Τετάρτη 1 Ιουλίου 2020

Αγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου, ΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΤΗΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ

«Πες μου, πώς θα σωθούμε, όταν από τη μια μεριά παρουσιάζουμε εικόνα ικετών και από την άλλη προσφέρουμε λόγια υπερηφάνειας και εξοργίζουμε τον Κύριο εναντίον μας;»

Επιμέλεια σύνταξης: katanixi.gr
Κάνε ἐγγραφή στό νέο κανάλι τῆς Κατάνυξης τοῦ Youtube πατώντας ἐδῶ: https://bit.ly/2WldGra
Αναδημοσιεύουμε από το τεράστιο υλικό του παλαιού και ανενεργού πλέον, Ιστολογίου μας Κατάνυξις (https://www.katanixis.gr/), που αποτελεί ανυπολόγιστο πλούτο παρακαταθήκης και ενημέρωσης.

Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, ΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΤΗΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ

Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου
        Βλέπεις λοιπόν ότι δεν είναι αρκετή μόνον η προσευχή μας, αν δε γίνη σύμφωνα με τους κανόνες που έθεσε ο ίδιος ο Χριστός; Ποιους νόμους έχει θέσει;
Να προσευχώμαστε για τους εχθρούς και για εκείνους που μας ενοχλούν και μας στενοχωρούν πολύ. Αν δεν το κάνουμε αυτό, σίγουρα θα χαθούμε˙ και αυτό γίνεται φανερό από το παράδειγμα του Φαρισαίου.
Διότι, αν αυτός που δεν προσευχήθηκε εναντίον των εχθρών του, τιμωρήθηκε τόσο πολύ μόνον από την κενοδοξία του, πώς θα τιμωρηθούν εκείνοι που απευθύνουν στο Θεό μεγάλους και πολλούς λόγους εναντίον των εχθρών;
Τι κάνεις άνθρωπε; ζητάς συγχώρεσι των αμαρτιών και γεμίζεις τη σκέψι σου με θυμό; Όταν πρέπει να είμαστε περισσότερο ήμεροι από κάθε άλλη φορά, επειδή συνομιλούμε με το Θεό και Τον παρακαλούμε για τα παραπτώματά μας, ζητώντας ευσπλαγχνία, φιλανθρωπία και συγγνώμη, τότε γινόμαστε περισσότερο άγριοι και περισσότερο θηρία και γεμίζουμε το στόμα μας από πικρία;
Πες μου, πώς θα σωθούμε, όταν από τη μια μεριά παρουσιάζουμε εικόνα ικετών και από την άλλη προσφέρουμε λόγια υπερηφάνειας και εξοργίζουμε τον Κύριο εναντίον μας;
Ήλθες για να θεραπεύσης τα δικά σου τραύματα και όχι να κάνης βαρύτερα τα τραύματα του πλησίον˙ είναι καιρός συγχωρήσεως, καιρός προσευχής και στεναγμού, και όχι οργής˙ είναι καιρός δακρύων, όχι θυμού˙ καιρός συντριβής της καρδιάς και όχι οργής.
Γιατί συγχέεις την τάξι; Γιατί πολεμείς τον εαυτό σου; Γιατί καταστρέφεις το πνευματικό σου οικοδόμημα;
Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ  Τα νεύρα της ψυχής.
Χρυσοστομικός Άμβων Ε΄
ΕΚΔΟΣΙΣ:  Συνοδία Σπυρίδωνος Ιερομονάχου.
Νέα Σκήτη Αγ. Όρους

Δευτέρα 29 Ιουνίου 2020

Οι λογικοί κοπιάζουν ασταμάτητα να μπουν στη λογική του Θεού


Οι ανόητοι θυμώνουν επειδή ο Θεός δεν διοικεί τον κόσμο κατά τη δική τους λογική, και οι λογικοί κοπιάζουν ασταμάτητα να μπουν στη λογική του Θεού.
Είναι δύσκολο καμιά φορά και στον λογικότατο να κατανοήσει το γιατί σ’ έναν άνθρωπο συμβαίνει έτσι, ενώ στον άλλον αλλιώς· γιατί ο νέος που επιθυμεί τη ζωή πεθαίνει, ενώ ο γέρος που επιθυμεί τον θάνατο ζει – γιατί ο ευσεβής βασανίζεται, ενώ ο άθεος καλοπερνά.
Και οι αγιότατες ψυχές καμιά φορά βρίσκονται σε αμηχανία μπροστά στο αίνιγμα των γεγονότων.
Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς

Συνάντηση του Θεού μέσα από τα υπέρλογα ρίσκα Μητροπολίτη Μεσογαίας και Λαυρεωτικής Νικολάου




Πηγή: Διάλεξη στο πλαίσιο των τακτικών εκδηλώσεων του Πανελλήνιου Συλλόγου: «Οι Φίλοι του Αγίου Όρους», στην Αρχαιολογική Εταιρεία Αθηνών, 19 Νοεμβρίου 2001.

Αναδημοσίευση από: http://www.pigizois.gr



    Προλεγόμενα

    1. Το απόμακρο, το λανθάνον, του Θεού

    2. Η ετερότητα του Θεού

    3. Το πολύ, η πληθωρικότητα του Θεού

    4. Η ποικιλία των εμφανίσεων και εκφράσεων του Θεού

    5. Οι γωνιές των θεϊκών συντυχιών

    6. Η «άλλη λογική»

    7. Το ρίσκο



Χαίρομαι αφάνταστα που απετόλμησα τη σημερινή συνάντηση. Δεν είχε λογική η απόφαση μου να συναινέσω στην τόσο ευγενική πρότασή σας. Δεν ξέρω ποια είναι η λογική της δικής σας σκέψης να με καλέσετε στην όμορφη και ζεστή ετήσια συνάντησή σας. Εγώ οφείλω να ομολογήσω ευθύς εξ αρχής ότι δεν είμαι αυθεντικός αγιορείτης. Το καταλαβαίνετε και μόνοι σας Είμαι πιο πολύ «φίλος του Αγίου Όρους» παρά αγιορείτης. Φίλος του Αγίου Όρους δεν είναι κάποιος που είναι μέλος ενός συλλόγου∙ ούτε κάποιος που ξέρει τα μοναστήρια με τη σειρά τους η γνωρίζει προσωπικά τους ηγουμένους, την ιστορία κ.λπ. Φίλος του Αγίου Όρους είναι όποιος αντιλαμβάνεται τους αναστεναγμούς του και εμπνέεται από το ήθος και το φρόνημά του. Κατ' αναλογία, αγιορείτης δεν είναι κάποιος που έχει αγιορείτικη κουρά η είναι εγγεγραμμένος σε ένα αγιορείτικο μοναστήρι. Αγιορείτης είναι όποιος κατάφερε να είναι διαγεγραμμένος από τον κόσμο. Και εγώ δεν είμαι. Απόδειξη; Η πρόσκλησή σας απόψε σε αυτό το χώρο.

Προσπαθούμε λοιπόν όλοι μας, κι εσείς κι εγώ, να γίνουμε τουλάχιστον φίλοι του Αγίου Όρους. Προσπαθούμε να γίνουμε φίλοι του Θεού. Αν ψάξουμε στο βάθος των αναζητήσεων και της προαιρέσεως μας, θα διακρίνουμε τον πόθο μιας συνάντησης μαζί Του∙ μιας συνάντησης που θα τη θέλαμε, αλλά δυσκολευόμαστε να την πιστέψουμε. Μας φαίνεται πιο μεγάλη από τα μέτρα μας και γι' αυτό συνήθως δεν την προσπαθούμε Η συνάντηση με το Θεό, λέγουν οι πατέρες της Εκκλησίας μας, περνάει από τη συνάντηση με τον πλησίον αδελφό μας και από τη συνάντηση με τον πιο πλησίον: τον εσώτερο εαυτό μας. Μια ευκαιρία λοιπόν, αδελφικής κοινωνίας και κριτικής αυτογνωσίας αισθάνομαι πως είναι και η παρούσα συνάντηση. Δεν είναι μια ομιλία με ομιλητή εμένα και ακροατές εσάς∙ είναι μια συνάντηση με ισότιμα πρόσωπα. Μια απάντηση. Μία από τις άπειρες απαντήσεις στο μοναδικό ερώτημα του Θεού και του ανθρώπου. Στο ερώτημα αυτό ενώπιον του οποίου καταρρέει η λογική της θύραθεν σκέψης και εκφυλίζεται η λογική της ορθολογιζομένης πρακτικής.

Κάθε συνάντηση έχει το ρίσκο της. Κι εσείς που με καλέσατε κι εγώ που ανταποκρίθηκα, όλοι πήραμε ένα ρίσκο. Το ενδεχόμενο να απογοητευθούμε δεν είναι μικρό. Ήδη κάποιοι εξ υμών δυσκολεύονται με τη χρήση του ορού «ρίσκο» τον όποιο όμως με ειλικρινές κόστος ψυχής χρησιμοποίησα, ελλείψει σαφέστερης ελληνικής λέξης.

Για το θράσος του δικού μου ρίσκου σας ζητώ συγγνώμη. Για την τόλμη, την αγάπη και την ευγένεια του δικού σας, σας ευχαριστώ με όλη μου την καρδιά.

Ας προχωρήσουμε λοιπόν.

Η υπάρχει ο Θεός και του αξίζουν τα πάντα, η δεν υπάρχει και να τελειώσει το παραμύθι. Και υπάρχει... Και μάλιστα υπάρχει για να κοινωνείτε. Ο Θεός είναι πρώτον υπαρκτός, δεύτερον αληθινός και τρίτον μεθεκτός, κοινωνήσιμος και κοινωνούμενος.

Η σημερινή λοιπόν, δική μας συνάντηση θέλει να παραπέμψει σε αυτή τη συνάντηση με το Θεό. Μια συνάντηση που ενίοτε προκύπτει μέσα από μια ανεξήγητη εσωτερική αποκάλυψη η από μια ασυνήθη θαυματουργική εμπειρία. Άλλοτε πάλι έρχεται ως αποτέλεσμα ειλικρινούς αναζήτησης η φυσική συνέπεια πνευματικά υγιούς αγωγής. Μπορεί όμως να έλθει και ως καρπός ενός υπέρλογου ρίσκου.

Άλλη η λογική του Θεού

Παναγιώτη Καπαρή
Τα βάσανα της ζωής κατανοούνται μόνο με την πάροδο του χρόνου και ποτέ με τη λογική. Η Παναγία παρεμβαίνει με το δικό της τρόπο και ο Θεός ποτέ δεν αφήνει το πλάσμα του να βασανίζεται πέραν των δυνάμεων του. Όλα αυτά βεβαίως μπορούν να γίνουν κατανοητά μόνο στη διαδρομή του χρόνου και όχι στη στιγμιαία εξέλιξη τους.
Στην εκκλησιαστική γραμματεία, διαβάζουμε την ιστορία μιας χήρας με δύο παιδιά. Έχασε τον άντρα της στα νιάτα της και από εκείνη τη στιγμή αφιέρωσε τη ζωή της στην Εκκλησία και τη φροντίδα των δύο παιδιών της. Ολημερίς δούλευε και το βράδυ προσευχόταν για τα παιδιά της.
Όταν τα παιδιά της ενηλικιώθηκαν και έγιναν δύο ξακουστοί λεβέντες και η βασανισμένη μάνα καμάρωνε και χαιρόταν, συνέβη το αναπάντεχο. Μια μέρα αρρώστησαν τα παιδιά της και σε λίγες μέρες πέθαναν και τα δύο. Απαρηγόρητη τα έβαλε με το Χριστό και την Παναγία, εγκατέλειψε την Εκκλησία και έκλαιε και καταριόταν τα χρόνια που θυσίασε βοηθώντας τους ανθρώπους.
Μια νύκτα όμως εμφανίστηκε η Παναγία στο όραμα της και της αποκάλυψε το λόγο που πέθαναν τα παιδιά της. Ήταν ερωτευμένα της είπε, με την ίδια κοπελιά και σκόπευε ο ένας να σκοτώσει τον άλλο. Τώρα, της είπε, είναι και τα δύο παιδιά σου χαρούμενα στον παράδεισο. Θα ήταν καλύτερα το ένα σου παιδί να ήταν στη φυλακή και το άλλο στον τάφο; Η χαροκαμένη μάνα βρήκε παρηγοριά, επέστρεψε χαρούμενη κοντά στη Εκκλησία και δοξολογούσε δίπλα την Παναγία και το Χριστό, που πήραν τα παιδιά της, στον παράδεισο. Τώρα ήλπιζε και αγωνιζόταν να συναντήσει τα παιδιά της στον παράδεισο.

Η λογική των ανθρώπων και η λογική του Θεού


Ζούμε στην εποχή της πληροφόρησης και της μάθησης! Χιλιάδες πληροφορίες μας κατακλύζουν καθημερινά και ποικίλες είναι οι πηγές στις οποίες μπορεί κάποιος να καταφύγει για να εμπλουτίσει τις γνώσεις του. Ο άνθρωπος αντλεί δύναμη από αυτές και από τις διαφόρων προελεύσεων ιδεολογίες και έτσι αναπτύσσει πίστη στο φουσκωμένο από πληροφορίες μυαλό του! Γίνεται σιγά σιγά ένας άνθρωπος εγκεφαλικός, γεμάτος αυτό-πεποίθηση… ‘ Έχω τις γνώσεις μου, αυτές είμαι εγώ, αυτές είναι η δύναμη μου’! Μετατρέπεται σε μια καλοκουρδισμένη μηχανή εκμάθησης γιγαντώνοντας έτσι λίγο λίγο τον εγωισμό του!
Φυσικά δεν πρέπει να δαιμονοποιήσουμε τη γνώση που προάγει τη ζωή, που βελτιώνει δηλαδή την ποιότητα ζωής του ανθρώπου σε σωματικό, ψυχικό αλλά και πνευματικό επίπεδο! Η κακή χρήση της γνώσης και κυρίως η ειδωλοποίηση της συνιστά παθογένεια! ‘Η γνώση είναι δύναμη’ λένε… Ναι, όμως ποια γνώση αληθινά είναι δύναμη; Ο Σωκράτης έλεγε ‘ γνώθι σαυτόν’ , γνώρισε δηλαδή τον εαυτό σου. Και φυσικά η αυτογνωσία είναι απαραίτητη προϋπόθεση για μια υγιή ψυχοπνευματική ανάπτυξη του ανθρώπου. Όμως με την αυτογνωσία πρέπει να συμπορεύεται και μια άλλη γνώση… η Θεογνωσία! Η γνώση του Θεού… αυτή είναι η δύναμη η Αληθινή! Μόνο με αυτή τη γνώση θα έρθουμε εις εαυτόν και θα γκρεμίσουμε τις ψευδαισθήσεις μας και το δικό μας είδωλο που προσκυνάμε! Θα καταλάβουμε ότι χωρίς Θεό ουδέν!
Ο πρώτος μακαρισμός είναι ενδεικτικός… ‘ Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι ότι αυτών εστίν η Βασιλεία των Ουρανών’. Μακάριοι δηλαδή και πανευτυχείς είναι εκείνοι που ταπεινώς συναισθάνονται την πνευματική τους πτωχεία και την εξάρτηση ολόκληρου του εαυτού τους από το Θεό, διότι είναι δική τους η Βασιλεία των Ουρανών. Και κάπως έτσι παύει ο άνθρωπος να είναι εγκεφαλικός και γίνεται καρδιακός! Γιατί εκεί, στην καρδιά συναντάμε το Θεό. Εκεί πρέπει να επιστρέψουμε όλοι λοιπόν, στην καρδιά μας! Μόνο έτσι θα είμαστε ειρηνικοί, ισορροπημένοι και χαρούμενοι!
Βλέπουμε λοιπόν ότι άλλη είναι η λογική των ανθρώπων και άλλη του Θεού! Ο Κύριος όμως μας υπόσχεται τον Παράδεισο αν αφήσουμε στα πόδια Του τον εγωισμό μας και γίνουμε ταπεινοί στην καρδιά μας!

H ΛΟΓΙΚΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ Η ΛΟΓΙΚΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ - Ηλίας Γ.Σκόνδρας



H ΛΟΓΙΚΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ Η ΛΟΓΙΚΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

Ηλίας Γ. Σκόνδρας

Τι είναι λογική; Λογική είναι η σκέψη του ανθρώπου, ο προσωπικός τρόπος σκέψης του ανθρώπου. Όταν η σκέψη εκφράζεται με μαθηματική ακρίβεια, ονομάζεται τετράγωνη λογική. Όταν η σκέψη εκφράζεται χωρίς συναισθηματισμούς, ονομάζεται ψυχρή λογική. Όταν η σκέψη εκφράζεται με βάση την πραγματικότητα και κοινά αποδεκτές αλήθειες ονομάζεται κοινή λογική, κοινός νους.
Η έκφραση των σκέψεων ακολουθεί κάποιους κανόνες και ρίχνει φως στην αλήθεια. Όποιος μιλάει λογικά και έχει σώας τα φρένας είναι σώφρων, ορθοφρονών, ενώ ο εκτός λογικής, ο έξω φρενών είναι εξωφρενικός, είναι εκτός τόπου και χρόνου, είναι άλλος εξ άλλου, βυθισμένος στην αναλήθεια, το ψέμα, την πλάνη και τον παραλογισμό.
Υπάρχουν όμως και θέματα που η λογική του ανθρώπου δεν μπορεί να τα συλλάβει και να τα ερμηνεύσει, όπως είναι η έννοια του Θεού, η Λογική του Θεού, τα θαύματα, τα σχέδια του Θεού. Αυτά τα θέματα είναι απροσπέλαστα στη λογική αλλά δε λέγονται παράλογα. Λέγονται υπέρλογα και προσεγγίζονται με άλλα εφόδια.

Η λογική και η ικανότητα να χρησιμοποιεί τη λογική ο άνθρωπος είναι δώρα του Θεού. Ανήκουν στο κατ’ εικόνα, γιατί ο άνθρωπος δημιουργήθηκε από το Θεό ως όν λογικό, δημιουργικό, κυρίαρχο, ελεύθερο και υπεύθυνο.
Μεγάλο χάρισμα για τον άνθρωπο το λογικό, γιατί με αυτό κρίνει, συγκρίνει, εξάγει συμπεράσματα. Δημιουργεί επιστήμες με πειράματα, πορίσματα και αποδείξεις. Λαμβάνει συνείδηση του εαυτού του και από τα ορατά μπορεί να μεταβαίνει στα αόρατα. Τότε καταλαβαίνει τον Δημιουργό του, τη σοφία Του, τη δύναμή Του.
Ο άνθρωπος δεν είναι στατικό δημιούργημα αλλά, αξιοποιώντας τα χαρίσματα του κατ’ εικόνα, μπορεί να προοδεύσει επιστημονικά, κοινωνικά, πνευματικά και να μοιάσει με το Θεό και Δημιουργό Του. Επιτυγχάνει το καθ’ ομοίωσιν ή -με άλλο όρο- φθάνει στη θέωση, αρκεί να έχει και τα επιπλέον εντελώς απαραίτητα εφόδια.
Το πρόβλημα πού ευρίσκεται; Ότι η ανθρώπινη λογική κάνει πολλές φορές λάθη, ενώ η Λογική του Θεού  δεν κάνει ποτέ λάθος.
  Ένα σοβαρό λάθος που διαπράττεται είναι, όταν ο άνθρωπος πιστέψει ότι μόνο με τη λογική μπορεί να ζήσει, μόνο η λογική είναι η κύρια και ασφαλής πηγή γνώσεως, μόνο η λογική είναι η οδός που οδηγεί   στο καθ’ ομοίωσιν, ενώ χρειάζεται  οπωσδήποτε η πίστη εκ μέρους του ανθρώπου και η Χάρις εκ μέρους του Θεού, για να αποδώσει πνευματικό έργο η λογική μας.
Ο άνθρωπος, που βλέπει τη λογική του τέλεια και επαρκή ενώ είναι ατελής και ανεπαρκής, ονομάζεται ορθολογιστής και η στάση του αυτή ορθολογισμός. Αυτή η υπερβολική εμπιστοσύνη στη λογική, η αναγωγή της λογικής μας σε αυθεντία και σε απόλυτη αξία δεν είναι μια απλή αμαρτία. Είναι κατ’ ουσίαν απιστία και αθεΐα.
Ασφαλώς,εάν δεχθούμε τη λογική του Θεού, που είναι ο Νόμος Του, ο Λόγος Του, η Σοφία Του, η Αλήθειά Του, το Θέλημά Του, τα Σχέδιά Του και τα Κριτήριά Του, τότε θα αποκτήσουμε νουν Χριστού, που είναι η πηγή και η οδός της σωτηρίας μας.
Η λογική σκέψη δεν μπορεί να μας βοηθήσει μπροστά στους μεγάλους κινδύνους και στις έκτακτες προκλήσεις, ενώ η πίστη μας λυτρώνει από το φόβο και την ανησυχία, γιατί συνοδεύεται με την ελπίδα. Η λογική σκέψη δεν μας παρηγορεί στα δυσάρεστα, στο θάνατο, στις δοκιμασίες, ενώ η πίστη μας βοηθεί και μας κραταιώνει. «ΠΑΝΤΑ ΔΥΝΑΤΑ ΤΩ ΠΙΣΤΕΥΟΝΤΙ». Η λογική σκέψη, όταν πρόκειται να επιχειρήσει κάποιο έργο, υπολογίζει τις δυσκολίες, ενώ η πίστη δεν γνωρίζει εμπόδια και αδιέξοδα. Η πίστη είναι άρρητος πλούτος και όποιος αντάλλαξε την πίστη με τη λογική σκέψη είναι σα να αντάλλαξε τον πολύτιμο μαργαρίτη με έναν οβολό.
Άλλο λάθος της ανθρώπινης λογικής, πολύ πιο σοβαρό, είναι όταν ο άνθρωπος πιστέψει ότι μπορεί με τη λογική του να καταλάβει απόλυτα τη σκέψη του Θεού ή επειδή δεν την καταλαβαίνει δεν ασχολείται με αυτήν. Ο ορθολογισμός ωθεί τον άνθρωπο στην εωσφορική πεποίθηση ότι μπορεί να γίνει παντογνώστης. Θα μπορούσε ποτέ να γίνει αυτό, να γνωρίσει κάποιος πλήρως τη σκέψη του Θεού;
Ο ορθολογισμός μπορεί επίσης να οδηγήσει τον άνθρωπο να απορρίψει το Θεό, επειδή αδυνατώντας να εξηγήσει τη λογική του Θεού,σκανδαλίζεται.
Λοιπόν… Δεν έχουμε άλλο δρόμο να βαδίσουμε. Η εμπιστοσύνη στην αγάπη του Θεού θα μας βοηθήσει να δεχθούμε και άλλα παράδοξα που συναντάμε στην Καινή Διαθήκη και στην ιστορία της Εκκλησίας μας.
Η Καινή Διαθήκη έχει λόγους παράδοξους για την ανθρώπινη λογική που κάνουν κάθε ορθολογιστή να παραξενεύεται. «ΠΑΣΑΝ ΧΑΡΑΝ ΗΓΗΣΑΣΘΕ, ΟΤΑΝ ΠΕΙΡΑΣΜΟΙΣ ΠΕΡΙΠΕΣΗΤΕ ΠΟΙΚΙΛΟΙΣ», γράφει  ο Αδελφόθεος Ιάκωβος. Η λογική σκέψη δεν κατανοεί το λόγο αυτό. Ο ορθολογιστής δεν παραδέχεται τέτοιο πράγμα. Χρειάζεται όμως εμπιστοσύνη στη Λογική του Θεού, για να φθάσει κάποιος στο σημείο να χαίρεται όταν δοκιμάζεται…
Η χαρά απορρέει από τη συνείδηση της λυτρώσεως, είναι καρπός του Αγίου Πνεύματος και πρόγευση της αγαλλίασης του ουρανού. Πηγή της είναι ο Κύριος. «Ο ΚΥΡΙΟΣ ΕΓΓΥΣ».
Και πόσα άλλα θέματα απαιτούν τη δύναμη της πίστεώς μας και όχι τη δύναμη της λογικής μας. -Πώς γίνεται η Παναγία μας να είναι ταυτόχρονα και Παρθένος και Μητέρα; Η πίστη κελεύει: Δια στόματος Αγίου. -Πώς πραγματοποιήθηκε το μέγιστο των θαυμάτων, η Ανάσταση; Η πίστη επιτάσσει: Δια της Παντοδυναμίας του Κυρίου. -Πώς τελούνται τα Μυστήρια; Η πίστη λέγει: Δια της Θείας Χάριτος. -Πώς οι έσχατοι έσονται πρώτοι; Η πίστη επισημαίνει: Δια της μετανοίας. -Πώς δοξάζονται οι ταπεινοί; Η πίστη αναγγέλλει: «ΤΑΠΕΙΝΟΙΣ ΔΕ, ΔΙΔΩΣΙ ΧΑΡΙΝ. ΕΠΙ ΤΙΝΑ ΕΠΙΒΛΕΨΩ; ΑΛΛ’ Η ΕΠΙ ΤΟΝ ΤΑΠΕΙΝΟΝ ΚΑΙ ΗΣΥΧΙΟΝ…».  
Ο δε Ιερός Χρυσόστομος υπογραμμίζει: «Έχω διδαχθεί ότι ο Κύριος εισήλθε κεκλεισμένων των θυρών προς τους μαθητάς. Πώς εισήλθε, δεν το έχω διδαχθεί. Αυτό που δεν παρέλαβα δεν τολμώ να το πω. Υμνώ τον Κύριο που εισήλθε, δεν περιεργάζομαι τον τρόπο της εισόδου. Θαυμάζω το θαύμα που έγινε, το πώς όμως έγινε δεν το εξετάζω. Διότι εγώ είμαι ακροατής θαυμάτων και όχι διαιτητής θείων ενεργειών».
Συμπεράσματα
1.   Η λογική είναι χάρισμα του Θεού και μαζί με την πίστη βοηθάει τον άνθρωπο να αποκτήσει αρετές και να φθάσει στη λύτρωση. Η λογική χωρίς την πίστη γίνεται ορθολογισμός, δηλαδή ένα είδος εγωισμού που δύσκολα θεραπεύεται και οδηγεί στην απώλεια.
2.   Είδαμε ότι υπάρχει απόσταση μεταξύ της ανθρώπινης λογικής και της λογικής του Θεού. Οι άνθρωποι δε θα μπορέσουμε ποτέ να αποκτήσουμε το αγαθό της θεογνωσίας; Υπάρχει δυνατότητα να γνωρίσουμε κάτι από τη λογική του Θεού και να φθάσουμε στη θεογνωσία και στη θεοκοινωνία.
Μπορούμε να καταλάβουμε κάτι από τον Θεό και τις βουλές Του, να κατανοήσουμε το θέλημά Του και τις ενέργειές Του στη ζωή μας, αν Εκείνος μας το αποκαλύψει, αν Εκείνος μας φωτίσει. Το γράφει ο σοφός και θεόπνευστος συγγραφέας: << Βουλήν σου τις έγνω, ει μή σύ έδωκας σοφίαν και έπεμψας το άγιον σου Πνεύμα από υψίστων; >>. Τις σκέψεις Σου και τη βουλή Σου ποιος θα μπορούσε να γνωρίσει, αν Εσύ δεν του έδινες Σοφία και δεν έστελνες το Άγιό Σου Πνεύμα από τις ύψιστες σφαίρες του ουρανού (Σ. Σολ. θ΄ 13-17);
Αυτή είναι η λύση στο δράμα του ανθρώπου, του μικρού, του αδύναμου και αμαρτωλού ανθρώπου, που προσπαθεί να κατανοήσει και να εξηγήσει τους τρόπους ενέργειας του απείρου, του παντοδύναμου και Τρισάγιου Θεού. Τον Θεό Τον προσεγγίζουμε δια του Θεού. Τη σκέψη Του την κατανοούμε με τον φωτισμό Του. Τις βουλές Του τις γνωρίζουμε δια της Χάριτος του Παναγίου Πνεύματος. Το ανθρώπινο πνεύμα δε μπορεί μόνο του να ανακαλύψει τον Θεό. Ο Θεός αποκαλύπτεται. Και αποκαλύπτεται σ’ αυτούς που παραδέχονται την αδυναμία τους και ταπεινά ζητούν το έλεος και τον φωτισμό Του. Και τότε όλα γίνονται καθαρά και διάφανα …
Επομένως, εάν δεχθούμε τη λογική του Θεού, θα αποκτήσουμε «ΝΟΥΝ ΧΡΙΣΤΟΥ», μέχρι καταντήσωμεν οι πάντες εις άνδρα τέλειον, εις μέτρον ηλικίας του πληρώματος του ΧΡΙΣΤΟΥ: Να γίνουμε ο καθένας ένας τέλειος άνθρωπος στο μέτρο της ωριμότητος και τελειότητος του Χριστού, δηλαδή να έχουμε πλήρεις τις δωρεές Του.
 Με αυτόν τον Θεό θέλω να επικοινωνώ κάθε ημέρα, με αυτόν τον Θεό θέλω να ζήσω και τώρα και αιωνίως!

Χριστιανική Εστία Πατρών, 17.02.2019

Ο Τριαδικός Θεός: Το ακατάληπτον του Τριαδικού Θεού,,Βασίλειος Γκρίλλας, Θεολόγος, ΜΑ Θεολογίας


Το «ακατάληπτον του Θεού» αντιπαραβάλλεται ισχυρά με την «γνώση του Θεού». Οι δύο αυτές έννοιες αλληλοαποκλείονται εκ του περιεχομένου τους, ενώ ως αντικείμενα της λογικής εξέτασης του ανθρώπινου νου και της ανθρώπινης λογικής, παρουσιάζουν τόσο ισχυρή αντίθεση που θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι, αν ο άνθρωπος περιπέσει σε μια τέτοια μελέτη ή ενασχόληση, το αποτέλεσμα θα είναι μια πλήρης πνευματική σύγχυση [1].
Ωστόσο στην Ορθόδοξη Θεολογία και στην πρακτική της Ορθόδοξης Εκκλησίας, οι έννοιες αυτές βρίσκονται σε διαλεκτική σχέση [2]. Ουσιαστικά αυτή η αντίθεση ανάμεσα στο ακατάληπτο του Θεού και στην γνώση του Θεού, κρύβει μια δυναμική διαλεκτικού τρόπου, που όχι μόνο δεν παράγει πνευματική σύγχυση, αλλά οδηγεί τον ανθρώπινο νου στην υπέρβαση του θεολογικού αγνωστικισμού. Παράλληλα, ο ανθρώπινος λόγος αποκτά την γνώση των δυνατοτήτων του σε σχέση με την φύση του Θεού και της διαλεκτικής επιδράσεως ανάμεσα στον άκτιστο Θεό και τον κτιστό άνθρωπο. Στην πραγματικότητα, αυτή η διαλεκτική, βοηθά τον άνθρωπο να βρει την πληρότητα της γνώσεως του Θεού μέσα από την κατανόηση της διαφοράς κτιστού και ακτίστου, που νοηματοδοτεί διαρκώς το ακατάληπτον της θείας ουσίας [3].

Σε όλη την ιστορία της Ορθόδοξης Θεολογίας, αποτελεί μαρτυρημένη βεβαιότητα η παραδοχή της μη δυνατότητας καταλήψεως της θείας ουσίας [4]. Πρέπει ωστόσο, να καταστεί σαφές ότι το ακατάληπτον της θείας ουσίας, δεν αποτελεί ένα αρνητικό ιδίωμα του Θεού. Αντίθετα, είναι το μόνο ασφαλές ιδίωμα, από την άποψη της ανθρώπινης δυνατότητας, που αποδίδεται από τον άνθρωπο στο Θεό. Αν το ακατάληπτον του Θεού αποτελούσε αρνητικού περιεχομένου ιδίωμα, τότε θα ήταν δυνατόν να αναπληρωθεί με ένα άλλο θετικό ιδίωμα στον απόλυτό του βαθμό. Στην περίπτωση αυτή όμως θα είχαμε αναζήτηση της θεολογικής αλήθειας σε μια βάση μεταβαλλόμενων ιδιωμάτων του Θεού, κάτι που δεν μπορεί να ευσταθεί διότι ο Θεός είναι άτρεπτος και δεν μεταβάλλεται [5].
Ουσιαστικά, το ακατάληπτον αποδίδεται σε δύο αρχές. Πρώτον στην αδυναμία του ανθρώπινου λογικού να κατανοήσει την θεία ουσία και δεύτερον στην ανθρώπινη αδυναμία να αποκαταστήσει με τα μέτρα των ανθρώπινων δυνατοτήτων την πραγματική επαφή με τον Θεό. Στην βάση αυτή δεν τίθεται κανένα θέμα αντιβολής της ανθρώπινης λογικής και του ακατάληπτου της θεότητας σε με σχέση αιτίου και αποτελέσματος. Το ακατάληπτον εξ’ ορισμού και εξ’ αντικειμένου ενέχει καθ’ εαυτό υποκρύπτουσα απόσταση. Τούτο σημαίνει πως ανάμεσα στην ανθρώπινη λογική και στην θεία ουσία ενυπάρχει βαθειά ειδολογική διαφορά. Έτσι, ο ανθρώπινος νους αντιλαμβανόμενος το ακατάληπτο «αντικείμενο» της θείας ουσίας, αδυνατεί να αντιμετωπίσει το θείο ως αντικείμενο λογικής έρευνας [6].
Η ανθρώπινη λογική έπραξε πολλές φορές το λάθος να προσδιορίσει το ακατάληπτο του Θεού στην βάση του λογικού ερωτήματος για το αν υπάρχει Θεός ή όχι. Ωστόσο ο προσδιορισμός της κατανόησης του ακαταλήπου σε μια τέτοια βάση ύπαρξης ή ανυπαρξίας του Θεού, είναι παντελώς εσφαλμένος. Το ακατάληπτον έχει ως αίτιο και ύπαρξη το μυστηριώδες και ασύλληπτον της ουσίας του όντος αληθινού Θεού. Το αίτιο, δηλαδή, της υπάρξεως του ακαταλήπτου συμπίπτει με την απόλυτη βεβαιότητα της υπάρξεως του Θεού, η οποία αποτελεί αδιαπραγμάτευτη αλήθεια στην ανθρώπινη λογική του πιστεύοντος και ερευνούντος το θείο, ανθρώπου [7].

Ο ανθρώπινος προβληματισμός περί της γνώσεως του Θεού κινείται πέρα από την ιδιάζουσα σχέση: Ουσία Θεού – ακατάληπτον – λογικόν ανθρώπου, στην ιδιάζουσα σχέση: Δημιουργού εξ’ αγάπης και δημιουργήματος εν ελευθερία. Σε αυτό το σχήμα ο προσδιορισμός της σχέσεως είναι επαρκής. Η ποιότητα αυτής της σχέσης διασφαλίζεται όχι μέσω της εννοιολογικής ταυτότητας ή της δυνατότητας προσδιορισμού και γνώσεως της φύσεως και της ουσίας του Δημιουργού από το δημιούργημα, αλλά δια της υποταγής και της ταπείνωσης του δημιουργήματος στον Δημιουργό. Κατ΄ αυτόν τον τρόπο η γνώση καθίσταται θεία δωρεά και έλλαμψις θείας ενέργειας του Λόγου εν Αγίω Πνεύματι [8].
Στην Αγία Γραφή δηλώνεται με παράδοξο τρόπο η σχέση Αγάπης – Ελευθερίας σε μια δυναμική εξάρτησης, που πηγάζει αφενός μεν από την αίσθηση της πραγματικότητας της Θείας Χάριτος του όντος Θεού και αφετέρου, εκ της υπακοής που επιδεικνύει βιωματικά ο άνθρωπος προς το Δημιουργό του. Πρέπει να επισημανθεί ότι, η Θεία Χάρις έχει ακραιφνώς μυστηριακό χαρακτήρα τόσο στην πρωταρχική πηγή της, όσο και στην εκκλησιολογική της έκφραση. Ουσιαστικά, δηλαδή, παραμένει ακατάληπτη ως προς την πηγή και την έκφρασή της, αλλά καθίσταται αντιληπτή και σωτηριώδης ως προς το αποτέλεσμα αυτής, το οποίο αποδέχεται και βιώνει ο ελεύθερα υπακούων άνθρωπος [9].
Εκ των δεδομένων αυτών, γίνεται αντιληπτό ότι η προσπάθεια του ανθρώπινου νου να διερευνήσει τα αίτια της ακαταληψίας της ουσίας του Θεού, ουσιαστικά προσκρούει στην ειδοποιό διαφορά και στο ανεξιχνίαστο βάθος, της σχέσεως Δημιουργού και δημιουργήματος, Θεού και ανθρώπου, κτιστού και ακτίστου. Όταν ο ανθρώπινος νους στηρίζεται στην σχέση αγάπης, χάριτος, ελευθερίας και υπακοής μπορεί βιωματικά να οδηγήσει τον άνθρωπο στη γνώση του Θεού, μέσα από μία ζωντανή και δυναμική σχέση που αποκαλύπτει την αιτία του μυστηρίου της ζωής κατ’ εξοχήν [10] δια της χάριτος του Αγίου Πνεύματος, που εκ του Πατρός δια του Υιού εγχέεται [11].
Η μονομερής απομόνωση της ανθρώπινης λογικής στην ανίχνευση του κυρίως αιτίου, που καθιστά τον Θεό ακατάληπτο στην βάση της ουσιαστικής σαφώς διαφοράς μεταξύ του αιώνιου και άπειρου Θεού και του πεπερασμένου και χρονικού ανθρώπου, είναι διαδικασία λόγου χωρίς ασφαλές αποτέλεσμα. Πολλές φορές, στη Συστηματική Θεολογία, επιχειρήθηκε ο προσδιορισμός της ακαταληψίας του Θεού στη βάση αυτής της χρονικότητας. Το αποτέλεσμα αυτής της συλλογιστικής είναι άρτιο και επαρκές για τον φιλοσοφικό στοχασμό, όχι όμως για τον περί Θεού λόγο, έτσι όπως αυτός διατυπώνεται στην θεώρηση και την βιωματικότητα της Εκκλησίας [12]. Η απομόνωση του ανθρώπινου νου, μόνο σε πρακτικά σχήματα όπως αιώνιος, χρονικός ή άπειρος, πεπερασμένος, χωρίς την προέκταση ουσίας της ελευθερίας, της αγάπης, της υπακοής, των μυστηρίων και εν γένει της βιωματικότητας εν Εκκλησία, δεν μπορεί να αποδώσει ουσιαστικό αποτέλεσμα στην περί Θεού γνώση, ενώ παράλληλα δημιουργεί μόνο μια φιλοσοφική θεώρηση περί της θείας ουσίας [13].

Παραπομπές:

1. Ν. Ξεξάκη, Ορθόδοξος Δογματική, Η Θεολογία του Ομοουσίου , τ. Β’, Έννοια, Αθήνα 2006, σελ. 68-69.
2. Δ. Τσάμη, Η διαλεκτική φύσις της διδασκαλίας Γρηγορίου του Θεολόγου, Θεσ/νίκη 1968, σελ. 98 και 111.
3. Μαξίμου Ομολογητού, Περί Θεολογίας και της ενσάρκου οικονομίας του Υιού του Θεού, Προς Θαλάσσιον, Κεφ. ΣΤ’, εκατοντάς πρώτη, Β’ 55, και Περί Θεολογίας κεφαλαίων, εκατοντάς Τετάρτη, Β’ 121. Πρβλ. και Ν. Τατάκη, Θέματα χριστιανικής και βυζαντινής φιλοσοφίας, Αθήναι 1952, σελ. 82 και εξ..
4. Χ. Ανδρούτσου, Δογματική, Αθήναι 1901, σελ. 34 και εξ., Ιω. Καρμίρη, Σύνοψις της Δογματικής Διδασκαλίας της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, Αθήναι 1957, σελ. 15 και εξ., Π. Τρεμπέλα, Δογματική, Τόμος Ι, Αθήναι 1959, σελ. 203-204.
5. Νικ. Νησιώτη, Προλεγόμενα εις την Θεολογικήν Γνωσιολογίαν, Το ακατάληπτον του θεού και η δυνατότης γνώσεως Αυτού, Μήνυμα 41986, σελ.18.
6. Μ. Βασιλείου, Κατ’ Ευνομίου, Λόγος Α’ 14, SC 299, 22240-22447 , (ΒΕΠΕΣ 52,17520-26) : Ο Μέγας Βασίλειος προτρέπει την αποφυγή της πολυπραγμοσύνης περί του ακαταλήπτου με την λογική «της κατά την ουσίαν πολυπραγμοσύνης ως ανεφίκτου». Πρβλ. και Συμεών Νέου Θεολόγου, Βίβλος των Θεολογικών, Λόγος Β’, SC 122, 148257-150269: «Παρίστησι δε πάσα θεία Γραφή δια πασών των περί Θεού λεγομένων εννοιών τε και λέξεων ότι έστιν, ουχ οίος δε εστι, προσμαρτυρούσα μόνον αυτώ το αεί είναι και το ο ων, Θεός ο αεί ων, τρισυπόσταστος, παντοδύναμος, παντοκράτωρ, παντεπόπτης, κτίστης και δημιουργός των απάντων, ανενδεής, υπερφυής, τοσούτον πάρ’ ημών γινωσκόμενος όσον τις πέλαγος αόριστον υδάτων θαλάσσης, εν νυκτί παρά τον αιγιαλόν ιστάμενος και λαμπάδα φαίνουσα κρατών, καθορά. Τού γαρ όλου των απείρων εκείνων θαλασσών πόσον οίει οράν των τοιούτον; Πάντως μικρόν ή ουδέν. Πλήν όμως ακριβώς βλέπει το ύδωρ οποίον και απλανώς, ει και μη εφικνείται ειπείν ποταπών…». Στον ίδιο πατέρα συναντούμε στο ίδιο έργο και ειδικότερα στο Λόγον Α΄, 10279-81: «άφθεγκτα γάρ πάντη και άρρητα και ακατανόητα τα της θείας και υπερουσίου φύσεως και ανθρωπίνω νοϊ ακατάληπτα». Περί του θεμάτος βλ. σχετ. και : Ν. Νησίωτου, Προλεγόμενα εις την θεολογικήν γνωσιολογίαν , Μήνυμα, Αθήναι 1986, σελ. 18-29, Δ. Τσάμη, Εισαγωγή στη σκέψη των Πατέρων της Ορθόδοξης Εκκλησίας, Θεσ/νίκη 41992, σελ. 294-297, Νίκου Ματσούκα, Δογματική και Συμβολική Θεολογία Β’, Έκθεση της ορθόδοξης πίστης σε αντίπαράθεση με τη δυτική χριστιανοσύνη , Πουρναρά, Θεσ/νίκη 2003, σελ. 114-116, Γ. Μαρτζέλου, Ουσία και ενέργειαι του Θεού κατά το Μέγα Βασίλειο, Συμβολή εις την ιστορικοδογματικήν διερεύνησι της περί ουσίας και ενεργειών του Θεού διδασκαλίας της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Πουρναρά, Θεσ/νίκη 2005, σελ. 39-52.
7. Νικ. Νησιώτη, Προλεγόμενα εις την Θεολογικήν Γνωσιολογίαν, Το ακατάληπτον του θεού και η δυνατότης γνώσεως Αυτού, Μήνυμα 41986, σελ.189.
8. Γρηγορίου Νύσσης, Περί Παρθενίας VII, 10, εκδ. Jaeger, σελ. 289.
9. Ευ. Θεοδώρου, Κριτική εισαγωγή εις το ζήτημα των σχέσεων θρησκείας και γνώσεως, Αθήναι 1955, όπου και αναλύεται η το μείζον θέμα της σχέσεως πίστης και ανθρώπινης λογικής.
10. Στ. Παπαδοπούλου, Συνάντησις Ορθοδόξου και Σχολαστικής Θεολογίας (Εν τω προσώπω Καλλίστου Αγγελικούδη και Θωμά Ακινάτου), Ανάλεκτα Βλατάδων, Πατριαρχικόν Ίδρυμα πατερικών Μελετών, Θεσ/νίκη 1972, σελ. 85-87.
11. Ιω. Χρυσοστόμου, Ομιλία 14, Εις το κατά Ιωάννην, 1, PG 59,92: «Ουχ ο Θεός, αλλ’ η χάρις εκχείται.». Πρβλ. και Αν. Θεοδώρου, Η ουσία της Ορθοδοξίας, Αθήναι 1961, σελ. 249-250.
12. Μ. Βασιλείου, Εις Ψαλμόνν 14, PG 29, 256BC. Πρβλ. και Π. Χρήστου, Η έννοια της διπλής γνώσεως κατά τον Γρηγόριον Παλαμάν, Θεσ/νκη 1963, σελ. 6.
13. Γρηγορίου Θεολόγου, Περί του βίου Μωυσέως, PG 44, 329Β.