Πέμπτη 12 Νοεμβρίου 2020

Ο Ιατρος των ψυχών και των σωμάτων


 



Κυριακή Ζ΄ Λουκά (Λουκ. 8,41-56)



Toύ Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου










«Θάρσει, θύγατερ, η πίστις σου σέσωκέ σε»




«Μή φοβού· μόνον πίστευε, και σωθήσεται»




( Λουκ. 8,48,50)





ΔΥΟ είνε τα θαύματα που διηγείται σήμερα ο ευαγγελιστής Λουκάς. Το ένα είνε η θεραπεία ενός ασθενούς, και το άλλο είνε η ανάστασι μιάς νεκράς. Άς δούμε με απλά λόγια τα δύο αυτά θαύματα.





* * *



Λέει το Ευαγγέλιο, ότι ο Χριστός περιοδεύοντας έφτασε σε μία πόλι. Αμέσως από στόμα σε στόμα διαδόθηκε, ότι ήρθε ο Χριστός. Έκλεισαν τα μαγαζιά. Οι εργάτες άφησαν τα εργαστήριά τους. Οι γυναίκες άφησαν τις δουλειές του σπιτιού, και τα παιδιά βγήκαν στο δρόμο. Όλοι είχαν την περιέργεια να τον δούνε. Όλη η πόλις ήταν στο πόδι, για να τον υποδεχθή. Τόσος ήταν ο κόσμος, που βελόνα να έρριχνες δεν έπεφτε κάτω. Όλοι σπρώχνονταν για να δούνε το Χριστό.



Καθώς ο Χριστός περπατούσε στο δρόμο, να και πέφτει στα πόδια του κάποιος, με δάκρυα στα μάτια, και λέει· Χριστέ, ελέησέ με.



Τι συνέβη; Τι είχε πάθει αυτός ο άνθρωπος; Ήταν άρχοντας της συναγωγής των Ιουδαίων. Λεγόταν Ιάειρος. Είχε ένα κοριτσάκι δώδεκα χρονών, μονάκριβο, που αρρώστησε και κινδύνευε να πεθάνη. Οι γιατροί δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτε. Και τώρα, που άκουσε ότι ήρθε ο Χριστός, πήγε γονάτισε και τον παρακαλούσε να πάη στο σπίτι του, για να κάνη καλά το παιδί του.



Αλλ᾿ ενώ ο Χριστός προχωρούσε να πάη στο σπίτι του Ιαείρου, απότομα σταματά. Στρέφεται κ᾿ ερωτά· Ποιός με άγγιξε;



Οι μαθηταί απαντούν· Δάσκαλε, τι είνε αυτά που λές; Εδώ τόσος κόσμος σε σπρώχνει. Όλοι σε αγγίζουν και σε συνθλίβουν, και λές, Ποιός με άγγιξε;



Ο Χριστός όμως επιμένει· Κάποιος με άγγιξε· γιατί εγώ αισθάνθηκα δύναμι να φεύγη από πάνω μου.



Τότε μιά γυναίκα, που έτρεμε σαν το φύλλο, ντροπαλά – ντροπαλά πλησιάζει μπροστά του, πέφτει στα πόδια του και λέει· Χριστέ, συγχώρεσέ με. Εγώ είμαι αυτή που σε άγγιξε. Ήμουν μιά δυστυχισμένη γυναίκα. Ήμουν άρρωστη, είχα αιμορραγία. Στράγγισα. Πήγα σε γιατρούς, αγόρασα φάρμακα πανάκριβα. Πούλησα όλη μου την περιουσία, μα καμμιά θεραπεία δε βρήκα. Τώρα που ήρθες, είπα· Θα πάω να τον δώ· θ᾿ αγγίξω το ρούχο του, και θα γίνω καλά. Μ᾿ αυτή την πίστι σε πλησίασα. Και μόλις άγγιξα το ρούχο σου, έγινα καλά. Χίλιες δόξες να έχης, Χριστέ!



Τότε ο Χριστός είπε· Παιδί μου, έχε θάρρος· η πίστι σου σε έσωσε. Πήγαινε στο καλό.




Αφού είπε αυτά ο Χριστός, προχώρησε να πάη στο σπίτι του Ιαείρου. Καθώς πλησίαζε, ένας υπηρέτης τρέχει και λέει στον Ιάειρο· Πέθανε το κορίτσι· μην ενοχλείς το διδάσκαλο, δε χρειάζεται πιά… Γιατί νόμιζε, ότι ο Χριστός δεν έχει τη δύναμι ν᾿ αναστήση νεκρό.



Ταράχτηκε ο Ιάειρος ακούγοντας ότι το παιδί του πέθανε. Αλλά ο Χριστός του έδωσε θάρρος. Μη φοβάσαι, του λέει, μόνο πίστευε.



Όταν έφτασαν έξω από το σπίτι, ακούνε κλάματα και φωνές. Είχε μαζευτή κόσμος πολύς, συγγενείς και φίλοι. Ήταν και κάτι μοιρολογίστρες, και όλοι κλαίγανε. Ο Χριστός τους λέει· Το κορίτσι δεν πέθανε, αλλά κοιμάται. Τους έβγαλε όλους έξω και κράτησε μόνο τους τρείς μαθητάς, τον Πέτρο τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη, και τους γονείς. Έπιασε το χέρι της κόρης και φώναξε· Σήκω, παιδί μου, επάνω!



Αμέσως, σαν να πέρασε επάνω απ᾿ το σώμα μαγνήτης που τραβά τις βελόνες, έτσι σηκώθηκε επάνω το παιδί. Άνοιξε τα ματάκια του, κ᾿ έμειναν όλοι κατάπληκτοι. Και ο Χριστός, για να πεισθούν ότι δεν είνε φάντασμα αλλά πραγματικότης, είπε· Δώστε στο παιδί να φάη.




* * *



Αυτά τα δυό θαύματα μας διηγείται το Ευαγγέλιο.



―Ού! θα πούν τώρα οι άπιστοι. «Τώ καιρώ εκείνω» αυτά· τώρα δεν γίνονται θαύματα. Τώρα έχουμε φάρμακα και κλινικές.



Τι είπες, «τώ καιρώ εκείνω»; Όχι. Και σήμερα, και αύριο, και μετά δύο και τρείς χιλιάδες χρόνια, δεν θα παύση ο Χριστός να κάνη τα θαύματά του.



Πρίν από μερικά χρόνια στην Αθήνα έμαθα το εξής. Στο σπίτι ενός πάμπλουτου, που είχε καράβια, αρρώστησε το κορίτσι του το μονάκριβο, όπως ακριβώς του Ιαείρου. Μονάκριβο ήταν εκείνο στα χρόνια του Χριστού, μονάκριβο κι αυτό στα χρόνια τα δικά μας. Ο πατέρας είχε λεφτά. Το πήγε στη Σουηδία στους καλύτερους γιατρούς. Όλοι είπαν, ότι θα πεθάνη. Μα η μάνα, που πίστευε στο Χριστό, κι αφού απελπίστηκε από τους γιατρούς, κάθησε όλη νύχτα κάτω από τα άστρα μπροστά στην εικόνα της Παναγιάς. Παρακαλούσε με δάκρυα το Χριστό, να κάνη καλά το κορίτσι της. Την άλλη μέρα ένας κρύος ιδρώτας έπιασε το κοριτσάκι. Άνοιξε τα ματάκια του και ζωντάνεψε. Πήγανε οι γιατροί και το είδαν, και θαύμασαν. Κι αυτοί οι άπιστοι πιστέψανε και είπαν· Είνε θαύμα.



Μάλιστα. Κάνει θαύματα ο Χριστός. Δεν εμεθα εναντίον των γιατρών και των φαρμάκων. Γιατί και τους γιατρούς και τα φάρμακα τα έδωσε ο Θεός. Αλλά παραπάνω κι από τα βότανα κι από τους γιατρούς ένα είνε το φάρμακο. Μη μου μιλάτε για άλλα φάρμακα. Ένα είνε το παντοδύναμο φάρμακο. Αν το έχης αυτό, φτάνει. Και το φάρμακο αυτό λέγεται πίστις.



Πίστευε στο Χριστό, και μη φοβάσαι. Να έχης πίστι βουνό.



―Μά τι είνε αυτή η πίστις;



Θα σας πώ. Υπάρχει κανείς που λέει, Δεν υπάρχει Φλώρινα, δεν υπάρχει Πτολεμαΐδα;… Αν το πή, θα τον πιάσουν και θα τον δέσουν. Υπάρχει κανείς που λέει, Δεν υπάρχει ήλιος, δεν υπάρχει φεγγάρι, δεν υπάρχει Αυστραλία, δεν υπάρχει Αμερική…; Μπορεί εσύ να μην πήγες στην Αυστραλία και στην Αμερική και να μην τις είδες, αλλ᾿ υπάρχουν τόσοι άλλοι που πήγαν και σε βεβαιώνουν. Όπως λοιπόν τα πιστεύεις και τα παραδέχεσαι αυτά, έτσι πρέπει να πιστεύης ότι υπάρχει και ένας άλλος αόρατος κόσμος.



Ναί, υπάρχει Θεός, εις πείσμα των δαιμόνων. Ναί, υπάρχει Χριστός, υπάρχει Παναγιά. Υπάρχουν άγγελοι, υπάρχουν δαίμονες. Υπάρχει κόλασι, και μη γελάς. Υπάρχει παράδεισος, και να χαίρεσαι. Υπάρχει κόσμος αθάνατος. Τα πιστεύεις; τα παραδέχεσαι; Αν πής, Άμ ποιός τα είδε;… δεν πιστεύεις πιά. Είσαι ολιγόπιστος· σαν το Θωμά, που ήθελε ν᾿ αγγίξη με τα χέρια του το Χριστό.



Λοιπόν αυτή είνε η πίστις. Στα παλιά τα χρόνια δεν κατοικούσαν οι άνθρωποι σε σπίτια μεγάλα. Δεν είχαν ραδιόφωνα και τηλεοράσεις. Δεν είχαν χαλιά και καλοριφέρ. Δεν είχαν αυτοκίνητα. Δεν εχανε λεφτά και ανέσεις. Αλλά εχανε πίστι μεγάλη. Πιστεύανε οι άνθρωποι. Μέσα στους χίλιους ζήτημα να εύρισκες έναν άπιστο. Όλοι πιστεύανε στο Θεό. Και ο Θεός τους ευλογούσε. Με την πίστι έκαναν θαύματα. Τώρα, τα χρόνια άλλαξαν. Τώρα ο διάβολος έσπειρε με τις χούφτες το σπόρο της απιστίας και αθεΐας, και μικρά παιδιά και νέοι και δεσποινίδες και γέροι με άσπρα μαλλιά και τσομπάνηδες και βοσκοί φύγανε από το Θεό. Μέσα σε τόσους ανθρώπους πόσοι πιστεύουν; Μέσα στις χίλιες γυναίκες ζήτημα εάν πιστεύουν δύο, και μέσα στους χίλιους άνδρες ζήτημα εάν πιστεύη ένας. Είνε χρόνια κατηραμένα.



Αλλά τελικώς η πίστις θα νικήση. Ο Θεός θα νικήση, ο Χριστός θα θριαμβεύση.



Πιστεύετε! όπως πίστευαν οι μανάδες σας οι αγράμματες. Πιστεύετε! όπως πίστευε ο Ιάειρος. Πιστεύετε! Η πίστις είνε το πολυτιμότερο, το μοναδικό πράγμα, που μπορούμε και πρέπει να φυλάξουμε στον κόσμο. Δυστυχισμένος αυτός που δεν πιστεύει. Προτιμότερο να χάσης τα μάτια σου, προτιμότερο να σβήση ο ήλιος, προτιμότερο να πέσουν τα άστρα, προτιμότερο να ξεραθούν τα πηγάδια, προτιμότερο να μη ζής, παρά να μην πιστεύης. Πίστευε! και με την πίστι μπροστά προχώρει, και ο Θεός ποτέ δεν θα σε εγκαταλείψη.



† Ο Φλωρίνης, Πρεσπών & Εορδαίας



Αυγουστίνος



Αμμοχώρι 7-11-1971



Πηγή: https://ixthis3.blogspot.com/2020/11/blog-pos

Πηγή:

Πέμπτη 22 Οκτωβρίου 2020

Ψυχή - Νους - Νοερά προσευχή Π. Μάρκελλος Καρακαλληνός

 


Πνευματικές ανταύγειες από το Άγιον Όρος

Επίσκεψις νοερά, μυστική και ειλικρινής
εις τα βάθη της ψυχής κατευθυνομένη
και ελεγχομένη υπό του φωτός του νοός.

Η ψυχή είναι ζώσα ύπαρξις, απλή και ασώματος, αόρατος με τους σωματικούς οφθαλμούς κατά την φύσιν της, αθάνατος, λογική και πνευματική, άμορφος, που κατοικεί εις οργανικόν σώμα και παρέχει εις αυτό την ζωήν και την αύξησιν και την αίσθησιν. Η ψυχή έχει τον νουν, ο οποίος δεν είναι κάτι διαφορετικόν από τον εαυτόν της, αλλά ωσάν το καθαρώτερον στοιχείον της1. Όπως είναι ο οφθαλμός εις το σώμα, έτσι είναι και ο νους εις την ψυχήν. Είναι η ψυχή ελευθέρα, έχει θέλησιν και ενέργειαν, είναι μεταβλητή, δηλαδή μεταβάλλεται κατά την θέλησίν της, διότι είναι κτιστή. Όλα αυτά τα έχει λάβει κατά φυσικήν τάξιν από την Χάριν του δημιουργού της, από την οποίαν έχει λάβη και την ύπαρξιν και την φυσικήν κατάστασιν2.

Ας κατέλθωμεν ψυχή μου εις τα βάθη σου, εις τον οίκον σου, δια να θεωρήσωμεν το κατάλυμά σου. να ίδωμεν πως έχει η κατάστασις αυτού. να επιβλέψωμεν εις την επιμέλειαν και την φροντίδα που επέδειξες δια να αρέσης εις τον Νυμφίον και Κύριόν σου.

Ας κατέλθωμεν και ας εισέλθωμεν δια του καθαρού νοός εις τα βάθη σου ψυχή μου, κατευθυνόμενοι και στηριζόμενοι δια της ευχής και ας γίνωμεν θεωροί των τραυμάτων και του σκότους που υπάρχει εκεί και ας θρηνήσωμεν δια την κατάστασίν σου.

Ο Νυμφίος Σου κρούει την θύραν και θέλει να εισέλθη εντός σου, δια να μείνη μόνος εκεί, δια να ανακλιθή εκεί. δια να δειπνήση μαζί σου. δια να ενωθή πλήρως μαζί σου και να σου χαρίση δια της ενώσεως αυτής την αιώνιαν μακαριότητα και αγάπην. «Ιδού έστηκα επί την θύραν και κρούω...» (Αποκ. γ' 20).

Αλλά πώς θέλει να εισέλθει; Θέλει να είναι εκεί αυτός μόνος. Να μη μολύνη άλλος τον τόπον σου. Εάν δεν εύρη έτσι την ψυχήν σου, ο Άγιος Κύριος ο δορυφορούμενος και ανυμνούμενος υπό των Χερουβείμ, δεν εισέρχεται.

Μπορείς να ειπής μαζί με τον προφήτην Δαβίδ: «Ευλόγει, η ψυχή μου, τον Κύριον και, πάντα τα εντός μου, το όνομα το άγιον αυτού» (Ψαλ. 102, 1). Ανταποκρίνεσαι εις την αγάπην του Κυρίου, όπως ο ίδιος παραγγέλει: «αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εν όλη τη καρδία σου και εν όλη τη ψυχή σου και εν όλη τη διανοία σου» (Ματθ. κβ' 37). Αγαπάς και αναζητείς τον Νυμφίον σου Χριστόν όπως η ασματίζουσα Νύμφη, η οποία διακαώς επιποθεί αυτόν και λέγει: «εύρον ον ηγάπησεν η ψυχή μου. εκράτησα αυτόν και ουκ αφήκα αυτόν, έως ου εισήγαγον αυτόν εις τον οίκον μητρός μου και εις ταμείον συλλαβούσης με» ('Ασμα γ' 4) 3.

Ψάλλε τον αναβαθμόν και σκίρτα από χαρά: «Η καρδία μου προς σε Λόγε υψωθήτω. και ουδέν θέλξει με των του κόσμου τερπνών, προς χαμαιζηλίαν» (αντίφωνον γ' του δ' ήχου). Ω ενυπόστατε Λόγε και Υιέ του Θεού, εις εσένα ας υψωθή η καρδία μου. Τούτο θα γίνη όταν μελετάς το άπειρον ύψος της μεγαλειότητος του Θεού, το ακατάληπτον της σοφίας του, το μέγεθος της δυνάμεώς του, το απεριόριστον της αγαθότητός του, την υπέρ νουν ωραιότητά του και το γλυκύτατον και υπερούσιον φως του. Εάν τούτο πράξης δεν θα γλυκαίνεται η επιθυμία σου εις τα τερπνά του κόσμου τούτου, ούτε θα αγαπάς την ματαιότητα, αλλά θα ανάψης από τον πόθον και την αγάπην του θεού. Ποίος το βεβαιοί αυτό; Ο Μέγας Βασίλειος. «Μακάριοι οι του αληθινού κάλλους φιλοθεάμονες» (Ερμηνεία εις τον μδ' Ψαλμόν).

Όσον περισσότερον αγαπάς τον Άγιον Θεόν, τόσον περισσότερον γνωρίζεις αυτόν, και τότε ψυχή μου, ελκομένη εκ της θεϊκής αυτής ηδονής, θα αποστρέφεσαι ευκόλως και θα καταφρονής κάθε ηδονήν του κόσμου τούτου. Δια τούτο και ο Άγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης είπε: «Ο γευσάμενος των άνω, ευχερώς των κάτω καταφρονεί, ο δε εκείνων άγευστος, επί προσκαίροις αγάλλεται» (Λόγος ιστ' 15). Δια τούτο φρόντιζε να εξαλείψης από την φαντασίαν σου τις εικόνες και τα είδωλα του κόσμου τούτου. να εκριζώσης από τα βάθη σου τις προλήψεις και τις αμαρτωλές επιθυμίες και δια της επιστροφής του νοός σου εις τον οίκον σου και της λειτουργίας της νοεράς και αδιαλείπτου προσευχής να αρχίζης να τρέφεσαι από τα κάλλη του ουρανού.

Καθώς τώρα παρατηρώ τα βάθη σου ψυχή μου, βλέπω ότι πολύ απέχεις από την πρώτη εικόνα σου που σου εδώρησε ο Τριαδικός Θεός και εμόλυνες την καλλονήν σου. Σπεύσον τώρα να ευπρεπίσης και να καλλωπίσης αυτήν. Ετοιμάσου λοιπόν και λέγε μαζί με την Νύμφην: «Έχω βγάλει τον χιτώνα της αμαρτίας, πώς να τον φορέσω πάλιν; Έπλυνα τους πόδας μου, πώς να τους λερώσω πάλιν;» (Άσμα ε' 3).

Γνωρίζεις, ψυχή μου, ποίος είναι ο καλύτερος στολισμός σου; Μη νομίσης πως είναι άλλος από την ελευθερία του νοός σου. Όταν αυτός είναι ελεύθερος, τότε αποφασίζει μόνος του και ελέγχει τον οίκον σου και δεν αφήνει να εισέλθη κανείς εις αυτόν.

Τί σημαίνει ελευθερία του νοός;

Σημαίνει την απομάκρυνσιν εξ αυτού παντός νοήματος. Τότε μόνον ο νούς είναι ελεύθερος, όταν δεν έχει κανένα λογισμό και κατευθύνεται ορμητικά προς τον θεό και προσκυνεί και δοξολογεί το Άγιον Όνομα Αυτού. Αποτέλεσμα της ελευθερίας του νοός είναι η κάλυψις της ψυχής υπό της χάριτος του Αγίου Πνεύματος. Αυτός είναι ο πραγματικός στολισμός της ψυχής.
Όταν όμως υπάρχουν άλλοι ένοικοι μέσα σου ψυχή μου, τότε αυτοί αποκτούν δικαιώματα και σε αποσπούν από την ενότητά σου και σε κατευθύνουν όπου θέλουν. Αυτό ακριβώς επισημαίνει και ο Νικήτας ο Στηθάτος λέγων: «Έως ότου η ψυχή στασιάζει κατά του εαυτού της και κινούνται άτακτα οι δυνάμεις της και δεν έγινε ακόμη δεκτική των θεϊκών ακτίνων, ούτε αξιώθηκε να ελευθερωθή από την δουλεία του σαρκικού φρονήματος, ούτε απόλαυσε την ειρήνη» (Φιλ. Τόμος Γ', Β' εκατοντάδα των φυσικών κεφαλαίων, 65).

Τί πρέπει να επιδιώκουμε κατά την ώραν της προσευχής;

Τούτο άριστα μας το υποδεικνύει ο Άγιος Ιωάννης ο Καρπάθιος λέγων: «Αν θέλωμε πραγματικά να ευαρεστήσωμεν εις τον Θεόν και να συνάψωμεν μαζί του την τρισμακάριστη φιλία, ας παρουσιάσουμε τον νουν μας γυμνόν εις αυτόν, χωρίς να σέρνουμε μαζί μας κανένα πράγμα του αιώνος τούτου, ούτε τέχνη, ούτε νόημα, ούτε δικαιολογία, ακόμη και αν γνωρίζουμε όλην την σοφίαν του κόσμου» (Φιλοκ. Τόμ. Α', σελ. 286, μθ').

Κατά τον Άγιο Νείλο, είναι μακάριος ο νους ο οποίος κατά την ώραν της προσευχής έχει αποδιώξει τις μορφές και τα σχήματα. «Μακάριος είναι ο νους ο οποίος κατά την ώραν της προσευχής απέκτησε τελείαν αμορφίαν» (Φιλοκ. Τόμος Α', σελ. 187).

Αυτή η γυμνότης του νοός ή η αμορφία είναι η πραγματική ελευθερία του νοός και δια εσένα ψυχή μου είναι ο ωραιότερος στολισμός και αγιασμός. Όταν το επιτύχη αυτό ο νους τότε κατατρυφά απερισπάστως και ακορέστως το θείον κάλλος. «Μακάριος ο νους, ο πάντα τα όντα περάσας και της αιωνίου μακαριότητος κατατρυφών» (Φιλ. Τόμος Β', σελ. 5. Μαξίμου του Ομολογητού, περί αγάπης κεφάλαια, Εκατοντάς Πρώτη, ιθ').

Ποίον είναι το άριστον φάρμακον δια να επιτύχη
κανείς αυτήν την κατάστασιν;

Είναι ο εγκλεισμός του νοός εις το βάθος της ψυχής. Ποίοι μας το εδίδαξαν και το εφήρμοσαν αυτό;

Πρώτον μας το εδίδαξεν ο Κύριος: «συ δε όταν προσεύχη, είσελθε εις το ταμείον σου» (Ματθ. στ' 6). Ταμείον βέβαια εδώ εννοεί ο Κύριος το δωμάτιον, αλλά πολύ περισσότερον και το ενδότερον της καρδίας.

Την επιστροφήν αυτήν του νοός την διδάσκουν όλοι οι Νηπτικοί Πατέρες και λέγουν ότι πρέπει να γίνεται με την κλίσιν της κεφαλής και την κάμψιν του σώματος προς τα εμπρός. Ονομάζεται δε η επιστροφή αυτή υπό του Διονυσίου του Αεροπαγίτου κυκλική και απλανής κίνησις του νοός4.

Όπως η περιφέρεια του κύκλου έχει μια αρχή, αλλά επιστρέφει πάλι εις τον εαυτό της και ενώνεται, έτσι και ο νους, λέγοντας την ευχήν νοερώς, Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με, δια της κυκλικής αυτής κινήσεως ο νους επιστρέφει εις την καρδίαν και ενώνεται μετ' αυτής5. Δια τούτο και ο εξοχώτατος Διονύσιος είπε: «Ψυχής δε κίνησις εστι κυκλική, η εις εαυτήν είσοδος από των έξω και των νοερών αυτής δυνάμεων η ενοειδής συνέλιξις ώσπερ εν τινι κύκλω το απλανές αυτή δωρουμένη» (Κεφ. δ' περί θείων ονομάτων).

Και ο Μέγας Βασίλειος δια την επιστροφήν αυτήν του νοός και τον εγκλεισμόν εις τα βάθη της ψυχής λέγει τα εξής αξιοπρόσεκτα λόγια: «Νους ο οποίος δεν διασκορπίζεται προς τα έξω και δεν διαχέεται από τας αισθήσεις εις τον κόσμο, επιστρέφει προς τον εαυτόν του και δια του εαυτού του αναβαίνει εις την έννοιαν του Θεού. και με εκείνο το κάλλος περιλαμπόμενος και ελλαμπόμενος, λησμονεί ακόμη και την ίδια του την φύσι, δίχως να σύρεται η ψυχή του ούτε εις φροντίδα τροφής μήτε εις μέριμνα ενδυμάτων, αλλά, αφού παύση να ασχολήται με τις γήινες φροντίδες, όλην του την σπουδήν την μεταθέτει εις την απόκτησι των αιωνίων αγαθών» (Μ. Βασιλείου Έργα, ΕΠΕ, Τόμος 1, σελ. 67 - Επιστολή προς τον φίλον του Γρηγόριον).

Ο Αββάς Ισαάκ διδακτικώτατα προτρέπει: «Καταδίωξον τον εαυτόν σου και θέλει καταδιωχθή ο εχθρός σου από πλησίον σου. Ειρήνευσον μετά σου και έσεταί σοι ειρηνικός ο ουρανός και η γη. Σπούδασον να εισέλθης εντός του ταμείου της καρδίας σου και θέλεις ιδή το ταμείον το ουράνιον. διότι ένα είναι και τα δύο και δια μιας εισόδου συγχρόνως βλέπονται. επειδή η κλίμαξ εκείνης της Βασιλείας είναι εντός σου κεκρυμμένη» (Ασκητικοί Λόγοι, Αββά Ισαάκ, Λόγος Α', σελ. 110).

Εις αυτήν την επιστροφήν του νοός εις την καρδίαν χρειάζεται πολλή επιμονή και προσοχή, διότι ο νους καθώς είναι αγύμναστος, αποφεύγει αυτόν τον εγκλεισμόν και συνεχώς αποπηδά, επειδή είναι λεπτώτατος και ευκίνητος: «Ο νους εκείνων που μόλις πριν από λίγο μπήκαν εις αυτόν τον αγώνα και όταν συγκεντρώνεται, δραπετεύει συνεχώς και πρέπει αυτοί να προσπαθούν συνεχώς να τον επαναφέρουν. Τους διαφεύγει όμως καθώς είναι αγύμναστοι, διότι είναι πάρα πολύ δυσκολοπαρατήρητος και πιο ευκίνητος από οτιδήποτε άλλο» (Γρηγ. Παλαμά, Τόμος Δ', σελ. 127, Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων). Και συνεχίζει ο Άγιος Γρηγόριος:

«Ο εσωτερικός άνθρωπος, μετά την παράβασι του Αδάμ, συνηθίζει να εξωμοιώνεται με τα εξωτερικά σχήματα, δια τούτο πως δεν θα βοηθήση πολύ εκείνον που καταγίνεται με προθυμία να στρέψη τον νουν του εις τον εαυτόν του, έτσι που να μην ακολουθή την «κατ' ευθείαν», αλλά την κυκλική κίνησι που είναι απλανής, το να μην περιφέρει τα μάτια του εδώ και εκεί, αλλά και να στηρίζει όπως σε κάποιο στήριγμα εις το στήθος του. Συστρέφοντας δηλαδή όσο μπορεί εξωτερικά τον εαυτόν του σαν κύκλο, παρόμοια με την κυκλική κίνησι του νοός του που επιδιώκει μέσα του, με το σχήμα αυτό του σώματος θα στείλη μέσα εις την καρδιά και την δύναμι του νου που διαχέεται έξω με την όρασι».

Η επιστροφή αυτή προς τον εαυτόν του είναι πάρα πολύ δύσκολο και κοπιαστικό έργο. Αν όμως υπομείνη με πολύ ταπείνωσι εις την επιστροφή αυτή του νοός του εις την καρδίαν και τον εγκλεισμόν επί πολύν χρόνον εντός της καρδίας και επιτύχει την ανύψωσίν του προς τον Θεόν, εμποδίζοντας με ισχυρή βία την τάσι της διανοίας να ασχολήται με πολλά θέματα, τότε πλησιάζει προς τον Άγιο Θεό νοερά και γεύεται από τώρα την αιώνιο ζωή και τα αγαθά που χαρίζει ο Κύριος, όπως λέγει ο ιερός ψαλμωδός «γεύσασθε και ίδετε ότι χρηστός ο Κύριος» (Ψαλ. 33, 9).
Την δυσκολίαν του έργου αυτού, αλλά και τα αγαθά που αναμένουν όσους υπομείνουν αυτόν τον κόπον υπογραμμίζει σαφέστατα ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ο καθηγητής της νοεράς προσευχής, λέγων: «Οποιοσδήποτε κόπος άλλης αρετής είναι μικρός και ευκολότατος, αν συγκριθή με αυτόν. Δια τούτο και πολλοί που αφήνουν την προσπάθεια εξ αιτίας της στενοχώριας της προσευχητικής αρετής, δεν αξιώνονται να φθάσουν τον πλούτο των θείων χαρισμάτων. Εκείνοι όμως που υπομένουν, τους περιμένουν μεγαλύτερες εκδηλώσεις της θείας βοηθείας, σύμφωνα με τον λόγο του προφήτου: «Όσοι υπομένουν, θα βγάλουν φτερά. θα ανανεωθή η ισχύς τους» (Ησαΐας 40, 31)» (Γρηγορίου Παλαμά, Τόμος Δ' Περί προσευχής και καθαρότητος καρδίας, σελ. 133).

Μεγαλύτερος εργάτης του εγκλεισμού του νοός εις την καρδίαν και εκφραστής όλων των καταστάσεων της νοεράς προσευχής κατά τους νεωτέρους χρόνους, νομίζω, πως δεν είναι άλλος, παρά ο παππούς Ιωσήφ. Περιγράφει πολύ παραστατικά τον κόπον, αλλά και τον πόλεμον που εδέχετο από τα φοβερά δαιμόνια, επειδή ασκούσε αυτό το ιερό έργον: «Έκτοτε λοιπόν ήρχισαν οι άγριοι πόλεμοι, όπου δεν με άφηναν ησυχίαν ημέραν και νύκτα. Άγριοι πόλεμοι! Μήτε ώρα να ησυχάσω. Επίσης και εγώ μανίαν εις αυτούς. Εξ ώρας καθήμενος εις προσευχήν τον νουν δεν εσυγχώρουν να βγη από την καρδίαν. Από το σώμα μου ο ιδρώτας έτρεχεν ωσάν βρύσι. Ξύλον αλύπητα. Πόνος και δάκρυα. Νηστεία και ολονύκτιος αργυπνία. Και επί τέλους κατέπεσα.

Όλα οκτώ έτη κάθε νύκτα μαρτύριον. Έφευγαν οι δαίμονες και εφώναξαν. Μας έκαψε! Μας έκαψε! Όπου έτυχε μίαν νύκτα και τους ήκουσε και ο πλησίον μου αδελφός ξενιζόμενος, ποίοι ήσαν αυτοί όπου εφώναζαν» (Γέροντος Ιωσήφ, Έκφρασις Μοναχικής εμπειρίας, έκδοσις Ι. Μονής Φιλοθέου, σελ. 210).

Δια να έχη καρπόν αυτή η κατάστασις της νοεράς προσευχής χρειάζεται πολύ προσοχή και νήψι, δια τούτο και επισημαίνει: «Θα κουρασθής πολύ, έως ότου καταλάβης ότι προσευχή χωρίς προσοχή και νήψι είναι απώλεια χρόνου. κόπος χωρίς πληρωμήν. Πρέπει εις όλας τας αισθήσεις μέσα και έξω να στήσης φύλακα την προσοχήν. Διότι χωρίς αυτής ο νους και αι δυνάμεις της ψυχής διαχέονται εις τα μάταια και συνήθη, ωσάν, το άχρηστο νερό που τρέχει στους δρόμους» (Ενθ' ανωτέρω, σελ. 42).

Και ο Γέροντας Εφραίμ μας συμβουλεύει: «Τον νουν μας να τον τοποθετήσωμεν ωσάν φρουρόν, ωσάν επιστάτην, να παρακολουθή τον ενδιάθετον λόγον που λέγει την ευχή. επίσης να προσέχη την φαντασία, να μη δεχθή καμμία εικόνα» (Γέροντος Εφραίμ: Πατρικαί Νουθεσίαι, έκδοσις Ι. Μονής Φιλοθέου, σελ. 115).

Ο Γέροντας Εφραίμ επεξέτεινε και ανέλυσε περισσότερον την περιεκτικήν διδασκαλίαν του Γέροντός του Ιωσήφ και θεωρείται και πράγματι είναι σήμερα ο κυριώτερος διδάσκαλος της νοεράς προσευχής. Κατόρθωσε να μεταφέρη το έργον της Νηπτικής παραδόσεως του Αγίου Όρους εις πολλά του πνευματικά παιδιά εις τον κόσμον και κυρίως εις τα νέα φυτώρια των μοναστηριών που εφύτευσε εις Καναδά και Αμερικήν. Η Ιερά Μονή του Αγίου Αντωνίου εις την Αριζόνα, την οποίαν έχει καταστήση κέντρον του πνευματικού του έργου, μέλλει να αναδειχθή εις μια μεγάλη Λαύρα, της οποίας η προσφορά εις τον σύγχρονον κόσμον θα είναι ανυπολόγιστη.

Πατρικά, ο Γέροντας Εφραίμ μας νουθετεί: «Βιάζεσθε, παιδιά μου, εις την ευχήν του Ιησού μας. Αυτή θα γίνη τα πάντα. και τροφή και πόμα, και ένδυμα και φως και παρηγοριά και ζωή πνευματική. Τα πάντα γίνεται εις τον κατέχοντα ταύτην. Χωρίς αυτήν το κενόν της ψυχής δεν ικανοποιείται. Τον Χριστόν θέλετε να αγαπήσετε; Την ευχήν νοσταλγήσατε και την ταπείνωσιν εγκολπώσασθε και τότε θα γνωρίσητε ότι η Βασιλεία του Θεού εντός ημών εστίν» (Γέροντος Εφραίμ, Ενθ' ανωτέρω, σελ. 108).

Επίλογος

Ο νους εκ νεότητος είχε συνηθίσει να διασκορπίζεται εις τα πράγματα του κόσμου και οι φαντασίες και οι πονηροί λογισμοί ευρήκαν έτσι τη ευκαιρίαν να εισέλθουν εις την καρδίαν, με την αδράνειαν αυτήν του νοός. Δια τούτο ο άνθρωπος γίνεται όχι ναός της χάριτος του Αγίου Πνεύματος, αλλά εργαστήριον της ανομίας και καταγώγιον των πονηρών πνευμάτων.

Ο νους τώρα δια της νοεράς προσευχής εισέρχεται εις την καρδίαν. Δια της επιστασίας του κλείεται η θύρα του ενδιαθέτου λόγου6 και δεν αφήνει τα πονηρά πνεύματα να λέγουν δι' αυτού τους πονηρούς λογισμούς τους οποίους θέλουν. Δια τούτο είπε ο Ιωάννης της Κλίμακος: «Να κλείνης την θύρα του κελλιού σου για να μην εξέρχεται το σώμα σου, την θύρα της γλώσσης σου για να μην εξέρχωνται λόγια, και την εσωτερική πύλη της ψυχής σου για να μην εισέρχωνται τα πονηρά πνεύματα» (Ιωάννου του Σιναΐτου: Κλίμαξ, Λόγος ΚΖ', Περί ησυχίας, 17).
Η επιστροφή αυτή του νοός εις την καρδίαν και η επιμονή εις αυτήν την εργασίαν και η φυλακή και η τήρησις της νοεράς προσευχής καθιστούν τον νουν ικανόν να βλέπη τας κακάς κλίσεις της καρδίας του, τας πονηράς κινήσεις των λογισμών του, τας επιβουλάς και τας κλοπάς των πονηρών πνευμάτων.

Βλέπει εκεί εις το βάθος της καρδίας, όλα τα σφάλματά του καθαρά και επικαλείται τον Ιησούν εις βοήθειαν και πενθεί και μετανοεί και λυπείται και αποκτά ταπείνωσιν αληθινήν. Δια τούτο πάλι ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος είπε: «Την πνευματικήν σου κατάστασι θα σου την φανερώση η προσευχή σου. Οι θεολόγοι άλλωστε εχαρακτήρισαν την προσευχή καθρέπτη του μοναχού» (Ιωάννου του Σιναΐτου, Κλίμαξ, Λόγος ΚΗ', 38).

Την σπουδαιότητα της νοεράς προσευχής τονίζει και ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης με τα εξής γλαφυρά λόγια: «Παρακαλώ λοιπόν θερμώς, να καταγίνησαι και εις την καρδιακήν ταύτην και νοεράν προσευχήν. Και ταύτην έχε έργον αδιάλειπτον και παντοτινόν, λαλών εν τη καρδία σου, δια του ενδιαθέτου λόγου το γλυκύ και κοσμοπόθητον και παντοπόθητον όνομα του Ιησού. τον Ιησούν νοών δια του νοός σου. τον Ιησούν ποθών και ακολουθών (κυνηγών) δια της θελήσεώς σου. προς τον Ιησούν επιστρέφων όλας τας δυνάμεις της ψυχής σου. και το παρά του Ιησού εκζητών έλεος μετά συντριβής και ταπεινώσεως» (Νικοδήμου του Αγιορείτου: Συμβουλευτικόν εγχειρίδιον, σελ. 121).

Ο διάλογος αυτός της μετανοίας, ο οποίος έχει Γραφικήν και Πατερικήν κατοχύρωσιν, εγράφη δια την αμαρτωλήν μου ψυχήν, όπως έλθη εις αίσθησιν και ίδη την ιδίαν αυτής γύμνωσιν και τα τραύματα αυτής και τακτοποιήση τα του οίκου αυτής, δια να μη αισχυνθή εν ώρα της εξόδου και της μελλούσης κρίσεως.

Η εμή αδυναμία ταύτα εσημείωσε μ.
21η Ιανουαρ. 2002 του Αγ. Μαξίμου του Ομολογητού.

Επίμετρον

Πώς θεραπεύεται ο μετεωρισμός;

Δια του εγκλεισμού του νοός εις τα βάθη της ψυχής. Όταν εισέλθη εκεί ο νους απεργάζεται το πνευματικό μέλι. Όπως η μέλισσα μέσα στην κυψέλη εγκλείεται και παρασκευάζει το μέλι, έτσι και ο νους.
Εγκλειόμενος εκεί ο νους, δίδει χαράν και δύναμιν εις την ψυχήν, διότι γίνεται μία σύναξις των δυνάμεων της ψυχής.
Ο νους πολλές φορές βλέπει εκεί το σκότος της ψυχής και την ασθένειαν αυτής. Η όρασις αυτή του νοός φέρει πένθος εις την ψυχήν εκ του οποίου προκαλούνται δάκρυα δια των οποίων καθαρίζεται η ψυχή. Έτσι ολίγον κατ' ολίγον αρχίζει να καθαρίζεται και να αποκτά αυτογνωσίαν και αληθινήν ταπείνωσιν.

Διατί αμαρτάνομεν;

Διότι αγνοούμεν την αξίαν και το κάλλος της ψυχής. Όταν η ψυχή διατηρή την τάξιν αυτής και δεν εκπίπτει εκ της αξίας όπου την έθεσε ο ποιητής, απολαμβάνει όλες τις δωρεές του Ουρανίου Πατρός και δεν έχει ουδεμίαν άλλην ανάγκην. Έχει εσωτερικήν παρηγορίαν και παράκλησιν.
Όταν όμως αποκόπτεται από την επικοινωνίαν μετά του Ουρανίου Πατρός, αρχίζει να στρέφεται προς τα κτίσματα και δια των αισθήσεων να απολαμβάνη αυτά. Η στροφή και η επιθυμία προς τα κτίσματα εμπεριέχει πολλάκις την αμαρτία και τον εξ αυτής θάνατον.
Η ψυχή ελησμόνησε το θείον κάλλος και την θείαν αυτής ευγένειαν και στρέφεται προς τα κτίσματα να παρηγορηθή. Από το σημείον αυτό αρχίζει η εκτροπή της ψυχής εκ της αληθείας και γίνεται η αρχή της αμαρτίας.

* * *

1. «Πρόσεχε, λοιπόν, σεαυτώ». Δηλαδή, ούτε τα δικά σου, ούτε τα γύρω από εσέ, αλλά πρόσεχε μόνον τον εαυτόν σου. Διότι άλλο πράγμα είμεθα ημείς οι ίδιοι και άλλο πράγμα τα δικά μας και άλλο τα γύρω από εμάς. Ημείς είμεθα η ψυχή και ο νους, διότι έχομεν πλασθή σύμφωνα με την εικόνα του κτίστου μας. Μ. Βασιλείου Έργα, Τόμος 6ος, σελ. 223. «Ο λύχνος του σώματος εστιν ο οφθαλμός. Εάν ουν ο οφθαλμός σου απλούς η, όλον το σώμα σου φωτεινόν έσται...» (Ματθ. στ' 22).

2. Ι. Δαμασκηνού έργα, Ε.Π.Ε. Τόμος 1, σελ. 213.

3. Οίκος και ταμείον είναι η καρδία του ανθρώπου. Μήτηρ και συλλαβούσα είναι η Σοφία του Θεού, η οποία τα πάντα εποίησε, καθώς και την καρδίαν.

4. Μόνον η κυκλική αυτή κίνησις του νοός είναι απλανής, επειδή εις αυτήν δεν μπορεί να εισέλθη η πλάνη του διαβόλου. Εις τας δύο άλλας κινήσεις του νοός, την ευθείαν και ελικοειδή προχωρεί η πλάνη και η απάτη του διαβόλου. Κατά τον Διονύσιον Αεροπαγίτην.

Ευθεία κίνησις του νοός είναι: όταν ο νους από τις εικόνες των αισθητών πραγμάτων αναβιβάζεται εις την νοητήν αυτών θεωρίαν.

Ελικοειδής δε κίνησις του νοός είναι: όταν ο νους φωτίζεται τας θείας γνώσεις όχι νοερώς, αλλά συλλογιστικώς και μεταβατικώς. Αποτελεί δηλ. μικτήν κίνησιν κυκλικής και ευθείας.

Δια τούτο ασφαλεστέρα είναι η κυκλική κίνησις του νοός, η οποία επιτυγχάνεται δια της επιστροφής του νοός εις την καρδίαν και της νοεράς προσευχής που λέγεται ταυτοχρόνως.

5. Δια της προσευχής αυτής το σώμα λαμβάνει τρόπον τινά σχήμα κυκλικόν. Και ο προφήτης Ηλίας, όταν έλυσε εκείνην την πολυχρόνιον ξηρασίαν (Βλέπε Γ' Βασιλειών, ιη', 42) ανέβη εις το Καρμήλιον όρος, έσκυψε επί την γην και έθεσε το πρόσωπον αυτού ανάμεσα εις τα γόνατα αυτού. Δια ποίον λόγον; Δια να συγκεντρώση δια του τρόπου αυτού περισσότερον τον νουν του και φιλοπονώτερον να προσευχηθή προς τον Θεόν. (Φιλοκαλία τόμος Δ' Γρηγορίου του Παλαμά, Λόγος υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων σελ.127).

6. Ενδιάθετος λόγος είναι: Ο νους χρησιμοποιεί το λογιστικόν, δηλαδή τον ενδιάθετον λόγον της καρδίας, δια του οποίου σκεπτόμεθα, κρίνομεν και αποφασίζωμεν, χωρίς να λαλή το στόμα. Αυτόν τον ενδιάθετον λόγον χρησιμοποιεί τώρα ο νους και λέγει την ευχήν: Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με.

Περιοδικόν Ο Όσιος Φίλοθεος της Πάρου
Τεύχος 5 Μάιος - Αύγουστος 2002
Εκδόσεις "Ορθόδοξος Κυψέλη" 

Η ωφέλεια της νοεράς προσευχής Π. Μάρκελλος Καρακαλληνός

 


«Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με τον αμαρτωλόν»

Επέρασαν χρόνια πολλά και από την απροσεξία του νοός μου η ψυχή μου εγέμισε από αμαρτωλές συγκαταθέσεις πονηρών λογισμών, από φαντασίες, προλήψεις και πολλές άλλες επιθυμίες. Ο νους που είναι το φως της ψυχής εσκοτίσθη και η εικόνα της ψυχής μου εμολύνθη «ει ουν τοι φως το εν σοι σκότος εστί, το σκότος πόσον;» (Ματθ. στ' 23).

Η άβυσσος της ψυχής τώρα δεν ελέγχεται εύκολα. Οι αναθυμιάσεις και η δυσωδία που εξέρχεται εξ' αυτής προκαλούν θλίψιν, ακηδίαν και πνευματικήν αναιμία.

«Εκ γάρ της καρδίας εξέρχονται διαλογισμοί πονηροί, φόνοι, μοιχείαι, πορνείαι, κλοπαί, ψευδομαρτυρίαι, βλασφημίαι. Ταυτά έστι τα κοινούντα (=μολύνοντα) το άνθρωπον» (Ματθ. ιε' 19).

Δια της ευχής όμως αρχίζει η αντίστροφος μέτρησις. Ο ιός της κακίας αποδιώκεται, οι συγκαταθέσεις περιορίζονται και το φως του νοός χαροποιεί τη ψυχή και ελέγχονται όλες οι κινήσεις αυτής.

Όταν λειτουργή η ευχή διακόπτεται κάθε πονηρός λογισμός και καταπαύει ο ψυχόλεθρος μετεωρισμός που διασκορπίζει εις τους δρόμους τον θησαυρόν τη ψυχής. Τότε η ψυχή μνημονεύει το γλυκύτατον του Κυρίου Όνομα. Τούτο γίνεται δια την ψυχήν πηγή πάσης χαράς και ευχαριστίας και δοξολογίας και αναβρύει θεία νοήματα τα οποία καθαρίζουν την συνείδησιν.
Γίνεται επομένως η ευχή το μοναδικόν της ψυχής ίαμα και δύναται η ψυχή να «αιχμαλωτίζη παν νόημα εις υπακοήν του Χριστού» (Β΄Κορ. Ι' 6).

Πόσον αδικούμε την ψυχήν μας όταν αδιαφορούμε δια την λειτουργίαν της ευχής! Αφού η ευχή είναι ο μεγαλύτερος πλούτος της ψυχής, διατί η ψυχή να ευρίσκεται εις αυτήν την πνευματικήν πτωχείαν; Διατί να γίνεται καταγώγιον των πονηρών λογισμών; Διατί να αισθάνεται θλίψιν και πόνον και ταραχήν και ακηδίαν, αφού είναι εικόνα του Επουρανίου Βασιλέως; Διατί να κρύπτεται εντός αυτής ο πονηρός διάβολος και να κινή όλα τα νοήματα και τις δυνάμεις αυτής;

Η ωραιότητα της ψυχής εξαρτάται από την καθαρότητα αυτής, «πάσα η δόξα της θυγατρός του βασιλέως έσωθεν» (Ψαλ. 44,14). Η ευχή είναι ο καλύτερος φύλακας του οίκου της ψυχής και ο ασφαλέστερος χορηγός των θείων χαρισμάτων αυτής. Το γλυκύτατον του Κυρίου όνομα είναι η αρχή κάθε χαρίσματος και κάθε ευλογίας. Ο Κύριος είναι «η οδός και η αλήθεια και η ζωή (Ιωαν ιδ.'6) και «ο άρτος ο εκ του ουρανού καταβάς» (Ιωαν. στ' 58).

Είναι δυνατόν η ψυχή που ακολουθεί πιστά τον Κύριον να εκτραπή εκ της ευθείας οδού και να ευρεθή εις τα σκοτεινά και δαιδαλώδη της αμαρτίας καταγώγια; Και πως είναι δυνατόν αυτός που γεύεται τον ουράνιον άρτον να μην αποστρέφεται τα ηδονικά διανοήματα και παρασκευάσματα;

Διατί λοιπόν ψυχή μου αμελείς δια το ωφελιμώτατον τούτο έργον; Διατί αδιαφορείς δι' αυτόν τον ουράνιον πλούτον; Διατί δεν μεριμνάς δια την σωτηρίαν σου;

Δεν γνωρίζω εάν υπάρχη καλύτερος τρόπος να αισθανθή κανείς την αιωνιότητα από την νοερά προσευχή. Δι' αυτής ο νους απλώνεται παντού και η καρδιά γεύεται αισθητά τις καταστάσεις εις τις οποίες αναβιβάζεται δια του νοός. Δι' αυτής γίνεται θεωρός πολλών θεωρημάτων και σιωπηλά και με πολλή ταπείνωση παρακολουθεί ότι ο Θεός αποστέλλει εις την ψυχήν κατά την καθαρότητα αυτής. Δι' αυτής η ψυχή αισθάνεται την παρουσία του Θεού, ζη εν Θεώ και απολαμβάνει τις δωρεές της αισθήσεως αυτής.

Άρα η λειτουργία της ευχής, Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με, καλύπτει τα πάντα, και όταν αυτή λειτουργεί εις την καρδίαν, η ψυχή δεν έχει καμίαν άλλην ανάγκην, διότι ζη εν Θεώ και αναπαύεται εις την θεωρίαν αυτού.

Η γνησιότης των του νοός αναβάσεων προσυπογράφεται από την πηγή των δακρύων.

* * *

Μερικές φορές η ψυχή μου κρύβει μέσα της πολλή αγάπη και θέλω να την στείλω και δεν γνωρίζω που να την στείλω. Και τότε την απευθύνω εις την Μανούλα μου, την Παναγία και την παρακαλώ αυτή να παρηγορήσει όποιον υποφέρει και βασανίζεται, όποιον τον πικραίνουν οι αυταρχικοί χαρακτήρες, όποιον φλέγουν τα πάθη.

Η αγάπη προς την Παναγία μας είναι κάτι το πολύ τρυφερό και άγιο. Δεν μπορείς να σκεφθής την Παναγία μας και να μη πλημμυρίσεις από συναισθήματα ιερά και άγια.

Η αγάπη προς την Παναγία μας διαπορθμεύει την ψυχή μας εις τον μέλλοντα αιώνα, δεν είναι εκ του κόσμου τούτου. Είναι κάτι που δεν εκφράζεται, αλλά σε κάνει να σκιρτάς από χαρά προς αυτή που είναι η κιβωτός της σωτηρίας και ταμείον των χαρισμάτων του Αγίου Πνεύματος.

Υπεραγία Θεοτόκε, βοήθει μοι

Χοϊκή χειρ, μ. Αγιορείτου

Εκδόσεις "Ορθόδοξος Κυψέλη" Θεσσαλονίκη 

Πέμπτη 1 Οκτωβρίου 2020

Ο γέρων Ιουστίνος Πόποβιτς (Μητρ. Αμφιλόχιος Ράντοβιτς – Μητρ. Ειρηναίος Μπούλοβιτς)

 

theologia

O κ. Κλείτος Ιωαννίδης, συγγραφέας του βιβλίου “Γεροντικό του 20ου αιώνος”, συνομιλεί με τον Μητροπ. Μαυροβουνίου Αμφιλόχιο Ράντοβιτς και τον Μητροπ. Μπάτσκας Ειρηναίο Μπούλοβιτς, για τον γέροντα Ιουστίνο Πόποβιτς.

***

Συνομιλητής: Μητροπολίτης Μαυροβουνίου κ. Αμφιλόχιος Ράντοβιτς, Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου του Βελιγραδίου

Κ.Ι.: Θα θέλατε, Σεβασμιώτατε, προτού μας μιλήσετε για το μεγάλο Γέροντα σας, να μας λέγατε λίγα λόγια γενικά για τους Γέροντες;
Α.Ρ.: Ο θεσμός των Γερόντων δεν είναι τυχαίο φαινόμενο μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Θεολογικά στηρίζεται στο μυστήριο της αιωνίου πατρότητος, στο μυστήριο της σχέσεως του Υιού του Μονογενούς, του Χριστού μας, με τον αιώνιο Πατέρα. Και στη συνέχεια στηρίζεται στο μυστήριο της σχέσεως των δασκάλων, των καθοδηγητών στη ζωή κατά πίστιν, όπως είναι λόγου χάριν ο απόστολος Παύλος, ο οποίος έλεγε: «Μιμηταί μου γίνεσθε, καθώς καγώ Χριστού». Αυτή η μίμηση δεν έχει την έννοια της εξωτερικής μιμήσεως, αλλά σημαίνει τη μετάδοση της ίδιας της ζωντανής παραδόσεως ως εμπειρίας. Κι αυτό είναι σημαντικότατο μέσα στη ζωή της Εκκλησίας, διότι σ’ αυτή την εμπειρία στηρίζεται και η ζωή της Εκκλησίας. Οι άνθρωποι, που είναι φορείς αυτής της εμπειρίας, είναι εκείνοι οι οποίοι είναι μάρτυρες του Ευαγγελίου και αυτοί που φωτίζουν τον κόσμο. Ανέκαθεν είχαμε τέτοιους ανθρώπους, ανεξάρτητα από το αν αυτοί ήσαν επίσκοποι, πρεσβύτεροι, διάκονοι ή μοναχοί. Σ’ όλες τις εσοχές είχαμε τέτοια φωτεινά πρόσωπα, που ήσαν στήριγμα της Εκκλησίας και των ψυχών” κι έχουμε και στην εποχή μας. Κι ευτυχώς, διότι η εποχή μας έχει τόσο απομακρυνθεί από την εμπειρία του Θεού, την οποία έχει αντικαταστήσει με την εμπειρία του κόσμου. Γι’ αυτό έχουμε περισσότερη ανάγκη της υπάρξεως στον αιώνα μας τέτοιων προσώπων, που έχουν την εμπειρία του Θεού, ώστε να μπορούν να μας καθοδηγούν. Ένας απ’ αυτούς τους Γέροντες ήταν και ο πατήρ Ιουστίνος Πόποβιτς, ένας σύγχρονος διανοούμενος, ο οποίος σπούδασε και θεολογία και φιλοσοφία. Ήταν ως εκ της φύσεως του φιλόσοφος κι υπήρξε ιδρυτικό μέλος της Φιλοσοφικής Εταιρείας της Σερβίας το 1936 (1). Ο πατήρ Ιουστίνος Πόποβιτς βρίσκεται μέσα σ’ όλη τη μεταπολεμική, θα λέγαμε, περιπέτεια του σερβικού Έθνους και της σερβικής Εκκλησίας. Ήταν πολύ αξιόλογος άνδρας, πραγματικός διανοούμενος, θεολόγος, φιλόσοφος, ποιητής, γνώστης διαφόρων γλωσσών και διαδραμάτισε ένα σημαντικό ρόλο στους κύκλους τους εκκλησιαστικούς και, γενικά, των διανοουμένων. Άφησε δε ένα τεράστιο συγγραφικό έργο. Μερικά από τα βιβλία του είναι μεταφρασμένα και στα ελληνικά. Στράφηκε προς την εμπειρία της Εκκλησίας, την οποία έζησε ο ίδιος και μελέτησε, ως δογματικός πρώτα, ως διανοούμενος. Αλλά κυρίως στράφηκε προς τους αγίους Πατέρες, προς τους βίους των αγίων και προς τη μελέτη της Αγίας Γραφής. Όχι, όμως, με μια ακαδημαϊκή μελέτη, αλλά με μια έμπρακτη, μια βιωματική μελέτη.
Κ.Ι.: Σεις γνωρίσατε τον πατέρα Ιουστίνο Πόποβιτς. Κι είναι εξαιρετική χαρά για μας, Σεβασμιώτατε, που είχατε την καλωσύνη να μας μιλήσετε για την οσιακή αυτή μορφή, που παράλληλα υπήρξε και ένας επιφανής Ορθόδοξος θεολόγος (2).
Α.Ρ.: Τον γνώρισα όταν ήταν αποκλεισμένος στο μοναστήρι, μεταπολεμικά, που τον είχαν εκδιώξει από το Πανεπιστήμιο του Βελιγραδίου. Είχε έρθει στην κηδεία μιας γνωστής κυρίας στο Βελιγράδι και τότε τον είδα για πρώτη φορά. Ήσαν και επίσκοποι εκεί, αλλά στο πρόσωπο του πατρός Ιουστίνου Πόποβιτς, στην εξαϋλωμένη εκείνη μορφή του, έβλεπες ένα ιερέα, ένα λευίτη του Θεού, που ξεχώριζε απ’ όλους τους άλλους, όχι μόνο με τη μορφή του, αλλά και με τη δύναμη του λόγου του και με την αφοσίωσή του προς το Θεό, η οποία έβγαινε από μέσα του. Στο μοναστήρι του πήγα, όταν έγινε η κουρά σε μοναχό του νυν Μητροπολίτη Ερζεγοβίνης κ. Αθανασίου Γιέβτιτς το 1959 συνάντησα τον πατέρα Ιουστίνο Πόποβιτς και από τότε συνδεθήκαμε μέχρι την τελευταία του πνοή.
Κ.Ι.: Τον γνωρίζατε, δηλαδή, είκοσι ολόκληρα χρόνια, εφόσον ο πατήρ Πόποβιτς εκοιμήθη το 1979.
Α.Ρ.: Βέβαια, εγώ έλειψα δώδεκα χρόνια από τη Σερβία, όταν πήγα στην Ελλάδα για τις μεταπτυχιακές σπουδές μου. Αλλά και τότε είχαμε γραπτή επικοινωνία. Είναι πολλά, πάρα πολλά, αυτά που θυμάμαι από τον πατέρα Ιουστίνο και δεν μπορεί να τ’ αναφέρει κανείς σε μια συνομιλία. Ας πούμε, λοιπόν, κάποια απ’ αυτά. Μια φορά μιλούσαμε με το Γέροντα -ήταν και ο τότε ιερομόναχος και τώρα Μητροπολίτης κ. Αθανάσιος Γιέβτιτς– για τα προβλήματα της εποχής μας και μας είπε: -Βλέπετε κι εγώ, αν δεν είχα αυτή την ευλογία του Θεού να πιαστώ από τον Κύριο, θα είχα μείνει κάποιος φιλόσοφος τύπου Νίτσε, απελπισμένος μέσα σ’ αυτό το άπειρο και άγνωστο Σύμπαν. Αυτό έδειχνε τη βαθύτατη αφοσίωση του και την αγάπη του προς το πρόσωπο του Κυρίου. Και λέγοντας αυτά τα λόγια, τα μάτια του έγιναν δύο πηγές, δύο ποταμοί δακρύων.
Κ.Ι.: Είχε τα κατανυκτικά δάκρυα.
Α.Ρ.: Βέβαια. Τον έβλεπες, ας πούμε, στην Ακολουθία, αφοσιωμένο ολόκληρο στη λατρεία και πολλές φορές έκλαιε σ’ όλη τη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας, από την αρχή μέχρι το τέλος της. Αυτό το παρατηρούσε, βέβαια, μόνο όποιος βρισκόταν μέσα στο Ιερό, διότι τα έλεγε σιγανά και κατάπινε τα δάκρυα του. Τα κατανυκτικά δάκρυα ήταν ένα από τα σημαντικά χαρακτηριστικά, που είχε ο Γέροντας. Οι τελευταίες του στιγμές φανέρωσαν ακόμη περισσότερο τον άνδρα, διότι, όταν ένας άνθρωπος βρίσκεται στα τελευταία του, συνοψίζεται πλέον ο βίος του, οπότε χάνει και τις δυνάμεις του ο έξω άνθρωπος, διαλύεται και τότε δείχνει αν πράγματι έχει μέσα του το στήριγμα στο αιώνιο, στο Θεό. Όταν, λοιπόν, μας ειδοποίησαν ότι ο πατήρ Ιουστίνος έπνεε τα λοίσθια, πήγαμε και τον βρήκαμε να ψυχορραγεί, με τους γιατρούς και τις αδελφές και κάποια άλλα πρόσωπα γύρω του. Όπως ήταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι, έβλεπα το πρόσωπο του, που ήταν φωτεινότατο και τα μάτια του, που έλαμπαν από τη χαρά και τη χάρη. Τέτοια χαρά στη ζωή μου δεν έχω ξαναδεί. Έβλεπες ένα άνθρωπο ογδόντα πέντε ετών, που είχε μέσα του την ανανέωση και την αιώνια νεότητα. Ήταν πάντα όπως ένα παιδάκι. Ένας συγγραφέας, ο πασίγνωστος ποιητής μας Ματία Μπέτσκοβιτς, όταν είδε τον πατέρα Ιουστίνο για πρώτη φορά -ήταν ήδη προς το τέλος του γήινου βίου του- είπε ότι περίμενε πως θα συναντούσε κανένα γεροντάκι, ενώ είδε τον πατέρα Ιουστίνο ζωντανότατο, σαν φωτιά. Του άρεσε να φιλοξενήσει, να συνοδεύσει το φιλοξενούμενο μέχρις έξω από το μοναστήρι, με πολλή αγάπη, ν’ ακούσει το λόγο του άλλου, σαν μικρό παιδάκι. Κάποια φορά, όταν είχα επιστρέψει στη Σερβία από την Ελλάδα και του έλεγα διάφορα πράγματα για το Άγιον Όρος, έκλαιε. Ξαφνιασμένος τον ρώτησα γιατί έκλαιε και τον ακούω να λέει: -Αχ Ιουστίνε, πώς πέρασες ταλαίπωρα αυτή τη ζωή. Αυτοί είναι οι πραγματικοί μοναχοί, αυτοί που ζουν στο Αγιον Όρος. Και μετά γύρισε και με ρώτησε: -Τι λές, πάτερ Αμφιλόχιε; Υπάρχει για μένα σωτηρία; Να ξέρεις, έχω μία ελπίδα. Δι’ ευχών των αγίων αυτών ανθρώπων, των Αγιορειτών, να ελεήσει κι εμένα ο Θεός. Περίμενε από εμένα λόγο σωτηρίας. Τέτοιο ήταν το μέγεθος της ταπείνωσης του.
Κ.Ι.: «Θεός υπερηφάνοις αντιτάσσεται, ταπεινοίς δε δίδωσι χάριν».
Α.Ρ.: Αυτό ακριβώς. Και ξέρετε, κύριε Ιωαννίδη, αυτό, που μου έκανε εντύπωση από τη γνωριμία μου με τέτοιους ανθρώπους, είναι ότι μοιάζουν μεταξύ τους. Είναι σαν να τους γέννησε η ίδια μάνα’ αυτό το βλέπεις και στη μορφή τους και στη συμπεριφορά τους και στα λόγια τους.
Κ.Ι.: Αυτή είναι η άνωθεν γέννα.
Α.Ρ.: Είναι, ακριβώς, αυτό το πράγμα. Ο πατήρ Ιουστίνος Πόποβιτς αγαπούσε πολύ τα παιδιά και τα λουλούδια. Έλεγε μάλιστα ότι ενώπιον του Θεού θα μας δικαιώσουν τα παιδιά και τα λουλούδια.
Κ.Ι.: Πάρα πολύ ωραίο είναι αυτό.
Α.Ρ.: Σ’ ένα Σέρβο συγγραφέα και δημοσιογράφο, που ζει στο Παρίσι και ο οποίος είχε πάει να τον δει, είπε δείχνοντας του τα λουλούδια που είχε φυτέψει: -Αδελφέ Κομνηνέ, πάρε στα μάτια σου λίγη απ’ αυτήν την καλλονή, διότι θα την έχεις ανάγκη εκεί στο Παρίσι. Εντυπωσιάστηκε απ’ αυτό ο συγγραφέας, διότι, όπως έλεγε μετά, περίμενε να βρει ένα μοναχό κλεισμένο στα τείχη του και στη νοοτροπία του, ενώ, αντίθετα, βρήκε έναν άνθρωπο με τέτοια ευαισθησία για το μυστήριο της φύσης (3).
Κ.Ι.: Την ίδια ευαισθησία για τη φύση είχε και ο Γέρων Πορφύριος. Κι έπαιρνε από τη φύση πολλά παραδείγματα, τα οποία χρησιμοποιούσε στο ποιμαντικό του έργο. Ένα πνευματικό του τέκνο θυμάται μια φορά, που ο Γέρων Πορφύριος έδειξε ένα λουλουδάκι και είπε: «Το λουλουδάκι αυτό με το άρωμά του δοξάζει τον Κύριο».
Α.Ρ.: Αν σήμερα πολλοί από τους νέους στη Σερβία στράφηκαν στην Εκκλησία, αυτό οφείλεται στην παρουσία του πατρός Ιουστίνου Πόποβιτς και πάρα πολλοί νέοι εξακολουθούν να πηγαίνουν στον τάφο του μέχρι σήμερα. Η παρουσία του υπήρξε πάρα πολύ σημαντική και οπωσδήποτε στο μέλλον θα δώσει μεγαλύτερους ακόμη καρπούς.
***

Συνομιλητής: Μητροπολίτης Μπάτσκας κ. Ειρηναίος Μπούλοβιτς, Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου του Βελιγραδίου

Κ.Ι.: Για το μεγάλο άνδρα της σερβικής Εκκλησίας και διανόησης, τον πατέρα Ιουστίνο Πόποβιτς, έχουμε την αγαθή τύχη να μας δώσει τις δικές του αναμνήσεις, εμπειρίες και μαρτυρίες ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Μπάτσκας κ. Ειρηναίος Μπούλοβιτς.

Ειρ.Μπ.: Ήμουν μαθητής στο γυμνάσιο της ιδιαίτερης μου πατρίδος, όταν ακόμη τα πράγματα ήσαν αρκετά δύσκολα για την Εκκλησία της Σερβίας, παρόλο που ευτυχώς είχε παρέλθει η εποχή των απηνών διωγμών. Ωστόσο το κομμουνιστικό πνεύμα ήταν ακόμη αρκετά ισχυρό και ανηλεές. Τότε τα παιδιά, που ενδιαφέρονταν για την πνευματική ζωή, ήταν σχετικά ολιγάριθμα και οι εκδόσεις αξιόλογων βιβλίων σπάνιζαν. Θυμούμαι, λοιπόν, με πόση αγαλλίαση ψυχής είχα πάρει στα χέρια μου το πρώτο βιβλίο του πατρός Ιουστίνου Πόποβιτς. Το βιβλίο εκείνο είχε εκδοθεί στο εξωτερικό, εφόσον μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ο πατήρ Ιουστίνος δεν μπορούσε πλέον να δημοσιεύσει τίποτε στη χώρα μας, διότι εθεωρείτο πρόσωπο ανεπιθύμητο για τις αρχές και για το κράτος.

Κ.Ι.: Λόγω του κομμουνισμού, δεν είναι;

Ειρ.Μπ.: Μάλιστα. Παρόλο, που ο Γέροντας ποτέ δεν είχε οποιαδήποτε ανάμιξη στην πολιτική ζωή του τόπου, είχε γράψει, και ως νέος θεολόγος ακόμη, όλα εκείνα τα γνωστά έργα του περί αθεϊσμού και περί ευρωπαϊκού Ανθρωπισμού, Ουμανισμού (4), του οποίου ακραία συνέπεια είναι ο κομμουνισμός. Έτσι οι κρατούντες θεωρούσαν τον πατέρα Ιουστίνο επικίνδυνο για την ιδεολογική τους επέκταση. Το βιβλίο, λοιπόν, εκείνο, που είχε περιέλθει στα χέρια μου, είχε τυπωθεί στο Μόναχο της Γερμανίας και περιείχε διάφορα μελετήματα και άρθρα του Γέροντος, γραμμένα με πολύ γλαφυρό ύφος΄ ο πατήρ Ιουστίνος ήταν ένας απαράμιλλος χειριστής της σερβικής γλώσσας. Εντυπωσιάσθηκα πολύ από εκείνο το βιβλίο. Όταν τέλειωσα το γυμνάσιο και πήγα στο Βελιγράδι, για να σπουδάσω θεολογία, ήρθε ως συμφοιτητής μας ένας ιερομόναχος, ο πατήρ Ιωάννης, ο οποίος γνώριζε το Γέροντα και πήγαινε κατά καιρούς στο μοναστήρι, όπου ο πατήρ Ιουστίνος ζούσε απομονωμένος. Ο πατήρ Ιωάννης προθυμοποιήθηκε να πάρει κι εμένα μαζί του να γνωρίσω τον πατέρα Ιουστίνο Πόποβιτς. Πράγματι γοητεύθηκα πάρα πολύ από το πρόσωπο του Γέροντος, ο οποίος ήταν ακόμη πιο εντυπωσιακός απ’ ό,τι φαινόταν στα κείμενά του. Όταν τελούσε τη Θεία Λειτουργία, όταν μιλούσε για το Χριστό μας ή για οποιοδήποτε θέμα της πίστεώς μας, τόσο πολύ συγκλονιζόταν ο ίδιος, ολόκληρο το είναι του, που θα μπορούσαμε άνετα να πούμε ότι ήταν πνευματικό ηφαίστειο. Ήταν γεμάτος ζωή και κίνηση. Να σκεφθείτε ότι μέχρι το τέλος σχεδόν της ζωής του -εκοιμήθη σε ηλικία ογδόντα πέντε ετών- δεν βάδιζε, αλλά έτρεχε. Με τόσο ζωντανό και γοργό βηματισμό προχωρούσε. Τα είχα χάσει όταν για πρώτη φορά -ήταν Μεγάλη Σαρακοστή- τον είδα πώς έκανε μετάνοιες στις Ακολουθίες. Και σκεφτόμουν: «Ελατήριο έχει αυτός ο παππούλης»; Το ηφαιστειώδες της ομιλίας του ήταν πάντοτε συνδυασμένο με μια άκρα ταπείνωση κι αγάπη. Ήταν ένας συνδυασμός, που μπορεί να φαίνεται περίεργος κι απίθανος, πλην όμως ήταν πραγματικότητα στο πρόσωπο του Γέροντος Ιουστίνου. Με το Γέροντα Ιουστίνο Πόποβιτς, ο οποίος είχε μια πολύ μεγάλη ακτινοβολία, είχε συμβεί το εξής καταπληκτικό κι εντυπωσιακό. Εξ απαλών ονύχων, από τότε που χάραξε τις πρώτες γραμμές του, που θα έβλεπαν το φως της δημοσιότητος, μέχρι το Μάρτιο του 1979, που έγραψε τις τελευταίες του γραμμές -από τις χιλιάδες σελίδες, που είχε γράψει σ’ όλη του τη ζωή- είχε την ίδια ανιούσα γραμμή΄ απλώς ενεβάθυνε εκείνο, το οποίο είχε αισθανθεί εκ νεότητος. Ήταν δε πάντοτε ριζωμένος στην Ορθόδοξη παράδοση, την οποία μαρτυρούσε μ’ όλη του τη δύναμη. Βεβαίως ήταν πολύ βαθύς γνώστης του προβληματισμού και του στοχασμού του δυτικού ανθρώπου. Όμως, στα ημερολόγιά του και τα κείμενά του, που έγραψε όταν ακόμη δεν ήταν ούτε δεκαοκτώ ετών και τα οποία έχουν διασωθεί, διακρίνει κανείς τον ίδιο μεγάλο δογματικό θεολόγο των μετέπειτα δεκαετιών, με τη διαφορά, φυσικά, του ύφους, της ηλικίας και των εκφραστικών δυνατοτήτων.

Κ.Ι.: Είναι γεγονός, Σεβασμιώτατε, ότι προέτρεπε για περαιτέρω θεολογικές σπουδές στην Ελλάδα;

Ειρ.Μπ.: Σ’ όλα τα πνευματικά του τέκνα, μεταξύ των οποίων ήμουν κι εγώ, έλεγε: «Χωρίς την ελληνική γλώσσα, δεν μπορείτε να γνωρίσετε την πατερική γραμματεία. Χωρίς δε τους Πατέρες της Εκκλησίας μας δεν υπάρχει ούτε ερμηνεία των Γραφών ούτε θεολογία. Ο,τιδήποτε γράφεται σήμερα, εφόσον δεν στηρίζεται στους Πατέρες, δεν έχει σχέση με τη βιωματική Ορθόδοξη θεολογία. Γι’ αυτό να πάτε στην Ελλάδα, όπου, ακόμη και σήμερα, συνεχίζεται αδιάκοπη, ζωντανή, η παράδοση της Εκκλησίας μας. Εκεί υπάρχουν κέντρα και φυτώρια πνευματικά, υπάρχει το Άγιον Όρος. Εκεί η θεολογία δεν είναι κάτι το αφηρημένο, αλλά είναι ζωή και πράξη». Πράγματι, με την ευχή του, πήγαμε όλοι στην Ελλάδα. Κι αυτό το γεγονός σημάδεψε όλη τη ζωή μας και την υπόστασή μας. Προσωπικά μπορώ να πω ότι, χάρη σ’ εκείνη την προτροπή του Γέροντος, έχω αποκτήσει μια, ας την πούμε έτσι, αυτοσυνειδησία διγενούς. Δεν μπορώ να πω ότι είμαι μόνο Σέρβος’ άλλο τόσο είμαι και Έλληνας.

Κ.Ι.: Έχετε πει, άλλωστε, το γνωστό: «Γεννήθηκα Σέρβος και θα πεθάνω Έλληνας».

Ειρ.Μπ.: Αυτό είναι, πράγματι, που με εκφράζει.

Κ.Ι.: Συγκινούμαι, τόσο πολύ, Σεβασμιώτατε, κάθε φορά, που σκέφτομαι αυτά τα λόγια σας.

Ειρ.Μπ.: Ο Γέρων Ιουστίνος είχε αυτή την αίσθηση κι ήθελε να τη μεταλαμπαδεύσει και σ’ εμάς. Και πράγματι. Ας πω κι αυτό, που είναι καταπληκτικό. Η θεολογική του σκέψη καρποφόρησε περισσότερο στον ελληνόφωνο Ορθόδοξο κόσμο παρά στη Σερβία, στο σλαβόφωνο κόσμο.

Κ.Ι.: Λόγω του κομμουνισμού, προφανώς.

Ειρ.Μπ.: Και γι’ αυτό το λόγο, αλλά και γιατί εκεί έχουμε έλλειψη προσλαμβανουσών παραστάσεων. Ελάχιστοι άνθρωποι είναι σε θέση να παρακολουθήσουν τα νοήματα και τα νάματα στα ύψη, που τα είχε καλλιεργήσει ο Γέρων Ιουστίνος με τα συγγράμματά του. Τόσο στην Ελλάδα, όσο και στην Κύπρο συνάντησα ανθρώπους, από γυμνασιόπαιδες μέχρι ακαδημαϊκούς, που έχουν διαβάσει βιβλία του πατρός Ιουστίνου, πράγμα που δεν συμβαίνει σε τέτοιο βαθμό στη Σερβία.

Κ.Ι.: Ποιο λόγο ωφέλιμο του πατρός Ιουστίνου θα θέλατε να μας πείτε, Σεβασμιώτατε;

Ειρ.Μπ.: Ένα από τα πολλά, που με είχαν εντυπωσιάσει, ήταν ότι, ενώ ήταν αυστηρός στις θεολογικές αποφάνσεις του -συνιστούσε πάντοτε το κλασικό, χωρίς ουδεμία περιστροφή διατυπωμένο- μας έλεγε και το επεσφράγιζε με το δικό του παράδειγμα ότι τον κάθε συγκεκριμένο άνθρωπο πρέπει να τον πλησιάζουμε «πάνω σε πόδια περιστεράς», δηλαδή βαδίζοντας όπως ένα περιστέρι. Μας υπεδείκνυε έτσι ν’ αντιμετωπίζουμε με πολλή προσοχή τον άλλο άνθρωπο. Να φροντίζουμε να μη πληγώσουμε, να μη ταπεινώσουμε, να μη περιφρονήσουμε το συνάνθρωπο μας, όποιος κι αν είναι αυτός. Αυτό μου θυμίζει τα λόγια του αγίου Νεκταρίου, του μεγάλου αγίου του αιώνα μας και θαυματουργού, ότι η εμμονή μας στην Ορθοδοξία, που είναι ευλογημένη κι απαραίτητη και οι αγώνες μας εναντίον των αιρέσεων δεν μας απαλλάσσουν από το χρέος της αγάπης μας προς όλους, ακόμη και προς τους πεπλανημένους και τους αιρετικούς.

Κ.Ι.: Οι Πατέρες της Εκκλησίας μας έχουν παραδώσει ότι η ζωή του μοναχού είναι καύσις καρδίας, ακόμη και υπέρ των δαιμόνων.

Ειρ.Μπ.: Όλοι οι Πατέρες, όλοι οι Γέροντες και στην κυριολεξία φωτιστές μας, έχουν την ίδια, ακριβώς, εμπειρία και μας δίνουν την ίδια μαρτυρία, με την προσωπική σφραγίδα του καθενός στον τρόπο εκφράσεως αυτού του βιώματος κι αυτής της εμπειρίας. Η πεμπτουσία, όμως, είναι η αυτή.

Κ.Ι.: Για την αγιότητα του Γέροντος Ιουστίνου τι θα είχατε να μας πείτε;

Ειρ.Μπ.: Η αγιότης του είναι πανθομολογούμενη στη Σερβία, τόσο ανάμεσα στο πλήρωμα της Εκκλησίας, όσο και στην ιεραρχία της. Δεν υπάρχει ούτε ένας, που ν’ αμφιβάλλει για την αρετή και την αγιότητα του. Πολλοί είναι εκείνοι, όχι μόνο από τη Σερβία, αλλά και από την Ελλάδα, που έχουν θαυμαστές εμπειρίες από το Γέροντα Ιουστίνο, ακόμη και θεραπείες και άλλου είδους χαρισματική βοήθεια.

Κ.Ι.: Τι θα λέγατε για την επίσημη ανακήρυξή του ως αγίου από την Εκκλησία;

Ειρ.Μπ.: Η ανακήρυξη και η τιμή των αγίων στην Ορθοδοξία είναι, όπως γνωρίζετε, ένα χαρισματικό γεγονός, το οποίο με αυθορμητισμό αναπηδά και αναβλύζει από το βίωμα του λαού του Θεού. Η επίσημη ανακήρυξη έρχεται απλώς ως μια πανηγυρική διαπίστωση μιας ήδη υπάρχουσας συνειδήσεως, της καθολικής συνειδήσεως, του καθολικού αισθήματος της Εκκλησίας. Αυτό το αίσθημα υπάρχει. Είναι λίγα, όμως, τα χρόνια που πέρασαν από την κοίμησή του, ώστε ίσως να είναι κάπως ενωρίς για την επίσημη πράξη της Εκκλησίας, η οποία ωστόσο δεν πιστεύω ότι θ’ αργήσει να γίνει. Ως κατακλείδα θα έλεγα ότι στο πρόσωπο του πατρός Ιουστίνου Πόποβιτς συνδυάζονται ο άριστος δογματικός θεολόγος και ο συγγραφέας βίων των αγίων έχει γράψει και Συναξαριστές. Αυτή η σύνδεση του Θυσιαστηρίου και της ακαδημαϊκής έδρας, αυτή η σύνδεση της θεολογίας ως βιώματος και ως εκφράσεως αυτού του βιώματος -το δόγμα και η εμπειρία δεν είναι δύο χωριστά πράγματα, αλλά είναι το ίδιο πράγμα, διότι το δόγμα εκφράζει την πνευματική εμπειρία και η πνευματική εμπειρία διατυπώνεται ως δόγμα της Εκκλησίας- είναι ένα πολύ μεγάλο μήνυμα του πατρός Ιουστίνου στις μέρες μας.

Σημειώσεις:

(1) Ο αρχιμανδρίτης Ιουστίνος Πόποβιτς, έγραψε το 1968 ο αείμνηστος Καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών Ιωάννης Ν. Καρμίρης, προλογίζοντας το βιβλίο του πατρός Ιουστίνου Άνθρωπος και Θεάνθρωπος, το οποίο κυκλοφόρησε και στα ελληνικά, σε επανειλημμένες εκδόσεις, από τον εκδοτικό οίκο «Αστήρ», μεταφρασμένο από το Μητροπολίτη Ερζεγοβίνης, Καθηγητή της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου του Βελιγραδίου, κ. Αθανάσιο Γιέβτιτς, «εγεννήθη τω 1894, σπουδάσας δε την Θεολογίαν εν Σερβία, Ρωσσία και Αγγλία, ανεκηρύχθη εν έτει 1926 διδάκτωρ της Θεολογίας υπό της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, εις ην υπέβαλεν εναίσιμον διατριβήν υπό τον τίτλον Το πρόβλημα της προσωπικότητος και της γνώσεως κατά τον Άγιον Μακάριον τον Αιγύπτιον. Εν έτει 1935 εξελέγη υφηγητής και βραδύτερον Καθηγητής της Δογματικής εν τη Θεολογική Σχολή του Βελιγραδίου. Αλλ’ εν έτει 1945, επικρατήσαντος του κομμουνιστικού καθεστώτος εν Γιουγκοσλαβία, υπεχρεώθη να εγκαταλείψη το Πανεπιστήμιον και να αποσυρθή εν Μονή, ως πνευματικός, συνεχίζων εκεί, υπό συνθήκας λίαν δυσχερείς, το πνευματικόν και συγγραφικόν έργον του. Αποτελεί όμως και μέχρι σήμερον την κεκρυμμένην συνείδησιν της Σερβικής Εκκλησίας, αλλά και της μαρτυρικής Ορθοδοξίας εν γένει». Και σε άλλο σημείο του ιδίου προλόγου: «Όθεν και ταυτίζει ούτος τον Θεάνθρωπον Χριστόν με το θεανθρώπινον σώμα Του, την Εκκλησίαν και συγκεκριμένως την Ορθόδοξον Εκκλησίαν, και διά τούτο ως βασικήν τραγωδίαν του συγχρόνου ανθρώπου θεωρεί την αποεκκλησιαστικοποίησιν αυτού, δηλαδή την αλλοτρίωσιν (Εφ. 4, 18) και απομάκρυνσιν αυτού από του Θεανθρώπου Χριστού και από της πλήρους εν χάριτι ζωής εν τω σώματι Αυτού. Τονίζει δε ότι ο μεν Θεάνθρωπος Χριστός είναι το Α και το Ω του ανθρώπου, ούτος δε είναι αληθινός άνθρωπος μόνον δια του Θεανθρώπου και εν τω Θεανθρώπω, ούτως ώστε ο αγών διά τον Θεάνθρωπον είναι αγών διά τον άνθρωπον».

(2) Ήδη στην Ορθόδοξη συνείδηση καθιερώθηκε ως «πατήρ και διδάσκαλος της Εκκλησίας» (Καθηγούμενος Γ. Καψάνης), «απλανής διδάσκαλος της καθολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας» (μ. Θεόκλητος Διονυσιάτης), «μεγάλη Πατερική μορφή» (Μητροπολίτης Ύδρας Ιερόθεος), «διαπρεπής θεολόγος της Ορθοδοξίας και άγιος ασκητής» (Μητροπολίτης Φλωρίνης Αυγουστίνος), «υψικάρηνος δρυς της Ορθοδοξίας» (Γαβριήλ Διονυσιάτης), «Άγιος του Θεού θεράποντος» (Μητροπολίτης Αθανάσιος Γιέβτιτς), στη δε συνείδηση του Ορθόδοξου πληρώματος, ιδίως του πιστού λαού της Σερβίας, ως Όσιος και Αγιος της Εκκλησίας του Χριστού.

(3) Ποίημα – προσευχή της ένθεης ψυχής του πατρός Ιουστίνου Πόποβιτς.

(4) Απόσπασμα κειμένου του πατρός Ιουστίνου Πόποβιτς για τον Ουμανισμό: «Ο ευρωπαϊκός πολιτισμός έχει σαν θεμέλιο τον άνθρωπο. Με τον άνθρωπο εξαντλείται το πρόγραμμα και ο σκοπός του ευρωπαϊκού πολιτισμού, το περιεχόμενο και τα μέσα του. Ο ουμανισμός είναι ο κύριος αρχιτέκτων του. Αυτός είναι ο εξ ολοκλήρου οικοδομημένος πάνω στη σοφιστική αρχή: «Πάντων χρημάτων, ορατών τε και αοράτων, μέτρον ανθρωπος»’ και μάλιστα ο Ευρωπαίος άνθρωπος. Αυτός είναι ο ύψιστος δημιουργός και δοτήρ των αξιών. Αλήθεια είναι ό,τι αυτός θα ανακηρύξη σαν αλήθεια’ το νόημα της ζωής είναι εκείνο που αυτός θ’ ανακηρύξη σαν νόημά της’ καλό ή κακό είναι εκείνα που αυτός θ’ ανακηρύξη. Και για να ειπούμε πιο απλά και ειλικρινά: Ο Ευρωπαίος άνθρωπος ανεκήρυξε τον εαυτό του θεό. Δεν είδατε πόσο του αρέσει να συμπεριφέρεται σαν θεός και με την επιστήμη και τεχνική και με τη φιλοσοφία και κουλτούρα και με τη θρησκεία και την πολιτική και με την τέχνη και τη μόδα -να συμπεριφέρεται σαν θεός με κάθε τρόπο, έστω και με την Ιερά Εξέτασι και τον Παπισμό, έστω και με φωτιά και με μαχαίρι, έστω και με τον τρωγλοδυτισμό και την ανθρωποφαγία; Αυτός εδήλωσε με την γλώσσα της ουμανιστικής θετικιστικής επιστήμης του, ότι ο Θεός δεν υπάρχει. Και απ’ αυτήν την λογική καθοδηγούμενος έβγαλε θαρραλέα το συμπέρασμα: -Αφού Θεός δεν υπάρχει, τότε εγώ είμαι ο θεός! Το προσφιλέστερο πράγμα στον Ευρωπαίο άνθρωπο είναι ακριβώς το να παριστάνη τον θεό, παρ’ ότι μέσα στο σύμπαν είναι σαν ποντικός μέσα στη φάκα. Για να δείξη και αποδείξη την «θεότητά του», διεκήρυξε ότι όλοι οι κόσμοι από πάνω μας είναι άδειοι, χωρίς Θεό και χωρίς ζωντανά όντα. Θέλει αυτό με κάθε θυσία να κυριάρχηση στην φύση, να την υποτάξη στον εαυτό του. Γι’ αυτό έχει οργανώσει μια συστηματική εκστρατεία εναντίον της φύσεως, στην οποία εκστρατεία έχει συζεύξει την φιλοσοφία και την επιστήμη του, την θρησκεία και την ηθική του, την πολιτική και την τεχνική του. Και έχει βέβαια κατορθώσει να λειάνη μερικά κομμάτια στον φλοιό της ύλης, αλλά δεν έχει μεταμορφώσει την ύλη. Πολεμώντας με αυτήν ο άνθρωπος δεν κατόρθωσε να την ανθρωποποιήση. Αντίθετα αυτή πέτυχε να στενέψη τον άνθρωπο και να τον κάνη μόνο επιφάνεια, δηλαδή μόνο ύλη. Αυτός πάλι, περικυκλωμένος από αυτήν, συνειδητοποιεί τον εαυτό του σαν ύλη και μόνο σαν ύλη. Είναι φανερό ότι ο Ευρωπαίος άνθρωπος δεν είναι θεός, αλλά δούλος των πραγμάτων. Αυτός που θέλει να λέγεται θεός, προσκυνάει δουλικά τα πράγματα, τα είδωλα, που μόνος του εδημιούργησε. Στην εκστρατεία του εναντίον κάθε υπερφυσικού αντικατέστησε με τα προϊόντα του πολιτισμού του κάθε υπερυλικό πόθο: τον ουρανό, την ψυχή, την αθανασία, την αιωνιότητα, τον ζωντανό και αληθινό θεό. Και τον πολιτισμό ανεκήρυξε θεό. Διότι ο άνθρωπος δεν μπορεί πάνω στον πλανήτη αυτό, που βυθίζεται στο σκότος, να ανθέξη χωρίς Θεό, έστω και ψεύτικον. Αυτή είναι η μοιραία ειρωνεία του ανθρώπου. Δεν έχετε παρατηρήσει ότι ο Ευρωπαίος άνθρωπος με την πολιτική του μανία μετέβαλε την Ευρώπη σε ένα εργοστάσιο ειδώλων; Σχεδόν όλα τα προϊόντα του πολιτισμού έχουν γίνει είδωλα. Γι’ αυτό η εποχή μας είναι πρώτα πρώτα εποχή της ειδωλολατρίας. Καμμιά ήπειρος δεν είναι τόσο πολύ πλημμυρισμένη από είδωλα, όπως η σημερινή Ευρώπη. Πουθενά δεν προσκυνούνται τόσο δουλικά τα πράγματα και πουθενά ο άνθρωπος δεν ζη και δεν εργάζεται τόσο για τα πράγματα, όσο στην Ευρώπη. Πρόκειται στην πραγματικότητα για μια ειδωλολατρία της χειρότερης μορφής, επειδή η προσκύνησι αναφέρεται στο χώμα. Πέστε μου, δεν προσκυνάει ο άνθρωπος το κόκκινο χώμα, όταν εγωιστικά αγαπάει το γήινο χοϊκό σώμα του και επίμονα ισχυρίζεται: είμαι σαρξ και μόνο σαρξ; Πέστε μου, δεν προσκυνάει ο Ευρωπαίος άνθρωπος το κόκκινο χώμα, όταν ανακηρύττει σαν ιδεώδες του τον ταξικό αγώνα ή το έθνος ή την ανθρωπότητα; Η Ευρώπη λοιπόν δεν υποφέρει από τον αθεϊσμό, αλλά από τον πολυθεϊσμό. Δεν υποφέρει από την έλλειψι θεών, αλλά από την πληθώρα θεών. Αφού έχασε τον αληθινό Θεό, θέλησε να χόρταση την πείνα του Θεού με τη δημιουργία ψευτοθεών και ειδώλων. Εδημιούργησε είδωλα από την επιστήμη και τις θεωρίες της, από την τεχνική και τις εφευρέσεις της, από την θρησκεία και τους αντιπροσώπους της, από την πολιτική και τα κόμματά της, από την μόδα και τα μανεκέν της. Και στο κέντρο όλων αυτών των ειδώλων και στον οικουμενικό θρόνο του εγωισμού ετοποθέτησε και εγκαθίδρυσε τον Ευρωπαίο άνθρωπο, τον Δαλάϊ-Λάμα της Ευρώπης».

(Από το βιβλίο «Γεροντικό του 20ου Αιώνος», Ιωαννίδης Κλείτος, Εκδ. Νεκτ. Παναγόπουλος)

Μητροπολίτης της Σερβικής Εκκλησίας: στο Μαυροβούνιο ζούμε τη δεύτερη γέννηση του λαού

 

Στις 27 Ιανουαρίου 2020 κατά τη λιτανευτική πομπή με συμμετοχή πολλών χιλιάδων πιστών στην Μπούντβα (Μαυροβούνιο) ο οικείος ποιμενάρχης της Ιεράς Μητροπολίτης Μαυροβουνίου και Παραθαλασσίας της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Σερβίας Μητροπολίτης Αμφιλόχιος Ράντοβιτς δήλωσε ότι ο λαός του Μαυροβουνίου αυτή τη στιγμή ζει τη δεύτερη γέννησή του, έγραψε σχετικά στο Telegram λογαριασμό του ο Επίσκοπος Μπαρυσέφκα Βίκτωρ.

Ο επικεφαλής της αντιπροσωπείας της Ουκρανικής Ορθοδόξου Εκκλησίας παρά τους Ευρωπαϊκούς οργανισμούς κατέθεσε τις σκέψεις του: «Μετά τη λήξη της πανηγυρικής Θείας Λειτουργίας με αφορμή την ημέρα μνήμης του Αγίου Σάββα Σερβίας, εξερχόμενος μαζί με τον Άγιο Μαυροβουνίου και Παραθαλασσίας Αμφιλόχιο καθ’ οδόν του παρατηρώ: “Σεβασμιώτατε, μεγαλοπρεπές γεγονός ζήσατε σήμερα”. Και ο Μητροπολίτης μου απαντά: «Πρόκειται για θαύμα του Θεού. Είναι μια δεύτερη γέννηση του λαού στο Μαυροβούνιο».

Όπως ομολόγησε ο ίδιος, ο Επίσκοπος της Ουκρανικής Ορθοδόξου Εκκλησίας συγκλονίσθηκε από το γεγονός ότι η πλειοψηφία των μετασχόντων της λιτανευτικής πομπής υπέρ της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Σερβίας στο Μαυροβούνιο ήταν νέοι άνθρωποι, «οι οποίοι που και που βροντοφώναζαν: ‘ΔΕΝ ΘΑ ΔΩΣΟΥΜΕ ΤΑ ΙΕΡΑ’».

«Δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς ότι με αυτά τα λόγια ο λαός διαμαρτύρεται κατά της υφαρπαγής από την Πολιτεία των ιερών και των οσίων τους», διευκρίνισε ο Ιεράρχης και πρόσθεσε, στην αρχή είχα την εντύπωση ότι ήταν λίγοι οι οποίοι εξήλθαν του ναού για να συμμετάσχουν στην πομπή, αλλά, όπως αποδείχθηκε αργότερα, κατά μήκος της διαδρομής εκατέρωθεν ευρίσκονταν άνδρες και γυναικόπαιδα που, όσο προχωρούσε η πορεία, εξέβαλλον σ’εκείνο το «ανθρώπινο ρυάκι» για να μετατραπούν πολύ σύντομα σε “ολόκληρο ποτάμι”. Το πρωί της επομένης πληροφορηθήκαμε ότι ήταν λαοθάλασσα, διότι σύμφωνα με τα ΜΜΕ για στην πορεία συμμετείχαν περίπου 60-70% κατοίκων της Μπούντβα».

Ο Θεοφιλέστατος κ. Βίκτωρ σημείωσε ότι αγνοεί με ποια λόγια περιγράφηκαν οι λιτανευτικές πομπές στην Ουκρανία από εκπροσώπους των λοιπών κατά τόπους Εκκλησιών, ενώ ο ίδιος με ασφάλεια μπορεί να πει ότι στην καρδιά του λαού του Μαυροβουνίου υπάρχει ζωντανή η πίστη.

«Βλέποντας ένα ήσυχο και φιλειρηνικό γέροντα μητροπολίτη, τον οποίο ακολουθούσε το ποίμνιό του πολλών χιλιάδων, μου’ρθε μια σκέψη ότι τώρα με καθαρή συνείδηση μπορεί να απολογηθεί στον Αληθινό μας Ποιμενάρχη: “ Ἰδοὺ ἐγὼ καὶ τὰ παιδία, ἅ μοι ἔδωκεν ὁ Θεός” (Ησ. 8. 18)».

Μετάφραση του Βασιλείου Μεταφράστωφ

raskolam.net

Μητροπολίτης Αμφιλόχιος: «Στη φυλακή θα ξεκουραστώ»


«Αν με στείλουν στη φυλακή, θα έχω ευκαιρία να ξεκουραστώ καλά!» σχολίασε ήρεμα ο σεβασμιότατος Μητροπολίτης Μαυροβούνιου και Παραθαλασσιάς στην προαναγγελία της εισαγγελέως για άσκηση ποινικής δίωξης εναντίον του ακόμη και για πράξεις σε βαθμό κακουργήματος, με αφορμή την «ομιλία μίσους», όπως τη χαρακτήρισε.

Ο Μητροπολίτης παρομοίωσε την επίμονη εναντίωση του μουσουλμάνου βουλευτή Μεχμέτ Μπάρδχι, να παραμείνει η εκκλησία της Αγίας Τριάδος στην κορυφή του βουνού Ρούμιγια κοντά στην πόλη Μπαρ, με τον πόλεμο των Τούρκων έναντι των ορθοδόξων εκκλησιών.

Σύμφωνα με δηλώσεις των νομικών Στάνκο Μάριτς και Μπλάγκοτα Μίτριτς, αναμένεται η παραπομπή του Μητροπολίτη σε δίκη για προσβολή του θρησκευτικού αισθήματος.

«Δεν θα είμαι ούτε ο πρώτος ούτε ο τελευταίος που αδικήθηκε ενώπιον Θεού στο δικαστήριο στο Μαυροβούνιο. Επιτέλους, χρειάζομαι ξεκούραση. Αν με στείλουν στη φυλακή στο Σπουζ, είναι μοναδική ευκαιρία για εμένα να ξεκουραστώ λίγο» απάντησε με μειδίαμα προσθέτοντας, ότι οι δηλώσεις του ποτέ δεν είχαν μίσος» και ότι θα παρουσιαστεί στο δικαστήριο όταν και αν κληθεί.

«Εάν μερικές φορές ο λόγος μου είναι κοφτός, αυτό δε σημαίνει ότι στερείται από αγάπη, αλλά είναι ένας άλλος τρόπος να ξυπνήσει η συνείδηση μέσα στον άνθρωπο και να τον φωτίσει η αγάπη και το έλεος του Θεού. Εάν όμως είναι βαρύς ο λόγος μου, η ευθύνη ανήκει στον Άγιο Πέτρο του Τσέτινιε, του οποίου είμαι ελάχιστος και ταπεινός μαθητής» επισήμανε αναφερόμενος στον άγιο ο οποίος ήταν μία από τις μεγαλύτερες προσωπικότητες της σερβικής εθνικής και θρησκευτικής ιστορίας.

Την Παραμονή Χριστουγέννων αναθεμάτισε όσους τολμήσουν να γκρεμίσουν την εκκλησία στο βουνό Ρούμιγια: «Όποιος γκρεμίσει την εκκλησία στη Ρούμιγια, ο Θεός ας γκρεμίσει και αυτόν και τους απογόνους του, κι ας τον κρίνει ο Τίμιος Σταυρός!»

Ο Αμφιλόχιος σχολιάζοντας τον σκληρό λόγο του μερικές φορές, τόνισε πως έχει εμπνευστεί από τις επιστολές του Αγ. Πέτρου και πως ο λόγος του, αν και σκληρός σε ορισμένες περιπτώσεις, δεν είναι λόγος χωρίς αγάπη.

«Είναι λόγια του Ευαγγελίου, που απευθύνονται στην αντίληψη και στη συνείδηση των ανθρώπων, τους οποίους καλούν σε ό,τι είναι αιώνιο και ουράνιο», υπογράμμισε ο Μητροπολίτης.

Αξίζει να σημειωθεί, ότι η πρόθεση των εισαγγελικών αρχών του Μαυροβουνίου να ασκήσουν δίωξη εναντίον του Μητροπολίτη Αμφιλοχίου για λόγους μισαλλοδοξίας και εθνικής αδιαλλαξίας, προκάλεσε τις έντονες αντιδράσεις των φιλοσερβικών κομμάτων που διαμηνύουν, ότι το κράτος του Μαυροβουνίου θα έπρεπε να συλλαμβάνει και να δικάζει μαφιόζους, και όχι τον Μητροπολίτη Αμφιλόχιο.

Η αναγγελία της επικείμενης δίωξης του Μητροπολίτη έσκασε μερικές ώρες μετά τη συνομιλία του κ. Αμφιλοχίου με τον πρωθυπουργό Ίγκορ Λούκσιτς, κατά την οποία ο Μητροπολίτης αναφέρθηκε σε μια σειρά από απειλές με τις οποίες βρίσκεται αντιμέτωπη η Μητρόπολη Μαυροβουνίου.

Επίσης, να σημειωθεί, ότι το Σοσιαλιστικό Λαϊκό Κόμμα, κόμμα αντιπολίτευσης με τη μεγαλύτερη απήχηση στην τοπική κοινωνία, κάλεσε τις αρχές να σταματήσουν να σπέρνουν διχόνοια στον λαό του Μαυροβουνίου και να σταματήσουν τον διωγμό της Μητρόπολης και του Μητροπολίτη Αμφιλοχίου, στρέφοντας την «κόψη» τους σε εκείνους που, όπως αναφέρουν, λεηλατούν τους πολίτες του Μαυροβουνίου και αποδημούν τις αξίες τους.

«Τη στιγμή που το Μαυροβούνιο ίσταται ένα βήμα πριν από την οριστική μάχη εναντίον οργανωμένου εγκλήματος και διαφθοράς, το καθεστώς επιχειρεί με αντιπερισπασμό να στρέψει την προσοχή του κοινού σε άλλο χώρο, οξύνοντας εκ νέου τις εντάσεις στη σχέση του με τη Μητρόπολη και τον Μητροπολίτη», αναφέρει μεταξύ άλλων το Σοσιαλιστικό Λαϊκό Κόμμα.

Ο Μητροπολίτης Αμφιλόχιος για την λεηλασία του δημοσίου χρήματος

Ο Μητροπολίτης Αμφιλόχιος άσκησε σκληρή κριτική για την ανισομερή κατανομή του πλούτου στο Μαυροβούνιο, και κατηγόρησε έμμεσα τις αρχές για τις κοινωνικές ανισότητες, την κατασπατάληση δημόσιας περιουσίας και τη φτώχεια.

«Στην εποχή μας ορισμένοι άνθρωποι στο Μαυροβούνιο έγιναν πάμπλουτοι. Τους ξέρω καλά, ήμασταν μαζί τη δεκαετία του ενενήντα, με συγκεκριμένη περιουσία κι εκείνοι, κι εγώ ως Μητροπολίτης», τόνισε ο κ. Αμφιλόχιος.

Επίσης, πρόσθεσε, ότι «τώρα βλέπω πως μερικοί από αυτούς δεν ξέρουν τι έχουν, τη στιγμή που ο πολύς λαός ζει μέσα στη φτώχεια και κακομοιριά, δοκιμαζόμενος από ανεργία.»

«Από την άλλη μεριά, οι μέχρι πρόσφατα κομμουνιστές, που ορκίζονταν ότι θα μεριμνήσουν για το καλό όλου του κόσμου και την ισομερή κατανομή του πλούτου, έγιναν μεγαλοαστοί και καπιταλιστές», ανέφερε κλείνοντας ο Μητροπολίτης Μαυροβουνίου.

Πηγή: http://www.romfea.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=7040:-q-q&catid=13

Εμπιστεύεσαι το θέλημα του Θεού; (Στάρετς Νίκων Μπελιάεφ)


Η γνήσια υπακοή φέρνει μεγάλη ψυχική ωφέλεια και την αποκτάς όταν απειθείς στον εαυτό σου, στο θέλημα σου. Τότε σε παίρνει στα χέρια Του ο ίδιος ο Κύριος μας κι ευλογεί τα έργα σου.

Αν εμπιστευόμαστε μ' όλη μας την καρδιά και κάνουμε υπακοή στο θέλημα του Θεού, τότε όλα τα πράγματα θα είναι καλά, ακόμα κι εκείνα που φαίνονται δυσάρεστα θα τα δεχόμαστε με καλή προαίρεση. Ότι συμβαίνει γύρω μας μπορεί να μας οδηγήσει στην ψυχική μας σωτηρία. Εδώ αποκαλύπτεται μεγάλη και βαθιά σοφία. «Τοῖς ἀγαπῶσι τὸν Θεὸν πάντα συνεργεῖ εἰς ἀγαθόν» (Ρωμ. η' 28).

Στην εποχή μας υπάρχουν περιπτώσεις που ίσως να κάνουμε ακριβώς αυτό που θέλουμε. Κανένας όμως δε βρίσκεται να ρωτήσει: «Τι πρέπει να κάνω τώρα;» Αν δεν υπάρχει κανένας να συμβουλευτούμε, τότε πρέπει να σκεφτούμε πως θα ενεργούσε ο Κύριος μας με την ταπείνωση και την πραότητα Του. Οι εντολές του Θεού ήταν και θα είναι πάντοτε το θεμέλιο της ζωής μας. Γι' αυτό πρέπει να εμπιστευτείς τον εαυτό σου στο θέλημά Του.

Προτού κάνεις οτιδήποτε, να προσευχηθείς και να σκεφτείς: Αυτό που πάω να κάνω θα είναι φρόνιμο, θα φανεί ευάρεστο στο Θεό;

Όταν η επιθυμία σου να υπηρετήσεις το Θεό είναι ειλικρινής, η πίστη σου σ' Εκείνον ακλόνητη κι όταν εμπιστεύεσαι τον εαυτό σου, τους άλλους και κάθε τι στο πανάγαθο και τέλειο θέλημα του Θεού, θα δεχτείς στην καρδιά σου τη θεία ειρήνη ακόμα κι όταν δοκιμάζεσαι από διάφορες θλίψεις, εσωτερικές ή εξωτερικές. Να προσευχηθείς στο Θεό να σε απαλλάξει από τις θλίψεις και να κόψεις το αμαρτωλό και τυφλό θέλημα σου. Να εμπιστεύεσαι τον εαυτό σου, ψυχή και σώμα, τις περιστάσεις του βίου, τρέχουσες ή μελλούμενες, καθώς και τους συνανθρώπους σου, γνωστούς ή άγνωστους, στο άγιο και πάνσοφο θέλημα του Θεού. Δόξα τω Θεώ, να λες πάντα. Δόξα τω Θεώ πάντων ένεκεν! Με τα άγια αυτά λόγια θ' απαλλαγείς από τις σκοτεινές σκέψεις και τα ψυχικά βάρη. Και τότε στην καρδιά σου θα βασιλέψει η ειρήνη η παρηγοριά κι η χαρά. Γενηθήτω το θέλημά Σου, Κύριε! Δόξα τω Θεώ πάντων ένεκεν!

Να προσεύχεσαι σαν παιδί, με καρδιακή απλότητα, για όλες τις ανάγκες και τις θλίψεις σου, και να εμπιστευτείς τον εαυτό σου απόλυτα στο θέλημα του Θεού. Ο Κύριος είναι που ορίζει την σωτηρία σου.

Ο άνθρωπος πρέπει να προσεύχεται πάντα για να του δείξει ο Κύριος το δρόμο Του. Στους καιρούς της θλίψης και της ανάγκης που ζούμε, ας προσευχόμαστε στον Κύριο να μας σώσει, να τρέξει σε βοήθεια μας. Άλλη ελπίδα ή άλλη καταφυγή δε βλέπω. Οι λύσεις που δίνουν οι άνθρωποι είναι μάταιες, πολλές φορές λαθεμένες. Όταν δοκιμάζεσαι από κάτι πολύ επώδυνο αλλά ξέρεις πως δεν ευθύνεσαι εσύ γι' αυτό, πως δεν προέρχεται από το θέλημά σου, λαβαίνεις μεγαλύτερη παρηγοριά και ψυχική ειρήνη. Ας γίνει το θέλημα του Θεού. Είθε ο Κύριος να μη διαψεύσει την πίστη και την αφοσίωση μας στο θέλημά Του. Μοναδική μας ελπίδα είναι ο Θεός. Αυτός είναι το σταθερό μας θεμέλιο, κάθε άλλη ελπίδα είναι αβέβαιη. Δεν ξέρεις με σιγουριά που θα ήταν καλύτερα και που χειρότερα, τι θα 'ταν καλύτερα να περιμένεις. Ας γίνει το θέλημα του Κυρίου! Δικό μας καθήκον είναι να μείνουμε σταθεροί στην πίστη μας, να μην αμαρτάνουμε και να εμπιστευόμαστε τα πάντα στο Θεό.

Η ανθρώπινη υπερηφάνεια λέει: «Θα φτιάξουμε... θα κατορθώσουμε... θα κατασκευάσουμε ένα πύργο της Βαβέλ... Απαιτούμε από το Θεό να μας δώσει λογαριασμό για τις πράξεις Του, γιατί εμείς θέλουμε να ελέγξουμε του σύμπαν, ονειρευόμαστε να βάλουμε τους θρόνους μας πάνω από τα σύννεφα». Όμως κανένας και τίποτα δεν υπακούει. Ο άνθρωπος αποδείχνεται τελείως αδύναμος από την ίδια την πικρή εμπειρία του. Ερευνώντας τα θέματα αυτά τόσο στην πρόσφατη όσο και στην παλιότερη ιστορία, έβγαλα το συμπέρασμα ότι οι τρόποι με τους οποίους ενεργεί η θεία πρόνοια είναι ανεξιχνίαστοι για μας. Δεν μπορούμε να τους κατανοήσουμε, γι' αυτό και πρέπει να εμπιστευόμαστε τον εαυτό μας με ταπείνωση στο θέλημα του Θεού.

Εάν παρατηρήσεις προσεχτικά τόσο τη δική σου ζωή όσο και των άλλων, θα διαπιστώσεις με εκπληκτική καθαρότητα και ακρίβεια πως όση προσοχή κι αν δώσει κανείς κι όσα μέτρα κι αν λάβει δε θα μπορέσει να ορίσει τι πρόκειται να γίνει στο μέλλον. Γιατί όλα γίνονται σύμφωνα με την κρίση και θέλημα του Θεού. Κανέναν δεν μπορείς να ενοχοποιήσεις το μόνο που πρέπει να κάνουμε είναι να ταπεινωνόμαστε και να υπομένουμε, διαφορετικά αμαρτάνουμε ενώπιον του Θεού.

Πρέπει να εμπιστευτούμε τα πάντα στο θέλημα του Θεού, ακόμα και τον χωρισμό μας από τους άλλους. Ο Κύριος μας φωτίζει και μας βοηθάει να μη προσκολληθούμε στα αγαθά αυτού του κόσμου, όσο πολύτιμα κι αν μας φαίνονται, αλλά ν' αγωνιστούμε απερίσπαστοι για τον ουρανό, για την σωτηρία μας. Αγωνίσου μόνο για την σωτηρία της ψυχής σου, όλα τ' άλλα είναι ματαιότητα, όλα τ' αγαθά αυτού του κόσμου είναι εφήμερα. Η σκέψη μας πρέπει να είναι στην άλλη ζωή, κοντά στο Θεό. Όλα τ' αγαθά αυτού του κόσμου είναι παροδικά.

Γιατί είναι απαραίτητος ο πνευματικός πατέρας; για να κάνεις με ασφάλεια το ταξίδι και να φτάσεις στην βασιλεία των ουρανών, να μη χαθείς στο δρόμο. Για το λόγο αυτό είναι αναγκαίο ν' ακολουθείς έμπρακτα τις οδηγίες, τις συμβουλές και τις κατευθύνσεις που σου δίνει ο πνευματικός σου πατέρας. Και βέβαια πρέπει να ζεις με συνέπεια και ευλάβεια. Υπάρχουν παραδείγματα ανθρώπων που μπορούσαν να επισκέπτονται το γέροντα τους και να τον ακούνε πολύ λίγο, αλλά πρόκοψαν. Έτσι, για να μη μείνεις άκαρπος δε φτάνει να επισκέπτεσαι συχνά το γέροντά σου, αλλά να τηρείς τις εντολές και οδηγίες του.

Ο Θεός ευαρεστείται όταν οι άνθρωποι καθοδηγούνται από άλλους ανθρώπους. Κοντολογίς, κάθε μοναχός πρέπει να ξεκινάει τον αγώνα του υπακοή και αυταπάρνηση και να βιάζει τον εαυτό του στον πόλεμο με τα πάθη τόσο, ώστε να νιώσει καρδιακό πόνο. Αν δεν αγωνιστεί έτσι κανένας γέροντας δεν μπορεί να τον βοηθήσει. Κάποιος άγιος άνθρωπος είπε πως «ο γέροντας κλαίει για το μαθητή του και προσεύχεται, εκείνος όμως παίζει».

Η τέλεια ανακούφιση κι ανάπαυση προέρχεται από την απόλυτη υπακοή κι εμπιστοσύνη στον πνευματικό μας πατέρα.

Στάρετς Νίκων Μπελιάεφ
  
Πηγή: Πέτρου Μπότση, «Μικρή Ρωσική Κλίμακα». Εκδ.: Μπότσης Αθ. Πέτρος

Πηγή: