζει ότι «Αυτός γαρ είρηκεν· ου μη σε ανώ ουδ’ ου μη σε εγκαταλίπω» και ότι «θαρρούντας ημάς λέγειν· Κύριος εμοί βοηθός, και ου φοβηθήσομαι» (Εβρ. 13, 5-6). Ο Ψαλμωδός σημειώνει: «Κύριος φωτισμός μου και σωτήρ μου· τίνα φοβη­θήσομαι; Κύριος υπερασπιστής της ζωής μου· από τίνος δειλιάσω; […]. Εάν παρατάξηται επ’ εμέ παρεμβολή, ου φοβηθήσεται η καρδία μου» (Ψαλμ. 26, 1.3). «Εάν πορευθώ εν μέσω σκιάς θανάτου, ου φοβηθήσομαι κακά, ότι συ μετ’ εμού ει» (Ψαλμ. 22,4). Και οι Παροιμίαι αναφέρουν: «Και ου φοβηθήση πτόησιν επελθούσαν, ουδέ ορμάς ασεβών επερχομένας· ο γαρ Κύριος έσται επί πασών οδών σου και ερείσει σόν πόδα, ίνα μη σαλευθής».
Μόνη της η πίστη δεν απελευθερώνει τον άνθρωπο από το φόβο· ο Θεός είναι εκείνος που απαντώντας στην πίστη του, του προσφέρει τη βοήθειά Του και την αρωγή Του (Πρβλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΓΑΖΗΣ, Επιστολή, ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΣ, Λόγος). Ο Αγιος Ισαάκ Σύρος γράφει: «Εάν η καρδία γαλήνη μη έχη από του φόβου και τρόμου, τήνικαύτα νοείτω, και γινωσκέτω, ότι ούτος ο φόβος της καρδίας αυτού δηλοί, και εμφαίνει, ότι ενδεής εστι πάντως ετέρου τινός βοηθούντος. […] Η γαρ του Θεού βοήθεια, φησίν, εστιν η σώζουσα».
Ο άνθρωπος οφείλει να ζητήσει τη βοήθεια τούτη μέσω της προσευχής, με την πίστη ότι ο Θεός μπορεί να του την πα­ράσχει και με την ελπίδα ότι θα του την προσφέρει. Πρέπει να σημειωθεί ότι το πιο δραστικό και αποτελεσματικό φάρ­μακο είναι η «προσευχή του Ιησού» που στρέφεται εναντίον του φόβου και όλων των συγγενών παθών (δειλίας, τρόμου, άγχους, αγωνίας). Ο Αγιος Ιωάννης Σιναΐτης συμβουλεύει: «Ιησού ονόματι μάστιζε πολεμίους· ου γαρ εστιν εν τω ουρανώ και επί της γης ισχυρότερον όπλον. Απαλλαγείς της νό­σου, [Σ.τ.μ.: Του φόβου και της δειλίας] ανύμνει τον λυτρωσάμενον· ευχαριστούμεος γαρ, εις αιώνας σκεπάσει σε» (Κλίμαξ). Και ο Ευάγριος παρατηρεί: «Ψόφους μεν και κτύπους και φωνάς και οικισμούς [Σ.τ.μ.: Προσβολές, βλάβες, βασανι­σμοί] εκ δαιμόνων ακούσεται ο καθαράς επιμελούμενος προσευχής, αλλ’ ου συμπετείται [Σ.τ.μ.: Δεν θα πετάξει μαζί δηλ. δεν θα συμπορευτεί με τις προκλήσεις των δαιμόνων], ουδέ προδώσει τον λογισμόν λέγων προς τον Θεόν: “Ου φο­βηθήσομαι κακά, ότι συ μετ’ εμού ει”, και τα όμοια» (Περί προσευχής). Ο ίδιος επιπλέον διαπιστώνει: «Ούτινος ο νους δια παντός προς τον Κύριόν εστι και ο ζήλος αυτού της μνήμης πλήρης και η επι­θυμία αυτού όλη προς Αυτόν εκτείνεται, τούτω το τους έξω των σωμάτων ημών περιφερομένους πολεμίους ανυποτά­κτους όντος ου φοβείσθαι εγγύς εστί» (Κεφάλαια γνωστικά). Η καρδιακή προσευχή δίνει πραγματικά τη δυνατότητα στον άνθρωπο να παραμένει μόνιμα ενωμένος με το Θεό και ν’ αποκομίζει διαρκώς οφέλη από τη βοήθειά Του· οπότε πλέον καμιά αιτία φόβου δεν μπορεί να τον αιφνιδιάζει. «Είπεν γέρων: “Καθεύδοντός σου ή εγειρομένου, ή άλλο τι ποιούντος, εάν η ο Θεός προ οφθαλμών σου, εν ουδενί δύναταί σε ο εχθρός εκφοβήσαι, εάν δε ο λογισμός ούτος εμμείνη εν τω Θεώ, και η δύναμις του Θεού μενεί εν αυτώ» (ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ ΠΑΤΕΡΩΝ, Συλλογαί διάφοροι). Όσο μάλιστα η προ­σευχή του είναι καθαρότερη, τόσο λιγότερο βιώνει ο άνθρω­πος το φόβο. Γράφει ο Αγιος Βαρσανούφιος: «Το σημείον δε, ότι ήψατο αυτού, [εστίν] ότι ουκ έτι ταράσσεται εάν πειράση αυτόν όλος ο κόσμος». [Σ.τ.μ.: Εάν συγκρουστεί]. Η εξαφάνιση του φόβου και των συναφών παθών προκύπτει στην περίπτωση τούτη ως αποτέλεσμα της συνεχούς παρου­σίας της θείας δύναμης στον άνθρωπο χάρη στην αδιάλειπτη προσευχή. Είναι δυνατόν όμως ο άνθρωπος να λυτρωθεί από τα πάθη του και με κάποια ειδική προσευχή. Γράφει σχετικά ο Αγιος Ιωάννης ο Ερημίτης ότι με το αίτημα που διατυπώ­νουμε στο Χριστό μπορούμε να πάρουμε δύναμη βοήθεια για (ν’ αντιμετωπίσουμε) όλες τις αγωνίες και τους φόβους μας. Ένα απόφθεγμα αναφέρει ότι «ηρώτησέ τις τον αββάν Θεόδωρον: “Εάν άφνω γένηταί τις πτώσις, και συ φοβή αββά”; Λέγει αυτώ ο γέρων: “Εάν κολληθή [Σ.τ.μ.: Απόδειξη ότι ισχύουν και έχουν γίνει κατανοητά αυτά, που αναφέρει πα­ραπάνω ο Αγιος Βαρσανούφιος είναι η αταραξία του αν­θρώπου έναντι κάθε πειρασμού, δοκιμασίας και επίθεσης από μέρους του κόσμου. Και γράφει αμέσως πριν ο Αγιος: «Οδηγεί εις [την τελείαν ευχήν] τον άνθρωπον […], το έχειν τον νουν τω Θεώ παριστάμενον και λαλούντα αυτώ. Επιγινώσκεται δε η ευχή, όταν απαλλάσσηται ρεμβασμού και βλέπη ότι ευφραίνεται ο νους φωτισθείς εν Κυρίω» (Επιστο­λή, 79). Γίνεται κατανοητή λοιπόν από την παράθεση όλου του χωρίου, η αντίστροφα ανάλογη σχέση της τέλειας προ­σευχής και του φόβου) ο ουρανός τη γη, Θεόδωρος ου φοβείται”. Ην γαρ δεηθείς του Θεού, ίνα αρθή απ’ αυτού η δει­λία» (ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ ΠΑΤΕΡΩΝ, Αλφαβητική συλλογή, Θεόδωρος ο της Φέρμης).
Αντίστοιχα, η θεραπευτική του φόβου προϋποθέτει την απάρνηση του ιδίου θελήματος εκ μέρους του ανθρώπου και την ταπεινόφρονα συμπεριφορά. Έτσι σ’ ένα αδελφό που ρωτάει: «πώς δύναμαι σωθήναι εις τον καιρόν τούτον, ότι λο­γισμός δειλίας ανέβη εις την καρδίαν μου;» ο Αγιος Βαρσα­νούφιος απαντά: «Κατά πάντα καιρόν εάν δύνηται ο άνθρω­πος κόπτειν το εαυτού θέλημα εν πάσι, και έχειν ταπεινήν καρδίαν […], δύναται σωθήναι χάριτι Θεού· και όπου εάν η, ου κατακυριεύει αυτού η δειλία». Ο φόβος, όπως είδαμε, συνδέεται με την υπερηφανία· όσο περισσότερο ο άνθρωπος εμπιστεύεται τις δυνάμεις του, τόσο υποδουλώνεται στο συγκεκριμένο πάθος. Για να καταφέρει να το νικήσει με τη δύ­ναμη του Θεού, για να πάρει τη δύναμη αυτή και να την κρα­τήσει, ο άνθρωπος οφείλει ν’ απαρνηθεί τον εαυτό του, ν’ αναγνωρίσει την ανεπάρκειά του, αλλιώς η ενέργεια του Θε­ού δεν θα μπορέσει να βρεί πεδίο δράσης μέσα του. Ο Αγιος Ισαάκ συνιστά σ’ όποιον θέλει ν’ απαλλαγεί από το φόβο να προσεύχεται κυρίως για την απόκτηση της ταπείνωσης: «Όσον [τις τας ευχάς] πληθύνει, ταπεινούται η καρδία […]. Όταν δε ταπεινωθή ο άνθρωπος, παραυτίκα κυκλοί αυτόν το έλεος, και τότε αισθάνεται η καρδία της θείας βοηθείας. Διό­τι ευρίσκει δύναμίν τινα πεποιθήσεως κινουμένην εν αυτή».
Ο άνθρωπος είναι δυνατόν να νικήσει το φόβο και με την αγάπη, η οποία τον εκδιώκει, σύμφωνα με το λόγο του Αγίου Αποστόλου Ιωάννου: «Φόβος ουκ έστιν εν τη αγάπη αλλά η τελεία αγάπη έξω βάλλει τον φόβον» (Α’ Ιωάν. 4, 18). Μετά τη διαπίστωση ότι «κατά το μέτρον της ελλείψεως [της αγά­πης], ενυπάρχει φόβος», ο Αγιος Ιωάννης Σιναΐτης διδά­σκει σε συμφωνία με τον Αγιο Ιωάννη ότι «ο φόβου χωρίς, αγάπης πεπλήρωται» (Κλίμαξ). Αυτό έχει εφαρμογή στην αγάπη προς τον πλησίον: όποιος αγαπά τον αδελφό του δεν τον φοβάται πλέον. Αφορά όμως ουσιαστικότερα την προς τον Θεό αγάπη που αποκλείει όλες τις μορφές του εγκόσμιου φό­βου και ιδιαίτερα το φόβο του θανάτου, που συχνά βρίσκεται στην κορυφαία θέση (Πρβλ. ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΣ, Λόγος). Μέσω της αγάπης του Θεού, ο άνθρω­πος δέχεται «δύναμιν τινά πεποιθήσεως», που νικά κάθε φό­βο (Πρβλ. ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΣ, Λόγος). Ενώνεται μ’ Αυτόν στον Οποίο υποτάσσονται τα πάντα και τίποτε δεν μπορεί να τον βλάψει (Πρβλ. ΒΑΡΣΑΝΟΥΦΙΟΣ, Επιστολή). Από τώρα και στο εξής, με την αγάπη, ο άνθρωπος ζει, σε στενή σχέση με το Θεό, απομακρυσμένος απ’ όλα τα γήϊνα, τα εξωτερικά ή τα εσωτερικά, – που μπορεί να υποδαυλίσουν το φόβο -, και απολαμβάνει τα πνευματικά αγαθά, τα οποία δεν είναι δυνα­τόν να του τα λεηλατήσει ή να του αφαρπάσει κάποιος. Ο Αγιος Βαρσανούφιος παρατηρεί: «Όσον ει μετά των ανθρώπων προσδόκησον θλίψεις και κινδύνους και προσβολήν των νοητών ανέμων, όταν δε φθάσης εις τα ητοιμασμένα σοι, τότε άφοβος έση».
Πρέπει να υπογραμμιστεί, ωστόσο, ότι αν ο άνθρωπος οφείλει να τείνει στη θεραπεία του πάθους του φόβου, δεν πρέπει πάντως ν’ απορρίπτει κάθε φόβο από την ψυχή του, διότι «ουχ ο πας φόβος πάθος» (ΚΛΗΜΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΥΣ, Στρωματείς). Υπάρχει, όπως είδαμε, ο ενάρετος φόβος, τον οποίο ο Θεός έδωσε στον άνθρωπο, ως μέσο σωτηρίας, και τον οποίο οι Πατέρες ονομάζουν για το λόγο τούτο «σωτήριον φόβον»· χρησιμοποιούν ακόμη και άλλες παρόμοιες εκφράσεις. Ο συγκεκριμένος φόβος συνι­στά αυτό που η ασκητική παράδοση ονομάζει «φόβον Θε­ού». Ο φόβος-πάθος πρέπει να εξαφανίζεται και να παρα­χωρεί τη θέση του στον ενάρετο φόβο. Και οι δύο μορφές του θεμελιώνονται πραγματικά στην ίδια φυσική τάση του ανθρώπου να φοβάται [Στοιχείο που επιτρέπει σε πολλούς Πατέρες να συμβουλεύουν: «Φοβηθώμεν τον Κύριον ως τα θηρία». Η διατύπωση αυτή χρησιμοποιείται ιδιαί­τερα από δύο από τους μεγαλύτερους δασκάλους της άσκησης: τους Αγίους Μακάριο Αιγύπτιο (ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ ΠΑΤΕΡΩΝ, Συλλογαί διάφοροι, Αιθίο­πες Πατέρες) και Ιωάννη Σιναΐτη (Κλίμαξ). Βλ. επίσης: ΑΠΟΦΘΕΓ­ΜΑΤΑ ΠΑΤΕΡΩΝ, Παράρτημα, ελληνική συλλογή]. Στην πρώτη περίπτωση όμως ανα­φέρεται σ’ αυτό τον κόσμο, αντί ν’ αναφέρεται στο Θεό, σύμ­φωνα με την επιθυμία της ίδια της φύσης του. Εναπόκειται στον άνθρωπο να τη μεταστρέψει και να την κατευθύνει και πάλι προς το Θεό. Οι δύο φόβοι αποκλείουν ο ένας τον άλλο, επειδή θεμελιώνονται στην ίδια ροπή: ο φόβος-πάθος απο­βάλλει το φόβο του Θεού και ο τελευταίος, όταν ο άνθρωπος τον αποκτά, αποβάλλει τον πρώτο. Να γιατί ένα από τα κύρια φάρμακα του φόβου-πάθους είναι ο φόβος του Θεού που, όταν βαθμιαία αυξάνει στον άνθρωπο, περιορίζει το πάθος καταλαμβάνοντας τη θέση του. Έτσι ο Σειραχίδης διαπιστώ­νει: «Ο φοβούμενος Κύριον ουδέν ευλαβηθήσεται ου μη δειλιάση» (Σοφ. Σειρ. 34, 14). Και ο Αγιος Ιωάννης Σιναΐτης [Σημ.: Στη συνάφεια αυτή, ο Αγιος Ιωάννης Σιναΐτης χαρα­κτηρίζει ως «άφοβον φόβον» την «τελείαν του θανάτου αίσθησιν», που εκτοπίζει κάθε άλλο φόβο από τον άνθρωπο], υπενθυμίζοντας το φόβο του Θεού γράφει ότι ο φόβος τούτος αποβάλλει κάθε άλλο φόβο (Κλίμαξ). Ο ίδιος παρατηρεί επι­πλέον: «Ο δούλος Κυρίου γενόμενος τον οικείον Δεσπότην και μόνον φοβηθήσεται· ο δε τούτον ούπω φοβούμενος, την εαυτού σκιάν πολλάκις πεφόβηται» (ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ, Πρβλ. ΕΥΑΓΡΙΟΣ, Περί προ­σευχής). Ο Αββάς Σεραπίων επισημαίνει ότι «ο άνθρωπος, εάν […] προσέχη ενώπιον [του Θεού] εν φόβω πάση ώρα, ουδέν του εχθρού δύναται αυτόν εκφοβήσαι» (ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ ΠΑΤΕΡΩΝ, Αλφαβητική συλλογή, Σεραπίων). Από την πλευρά του ο Αγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος διαπιστώνει: «Ο φοβούμενος τον Θεόν δαιμόνων ορμάς ου φοβείται ουδέ τας ασθενείς εφόδους αυτών αλλ’ ουδέ ανθρώπων πονηράς απειλάς» (Κεφάλαια διάφορα).
Ο φόβος του Θεού είναι δυνατόν να θεωρηθεί θεμελιώ­δης αρετή από πολλές επόψεις. Στην Αγία Γραφή συναντάμε συχνές νύξεις για την αρετή αυτή (Για την Καινή Διαθήκη, βλ.: Λουκ. 18,2.4· 23,40. Πράξ. 9,31· 10,2.22· 13,16.26. Ρωμ. 3,18. Β’ Κορ. 5,11-7,1. Εφεσ. 5,21. Φιλιπ. 2,12. Α’ Πέτρ. 1,17-2,17. Αποκ. 14,7· 15,4· 19,5), οι Πατέρες πάλι παρου­σιάζουν ως προϋπόθεση σωτηρίας το να τη διαθέτει ο άνθρωπος (Βλ. για παράδειγμα, ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ ΠΑΤΕΡΩΝ, Αλφαβητική συλ­λογή, Ευπρέπιος). Ο Αγιος Κασσιανός γράφει ότι αρχή της σωτη­ρίας μας και της σοφίας μας αποτελεί, σύμφωνα με την Αγία Γραφή, «ο φόβος του Κυρίου». Και ο Αγιος Βαρσανούφιος αναφέρει: «Εάν μη έργοις φανερώσωμεν την μνήμην του φό­βου του Θεού και την εκ ταύτης κατάνυξιν, κατακρινόμεθα». Από την πλευρά του, ο Αγιος Ισαάκ ο Σύρος βεβαιώνει: «Αρ­χή της αληθινής ζωής του ανθρώπου, ο φόβος του Θεού».
Αντίστοιχες προς τις δύο βαθμίδες της αρετής αυτής (Πρβλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ, ΔΩΡΟΘΕΟΣ ΓΑΖΗΣ, Διδασκαλία) είναι και οι δύο μορφές του φόβου του Θεού (Πρβλ. ΜΑΞΙΜΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Αγάπης εκατοντάς, ΙΩ­ΑΝΝΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ, ΔΩΡΟΘΕΟΣ ΓΑΖΗΣ, Διδα­σκαλία):
α) Η πρώτη μορφή πηγάζει από το φόβο της θείας κρίσης, τόσο της παρούσας (Πρβλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ) όσο και της μέλλουσας [ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ ΠΑΤΕΡΩΝ, Αλφαβητική συλλογή, Ηλίας: «Εγώ τρία πράγματα φοβούμαι: όταν μέλλη η ψυχή μου εξελθείν από του σώματος, και όταν μέλλω τω Θεώ απαντήσαι, και όταν μέλλη η απόφασις εξελθείν κατ’ εμού»] και των βασά­νων που είναι δυνατόν να προκύψουν από αυτή (Πρβλ. ΜΑΞΙΜΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Αγάπης εκατοντάς, ΙΩ­ΑΝΝΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ, ΔΩΡΟΘΕΟΣ ΓΑΖΗΣ, Διδασκα­λία, ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΝΥΣΣΗΣ, Ασμα ασμάτων, ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙ­ΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ). Περιγρά­φεται συχνά από τους Πατέρες με τη χρήση της λέξης «κόλασις». Δείξαμε αλλού ότι με τον όρο αυτό δεν πρέπει να κα­τανοείται η τιμωρία / ποινή που ένας εκδικητής και άσπλα­χνος Θεός θα επέβαλλε σ’ όσους παραβαίνουν το νόμο Του, αλλά οι εσωτερικές οδύνες που συνδέονται με τη διακοπή της κοινωνίας με το Θεό και με τη στέρηση των θείων αγαθών. Ο ίδιος ο άνθρωπος καταδικάζει τον εαυτό του, με την αμαρτία, στα βάσανα αυτά· η θεία κρίση απλώς αποκαλύπτει το εύρος της αμαρτίας (Βλ. σχετικά ΚΛΗΜΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΥΣ, Παιδαγωγός, ΕΙΡΗΝΑΙΟΣ ΛΥΩΝ, Κατά αιρέσεων).
Η πρώτη αυτή μορφή είναι ο «εισαγωγικός φόβος», που χαρακτηρίζει τους αρχάριους (ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ, ΔΩΡΟΘΕΟΣ ΓΑΖΗΣ, Δι­δασκαλία, ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ, Όροι κατά πλάτος). Για το λόγο αυτό, έχει γραφεί: «Αρχή σοφίας φόβος Κυρίου» (Ψαλμ. 110, 10· πρβλ. Παροιμ. 1, 7 9,10). Οι Πατέρες αναφέρουν ότι τρεις αιτίες είναι δυνατόν ν’ αποστρέψουν τον άνθρωπο από το πονηρό και να τον ενώ­σουν με το Θεό: ο φόβος της τιμωρίας, η ελπίδα των μελλό­ντων αγαθών και η αγάπη προς το Θεό (Πρβλ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ, Όροι κατά πλάτος, ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ, ΔΩΡΟΘΕΟΣ ΓΑΖΗΣ, Δι­δασκαλία). Οι δύο πρώτες απο­τελούν ιδιότητα των ανθρώπων που αναζητούν την πρόοδο, [Σ.τ.μ.: Στον πνευματικό αγώνα] χαρακτηρίζουν ακόμη και τους δούλους (πρβλ. Γαλ. 4, 1). Η τρίτη είναι ίδιον του Θεού και όσων έχουν φθάσει στην ομοίωσή Του· χαρακτηρίζει τους τελείους στους οποίους συγκαταλέγονται όχι πλέον οι δούλοι Του, αλλά οι φίλοι Του και οι υιοί Του (πρβλ. Γαλ. 4, 7). Γράφει ο Αγιος Ιωάννης ο Κασσιανός: Αν λοιπόν κά­ποιος θέλει να φτάσει στην τελειότητα, ξεκινώντας από την πρώτη βαθμίδα, αυτή του φόβου, όντας κυριολεκτικά δουλοπρεπής, […] θ’ ανέλθει προοδεύοντας συνεχώς μέχρι τις υψη­λότερες οδούς της ελπίδας και κατόπιν από εκεί στην τρίτη βαθμίδα, αυτή της αγάπης […]. Ας προσπαθήσουμε λοιπόν με ζήλο ν’ ανέβουμε από το φόβο στην ελπίδα και από την ελπίδα στην αγάπη του Θεού και των αρετών.
Βλέπουμε ότι όταν οι Πατέρες επιβεβαιώνουν ότι η πρώτη μορφή του φόβου χαρακτηρίζει τους αρχάριους, εννοούν όσους δεν έχουν φτάσει ακόμη στην τελειότητα και δεν είναι ακόμη υγιείς. Επομένως τούτο το φόβο, ακόμη και όσοι έχουν προχωρήσει πνευματικά είναι δυνατόν και οφείλουν να τον δοκιμάζουν (Ο Αγιος ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΉΣ το επιβεβαιώνει συχνά και με ζωντανή ορολογία. Βλ. Κλίμαξ). Χωρίς δισταγμό, ο Αγιος Δωρόθεος Γάζης λέγει προς τους μοναχούς του: «Ο εισαγωγικός φόβος της καταστάσεως ημών εστίν» (Διδασκαλία).
Ωστόσο, ο φόβος αυτός καλείται να καταργηθεί και να ξεπεραστεί στο πλήρωμα της αγάπης, όπως διδάσκει ο Απόστολος Αγιος Ιωάννης: «Φόβος ουκ έστιν εν τη αγάπη, αλλ’ η τελεία αγάπη έξω βάλλει τον φόβον, ότι ο φόβος κόλασιν έχει, ο δε φοβούμενος ου τετελείωται εν τη αγάπη» (Α’ Ιωάν. 14, 18). Στη συνέχεια ο Αγιος Μάξιμος γράφει: «Τον πρώτον φόβον έξω βάλλει η τελεία αγάπη της ψυχής της κε­κτημένης αυτήν, μηκέτι την κόλασιν φοβουμένην» (ΜΑΞΙΜΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Αγάπης εκατοντάς, Πρβλ. ΙΩΑΝ­ΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ). Έτσι ο Μέγας Αντώνιος μπορεί να λέγει: «Εγώ ουκέτι φοβούμαι τον Θεόν, αλλ’ αγαπώ α[Α]υτόν. Η γαρ αγάπη έξω βάλλει τόν φόβον» (ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ ΠΑΤΕΡΩΝ, Αλφαβητική συλλογή, Αντώνιος).
Πρέπει να σημειωθεί ότι μόνο με την τέλεια αγάπη, όπως υπογραμμίζουν σκόπιμα ο Απόστολος Αγιος Ιωάννης και οι Πατέρες, οδηγεί το φόβο αυτό στην υποχώρηση [Σ.τ.μ.: Και τελικά στην εξαφάνιση]. Όσο ο άνθρωπος δεν καθαρί­ζεται εντελώς από τα πάθη του, δεν αποκτά την απάθεια και δεν φθάνει στο πλήρωμα της αγάπης, ο φόβος διατηρεί το λό­γο της ύπαρξής του και αποδεικνύεται χρήσιμος. Ο Αγιος Διάδοχος Φωτικής γράφει με σαφήνεια: «Ο μεν φόβος των έτι καθαριζομένων εστί δικαίων μετά μεσότητος αγάπης· η δε τελεία αγάπη των ήδη καθαρισθέντων, εν οις ουκ έστι φό­βος· “η γαρ τελεία αγάπη”, φησίν [η Γραφή], “έξω βάλλει τον φόβον” (Α’ Ιωάν. 4, 18). […]. Δια τούτο πη μεν λέγει η Γρα­φή, “φοβήθητε τον Κύριον πάντες οι άγιοι αυτού” (Ψαλμ. 33, 10)· πη δε, “αγαπήσατε τον Κύριον πάντες οι όσιοι αυτού” (Ψαλμ. 30, 24)· ίνα μάθωμεν σαφώς, ότι των μεν έτι καθαριζομένων δικαίων εστίν ο φόβος του Θεού, μετά μεσότητος, ως είρηται, αγάπης· των δε καθαρισθέντων η τελεία αγάπη. Εν οις ουκ έστιν έτι έννοια φόβου τινός, αλλ’ έκκαυσις άπαυστος και κόλλησις της ψυχής προς τον Θεόν, δια της ενεργείας του Αγίου Πνεύματος» (Λόγος ασκητικός).
Όσο η αγάπη δεν έχει φτάσει στην τελείωσή της, ο φόβος έχει λόγο ύπαρξης: συμβάλλει κατά μεγάλο μέρος στην κά­θαρση του ανθρώπου και στην εν συνεχεία απόκτηση της απάθειας, η οποία προϋποθέτει την τελείωση τούτη. Τούτο συμβαίνει σε τέτοιο σημείο, ώστε να μπορούμε να πούμε ότι χωρίς προηγουμένως να έχει αποκτήσει το συγκεκριμένο φό­βο (η απόκτησή του εξάλλου αφεαυτής συνεπάγεται την κά­θαρση σε κάποιο βαθμό), ο άνθρωπος δεν είναι σε θέση να φτάσει στην τέλεια αγάπη. Κατηγορηματική είναι η διαβε­βαίωση του Αγίου Ισαάκ, που εντοπίζει ιδιαίτερα στο φόβο το δείκτη και τον οδηγό της μετάνοιας, το κυριότερο όργανο της κάθαρσης της ψυχής: «Ώσπερ ου δυνατόν εστι περάσαι την θάλασσαν την μεγάλην χωρίς πλοίου και καράβου, ούτως ου δύναταί τις περάσαι χωρίς φόβου προς την αγάπην. Την θάλασσαν την οζομένην την τεθείσαν μεταξύ ημών και του νοερού παραδείσου, δια καράβου της μετανοίας παρελθείν δυνάμεθα της εχούσης τους κωπηλάτας του φόβου. Εάν δε οι κωπηλάται ούτοι του φόβου ου κυβερνώσι το πλοίον τούτο της μετανοίας, δι’ ης διερχόμεθα την θάλασσαν του κόσμου τούτου προς τον Θεόν, καταποντιζόμεθα εν τη οζομένη θαλάσση· η μετάνοια εστί το πλοίον· ο φόβος δε, ο κυβερνήτης αυτού, η αγάπη, ο λιμήν ο θεϊκός». Από την πλευρά του ο Αγιος Μάξιμος σημειώνει ότι «δια [τον φόβον] […] η απά­θεια, εξ ής η αγάπη, κατά τάξιν ημίν εγγίνεται» (Αγάπης εκατοντάς). Και ο Αγιος Διάδοχος Φωτικής γράφει σχετικά, ακόμη σαφέστε­ρα: «Ουδείς δύναται μη πρότερον φοβηθείς τον Θεόν εν αισθήσει καρδίας, αγαπήσαι αυτόν εν όλη καρδία· δια γαρ της ενεργείας του φόβου αγνιζομένη και απαλυνομένη ώσπερ η ψυχή, εις αγάπην ενεργουμένην έρχεται· ουκ αν δε τις εις φόβον έλθη Θεού τω ειρημένω τρόπω, ει μη πασών των βιοτικών έξω γένηται φροντίδων. Ότε γαρ εν ησυχία πολλή και αμεριμνία γένηται ο νους, τότε αυτώ οχλεί ο φόβος του Θεού, καθαρίζων αυτόν εν αισθήσει πολλή από πάσης της γεώδους παχύτητος· ιν’ ούτως αυτόν εις πολλήν αγάπην αγάγη της αγαθότητος του Θεού» (Λόγος ασκητικός). Και καταλήγει στο συ­μπέρασμα: «Έστω ουν ημίν εις καύχημα καυχημάτων άπαυστον, πρώτον μεν ο φόβος του Θεού· λοιπόν δε η αγάπη το πλήρωμα του νόμου της εν Χριστώ τελειότητος» (Λόγος ασκητικός).
Ο Αγιος Γρηγόριος Παλαμάς υπογραμμίζει πάλι τον κα­θοριστικής σημασίας παιδευτικό και καθαρτικό ρόλο του φόβου και εντοπίζει σ’ αυτόν την αρχή και την προϋπόθεση της προσέγγισης στην αγάπη και επομένως στην ίδια τη θεω­ρία του Θεού: «Της καθαιρούσης την ψυχήν παιδείας […], αρχή μεν [εστιν] ο φόβος του Θεού (πρβλ. Παροιμ. 1, 7), παρ’ ού δέησις […] συνεχής προς τον Θεόν γεννάται εν τη κατανύξει και η των ευαγγελικών θεσπισμάτων φυλακή. Δια τούτων δε καταλλαγής γεγονυίας προς Θεόν, ο φόβος εις αγάπην με­ταβάλλει και το της ευχής οδυνηρόν εις τερπνόν μετενεχθέν του φωτισμού το άνθος ανατέλλει» (Τριάδες). Ο Αγιος Ισαάκ ο Σύ­ρος διδάσκει ότι ο φόβος είναι η αναγκαία και ικανή προϋ­πόθεση της τελειότητας του ενάρετου βίου, της αγάπης και της γνώσης του Θεού και συνεπώς η πνευματική οδός που «υποχρεώνονται» ν’ ακολουθήσουν όσοι θέλουν να καταφέρουν το στόχο: «Η πνευματική γνώσις δευτέρα εστί τη φύσει της εργασίας των αρετών. Προηγείται δε αμφοτέρων ο φό­βος και η αγάπη, και πάλιν προηγείται της αγάπης ο φόβος. Πας τις αναιδώς λέγων, ότι δυνατόν κτήσασθαι τας τελευταί­ας προ της των πρώτων εργασίας, πρώτον ανενδοιάστως θεμέλιον απωλείας τη εαυτού ψυχή τέθεικεν. Αυτή γαρ εστίν η οδός του Κυρίου. Ότι αύται [Σ.τ.μ.: Η εργασία των αρετών και η πνευματική γνώση] υπ’ εκείνων [Σ.τ.μ.: Το φόβο και την αγάπη] γεννώνται».
β) Η δεύτερη μορφή του φόβου είναι σύμφυτη με την τέ­λεια αγάπη (Πρβλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ, ΜΑΞΙΜΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Αγάπης εκατοντάς). Απορρέει από την αγάπη του Θεού, ενώ το πρώτο είδος του φόβου εκτοπίζεται από αυτή. Είναι ο φόβος της αποκοπής ή της απομάκρυνσης από το Θεό, ο φόβος της στέρησης της «δια την αγάπην παρρησίας». Όπως προσ­διορίζει ακριβέστατα ο Κλήμης Αλεξανδρέας «φοβείται τις ου τον Θεόν, αλλά το αποπεσείν του Θεού» (Στρωματείς). «Ούτός εστιν», εξηγεί ο Αγιος Δωρόθεος Γάζης, «ο έχων την αληθινήν αγά­πην, ην λέγει ο Αγιος [Σ.τ.μ.: Ο Απόστολος και Ευαγγελι­στής Ιωάννης (Α’ Ιωάν. 4, 18)] “τελείαν”, και αύτη η αγάπη φέρει αυτόν εις τον τέλειον φόβον. Φοβείται γαρ ο τοιούτος και φυλάττει το θέλημα του Θεού, […] αλλ’ ώσπερ είπομεν γευσάμενος αυτής της γλυκύτητος του είναι μετά του Θεού, φοβείται μη εκπέση αυτής, φοβείται μη στερηθή αυτής» (Διδασκαλία). Ο Αγιος Ιωάννης Κασσιανός περιγράφει διεξοδικότατα το φόβο, αναφέροντας τα χωρία της Αγίας Γραφής που κάνουν σχετική μνεία αυτού: Θεμελιωμένος στην τελειότητα της αγά­πης, θ’ ανέλθει στην αμέσως υψηλότερη και ανώτερη βαθμίδα, το φόβο της αγάπης. Αυτός δεν γεννάται από τη φρίκη ή τον τρόμο της κόλασης ούτε από την επιθυμία της ανταμοι­βής, αλλά από το ίδιο το μεγαλείο της αγάπης. Πρόκειται για το φόβο που προκύπτει ως κράμα του σεβασμού και της τρυ­φερής αγάπης που εκδηλώνει ο γιος για τον πατέρα τον γεμάτο επιείκεια, ο αδελφός για τον αδελφό του, ο φίλος για το φίλο του, η σύζυγος για το σύζυγό της. Δεν υποχωρεί ούτε στα κτυπήματα ούτε στις κατηγορίες· φοβάται μόνο να μη πληγώσει την αγάπη, μη προκαλέσει ακόμη και το μικρότερο και πιο επιπόλαιο τραύμα. Σε κάθε πράξη, ακόμη και σε κά­θε λόγο, τον βλέπουμε σταθερά έκπληκτο από στοργή και ευαισθησία, με τρόμο μήπως η θέρμη και ο ζήλος της αγάπης χλιαρύνουν, έστω και ελάχιστα.
Η δεύτερη αυτή μορφή του φόβου εμφανίζεται έτσι ως ο «τέλειος φόβος» [Βλ. ΔΩΡΟΘΕΟΣ ΓΑΖΗΣ (Διδασκαλία) του οποίου η σχετι­κή διδασκαλία αντιστοιχεί σε κάποιο βαθμό με την αντίστοιχη του Αγίου Ιω­άννου Κασσιανού], «των αγίων […] των τελειωθέντων, των φθασάντων, εις το μέτρον της αγίας αγάπης». Οι άγιοι, πα­ρατηρεί ο Αγιος Δωρόθεος Γάζης, «ουκ έτι δια φόβον κολάσεως […] ποιούσι το θέλημα του Θεού, αλλά αγαπώντες, […] φοβούμενοι ποιήσαι τι παρά το θέλημα του αγαπητού […]. [Οι άγιοι] ουκ έτι γαρ από φόβου ποιούσιν, αλλ’ έκ του αγαπάν φοβούνται». Ο Αγιος Ιωάννης Κασσιανός και πά­λι, επισημαίνει ότι τους αγίους, και όχι τους αμαρτωλούς κα­λούν οι προφητικοί λόγοι να φοβούνται: «Φοβήθητε τον Κύριον πάντες οι άγιοι αυτού», λέγει ο Ψαλμωδός, «ότι ουκ έστιν υστέρημα τοις φοβουμένοις α[Α]υτόν» (Ψαλμ. 33, 10). Τόσο βέβαιο είναι ότι δεν χάνει τίποτε από την τελειότητα εκείνος που φοβάται τον Κύριο με τέτοιου είδους φόβο. […]. Για το φόβο της αγάπης κάνει λόγο και ο προφήτης, όταν πε­ριγράφει το επτάμορφο Πνεύμα που κατέρχεται ανενδοία­στα στο Θεάνθρωπο κατά την οικονομία της Ενανθρωπήσεως: «Και αναπαύσεται», λέγει, «επ’ α[Α]υτόν πνεύμα του Θεού, πνεύμα σοφίας και συνέσεως, πνεύμα βουλής και ισχύος, πνεύμα γνώσεως και ευσεβείας» (Ησ. 11, 2), και κατόπιν στο τέλος, ως επιστέγασμα όλων αυτών των δωρεών: «εμπλήσει α[Α]υτόν πνεύμα φόβου Θεού» (Ησ. 11, 3). Σχετικά με το στίχο αυτό, παρουσιάζει ενδιαφέρον κυρίως να λάβουμε υπόψη ότι ο προφήτης δεν λέγει: «Και πνεύμα φόβου Θεού αναπαύσεται επ’ α[Α]υτόν», όπως είχε κάνει με τις προηγού­μενες δωρεές, αλλά «εμπλήσει α[Α]υτόν πνεύμα φόβου Θε­ού». Και τούτο το Πνεύμα ξεχειλίζει πραγματικά με τέτοια αφθονία, ώστε να καταλαμβάνει μια ψυχή ολοκληρωτικά και όχι μόνο τμηματικά. Είναι λογικό. Καθώς γίνεται ένα με την αγάπη που ποτέ δεν θα εκλείψει, όχι μόνο πληρώνει [Σ.τ.μ.:Γεμίζει], αλλά κατέχει αχώριστα και για πάντα αυτή [Σ.τ.μ.: Την ψυχή] που έχει κατακτήσει […]. Τέτοιας φύσης είναι ο φόβος των τελείων, για τον οποίο έχει λεχθεί, ότι εκπλήρωσε το Θεάνθρωπο [Σ.τ.μ.: Αναφορικά με την αγωνία του Θεανθρώπου στη Γεθσημανή πριν τη σύλληψή του]. Αυτόν που δεν ήλθε μόνο για να μας εξαγοράσει, αλλά και γιατί έπρεπε να μας δώσει «εν τω προσώπώ Του» υπογραμμό της τελειότητας και υπόδειγμα των αρετών (ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ).
Μόνο ο Αγιος Δωρόθεος Γάζης επιμένει στο σημείο αυτό· κανείς δεν είναι σε θέση να πετύχει τον τέλειο φόβο χω­ρίς να έχει προηγουμένως γνωρίσει την πρώτη μορφή του: «Αδύνατον έστιν ελθείν τον τέλειον φόβον, ει μη δια του εισαγωγικού», «λέγει γαρ: “Αρχή σοφίας φόβος Κυρίου” (Ψαλμ. 110, 10), και πάλιν λέγει: “Αρχή και τέλος εστίν ο φό­βος του Θεού” (πρβλ. Παροιμ. 1, 7· 9, 10· 22, 4)».
Η αναζήτηση της απόκτησης του εισαγωγικού φόβου αρμόζει επίσης και για εκείνον που δεν έχει φτάσει ακόμη στην υγεία μέσα από την απάθεια ούτε στην τελειότητα μέσα από την αγάπη. Γιατί αντίθετα με το φόβο – πάθος, ο φόβος του Θεού δεν έρχεται αυτόματα, δεν είναι αυτοφυής [Σ.τ.μ.: Αυθόρμητος, αυτόματος, εγγενής] στον άνθρωπο, αλλά απο­τελεί μια αρετή για την οποία οφείλει ν’ αγωνιστεί σκληρά προκειμένου να την αποκτήσει με τη βοήθεια του Θεού. Γι’ αυτό σε άλλο σημείο γίνεται το αντικείμενο εντολής: «Τον Θεόν φοβού […] ότι τούτο πας ο άνθρωπος» (Εκκλ. 12, 13)· «Μετά φόβου και τρόμου την εαυτών σωτηρίαν κατεργάζεσθε» (Φιλιπ. 2, 12)· «Εν φόβω τον της παροικίας υμών χρόνον αναστράφητε» (Α’ Πέτρ. 1, 17). Ο άνθρωπος δεν θα μπορούσε να προχωρήσει στην οδό της «πράξεως», χωρίς να «τροφοδοτείται» μόνιμα από τη συγκεκριμένη εσωτερική διάθεση, όπως παρουσιάζει με εικόνες ο Αγιος Βαρσανούφιος: «Όταν θέλη τις αποδημήσαι, φορεί τα υποδήματα. […] Από της σαρκικής προετοιμασίας οφείλει νοήσαι την πνευματικήν και λαβείν τα πνευματικά υποδήματα, τουτέστι την ετοιμασίαν του φόβου του Θεού, και μνησθήναι ότι πάντα κατά φόβον του Θεού, οφείλει διαπράξασθαι» (Επιστολή).
Ποιές είναι οι προϋποθέσεις της απόκτησης του φόβου του Θεού; «Ο φόβος του Θεού […] λέγεται είναι γέννημα της πίστε­ως» (ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΣ, Λόγος, ΣΥΜΕΩΝ ΝΕΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ, Κε­φάλαια διάφορα). Από την άλλη πλευρά συνδέεται άμεσα με την εφαρμο­γή των εντολών (Πρβλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Ομιλία-Ψαλμός 111, 1. Ομιλία-Ψαλμός 127, 1), όπως δείχνει ο Ψαλμωδός: «Μακάριος ανήρ ο φοβούμενος τον Κύριον, εν ταις εντολαίς αυτού θελή­σει σφόδρα» (Ψαλμ. 111, 1)· «Μακάριοι πάντες οι φοβούμε­νοι τον Κύριον, οι πορευόμενοι εν ταις οδοίς αυτού» (Ψαλμ. 127, 1), και ο Εκκλησιαστής: «Τον Θεόν φοβού και τας εντολάς αυτού φύλασσε» (Εκκλ. 12, 13). Σε τέτοιο σημείο μάλι­στα ώστε οι Πατέρες συχνά να κατανοούν ως φόβο του Θεού την εφαρμογή των εντολών (Βλ. για παράδειγμα ΜΑΞΙΜΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Προς Θαλάσσιον). Επειδή ο άνθρωπος εκδηλώνει ότι κατέχει πραγματικά τούτη την αρετή μόνο με την συμμόρ­φωση και την υπακοή του στο θέλημα του Θεού, όπως αυτό εκφράζεται στις εντολές. Οι ίδιοι οι δαίμονες, επίσης, φοβούνται το Θεό, αλλά ο φόβος τους δεν είναι ενάρετος, διότι τούτο θα σήμαινε την αναγνώριση της παντοδυναμίας Του· ο δαιμονικός φόβος δεν συνοδεύεται από την πραγμάτωση του θελήματός Του.
Μία άλλη προϋπόθεση (Πρβλ. ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΣ, Λόγος, ΔΙΑΔΟΧΟΣ ΦΩΤΙΚΗΣ, Λόγος ασκη­τικός) αποτελεί ο αποχωρισμός από τις περισπάσεις του κόσμου τούτου, η πνευματική αμεριμνία έναντι των γήινων πραγμάτων. Επίσης την απόκτηση του κα­τά Θεόν φόβου ευνοούν εξίσου η μνήμη του θανάτου (Πρβλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ, ΔΩΡΟΘΕΟΣ ΓΑΖΗΣ, Δι­δασκαλία) και του τελικού στόχου (Πρβλ. ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΣ, Λόγος, ΔΩΡΟΘΕΟΣ ΓΑΖΗΣ, Διδασκαλία) καθώς και η ησυχία (Πρβλ. ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΣ, Λόγος), που συνδέονται στενά με τις προηγούμενες στάσεις. Παρόμοια λειτουργούν και η τακτική επισκόπηση της συνείδησης (Πρβλ. ΔΩΡΟΘΕΟΣ ΓΑΖΗΣ, Διδασκαλία)75, η επίγνωση της αμαρτωλότητάς του (Πρβλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ), το πένθος (Πρβλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΓΑΖΗΣ, Επιστολή) και τα δάκρυα (Πρβλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ). Σε όσους επιζητούν την απόκτηση της συγκεκριμένης αρετής, οι Πατέ­ρες συνιστούν τη συχνή συναναστροφή με έναν πνευματικό άνθρωπο που ήδη τη διαθέτει (Πρβλ. ΔΩΡΟΘΕΟΣ ΓΑΖΗΣ, Διδασκαλία, ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ ΠΑ­ΤΕΡΩΝ, Αλφαβητική συλλογή, Ποιμήν).
Δεν πρέπει, ωστόσο, να λησμονούμε ότι ο φόβος του Θεού ως αρετή αποτελεί εκδήλωση της χάρης και ότι αν οι προ­σπάθειες του ανθρώπου είναι απαραίτητες για την απόκτησή του, είναι και παραμένει πάντοτε ένα δώρο του Θεού· οφεί­λει λοιπόν να του το ζητήσει με την προσευχή (Πρβλ. ΔΙΑΔΟΧΟΣ ΦΩΤΙΚΗΣ, Λόγος ασκητικός, ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΣ, Λόγος, ΒΑΡΣΑΝΟΥΦΙΟΣ, Επιστολή). Μέσω αυτής κυρίως, ο άνθρωπος είναι σε θέση να εξαγνιστεί. Το γεγονός αυτό του επιτρέπει να συνέχεται από το φόβο του Θεού· για­τί είναι ανίκανος να τον δοκιμάσει, ακόμη και στις εισαγωγι­κές βαθμίδες του, όσο παραμένει εντελώς υποδουλωμένος στα πάθη. Γι’ αυτό ο «εισαγωγικός φόβος» αφεαυτού συνε­πάγεται ήδη κάποια πνευματική ανάπτυξη και παρουσιάζε­ται έτσι ως αρετή που τη διαθέτουν πολύ περισσότερο οι προ­χωρημένοι παρά οι αρχάριοι, για να κυριολεκτούμε. Με χρή­ση, -άμεσα-, ιατρικής ορολογίας, ο Αγιος Διάδοχος γράφει: «Ώσπερ τα συμβαίνοντα τω σώματι τραύματα, όταν μεν κεχερσωκότα ή και ανεπιμέλητα [Σ.τ.μ.: Εκτεθειμένα σε παθο­γόνους παράγοντες, ανοικτά και χωρίς τη στοιχειώδη ιατρι­κή φροντίδα, καθαρισμό, απολύμανση, ενδεχομένως επίδε­ση κ.λπ.] του προσαγομένου αυτοίς φαρμάκου υπό των ιατρών ουκ αισθάνεται· καθαρισθέντα δε, της ενεργείας αισθάνεται του φαρμάκου, εις ίασιν τελείαν εντεύθεν ερχό­μενα· ούτω και η ψυχή, έως μεν ανεπιμέλητος τυγχάνη και υπό της λέπρας της φιληδονίας [Σ.τ.μ.: Των παθών, στο γαλ­λικό κείμενο] όλη κεκαλυμμένη, αισθάνεσθαι του φόβου ου δύναται του Θεού, καν απαύστως αυτή τις το φοβερόν και δυνατόν κριτήριον καταγγέλλη του Θεού. Επειδάν δε άρξηται δια της πολλής προσοχής καθαίρεσθαι, τότε ως φαρμάκου τι­νός όντος ζωής, του θείου φόβου αισθάνεται· καίοντος αυτήν ώσπερ, τη ενεργεία των ελέγχων, εν πυρί απάθειας» (Λόγος ασκητικός).
Ιδιαίτερα πολλά και σημαντικά είναι τα αποτελέσματα του φόβου του Θεού (Στη συνέχεια, θα συναντήσουμε κυρίως τα αποτελέσματα της πρώτης μορφής φόβου, καθώς η δεύτερη υπερβαίνει το πλαίσιο της πράξεως), στο βαθμό που συνιστά μια από τις βά­σεις και τις προϋποθέσεις της πνευματικής ζωής. Σε τέτοιο σημείο μάλιστα που ο Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος δια­βεβαιώνει: «Έχεις του Θεού τον φόβον, πάντων χρημάτων ευπορώτερον θησαυρόν» (Λόγος-καλένδες).
Πρωτίστως αποστρέφει (Πρβλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ) τον άνθρωπο από το κακό, όπως διδάσκει και ο Σολομώντας (Παροιμ. 15, 27· πρβλ 8, 13). Τον εξαγνίζει από κάθε αμαρτία και πάθος (Πρβλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Ομιλία-ανδριάντες, ΙΩΑΝ­ΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ), και δικαιολογημέ­να παρουσιάζεται ως καθολικό «φάρμακον» [Η λέξη χρησιμοποιείται από τον Αγιο ΙΩΑΝΝΗ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ, Ομιλία-ανδριάντες. Από την πλευρά του ο Αγιος ΔΙΑΔΟΧΟΣ ΦΩΤΙ­ΚΗΣ χαρακτηρίζει το φόβο του Θεού ως «φάρμακον ζωής» (Λόγος ασκητι­κός)]. [Σ.τ.μ.: Απο­δίδουμε έτσι το remede global, που χρησιμοποιεί ο συγγρα­φέας. Θα μπορούσε επιτυχέστερα ίσως να χρησιμοποιηθεί ο όρος πανάκεια· επειδή όμως ο συγγραφέας παραπέμπει στον Αγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο (Ανδριάντες, 15, 2), που γράφει «λαβών το φάρμακον ούτως επάνεισιν», διατη­ρήσαμε τη λέξη φάρμακο θέτοντας το επίθετο καθολικό. Λι­γότερο ορθό: παμφάρμακο]. Ο Αγιος Ιωάννης Κασσιανός τον θεωρεί ως τον σταυρό πάνω στον οποίο ο ασκητής οφείλει να πεθάνει για τον κόσμο. Και ο Αγιος Διάδοχος Φωτικής, υπογραμμίζοντας τη θεραπευτική του αξία, σημειώνει: «[Του φόβου του Θεού] ως φαρμάκου τινος όντος ζωής […] καίοντος [την ψυχήν] τη ενεργεία των ελέγχων […]. Όθεν [η ψυχή] κατά μέρος λοιπόν καθοριζομένη εις το τέλειον του καθαρισμού φθάνει» (Λόγος ασκητικός). Ο Αγιος Γρηγόριος Παλαμάς εντο­πίζει σ’ αυτόν «την αρχήν […] της καθαιρούσης την ψυχήν παιδείας» (Τριάδες), και συμπληρώνει: «πάντων απαλλάξας την ψυ­χήν και […] καταλεάνας, επιτήδειον οίον πυξίον [Σ.τ.μ.: Ξύλινη πινακίδα στην οποία αρχικά εζωγράφιζαν και κατόπιν έθεταν χωριστά το κάθε χρώμα. Παλέττα] ποιεί [ταύτην] προς καταγραφήν των χαρισμάτων του Πνεύματος» (Τριάδες).
Η θεραπευτική δράση του φόβου του Θεού αποκαλύπτε­ται ιδιαίτερα αποτελεσματική έναντι των παθών που ναρκώ­νουν την ψυχή και παραλύουν την πνευματική ζωή: της ακηδίαςουδέν γαρ ούτως ακηδίαν εκδιώκειν δύναται», διδά­σκει ο Αγιος Ιωάννης Σιναΐτης, Κλίμαξ), «της τε λήθης και αμελεί­ας», της ολιγοψυχίας και της χαυνότητας, της σκληροκαρδίας (ΒΑΡΣΑΝΟΥΦΙΟΣ, Επιστολή) με την ασκητική σημασία της πνευματικής αναισθησίας.
Εξαγνίζει και καθαίρει επίσης την ψυχή από τις σαρκικές επιθυμίες (Πρβλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Ομιλία-ανδριάντες, ΙΩΑΝ­ΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ) και από όλους τους πονηρούς λογισμούς (Πρβλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Ομιλία-ανδριάντες, ΙΩΑΝ­ΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ) και φαντασιώσεις (Πρβλ. ΒΑΡΣΑΝΟΥΦΙΟΣ, Επιστολή). Εξαλείφοντας πάντως όλα αυτά από την ψυχή, προστατεύει τον άνθρωπο από την επάνοδό τους. Γρά­φει ο Μέγας Βασίλειος: «[Ο] φόβος εξωθεί πάσαν εμπαθή διάνοιαν […]. Όπου φόβος Θεού, πάντα εξελήλαται τα του πάθους σπιλώματα [Σ.τ.μ.: Κυριολεκτικά η ελιά στο δέρμα. Μεταφορικά τα ηθικά στίγματα που δημιουργούν τα πάθη στη διάνοια και κατ’ επέκταση στον άνθρωπο] εκ της διανοί­ας ημών» (ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ, Ανθρώπου γένεσις, Πρβλ. ΔΩΡΟΘΕΟΣ ΓΑΖΗΣ, Διδασκαλία). Την προληπτική/προφυλακτική λειτουργία του φόβου υπογραμμίζει με τον ίδιο τρόπο ο Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος: «Ένθα φόβος εστίν, […] επιθυμία κατέσταλται πονηρά, άπαν αλόγιστον εξώρισται πάθος· και καθάπερ εν οικία στρατιώτου διηνεκώς ωπλισμένου ου ληστής, ου τοιχωρύχος [Σ.τ.μ.: Ο κλέφτης που εισέρχεται στο σπίτι για να κλέψει, μέσα από άνοιγμα που δημιουργεί σε κάποιο τοίχο], ουκ άλλος τις των τα τοιαύτα κακουργούντων τολμήσει φανήναι πλησίον, ούτω και φόβου τας ημετέρας κατέχοντος ψυχάς, ουδέν των ανελευθέρων παθών επεισέρχεται ραδίως ημίν· αλλά πάντα δραπευτεύει και φυγαδεύεται τη τυραννίδι του φόβου πάντοθεν εξελαυνόμενα» (Ομιλία-ανδριάντες). Ο φόβος απομακρύ­νει από την ψυχή και κάθε άλλη γήινη μέριμνα και ασχολία (ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ).
Ο φόβος [του Θεού] συνεισφέρει λοιπόν στο σημαντικό έργο της φυλακής της καρδίας, που αποτελεί προϋπόθεση της καθαράς προσευχής, της τέλειας αγάπης και της αλη­θινής θεωρίας του Θεού. Ο Ωριγένης φθάνει μέχρι του ση­μείου να γράφει: «Ουδέν ούτω φυλάσσει την καρδίαν ημών ως ο φόβος του Θεού» (Ψαλμοί-εξηγητικά). Ο Αγιος Βαρσανούφιος υπενθυμίζει ότι «των τελείων εστί των δυναμένων κυβερνάν τον νουν και εις τον φόβον του Θεού έχειν, του μη πλαγιάσαι και βυθισθήναι εις μετεωρισμόν βαθύτατον ή φαντασίαν» (ΒΑΡΣΑΝΟΥΦΙΟΣ, Επιστολή, Πρβλ. ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΣ, Λόγος).
Ο φόβος του Θεού «ου γαρ δη τα πονηρά ημών απελαύνει πάθη μόνον, αλλά και πάσαν εισάγει μετά πολλής ευκολίας την αρετήν» (ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Ομιλία-ανδριάντες). Ο Αββάς Ιάκωβος διδάσκει: «Ώσπερ λύ­χνος εν φωτεινώ κοιτώνι φωτίζει, ούτως και ο φόβος του Θε­ού, όταν έλθη εις καρδίαν ανθρώπου, φωτίζει αυτόν, και δι­δάσκει πάσας τας αρετάς» (ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ ΠΑΤΕΡΩΝ, Αλφαβητική συλλογή, Ιάκωβος). Και ο Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος διαβεβαιώνει: «Ουδέν γαρ ούτω […], αρετήν αύξεσθαι ποιεί και θάλλει, ως διηνεκής φόβου φύσις» (Ομιλία-ανδριάντες).
Ο φόβος του Θεού εμφανίζεται ως η προϋπόθεση και η αρχή της ενάρετης ζωής στο σύνολό της (Πρβλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Ομιλία-ανδριάντες, ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΣ, Λόγος). Προηγείται του έργου των αρετών και οι αρετές γεννώνται από αυτόν επο­μένως η απόκτηση των αρετών δεν είναι δυνατή χωρίς το φό­βο, επιβεβαιώνει με σαφήνεια ο Αγιος Ισαάκ ο Σύρος. Ο Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος διδάσκει και πάλι: «Τον μη συζώντα φόβω αδύνατον κατορθούσθαι [αρετήν], ώσπερ ουν τον εν φόβω, ζώντα αδύνατον διαμαρτείν» (Ομιλία-ανδριάντες).
Στο μέτρο που αποστρέφει τον άνθρωπο από το κακό και τον εξαγνίζει, αντίστοιχα του επιτρέπει να προοδεύει στο αγαθό, όπως δείχνει ρητά ο Απόστολος Παύλος που συμβου­λεύει: «Καθαρίσωμεν εαυτούς από παντός μολυσμού σαρκός και πνεύματος, επιτελούντος αγιωσύνην εν φόβω Θεού» (Β’ Κορ. 7,1). Ακόμη θετικότερο είναι το γεγονός, ότι ο φόβος ευνοεί την εφαρμογή των εντολών (Πρβλ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ, Όροι κατά πλάτος, Προοίμιον. ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ, Τριάδες, ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ ΠΑΤΕΡΩΝ, Αλ­φαβητική συλλογή, Ιάκωβος). «Μακάριος ανήρ ο φο­βούμενος τον Κύριον», λέγει ο Ψαλμωδός (Ψαλμ. 111, 1). «Δια τί; Ότι εν ταις εντολαίς αυτού θελήσει σφόδρα» απα­ντά ο Μέγας Βασίλειος επαναλαμβάνοντας τη συνέχεια του Ψαλμού. Διότι «ου τοίνυν εστί των φοβουμένων το παριέναι [Σ.τ.μ.: να παραβεί] τι των εντεταλμένων, ή αμελώς ποιείν» (Όροι κατά πλάτος, Προοίμιον).
Ο φόβος του Θεού «την πίστιν βεβαιοί» (ΕΥΑΓΡΙΟΣ, Λόγος πρακτικός, Πρόλογος)· [Σ.τ.μ.: Ενι­σχύει, ενδυναμώνει, στερεώνει γερά] απορρέει από αυτή την πίστη, η οποία αποτελεί το καθεαυτό θεμέλιο της πνευμα­τικής ζωής. Συνάπτεται μάλιστα μ’ αυτή και δίνει στον άνθρωπο ισχύ ώστε «πάντα δραν και αυτά τα δοκούντα τοις πολλοίς δυσχερή και αδύνατα», τον κάνει σταθερό και αποφασιστικό στην πορεία του (ΣΥΜΕΩΝ ΝΕΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ, Κεφάλαια διάφορα), ενισχύει την καρδιά του (ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ)· και όλα αυτά ισχύουν σε μεγαλύτερο βαθμό, όσο ο φόβος του παρέχει αταλάντευτη εμπιστοσύνη στο Θεό (Πρβλ. ΜΑΞΙΜΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Αγάπης εκατοντάς). Συμπερασμα­τικά, ο άνθρωπος αποκομίζει μεγάλη εσωτερική σταθερότη­τα χάρη σ’ αυτόν, τόσο απέναντι στους πόνους και τα βάσανα του βίου τούτου όσο και απέναντι στους εχθρούς που κα­λείται ν’ αντιμετωπίσει κατά τη διάρκεια της πνευματικής του πορείας. Στην αντίθετη περίπτωση κυριαρχείται όλο και πε­ρισσότερο από την αλλοίωση και την αποξένωση που του αφήνει ο φόβος (Πρβλ. ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΣ, Λόγος).
Η μετάνοια, η κατάνυξη και τα δάκρυα ευνοούν το φόβο, ο οποίος ανατροφοδοτεί τις συγκεκριμένες στάσεις μετανοί­ας. Λειτουργεί ως ένας παράγοντας που τις αναπτύσσει και τις ενισχύει (Πρβλ. ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΣ, Λόγος, ΒΑΡΣΑΝΟΥΦΙΟΣ, Επιστολή, ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Ομιλία-ανδριάντες, Φιλιππήσιοι-ομιλία).
Ο φόβος ενθαρρύνει και βοήθα την προσευχή· την κάνει ένθερμη (Πρβλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Ομιλία-ανδριάντες). Αυξάνει την καρποφορία της προσευχής-αίτησης: «Χαρά εστί μεγάλη το αιτείν τινα πράγμα κοντά φόβον Θεού, ο τοιούτος θαρρήσει, ότι γενήσεται αυτού η αίτησις», γράφει ο Αγιος Βαρσανούφιος (Επιστολή). Και η προσευχή – δοξολο­γία πηγάζει από το φόβο· αναφέρεται στην Αγία Γραφή: «Αινείτε τον Θεόν ημών πάντες […] οι φοβούμενοι αυτόν» (Αποκ. 19, 5)· «φοβήθητε τον Κύριον και δότε αυτώ δόξαν» (Αποκ. 14, 7). Παρατηρεί ο Αγιος Γρηγόριος Παλαμάς: «Παρά [του φόβου του Θεού] δέησις εν κατανύξει συνεχής προς τον Θεόν γεννάται και η των ευαγγελικών θεσπισμάτων φυλακή» (Τριάδες). Γεννώντας στην ψυχή τη νήψη, ο φόβος συντελεί στο να καταστήσει καθαρή κάθε μορφή προσευχής (ΜΑΞΙΜΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Λόγος ασκητικός).
Ο φόβος του Θεού εμφανίζεται ειδικά ως μια θεμελιώδης πηγή της ταπεινοφροσύνης (Πρβλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ). Είναι χαρακτηριστικό ότι σ’ ένα αδελφό που τον ερωτά: «Ποίω τρόπω έρχεται άνθρωπος εις ταπεινοφροσύνην»; ο Αββάς Κρόνιος απαντά: «Διά του φόβου του Θεού» (ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ ΠΑΤΕΡΩΝ, Αλφαβητική συλλογή). Όπως όμως εξηγήσαμε προηγουμένως, ο φόβος οδηγεί ιδιαίτερα τον άνθρωπο στην αγάπη, την κο­ρωνίδα όλων των αρετών (Πρβλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ, ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΣ, Λόγος).
Από τον εξαγνισμό από τα πάθη, από την απάθεια, και σε συνάρτηση με την εφαρμογή των εντολών και τον «κατ’ αρετήν» βίο, -με κορυφαία την αρετή της αγάπης-, απορρέει η πνευματική γνώση. Επιπρόσθετα, ο φόβος του Θεού εμφα­νίζεται έμμεσα ως καθοριστικής σημασίας προϋπόθεση και αρχή της τελευταίας, και ειδικότερα του πρώτου σταδίου της, της σοφίας. Να για ποιο λόγο επαναλαμβάνεται συχνά στην Αγία Γραφή ότι «αρχή σοφίας φόβος Κυρίου» (Ψαλμ. 110, 10. Παροιμ. 1, 7· 9, 10) και γιατί ο Ψαλμωδός συμπληρώ­νει: «Σύνεσις δε αγαθή πάσι τοις ποιούσιν αυτήν» (Ψαλμ. 110, 10). Στη συγκεκριμένη προοπτική κινείται ο Αγιος Ιω­άννης ο Χρυσόστομος που διαβεβαιώνει κατηγορηματικά: «Ο ενάρετος και φόβον έχων Θεού, πάντων εστί συνετώτερος» και ακόμη: «Το φοβείσθαι τον Θεόν, σοφία εστίν» (Ιωάννης-ομιλία). Ο Αγιος Γρηγόριος Παλαμάς εντοπίζει στο φόβο του Θεού την αρχή όχι μόνο της θείας σοφίας αλλά και της πνευματικής θε­ωρίας επιπλέον (Τριάδες). Ο Αγιος Ισαάκ ο Σύρος μάλιστα δείχνει καθαρά τη διαδικασία με την οποία ο φόβος οδηγεί στη γνώ­ση: «Εκ του πιστεύσαι τίκτεται ο φόβος του Θεού. Και ότε ακολουθήσει (sic) τοις έργοις, και προς μικρόν ανέλθη προς εργασίαν, τίκτει την γνώσιν την πνευματικήν […]. Και η πίστις ποιεί εν ημίν τον φόβον, και αναγκάζει ημάς ο φόβος μετανοήσαι, και εργάσασθαι.. Και ούτω δίδοται η πνευματική γνώσις τω ανθρώπω, ήτις εστίν αίσθησις των μυστηρίων, ήτις γεννά την πίστιν της αληθούς θεωρίας. Ουχ απλώς δε ούτως εκ πίστεως μόνης ψιλής γεννάται η γνώσις η πνευματική, αλλ’ η πίστις φόβον Θεού γεννά, και εν τω φόβω του Θεού, όταν αρξώμεθα ενεργείν εν αύτω, εκ της ενεργείας του φόβου του Θεού τίκτεται η γνώσις η πνευματική, καθάπερ είπεν ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος· ότι «ότε τις κτήσεται θέλημα ακόλουθον τω φόβω του Θεού, και τη ορθή φρονήσει, ταχέως λαμβάνει την αποκάλυψιν των κρυπτών» [Σ.τ.μ.: Των μυ­στηρίων]. Και ο Αγιος Ιωάννης Κασσιανός υπογραμμίζει ότι ο φόβος του Θεού είναι απαραίτητος τόσο για την από­κτηση της γνώσης όσο και για τη διαφύλαξή της: Ένας από τους προφήτες έχει διατυπώσει πολύ καλά το μέγεθος· «εν θησαυροίς η σωτηρία ημών, εκεί σοφία και επιστήμη και ευσέβεια» [Σ.τ.μ.: Με την έννοια του φόβου. Στο γαλλικό κεί­μενο: «la crainte»] προς τον Κύριον «ούτοί εισιν θησαυροί δικαιοσύνης». (Ησ. 33, 6). Δεν θα μπορούσε να καθορίσει με πιο εμφανή τρόπο την αξία και την τιμή της· λέγει μόνο ότι οι θησαυροί της σωτηρίας μας, δηλαδή η αληθινή σοφία και γνώση του Θεού, προφυλάσσονται μόνο από το φόβο [Σ.τ.μ.: Από το αντίστοιχο ελληνικό κείμενο των Ο’, όπως παρατίθεται κάτι τέτοιο δεν είναι άμεσα κατανοητό. Εύκολα όμως γίνεται κατανοητό από το γαλλικό κείμενο που έχει ως εξής: «Les richesses du salut, sont la sagesse et la science; mais la crainte du Seigneur en est le tresor»].
Είναι σαφές ότι η πνευματική γνώση δεν αποτελεί τον καρπό αυτού του ίδιου του φόβου του Θεού· εμφανίζεται όμως ως μία δωρεάν προσφορά του Θεού που έρχεται ως απάντηση στην προσευχή και σ’ όλες τις ασκητικές προσπά­θειες του ανθρώπου. Και στο έργο τούτο, όπως είδαμε, ο φό­βος διαδραματίζει πρωταρχικό ρόλο. Γι’ αυτό και ο Αγιος Ισαάκ ο Σύρος φροντίζει επιμελώς να προσδιορίσει: «Ουχ ο φόβος του Θεού τίκτει ταύτην την γνώσιν την πνευματικήν, […] αλλά δόσις δίδοται αύτη η γνώσις τη εργασία του φόβου του Θεού».
(Απόσπασμα από το βιβλίο «Η ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗ ΤΩΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΩΝ ΝΟΣΗΜΑΤΩΝ: Εισαγωγή στην ασκητική παράδοση της Ορθοδόξου Εκκλησίας», JEAN CLAUDE LARCHET (*), ΤΟΜΟΣ Β’, Εκδόσεις «Αποστολική Διακονία», Μετάφραση: ΧΡΙΣΤΟΣ ΚΟΥΛΑΣ)
(*) Ο Jean Claude Larchet γεννήθηκε το 1949 στη βορειοανατολική Γαλλία. Διδάκτωρ Φιλοσοφίας και διδάκτωρ Θεολογίας του Πανεπιστημίου του Στρασβούργου, είναι συγγραφέας δεκαπέντε βιβλίων και πολυάριθμων άρθρων που αφορούν τη θεολογία και την πνευματικότητα των Πατέρων της Εκκλησίας, τα οποία μεταφράστηκαν σε δώδεκα γλώσσες. Θεωρείται ως ένας από τους κορυφαίους Ορθόδοξους πατρολόγους και ένας σημαντικός εκφραστής της Ορθοδοξίας στην Ευρώπη. Ζει και εργάζεται ως καθηγητής στη Γαλλία. Διευθύνει, σε δύο γαλλικούς εκδοτικούς οίκους, μία συλλογή βιβλίων αφιερωμένων σε σύγχρονους πνευματικούς της Ορθόδοξης Εκκλησίας, ανάμεσα στους οποίους συγκαταλέγονται ο γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής, ο γέροντας Παϊσιος, ο γέροντας Εφραίμ Κατουνακιώτης, ο γέροντας Χαράλαμπος, ο γέροντας Πορφύριος.

Η άσκηση του σώματος ως επικουρική θεραπευτική (Jean Claude Larchet)


theologia
Είδαμε ότι στην ευρεία σημασία της, η έννοια της άσκησης είναι δυνατόν να παρομοιαστεί με αυτήν της «πράξεως», γε­γονός που υποδηλώνει τη διπλή κίνηση με την οποία ο άνθρωπος εξαγνίζεται από τα πάθη και αποκτά τις αρετές. Συχνά η άσκηση κατανοείται στην πιο στενή σημασία της, ως σύνολο πρακτικών ή δοκιμασιών που αφορούν αμέσως στο σώμα: τούτο συμβαίνει για δύο λόγους: πρωτίστως επει­δή ο άνθρωπος καλείται ν’ αντιμετωπίσει τα λεγόμενα «σω­ματικά» πάθη, και κατά δεύτερο λόγο γιατί συναντά στην πνευματική ζωή του κάποια εμπόδια, που οφείλονται σε συ­γκεκριμένες σωματικές καταστάσεις. Γενικά τότε κάνουμε λόγο για «σωματικήν άσκησιν», που διακρίνεται από την «έσω άσκησιν» [Σ.τ.μ.: θ’ αναφέρεται και ως εσωτερική άσκηση] (που μερικές φορές ονομάζεται: «άσκησις της καρ­δίας») (Βλ. για παράδειγμα: ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΜΕΓΑΣ, Επιστολή), της οποίας προηγείται λογικά, αλλ’ όχι προσωρινά. Σ’ αυτή την άσκηση αναφέρεται ο Απόστολος Παύλος, όταν δηλώνει: «Υπωπιάζω μου το σώμα και δουλαγωγώ» (Α’ Κορ. 9, 21). Στην κορυφή των πρακτικών που συνιστούν την άσκηση, πρέπει να τοποθετήσουμε τη νηστεία, την αγρυπνία, τα έμπονα έργα (Βλ. μεταξύ άλλων: ΑΜΜΩΝΑΣ, Διδάγματα), τις μετάνοιες (Πρβλ. ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΣ, Λόγος). Είναι δυνατόν να ενταχθούν στην ίδια ομάδα και όλοι οι πόνοι και κόποι στους οποίους υπο­βάλλεται εκούσια ο άνθρωπος [Εκτενή κατάλογο αυτών μας παραδίδει ο Αγιος ΙΩΑΝΝΗΣ ΔΑΜΑ­ΣΚΗΝΟΣ (Λόγος ψυχωφελής) στη ΦΙΝ, τ. 2, σσ. 232-238], ή αναλαμβάνει, όταν εμφα­νίζονται, χωρίς ο ίδιος να τους έχει επιζητήσει (Πρβλ. ΝΙΚΗΤΑΣ ΣΤΗΘΑΤΟΣ, Κεφάλαια φυσικά, ΜΑΞΙΜΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Προς Θαλάσσιον, ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΡΠΑΘΙΟΣ, Κε­φάλαια παραμυθητικά): διάφορες ασθένειες, θλίψεις και δοκιμασίες που είναι πιθανόν να υπο­στεί κατά τη διάρκεια της επίγειας ζωής του. Έτσι ο Από­στολος Παύλος γράφει: «Εν παντί συνιστώντες εαυτούς ως Θεού διάκονοι, εν υπομονή πολλή, εν θλίψεσιν, εν ανάγκαις, εν στενοχωρίαις, εν πληγαίς, εν φυλακαίς, εν ακαταστασίαις, εν κόποις, εν αγρυπνίαις, εν νηστείαις» (Β’ Κορ. 6, 4-5)· και επιπλέον: «Εν κόπω και μόχθω, εν αγρυπνίαις πολλάκις, εν λιμώ, και δίψη, εν νηστείαις πολλάκις, εν ψύχει και γυμνότητι» (Β’ Κορ. 11, 27· πρβλ. 11, 23-26). Οι συγκεκριμένες ασκητικές πρακτικές δεν αποτελούν αυτοσκοπό, και ο πόνος, μικρότερος ή μεγαλύτερος που τις συνοδεύει συχνότατα, δε συνδέεται με κανένα τρόπο με πρό­θεση αυτοτιμωρίας, εξιλέωσης ή βούληση «ικανοποίησης». Συντελούν βέβαια στην εξασθένηση του σώματος (ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΜΕΓΑΣ, Επιστολή) και τη βίωση των οδυνών, πάντα με στόχο την υποταγή του σώματος στην ψυχή, το λόγο και το νου (Πρβλ. ΘΑΛΑΣΣΙΟΣ, Αγάπης εκατοντάςμε στόχο ακόμη να το καθάρουν, ώστε να νεκρώσουν τα πάθη (Πρβλ. ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΜΕΓΑΣ, Επιστολή) που συνδέονται μαζί του· με στόχο τέλος να καταργήσουν κάποιες από τις καταστάσεις που ενδεχομένως αποτελούν εμπόδια στις λειτουργίες της ψυχής και δημιουργούν ενόχληση και στενοχώρια στην πνευ­ματική ζωή. Σε κάθε περίπτωση, η σωματική άσκηση υπηρετεί την εσωτερική άσκηση. Διαδραματίζει, με κάποιο τρόπο, ρόλο επικουρικής και ενισχυτικής θεραπευτικής. Οι Πατέ­ρες θεωρούν τους πόνους και τις θλίψεις, που αυτή γεννάει, ως φάρμακα. Να γιατί ο Αγιος Ηλίας ο Έκδικος γράφει (Ανθολόγιον γνωμικόν): «Μη προς τι δεινόν απευδοκήσης της αρρωστίας σου, αλλά δια των της φιλοπονίας δραστικωτέρων φαρμάκων, πόρρω γενού ταύτης, ο της κατά ψυχήν υγείας επιμελούμενος».
Οι Πατέρες θεωρούν εξίσου ως φάρμακα τους πόνους που εισέρχονται στον άνθρωπο από το εξωτερικό περιβάλλον, ακούσια και τους οποίους βιώνει με τον ίδιο τρόπο, όπως και τους προηγούμενους. Αν ο Θεός δεν τους θέλει πάντα (γιατί συχνά αποτελούν εκδηλώσεις του κακού), θέλει τουλάχιστον, όταν εμφανίζονται, ο άνθρωπος να τους μετατρέπει σε πνευ­ματική ωφέλειά του. Να γιατί ο Αγιος Ισαάκ ο Σύρος (Λόγος) κάνει λόγο περί «δοκιμασιών» [Σ.τ.μ.: περιγράφονται ως πειρα­σμοί, από τον Αγιο Ισαάκ τον Σύρο] ως: «φαρμάκων πολλών των εκ του αληθινού ιατρού επαγομένων προς υγείαν εκείνου του έσω ανθρώπου». Και λέγει, απευθυνόμενος στο Θεό: «Έμελλέ Σοι […], όσον εγώ ωφεληθώ εν τοις πειρασμοίς μου, και όταν η ψυχή μου υγιής φυλαχθή παρά Σοι». Από την πλευρά του, ο Αγιος Μάξιμος (Θεολογικά-οικονομικά) υπενθυμίζοντας τους εκούσι­ους και τους ακούσιους πόνους, υπογραμμίζει ότι οι τελευ­ταίοι στέλνονται από το Θεό στον καθένα στην πιο κατάλληλη μορφή για τη θεραπεία του: «Ούτε σώμα θεραπεύοντες ιατροί, εν και το αυτό πάσι προσφέρουσι φάρμακον, ούτε Θε­ός ψυχών ιατρεύων νοσήματα, ένα μόνον θεραπείας οίδε τρό­πον πάσαις αρμόδιον· αλλ’ εκάστη [Σ.τ.μ.: ψυχή] τον πρόσφορον απονείμας, τας ιάσεις εργάζεται. Ευχαριστήσωμεν ουν θεραπευόμενοι, καν έχη βάσανον το γινόμενον. Το γαρ τέλος μακάριόν [εστιν]». Και ο Αγιος Μάρκος ο Ερημίτης (Εξ έργων δικαίωσις) παρα­τηρεί: «Όταν εφάμαρτος ψυχή τας επερχομένας θλίψεις ου καταδέχεται, τότε οι άγγελοι περί αυτής λέγουσιν: “ιατρεύσαμεν την Βαβυλώνα και ουκ ιάθη”».
Οι Πατέρες έξαλλου υπογραμμίζουν ότι ο άνθρωπος υπο­φέρει από ακούσιους πόνους τόσο περισσότερο, όσο λιγότε­ρο υποβάλλεται ο ίδιος στους πόνους της άσκησης (Πρβλ. ΝΙΚΗΤΑΣ ΣΤΗΘΑΤΟΣ, Κεφάλαια φυσικά). Τούτο αποτελεί δωρεά της θείας Πρόνοιας και του επιτρέπει να λαμβάνει τα πνευματικά αγαθά, που διαφορετικά θα του ήταν απρόσιτα· και βεβαίως δε συνιστά ποινή για την αμέ­λειά του (ν’ ασκείται). Επιμένουν επιπλέον στο γεγονός ότι ο άνθρωπος, χωρίς πόνο και ακόμη χωρίς οδύνη, όχι μόνο αδυ­νατεί να καθαρθεί και από το ελάχιστο πάθος, αλλά και ν’ . αποκτήσει τη μικρότερη αρετή, να περάσει από την κατάστα­ση του πεσμένου πλάσματος σ’ αυτή του «καινού δημιουργή­ματος». Σημειώνει ο Αγιος Ιωάννης Δαμασκηνός (Έκθεσις ακριβής): «Η μετάνοια, [η] εκ του παρά φύσιν εις το κατά φύσιν […] επάνοδος δι’ ασκήσεων και πόνων [γίγνεται]». Ο Αγιος Ισαάκ ο Σύ­ρος (Λόγος) το επαναλαμβάνει πολλές φορές: «Εν θλίψεσι και εν στενοχωρίαις τελειούνται οι εντολαί του Θεού», «αιτία της αρετής [εστίν] η στένωσις [Σ.τ.μ.: ο στενός δρόμος, η στενή οδός], και η θλίψις», «ψυχή λαβούσα μέριμναν της αρετής […] ου δύναται είναι χωρίς λύπης […]. Διότι συμπεπλεγμένας έχουσιν αι αρεταί τας λύπας εν αυτοίς. Ο εξερχόμενος εκ των θλίψεων, πάντως και της αρετής αδιστάκτως χωρίζεται. Εάν επιθυμής την αρετήν, παράδος εαυτόν εις πάσαν θλίψιν». «Μη θαυμάσης, όταν άρξη της αρετής, και βρύουσι κατά σου αι θλίψεις, αι σκληραί και ισχυραί εκ παντός τό­που. Διότι ουδέ αρετή λογίζεται εκείνη, ήτινι ουκ ακολουθεί η δυσχέρεια των έργων εις ενέργειαν αυτής. Αυτή γαρ η αρε­τή εξ αυτού τούτου ωνομάσθη, καθώς είπεν ο Αγιος Ιωάν­νης: “σύνηθές εστί φησι τη αρετή επιπίπτειν τας δυσκολίας. Εκείνη δε ψεκτή εστιν, ηνίκα δεδέσμευται τη ανέσει”. Είπεν ο μακάριος Μάρκος ο μοναχός: “πάσα αρετή γινομένη σταυ­ρός ονομάζεται”». Ακόμη μεγαλύτερος είναι ο απαραίτη­τος για τον εξαγνισμό από τα πάθη πόνος, τον οποίο προϋπο­θέτει η απόκτηση των αρετών, όπως υπογραμμίζει ο Αγιος Ιωάννης Κασσιανός· θα μας στοιχίσει δύο φορές περισσότε­ρο μόχθο και πόνο για να εκδιώξουμε τις κακίες, ώστε ν’ αποκτήσουμε τις αρετές. Πραγματικά εναπόκειται στον άνθρωπο να κόψει τους δεσμούς, που τον κρατούν ισχυρά δεμένο με τον κόσμο τούτο, ν’ απαρνηθεί ροπές συστατικές της πεσμένης φύσης του. Αυτές μοιάζουν με δεύτερη φύση του, πολύ περισσότερο μάλιστα όταν εγκαθίστανται οριστικά και ενισχύονται από την έξη. Ο Αγιος Ιωάννης Σιναΐτης (Κλίμαξ, Γ’ Ανακεφαλαίωσις) υπεν­θυμίζει ότι εδώ ο άνθρωπος βρίσκεται στη θέση ενός σοβαρά άρρωστου που δεν θα μπορούσε να εμφανίσει βελτίωση της κατάστασής του: «Ως ουκ έστι τον μακρόν νόσον νενοσηκότα εν μια ροπή την υγείαν κτήσασθαι, ούτως ουκ έστιν εξαίφ­νης παθών ή πάθους περιγενέσθαι». Ο Αγιος Γρηγόριος Νύσσης εξετάζοντας το θέμα από ιατρική άποψη υπενθυμίζει ότι οι κόποι και οι πόνοι που συνδέονται με τη θεραπεία είναι αναπόφευκτοι και το εξηγεί εν μέρει: συγκρίνοντας τα πάθη με κρεατοελιές (σύγκριση που είναι απόλυτα δικαιολογημένη στο βαθμό που τα πάθη είναι, σε σχέση με την πρωταρχική φύση του ανθρώπου, παθολογικές σαρκώδεις εκβλαστήσεις και παρά φύση), γράφει: «Δια δε το πολλήν γεγενήσθαι τη ψυχή προς το κακόν συμφυίαν [Σ.τ.μ.: συγγένεια] ώσπερ η της μυρμηκίας [Σ.τ.μ.: κρεατοελιά] τομή δριμύσσει [Σ.τ.μ.: προκαλώ δριμύ πόνο] την επιφάνειαν: το γαρ παρά φύσιν εμφυέν τη φύσει διά τινος συμπαθείας τω υποκειμένω προσίσχεται [Σ.τ.μ.: στρέφομαι προς, προσέχω], και τις γίνεται του αλλοτρίου προς το ημέτερον παράλογος συνανάκρασις [Σ.τ.μ.: μείξη], ως λυπείσθαι και δάκνεσθαι του παρά φύσιν χωριζομένην την αίσθησιν» (ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΣ, Λόγος).
Μετά τα προκαταρτικά αυτά στοιχεία, θα παρουσιάσου­με πιο συγκεκριμένα τους σκοπούς της άσκησης και το πως είναι δυνατόν να επιτευχθούν.
Ο αμεσότερος στόχος της σωματικής άσκησης είναι να θέσει τέρμα στην αντίθετη προς τη φύση υποταγή της ψυχής στο σώμα, να την ελευθερώσει από την επιρροή του σώματος, ν’ αποκαταστήσει την κυριαρχία της στο σώμα και να υποτά­ξει σώμα και ψυχή υπό την εξουσία του λόγου. Να γιατί ο Αγιος Θαλάσσιος (Αγάπης εκατοντάς) γράφει: «Ίδιον του λογικού, το υποταγήναι τω λόγω, και το υπωπιάσαι και δουλαγωγήσαι το σώμα». Πραγματικά είδαμε με ποιο τρόπο η αμαρτία και τα πάθη υποδούλωσαν παρά φύση την ψυχή στις επιθυμίες του σώματος και την έχουν από τότε αλλοτριώσει. Ο Αγιος Δωρόθεος Γάζης (Διδασκαλία) παρατηρεί ότι η ψυχή «τρόπον τινά ως εν τι ευρέθη με­τά του σώματος και εγένετο όλη σάρξ». Επομένως, σημειώ­νει από την πλευρά του, ο Αγιος Ισαάκ ο Σύρος (Λόγος) «ότι η ψυχή εν αυτώ [Σ.τ.μ.: Εν τω σώματι] συναναστραφή, ου λέγεται φυσικώς είναι αύτη». Για να μπορέσει να ξαναβρεί τη φυσική κατάστασή της και να ζει πνευματικά, δηλαδή υποταγμένη στο Αγιο Πνεύμα, είναι ανάγκη να ξαναβρεί την ανεξαρτη­σία της σε σχέση με το σώμα και την κυριαρχία της σ’ αυτό. Η βασιλεία του πνεύματος συνεπάγεται ότι έχει προηγηθεί «η σταύρωσις της σαρκός». Παύοντας να υποτάσσεται στο σώμα, να κυριαρχείται από τις μέριμνές του, να θέτει τις ικα­νότητες και τις δυνάμεις της στην υπηρεσία των επιθυμιών του, να παρασιτείται από αυτό, η ψυχή θα γνωρίσει μια νέα ζωή, στην οποία θα μπορέσει ν’ ανοιχτεί καθολοκληρία, στην έννοια και με τη μορφή που αρμόζουν στη φύση της. Στο σημείο αυτό λοιπόν, η κυριαρχία του σώματος δεν αναζητείται γι’ αυτή την ίδια [Σ.τ.μ.: Δηλαδή ως αυτοσκοπός, δηλ. η κυριαρχία για την κυριαρχία], όπως συμβαίνει σε ορι­σμένες εξωχριστιανικές ασκητικές πρακτικές των οποίων τα εντάλματα «λόγον έχοντα σοφίας εν εθελοθρησκία και ταπεινοφροσύνη και αφειδία σώματος», κατά βάθος όμως «ουκ εν τιμή [εστί]» και δεν χρησιμεύουν παρά μόνο «προς πλησμονήν της σαρκός», σύμφωνα με τη διδασκαλία του Αποστόλου Παύλου (Κολοσ. 2, 23). Η χριστιανική ασκητική του σώματος στοχεύει και κατατείνει στην ευσέβεια, όπως αναφέρει και πάλι ο Απόστολος Παύλος: «η σωματική γυ­μνασία» καθεαυτήν «προς ολίγον εστίν ωφέλιμος, η δε ωφέ­λεια προς πάντα ωφέλιμος εστιν» (Α’ Τιμ. 4, 8). Έχουμε δείξει άλλου, με ποιο τρόπο ο πόνος που προκύ­πτει από τα σωματικά νοσήματα θα ήταν δυνατόν ν’ αναλη­φθεί πνευματικά εν Χριστώ και ν’ αποκτήσει έτσι καθαρτική λειτουργία. Οι ίδιες παρατηρήσεις μπορεί να γίνουν και ανα­φορικά με τους πόνους που συνοδεύουν την άσκηση. Οι Πα­τέρες υπογραμμίζουν τη δύναμη που έχουν με τη χάρη του Θεού, να εξαγνίζουν τον άνθρωπο από τις αμαρτίες και τα πάθη του (Πρβλ. ΘΑΛΑΣΣΙΟΣ, Αγάπης εκατοντάς, ΗΛΙΑΣ ΕΚΔΙΚΟΣ, Ανθολόγιον γνωμικόν). Γράφει ο Αγιος Γρηγόριος Παλαμάς (Τριάδες): «Δεόμεθα πάντως του κατά την αφήν δια νηστείας τε και αγρυπνίας και των άλλων των τοιούτων άλγους, [προσευχής επιμελούμενοι] δι’ αυτής γαρ μόνης το αμαρτητικόν του σώματος νεκρούται». Και ο Αγιος Νικήτας Στηθάτος (Κεφάλαια φυσικά) παρατηρεί: «Η δι’ εκουσίων πόνων καθαιρόμεθα των μολυσμών της αμαρ­τίας ή δι’ ακουσίων επιφορών». Η διδασκαλία αυτή είναι σύμφωνη με την προτροπή του Αποστόλου Πέτρου: «Χρι­στού ουν παθόντος σαρκί και υμείς την αυτήν έννοιαν οπλίσασθε, ότι ο παθών σαρκί πέπαυται αμαρτίας» (Α’ Πέτρ. 4, 1).
Σ’ ό,τι αφορά «τα σωματικά πάθη», όσα δηλαδή συνδέο­νται άμεσα με το σώμα, όπως η γαστριμαργία και η πορνεία, πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι η άσκηση του σώματος είναι απαραίτητη για να τα περιορίσει (Πρβλ. ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΣ, Λόγος). Ο Αγιος Ιωάννης Κασσιανός μας υπενθυμίζει ότι η γαστριμαργία και η πορνεία […] έχουν ανάγκη, για να εξαφανιστούν, από ένα εξωτερικό πα­ράγοντα και φθάνουν σ’ αυτό το αποτέλεσμα μόνο μέσω μιας σωματικής ενέργειας. Ενώ τα πάθη, συνεχίζει ο ίδιος, που γεννώνται με παρακίνηση και υποβολή της ψυχής μόνο, δεν απαιτούν παρά μόνο τα απλά φάρμακα της ψυχής, [ώστε ν’ αντιμετωπιστούν], τά σωματικά πάθη θεραπεύονται μόνο με διπλή αγωγή. Δεν αρκεί, για ν’ αποκρούσουμε τις επιθέσεις τους, η προσήλωση του νου [Σ.τ.μ.: Και συγκεκριμένα της προσοχής] – όπως συμβαίνει συνήθως για την οργή, τη λύπη και τις άλλες κακίες, όπου χωρίς την άσκηση της σαρ­κός, μόνη η τέχνη και η επιτηδειότητα της ψυχής μπορεί να φέρει τη νίκη. Χρειάζεται επιπλέον η νέκρωση του σώματος, οι αγρυπνίες, οι νηστείες, η εργασία που καταπονεί το σώμα· και σ’ όλα αυτά θα προσθέσουμε την αποφυγή των αφορμών. Η ψυχή και το σώμα συντείνουν στη γένεση των παθών δεν θα τα νικήσουμε χωρίς οι δύο αυτές συνιστώσες να εργαστούν και να κοπιάσουν από κοινού. Η σωματική άσκηση εμφανίζεται εδώ ως η αναγκαία ακόλουθος της εγκράτειας· μάλιστα συνεισφέρει στην εγκατάστασή της στην ψυχή (ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΝΥΣΣΗΣ, Ασμα ασμάτων-ομιλία, Εις Μακαρισμούς, ΕΥΑΓΡΙΟΣ, Λόγος πρακτικός). Αν και ουσιαστικά η σωματική άσκηση έχει εφαρμογή στον αγώνα εναντίον των «σωματικών παθών», ωστόσο μπο­ρεί να διαδραματίζει όχι αμελητέο ρόλο και στην πάλη ενα­ντίον των «ψυχικών παθών». Τούτο βέβαια είναι δυνατόν να φανεί περίεργο. Γι’ αυτό το λόγο οι Πατέρες, πριν μας διδά­ξουν σχετικά με το θέμα, αναγνωρίζουν γενικά ότι τούτο εγείρει ερωτηματικά. Ερωτά ο Αγιος Δωρόθεος Γάζης (Διδασκαλία): «Τί έχει ο σωματικός κόπος εις διάθεσιν ψυχής;», «ποίω λόγω οι σωματικοί κόποι της ψυχής εισιν αρετή;». Στο ερώτημα τούτο η απάντηση βρίσκεται στο σύνδρομο που ενώνει το σώμα και την ψυχή στις συνθήκες της επί γης υπόστασης του «σύνθετου ανθρώπου». Γράφει ο Αγιος Ισαάκ ο Σύρος (Λόγος) ότι η ψυχή «φυσικώς κεκοινώνηκε τοις λυπηροίς [του σώματος], δια την ένωσιν της κινήσεως αυτής, την μεμιγμένην τη κινήσει του σώματος εν τη ακαταλήπτω σοφία» και επίσης: «η ψυχή εν τω σώματι συναναστρέφεται». Είναι δυ­νατόν εξάλλου να πούμε, γενικότερα, ότι οι συνθήκες της υλικής υπόστασης του ανθρώπου έχουν κάποια επίπτωση και στην εσωτερική κατάστασή του. Παρατηρεί ο Αγιος Δωρόθεος Γάζης (Διδασκαλία) «Άλλως διατίθεται η ψυχή του υγιαίνοντος και άλλως του αρρωστούντος, άλλως του πεινώντος και άλλως του κεκορεσμένου· ομοίως πάλιν άλλως διατίθεται η ψυχή του επικαθημένου ίππω και άλλω του επικαθημένου όνω, άλλως του καθημένου εις θρόνον και άλλως του καθη­μένου χαμαί, άλλως του φορούντος καλά ιμάτια και άλλως του φορούντος σαπρά» (Πρβλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ). Με τον τρόπο αυτό η ψυχή προ­σβάλλεται από ο,τιδήποτε κάνει ή υφίσταται το σώμα (Πρβλ. ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΣ, Λόγος), η αρχή αυτή ισχύει και αντίστροφα. Ο Αγιος Μάρκος ο Ερη­μίτης (Εξ έργων δικαίωσις) αναφέρει ότι «η εξ αμφοίν θλίψις εκούσιος», αυτή δη­λαδή που αφορά στο νου και το σώμα, «συνεργεί προς θάτερον· η της διανοίας τη σαρκική και η της σαρκός τη κατά διάνοιαν».
Μελετώντας τη διαδικασία της πτώσης, είδαμε, με ποιο τρόπο ο άνθρωπος αποστράφηκε τα πνευματικά και στράφη­κε προς τα αισθητά, ενδίδοντας με τη μεσολάβηση των αισθήσεών του στο δέλεαρ της ηδονής· δοκιμάζοντας από τό­τε για το σώμα του παράφορη αγάπη, καταβάλλει κάθε προ­σπάθεια ώστε να ικανοποιεί τις επιθυμίες του (πρβλ. Ρωμ. 13, 14), πέφτοντας μ’ άλλα λόγια στη φιλαυτία, τη μητέρα όλων των παθών. Η άσκηση του σώματος συντελεί στην αναστρο­φή της συγκεκριμένης διαδικασίας. Ο φυσικός δεσμός της ψυχής και του σώματος που επιτρέπει στην αμαρτία να εγκα­θίσταται και να ενισχύει τα πάθη, χρησιμοποιείται και στα πλαίσια της διαδικασίας τούτης: σε αντίστροφη κατεύθυνση εξαφανίζει τα πάθη και εγκαθιστά τις αρετές (ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΣ, Λόγος). Υπωπιάζοντας [Σ.τ.μ.: Σκληραγωγώντας, ασκώντας σκλη­ρά] το σώμα (πρβλ. Α’ Κορ. 9, 27), η άσκηση πολεμεί άμεσα τη φιλαυτία και ταυτόχρονα κτυπά τα πάθη που αυτή γεννά, ευνοώντας ανάλογα την εμφάνιση των αντίστοιχων αρετών. Σημειώνει ο Αγιος Ισαάκ ο Σύρος (Λόγος): «προ πάντων των παθών, η φιλαυτία· προ δε πασών των αρετών, η της αναπαύσεως καταφρόνησις». Λέγει ακόμη, για να υπογραμμίσει τη θερα­πευτική αξία των πόνων που ο άνθρωπος επιβάλλει στον εαυτό του, αλλά και όσων έχουν εξωτερική προέλευση και τους οποίους δέχεται όπως και τους πρώτους: «Ώσπερ καθαίρουσι τα φάρμακα την ακαθαρσίαν των χυμών των πο­νηρών εκ του σώματος, ούτως η σφοδρότης των θλίψεων κα­θαιρεί τα πονηρά εκ της καρδίας». Η ουσιαστική αυτή συνεισφορά των πόνων της άσκησης στη θεραπεία των παθών και κυρίως της φιλαυτίας -της μητέ­ρας τους-, εξηγείται από το γεγονός ότι οι πόνοι ανταγωνί­ζονται την ηδονή, που τρέφεται από τα πάθη. Να γιατί ο Αγιος Θαλάσσιος (Αγάπης εκατοντάς) γράφει: «Χρονία γαρ φιλοπονία φιληδονίαν εξορίζεται». Και ακόμη: «Αναιρεί ηδονήν κακοπάθεια και λύπη, η εκούσιος ή εκ της Προνοίας επαγομένη». Και από την πλευρά του ο Αγιος Ισαάκ ο Σύρος (Λόγος), σημειώνει: «Αι θλίψεις […] αποκτείνουσι την ηδυπάθεια των παθών, η δε ανάπαυσις τρέφει και αύξει αυτά». Ο δε Αγιος Νικήτας Στηθάτος (Κεφάλαια πρακτικά) συμβουλεύει: «Ο εις κόρον ταις του σώματος ηδοναίς και ταις πράξεσιν αυτού εκδουλεύσας, εις κόρον χρήσαιτο και τοις της ασκήσεως πόνοις, εν ιδρώσι κακοπαθείας· ίνα κόρος κόρω και ηδονή οδύνη και άνεσις κόποις σώματος εκκρουσθή [Σ.τ.μ.: Να καταλυθεί, ν’ αποβληθεί, να υπερνικηθεί] σοι». Να γιατί με την άσκηση λοιπόν ο άνθρωπος βαθμιαία γίνεται απαθής ως προς τις έντονες σαρκικές επιθυμίες. Ο Αγιος Μάξιμος, όπως είδαμε, αποδίδει στη δια­δικασία της πτώσης του ανθρώπου θεμελιώδη ρόλο αναφο­ρικά με την αναζήτηση της ηδονής και την αποφυγή της οδύνης· ο ίδιος βλέπει ότι οι εκούσιοι πόνοι της άσκησης και οι ακούσιοι πόνοι που αναλαμβάνονται όπως οι πρώτοι (Προς Θαλάσσιον), συνι­στούν προνομιακό μέσο της επιστροφής του ανθρώπου στην προπτωτική κατάστασή του (Θεολογικά-οικονομικά). Να γιατί γράφει: «Ηδονής απάτη κλαπέντες το απαρχής, τον θάνατον της όντως ζωής προεκρίναμεν· ταύτης ουν τον φονευτήν ευχαρίστως ενέγκωμεν πόνον του σώματος, όπως του ταύτης θανάτου εαυτώ συναφανίσαντος τον δια [ηδονής] γενόμενον θάνατον, απολάβωμεν ημίν επανατρέχουσαν την […] ζωήν […]»(Θεολογικά-οικονομικά). Εδώ η ανα­ζήτηση της ηδονής και η αποφυγή της οδύνης παράγουν όλα τα πάθη, η ανάληψη των πόνων επιτρέπει τον αποκλεισμό των παθών και την απόκτηση των αρετών: «Ει σαρκός ευπαθούσης ο της αμαρτίας είωθε πιαίνεσθαι τόνος, δήλον ότι ταύτης δυσπαθούσης, ο της αρετής [τόνος] ανηβάν [Σ.τ.μ.: Δυναμώνει, ενισχύεται, ανακτά την αλλοτινή ακμή και ικμάδα] εικότως πέφυκε» (ΜΑΞΙΜΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Θεολογικά-οικονομικά)· «αρετής άθλόν εστι το τοις πόνοις εναγωνίζεσθαι· νίκης έπαθλον φερούσης τοις υπομένουσι, της ψυχής την απάθειαν» (ΜΑΞΙΜΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Θεολογικά-οικονομικά, Πρβλ. ΝΙΚΗ­ΤΑΣ ΣΤΗΘΑΤΟΣ, Κεφάλαια πρακτικά).
Η άσκηση μειώνει ειδικότερα τα πάθη που διεγείρουν το παθητικό τμήμα της ψυχής (αυτό που αποτελείται, υπενθυμίζουμε, από τη θυμοειδή και την επιθυμητική δύναμη), το οποίο συνδέεται αμεσότατα με το σώμα. Να γιατί ο Ευάγριος (Λόγος πρακτικός) διδάσκει ότι η εργασία, η νηστεία, οι αγρυπνίες θεραπεύουν το παθητικό τμήμα της ψυχής. Ο Αγιος Μάξιμος (Αγάπης εκατοντάς) πάλι θεω­ρεί τις συγκεκριμένες πρακτικές ως φάρμακα. Από την πλευρά του ο Αγιος Ησύχιος Ιεροσολυμίτης (Περί νήψεως) γράφει: «Επί της σωματικής […] ασκήσεως, νηστείας λέγω, και εγκρατείας, χαμευνίας, στάσεως, αγρυπνίας και των λοιπών, α περί το σώμα πεφύκασι, και το παθητικόν μέρος του σώματος ησυχάζειν ποιεί από της κατ’ ενέργειαν αμαρτίας […]. Παιδαγω­γία γαρ εισι του έξω ημών ανθρώπου και φρουρός των κατ’ ενέργειαν παθών».
Τα πιο επιρρεπή, σε αναχαίτιση και μείωση μέσω της σωματικής άσκησης, πάθη είναι αυτά του επιθυμητικού μέρους: «Εισί τινα [φάρμακα] ιστώντα τα πάθη της κινήσεως και μη εώντα προβήναι εις αύξησιν […]. Οίον, νηστεία και κόπος [Η λέξη κόπος υποδηλώνει τη σκληρή εργασία, καθώς επίσης γενικό­τερα την αυστηρότητα του βίου, τη στενοχώρια, κ.λπ.] και αγρυπνία ουκ εώσιν αύξειν την επιθυμίαν», γράφει ο Αγιος Μάξιμος (Αγάπης εκατοντάς). Και ο Ευάγριος (Λόγος πρακτικός) επισημαίνει: «Επιθυμίαν δε εκφλογουμένην μαραίνει πείνα και κόπος και αναχώρησις». Η επίδραση της άσκησης στην επιθυμητική δύναμη συναρτάται με την ισχύ που έχει να ελαττώνει την έλξη του ανθρώπου για την αισθητή ηδονή. Ο Αγιος Μάξιμος (Αγάπης εκατοντάς) αναφέ­ρει ότι «το μεν επιθυμητικόν της ψυχής πυκνότερον ερεθιζόμενον έξιν φιληδονίας δυσκίνητον τη ψυχή εντίθησιν […]. Ιάται δε [τούτο] άσκησις επιτεταμένη νηστείας και αγρυ­πνίας και προσευχής». Τα αποτελέσματα της άσκησης, αν εμφανίζονται πρώτα στο παθητικό τμήμα της ψυχής, γίνονται ορατά και στο λογι­στικό τμήμα της εξίσου, ιδιαίτερα στον αγώνα εναντίον της υπερηφανίας και της κενοδοξίας, -των παθών δηλαδή που το προσβάλλουν-, και στην απόκτηση της αρετής της ταπείνω­σης, που είναι καρπός του αγώνα αυτού. Ένας Γέροντας δι­δάσκει ότι «η δόξα της ταπεινώσεως οι κόποι οι σωματικοί εισίν» (ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ ΠΑΤΕΡΩΝ, Συλλογαί διάφοροι). Ο σύνδεσμος μεταξύ όσων υποφέρει το σώμα λόγω της άσκησης και όσων αισθάνεται η ψυχή αντίστοιχα εμφανί­ζεται εδώ σαφέστατα. «Δια τι δε λέγει ότι οι κόποι οι σωματι­κοί την ψυχήν φέρουσιν εις ταπείνωσιν;» ερωτά ο Αγιος Δω­ρόθεος Γάζης (Διδασκαλία) αναφορικά με την προηγούμενη επιβεβαίω­ση. Και απαντά: «Συμπάσχει και συνδιατίθεται η αθλία ψυχή αύτη τοις γινομένοις υπό του σώματος […]. Ο κόπος ουν τα­πεινοί το σώμα· του δε σώματος ταπεινουμένου, συνταπεινούται αυτώ και η ψυχή, ώστε καλός είπεν [ο Γέρων] ότι και ο σωματικός κόπος οδηγεί εις ταπείνωσιν».
Ένα σώμα, υπερβολικά καλοθρεμμένο και τρυφηλό δίνει στον άνθρωπο την ψευδή εντύπωση της πληρότητας και της αυτονομίας, που εισάγει μέσα του την υπερηφανία. Αντίθε­τα, η άσκηση εξασθενώντας το σώμα του, τον κάνει να αισθά­νεται πόσο εύθραυστος είναι πραγματικά. Τον οδηγεί να νιώθει ακόμη την αδυναμία της πραγματικής φύσης του, τον εφήμερο χαρακτήρα της σωματικής και γήινης υπόστασής του, τη σχετικότητα της ύπαρξής του· έτσι τελικά τον οδηγεί στην ταπείνωση. Παρατηρεί ο Αγιος Ισαάκ ο Σύρος (Λόγος): «Όσον γαρ οι πόνοι πληθύνονται, ούτοι [Σ.τ.μ.: Από τη μελέτη του πρωτότυπου κειμένου δεν προκύπτει με σαφήνεια που αναφέρεται η δεικτική αντωνυμία “ούτοι”. Ο Αγιος Ισαάκ αναφέρεται σε προηγούμενη παράγραφο στους λογισμούς, χωρίς όμως να τους συνδέει με το παρόν απόσπασμα άμεσα. Στην επόμενη παράγραφο όμως αναφέρει ρητά: “οι λογισμοί αργούσιν εν κόποις”. Έτσι υπάρχει πιθανότητα οι λογισμοί να είναι η, υποκαθιστώμενη από την αντωνυμία, λέξη] ελαττούνται». Ταυτόχρονα και για τον ίδιο λόγο, η σωματική άσκηση οδηγεί την ψυχή στην κατάνυξη (Πρβλ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ, Τριάδες), επώδυνο αίσθημα που κα­τέχει τον άνθρωπο για την αμαρτία του, την πνευματική αδυ­ναμία του και για την απόσταση που τον χωρίζει από το Θεό.
Ένα άλλο αποτέλεσμά της αφορά στην ελάττωση του αριθμού, της κινητικότητας και της ισχύος των εμπαθών λο­γισμών, που παρουσιάζονται στη διάνοια (Πρβλ. ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΣ, Λόγος, ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ, Τριάδεςσυμβάλλει τότε η άσκηση στην είσοδο της ησυχίας στην ψυχή, γιατί όπως ση­μειώνει ο Αγιος Ισαάκ (Λόγος) «εν σώματι στενοχωρουμένω ου δύ­νανται οι λογισμοί μετεωρηθήναι εις τα μάταια. Όταν δε τις εν χαρά υπομένη τους κόπους και τας θλίψεις, και τους λογι­σμούς κραταιώς χαλινώσαι δύναται». Βλέπουμε λοιπόν ότι η σωματική άσκηση δεν μορφώνει μόνο τον «έξω άνθρωπο» και δεν τον φυλάσσει μόνο από τα «ενεργά πάθη», όπως υπογράμμιζε και ο Αγιος Ησύχιος Ιεροσολυμίτης, αλλ’ επίσης εξαγνίζει τον έσω άνθρωπο συνδράμοντας αυτόν στον αγώνα του εναντίον των λογισμών.
Όλα αυτά τα αποτελέσματα της σωματικής άσκησης ευνοούν την προσευχή, καθώς όχι μόνο οδηγούν σ’ αυτήν, αλλ’ επιπλέον συμβάλλουν στην καθαρότητά της. Να γιατί ο Αγιος Γρηγόριος Παλαμάς (Τριάδες) γράφει: «Δεόμεθα πάντως του κατά την αφήν δια νηστείας τε και αγρυπνίας και των άλλων των τοιούτων άλγους, προσευχής επιμελούμενοι· δι’ αυτής γαρ μόνης το αμαρτητικόν του σώματος νεκρούται και οι τα κτηνώδη πάθη κινούντες λογισμοί μετριώτεροί τε και ασθε­νέστεροι καθίστανται· ου μόνον δε αλλά και την ιεράν κατάνυξιν αυτό φέρει την αρχήν, δι’ ής και τους προγεγονότας ανιέρους απαλείφει λογισμούς και το θείον ίλεω πάντων μά­λιστα ποιείται και προς την δέησιν καταπειθές. “Καρδίαν” γαρ “συντετριμμένην και τεταπεινωμένην ο Θεός ουκ εξουδενώσει” κατά τον Δαυίδ (Ψαλμ. 50, 17) και κατά τον Θεολόγον Γρηγόριον (Λόγος) “ουδενί των πάντων ούτως ως κακοπαθεία Θεός θεραπεύεται”. Διό και ο Κύριος μέγα δύνασθαι την προσευχήν μετά της νηστείας συνεζευγμένην εν ευαγγελίοις εδίδαξεν».
Η σωματική άσκηση δεν συντελεί μόνο στην κάθαρση του νου: τον λεπτύνει, τον ελαφρύνει και τον καθίστα ικανότερο για όλες τις πνευματικές λειτουργίες που του είναι οικείες (Πρβλ. ΝΙΚΗΤΑΣ ΣΤΗΘΑΤΟΣ, Κεφάλαια πρακτικά). Η νηστεία και οι αγρυπνίες οδηγούν ειδικότερα στο συγκε­κριμένο αποτέλεσμα. Εξαγνίζοντας και οξύνοντας το νου, η σωματική άσκηση συνεισφέρει στο να τον κατευθύνει προς τη θεωρία (ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΣ, Λόγος). Και ο πόνος που συνδέεται μ’ αυτήν είναι απλώς το προαπαιτούμε­νο για να φθάσει στην απόλαυση των αγαθών της Βασιλείας, η οποία θα τον ανταμείβει αιώνια: «Ουκ άξια τα παθήματα του νυν καιρού [εστι] προς την μέλλουσαν δόξαν αποκαλυφθήναι εις ημάς» (Ρωμ. 8, 18).
Είναι αναγκαίο η σωματική άσκηση να πραγματοποιείται με μέτρο, ώστε ν’ ακολουθείται απ’ όλα τα προαναφερθέντα αποτελέσματα. Όσο κι αν συνεπάγεται κάποια εξασθένηση του σώματος, ωστόσο δεν πρέπει ούτε να το βλάπτει ούτε να το εξουθενώσει (Πρβλ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΝΥΣΣΗΣ, Περί παρθενίας).
Υπογραμμίσαμε πολλές φορές ότι ο χριστιανισμός δεν αντιμετωπίζει το σώμα με καμιά περιφρόνηση· αντίθετα κα­λεί να το σεβόμαστε τόσο ως ένα ιδιάζον μέλος του όλου σύνθετου ανθρώπου, του πλασμένου από το Θεό και αγαθού εκ φύσεως στην ολότητά του, όσο και ως προορισμένου ν’ ανα­στηθεί και να γνωρίσει, μαζί με την ψυχή, τη θέωση. Το σώμα δεν είναι καθεαυτό εμπόδιο στην πνευματική ζωή ούτε απο­τελεί φυλακή ή μνήμα της ψυχής, παρά μόνο όταν αυτή συγκατατίθεται και υποχωρεί στις έντονες εμπαθείς επιθυμίες του. Εναντίον αυτών οφείλει να προσανατολίζεται ο αγώνας. «Ουκ έστιν ημίν η πάλη προς αίμα και σάρκα» διδάσκει ο Απόστολος Παύλος (Εφεσ. 6, 12)· ο ίδιος συμβουλεύει: «Ειδέναι έκαστον υμών το εαυτού σκεύος κτάσθαι εν αγια­σμώ και τιμή, μη εν πάθει επιθυμίας καθάπερ και τα έθνη τα μη ειδότα τον Θεόν» (Α’ Θεσ. 4, 4-5). Και ο Αββάς Ποιμήν λέγει: «Ημείς ουκ εδιδάχθημεν σωματοκτόνοι [είναι], αλλά παθοκτόνοι» (ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ ΠΑΤΕΡΩΝ, Αλφαβητική συλλογή, Ποιμήν). Λέγοντας ακόμη ότι «ει δε πνεύματι τας πρά­ξεις του σώματος θανατούτε, ζήσεσθε» (Ρωμ. 8, 13), ο Από­στολος παρέχει ένδειξη αφενός μεν ότι η άσκηση δεν αποβλέπει στο σώμα καθεαυτό αλλά στα πάθη, αφετέρου δε ότι ο τελικός στόχος της είναι η εν Θεώ ζωή. Εάν ο αγώνας στρε­φόταν εναντίον του ίδιου του σώματος, τούτο θ’ αποτελούσε εξαπάτηση από τον εχθρό και αντίπαλο, και άγνοια του αλη­θινού σκοπού της άσκησης. Να γιατί ο Απόστολος Παύλος, ενώ λέγει, «υπωπιάζω μου το σώμα και δουλαγωγώ» (Α’ Κορ. 9, 27), παρατηρεί: «Ουδείς γάρ ποτε την εαυτού σάρκα εμίσησεν, αλλά εκτρέφει και θάλπει αυτήν, καθώς και ο Χρι­στός την Εκκλησίαν» (Εφεσ. 5, 29) (Πρβλ. ΜΑΞΙΜΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Αγάπης εκατοντάς).
Στα πλαίσια της πνευματικής ζωής το σώμα οφείλει να συ­νεργάζεται με την ψυχή. Οφείλει να επιτελεί το θέλημα του Θεού και να διακονεί την ψυχή σ’ όλο το εύρος των σχέσεών του μ’ αυτήν, συνδράμοντάς την με όλες του τις δυνάμεις. Να γιατί, μέσα από αυτή την προοπτική, ο άνθρωπος οφείλει όχι μόνο να μη μισεί το σώμα του, αλλά όπως αναφέρει ο Αγιος Μάξιμος (Αγάπης εκατοντάς) «απαθώς αγαπάτω αυτήν [Σ.τ.μ.: Αντί «αυτό», για­τί ο Αγιος Μάξιμος αναφέρεται στο σώμα με τον όρο «σαρξ»] και ως υπηρέτιν των θείων εκτρεφέτω και θαλπέτω». Παρόμοια, και ο Αγιος Βασίλειος Αγκύρας (Αληθής αφθορία) συμβου­λεύει να φροντίζουμε το σώμα σαν ένα βοηθό χωρίς τον οποίο η πνευματική ζωή θα ήταν ανέφικτη: «Χρη ουν και σώ­ματος επιμέλειαν ποιείσθαι, ου δια το σώμα, αλλ’ υπηρεσίαν, φημί, φιλοσοφία κτωμένους. Αδύνατον γαρ την υπηρεσίαν του σώματος ευήνιον [Σ.τ.μ.: Υπάκουη, ευπειθής] προς φιλο­σοφίαν [Υπενθυμίζουμε ότι στην πατερική ορολογία, ο όρος «φιλοσοφία» υποδηλώνει γενικά την πνευματική ζωή και πιο συγκεκριμένα την «πράξιν» ή την άσκηση με την ευρεία έννοια του όρου και «οι φιλόσοφοι» όσους ακολουθούν τη ζωή αυτή] μη έχοντας, ή αναγνώσμασι φιλοσόφοις αρκέσαι ή τον νουν ενατονούντα τω σώματι προς ευχήν δεόντως συντείναι, ή συνόλως τι των φιλοσοφία επιβαλλόντων εις εαυτού και των κοινωνούντων τω βίω ωφέλειαν εργάσασθαι». Στην παράγραφο του Κανόνα του που αναφέρεται στην άσκηση του σώματος, ο Αγιος Νείλος Σόρσκυ συμβουλεύει ότι αν το σώμα δεν είναι ικανό, αρμόζει να το ενισχύσουμε στο βαθμό που αυτό είναι απαραίτητο. Η εξουθένωση του σώματος θα το καθιστούσε ακατάλλη­λο για το πνευματικό του έργο και θα εξασθενούσε την ψυχή (δεδομένου του δεσμού που τους συνδέει)· σε ορισμένες πε­ριπτώσεις πάλι θα το παρέσυρε στην αμαρτία. Η σωματική άσκηση, αν γίνεται με κακό τρόπο και σε υπερβολικό βαθμό, κινδυνεύει αντί να συμβάλλει στην αποδυνάμωση των πα­θών, αντίθετα να τα υποκινεί, να τα υποδαυλίζει και να τα ενισχύει· απειλεί, αντί ν’ ανυψώνει το νου, να τον υποβιβάζει στις γήινες ενασχολήσεις του. Εάν ο αισθητός πόνος εξαι­τίας αυτής της γυμνασίας του σώματος είναι ιδιαίτερα έντο­νος, είναι δυνατόν να γίνει ιδιαίτερα ενοχλητικός και ν’ απο­σπάσει στην άσκηση όλη την προσοχή. Οι Αγιοι Γρηγόριος Νύσσης (Περί παρθενίας) και Βασίλειος Αγκύρας (Αληθής αφθορία) με εκτενή κείμενα εφιστούν την προσοχή μας έναντι αυτού του κινδύνου. Ο δεύτερος ιδιαίτερα γράφει: «Υποδείκνυσι δ’, ότι, ως η του σώματος κατά της ψυχής δυναστεία προς την του καλού κτήσιν εμπόδιος γίνεται· ούτω ανάπαλιν η ασθενεία, ου δυναμένου υπηρετείσθαι του σωματικού οργάνου ταις της ψυχής προθυμίαις, τον προς τα καλά δρόμον εκκόπτει». Στην ίδια κατεύ­θυνση κινούνται και οι συμβουλές του Αγίου Γρηγορίου του Μεγάλου, ότι με την άσκηση θέλουμε ν’ απαλείψουμε τις κα­κίες της σαρκός και όχι τη σάρκα καθεαυτή. Ο καθένας οφείλει να είναι κυρίαρχος του σώματός του, αλλά με σω­φροσύνη και μέτρο, τέτοια ώστε η σάρκα να μη καταλήγει με τη διέγερσή της, να μας ωθεί σε κάθε παράπτωμα, και να δια­τηρεί αρκετή από τη ζωτικότητά της ώστε να συνεχίζει αποτελεσματικά να επιτελεί ορθά το καθήκον της.
Ο σκοπός της γυμνασίας του σώματος που είναι να διευ­κολύνει την πνευματική ζωή, δεν πρέπει λοιπόν να χαθεί πο­τέ. Ο υπέρτατος στόχος της άσκησης [Σ.τ.μ.: “Εγκρατείας” στο πρωτότυπο κείμενο του Αγίου Γρηγορίου], λέγει ο Αγιος Γρηγόριος Νύσσης (Περί παρθενίας) «ουχί προς την του σώματος βλέπει κακοπάθειαν, αλλά προς την των ψυχικών διακονημάτων ευκολίαν». Στη βάση αυτής της αρχής, σύμφωνα με όσα υποδεικνύει ο Αγιος Γρηγόριος Νύσσης (Περί παρθενίας), ο πρακτικός κανόνας της άσκησης οφείλει να είναι «τας εξ εκατέρων αμετρίας παραφυλάττεσθαι, μήτε δια πολυσαρκίας καταχωννύντας τον νουν μηδ’ αύ πάλιν ταις επεισάκτοις ασθενείαις εξίτηλον αυτόν και ταπεινόν ποιείν και περί τους σωματικούς πόνους ησχολημένον, μεμνήσθαι δε του σοφού παραγγέλματος του επίσης απειρηκότος την τε επί τα δεξιά και την επί τα εναντία παρατροπήν (πρβλ. Παροιμ. 4, 27)». Πρόκειται να γίνεται έτσι ώστε «ίνα μήτε το πολύ πλεονάση μήτε το ολίγον ελατ­τώση» (πρβλ. Β’ Κορ. 8, 15. Εξόδ. 16, 18), «αλλά το εν εκατέρω άμετρον περικόπτων της του ενδέοντος προσθήκης επιμελήσεται και επίσης την εφ’ εκάτερα του σώματος αχρηστίαν φυλάξεται, μήτε δι’ υπερβαλλούσης ευπαθείας άτακτον και δυσήνιον την σάρκα εαυτού επασκήσας, μήτε δια της αμέτρου κακοπαθείας νοσώδη και λελυμένην και άτονον προς την αναγκαίαν υπηρεσίαν παρασκευάσας» (ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΝΥΣΣΗΣ, Περί παρθενίας, Πρβλ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ, Λόγος ασκητικός). Οι ίδιες συστάσεις γίνονται από τον Αγιο Βασίλειο Αγκύρας (Αληθής αφθορία), ο οποίος γράφει ειδικότερα: «Ουκούν επεί δει το συμφυές ημίν όχημα, μήτε ανιέντος άγαν, μητ’ αύ πάλιν σφοδρώς επιτείνοντος, προς τον της αρετής δρόμον προάγειν, δια τούτο προσήκει και την κατάστασιν, ως έχει, του σώμα­τος θεωρείν» (ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΑΓΚΥΡΑΣ, Αληθής αφθορία, Ο μέγας ασκητής ΑΡΣΕΝΙΟΣ προτρέπει να πορευόμαστε όσο το δυνατόν περισσότερο με μέτρο μέσω της Επιστολής του. Βλ. επίσης ΘΑΛΑΣΣΙΟΣ, Αγάπης εκατοντάς). Η εξέταση αυτή και ο ορισμός του ορθού μέτρου της άσκησης του σώματος αποκαλύπτουν μία από τις λειτουργίες της αρετής της φρόνησης, δηλαδή την πνευματική διάκριση (Πρβλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ. Πρέπει να υπο­γραμμιστεί ότι η λέξη discretio, χρησιμοποιούμενη από τον Αγιο Ιωάννη Κασσιανό έχει διπλή σημασία: της «διάκρισης» και του «μέτρου»), για την οποία έχουμε ήδη μιλήσει.
(Απόσπασμα από το βιβλίο «Η ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗ ΤΩΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΩΝ ΝΟΣΗΜΑΤΩΝ: Εισαγωγή στην ασκητική παράδοση της Ορθοδόξου Εκκλησίας», JEAN CLAUDE LARCHET (*), ΤΟΜΟΣ Β’, Εκδόσεις «Αποστολική Διακονία», Μετάφραση: ΧΡΙΣΤΟΣ ΚΟΥΛΑΣ)
(*) Ο Jean Claude Larchet γεννήθηκε το 1949 στη βορειοανατολική Γαλλία. Διδάκτωρ Φιλοσοφίας και διδάκτωρ Θεολογίας του Πανεπιστημίου του Στρασβούργου, είναι συγγραφέας δεκαπέντε βιβλίων και πολυάριθμων άρθρων που αφορούν τη θεολογία και την πνευματικότητα των Πατέρων της Εκκλησίας, τα οποία μεταφράστηκαν σε δώδεκα γλώσσες. Θεωρείται ως ένας από τους κορυφαίους Ορθόδοξους πατρολόγους και ένας σημαντικός εκφραστής της Ορθοδοξίας στην Ευρώπη. Ζει και εργάζεται ως καθηγητής στη Γαλλία. Διευθύνει, σε δύο γαλλικούς εκδοτικούς οίκους, μία συλλογή βιβλίων αφιερωμένων σε σύγχρονους πνευματικούς της Ορθόδοξης Εκκλησίας, ανάμεσα στους οποίους συγκαταλέγονται ο γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής, ο γέροντας Παϊσιος, ο γέροντας Εφραίμ Κατουνακιώτης, ο γέροντας Χαράλαμπος, ο γέροντας Πορφύριος.

Προ παντός προσεύχου αδιαλείπτως και ευχαρίστει τω Θεώ δι’ όλα όσα σου συμβαίνουν. (Κανόνας του Μ. Αντωνίου)



 (Κανόνας του Μ. Αντωνίου)
Ο Μέγας Αντώνιος είναι ρεαλιστής. Οι κανόνες του δεν είναι μια φόρμουλα που την βρήκε και μας την πέταξε. Ο κάθε κανόνας έχει κάτι μοναδικό για την ζωή του μονάχου ένας αν λυθεί, καταρρέει το πάν. Πρέπει, λέγει, να προσευχώμεθα αδιαλείπτως, αλλά ταυτοχρόνως να ευχαριστούμε τον Θεόν για όλα όσα μας συμβαίνουν. Χρησιμοποιεί παρατακτική σύνδεση, διότι αυτά τα δύο δεν ξεχωρίζουν, πηγαίνουν μαζί. Ευχαριστούμε τον Θεόν για τα ευχάριστα, κυρίως όμως για κάτι άλλο: στην ζωή μας τα πράγματα δεν έρχονται όπως τα θέλομε εμείς. Προσευχόμαστε, λόγου χάριν, και μας φαίνεται πως δεν μας ακούει ο Θεός. Ζητάμε την υγεία μας και η αρρώστια μας γίνεται χειρότερα. Ζητάμε από τον Θεόν ορισμένα δωρήματα και ο Θεός δεν μας δίνει τίποτε. Τα πράγματα έρχονται ανάποδα.
Εκείνος ο οποίος δεν θα μάθη να ευχαριστή για όλα τον Θεόν, και μάλιστα για τα ανάποδα, δεν θα προχωρήση ούτε ένα χιλιοστό πιο πέρα από εκεί που τον γέννησε η μάνα του. Καμία πρόοδο δεν θα έχη. Και όταν μεν τον γέννησε η μάνα του, ήταν βρέφος αφελές, είχε μία φυσική αγιότητα, εμείς όμως έχομε σκληρότητα και γνώσι η οποία μας ενοχοποιεί. Πρέπει λοιπόν να μάθωμε να ευχαριστούμε τον Θεόν. Όταν έχωμε πονηρούς λογισμούς, όταν ο αδελφός μάς λέγη κάτι, και μέσα μας νοιώθωμε μίσος, την ώρα εκείνη πρέπει να ευχαριστήσουμε τον Θεόν και να χαμογελάσωμε στον αδελφό μας. Εάν δεν κάνωμε έτσι, είναι αδύνατον να προχωρήσουμε βήμα, διότι όλα θα μας έρχονται ανάποδα. Ιδιαίτερα θα μας προκαλούν λογισμούς, πειρασμούς, πάθη και αντιξοότητες οι άλλοι και οι καταστάσεις.
     Η αδιάλειπτος προσευχή και η ευχαριστία στον Θεόν, δι’ όλα όσα μας συμβαίνουν, είναι οι προϋποθέσεις της φυσιολογικής ζωής. Αν ο άνθρωπος δεν ευχαριστή για το κάθε τι τον Θεόν, δεν μπορεί ούτε να προσευχηθή, ούτε να ζήση την μοναχική πολιτεία. Πρέπει να είναι κανείς ευχαριστημένος για ό,τι του συμβαίνει στο μοναστήρι, είτε αυτό προέρχεται από τον εσωτερικό του κόσμο, είτε από την αδελφότητα, είτε από τους εχθρούς ή από τους δαίμονες. Κάποιος μοναχός, λόγου χάριν, έχει λογισμούς, που τον ταλαιπωρούν. Δεν πρέπει να στενοχωρήται αλλά να χαίρεται και να ευχαριστή τον Θεόν. Στον δαίμονα πρέπει να λέγη. «ύπαγε οπίσω μου, σατανά», και να τον διώχνη ή, όταν δεν φεύγη, να μπορή να τού λέγη, μας χωράει το κρεββάτι, κοιμήσου μαζί μου, μόνον γύρισε από την άλλη πλευρά, για να μην έχω την δυσωδία της αναπνοής σου. Τότε ο δαίμονας θα φύγη σαν αστραπή.
Η αδιάλειπτος προσευχή και η ευχαριστία για όλα έχουν άμεση σχέσι και με τον προσωπικό μας κανόνα. Δηλαδή, μπορεί κανείς να κάνη τον κανόνα του, όταν συνηθίση να προσεύχεται αδιαλείπτως. Και μπορεί να έχη αδιάλειπτο προσευχή, όποιος κάνει τον κανόνα του. Εάν θελήση να ξεχωρίση την αδιάλειπτο προσευχή από τον κανόνα, τότε θα πέσουν και τα δύο. Είναι βασικό αυτό και πρέπει να το ενθυμούμεθα. Άφησε δύο ημέρες τον κανόνα σου, και θα δης ότι δεν θα θυμηθής ούτε μία φορά την ημέρα να πης, δόξα σοι ο Θεός. Αυτό είναι νόμος.

(Αρχιμ. Αιμιλιανού Σιμωνοπετρίτου. «Νηπτική ζωή και Ασκητικοί κανόνες», εκδ. Ίνδικτος- Αθήναι 2011, σ. 5-6)

Ο κανόνας και η προσευχή στη ζωή του μοναχού και για κάθε ευσεβή χριστιανό – Γέροντας Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης


Ιερός Ναός Αγίου Γεωργίου ΚορυδαλλούΑς προχωρήσωμε σε ένα άλλο στοιχείο, που έχει σχέσι με την εγρήγορσι και την χαρά και είναι ό κανόνας. Αυτό είναι το καθημερινό φαγοπότι του ανθρωπου, στην γλώσσα δε των ασκητικών Πατέρων αποκαλείται «λειτουργία». Όταν οι ασκητικοί Πατέρες ομιλούν περί λειτουργίας, δεν εννοούν την θεία λειτουργία. Αυτήν σπανίως την είχαν. Θεία μετάληψι μπορεί να είχαν συχνότερα, αλλά λειτουργίες είχαν αραιά, και μάλιστα οι ασκηταί. Την καθημερινή τους όμως λειτουργία, δηλαδή τον κανόνα τους δεν τον παρέλειπαν ποτέ, διότι ο κανόνας είναι η ώρα της ιδιαίτερης πάλης με τον Θεόν.
Τότε μπορεί κανείς να κερδίζη τον Θεόν ή να τον χάνη. Ο κανόνας είναι ο τρόπος και το ποσόν και το ποιόν της αγρυπνίας του κάθε μοναχού. Προφανώς, δεν εννοούμε τις κοινές αγρυπνίες στον ναό. Εκείνες είναι κάτι άλλο, μία κοινή παράστασις ενώπιον του Θεού.
Ο κανόνας είναι η αγρυπνία που κάνομε κάθε ημέρα στο κελλί μας, είναι το μεδούλι της υπάρξεώς μας, το λεπτότερο και το σοβαρώτερο μέρος της μοναστικής ζωής· δείχνει εάν έχωμε Θεόν ή δεν έχωμε, αν έχωμε διάθεσι να τον αποκτήσωμε ή όχι.
Όποιος δεν έχει κανόνα, ασφαλώς αυταπατάται ότι έχει Άγιον Πνεύμα. Δεν υπάρχει Άγιον Πνεύμα «ενεργούν και λαλούν εν ημίν», εφ’ όσον δεν έχομε νυκτερινή ζωή. Και εάν δεν υπάρχουν οι κατάλληλες προϋποθέσεις για νυκτερινή ζωή, τουλάχιστον πρέπει να υπάρχη ο πόθος και η λαχτάρα να τις δημιουργήσωμε, ώστε κάποτε να έχωμε αυτή την νυκτερινή ζωή. Ο Θεός θα δη τον πόθο και θα μας τον πραγματώση.
Πότε όμως θα κάνωμε τον κανόνα μας και πότε θα αναπαυώμαστε; Υπάρχει μεγάλη ποικιλία ως προς το θέμα της αναπαύσεως. Πολλοί Πατέρες κοιμούνταν λίγο το πρωί, άλλοι λίγο το βράδυ, άλλοι μία ώρα το εικοσιτετράωρο. Άλλοι όμως κοιμούνταν τρεις ώρες, άλλοι έξι ώρες, άλλοι επτά ώρες, ανάλογα με την προσωπική αντοχή και τον τρόπο ζωής τους και με την αγωγή που είχαν λάβει. Το βέβαιο είναι ότι αυτή η λειτουργία φέρνει τον φωτισμό στην ψυχή και την ένωσι με τον Θεόν.
Στην αγρυπνία φωτίζεται ο άνθρωπος, καθαρίζεται η διάνοιά του, φεύγουν οι λογισμοί, μένει μόνος του ο νους, οπότε μπορεί να αναπετάννυται, να ανέχεται προς τον Θεόν, να τον χαίρεται, να τον αγαπά, να τον γνωρίζη, διότι είναι πλέον ο Θεός του και όχι κάποιος άγνωστος Θεός. Βεβαίως, όσο άγνωστος και να είναι ο Θεός μας, δεν θα εγκαταλείψωμε την αγρυπνία μας. Θα κουρασθούμε, θα ταλαιπωρηθούμε, για να ζήσωμε μαζί του.
Εάν οι αρχαίοι Αθηναίοι είχαν βωμό αφιερωμένο «τω αγνώστω Θεώ», πόσο μάλλον έχομε εμείς. Για να λέμε την αλήθεια, για τους πιο πολλούς ανθρώπους ο Θεός είναι άγνωστος, πέρα από τα σύννεφα, μέσα στον γνόφο. Είναι ένας Θεός που δεν τον ζούμε, δεν τον νοιώθομε, δεν τον ξέρομε. Γι’ αυτό ακριβώς και η πνευματική μας ζωή είναι δύσκολη. Γι’ αυτό και δεν μπορούμε να αδολεσχούμε στην αγρυπνία μας, γι’ αυτό δεν μπορούμε να καθίσωμε περιορισμένοι στην λατρεία. Δεν νοιώθομε τον Θεόν, δεν τον ξέρομε, δεν τον αγαπούμε, ο Θεός δεν μας συγκινεί, δεν σημαίνει τίποτε για μας. Η προσευχή και η αγρυπνία των περισσοτέρων ανθρώπων, καμιά φορά και των μοναχών, είναι ένα πηχτό σκοτάδι.
Παρ’ όλα αυτά, ο φωτισμός της ψυχής και η ένωσις με τον Θεόν, δηλαδή η οικειοποίησις του προσωπικού Θεού γίνεται κατ’ αυτές τις ώρες. Είναι σκληρές ώρες, επειδή είμαστε χωρίς Θεόν και καλούμεθα να τον αποκτήσωμε. Ο Θεός όμως υπάρχει. Ξέρομε ότι ο Θεός είναι στο είναι μας, στην ατμόσφαιρα, στο μοναστήρι, είναι πανταχού παρών. Εν τούτοις, εμείς ζούμε ως «άθεοι εν τω κόσμω», δεν διαφέρομε ούτε από τους αμαρτωλούς ούτε από τους τελώνες ούτε από τις πόρνες ούτε από τους εγκληματίες. Μπορεί να έχωμε «άπασαν την δικαιοσύνην», αλλά το θέμα είναι: έχω προσωπικόν Θεόν εγώ; υπηρετώ τον Θεόν; τον είδα; τον κατάλαβα; με φώτισε εμένα ο Θεός; Όχι τί μου είπε στο όνειρό μου, στο όνειρο που κάνω εγώ, αλλά ποιά μετοχή έχει η υπαρξίς μου στην ζωή του Θεού.
Επειδή, κατά κανόνα, μας λείπει ο Θεός, αναγκαζόμαστε να καταλάβωμε ότι η προσευχή μας θα είναι μια άσκησις, ένας αγώνας. Όπως βάζομε την εσχάρα στα κάρβουνα και τοποθετούμε επάνω το κρέας, για να το ψήσωμε, και βλέπομε να χύνεται το αίμα του και οσφραινόμεθα την μυρωδιά του, έτσι ακριβώς και ο κανόνας μας είναι η εσχάρα πάνω στην οποία ξηροψηνόμαστε· είναι η θυσία του εαυτού μας, η άσκησίς μας η οδυνηρή, το δόσιμο της νύκτας μας, της χθαμαλής ζωής μας, της αμαρτίας μας, του ιερού πόθου μας στον Θεόν. Όλα τα βάζομε εκεί, και έτσι γινόμαστε θύμα του Χριστού. Αν όμως εγώ δεν ζω τον Θεόν, τουλάχιστον ας θυσιάζωμαι γι’ αυτόν τον Θεόν και ας στέκωμαι έτσι ενώπιον του. Ο Θεός βλέπει αυτή την θυσία, το ότι γίνομαι ένας μάρτυς ενώπιον Του. «Αγάγετέ μοι τους μάρτυρας», λέγει ο Κύριος. Έτσι, γίνομαι και εγώ ένας μάρτυς, τον οποίον προσάγει η Εκκλησία στην εσχάρα, σε εκείνο το συγκεκριμένο κελλί μέσα στο σκοτάδι μου, στην πίκρα μου, στην αορασία μου, στην ακατανοησία μου, στην αγνωσία μου, θυσιάζομαι για τον Θεόν.
Επειδή ο κανόνας είναι το κέντρο της πνευματικής ζωής, βλέπομε ότι οι Πατέρες της Εκκλησίας συνιστούν πολλούς τρόπους αγρυπνίας, ο καθένας ανάλογα με το πνεύμα του, τον τόπο και τον χρόνο στον οποίο ζη. Άλλος κάνει όλη την νύκτα ορθοστασία. Άλλος διαβάζει Ψαλτήρι, άλλος λέγει μόνον το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με», άλλος διαβάζει γονατιστός την Αγία Γραφή επί δύο, τρεις ώρες, άλλος όρθιος· άλλος διαβάζει ενώπιον των εικόνων την Παλαιά Διαθήκη ή το Ευαγγέλιο ή τους ψαλμούς. Ο καθείς κάνει ό,τι μπορεί. Άλλος εργάζεται, κουβαλάει πέτρες. Χίλιους δυο τρόπους εφευρίσκουν, ούτως ώστε να ξεπεράσουν το αδιαπέραστο τείχος που υπάρχει ανάμεσα σε αυτούς και στον Θεόν.
Στο κοινόβιο, όσον αφορά την αγρυπνία μας, πρέπει να βρισκώμαστε σε ένα κοινό σημείο, για να συναντιώμαστε. Στο κοινό αυτό σημείο, άλλος μπορεί να είναι πιο ψηλά και άλλος πιο χαμηλά, ανάλογα με την εισδοχή του Πνεύματος στον νου και στην καρδιά του, ανάλογα με την αγωνιστικότητα και την χωρητικότητά του.
Αλλά ποιά πρέπει να είναι η διάρκεια της καθημερινής αγρυπνίας μας;
Η αγρυπνία πρέπει να διαρκή όσο το δυνατόν περισσότερο, αρχίζομε όμως με μία ώρα, μετά πάμε στις δύο, στις τέσσερις, στις πέντε ώρες. Αυτό έρχεται φυσιολογικά, εξοικειώνεται ο οργανισμός. Όπως εξοικειώνεται ο άνθρωπος με την φτώχεια του και δεν μπορεί να κάνη στον πλούτο, ή με τον πλούτο και δεν μπορεί να κάνη στην φτώχεια, ή με το χωριό και δεν μπορεί να κάνη στην πόλι, έτσι ακριβούς συμβαίνει και με την αγρυπνία. Βεβαίως δεν θα υποφέρωμε, αλλά θα κουρασθούμε λιγάκι· διότι πώς αλλοιώς από την χοντροκοπιά μας, από την ραθυμία μας και την υπνηλία μας, θα φθάσωμε στην κατάστασι του στρουθίου που αγρυπνεί ενώπιον του Θεού;
Πώς από άνθρωποι θα γίνωμε άγιοι; Τα μάτια μας θα πρησθούν, θα πονέσουν. Όλα όμως αυτά θα γίνουν εξελικτικά, δεν θα γίνουν αμέσως. Οι Πατέρες της Εκκλησίας έκαναν πάρα πολλές δοκιμές, για να μπορέσουν να συνηθίσουν στην αγρυπνία. Δεν με υποχρεώνει κανένας να αγρυπνώ και μετά να σπάω και να μην μπορώ να ξεκουράζωμαι ή να μην μπορώ να κάνω την δουλειά μου ή να κοιμάμαι όλη την νύκτα στην καρέκλα και να ταλαιπωρούμαι. Ο Θεός δεν είναι σωματοκτόνος ούτε ψυχοκτόνος. Ο Θεός είναι ζωοδότης, σωτήρας. Σκοτώνει τα πάθη, μας, όχι εμάς τους ίδιους.
Επίσης, διαφέρει και η ώρα που κάνομε την αγρυπνία.
Άλλοι από τους Πατέρες προτιμούσαν να συνεχίσουν την ημέρα τους με την αγρυπνία και να ξεκουρασθούν τις πρωινές ώρες. Άλλοι, οι περισσότεροι, έκαναν το αντίθετο. Ξεκουράζονταν και εν συνεχεία φρέσκοι έκαναν την αγρυπνία τους. Άλλοι κοιμούνταν λίγο, αγρυπνούσαν και εν συνεχεία πάλι ξεκουράζονταν λίγο. Ο καθένας μπορεί να έχη τον τρόπο του. Πάντως, αυτό που προσιδιάζει περισσότερο στο δικό μας πλαίσιο είναι, να προτιμάμε τις ώρες τις μεσονύκτιες ή τις μεταμεσονύκτιες.
Το να συνέχισης την ημέρα σου με την αγρυπνία είναι πολύ εύκολο. Αυτό το κάνουν και οι φοιτητές, και οι μαθητές, και οι καθηγητές, και οι εργοστασιάρχες, και οι εργάτες. Έτσι κάνει όλος ο κόσμος. Μπαίνεις και συ μαζί με την κοσμική εργατιά ή τον φοιτητόκοσμο, μαζί με τους παλιούς φίλους σου. Ενώ το «μετά» είναι κάτι που προσιδιάζει στους ανθρώπους της Εκκλησίας. Είναι πιο σκληρό να σηκωθή κανείς την νύκτα, να αφήση τις κουβέρτες του, όταν μάλιστα είναι χειμώνας και ακούη τον αέρα να σφυρίζη, να κτυπά στο παράθυρό του. Αλλά μία ώρα όλοι μπορούν, ακόμη και οι ανάπηροι και αυτοί που τους λείπει το μυαλό. Ας δίνωμε στον Θεόν το μεσονύκτιο μας· αυτό είναι το καλύτερο. Βεβαίως, εξαρτάται από τον τρόπο της ζωής μας και από τον τόπο, στον οποίο βρισκόμαστε, αλλά εμείς ας κάνωμε την προσπάθεια μας.
Ιερός Ναός Αγίου Γεωργίου ΚορυδαλλούΜία ώρα προσευχής το μεσονύκτιο έχει περισσότερη ενέργεια από δέκα ώρες προσευχής την ήμερα. Όποιος δεν χρησιμοποιεί αυτές τις ώρες, οι ώρες και οι ημέρες του συνήθως είναι αγονώτατες. Κοιμάσαι το μεσονύκτιο; Η ζωή σου θα είναι πάντοτε μία ζωή αδύναμη. Παραλύει η ύπαρξίς σου, όταν δεν έχης την νύκτα δική σου, διότι δεν μπορείς να πάρης το Πνεύμα. Το μεσονύκτιο γνωρίζει και αναγνωρίζει ο Θεός, αλλά το μεσονύκτιο το μόνιμο. Είτε είσαι στο κελλί, είτε εκτός μονής, το μεσονύκτιο να είσαι ενώπιον του Θεού. Να ξέρης ότι αυτή η ώρα ανήκει στον Θεόν. Αυτή η ώρα είναι η ώρα που θα παλέψης και θα αντιμετώπισης τον Θεόν, και θα πρέπει ο Θεός να γίνη ο δικός σου Θεός· είναι ή ώρα της δικής σου κλίμακος.
Το μεσονύκτιο αγρυπνεί και η Εκκλησία και παλεύει με τους δαίμονες, διότι τότε οι δαίμονες πειράζουν τους ανθρώπους και τους πλανούν οδηγώντας τους στην διασκέδασι ή στο έγκλημα. Αυτές τις ώρες υποφέρουν οι άρρωστοι, ταλαιπωρούνται οι αμαρτωλοί. Αυτές τις ώρες, που είναι ώρες ησυχίας, το Άγιον Πνεύμα φωτίζει τον άνθρωπο, και ο Θεός αγαπάει να βρίσκη το πλάσμα του και να του μιλάη. Τότε μπορεί κανείς να γίνεται νικητής.
Αυτές τις ώρες και οι άγιοι της Εκκλησίας μας προσκυνούν και δοξολογούν τον Θεόν, ο οποίος κατά κάποιον τρόπο εγείρεται. Πόσο ωραία παρουσιάζει το Ευαγγέλιο και η Παλαιά Διαθήκη, ιδιαίτερα οι ψαλμοί, τον Χριστόν εγειρόμενον! Εγείρεται ο Θεός την ώρα εκείνη «νικών και ίνα νικήση και συεχίση την ζωή του «νικών». Εάν δεν θα συμμετέχωμε σε αυτή την πανεκκλησιαστική σύναξι, δεν θα μπορέσωμε να νοιώσωμε την συντροφιά, την κοινότητα της εκκλησιαστικής μας εν Χριστώ ζωής.
Σήκω λοιπόν και συ μία ώρα πριν από το μεσονύκτιο, ή έστω και μετά, και χρησιμοποίησε αυτές τις ώρες, θα δης ότι ο Θεός είναι εύληπτος, ευαίσθητος. Συνήθως παραπονούμεθα ότι ο Θεός είναι σκληρός, ότι του φωνάζαμε και δεν μας απαντά. Ο Θεός όμως είναι περισσότερο ευαίσθητος και από το πιό ευαίσθητο πλάσμα της οικουμένης. Αλλά έχει και εκείνος τις ώρες του, «άχρις ου το σήμερον καλείται», που μπορείς να του μιλήσης. Πρέπει να ξέρης τα «χούγια» του Θεού. Και ο Θεός έχει αυτό το «χούι»: το μεσονύκτιο να μιλάη στον άνθρωπο. Εάν τότε τον ζήτησης, μετά, οποιαδήποτε στιγμή τον θέλησης, θα τον έχης στο χέρι σου. Αν τότε δεν τον ζητήσης, δεν θα τον έχης σχεδόν ποτέ στο χέρι σου. Θα εχης ίσως κάποιες μελιστάλακτες στιγμές, όμορφες περιστάσεις στην ζωή σου, ωραίες καμιά φορά σκέψεις, δεν θα εχης όμως τον Θεόν. Ο Θεός τότε παρουσιάζεται στα τέκνα του. Ο Θεός τότε δεσπόζει στους αγίους. Τότε το ουράνιο θυσιαστήριο προσφέρει την ολοκάρπωσι, και οι άγιοι νοιώθουν την κοινότητα με τους πιστούς και τους προσδοκούν για να τελειωθούν μαζί τους.
Γι’ αυτό η Εκκλησία μας δεν έπαψε να χρησιμοποιή το μεσονύκτιο. Κατήρτισε την ακολουθία του μεσονυκτικού και όλες τις ακολουθίες τις συνέδεσε με το μεσονύκτιο. Όποιος χρησιμοποιεί το μεσονύκτιο, γίνεται πολύ εύκολη η ζωή του. Και ο Θεός, ο ευαίσθητος Θεός, μπορεί και σε συναντά και δεν σε αφήνει να κουράζεσαι άδικα, όπως νομίζεις εσύ.
Εφ’ όσον έχω την ατμόσφαιρα της χαράς, την ολοήμερη και ολονύκτια εγρήγορσι, και εφ’ όσον δίνω ιδιαίτερη σημασία στον κανόνα μου, ο οποίος δεν είναι μία στιγμή κοσμική, μία έντασις των επιθυμιών μου, ένα ξεγέλασμα του εαυτού μου, αλλά είναι μία αληθινή συνάντησις με τον Θεόν, ή έστω ένα αληθινό καμίνι, μία πυρκαιά την οποία υφίσταμαι, ένα ολοκάρπωμα, μία θυσία τελεία για τον Θεόν, πώς πρέπει να ίσταμαι ενώπιον του Θεού κατά την διάρκεια της αγρυπνίας μου;
Ασφαλώς, όταν κάποιος ξεκινά την αγρυπνία του, νυστάζει, βαριέται, έχει απιστία, απελπισία, νομίζει ότι αυτός είναι χαμένος, ότι αυτός ούτε έκανε ούτε θα κάνη ποτέ τίποτε στην ζωή του. Αυτό είναι το σύνηθες για κάποιον που αρχίζει την αγρυπνία του. Μπορεί να είναι και ένας εβδομηντάρης μοναχός, και ακόμη να μην έχη αρχίσει να κάνη λειτουργία με την ασκητική έννοια, διότι ίσως έχει μάθει να χορταινη τον ύπνο του και μετά να σηκώνεται να κάνη την προσευχή του. Ή ίσως έχει μάθει ότι ο κανόνας είναι κάτι τυπικό: να κάνη τετρακόσιους κόμπους, τριακόσιες μετάνοιες, λίγη μελέτη και μετά τελειώσαμε. Και αυτό, από το τίποτε, κάτι είναι· μου υπενθυμίζει ότι δεν έχω Θεόν. Αλλά δεν αρκεί μόνον αυτό. Η αγρυπνία πρέπει να γίνεται με τον τρόπο που μου την ζητά η Εκκλησία και όπως βοηθά έμενα για να παρασταθώ ενώπιον του Θεού.
Πηγή: Αρχιμ. Αιμιλιανού Σιμωνοπετρίτου, «Νηπτική ζωή και Ασκητικοί κανόνες»
Ετεροαναφορά: Ιερός Ναός Αγίου Δημητρίου Κουβαρά

Tο μεσονύκτιο μιλά o Θεός στον άνθρωπο – Γέροντας Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης


Γέροντας Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης
Σήκω λοιπόν και συ μία ώρα πριν από το μεσονύκτιο, ή έστω και μετά, και χρησιμοποίησε αυτές τις ώρες, θα δης ότι ο Θεός είναι εύληπτος, ευαίσθητος. Συνήθως παραπονούμεθα ότι ο Θεός είναι σκληρός, ότι του φωνάζαμε και δεν μας απαντά. Ο Θεός όμως είναι περισσότερο ευαίσθητος και από το πιο ευαίσθητο πλάσμα της οικουμένης.
Αλλά έχει και εκείνος τις ώρες του, «άχρις ου το σήμερον καλείται», που μπορείς να του μιλίσης.
Πρέπει να ξέρης τα «χούγια» του Θεού. Και ο Θεός έχει αυτό το «χούι»: το μεσονύκτιο να μιλά στον άνθρωπο. Εάν τότε τον ζήτησης, μετά, οποιαδήποτε στιγμή τον θέλησης, θα τον έχης στο χέρι σου.
Αν τότε δεν τον ζητήσης, δεν θα τον έχης σχεδόν ποτέ στο χέρι σου. Θα έχης ίσως κάποιες μελιστάλακτες στιγμές, όμορφες περιστάσεις στην ζωή σου, ωραίες καμιά φορά σκέψεις, δεν θα έχης όμως τον Θεόν.
Ο Θεός τότε παρουσιάζεται στα τέκνα του. Ο Θεός τότε δεσπόζει στους αγίους. Τότε το ουράνιο θυσιαστήριο προσφέρει την ολοκάρπωσι, και οι άγιοι νοιώθουν την κοινότητα με τους πιστούς και τους προσδοκούν για να τελειωθούν μαζί τους.
Γι’ αυτό η Εκκλησία μας δεν έπαψε να χρησιμοποιή το μεσονύκτιο. Κατήρτισε την ακολουθία του μεσονυκτικού και όλες τις ακολουθίες τις συνέδεσε με το μεσονύκτιο. Όποιος χρησιμοποιεί το μεσονύκτιο, γίνεται πολύ εύκολη η ζωή του.
Και ο Θεός, ο ευαίσθητος Θεός, μπορεί και σε συναντά και δεν σε αφήνει να κουράζεσαι άδικα, όπως νομίζεις εσύ
Αρχιμανδρίτη Αιμιλιανού Σιμωνοπετρίτη, «Νηπτική Ζωή Και Ασκητικοί Κανόνες», Των Εκδόσεων Ίνδικτος.
oikohouse.wordpress.com

Τετάρτη 12 Φεβρουαρίου 2020

Οι φαρισαίοι και οι τελώνες της εποχής μας




Του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη Ζιμπάμπουε Σεραφείμ Κυκκώτη

Αυτή η Κυριακή, που είναι γνωστή ως η Κυριακή του Τελώνη και του Φαρισαίου, αποτελεί ένα σημαντικό γεγονός μέσα στη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας μας.
Από σήμερα αρχίζουμε να χρησιμοποιούμε στις καθημερινές προσευχές μας τους ύμνους του Τριωδίου.

Τα κείμενα αυτά συγκεντρώνονται στη σημασία της προσευχής και της μετάνοιας, ως μέσα που μας προετοιμάζουν πνευματικά με πίστη, αγάπη και ταπείνωση να ζήσουμε τα μεγάλα γεγονότα της ζωής του Κυρίου και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού. Να διδαχθούμε από την ταπείνωσή Του, από τα θαύματα Του, από την Σταυρική Του θυσία κι από το μεγαλείον της αγάπης Του για τους πονεμένους και τους στερημένους, για τους ασθενείς, τα ορφανά και τις χήρες. Για να μπορέσουμε να θεραπεύσουμε με την βοήθεια των πνευματικών συμβουλών των κληρικών μας τα πάθη μας και τις αδυναμίες μας έτσι ώστε στο τέλος να ζήσουμε την χαρά της Αναστάσεως και την κοινή ελπίδα της εν Χριστώ σωτηρίας μας.
Έτσι μέσα στη χρονική αυτή περίοδο των εβδομήντα ημερών πριν από το Πάσχα, η Εκκλησία μας μάς προτρέπει με τους ύμνους της να αποκτήσουμε αληθινή ταπείνωση και μετάνοια, που είναι τα απαραίτητα μέσα για την επίτευξη του σκοπού της ζωής μας, της εν Χριστώ δηλαδή σωτηρίας μας.
Η παραβολή του Τελώνη και του Φαρισαίου μας διδάσκει ότι μόνο μέσα από μια μεγάλη απόφαση μετάνοιας και ταπείνωσης, θα μπορέσει ο άνθρωπος να υψωθεί αληθινά, να δικαιωθεί από τον Θεό για να ζήσει τη λύτρωση του από την αμαρτία και τη σωτηρία του.
Η μετάνοια είναι συνειδητοποίηση της ανεπάρκειας της ανθρώπινης αυτοτέλειας. Εκεί που ο άνθρωπος νομίζει ότι τα ξέρει όλα το αποτέλεσμα είναι να σφάλλει, τα κάνει δηλαδή «θάλασσα», αδικεί τον εαυτό του και τους άλλους, αμαρτάνει, υποφέρει. Η μετάνοια είναι η προσπάθεια μας να ζήσουμε κοντά στο Θεό, με το Θείο Του θέλημα. Η πραγματική μετάνοια είναι η προσπάθεια μας να ζούμε σύμφωνα με τις Θείες Εντολές, να έχουμε έτσι μια προσωπική επικοινωνία με το Θεό και με τους ανθρώπους που συναντούμε στον καθημερινό βίο της ζωής. Τελικά η υπόθεση της μετάνοιας μας είναι η αλλαγή του τρόπου της υπάρξεως μας, είναι δηλαδή ένας νέος τρόπος ζωής. Είναι η χριστιανική ζωή, όπως το φωτισμένο παράδειγμα των αγίων μας, όπως το παράδειγμα του αγίου Ιωάννου του Προδρόμου, όπως το παράδειγμα της άγιας ζωής των αγίων που φέρουμε το όνομα τους.
Η ταπείνωση και η απλότητα του χαρακτήρα της ζωής των αγίων μας είναι τα άγια χαρίσματα τους που τους κινούν να αγαπούν και να βοηθούν όλους τους ανθρώπους. Στους ανθρώπους όμως που κυριαρχεί η έπαρση και ο εγωϊσμός, όχι μόνο δεν έχουν διάθεση να βοηθούν τους διπλανούς τους, αλλά αρχίζουν να κατηγορούν και να συκοφαντούν όσους με ταπείνωση και απλότητα προσπαθούν να βοηθούν τους συνανθρώπους τους.
Για να κατανοήσουμε όμως τους Φαρισαίους της εποχής μας πρέπει να δούμε από κοντά τον Φαρισαίον της Παραβολής της σημερινής Ευαγγελικής Περικοπής. Ο Φαρισαίος λοιπόν της Ευαγγελικής Περικοπής, με τον τρόπο που εισέρχεται στο Ναό για να προσευχηθεί, μας αποκαλύπτει ολόκληρο τον εσωτερικό ψυχικό του κόσμο. Τον βλέπουμε με υπεροψία να έχει απόλυτη εμπιστοσύνη στον εαυτό του και στις δήθεν καλές του πράξεις. Γι’ αυτό θεωρεί τον εαυτό του ως τον μεγαλύτερο άγιον. Έφθασε δηλαδή σε μια αυτοδικαίωση του εαυτού του. Θεωρεί τον εαυτό του εντελώς διαφορετικό από τους άλλους. Για τον Φαρισαίον όλοι οι άνθρωποι είναι αμαρτωλοί που πρέπει να τιμωρηθούν από τον Θεόν. Ο Φαρισαίος είναι άσπλαχνος προς τους συνανθρώπους του. Νομίζει ότι μόνον αυτός είναι δίκαιος και τηρητής του νόμου του Θεού. Γι’ αυτό ο Φαρισαίος κατακρίνει, περιφρονεί και απορρίπτει τον Τελώνη όπως και κάθε άλλον άνθρωπον θεωρώντας τους μεγάλους αμαρτωλούς που δεν έχουν καμιά ελπίδα σωτηρίας. Ο Φαρισαίος αναφέρει στον Θεό τα καλά του έργα, όχι από διάθεση πίστεως στον Θεόν, αλλά για να εξυψώσει τον εαυτόν του. Θεωρεί ασυνείδητα τον εαυτόν του Θεόν, τοποθετεί μάλλον στην θέση του Θεού τον εαυτόν του. Τον Θεόν το θεωρεί περιττόν στην ζωή του κι έτσι γίνεται θεοπαίκτης.
Δίπλα στον Φαρισαίον βρίσκεται ο Τελώνης, που με την συνεχή ταπεινή του προσευχή και με την όλη συμπεριφορά του μέσα στον Ναόν μας δείχνει το μεγάλο του σεβασμό στον Θεόν, μας δείχνει τη μεγάλη του πίστη, μας δείχνει την αναξιότητα του και την πλήρη συναίσθηση των αμαρτιών του. Ο Τελώνης δεν ασχολείται με την συμπεριφορά και τις αμαρτίες των άλλων ανθρώπων. Παραμένει προσηλωμένος στην αυτοκριτική του εαυτού του. Για τους άλλους προσεύχεται καλοπροαίρετα και τους θεωρεί καλύτερους του ενώπιον του Θεού. Έτσι δείχνει να ζει στην κατάσταση της ταπείνωσης και της απλότητας που οδηγείται με την χάριν του Θεού στην καταξίωση, στη δικαίωση δηλαδή από τον Θεόν.
Έτσι η Εκκλησία μας σήμερα με την Παραβολή του Τελώνη και του Φαρισαίου μας εισάγει σε μιά νέα πνευματική πορεία, την περίοδο του Τριωδίου. Με τις ειδικές προσευχές του Τριωδίου η Εκκλησία μας μάς προετοιμάζει πνευματικά με τους ύμνους της και τους ψαλμούς της και με τα αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα να φθάσουμε στην πραγματική μετάνοια από τις αμαρτίες μας περιορίζοντας με την προσευχή και την ταπεινοφροσύνη τον άκρατον εγωϊσμόν μας. Στην σημερινή λοιπόν Ευαγγελική Περικοπή ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός υπογραμμίζει μέσα από το παράδειγμα του Τελώνη τον σωστό πνευματικό προσανατολισμό της ζωής μας.
Όπως, όταν γεννιέται ένα νέο παιδί, το πρώτο σημάδι της ζωής του είναι το κλάμα, έτσι και η ψυχή, όταν αναγεννάται από τον θάνατον στη ζωή, το πρώτο σημείον της αναστάσεως της είναι τα δάκρυα της μετανοίας που καθαρίζουν την ψυχή του από τις ακαθαρσίες της αμαρτίας και μπορεί πλέον να βλέπει ποιό είναι το θέλημα του Θεού το οποίο γίνεται και δικό του θέλημα. Αυτό είναι ακριβώς που συμβαίνει και στην περίπτωση του Τελώνη σήμερα όπου τα δάκρυα του τον οδηγούν στην κατάσταση της ταπείνωσης και της μετάνοιας και στην συνέχεια στην θερμή προσευχή προς τον Θεόν όπου βρίσκει ανταπόκριση και σώζεται.
Γιατί όμως η προσευχή του Τελώνη εισακούεται από τον Θεόν, ενώ του Φαρισαίου παραμένει άκαρπη και καταστροφική για τον ίδιον; Γιατί αγαπητοί μου στη προσευχή του Φαρισαίου απουσίαζε η βασική προϋπόθεση της αληθινής προσευχής. Απουσίαζε η ταπείνωση κι η πίστη στο Θεό. Για να υπάρξει όμως ταπείνωση και πίστη στον Θεόν πρέπει να προηγηθεί η μετάνοια. Με τη μετάνοια μας η ταπείνωση μας και η πίστη μας ενισχύονται περισσότερο και συμβάλλουν και στην σωτηρία και των διπλανών μας.
Αλλά ένας που δεν νοιώθει ότι είναι αμαρτωλός για τίποτα σε τι να μετανοήσει; Aυτό ακριβώς αισθανόταν κι ο Φαρισαίος. Αλλά η συναίσθησή του αυτή ότι ήταν ο μεγαλύτερος άγιος ήταν και η μεγάλη του αμαρτία που του έκλεινε το δρόμο της σωτηρίας του. Στην πραγματικότητα, στην περίπτωση του Φαρισαίου, έχουμε να κάνουμε με μια συνείδηση πωρωμένη που έχει παγιωθεί στην αμαρτία, βλέποντας την αμαρτίαν ως κάτι το καλόν και το καλόν ως κακόν. Γι’ αυτό κι όποιος δοκιμάσει να ξυπνήσει τον Φαρισαίον από τον ευτυχισμένον λήθαργον της αμαρτίας του θα δεχθεί την αδυσώπητη επίθεσή του.
Έτσι τα παραδείγματα της ζωής των αγίων μας μάς διδάσκουν ότι η ταπεινοφροσύνη και η απλότητα της αγάπης παραμένουν το θεμέλιο της Χριστιανικής ζωής. Η ταπείνωση δηλαδή γίνεται η γέφυρα που μας συνδέει με τον Θεόν.
Η αυστηρότητα στον εαυτό μας και η επιείκεια απέναντι στον συνάνθρωπό μας είναι η σωστή στάση στη ζωή μας ως συνεπείς και υπεύθυνοι χριστιανοί. Κανένας δεν έχει το δικαίωμα από τους ανθρώπους να αισθάνεται τον ευατόν του ικανό να καταδικάζει τους άλλους ως αμαρτωλούς. Η ευθύνη μας για τους συνανθρώπους μας είναι να προσευχόμαστε για αυτούς κι όταν μπορούμε να τους βοηθούμε όπως ακριβώς έκανε ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, όπως έκαναν οι άγιοι Μαθητές Του, όπως έκαναν οι άγιοι μας, όπως κάνουν οι σοβαροί κληρικοί κι οι ευσεβείς Χριστιανοί.