Κυριακή 27 Δεκεμβρίου 2020

Προϋποθέσεις και ωφέλεια εκ της ευχής Ἀρχιμανδρίτης Ἀρσένιος Κατερέλος,

 




Ἡγούμενος Ἱ. Μονῆς Ἁγίου Νικολάου Δίβρης Φθιώτιδος,
Ἑσπερινή ὁμιλία στόν Ἱ. Ναό Παναγίας Δεσποίνης Λαμίας κατά τό ἔτος 1999

Ὅπως εἴχαμε παραγγείλει στήν πρώτη μας σύναξι, ἀγαπητοί μου ἐν Χριστῷ ἀδελφοί, ἀπό σήμερα θά ὁμιλήσωμε γιά τήν προσευχή, καί ἰδιαίτερα γιά ἕναν ξεχασμένο δυστυχῶς τρόπο προσευχῆς. Πρόκειται γιά τήν μονολόγιστη εὐχή τοῦ Ἰησοῦ, τό «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ Υἱέ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με τόν ἁμαρτωλόν» ἤ, πιό περιληπτικά, πιό συμπεπυκνωμένα, τό «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με».

Πρίν ὅμως ἀναφερθοῦμε σέ αὐτόν τόν ἁπλό, ἀλλά πλέον δραστικό τρόπο προσευχῆς, κρίνομε ἐντελῶς ἀπαραίτητο νά ποῦμε λίγα εἰσαγωγικά περί προσευχῆς, τά ὁποῖα πρέπει στοιχειωδῶς νά γνωρίζωμε, οὕτως ὥστε νά μεγιστοποιήσωμε τήν πολλαπλῆ καί πολυδιάστατη ὠφέλεια, πού θά προέλθη ἀπό τήν προσευχή τοῦ Ἰησοῦ εἰδικά.

Μέγιστο προνόμιο στόν ἄνθρωπο εἶναι  ἡ προσευχή. Καί προσευχή σημαίνει ἀνάτασι στόν οὐρανό καί διάλογος καί προσωπική ἐπικοινωνία μας καί κοινωνία μας μέ τόν Θεό. Ὡς πρός τήν ποιότητά της, εἶναι συνουσία μετά τοῦ Θεοῦ, ἐφ᾽ ὅσον συνάπτεται ὁ ἄνθρωπος μετά τοῦ Θεοῦ, δηλαδή μέ τίς ἄκτιστες θεϊκές ἐνέργειες.

Δέν πρέπει ὅμως νά ξεχνᾶμε ὅτι ἡ προσευχή εἶναι μία ἀπό τίς ἐντολές. Καί βέβαια, εἶναι ἀπό τίς πιό βασικές. Μέ τήν προσευχή  βελτιωνόμαστε στήν τήρησι τῶν ἐντολῶν. Ἀλλά καί ἀντίστροφα μέ τήν τήρησι τῶν ἐντολῶν προαγόμαστε στήν προσευχή. Ἡ προσευχή εἶναι ὁ καθρέφτης τῆς ὅλης πνευματικῆς μας πορείας. Καί γιά νά γίνη εὐπρόσδεκτη ἀπό τόν Θεό, πρέπει κατά τό ὀλιγώτερο ἤ περισσότερο, νά τηρηθοῦν ὁπωσδήποτε κάποιες προϋποθέσεις. Διαφορετικά, ἄν δέν τηρηθοῦν, ὄχι μόνο δέν θά φθάνη στόν οὐρανό, δέν θά εἶναι εὐπρόσδεκτη στόν Θεό ἡ προσευχή μας, ἀλλά δέν θά ἀνεβαίνη πάνω ἀπό τό κεφάλι μας, μεταφορικά βέβαια. Δέν θά ξεπερνᾶ σέ ὕψος, ὅπως ἔλεγε χαριτολογῶντας ὁ π. Παΐσιος, οὔτε καί αὐτό τοῦτο τό ἴδιο μας τό κεφάλι.

Ἔλεγε σέ κάποιον ὁ Γέρων Παΐσιος: ''Μέ τήν τακτική πού ἀκολουθεῖς, ἡ προσευχή σου, ὄχι ἁπλῶς δέν φθάνει στόν οὐρανό, ἀλλά μένει, σέ ὕψος, κάτω καί ἀπό τό ἴδιο σου τό κεφάλι''. Κάτι ἀνάλογο ἔλεγε ὁ Γέροντας καί σέ κάποιον ἄλλον, πού ἔλεγε τήν ''εὐχή'' ὄχι σωστά, ἀλλά μέ ἕναν τρόπο ἀνάρμοστο, ὄχι ἥρεμο καί νηφάλιο, πού νά χωνεύη τήν προσευχή, τήν ἔλεγε μέ μία μανία, ὄχι κατά Θεόν, μ᾽ ἕναν τρόπο ἀφύσικο, μ᾽ ἕναν τρόπο  πού δημιουργοῦσε ἄγχος, πού δημιουργοῦσε ἕνα στύλ μή πνευματικό... Ὡς ἐκ τούτου, οὔτε ''εὐλογεῖτε'' ἔλεγε  αὐτός ὁ ἄνθρωπος, σέ ἐκείνους πού ἔβρισκε στόν δρόμο, γιά νά μή χάση τήν προσευχή, τήν ἔλεγε δυνατά, πολύ δυνατά, μ᾽ ἕναν τρόπο, τέλος πάντων, ὄχι σωστό. Ὅταν λοιπόν τόν ρώτησε ὁ π. Παΐσιος, ἀπό ἀγάπη βέβαια - ὁ ἄνθρωπος αὐτός, τότε, ἦτο δόκιμος μοναχός - «Τί κάνεις ἐδῶ ἀδελφέ;» Ἐκεῖνος ἀπαντᾶ «Γέροντα, λέω τήν ''εὐχή''». «Ποιά "εὐχή" εὐλογημένε; Ἔτσι λέγεται ἡ ''εὐχή''; Μέ αὐτό πού κάνεις, πρόσεξε, μή δαιμονισθῆς», τοῦ εἶπε ὁ π. Παΐσιος καί τόν συμβούλευσε κάποια σχετικά πράγματα.

Πρέπει νά προσέξωμε λοιπόν, μήπως ἐνῶ προσευχώμαστε ἀρκετή ὥρα, γιά κάποιο λόγο, ἡ προσευχή μας δέν πετάει στόν οὐρανό.

Οἱ προϋποθέσεις τῆς προσευχῆς εἶναι ἀνεξάντλητες, ἀλλά κάποιες ἀπό αὐτές εἶναι οἱ ἑξῆς:

Κατ᾽ ἀρχήν, θά πρέπη νά γίνεται ἡ προσευχή μας μέ πνεῦμα ταπεινώσεως, μέ βαθειά αὐτογνωσία καί αὐτομεμψία, χωρίς δικαιολογίες καί ἐξιδανικεύσεις τῶν πτώσεών μας, τῆς ὄχι σωστῆς συμπεριφορᾶς μας. Καί αὐτό, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, εἶναι μία ἀπό τίς μεγαλύτερές μας προσωπικές τραγωδίες, ὅτι δηλαδή συνεχῶς δικαιολογούμαστε, ὄχι μόνο μέσα μας, ἀλλά καί ἔξω μας, στούς ἄλλους, κι ἔτσι χάνομε καί αὐτόν τόν λίγο κόπο πού καταβάλλομε στόν προσωπικό μας καθημερινό ἀγῶνα.

Μέ μία λοιπόν λέξι, λέμε ὅτι ἡ προσευχή μας θά πρέπη νά εἶναι ''τελωνική'': ''Ὁ Θεός ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ''. Ἔστω κι ἄν δέν καταλαβαίνωμε ἐντελῶς τήν ἐνοχή μας, ἄς κάνωμε μία προσπάθεια, ὥσπου νά μᾶς ἀνοίξη τά μάτια τῆς ψυχῆς ὁ Θεός.

Ἐπίσης, δέν πρέπει νά ὑπάρχη ἐχθρότητα μέ τόν ὁποιονδήποτε συνάνθρωπό μας. Αὐτό, ἐκφράζεται ποικιλλοτρόπως, ἀλλά ἄς ποῦμε μόνο δυό-τρεῖς περιπτώσεις. Ἐκφράζεται διάχυτα στό ''Πάτερ ἡμῶν''. Δηλαδή ὡς ἀπαραίτητη προϋπόθεσις νά μᾶς συγχωρήση ὁ Κύριος εἶναι νά συγχωροῦμε ἐμεῖς τούς ἄλλους, τούς ὁποιουσδήποτε ἄλλους, ἀνεξαρτήτως τί μᾶς ἔκαναν.  Καί τοῦτο, γιατί ἀκοῦμε πολλές φορές: «Ξέρεις, πάτερ μου, τί μοῦ ἔκανε αὐτός καί μοῦ λές νά τόν συγχωρήσω, νά τοῦ πῶ ''καλημέρα'';» Ἀνεξαρτήτως τοῦ τί μᾶς ἔκαναν οἱ ἄλλοι, ἐμεῖς πρέπει νά τούς συγχωροῦμε. Ἄλλωστε, ὅπως διαβάζομε καί στήν ἀκολουθία πρό τῆς Θείας Μεταλήψεως, τί λέμε, μεταξύ τῶν ἄλλων; «...Πρῶτον, καταλλάγηθι τοῖς σέ λυποῦσι...», κλπ.

Βέβαια, αὐτό δέν σημαίνει ὅτι ὑποχρεούμεθα νά ἔχωμε σχέσι μέ ὅλους. Ἄλλωστε, αὐτό καί πρακτικῶς δέν εἶναι δυνατόν καί δέν ἔχει καμμιά ἔννοια, καί, πολλές φορές εἶναι καί βλαβερό, πάρα πολύ βλαβερό, μάλιστα. Ἐπίσης, δέν εἶναι δυνατόν νά ταιριάζωμε ὅλοι μέ ὅλους. Εἶναι θέμα ἰδιοσυγκρασίας καί ὑπεισέρχονται καί πολλοί ἄλλοι παράγοντες. ''Δικαίωμά τους - ἄς μιλήσωμε μέ μιά σύγχρονη λέξι -, καί δικαίωμά μας''. Ὅμως, ἐκεῖνο πού δέν δικαιούμαστε, μέ τήν πνευματική ἔννοια, εἶναι νά ραδιουργοῦμε, νά κατακρίνωμε, νά περιφρονοῦμε, ὅσους δέν ταιριάζομε ἤ μέ ὅσους δέν ἀναπαυόμαστε. Καί μέ ἄλλα λόγια, ἐπειδή συνέχεια ἐρωτώμεθα γι᾽ αὐτό τό θέμα, μέ ὅποιον ταιριάζομε νά εἴμαστε ἀγαπημένοι ἀπό κοντά. Καί πάλι ὅμως, δέν πρέπει νά ὑπάρχη παρρησία, οἰκειότητα μᾶλλον, γιατί αὐτό δημιουργεῖ πολλές, μετέπειτα, ἄσχημες παρενέργειες, πνευματικές - καί ὄχι μόνον -, κοινωνικές, ψυχολογικές, καί γιατί ὄχι καί ὀργανικές. Λοιπόν, μέ ὅποιον ταιριάζομε νά εἴμαστε ἀγαπημένοι ἀπό κοντά. Καί μέ ὅποιον δέν ταιριάζομε νά εἴμαστε ἀγαπημένοι ἀπό μακρυά, ἀπό μιά δηλαδή κάποια ἀπόστασι ἀσφαλείας, ἀρκούντως ἱκανή, οὕτως ὥστε νά μήν ἔχωμε πλεῖστες ὅσες διαταραχές ποικίλλου περιεχομένου, εἴτε αὐτός εἶναι γείτονας, εἴτε εἶναι συγγενής, εἴτε εἶναι συνάδελφος στήν δουλειά, εἴτε, εἴτε, εἴτε...

Μᾶς ἔλεγε σχετικά ὁ Γέρων Παΐσιος, «Ὅταν θέλης νά ἑνώσης δύο ξύλα μεταξύ τους, ἐάν αὐτά τά ξύλα δέν εἶναι καλά ἐναρμονισμένα, πλανισμένα, τότε, ὅσο τά ἑνώνεις μέ βίδα καί παξιμάδι καί σφίγγεις τήν βίδα, ἐπειδή ἀκριβῶς δέν εἶναι καλά πλανισμένα, ἐναρμονισμένα μεταξύ τους, ὅσο πιό πολύ τά σφίγγεις καί δέν τά ἔχεις λάσκα, τόσο πιό πολύ πετσικάρουν, κλωτσᾶνε. Ἐνῶ, ἐάν ταιριάζουν, εἶναι ἐναρμονισμένα μέ τό πλάνισμα, λίγη κόλλα νά βάλης, ἑνώνονται θαυμάσια». Καταλαβαίνετε τί ἐννοοῦσε ὁ μακαριστός Γέροντας Παΐσιος, πού πάντα εὕρισκε πολύ πετυχημένα παραδείγματα, μέ τά ὁποῖα μποροῦσε, τόν ὁποιονδήποτε προσκυνητή, νά τόν ὠφελήση καί νά τοῦ δώση νά καταλάβη, πιό ὡραῖα, πιό δυναμικά, τό πνευματικό νόημα τό ὁποῖο ἤθελε νά μεταφέρη.

Ἐπίσης, πρέπει ἡ προσευχή νά συνοδεύεται ἀπό κρυφές ἐλεημοσύνες, ὅπως ἔκανε ὁ Κορνήλιος καί εἰσακούσθηκε ἀπό τόν Θεό.  Ὁ Κύριος γενικά ἀρέσκεται πιό πολύ νά βλέπη τόν κρυφό πνευματικό μας ἀγῶνα καί τίς κρυφές ἐλεημοσύνες μας. Καί τί λέγει; Ὁ Κύριος πού βλέπει στό κρυφό... Πρέπει νά ἐλεοῦμε χωρίς ἐμεῖς νά κάνωμε διαφήμισι, δῆθεν γιά νά ὠφεληθοῦν οἱ ἄλλοι, δῆθεν, δῆθεν... Ὅ,τι δικαιολογίες θέλουμε βρίσκουμε καί δέν ἐφαρμόζομε τό εὐαγγελικό λόγιο, ''μή γνώτω ἡ δεξιά τί ποιεῖ ἡ ἀριστερά''. Λοιπόν, ὁ Κύριος ὅταν βλέπη τόν κρυφό μας ἀγῶνα καί τίς κρυφές μας ἐλεημοσύνες, ὅταν κρίνη, θά τό ἀποδώση εἰς τό φανερόν, ἐάν βέβαια αὐτό εἶναι ἀπαραίτητο, ἄν εἶναι χρήσιμο. Καί, ἔχει ὁ Θεός... Καθόλου νά μή κουραζώμαστε. Ὅσο καί νά κρυβόμαστε ἐμεῖς, πού ἔτσι πρέπει νά κάνωμε, ὁ Θεός, ἄν κρίνη κάποια στιγμή ὅτι εἶναι αὐτό ὠφέλιμο, ἔχει τούς τρόπους νά πληροφορήση τούς ἄλλους.

Ἀλλά, καί γενικώτερα, ὄχι ἁπλῶς ὀφείλομε νά κάνωμε κρυφές ἐλεημοσύνες, ἀλλά νά ἔχωμε καρδίαν ἐλεήμονα. Καρδιά δηλαδή πού νά καίγεται, ὅπως ἀναφέρει ὁ ἅγιος Ἰσαάκ ὁ Σῦρος, ἀπό ἀγάπη γιά ὅλην τήν κτίσι, ἀκόμα καί γι᾽ αὐτά τά ἑρπετά, γιά τά ἄλογα δηλαδή ζῶα. Δέν ὑποφέρει λέει ἡ ἐλεήμων καρδία -ἀκοῦστε λόγο  τρομακτικό- δέν ὑποφέρει νά βλέπη βλάβη τινά στήν δημιουργία. Καί ἡ πιό παραμικρή βλάβη δημιουργεῖ πόνο καί προσευχή γιά τήν ἐλεήμονα καρδία.

Ἐπίσης, ἀπαραίτητη προϋπόθεσις γιά τήν προσευχή εἶναι ἡ ταπείνωσι τοῦ σώματος μέ νηστεία, μετάνοιες, μέ τήν ποικίλλη ἄσκησι, καί σέ ποσότητα, καί σέ ποιότητα. Καί νά μη ξεχνᾶμε, ὅτι ναί μέν ὁ καιρός τῆς νηστείας εἶναι καθωρισμένος στήν ἁγία μας Ἐκκλησία, ἀλλά ὁ καιρός τῆς ἐγκρατείας εἶναι πάντοτε ἐπιβεβλημένος, ἀνάλογα βέβαια κατά περίστασιν. Δηλαδή, καί τήν ἡμέρα τοῦ Πάσχα εἶναι προτιμώτερο νά κάνωμε κάποια ἐγκράτεια στά φαγητά, παρά νά πέσωμε μέ τά μοῦτρα. Ἤ, τίς παραμονές τῆς Τεσσαρακοστῆς, τρῶμε πάρα-πάρα πολύ γιά νά κάνωμε μετά ἴσως καί τριήμερο. Εἶναι προτιμώτερο νά ὑπάρχη πάντα ἕνα πρόγραμμα πιό σταθερό. Ἀλλά, αὐτό τώρα εἶναι ἕνα ἄλλο θέμα. Πάντως, πρέπει νά ὑπάρχη ἄσκησις. Καί ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι ἀσκητική.

Ἐπίσης, μία σωστή προσευχή πρέπει νά προβάλλη αἰτήματα πνευματικῆς κυρίως διαστάσεως, ὅπως εἶπε ὁ Κύριος: ''Ζητεῖτε πρῶτον τήν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καί ταῦτα πάντα - τά ὑπόλοιπα δηλαδή - προστεθήσεται ὑμῖν''. Θά προστεθοῦν σέ σᾶς. Νά μήν εἴμαστε δηλαδή φθηνοί. Ἀκοῦμε δυστυχῶς, κάποια πράγματα καί λυπόμαστε. Λέγουν κάποιοι: «Προσευχήσου πάτερ γιά τό παιδί μου, ἤ γιατί δίνει ἐξετάσεις ἤ γιά τήν ὑγεία του κλπ....». Ναί, ὅλα αὐτά, εἶναι στήν ζωή. Ὁ πόνος εἶναι μεγάλος τῶν γονιῶν καί τῶν παιδιῶν, ναί, ναί, ναί... Ἀλλά, νά μή μένωμε μόνο ἐκεῖ. Ὅταν μένωμε μόνο ἐκεῖ, εἴμαστε φθηνοί καί δείχνωμε τήν πνευματική μας ρηχότητα. Καί λυπόμαστε, καί γιά τήν ἀγωνία τῶν ἀνθρώπων, καί γιά τό ὅτι δέν ἔχουν σωστή πνευματική τοποθέτησι. Γιατί, ἄν εἶχαν σωστή πνευματική τοποθέτησι, καί λιγώτερη ἀγωνία θά εἶχαν, καί πιό πολύ θά πετύχαιναν τά καθημερινά τους, καί, τό κυριώτερο ἀπ᾽ ὅλα, θά εἶχαν μεγαλυτέρα πνευματική προσωπική πρόοδο.

Ἐπίσης, πρέπει νά προσευχώμαστε μέ πίστι. Ὄχι ἁπλῶς νά πιστεύωμε στήν ὕπαρξι τοῦ Θεοῦ, πού ἐν προκειμένῳ θεωρεῖται δεδομένη, γιατί διαφορετικά δέν ἔχει ἔννοια νά προσευχώμαστε - πῶς μποροῦμε νά προσευχηθοῦμε σέ κάποιον, ἄν δέν πιστεύουμε ὅτι ὑπάρχη; Ἀλλά, χρειάζεται καί πλήρης ἐμπιστοσύνη στήν Πρόνοια τοῦ Θεοῦ, ὅτι τελικά ὁ Θεός δέν θά μᾶς ἀφήση νά πειρασθοῦμε παραπάνω ἀπ᾽ ὅ,τι μποροῦμε νά ἀντέξωμε καί ὅτι θά δώση, τήν κατάλληλη στιγμή, τήν αἰσία ἔκβασι, ἐάν αὐτή βέβαια εἶναι συμφέρουσα γιά τό αἰώνιο συμφέρον μας, καί ὄχι μόνο γιά τό προσωπικό καί προσωρινό μας συμφέρον, γιατί, πολλές φορές, αὐτά τά δύο, δυστυχῶς, μοιραίως ἀντικρούονται.
Ἀπαιτεῖται ἐπίσης Ὀρθοδοξότητα μέσα εἰς τήν προσευχή. Εἶναι ἐκεῖνο πού εἶπε ὁ Κύριος: ''Ἐν πνεύματι καί ἀληθείᾳ δεῖ προσκυνεῖν''. Δέν νοεῖται νά εἶσαι αἱρετικός. Κάθε λατρεία προερχομένη ἀπό αἱρετικούς εἶναι ὕβρις κατά τοῦ Θεοῦ.

Ἐπίσης βέβαια, καί ἄλλοι πολλοί παράγοντες εἶναι ἀπαραίτητοι γιά τήν κατά τό δυνατόν μεγίστη καρποφορία τῆς προσευχῆς μας. Ὅπως εἶναι τά δάκρυα, ἡ ἐπιμονή, νά εἴμαστε καρτερόψυχοι δηλαδή, καί ὄχι μόνο νά προσευχώμαστε ὅταν μόνο ἔχωμε ὄρεξι - πλάνη μεγίστη αὐτή. Ὅλοι οἱ μεγάλοι ἀγωνισταί ἀνεδείχθησαν στόν καιρό τῆς ἀκηδίας. Καί, πάνω καί πέρα ἀπ᾽ ὅλα, νά ἐφαρμόζωμε ὅλες τίς ἐντολές.

Ἡ προσευχή δέν εἶνα αὐτοσκοπός, ἀλλά εἶναι ἕνα μέσον νά πλησιάσωμε τόν Θεό. Πρέπει νά ἔχωμε ὡς σκοπό πρώτιστο τήν ἀποβολή, τήν μεταβολή καί τήν μεταστροφή τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου. Ὄχι νά κάνωμε προσευχή καί νά κρατᾶμε τά χούγια μας, τά πάθη μας καί τίς ἀδυναμίες μας. Αὐτό εἶναι μεγίστη πλάνη. Καί πολλές φορές, ἀπό τέτοιες προσευχές, ὅταν ἐπιμένωμε νά κρατᾶμε καί τά πάθη μας, καί μάλιστα ἐν συνειδήσει, ἀπό τήν προσευχή τελικά πολλές φορές, δέν ὁδηγούμαστε σέ σωστούς δρόμους. Καί, ἄν τό θέλετε, ὅταν ὑπάρχουν αὐτές οἱ ἀδυναμίες καί τά πάθη, πού πολλές φορές δυστυχῶς ὑπάρχουν, ἄν δέν προσέξωμε, μπορεῖ νά πέσωμε ἀκόμη καί σέ πλάνη. Ὁ πρῶτος καρπός τῆς προσευχῆς εἶναι νά φωτισθοῦμε νά ἀποβάλλωμε αὐτές τίς ἀδυναμίες μας.

Μέ αὐτές λοιπόν τίς προϋποθέσεις, ἄς ἐξετάσωμε καί ἄς διερευνήσωμε τήν προσευχή τοῦ Ἰησοῦ, τό «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με», γιατί, ὅπως εἴπαμε, εἶναι ἡ πιό δραστική καί ταυτόχρονα ἡ πιό ἀποτελεσματική μέθοδος ἐναντίον τῶν τριῶν μεγάλων μας ἐχθρῶν.

Πρώτιστα, ὁ πρῶτος καί κύριος ἐχθρός μας εἶναι ὁ ἴδιος μας ὁ ἑαυτός. Μέ τά χούγια του, τίς ἀδυναμίες του καί τά πάθη του, πού πολλές φορές, ὄχι μόνο ὅλα αὐτά δέν τά ἐντοπίζομε, ἀλλά τά θεωροῦμε καί γιά προτερήματα. Τί νά πρωτοαναφέρωμε... Ὅταν λέμε ''τόν στόλισα'', ''τήν στόλισα'', ''τούς ἔβαλα στήν θέσι τους'', ''τούς τἄψαλα'', ''τούς τακτοποίησα''.... Καί ἕνα σωρό ἀμέτρητα τέτοια πράγματα καί δραματικές καταστάσεις. Ἡ τραγωδία μας καί ἡ μεγίστη ἀδικία πού διαπράττομε κατά τοῦ ἑαυτοῦ μας εἶναι ὅτι δέν καταλαβαίνομε, καί δέν κάνομε μία προσπάθεια, δυστυχῶς, νά καταλάβωμε, τήν ἐνοχή μας ἔναντι τοῦ Θεοῦ.
Δεύτερος τώρα ἐχθρός μας εἶναι ὁ διάβολος, πού ὡς λέων ὀρυόμενος περιπατεῖ ζητῶν τίνα καταπίει. Σάν λιοντάρι δηλαδή πού βρυχᾶται, μέ τήν πνευματική ἔννοια, ζητᾶ νά δῆ, μέχρι τελευταίας στιγμῆς καί πνοῆς, ποιόν θά καταφέρη νά κατασπαράξη. Ἐννοεῖται, πάντα πνευματικά. Ἡ ψυχολογία τοῦ σατανᾶ, ὅπως ἔχομε ξαναπῆ, μοιάζει, λίγο-πολύ, μέ τήν ψυχολογία ἑνός κακοῦ μαθητῆ. Ὁ ὁποῖος, αὐτός ὁ κακός μαθητής, ἐπειδή ἔμεινε στήν ἴδια τάξι, ὄχι ἀπό κάποια ἀδυναμία ἤ κάποια ἄλλη δικαιολογία σωστή, ἀλλά ἀπό καθαρό πεῖσμα, ἀπό ἀδιαφορία καί ἀμέλεια. Ἀντί λοιπόν, νά κοιτάξη αὐτός ὁ κακός μαθητής, νά βελτιώση τήν θέσι του, δηλαδή νά κοιτάξη νά διαβάση καί νά περάση ἀξίως τήν τάξι του, ὅλως παραδόξως, αὐτός ὁ κακός μαθητής, ἐν προκειμένῳ ὁ διάβολος, ἀγωνίζεται, ἀγωνιᾶ, εὐελπιστεῖ καί παρηγορεῖται προσπαθῶντας, εἰ δυνατόν, νά συμπαρασύρη καί τούς ὑπόλοιπους συμμαθητάς του, νά μείνουν καί ἐκεῖνοι στήν ἴδια τάξι. Ἔ, κάπως ἔτσι μοιάζει νά εἶναι ἡ ψυχολογία τοῦ σατανᾶ, ἄν καί στό βάθος της, ἡ ψυχολογία τοῦ ἑωσφόρου καί τῆς συμμορίας του εἶναι ἀκατανόητη. Ἁπλῶς μέ ὅ,τι κάνει, ἐπιβαρύνει, ἔτι καί ἔτι, ἀκόμη περισσότερο, τήν θέσι του ἐνώπιον τοῦ φοβεροῦ βήματος τοῦ Κριτοῦ ἐν ἡμέρᾳ Κρίσεως.

Καί ὁ τρίτος μεγάλος ἐχθρός μας εἶναι ὁ κόσμος, ὁ ὁποῖος κατά τήν Γραφή κεῖται ἐν τῷ πονηρῷ, μέ ὅλες τίς ἐν γένει ἀντίθεες παραστάσεις τῆς καθημερινότητος. Καί ὅσο περνοῦν τά χρόνια, ἕως τήν ἐποχή τοῦ Ἀντιχρίστου, πάντα ὁ κόσμος θά πηγαίνη ἀπό τό κακό  στό χειρότερο. Ὅπου καί νά κοιτάξη κανείς, ὑπάρχει ἁμαρτία, ὑπάρχει τό κακό. Ἀκόμα καί στόν οὐρανό νά κοιτάξη κανείς, ὅπως μᾶς ἔλεγε κάποια ψυχή, ὑπάρχει περίπτωσις καί ἀπό ἐκεῖ νά μή δῆ καλό. Γιατί, κάποιος, λέγει, κοίταξε μιά φορά στόν οὐρανό καί ἔτυχε νά δῆ μία ἄσεμνη διαφήμισι, ἀπό ἕνα ἀεροπλάνο, τό ὁποῖο πετοῦσε χαμηλά καί κάτι διαφήμιζε. Εἶχε μία ἄσεμνη εἰκόνα, ἡ ὁποία ἐφαίνετο διά γυμνοῦ ὀφθαλμοῦ ἀπό τήν γῆ. Παντοῦ δηλαδή κυριαρχεῖ ἡ ἁμαρτία.

Καί στήν περίπτωσι αὐτή θά πῆ κάποιος, τί πρέπει νά κάνωμε; Πρέπει νά ἔχωμε φοβίες, νά κοιτᾶμε, ἤ χαμηλά, ἤ ψηλά; Ἄν καί ψηλά, ποτέ δέν εἴμαστε σίγουρα ἀσφαλεῖς. Ὄχι. Πρέπει νά ἔχωμε ἕνα σύστημα, ἐσωτερικό θά λέγαμε, ἕναν αὐτόματο πνευματικό μηχανισμό, πού ὅ,τι εἶναι σαβούρα, ὅ,τι δέν εἶναι καλό, νά μή τό δεχόμαστε μέσα μας, νά μή ἐντυπώνεται δηλαδή αὐτό εἰς τήν διάνοιά μας, γιατί ἄς μή γελοιόμαστε, δέν φταίει οὔτε τό μάτι, οὔτε ἡ ὅρασι, ἀλλά ''νοῦς ὁρᾶ καί νοῦς ἀκούει''. Δηλαδή ὅ,τι μᾶς ἐκκεντρίζει τόν νοῦ καί ἑστιάζει τήν προσοχή μας, σημαίνει ὅτι ὑπάρχει κάποιο ἐσωτερικό δικό μας κίνητρο καί, ἐν προκειμένῳ, ὑπάρχει κάποιο δικό μας πάθος, τό ὁποῖο ἑστιάζεται σέ κάποιες εἰκόνες. Ἄν δέν ὑπῆρχε τό πάθος, θά βλέπαμε χωρίς νά βλέπαμε. Ὅπως μᾶς ἔλεγε καί ὁ π. Παΐσιος, ''πρέπει νά κοιτᾶμε ἀφηρημένα χωρίς νά εἴμαστε ἀφηρημένοι''. Δηλαδή νά μήν ἐντυπώνωνται αὐτές οἱ ἁμαρτωλές εἰκόνες μέσα εἰς τό εἶναι μας. Γιατί, ἄν ἀποκτήσωμε μία φοβία, ''μή ἐδῶ'', ''μή ἐκεῖ'', παθαίνομε  μεγαλύτερη ζημιά ἀπό τόν ἐχθρό.

Στό πρῶτο τμῆμα τῆς προσευχῆς τοῦ Ἰησοῦ, παραδεχόμαστε τήν Θεότητα τοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος ἔπαθε ὑπέρ ἡμῶν καί ἀντί ἠμῶν, στήν θέσι μας δηλαδή καί γιά χάρι μας, ἐκπληρώνοντας ἔτσι τήν σχετική προφητεία τοῦ ἀποδιοπομπαίου τράγου τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης.

Στόν Χριστό ὑπάρχει ὅλο τό πλήρωμα τῆς Θεότητος καί τῆς ἀνθρωπότητος. Γιατί, ἄν ὁ Χριστός δέν ἦταν Θεός, τότε, ὄχι μόνο δέν θά μποροῦσε νά μᾶς σώση, ἀλλά θά εἶχε καί ὁ ἴδιος πρῶτα ἀνάγκη προσωπικῆς του σωτηρίας. Ὁ Χριστός λοιπόν εἶναι Θεός. Εἶναι τό δεύτερο Πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, ὁ ὁποῖος θεληματικά πῆρε καί ἀνθρώπινη μορφή. Βέβαια, αὐτή ἡ Ἐνανθρώπησι ἔγινε μέ τήν ταυτόχρονη θέλησι τοῦ Πατρός. Ὁ Πατήρ ηὐδόκησε, ὁ Λόγος σάρξ ἐγένετο. Καί μέ τήν συνεργεία ἐπίσης, τοῦ τρίτου Προσώπου, τοῦ Ἁγίου  Πνεύματος.

Πρέπει νά χωνέψωμε, ὅτι ἄλλο πρᾶγμα εἶναι οἱ ἐνδοτριαδολογικές ἤ ''ἐνδοοικογενειακές'' μεταξύ τους ἄχρονες, ἀΐδιες σχέσεις τῶν τριῶν Προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος, καί ἄλλο οἱ σωτηριολογικοί ρόλοι τῶν τριῶν Προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος, γιά τήν σωτηρία τοῦ σύμπαντος κόσμου. Τί ρόλο δηλαδή ἔπαιξε γιά τήν σωτηρία μας, καί ἡμῶν τῶν ἀνθρώπων καί τῶν ἀγγέλων καί τῆς κτίσεως, τό κάθε Πρόσωπο ξεχωριστά.

Ὅμως ὅλα αὐτά χρήζουν, ὅπως θά τό καταλαβαίνετε καί μόνοι σας,  ἰδιαιτέρων ὁμιλιῶν καί στήν φάσι αὐτή, νά μήν ἐπιμείνωμε γιά νά μή ξεφύγωμε ἀπό τό κύριό μας θέμα. Τό μόνο πού τώρα λέμε, εἶναι ὅτι δυστυχῶς ὑποτιμοῦμε, ἀγνοοῦμε τήν προσφορά τῶν ἄλλων δύο Προσώπων, τοῦ Πατρός καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὑπάρχει πλήρης ἄγνοια.

Τώρα, στό δεύτερο τμῆμα τῆς εὐχῆς τοῦ Ἰησοῦ, στό ''ἐλέησόν με τόν ἁμαρτωλόν'', παραδεχόμαστε τήν ἐνοχή μας, ἔστω καί ἄν δέν τήν καταλαβαίνωμε. Καί αὐτό εἶναι ἀπαραίτητο νά τό κάνωμε. Παραδεχόμενοι λοιπόν τήν ἐνοχή μας, ἐπικαλούμεθα τό θεῖο ἔλεος. Τό ''ἐλέησόν με'' θά πῆ ''σπλαγχνίσου με, Κύριε'' καί τό ''σπλαγχνίσου με'', μέ τήν σειρά του, μεταφράζεται ποικιλλότροπα, σέ ''φώτισέ με, Κύριε'', ὅπως ἔλεγε ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς. Ἔλεγε, συνέχεια, ''Κύριε, φώτισον τό σκότος μου''. Ἑρμηνεύεται λοιπόν σέ ''φώτισέ με, Κύριε'', ''ἐνίσχυσέ με, Κύριε'', ''θεράπευσέ με, Κύριε'', καί πρό πάντων, ''συγχώρεσέ με, Κύριε'', σέ κάθε στιγμή. περίστασι καί πειρασμό.

Ὄχι ὅμως ὅπως ἐγώ ὁ ἐμπαθής, πεπερασμένος ἄνθρωπος θέλω καί κρίνω. Ὄχι, τό ξαναλέμε, ὅπως κρίνομε ἐμεῖς, ἀλλά ὅπως θά ἔκρινε ἡ ἀλάνθαστη κρίσι τοῦ Θεοῦ,  ὅ,τι δηλαδή εἶναι γιά πνευματικό μας καί αἰώνιο συμφέρον. Γιατί; Ἄς μή κρυβόμαστε. Ἐμᾶς, μᾶς ἐνδιαφέρει νά περνᾶμε καλά, κυρίως σέ αὐτήν τήν ζωή. Τόν Θεό ὅμως, σάν καλός καί πάνσοφος Πατέρας πού εἶναι, δέν τόν ἐνδιαφέρει τόσο αὐτή ἡ πρόσκαιρη ζωή, ἀλλά τί τόν ἐνδιαφέρει; Ἡ κατά τό δυνατόν αἰωνία προσωπική μας βελτίστη πνευματική ἀποκατάστασις. Καί πολλές φορές, μᾶς συμβαίνει κάποια προσωπική, ἐπαγγελματική, ἤ οἰκογενειακή ἀποτυχία, ἤ, πολύ περισσότερο, μιά ἀρρώστεια, ἕνας θάνατος. Ὅσο φυσικά, καί ἄν τά προαναφερθέντα εἶναι ἀναμφισβήτητα πολύ ὀδυνηρά, κανείς δέν ἀντιλέγει, ὅμως, ἐάν ὅλα αὐτά τά ἀξιοποιήσωμε πνευματικά, ἀποτελοῦν σημαντικώτατο ψυχοσωτήριο, σωτηριολογικό μας προσωπικό παράγοντα. Ἄλλο θέμα βέβαια εἶναι τό ὅτι πολλές φορές, κάποιες δικές μας προσωπικές ἀτασθαλεῖες,  μέ ὀδυνηρές γιά μᾶς συνέπειες, καί ὑλικές, καί πνευματικές, ἀπό νοσηρή μας ψευτοευλάβεια καί ἀπό καμουφλαρισμένη διάθεσι αὐτοδικαιώσεως, εἴτε τό καταλαβαίνομε, εἴτε ὄχι, τίς ἀποδίδομε στόν Θεό, καί ὄχι στήν δική μας ἀστοχία. Αὐτό, παρακαλῶ, νά τό προσέξωμε πολύ. Τώρα ὅμως, ἄς μή τό ἀναλύσωμε ἄλλο. Κάνομε γκάφες καί λέμε: «Ἔ, ἀφοῦ ἔτσι ἤθελε ἡ Παναγία...'', ἐνῶ ἐμεῖς δέν προσέχωμε τήν ὑγεία μας, τήν οἰκονομία μας, καί ἕνα σωρό ἄλλα πράγματα.

Λέγοντας τήν προσευχή τοῦ Ἰησοῦ, ζοῦμε τήν ὄντως μακαρία κατάστασι τῆς ταπεινώσεως. Πού, ἡ ταπείνωσις δέν εἶναι ὡραῖα λόγια, δέν εἶναι νά καθόμαστε εὐσεβίστηκα, σάν βρεγμένες γάτες, σάν κολῶνες ἤ ἀγάλματα, ἀφύσικα, ἀλλά εἶναι ἡ πιό ρεαλιστική κατάστασι καί, κατά τόν ἄγιο Μάξιμο, συνίσταται, ἁπαρτίζεται, ἡ ταπείνωσις, ἀπό μιά διπλῆ γνῶσι καί ἐπίγνωσι. Κατ᾽ ἀρχάς, συνίσταται στήν ἐπίγνωσι τῆς δυνάμεως καί τῆς δόξας τοῦ Θεοῦ καί ταυτόχρονα στήν συναίσθησι τῆς δικῆς μας προσωπικῆς πνευματικῆς ἀδυναμίας. Ἀλλά, γιά νά γνωρίσωμε αὐτές τίς δύο ρεαλιστικώτατες πραγματικότητες καί καταστάσεις, πρέπει νά ἀγωνιζώμαστε. Διαφορετικά, ὅσο καί ἄν εἴμαστε ἔξυπνοι, ἤ διαβασμένοι, τίποτε δέν μποροῦμε νά καταλάβωμε ἀπό αὐτά τά δύο.

Γιά παράδειγμα, πῶς μποροῦμε νά ἐννοήσωμε, νά γνωρίσωμε ἐμπειρικά, τήν δόξα τοῦ Θεοῦ, ἐάν ὁ ἴδιος ὁ Θεός δέν μᾶς ἀποκαλύψη, διά τῆς ἐμπειρίας, λίγο ἀπό τήν ἀμέτρητή Του δόξα; Καί ὅλοι οἱ Ἅγιοι, πάνω στόν ἀγῶνα, ἐκ πείρας, ἐγνώρισαν τήν δύναμι, τήν λύσσα καί τήν μανία τοῦ σατανᾶ καί τῶν δαιμόνων, τήν ἀνθρώπινη ἀδυναμία καί ἀσθένεια καί ἀνεπάρκεια, ἀλλά καί τήν ταυτόχρονη λυτρωτική ἐπέμβασι τοῦ Θεοῦ, πού, τίς πιό πολλές φορές, συνωδεύετο μέ κάποια θεοπτία, θεοφάνεια, ἤ τέλος πάντων, καί μέ κάποια ἄμεση ἤ ἔμμεση θεία ἐπέμβασι. Πολλές φορές λέμε, πῶς φέρει τά πράγματα ὁ Θεός καί μᾶς σώζει ἀπό κάτι. Πού αὐτό σίγουρα, δέν εἶναι τυχαῖο.

Γι᾽ αὐτήν τήν προσευχή, ὄχι μόνο στίς δικές μας πονηρές ἡμέρες, ἀλλά καί παλαιότερα, μερικοί, ἀκόμη καί εὐσεβέστατοι ἄνθρωποι, ὑπεστήριζαν καί ὑποστηρίζουν, ὅτι δῆθεν δέν προορίζεται αὐτή ἡ προσευχή τοῦ Ἰησοῦ γιά τούς λαϊκούς, ἀλλά μόνο γιά τούς μοναχούς, ἀπό τήν ἐποχή ἀκόμα τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, πού ἦταν ἀπό τούς πιό ἔνθερμους ὑποστηρικτάς τῆς εὐχῆς τοῦ Ἰησοῦ. Βέβαια, τί θά πῆ ''ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς'', πού δυστυχῶς τόν ἀγνοοῦμε, καί δέν εἶναι τῆς παρούσης ὥρας βέβαια νά μιλήσωμε περί αὐτοῦ.

Τοῦτο μόνο νά ἀναφέρωμε, ὅτι ἡ Ἐκκλησία μας τοῦ ἔχει ἀφιερώσει τήν Β´ Κυριακή τῶν Νηστειῶν, γιατί τήν διδασκαλία του τήν θεωρεῖ σάν πρότυπο Ὀρθοδόξου γνησίας πνευματικότητος. Ἐνῶ δηλαδή τήν πρώτη Κυριακή ἑορτάζωμε τήν νίκη τοῦ Ὀρθοδόξου φρονήματος, τήν νίκη τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως, ἐν συνεχείᾳ, τήν Β´ Κυριακή τῶν Νηστειῶν τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, προβάλλεται, διά μέσου τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, ἡ σωστή Ὀρθόδοξη πνευματικότητα, ποιά δηλαδή εἶναι ἡ σωστή Ὀρθόδοξη πνευματικότης, ἡ ὁποία πρέπει νά εἶναι βέβαια ἀπόρροια μιᾶς σωστῆς Ὀρθοδόξου πίστεως.

Ἔτσι λοιπόν, στήν ἐποχή τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, ὅταν τόν ἄκουσε κάποιος ἄλλος ἐνάρετος, κατά τά ἄλλα, μοναχός, ὀνόματι Ἰώβ, ὅταν ἄκουσε τόν ἅγιο Γρηγόριο, τόσο πολύ νά προτείνη αὐτήν τήν προσευχή τοῦ Ἰησοῦ σέ ὅλους ἀδιακρίτως, καί λαϊκούς καί μοναχούς,  ἐκεῖνος ὁ μοναχός ἀντέδρασε.  Ἀρκεῖ νά σκεφθοῦμε ὅτι γιά ἕνα μεγάλο χρονικό διάστημα, καί ὅταν ἦταν στήν Σκήτη Βεροίας, ἀλλά καί  ὅταν εὑρίσκετο στό Ἅγιον ὄρος, στό Ἡσυχαστήριο τοῦ Ἁγίου Σάββα, ἄν καί εἶχε τόσα πολλά καθήκοντα, τά εἶχε ἀναθέσει, σέ ἄλλους ἱκανούς ἀνθρώπους, καί ὁ ἅγιος ἀπό τήν Δευτέρα ἕως καί τήν Παρασκευή, κατεγίνετο μέ τήν νοερά προσευχή τοῦ Ἰησοῦ. Καί μόνο τά Σαββατοκύριακα λειτουργοῦσε, κοινωνοῦσε καί τακτοποιοῦσε τίς λοιπές του ὑποθέσεις.

Ἔτσι λοιπόν, ὅταν ὁ ἐνάρετος κατά τά ἄλλα μοναχός Ἰώβ ἄκουσε τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ νά προτείνη τήν εὐχή αὐτή τοῦ Ἰησοῦ καί γιά τούς λαϊκούς, ἀντέδρασε καί, κατά κάποιον τρόπο, διεφώνησε. Ἔφερε ἀντίρρησι στόν ἅγιο Γρηγόριο. Ἐπειδή ὅμως, καί αὐτός ἦταν ἄνθρωπος μεγάλης ἀρετῆς, τοῦ ἐνεφανίσθη, παρακαλῶ, ἄγγελος Κυρίου καί τοῦ εἶπε νά κάνη ὑπακοή στήν θέσι, στήν γνώμη, τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ γιά τό θέμα αὐτό, δηλαδή τῆς προσευχῆς τοῦ Ἰησοῦ. Καί μόνο ἀπό αὐτό, πού εἶναι τό ἐλάχιστο βέβαια, ἀποδεικνύεται πόσο θεόσταλτη εἶναι αὐτή ἡ προσευχή.   

Ἀλλά, τί λέγω ἐγώ; Ἄλλωστε, καί αὐτός ὁ ἀπόστολος Παῦλος στήν ἐπιστολή του πρός τούς Θεσσαλονικεῖς λέγει τό γνωστό μας ''ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε''. Ἤ, ἀλλοῦ λέγει ''ἐγώ καθεύδω, ἀλλ᾽ ἡ καρδία μου ἀγρυπνεῖ''. Ἐνῶ ἐγώ κοιμᾶμαι, ἡ καρδιά μου μένει ἄγρυπνη, προσευχομένη.  Μέ αὐτά τά λόγια, τί συμπεραίνεται; Ὅτι πρέπει νά προσευχώμαστε ἀδιαλείπτως καί ὅτι αὐτό εἶναι ἐφικτόν, καί ὅτι αὐτό πού λέγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος γιά τήν προσευχή δέν εἶναι ὑπερβολές, δέν εἶναι σχῆμα λόγου, ἀλλά εἶναι, ἀκατάληπτες μέν, ἀλλά μεγάλες πνευματικές πραγματικότητες, πού εἶναι ἐφικτές εἰς τόν ἄνθρωπον, κατόπιν βέβαια ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ. Ἀρκεῖ ὁ ἄνθρωπος νά κάνη πρῶτα τά ἀνθρώπινα, σέ ὅλους τούς τομεῖς  καί στόν τομέα αὐτόν.

Καί, ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ἀναφέρει σχετικά, ὅτι εἶναι προτιμώτερη καί πιό ἀναγκαία ἡ προσευχή ἀπό τήν ἀναπνοή μας. Οὔτε στιγμή δέν παύομε νά ἀναπνέωμε. Ἔτσι, οὔτε στιγμή δέν πρέπει νά παύωμε νά προσευχώμαστε. Καί, ὅλη μας ἡ ζωή, ὅλες μας οἱ κινήσεις, ὅλες μας οἱ ἐνέργειες, πρέπει νά εἶναι μία προσευχή.

Αὐτά δέν εἶναι, ὅπως ἤδη εἴπαμε, ὡραῖα λόγια, ἀλλά εἶναι ἐντολές. Καί, στήν συνέχεια τῶν συνάξεών μας, πρῶτα θά ἀναφέρωμε ποιά εἶναι τά τρία κύρια στάδια τῆς προσευχῆς, ὅτι στήν ἀρχή δηλαδή πρέπει νά τήν λέμε ψιθυριστά, ἴσα-ἴσα νά ἀκούη τό αὐτί τί λέγει τό στόμα, ἰδιαίτερα ὅταν εἴμαστε μόνοι μας καί δέν γινώμαστε ἀντιληπτοί ἀπό τούς ἄλλους. Ὕστερα, νά τήν λέμε νοερά, νά τήν κρατᾶμε μέ τόν νοῦ μας, καί τέλος, ἐάν ὁ Θεός εὐδοκήση, καί καρδιακά, δηλαδή μέ τήν πνευματική μας καρδιά, μέ ὅλο μας τό εἶναι. Στήν συνέχεια, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, τῶν ὁμιλιῶν μας, θά ἐξηγήσωμε, ὅτι ὁ μόνος τρόπος νά ἐπιτευχθοῦν αὐτές οἱ ἐντολές τῆς Ἐκκλησίας μας περί προσευχῆς, ὅπως τό ''ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε'', τό ''ἐγώ καθεύδω καί ἡ καρδία μου ἀγρυπνεῖ'', εἶναι ἡ προσευχή τοῦ Ἰησοῦ, τό ''Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με''.

http://www.impantokratoros.gr/33948651.el.aspx


Τρίτη 15 Δεκεμβρίου 2020

ΤΑ ΠΛΕΟΝΕΚΤΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΕΥΧΗΣ (05Ν) Ἀρχιμανδρίτης Ἀρσένιος Κατερέλος, Ἡγούμενος Ἱ. Μονῆς Ἁγίου Νικολάου Δίβρης Φθιώτιδος

 



Κατ᾽ ἀρχάς, νά εὐχηθῶ σέ ὅλους σας, ἔστω καί λίγο καθυστερημένα, Καλή καί Ἁγία Τεσσαρακοστή μέ πλουσία τήν πνευματική σας καρποφορία. Μέ νηστεία, καί σέ ποιότητα, καί σέ ποσότητα, γιατί ἡ νηστεία εἶναι ἡ ἀρχή κάθε καλοῦ. Εἶναι τό Α τῆς πνευματικῆς ζωῆς. Εἶναι τό πρῶτο βῆμα, ἰσχυροποιεῖ τήν θέλησι, σταυρώνεται ὁ ἄνθρωπος, ὠφελεῖται ὁ ὀργανισμός, διότι γίνεται μιά κάποια σχετική ἀποτοξίνωσις, καί, πάνω καί πέρα ἀπ᾽ ὅλα, κάνομε ὑπακοή εἰς τήν ἁγία μας Ἐκκλησία κι ἔτσι θάβομε τόν ἐγωκεντρισμό μας. Ἐπειδή, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ἀπαιτεῖται ταπείνωσις ἀπό τόν ἄνθρωπο γιά νά νηστέψη. Γιά νά νηστέψη δηλαδή, ὄχι ὅποτε θέλει ὁ ἴδιος, ἤ γιά ἄλλους λόγους, ἀλλ᾽ ὅποτε καί ὅπως ὁρίζη ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία καί ἐπειδή ἀκριβῶς αὐτό εἶναι ἐντολή τοῦ Θεοῦ.

Πρίν ὅμως προχωρήσωμε στήν συνέχεια τῆς καρδιακῆς προσευχῆς, νά συμπληρώσωμε τήν ἀπάντησί μας σέ κάποια ἀπορία, ἡ ὁποία μεταξύ τῶν ἄλλων μᾶς ἐρωτοῦσε, ἄν εἶναι ἐμφανεῖς οἱ καρποί τῆς εὐχῆς τοῦ Ἰησοῦ.

Εἴχαμε πῆ, ἄν ἐνθυμῆσθε, ὅτι, ὅσο προχωράει ὁ ἄνθρωπος καί πολεμάει στό πνευματικό του μέτωπο, τότε ἀνάλογα καί ἀντίστοιχα, ἐπιτρέπει, παραχωρεῖ δηλαδή ὁ Θεός, νά πολεμήση, ὁ ἑκάστοτε ἀγωνιστής, καί μέ πιό δυνατούς, μέ πιό ἰσχυρούς, μέ πιό ὕπουλους ἀντιπάλους. Ἔτσι, δέν καταλαβαίνει πάντα ἄμεσα, τήν πρόοδό του ὁ ἀγωνιστής. Ἄλλωστε, τό καθαρό κέρδος ἀπό τόν πνευματικό ἀγῶνα δέν εἶναι τόσο ὁ ἴδιος ὁ πνευματικός ἀγῶνας, αὐτός καθ᾽ ἑαυτός, ἀλλά ἡ πραγματική ταπείνωσις πού προκύπτει ἀπό αὐτόν. Καί ὁ ἄνθρωπος δέν στεφανώνεται γιά τίς ἀρετές καί τούς ἀγῶνες του, ἀλλά στεφανώνεται γι᾽ αὐτήν τήν ταπείνωσι, πού εἶναι ἀπόρροια τοῦ προσωπικοῦ του πνευματικοῦ ἀγῶνα καί ἡ ὁποία ἀποκτᾶται ἀκριβῶς μετά ἀπό αὐτόν.

Ἀλλά, γιά νά ἔλθη ἡ ταπείνωσις, πρέπει ἀπαραίτητα, μά ἀπαραίτητα, νά παραχωρηθοῦν πειρασμοί. Χωρίς ἀγῶνα, ἡ ταπείνωσις νά ξέρετε, ἤ εἶναι νόθος, ἤ ἔστω τῶν ἀρχαρίων. Δέν εἶναι ἡ πλουτοποιός ταπείνωσις τῶν πραγματικῶν ἀγωνιστῶν. Καί χωρίς πειρασμούς, δέν μπορεῖς ἄνθρωπέ μου νά γνωρίσης τήν ἀδυναμία σου. Πάντα θά ἔχης ἄγνοια, δέν θά ξέρης τόν ἑαυτό σου, θά πετᾶς στά σύννεφα, θά ἔχης μαῦρα πνευματικά μεσάνυκτα. Χωρίς πειρασμούς δέν μπορεῖς νά ταπεινωθῆς πραγματικά.

Εἶναι ὄντως μυστήριο. Ὅσο περισσότερο ὁ ἄνθρωπος προχωρεῖ πνευματικά, σωστά ἐννοεῖται, τόσο περισσότερο βλέπει πόσο, μά πόσο, πίσω εἶναι. Καί νά δῆ κάποια βελτίωσι, ταυτόχρονα μέ τήν βελτίωσι, βλέπει τότε καθαρώτερα, πιό ρεαλιστικά, πιό ὀρθά, πιό ξάστερα, πόσο ὑστερεῖ. Καί αὐτό, τοῦ δίνει ἀκριβῶς νέα ὤθησι γιά νέες πνευματικές ἀποφάσεις καί πνευματικούς ἀγῶνες.
Ὅποιος κάνει κάποια πνευματική προσπάθεια καί μέ αὐτήν αἰσθάνεται αὐτάρκεια, νομίζει δηλαδή ὅτι αὐτό εἶναι ἀρκετό καί δέν χρειάζεται κάτι περισσότερο, αὐτός δέν ἔχει καταλάβει τίποτε ἀπό τό τί θά πῆ ὀρθή πνευματική ζωή, τό τί θά πῆ γνήσια Ὀρθόδοξη πνευματικότητα. Ἀγνοεῖ ὅτι ἡ τελειότης, καί αὐτῶν ἀκόμη τῶν τελείων, εἶναι ἀτέλεστος. Ὅπως λένε οἱ Ἅγιοι Πατέρες ''ἡ τῶν τελείων ἀτέλεστος τελειότης''. Καί αὐτή ἡ κατάστασις ἐπεκτείνεται καί στήν ἄχρονη αἰωνιότητα.

Βέβαια, ἡ πρόοδος τῶν σεσωσμένων εἰς τήν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, πού θά ἔλθη μετά τήν Δευτέρα Αὐτοῦ φρικτή Παρουσία, θά γίνεται ἄκοπα. Ὄχι ὅπως τώρα δηλαδή, πού γιά νά προοδεύση κανείς πρέπει νά χύση, πνευματικά ἐκλαμβανόμενο, αἷμα. Τώρα ἡ πρόοδος γίνεται μόνο μετά ἀπό πνευματικό ἱδρῶτα. Ἀκόμη καί αὐτή ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος, ἡ ὁποία ξεπερνᾶ σέ δόξα, ἀσύγκριτα μάλιστα, καί αὐτά τά Χερουβείμ καί τά Σεραφείμ, σήμερα, τήν στιγμή πού ὁμιλοῦμε, ἄν τό θέλετε, εἶναι ἁγιωτέρα ἀπό χθές. Καί αὔριο θά εἶναι ἁγιωτέρα ἀπό σήμερα. Ἄκοπα ὅπως εἴπαμε. Καί θά εἶναι ἁγιωτέρα ἀπό σήμερα, μέ τήν ἔννοια, ὅτι θά εἶναι δεκτικωτέρα περισσοτέρου θείου Φωτός, διότι ἁπλούστατα τό θεῖο Φῶς δέν εἶναι δεξαμενή πού κάποτε στερεύει.

Βέβαια, γιά νά τό ξεδιαλύνωμε μιά γιά πάντα, ὁ ἄνθρωπος ὅσο περισσότερο προοδεύει, τόσο περισσότερο βλέπει τό πόσο πίσω εἶναι. Αὐτή ἡ νέα κατάστασις δέν ἔχει καμμία σχέσι μέ τήν μελαγχολία, τήν ἀπογοήτευσι καί ὅλα τά συνεπακόλουθα αὐτῶν. Ἁπλῶς αἰσθάνεται μέν ἀσύγκριτα καλύτερα ἀπό πρίν, παρ᾽ ὅλα αὐτά ὅμως ἔχει μία καλή καί σωτήρια ἀνησυχία, ἡ ὁποία αὐτή καλή ἀνησυχία εἶναι ὑπερτέρα πάσης νηφαλιότητος, πάσης ἠρεμίας, πάσης εἰρήνης. Καί αὐτή ἡ καλή ἀνησυχία τόν ὠθεῖ στό νά προχωρήση σέ νέους ἀγῶνες καί σέ νέες πνευματικές καταστάσεις, ἐφ᾽ ὅσον μπροστά του βλέπη ὅτι τοῦ ἀνοίγονται νέοι πνευματικοί ὁρίζοντες. Ὅπως λένε οἱ ἅγιοι Πατέρες, αἰσθάνεται ὁ ἄνθρωπος ἕναν ''ἀκόρεστο κορεσμό''. Ἐνῶ δηλαδή αἰσθάνεται γεμᾶτος, ταυτόχρονα μέ αὐτό τό ''γέμισμα'' αἰσθάνεται καί μία ὤθησι γιά νέους ἀγῶνες. Βέβαια αὐτά εἶναι μυστήρια τοῦ Πνεύματος καί τά καταλαβαίνουν μόνον ὅσοι ἀγωνίζονται. Πῶς δηλαδή ὁ ἄνθρωπος αἰσθάνεται γεμᾶτος καί ταυτόχρονα θέλει νά γεμίση ἀκόμη, μά ἀκόμη, πιό πολύ.

Ἄς μή μᾶς φαίνεται παράξενο, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί. Οἱ ἀνθρώπινες λέξεις, τά ἀνθρώπινα λεκτικά σχήματα δέν μποροῦν νά ἀποδώσουν ἐπαρκῶς τά φαινόμενα τῆς πνευματικῆς ζωῆς, δέν μποροῦν νά τά ὁλοκληρώσουν, οὔτε κἄν, καλά-καλά νά τά προσεγγίσουν. Ἄν μυστήριο καλύπτη τήν ζωή γύρω μας καί μέσα μας, κατά γενική ὁμολογία ὅλων, κατά μείζονα λόγο μυστήριο ἀνεξάντλητο ὑπάρχει στά πνευματικά φαινόμενα, πού ἐκπηγάζουν ἀπό τόν Θεό καί κατευθύνονται στά λογικά Του κτίσματα, τά ὁποῖα Τόν ἀναζητοῦν.

Ἄς μοῦ ἐπιτραπῆ ὅμως στό σημεῖο αὐτό, νά συμπληρώσωμε καί κάτι ἀκόμη στήν σχετική ἐρώτησι, πού ἐρωτᾶ ἐάν καταλαβαίνη ὁ ἀγωνιζόμενος μέ τήν εὐχή τήν προσωπική του πρόοδο.
Σέ αὐτό ἀπαντοῦμε, ὅτι στήν ἀρχή τοῦ πνευματικοῦ ἀγῶνα, ὁ Θεός ἀπό συγκατάβασι μᾶς προσεγγίζει.

Καί ἕνας ἀπό τούς τρόπους προσεγγίσεώς Του εἶναι νά μᾶς δίνη κάποιες πνευματικές ''καραμέλες'' γιά νά μᾶς προσελκύση, γιά νά μᾶς γλυκάνη μέ τήν Χάρι Του, γιά νά μᾶς τραβήξη καί νά μᾶς ξεκολλήση ἀπό τήν ἁμαρτία. Γιατί ἡ ἁμαρτία, ἰδιαίτερα στήν ἀρχή, μᾶς ἐξαπατᾶ. Φαίνεται πολύ γλυκειά, ἄσχετα ἄν τελικά βέβαια, ἀργά ἤ γρήγορα ὁδηγῆ σέ ἀφάνταστη πικρία, καί σέ αὐτήν τήν ζωή, καί πολύ περισσότερο στήν αἰωνία ζωή.

Στήν ἀρχή λοιπόν τῆς πνευματικῆς στροφῆς μας αἰσθανόμεθα, κάποιες στιγμές, αἰσθητά τήν Χάρι τοῦ Θεοῦ. Ὅταν κάνωμε κάποια πνευματική στροφή, τό αἰσθανόμεθα αὐτό. Αἰσθανόμεθα μία κατάνυξι, μία ὄρεξι, πού πρίν ὅλα αὐτά γιά μᾶς ἴσως ἦταν καί ἀνεξήγητα.

Μετά ὅμως μέ τόν καιρό, φαινομενικά, ὁ ἄνθρωπος αἰσθάνεται τήν ἄρσι, τό σήκωμα, τό πάρσιμο τῆς Χάριτος, ἀνάλογα βέβαια μέ τήν περίπτωσι, διότι οἱ περιπτώσεις τῶν πνευματικῶν καταστάσεων καί τῶν ἀγωνιζομένων εἶναι ἀναρίθμητες καί πολυποίκιλες. Καί αὐτήν τήν στιγμή φυσικά δέν μπαίνομε σέ λεπτομέρειες. Ἁπλῶς ἐδῶ ἀναφέρομε ὅτι, ἄν τυχόν κάποιος ἐνδιαφέρεται, τόν παραπέμπομε στόν Ρῶσο ἀρχιμανδρίτη Σωφρόνιο πού ἔγραψε τό βιβλίο μέ τίτλο '' Ἅγιος Σιλουανός ὁ Ἀθωνίτης'' καί ὅπου ἀλλοῦ θέλει. Στήν Πατερική Γραμματολογία ἐπεξηγεῖται τό πῶς αἴρεται ἡ Χάρις στούς ἀγωνιζομένους.

Λοιπόν, φαινομενικά ὁ ἄνθρωπος ἀπό κάποια στιγμή καί μετά, ἀρχίζει νά βιώνη τήν ἄρσι τῆς ἀρχικῆς Χάριτος, τό πάρσιμό Της. Καί ἀναγκάζεται πλέον νά παλαίψη μέ τά πάθη, πού πρῶτα ἦσαν θαμμένα μέσα του, καί ἀπό τά ὁποῖα ἴσως πάθη ἐνόμιζε, ἐσφαλμένα βέβαια, ὁ ἀγωνιστής, ὅτι ἀπαλλάχθηκε, δῆθεν, μιά γιά πάντα. Γι᾽ αὐτό ποτέ μά ποτέ, δέν πρέπει νά ξεθαρρεύωμε στήν πνευματική ζωή, ἕως τελευταίας μας πνοῆς. Ὅπως ἔλεγε ὁ σοφός ἱερέας, ὁ π. Ἐπιφάνιος Θεοδωρόπουλος: ''Σάρξ-πλάξ''. Δηλαδή, τά πάθη τῆς σάρκας, καί ὄχι μόνο αὐτά βέβαια, μόνο ἡ ταφόπλακά μας θά τά σταματήση. Πρίν μπῆ ἡ ταφόπλακα ἀπό πάνω μας, πάντα ὑπάρχει, ἀνα πᾶσα ὥρα καί στιγμή, ὁ κίνδυνος τά πάθη τῆς σάρκας νά ἐκδηλωθοῦν μέ τήν α´ ἤ β´ μορφή.

Ἐπαναλαμβάνομε λοιπόν ὅτι, ἀπό κάποια στιγμή καί μετά, φαίνεται ὅτι ἡ Χάρις ἐγκαταλείπει τόν ἀγωνιστή ἄνθρωπο, ἀλλά στήν πραγματικότητα, αὐτή ἡ ἴδια ἡ Χάρις, μυστικά τοῦ δίνει τήν δύναμι, τήν ψυχική ἀντοχή, τό κουράγιο νά ἀντέξη στίς διάφορες ὀδυνηρές πνευματικές δοκιμασίες. Διότι, ἄν στήν πραγματικότητα ὄντως μᾶς ἐγκατέλειπε ἡ θεία Χάρις, τότε αὐτόματα θά πέφταμε στό κενό, ὅπως ἔλεγε σχετικά ὁ μακαριστός Γέροντας Παΐσιος, καί μάλιστα σέ μεγάλη ἡλικία εὑρίσκετο τότε, λίγο πρίν τόν θάνατό του. Τί ἔλεγε; Ἀκοῦστε λόγο: «Ἄν μέ ἐγκαταλείψη ἡ Χάρις, θά μέ δῆτε πρῶτον νά χορεύω στίς ταβέρνες, στίς διασκεδάσεις, στά μπουζούκια». Συγγνώμη πού τά λέμε λίγο ἁπλᾶ, ἀλλά ἔτσι ἀκριβῶς τά ἔλεγε, γελῶντας χαριτωμένα ὁ Γέροντας, γιά νά δείξη ὅτι ὅλα ὅσα ἔχομε τά ὀφείλομε στήν θεία Χάρι.

Ἡ Χάρις βέβαια δέν ἐγκαταλείπει ποτέ τόν ἄνθρωπο, ἐκτός καί ἄν εἶναι μόνιμα ὑπερήφανος, ἤ ἐκτός ἄν, τελικά, ἐμεῖς οἱ ἴδιοι, ἐν ψυχρῷ ἐγκαταλείψωμε τήν Χάρι καί γενικώτερα παρατήσωμε καί ἀχρηστεύσωμε τά διάφορα θεῖα ὅπλα, τά ὁποῖα μᾶς ἔχουν δοθῆ, γιά τόν πνευματικό μας ἀγῶνα. Ἀκόμη λοιπόν καί τότε πού ὁ ἄνθρωπος βιώνει τήν ἄρσι τῆς Χάριτος καί δοκιμάζεται καί πάσχει, οὐσιαστικά καί τότε μέ μυστικό τρόπο, ἡ ἴδια ἡ Χάρις τόν ἐνισχύει. Καί, ἄς γίνωμε ἀκόμη πιό παραστατικοί. Θυμηθεῖτε τόν Μέγα Ἀντώνιο, πού ἐπί δέκα ἕξι ὁλόκληρα χρόνια ἔπασχε συνεχῶς ἀπό τά δαιμόνια. Καί τί πειρασμούς δέν τοῦ προξενοῦσαν! Καί μόνο μετά ἀπό τήν δοκιμασία αὐτή, τόν περιέλαμψε θεῖο Φῶς καί εἶπε στόν Χριστό, ὅταν τοῦ ἐνεφανίσθη: «Ποῦ ἤσουν, Κύριε;» Καί τοῦ εἶπε ὁ Χριστός: «Δίπλα σου ἤμουν Ἀντώνιε καί παρακολουθοῦσα τούς ἀγῶνες σου».

Ἔτσι συμβαίνει συνήθως στά πνευματικά. Στήν ἀρχή, κάποια χαρά δοκιμάζει ὁ ἀγωνιζόμενος. Μετά ὅμως, δοκιμασίες πολλές, ἀνάλογα βέβαια μέ τήν δεκτικότητα τοῦ ἀνθρώπου καί μέ τό ἀντίστοιχο θεῖο σχέδιο. Λοιπόν, στήν ἀρχή χαρά, καί μετά δοκιμασίες πολλές. Καί, ἐάν ὁ ἄνθρωπος δέν κάνη πίσω  - ἐδῶ φαίνονται τά παλληκάρια, στήν πρᾶξι - ἐάν δέν ἀπογοητευθῆ, ἀλλά συνεχίση νά ἀγωνίζεται, νά πάσχη, ἔ, μετά, ἀκολουθεῖ ἀσύγκριτη, μεγαλυτέρα πνευματική χαρά.

Θέλω νά πιστεύω, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ὅτι ἔστω καί λίγοι ἔχουν αὐτή τήν μικρή γευσούλα τῆς Χάριτος. Ἀλλά πολύ φοβᾶμαι, ὅτι ἄν ὄχι ὅλοι μας, σχεδόν ὅλοι μας, μετά, δέν δείχνομε τή ἀπαιτουμένη καρτερία στίς πνευματικές δοκιμασίες πού ἀκολουθοῦν, καί δέν κάνομε ἀγῶνα ὅπως πρέπει, καί ἔτσι, στερούμεθα, ἀλλοίμονο μας, τήν μεγάλη χαρά πού ἀκολουθεῖ καί πού ὅταν ἔλθη, ξεπερνᾶ σέ ἀπόλαυσι, σέ ποσότητα, σέ ποιότητα, κάθε ἐμπειρία αὐτῆς τῆς ζωῆς. Αὐτή ἡ οὐράνια χαρά εἶναι ἀνώτερη ἀπό κάθε ἀπόλαυσι αὐτῆς τῆς ζωῆς, εἴτε αὐτή ἡ ἀπόλαυσι εἶναι νόμιμη, εἴτε εἶναι παράνομη. Ὁ,τιδήποτε γήινο, καί τό πιό ἐπαινετό, ὠχριᾶ μπροστά στήν γοητεία καί στήν ἡδονή, ἡ ὁποία προξενεῖται ἀπό αὐτήν τήν πνευματική χαρά.

Ὅπως μᾶς ἔλεγε ὁ π. Παΐσιος, στήν ἀρχή ὁ Θεός μᾶς δίνει ἕνα πνευματικό γλυκάκι γιά νά μᾶς τραβήξη ἀπό τήν ἁμαρτία. Μετά ὅμως μᾶς δίνει τά ἀπαραίτητα ἐργαλεῖα γιά νά κουρασθοῦμε προσωπικά καί νά φτιάξωμε μόνοι μας γλυκά, νά φτιάξωμε πνευματικό ''ζαχαροπλαστεῖο''. Νά γίνωμε πνευματικοί ''ζαχαροπλάστες''. Ἀλλά αὐτό, θέλει κόπο. Θέλει τήν ἰδική μας ἐργασία πρῶτα. Ἤ, ὅπως ἔλεγε, πάλι ὁ ἴδιος Γέροντας, ἀκόμη πιό παραστατικά: «Ὅταν ἔχης ἕνα μικρό δενδράκι, ἕνα μικρό φυτό, στήν ἀρχή, αὐτό τό μικρό φυτό θέλει μόνο πότισμα, θέλει μόνο ''χάϊδεμα''. Μετά ὅμως, ὅταν μεγαλώση λίγο, ἄν δέν τό κλαδέψης τό φυτό, τό δένδρο, ὅσο καί νά τό ποτίζης, δέν κάνει τήν προβλεπόμενη προκοπή, δέν βγάζει δηλαδή τούς ἀναμενόμενους καρπούς».

Ἔ, κάπως ἔτσι ἰσχύει καί στά πνευματικά. Γιά νά βγοῦν πνευματικοί καρποί, χρειάζεται ἀπαραίτητα πνευματικό κλάδεμα, χρειάζεται πνευματική ἐγχείρησις. Ὁ ἅγιος Σιλουανός ὁ Ἀθωνίτης, στίς ἀρχές μέν εἶχε φοβερή ἐπίσκεψι τῆς Χάριτος καί μάλιστα εἶδε τόν ἴδιο τόν Χριστό μέσα σέ θεῖο Φῶς. Μετά ὅμως τόν ἐγκατέλειψε - ἐξ ὑποκειμένου πάντα, ἐννοεῖται - ἡ Χάρις, καί τότε εἶχε ἐπί χρόνια φοβερό μαρτύριο δαιμονικῶν προσβολῶν. Ἔπασχε συνεχῶς ἀπό λογισμούς. Ἐπί παραδείγματι, ἄλλες φορές τοῦ ἔλεγαν οἱ λογισμοί ὅτι ἦταν ἅγιος καί ἄλλες φορές τοῦ ἔλεγαν ὅτι θά χανόταν. Ἀφοῦ νά σκεφθῆτε, ἔκανε στρωτές μετάνοιες καί ἔβλεπε μπροστά του δαιμόνια μεταμορφωμένα νά κάθωνται ὄρθια καί νά σαρκάζουν. Καί εἶχε τήν πικροτάτη αἴσθησι, ὅτι προσκυνοῦσε, μέ τίς μετάνοιες πού ἔκανε, ὄχι τόν Χριστό, ἀλλά τόν διάβολο.

Σέ μᾶς βέβαια δέν ὑπάρχουν τέτοιες περιπτώσεις, οὔτε διαβόλους νά δοῦμε, οὔτε τίποτε ἀπό αὐτά. Ἀλλά, ξέρεις τί εἶναι ἀδελφέ μου, νά κάνης μετάνοια, νά προσκυνᾶς τόν Θεό, καί νά βιώνης ὅτι προσκυνᾶς, ἀντί γιά τόν Χριστό, τόν διάβολο; Νά μή τύχῃ τέτοιο πρᾶγμα! Καί ἐν συνεχείᾳ, ἔλεγε ὁ Ἅγιος Σιλουανός: «Ἄν δέν εἶχα δεχθῆ τήν πρώτη δυνατή Χάρι, δέν θά ἄντεχα, οὔτε ἕνα βράδυ, τό δαιμονικό αὐτό μαρτύριο. Ἀλλά, ἦταν τόσο ἔντονη, γλυκειά καί καθοριστική αὐτή ἡ Χάρις πού δέχθηκα, πού ἄντεξα, ἐπί πολλά χρόνια, ἀναρίθμητες τέτοιες μακάβριες δαιμονικές νύχτες». Καί σέ κάποια ἄλλη συνάφεια, ἔλεγε ὁ Ἅγιος Σιλουανός στόν Χριστό: «Κύριε, θέλω νά προσευχηθῶ καί δέν μέ ἀφήνουν οἱ λογισμοί». Καί τότε ἄκουσε θεϊκή φωνή πού τοῦ ἔλεγε: «Ἔτσι ὑποφέρουν οἱ ὑπερήφανοι». Καί ἐν συνεχείᾳ, ἄκουσε τό περίφημο καί γνωστό σας πλέον: «Κράτα τόν νοῦ σου στόν ᾅδη, καί μήν ἀπελπίζεσαι». Νά ἔχης, δηλαδή, συντετριμμένο νοῦ καί νά μή στενοχωριέσαι γι᾽ αὐτά πού σοῦ συμβαίνουν.

Αὐτά, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ὡς πρός τήν ἀπορία αὐτή. Ἐπειδή τά θεωρήσαμε πολύ βασικά καί χρήσιμα, γι᾽ αὐτό καί τά ἀναφέραμε, γιατί πολλοί ἀπό μᾶς, ἐνῶ στήν ἀρχή κάνωμε κάποιο ἀγῶνα, μετά, μέ τό παραμικρό, τά παρατᾶμε, ἀγνοῶντας τά ''παιχνίδια'' τῆς Χάριτος. Ἔ, πῶς νά τό κάνωμε; Θέλομε καί ἐκεῖ Παράδεισο, καί ἐδῶ Παράδεισο; Συνέχεια; Δέν γίνεται. Ὁ Παράδεισος γιά νά κατακτηθῆ θέλει πολύ κόπο. Τί λέγει ὁ Ἅγιος Ἰσαάκ; «Ἀδελφέ μου, ἄνθρωπέ μου, θέλεις νά ἀνεβῆς στόν οὐρανό καί ὑπολογίζεις κόπους καί πόνους καί θυσίες; Δέν βλέπεις πῶς κινοῦνται οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι γιά ἄλλες κοσμικές ὑποθέσεις; Διδάξου ἀπό αὐτούς».

Καί ἐν προκειμένῳ, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ἡ προσευχή τοῦ Ἰησοῦ, νά τό ξέρωμε καλά, θέλει πολύ ἀγῶνα, θέλει καρτεροψυχία, θέλει πολύ ὑπομονή, δέν γίνεται σέ ἕνα βράδυ, σέ δύο βράδυα, σέ ἕναν μῆνα νά ἐπιτύχωμε αὐτά τά ὁποῖα θά θέλαμε. Βέβαια, τό ἀνώτερο ἀπ᾽ ὅλα εἶναι ἡ ἀπέκδυσις τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου. Αὐτό κυρίως πρέπει νά ζητοῦμε διά τῆς προσευχῆς. Θέλει ὅμως πολύ ὑπομονή καί πολύ κόπο. Δέν μοῦ ἀρέσει νά σᾶς τά ὡραιοποιῶ. Θέλω νά σᾶς λέγω τήν ἀλήθεια.
Μία ἄλλη ἀπορία εἶναι ἡ ἑξῆς: '' Ἄν ἐπιτρέπεται ἡ προσευχή γιά τούς ἀλλοθρήσκους''.

Σέ αὐτήν, ἐλλείψει χρόνου, ἀπαντοῦμε ἐπιγραμματικά: Φυσικά καί ἐνδείκνυται καί ἐπιβάλλεται νά προσευχώμεθα καί γιά τούς ἀλλοθρήσκους. Γι᾽ αὐτούς, ἐπί παραδείγματι, ἡ προσωπική μας προσευχή, μέ τό κομβοσχοίνι, ἤ χωρίς αὐτό, ἄς εἶναι ὡς ἑξῆς: Νά λέμε ''Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησε τόν δοῦλο σου τάδε, ἤ τούς δούλους σου τάδε''. Θά τά ἀναλύσωμε ὅμως ὅλα αὐτά καί πιό κάτω. Ὅμως, δέν πρέπει τά ὀνόματα αὐτά τῶν ἀλλοθρήσκων ἤ τῶν αἱρετικῶν, ὅταν δέν εἶναι Ὀρθόδοξοι δηλαδή, νά τά δίνωμε στούς ἱερεῖς γιά νά μνημονεύωνται στά Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας μας, στίς Θεῖες Λειτουργίες, στήν Προσκομιδή, κλπ. Δηλαδή, σέ καμμία περίπτωσι, δέν πρέπει αὐτά τά ὀνόματα νά μνημονεύωνται στήν Θεία Λειτουργία.

Αὐτά, εἴχαμε νά ποῦμε ὡς προς τίς σχετικές μέ τό θέμα μας ἀπορίες.
Τώρα, ἄς ὑπενθυμίσωμε, ὅτι στό θέμα τῆς προσευχῆς τοῦ Ἰησοῦ, εἴχαμε φθάσει, στήν προηγουμένη σύναξί μας, στό τρίτο στάδιο τῆς προσευχῆς, ὅπου ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ, στήν κατάστασι αὐτή, μέ τήν καρδιά του, χωρίς πλέον καμμία βία ἤ ἀνθρωπίνη προσπάθεια, νά λέη τήν εὐχή, εἴτε ἐργάζεται χειρωνακτικά, εἴτε ἀκόμη καί διανοητικά, ἀκόμη καί ὅταν κοιμᾶται. Αὐτή ἡ κατάστασις, τό ξανατονίζομε, εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ. Καί τά δῶρα Του τά δίνει ὁ Θεός ὅποτε Ἐκεῖνος κρίνει καί θέλει. Ἀλλά δέν πρέπει νά ξεχνᾶμε, ὅτι τά δῶρα Του τά δίνει ὁ Θεός σέ ὅσους, καί μόνο σέ ὅσους, ἀγωνίζονται, καί μάλιστα σωστά.

Μία φορά, ὁ νεοφανείς Ἅγιος Σιλουανός ὁ Ἀθωνίτης κουβέντιαζε μέ κάποιον ἄλλον ἀγωνιστή μοναχό. Καί ἔλεγε ὁ ἄλλος μοναχός στόν Ἅγιο Σιλουανό: «Ὅλα καλά, ὅταν κάνω κάποια χειρονακτική ἐργασία, μπορεῖ ταυτόχρονα νά λέγεται καί ἡ εὐχή μέ τόν νοῦ μου. Τήν κρατάω καλά μέ τόν νοῦ μου. Ἀλλά, ὅταν κάνω μιά πρᾶξι πού θέλει ἰδιαίτερη προσοχή, εἶναι δηλαδή διανοητική ἐργασία, τότε δέν μπορῶ, ταυτόχρονα, νά κρατήσω καί τήν εὐχή στό μυαλό μου γιατί τό μυαλό μου εἶναι ἀφοσιωμένο, πέρα γιά πέρα, εἰς τήν ἐργασία ἐκείνη». Αὐτά ἐκμυστηρεύθηκε ὁ μοναχός ἐκεῖνος στόν Ἅγιο Σιλουανό. Τότε, ὁ Ἅγιος Σιλουανός χαμογέλασε ἐλαφρά, μέ πόνο καί ἀγάπη, καί τοῦ εἶπε: «Σέ μᾶς, δέν συμβαίνει ἔτσι...». Μόνο αὐτήν τήν φρασούλα τοῦ εἶπε. Καί ἐννοοῦσε φυσικά, ὅτι κατεῖχε τήν καρδιακή προσευχή. Δηλαδή ὅ,τι καί νά ἔκανε, εἴτε εὑρίσκετο ἀνάμεσα σέ τόσους ἐργάτες, πού εἶχε μεγάλη ὑπευθυνότητα τότε ὁ ἅγιος Σιλουανός ὡς οἰκονόμος πού ἦτο εἰς τό Μοναστήρι - ἄν ἐνθυμοῦμαι καλά -, παρά δηλαδή τίς ἐργασίες πού εἶχε, παρά τό πλῆθος τῶν ἐργατῶν πού κατηύθυνε, παρά τίς τόσες ἐξωτερικές, πολλές φορές, ἀντιξοότητες πού ἀντιμετώπιζε, μέσα του κρατοῦσε αὐτήν τήν καρδιακή προσευχή, ὡς δῶρο Θεοῦ.

Καί στό σημεῖο αὐτό, ἄς κάνωμε μία παρένθεσι. Ἄλλωστε, πιστεύω, οἱ πιό πολλοί θά τό γνωρίζετε. Πρόκειται γιά τόν π. Φώτιο ἀπό τήν Μυτιλήνη, ἕναν χαριτωμένο παππούλη, πολύ μεγάλης ἡλικίας τώρα, πού εἶχε λειτουργήσει στό Μοναστήρι καί μᾶς εἶχε ἐπισκεφθῆ ἀρκετές φορές, ὁ ὁποῖος προσωπικά ἐγνώρισε τόν πατέρα τότε Σιλουανό, νῦν Ἅγιο Σιλουανό. Τότε, μεταξύ τῶν ἄλλων, μᾶς διηγήθηκε ὁ π. Φώτιος καί τό ἑξῆς:

Αὐτό συνέβη, ὅταν ἦτο ὁ π. Φώτιος νέο καλογέρι εἰς τό Ἅγιον Ὄρος. Τότε πῆγε κάποια στιγμή, γιά κάποια δουλειά, στό Ρωσικό Μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος, εἰς τό ὁποῖο ἀσκήτευε ὁ π. τότε Σιλουανός. Ἐκεῖ λοιπόν, κάποια στιγμή, ὁ παπα-Φώτιος χρειάσθηκε, γιά κάποια δουλειά, τόν π. Σιλουανό. Τόν ἀνεζήτησε καί ἀφοῦ δέν τόν εὕρισκε, στήν συνέχεια ἐπῆγε καί ἐκτύπησε τήν πόρτα τοῦ κελλιοῦ του, ὅπως ἦτο φυσικό. Ὁ Ἅγιος Σιλουανός ὅμως, ἄν καί συμπτωματικά ἐκοιμᾶτο, ἀμέσως ἐσηκώθηκε καί ἤρεμα καί πρόθυμα ἐξυπηρέτησε τόν π. Φώτιο. Καί μάλιστα ἔμεινε μαζί του γιά ἀρκετή ὥρα, ἐπειδή ἐπρόκειτο γιά δουλειά σοβαρή πού ἀπαιτοῦσε πολύ χρόνο. Τοῦ ἔκανε δέ πολύ καλή ἐντύπωσι, τοῦ π. Φωτίου, ἡ προθυμία, ἡ ἠρεμία, ἡ καλωσύνη τοῦ Ἁγίου Σιλουανοῦ. Ὅταν ὅμως μετά ἀπό λίγο, ὅλα αὐτά τά ἀνέφερε, εὐχαριστημένος καί αὐθόρμητα, σέ κάποιους ἄλλους μοναχούς πού ἀσκήτευαν τότε στό Ρωσικό Μοναστήρι, ὅταν δηλαδή ὁ π. Φώτιος εἶχε ἀποχαιρετήσει τόν π. Σιλουανό, τότε ἔμαθε, ὅτι ὁ Ἅγιος Σιλουανός, τήν στιγμή πού τόν ξυπνοῦσε ὁ π. Φώτιος, ἀκριβῶς πρίν ἀπό λίγο εἶχε πάει στό κελλί του γιά νά ξεκουρασθῆ ὕστερα ἀπό ὁλονύκτια ἀγρυπνία. Καί τότε ἐθαύμασε, ὁ π. Φώτιος, ἀκόμη πιό πολύ τήν πραότητα τοῦ Ἁγίου Σιλουανοῦ καί τήν κρυφή ἐσωτερική του ἐργασία, πού δηλαδή δέν τοῦ ἀνέφερε οὔτε μία λεξούλα σάν παράπονο, ὅπως «ξέρεις, εἶμαι ἀπό ἀγρυπνία, περίμενε λίγο, κλπ.». Τίποτε ἀπό αὐτά. Τέτοια λεπτότης, τέτοια διάκρισις ἐχαρακτήριζαν τόν Ἅγιο Σιλουανό. Δέν τοῦ εἶπε: «Ξέρεις, μόλις ξάπλωσα. Ἄν θέλης, ἔλα ἀργότερα, δέν μπορῶ τώρα,...». Οὔτε ἔκανε ἔστω ἕναν ὑπαινιγμό. Τέτοια ἐντύπωσι ἔκανε τοῦ π. Φωτίου ὅλη αὐτή ἡ στάσι τοῦ Ἁγίου Σιλουανοῦ, πού ὅλα αὐτά τοῦ ἔμειναν γιά τόσα πολλά χρόνια μέσα στήν διάνοιά του. Τόσο μεγάλη ἐντύπωσι, πού ἀρκεῖ νά σκεφθῆ κανείς, ὅτι μᾶς τά διηγήθηκε μετά ἀπό 60 περίπου, ἴσως καί περισσότερο, χρόνια. Νέο καλογέρι τότε, γέρων τώρα, καί τά θυμόταν σάν νά ἦταν χθές, σάν νά ἦταν αὐτήν τήν στιγμή.

Λοιπόν, ἄς συνεχίσωμε:
Ὁ π. Παΐσιος ἐπισκέφθηκε κάποιον μοναχό στά τελευταῖα του, ὁ ὁποῖος ξεψυχοῦσε. Ἐκεῖνος ὁ μοναχός, ἀπό ὑπερβολική ταπείνωσι, ἔλεγε στόν π. Παΐσιο, ὅτι ἐπέρασε μία ὁλόκληρη ζωή στήν ματαιότητα, στήν ἁμαρτία. Ἔλεγε: «Εἶμαι σκέτη ἁμαρτία. Δέν ἔκανα τίποτε». Τότε ὁ π. Παΐσιος, γιά νά τοῦ δώση θάρρος, ἐπειδή ἐγνώριζε τήν κρυφή του πνευματική ἐργασία, τοῦ εἶπε: « Ἄς ἀφήσωμε τά ἄλλα, τό παρελθόν. Ἐν τάξει. Δέν ἔκανες τίποτε. Τώρα, ὅταν κοιμᾶσαι ἀδελφέ, ἡ εὐχή δέν λέγεται ἀπό μόνη της;» Καί ἀπήντησε ὁ ψυχορραγῶν μοναχός: «Ἔ αὐτό γίνεται, τοὐλάχιστον. Αὐτό ἔλειπε νά μή γινόταν καί αὐτό!» Δηλαδή, λίγο-πολύ τό ἐθεωροῦσε φυσικό νά γίνεται ἡ προσευχή στόν ὕπνο, νά ἐνεργῆται ἀπό μόνη της. Καί ἱκανοποιημένος ἀπό αὐτήν τήν ἀπάντησι ὁ π. Παΐσιος εἶπε στόν μοναχό αὐτόν, πρό τοῦ τέλους του: «Ἔ, ἀφοῦ αὐτό γίνεται, μή φοβᾶσαι γιά τό οὐράνιο ταξεῖδι σου. Ὅλα θά πᾶνε καλά. Ὁ Θεός θά σέ σώση».

Συγχωρέστε με, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ἀλλά τώρα μοῦ ἔρχονται κι ἄλλες σχετικές ἱστορίες ἀπό τό Ἅγιον Ὄρος. Μοῦ ἔρχεται εἰς τό μυαλό ἕνα παρόμοιο περιστατικό, πού μᾶς τό ἐδιηγεῖτο πάλι ὁ π. Παΐσιος:

Κάποτε ψυχορραγοῦσε ἕνας ρουμᾶνος μοναχός. Αὐτός ἦταν ὑποτακτικός σέ κάποιον Γέροντα - καί οἱ δύο ἦσαν πολύ μεγάλης ἡλικίας. Ὅταν ψυχορρραγοῦσε ὁ ὑποτακτικός, πῆγε, ἀνήμερα τῆς Παναγίας, ἔτσι συνέπεσε, ἕνας πρακτικός γιατρός ἀπό ἐκεῖ κοντά, ὀνόματι Δανιήλ. Αὐτός ὁ γιατρός πῆγε γιά νά προσφέρη στόν ψυχορραγοῦντα ὑποτακτικό τίς τελευταῖες ἀνθρώπινες δυνατές βοήθειες. Τότε ἀπεγνωσμένα ὁ Γέροντας τοῦ ψυχορραγοῦντος μοναχοῦ ἔλεγε μέ ἀγωνία πρός τόν πρακτικό γιατρό, σέ σπαστά Ἑλληνικά - γιατί, ὅπως ἤδη ἀναφέραμε, ἦτο Ρουμᾶνος: «Μή Ντανῆλο - Δανιήλ, δηλαδή -, μή κάνης τίποτε. Ἄσε καλύτερα, νά πεθάνη σήμερα. Γιατί, σήμερα εἶναι μεγάλη γιορτή. Εἶναι τῆς Παναγίας. Γιατί, καί νά κάνης κάτι, ἤ θά πεθάνη αὔριο, ἤ μεθαύριο. Καλύτερα νά πεθάνη σήμερα, πού εἶναι γιορτή. Μεγάλη εὐλογία. Εἶναι τῆς Παναγίας». Ἄς μή κάνωμε σχόλια τώρα τό πῶς ἀντιμετωπίζομε ἐμεῖς τέτοιες καταστάσεις....

Αὐτή ἡ μέθοδος τῆς προσευχῆς τοῦ Ἰησοῦ, ἔχει τρία κύρια μεγάλα πλεονεκτήματα:
Κατ᾽ ἀρχάς, δέν ἀπαιτοῦνται εἰδικές συνθῆκες τόπου καί χρόνου. Δέν θέλει δηλαδή νά ἔχωμε δικό μας εἰδικό χῶρο, εἰδικό δωμάτιο, βιβλία, καί ἄλλον ἐξοπλισμό. Μποροῦμε νά λέμε τήν εὐχή παντοῦ καί πάντοτε, εὐκαίρως-ἀκαίρως, εἴτε ὅταν εἴμαστε ἀπερίσπαστοι, εἴτε παράλληλα καί ταυτόχρονα μέ ἄλλες ἀσχολίες. Καί ὅταν ταξειδεύωμε, καί ὅταν κάνωμε ὁποιαδήποτε δουλειά, καί ὅταν περπατᾶμε, καί στά διαλείμματα τῶν ἐργασιῶν, καί ἀνά πᾶσα ὥρα καί στιγμή, ὅπως ἤδη ἔχομε ἐξηγήσει. Μέ μία λέξι, δέν ὑπάρχει ἀκατάλληλη στιγμή γιά τήν εὐχή τοῦ Ἰησοῦ. Πάντα ἐνδείκνυται, πάντα ἐπιβάλλεται. Ὄχι ἁπλῶς ἐπιτρέπεται, ἀλλά καί ἐπιβάλλεται. Πάντα εἶναι ὠφέλιμη, πάντα εἶναι σωτήρια. Καί ἀντί συνεχῶς νά σκεπτώμεθα καί νά ἀκοῦμε ἕνα σωρό ἄλλα πράγματα πού, ἄν δέν εἶναι βλαβερά, εἶναι τό ὀλιγώτερο ἀνώφελα καί μάταια, καί τά ὁποῖα μᾶς κουράζουν, μᾶς ἀποπροσανατολίζουν, μᾶς θολώνουν τό μυαλό, ἀντί λοιπόν νά κάνωμε ὅλα αὐτά, μποροῦμε νά δίνωμε, ἄν ὄχι πάντα, τοὐλάχιστον ἀπό καιροῦ εἰς καιρόν, ὡς στερεά πνευματική τροφή, στόν ἑαυτό μας, τήν εὐχή τοῦ Ἰησοῦ. Αὐτό εἶναι τό πρῶτο μεγάλο πλεονέκτημα. Δέν ἀπαιτεῖται εἰδικός χῶρος, δέν ἀπαιτοῦνται εἰδικές συνθῆκες.

Δεύτερο μεγάλο πλειονέκτημα πού ἔχει αὐτός ὁ τρόπος τῆς προσευχῆς, εἶναι ὅτι δέν ἀπαιτεῖται ἰδιαίτερος προσωπικός μας φιλολογικός καί θεολογικός καταρτισμός. Δέν χρειάζονται ἰδιαίτερες γνώσεις. Διότι, πολλά τά αἴτια μέν, ἄς μή κρυβώμαστε δέ. Λίγο πολύ, ὅλοι μας ὑστεροῦμε σέ θεολογικο-φιλολογική κατάρτησι καί δέν καταλαβαίνομε, ἐξ αἰτίας αὐτοῦ, τά ἐξαίσια, κατά τά ἄλλα, βαθειά, βαθύτατα, νοήματα τῶν τροπαρίων, πού ψάλλονται εἰς τήν ἁγία μας Ἐκκλησία κατά τήν διάρκεια τῶν ἱερῶν ἀκολουθιῶν. Ἐπειδή, γιά νά καταλάβη κάποιος καλά τά ἐξαίσια αὐτά τροπάρια, πρέπει νά ξέρη, καί τήν Παλαιά Διαθήκη, καί τήν Καινή Διαθήκη, καί τούς βίους τῶν Ἁγίων, τά συγγράμματα τῶν Ἁγίων, ἐκκλησιαστική ἱστορία, δογματική, νά ξέρη καί κάποια ἀρχαῖα Ἑλληνικά. Καί πολλές φορές, ἄν εἶναι ἰαμβικοί οἱ στίχοι τῶν τροπαρίων, ὅπως κατά τά Χριστούγεννα, Θεοφάνεια καί κάποιες ἄλλες γιορτές, πρέπει νά ξέρη καλά ἀρχαῖα Ἑλληνικά. Καί ὅλα αὐτά βέβαια, ἐφ᾽ ὅσον ἀποδίδωνται σωστά καί ἀπό τούς ἱεροψάλτες.

Ὅπως καταλαβαίνετε, ὅλα αὐτά γιά νά συντρέχουν ταυτόχρονα, δέν εἶναι καί τόσο εὔκολο, γιά νά μή ποῦμε ὅτι εἶναι πολύ δύσκολο. Ὁπότε εἶναι φυσικό πολλές φορές, νά αἰσθανώμεθα κάποια ἀνία κατά τήν διάρκεια τῶν ἀκολουθιῶν μέσα στόν ναό. Γιατί, ἄν δέν καταλαβαίνη κάποιος τί ἀκούει, ὅσο καί ἄν ὑπάρχη ἕνα ἐξαίσιο πνευματικό κλῖμα ἀπό τήν ψαλμωδία, δέν εἶναι παράξενο νά αἰσθάνεται ἀνία. Ὁπότε, ἀντί νά ἔχωμε πολλές φορές αὐτό τό ὄχι σωτήριο αἴσθημα, ἐπειδή ἀκριβῶς δέν καταλαβαίνομε τό νόημα τῶν λεγομένων, εἶναι πολύ ὠφέλιμο καί χρήσιμο, παράλληλα μέ τό ἐξαίσιο πνευματικό κλῖμα τό ὁποῖο δημιουργεῖται μέ τήν βυζαντινή ψαλμωδία, νά λέμε παράλληλα, κάπου - κάπου, καί τήν εὐχή τοῦ Ἰησοῦ, τό ''Κύριε, Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με''. Ἤ, ἐάν ἐκείνη τήν στιγμή τό τροπάριο ἀναφέρεται στήν Παναγία, μποροῦμε νά λέμε τό ''Ὑπεραγία Θεοτόκε, σῶσον με'', ἤ, ἄν κάποιο τροπάριο ἀναφέρεται σέ κάποιον Ἅγιο, νά λέμε ''Ἅγιε τοῦ Θεοῦ, πρέσβευε ὑπέρ ἐμοῦ''. Εἶναι πολύ πιό χρήσιμο, πολύ πιό ὠφέλιμο.

Βέβαια, στό σημεῖο αὐτό νά ποῦμε ὅτι φταῖμε λίγο-πολύ ὅλοι μας, πού, ἐνῶ μαθαίνωμε ξένες γλῶσσες, ἐνῶ μαθαίνωμε ἕνα σωρό ἄλλα πράγματα, βλαβερά, ἀνώφελα, δέν κάνομε μία προσπάθεια νά βελτιώσωμε τά Ἑλληνικά μας, τά ἀρχαῖα Ἑλληνικά μας. Καί σέ λίγο, θά ἔλθουν νά μᾶς τά μάθουν οἱ Γερμανοί καί οἱ ξένοι γιατί, ὅπως πάει τό πρᾶγμα, θά τά ἔχωμε ξεχάσει. Τί νά μᾶς μάθουν δηλαδή οἱ ξένοι; Τήν δική μας ἐξαισία γλῶσσα! Καί αὐτό εἶναι μεγάλη μας ντροπή. Τί λέγω γιά τά Ἀρχαῖα Ἑλληνικά. Ἐδῶ, καλά - καλά, δέν ξέρομε τήν ἁπλῆ καθαρεύουσα καί μέ αὐτά τά μονοτονικά συστήματα, πού εἶναι ντροπή πού τά υἱοθετήσαμε, δέν ξέρω κι ἐγώ τί νά πῶ, σέ λίγο, θά πᾶμε καί στό ἀτονικό σύστημα. Ἀλλά, ἄς μή ξεφύγω ἀπό τό θέμα μας. Ὅμως ἄν κάνωμε μία προσπάθεια καί ἀπό μόνοι μας, μποροῦμε νά βελτιωθοῦμε στό θέμα αὐτό.

Ἀλλά, καί πέραν τούτου, ἄν μεγάλοι Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας, ὅπως τῆς τάξεως τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, εὑρῆκαν μεγαλυτέρα πνευματική ἀνάπαυσι καί ὠφέλεια στήν εὐχή τοῦ Ἰησοῦ, παρά στά πολλά λόγια τῶν ἄλλων προσευχῶν, παρά στήν Ὑμνολογία, πόσῳ μᾶλλον ἐμεῖς, πού ὅπως εἴπαμε στερούμεθα τόν ἀπαραίτητο θεολογικό καί φιλολογικό καταρτισμό.

Βέβαια, γιά νά εἴμαστε πιό ὁλοκληρωμένοι καί γιά νά μήν ὑπάρχη καί καμμία παρανόησις, κατά γενική ὁμολογία, στήν ἀνθρωπίνη μας φύσι ταιριάζει ἡ ἀλλαγή, ἡ ποικιλία. Διαφορετικά δημιουργεῖται στόν ἄνθρωπο μία μορφή πνευματικοῦ μουχλιάσματος. Ὁπότε, εἶναι πιό ξεκούραστο, πιό φυσικό, πιό ὠφέλιμο καί πιό ἀποδοτικό, ἄλλοτε νά ψάλλωμε ἐσωτερικά, ἤ ἐξωτερικά, καί ἄλλοτε νά λέμε τήν εὐχή τοῦ Ἰησοῦ ψιθυριστά, ἤ νοερά. Τό ἕνα δέν ἀντιμάχεται τό ἄλλο. Ἴσα-ἴσα, τό ἕνα συμπληρώνει καί βελτιώνει τό ἄλλο. Ἔτσι εἶναι ἡ ἀνθρωπίνη μας φύσις. Διότι ὅ,τι ὑπάρχει στήν ἁγία μας Ἐκκλησία, εἶναι ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι κατατεθειμένο. Καί, ἄν κάνωμε διακριτική χρῆσι ὅλων αὐτῶν, μεγιστοποιεῖται ἡ προσωπική μας πρόοδος. Ἄλλωστε, αὐτά δέν μπαίνουν σέ καλούπια.

Ἐπί παραδείγματι: Ὅταν λέμε μία προσευχή, ἤ ἀκοῦμε στήν ἐκκλησία μία προσευχή, εἴτε εἶναι ψαλμωδία, εἴτε εἶναι ψαλμός τοῦ Δαυΐδ, εἴτε εἶναι ὁ,τιδήποτε ἄλλο, ἅμα κάποιος συγκεκριμένος στίχος μιᾶς προσευχῆς μᾶς κεντήση ἰδιαίτερα, μᾶς ''τρυπήση'', μᾶς κατανύξη, ἄν μιλήση ἰδιαίτερα μέσα μας, τότε, ὄχι μόνο δέν εἶναι ἁμαρτία νά ἀδολεσχοῦμε γύρω ἀπό αὐτόν τόν στίχο, ἀλλά ἐπιβάλλεται καί συμφέρει πνευματικά αὐτή ἡ ἐργασία.

Αὐτά λένε οἱ Ἅγιοι Πατέρες. Καί ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος τονίζει περίπου τό ἑξῆς: «Μή χάσης, λέγει, τήν εὐκαιρία αὐτή, γιατί, διά μέσου αὐτοῦ τοῦ στίχου, διά μέσου αὐτοῦ τοῦ λογισμοῦ, διά μέσου αὐτοῦ τοῦ φαινομένου, σέ ἐπισκέφθηκε ὁ Θεός, γιά νά συγχωρεθοῦν οἱ ἁμαρτίες σου, γιά νά φωτισθῆς καί γιά πολλούς ἄλλους λόγους». Βλέπετε, στήν Ὀρθοδοξία δέν ὑπάρχουν ποτέ συνταγές, ποτέ δέν ὑπάρχουν πνευματικά καλούπια. Πάντα ὑπάρχει ἡ διάκρισις, πού εἶναι ἡ συνισταμένη ὅλων τῶν πνευματικῶν φαινομένων καί ὅλων τῶν πνευματικῶν ἀρετῶν.

Ἀλλά, ἄς μή ξεφύγωμε πιό πολύ.
Καί τό τρίτο μεγάλο πλεονέκτημα πού ἔχει αὐτή ἡ εὐχή τοῦ Ἰησοῦ, πού ἔμμεσα τό προαναφέραμε, εἶναι ὅτι ἡ ἐνέργεια τῆς εὐχῆς αὐτῆς μένει ἀκεραία, θά λέγαμε, καί μετά τό πέρας τῆς προσευχῆς.
Γιά παράδειγμα, ὅποιος λέγει τήν εὐχή ψιθυριστά, ὅταν δηλαδή εἶναι μόνος του, τότε, σιγά-σιγά, καί χωρίς νά τό καταλαβαίνη, ὅταν εὑρεθῆ σέ δημόσιο χῶρο, τοῦ ἔρχεται ἡ εὐχή ἀπό μόνη της καί τήν λέγει μέ τόν νοῦ του. Δηλαδή, συνεχίζει ἡ ἐνέργεια τῆς προσευχῆς μετά τό τελείωμά της.

Αὐτά, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, εἴχαμε νά ποῦμε ὡς πρός τά τρία κύρια πλεονεκτήματα πού ἔχει ἡ προσευχή τοῦ Ἰησοῦ ἔναντι τῶν ἄλλων θεαρέστων προσευχῶν.

Τώρα ἐπίσης, ἐκτός ἀπό τόν ἑαυτό μας, ἐνδείκνυται νά προσευχώμεθα, μέ τόν ἴδιο πάντα τρόπο, γιά ὁλόκληρη τήν οἰκογένειά μας, γιά ἄτομα στά ὁποῖα αἰσθανόμεθα κάποια πνευματικῆς ἤ ὑλικῆς φύσεως εὐγνωμοσύνη, γιά ἀνθρώπους πού ἔχουν κάποια εἰδική ἀνάγκη, περιπέτεια, συμφορά, κάποια ἀρρώστεια, καί γενικῶς, γιά ὁλόκληρη τήν ἀνθρωπότητα καί γιά ὅλους τούς ζῶντας λέγοντας ''Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησον ἡμᾶς''. Καί τοῦτο ἐπειδή ἡ ἀνθρωπότης, πιό πολύ ἀπό ὅλα, πάσχει ἀπό ἔλλειψι προσευχῆς. Καί ὅ,τι πολλές φορές δέν ἐπιτυγχάνομε μέ ἕνα σωρό διδασκαλίες, ἐκβιασμούς, τσακωμούς, ἀπειλές, δοσοληψίες, συζητήσεις, πού τελειωμό δέν ἔχουν καί πολλές φορές μᾶς φθείρουν καί μᾶς βγάζουν ἐκτός τόπου καί χρόνου, μποροῦμε νά τό ἐπιτύχωμε μέ τήν προσευχή τοῦ Ἰησοῦ, γιατί αὐτή κρύβει μέσα της τεραστία πνευματική δύναμι. Μποροῦμε λοιπόν νά ἀναφέρωμε κάποια ἰδιαίτερα συγκεκριμένα ὀνόματα μία μόνο φορά εἰς τήν ἀρχή, καί μετά, ὅσες φορές θέλομε, νά λέμε γενικά ''Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησον ἡμᾶς''. Εἴχαμε πῆ δηλαδή στήν ἀρχή ''Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ἐλέησε τούς δούλους σου τάδε, τάδε, τάδε, καί ὅλην τήν ἀνθρωπότητα''. Μετά, συνεχίσαμε νά λέμε ''Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησον ἡμᾶς'',  ''Κύριε, Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησον ἡμᾶς''..... Στό ''ἡμᾶς'' συμπεριλαμβάνονται, ὅλη ἡ ἀνθρωπότητα καί ἐπί πλέον κατά ἕναν ἐντελῶς ξεχωριστό καί ἰδιαίτερο τρόπο, τά ὀνόματα πού προαναφέραμε τήν πρώτη μόνο φορά στήν ἀρχή.

Δέν χρειάζεται δηλαδή νά ζαλιζώμαστε συνεχῶς μέ πολλά ὀνόματα καί νά τά ἀναφέρομε συνεχῶς, γιατί αὐτό διαχέει τήν πνευματική μας προσοχή καί οὔτε εἶναι ἐφικτόν καί δυνατόν νά τούς θυμηθοῦμε ὅλους. Γι᾽ αὐτό, μποροῦμε νά λέμε ἐπί πλέον καί ἐν κατακλεῖδι: ''Καί τοῖς ἐντειλαμένοις ἡμῖν τοῖς ἀναξίοις εὔχεσθαι ὑπέρ αὐτῶν''. Ὁ Θεός γνωρίζει γιά ποιούς θέλομε νά προσευχηθοῦμε, ποιούς θά ἔπρεπε νά ἀναφέρωμε καί ποιούς λησμονήσαμε ἐν τῇ ἀδυναμίᾳ μας. Ἔτσι, ἄς ἀφήσωμε τόν Θεό νά κατευθύνη Ἐκεῖνος αὐτήν τήν ταπεινή μας προσευχή, ὅπου ὑπάρχει ἀνάγκη, ὅπου πρέπει, ὅπου εἶναι τό θεῖο Του θέλημα. Δηλαδή, ἐμεῖς νά λέμε ''Κύριε, Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησον ἡμᾶς'', ἀναξίως βέβαια, καί νά ἀφήνωμε τόν Θεό νά ἐνεργῆ γιά λογαριασμό μας.
Αὐτά, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, εἴχαμε νά ποῦμε γιά σήμερα.

Ἄς σταματήσωμε ἐδῶ καί θά συνεχίσωμε, πρῶτα ὁ Θεός, τήν ἑπόμενη φορά.

Ἀρχιμανδρίτης Ἀρσένιος Κατερέλος,
Ἡγούμενος Ἱ. Μονῆς Ἁγίου Νικολάου Δίβρης Φθιώτιδος
(Ἑσπερινή ὁμιλία στόν Ἱ. Ναό Παναγίας Δεσποίνης Λαμίας κατά τό ἔτος 1999)

Γέρων Ἐφραὶμ Κατουνακιώτης Ἱερομόναχος - Πνευματικὲς νουθεσίες Περὶ Νοερᾶς Προσευχῆς, Δακρύων καὶ Χάριτος

 




Νὰ λέγῃς παιδί μου τὴν εὐχή, «Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησόν με», ἡμέρα καὶ νύχτα συνέχεια. Ἡ εὐχὴ θὰ τὰ φέρῃ ὅλα. Ἡ εὐχὴ περιέχει τὰ πάντα, περικλείει τὰ πάντα, αἴτησι, παράκλησι, πίστι, ὁμολογία, θεολογία κλπ. Ἡ εὐχὴ νὰ λέγεται χωρὶς διακοπή.

Ἡ εὐχὴ θὰ φέρῃ ὀλίγον κατ᾿ ὀλίγον εἰρήνη, γλυκύτητα, χαρά, δάκρυα. Ἡ εἰρήνη καὶ ἡ γλυκύτης θὰ φέρουν περισσότερον εὐχή, καὶ ἡ εὐχὴ κατόπιν, περισοτέραν εἰρήνη καὶ γλυκύτητα κλπ. Θὰ ἔρθῃ στιγμή, ποὺ ἂν θὰ σταματᾷς τὴν εὐχή, θὰ αἰσθάνεσαι ἄσχημα.

Ὅταν ὁ μοναχός, βρῇ αὐτὴ τὴν χαρὰ καὶ τὴν εἰρήνη ἀπὸ τὴν εὐχή, τότε θεωρεῖ σκύβαλα ὅλα τὰ τοῦ κόσμου. Τότε δοξάζει τὸν Θεόν, ποὺ τὸν ἅρπαξε ἀπὸ τὴν ματαιότητα τοῦ κόσμου. Τότε, σκέπτεται, τί θὰ εἶναι ἄραγε ἐκεῖ εἰς τὸν Παράδεισον, ἂν τὸν ἀξιώσῃ ὁ Κύριος, ἐφόσον ἐδῶ χορταίνει ἀπὸ χάρι, ἐφόσον ἐδῶ νοιώθει τέτοια μακαριότητα. Σκέπτεται τί θὰ εἶναι ἄραγε ἐκεῖνα τὰ ἀνέκφραστα ἀγαθά!

Ἡ εὐχὴ λοιπὸν θὰ φέρῃ τὴν εἰρήνη καὶ τὴν γλυκύτητα, καὶ κατόπιν θὰ φέρῃ τὰ δάκρυα. Μόνα τους θὰ ἔρχονται τὰ δάκρυα. Εἶναι ἕνα ἄλλο σκαλοπάτι τὰ δάκρυα. Πρῶτα θὰ εὕρῃς μὲ τὴν εὐχὴν μία χαρά, μία εἰρήνη καὶ γλυκύτητα. Πρῶτα θὰ νοιώσῃς αὐτά, καὶ κατόπιν ἐφόσον θελήσῃ ὁ Θεός, μπορεῖ νὰ γευθῇς κι ἄλλες καταστάσεις. Π.χ. μία ἁρπαγὴ τοῦ νοός, κλπ.

Ἐσὺ παιδί μου λέγε τὴν εὐχή. Πίεζε τὸν ἑαυτόν σου νὰ λέγῃς τὴν εὐχή. Οἱανδήποτε ἐργασία κι ἂν κάνῃς, λέγε τὴν εὐχή. Ἐνίοτε δυσκολεύεσαι νὰ λέγῃς τὴν εὐχὴ ταυτοχρόνως εἰς τὴν ἐργασία σου. Θὰ ἔρθῃ ὅμως καιρός, ὅπου ἐνῷ θὰ κάνῃς οἱανδήποτε ἐργασία, ἐνῷ θὰ ἔχῃς οἱανδήποτε ἀπασχόλησι, θὰ λέγῃς ταυτοχρόνως καὶ τὴν εὐχή. Θὰ λέγεται μόνη της ἡ εὐχή. Τρόπον τινά, σὰν νὰ ἔχῃς δυὸ ἐγκεφάλους. Ὁ ἕνας θὰ λέγῃ τὴν εὐχήν, καὶ ὁ ἄλλος θὰ ἐκτελῇ οἱανδήποτε ἐργασία, οἱανδήποτε ἀπασχόλησι.

Ἡ ἁρπαγὴ τοῦ νοὸς εἶναι προχωρημένη κατάστασις. Γίνεται ἀπὸ τὸν Θεόν, ἀπὸ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα. Ἁρπάζεται καὶ ἀνέρχεται ὁ νοῦς εἰς ὕψη δυσθεώρητα. Τότε αἰσθάνεσαι, ὅτι ἔφυγε ὁ νοῦς σου. Τότε ὁ νοῦς ὁδηγεῖται ἀπὸ τὴν δύναμιν τοῦ Θεοῦ. Τὸν ὁδηγεῖ ὅπου θέλει ὁ Θεός. Τότε εἴτε δοξολογεῖ τὸν ἄπειρον Θεόν, δηλαδὴ ὁδηγεῖται εἰς δοξολογίαν, εἴτε βλέπει μυστήρια Θεοῦ.

Ἡ εὐχὴ ποὺ λέγομεν, μᾶς καθαρίζει ὀλίγον κατ᾿ ὀλίγον ἀπὸ τὰ πάθη.

Πολὺ φοβᾶται ὁ διάβολος τὴν εὐχή. Φοβᾶται τὴν εὐχή, ποὺ σὰν πύρινος κύκλος, περικλείει τὸν εὐχόμενον. Ὅπως ἀνέφερα ὅταν ὁμίλησα περὶ ὑπακοῆς, ὁ δαιμονισμένος ἐκεῖνος, ποὺ ἦτο εἰς πλησίον ἐδῶ κελλί, ὅταν ἔγινε καλὰ λόγω τῆς ὑπακοῆς του, μοῦ ἔλεγε: Λέγοντας τὴν εὐχή, ἔβλεπα τὸν δαίμονα ἀπέναντί μου νὰ ταράσσεται. Στὴν δεύτερη εὐχὴ ἐταράσσετο περισσότερον. Στὴν τρίτη ἐγένετο ἄφαντος.

Ἐγὼ κάποτε ὅταν ἤμουν ἀρχάριος, πολεμήθηκα ἀπὸ τὸν διάβολο. Εἶχα σαρκικὸ πόλεμο. Ξάπλωσα νὰ κοιμηθῶ, ἀλλὰ ὁ πόλεμος τῆς σαρκὸς δυνατός. Ἤρχισα μὲ ζέσι νὰ λέγω τὴν εὐχή. Τότε μεταξὺ ὕπνου καὶ ξύπνου βλέπω ἕνα ὄνειρο, ἕνα ὅραμα: Ἀπέναντι εἰς τὴν ἐξώπορτα, ἤτανε ἕνας δαίμονας, ὅπως τὸν περιγράφουν πατέρες, μὲ κέρατα, μὲ μαῦρα φτερά, κ.λ.π., καὶ κάγχαζε. Δὲν ἠδύνατο ὅμως νὰ πλησιάσῃ εἰς τὸ κελλί μου! Συνῆλθα. Πῆγα καὶ τὸ διηγήθηκα κατόπιν εἰς τὸν Γ. Ἰωσήφ. Μοῦ λέγει: Βλέπεις παιδί μου, ὅτι μὲ τὴν εὐχή, τὸν κρατᾷς εἰς τὴν ἐξώπορτα, καὶ δὲν μπορεῖ νὰ σὲ πλησιάση!

Εἰς ἕνα μοναχό, εἰσήρχοντο λογισμοὶ βλασφημίας. Τοῦ λέγαμε νὰ λέγῃ τὴν εὐχὴ συνέχεια, χωρὶς διακοπή. Αὐτὸς τὸ δικό του. Δὲν ἤκουε. Ἔκανε κι ἄλλες παρακοές. Διὰ τὸν μοναχὸν αὐτόν, προσηύχετο καὶ ὁ Γ. Ἰωσὴφ κι ἐγὼ πάρα πολύ. Μία φορά, μετὰ ἀπὸ πολὺ προσευχὴ ποὺ ἔκανα δι᾿ αὐτόν, σὰν νὰ μὲ πῆρε ὁ ὕπνος. Τότε βλέπω σὲ ἀπόστασι τινά, ὡσὰν νὰ ἦτο μιὰ γυναῖκα, ἡ ὁποία τραγουδοῦσε καὶ τὸν μοναχὸν διὰ τὸν ὁποῖον προσευχόμουν πρίν, νὰ πηγαίνει πρὸς τὰ ἐκεῖ. Τὸν φωνάζω μὲ τὸ ὄνομά του. Αὐτὸς τίποτε. Δὲν σταματᾷ. Συνεχίζει νὰ πηγαίνῃ πρὸς τὰ ἐκεῖ. Τὸν ξαναφωνάζω. Αὐτὸς πάλι δὲν σταματᾷ. Διὰ τρίτη φορὰ φωνάζω. Πάλι δὲν σταματᾷ. Συνῆλθα. Πληροφορήθηκα οὕτω, ὅτι αὐτὸν δὲν τὸν πειράζει ὁ διάβολος. Δηλαδὴ μόνος του, θεληματικά, πηγαίνει πρὸς τὸν διάβολον. Αὐτὸς μόνος του εἶναι πειρασμός!

Ἡ νοερὰ προσευχὴ ὀλίγον κατ᾿ ὀλίγον, φέρνει τὸν ἄνθρωπον εἰς τὴν πρώτην χάριν τοῦ βαπτίσματος.

Προσοχὴ νὰ μὴ λυπήσῃ ὁ ἕνας τὸν ἄλλον. Ὅταν λυπηθῇ ὁ ἀδελφός, δὲν μπορεῖς νὰ κάνῃς προσευχή. Σβήνει ἡ προσευχή!

Ὁ Γ. Ἰωσὴφ ἔλεγε εἰς τοὺς ὑποτακτικούς του: Ἀπὸ ἐσᾶς δὲν θέλω τίποτε. Ἐγὼ θὰ μαγερεύω. Ἐγὼ θὰ σᾶς διακονῶ. Ἀπὸ σᾶς θέλω μόνον μέρα νύχτα προσευχή, μετάνοια, κυρίως δάκρυα. Τίποτε ἄλλο δὲν θέλω, μόνον βία εἰς τὴν προσευχήν, καὶ δάκρυα μέρα – νύχτα.

Μιὰ φορὰ εὑρισκόμενος εἰς τὴν Ἁγίαν Ἄννα, εἰς τὸ κελλὶ τοῦ τιμίου Προδρόμου, καὶ θέλοντας νὰ προσευχηθῶ δὲν μποροῦσα, διότι κάτω ἀπὸ τὸ κελλὶ ἐγίνετο μεγάλος θόρυβος, πολὺ φασαρία καὶ φωνές. Σκεπτόμουνα πῶς θὰ κάνω προσευχὴν μὲ τόσον θόρυβον. Τότε λέγοντας τὴν εὐχὴ μὲ τὸ στόμα, δοκίμασα νὰ μπῶ μέσα μου, εἰς τὸν ἑαυτόν μου. Προσπαθοῦσα καὶ προσευχόμουν νὰ μὲ βοηθήσῃ ὁ Κύριος! Ἐπὶ μίαν ὥρα δὲν ἄκουγα τίποτε. Ὅταν βγῆκα, ὅταν συνῆλθα, βρὲ λέγω, ποῦ βρισκόμουνα ἐπὶ τόσην ὥρα; Τότε κατάλαβα σχετικὰ μὲ τὴν νοερὰ προσευχήν.


Ἐπιστολὴ Γέροντος Ἐφραὶμ πρὸς γυναικεία Ἱερὰ Μονή

Κατουνάκια 22-7-74

Ἐν Χριστῷ ἀγαπημένες μου ψυχές. Εὔχομαι ἡ χάρις τοῦ Παναγίου Πνεύματος νὰ κυματίζῃ μέσα σας. Δὲν γνωρίζω τί ἀκριβῶς σας ἔχει πῇ ὁ ἀγαπητός μου ἀδελφὸς καὶ σεβαστὸς Γέροντάς σας γιὰ μένα. Πάντως ὡς συμπεραίνω, ἡ ἀγάπη του γιὰ μένα ὑπερβαίνει τὸ ὅριον τῆς ἀληθείας καὶ ἀκριβείας. Δὲν θὰ τολμοῦσα οὔτε κατὰ διάνοιαν νὰ σᾶς ὁμιλήσω, διότι γνωρίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχει κενόν τι εἰς τὰς ὁμιλίας του πρὸς ἐσᾶς, γιὰ νὰ ἔλθω τώρα ἐγὼ νὰ τὸ συμπληρώσω, ἢ καὶ νὰ τὸ πληρώσω, ἀλλὰ ἀφοῦ μὲ παρακαλεῖτε, ἢ μᾶλλον μὲ πιέζετε νὰ σᾶς γράψω κάτι, ὄχι τί καινὸν εἰς τὰ τοῦ Γέροντός σας, ἀλλὰ τὸ ἴδιον μὲ ἄλλους λόγους, ἅς σας ἀκούσω, ἶνα μὴ φανῶ παρήκοος.

Γνωρίζω, ὅτι γράφω πρὸς ψυχάς, αἱ ὁποῖαι ἀπαρνήθηκαν τὸν κόσμον καὶ τὰ τοῦ κόσμου, καὶ ἀφιέρωσαν τὸν ἑαυτὸν τοὺς ἓξ ὁλοκλήρου γιὰ τὴν ἄλλην ζωὴν στὸν ἐπουράνιον Νυμφίον, τὸν γλυκύτατον Ἰησοῦν. Ἐνεδύθησαν τὸ ἔνδυμα, τὸ μοναχικόν. Τὸ ἔνδυμα τῆς ἀγαμίας, τῆς παρθενίας, τῆς σωφροσύνης, τῆς ὑπακοῆς, τῆς προσευχῆς. Ἔφυγαν μακρυὰ ἀπὸ τὸν κόσμον, οὐχὶ μόνον μὲ τὸ σῶμα, ἀλλὰ πολὺ περισσότερον μὲ τὸ πνεῦμα. Συναγωνίζονται νύκτα καὶ ἡμέρα μὲ τοὺς ἀσάρκους ἀγγέλους, ἐν σαρκὶ οὖσαι, εἰς τὴν δοξολογίαν τοῦ Θεοῦ. Μέρα τὴν ἡμέρα προκόπτουν (αὐτοπαρατηρώσαι ἑαυτάς) εἰς τὴν ἐξομολόγησι, εἰς τὴν ὑπακοήν, εἰς τὴν προσευχήν, καὶ γενικῶς εἰς τὴν αὐτοσυγκέντρωσιν. Τᾶς περιλούει ἡ σιωπή, ἢ μᾶλλον ἡ σμικρολογία, τὸ πένθος, τὰ ἀείρροα δάκρυα, ὁ Θεῖος ἔρως. Ὁ παρθενικὸς Θεῖος ἔρως τοῦ γλυκυτάτου καὶ ὡραιοτάτου Ἰησοῦ Χριστοῦ, καὶ δὲν παύουν οὔτε στιγμήν, ποὺ νὰ μὴ προφέρουν τὸ γλυκύτατον Αὐτοῦ ὄνομα. Ἰησοῦ μου γλυκύτατε ἐλέησόν με. Ἰησοῦ μου γλυκειὰ ἀγάπη ἐλέησόν με. Ἰησοῦ μου Νυμφίε μου ἐλέησόν με.

Βεβαίως αὐτὴ ἡ εὐχὴ δὲν εἶναι ἡ ἴδια γιὰ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, δηλαδὴ γιὰ ὅλες τὶς καταστάσεις. Ὁ ἕνας τὴν λέγει: Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησόν με. Ὁ ἄλλος τὴν λέγει: Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ Υἱὲ τοῦ Θεοῦ ἐλέησόν με. Ὁ ἄλλος: Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησόν με. Ὁ ἄλλος: Ἰησοῦ μου ἐλέησόν με. Ὁ ἄλλος: Ἰησοῦ μου, καὶ ὁ τελευταῖος δὲν προφέρει τίποτε, ἀλλὰ κάθεται σιωπώντας καὶ ἐντρυφώντας τὴ Θείαν γλυκύτητα! Εὔχομαι νὰ φθάσετε στὴν τελευταία κατάστασιν. Ὅλα ἔρχονται διὰ μέσου τῆς ὑπακοῆς. Ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος τῆς μοναχῆς, ἡ ὑπακοὴ εἶναι. Ὅλα τὰ χαρίσματα διαμέσου τῆς ὑπακοῆς χορηγοῦνται. Ὑπακοὴ = ζωή. Παρακοὴ = Θάνατος.

Συγχωρήσατε μοὶ διὰ τὴν φλυαρίαν μου.
Μὲ ἀδελφικὴν ἀγάπη καὶ ψυχικὸν σύνδεσμον.
Ἐφραίμ


Περὶ Χάριτος

Εὑρισκόμενος μία φορὰ εἰς κατάστασιν χάριτος, ἔπαυσα ἂν λέγω τὸ «Κύριε» ἀπὸ τὴν εὐχή, καὶ ἔλεγα μόνον «Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησόν με». Ὅσον περισσότερον πλήθαινε ἡ χάρις, ἔπαυσα νὰ λέγω καὶ τὸ «Χριστέ». Κατόπιν ἔπαυσα καὶ τὸ «ἐλέησόν με», καὶ ἔλεγα μόνον τὸ «Ἰησοῦ μου». Ἡ χάρις συνεχῶς ηὔξανε. Ἔφθασε στιγμή, ποὺ δὲν ἠμποροῦσα νὰ εἴπω, οὔτε τὸ «Ἰησοῦ μου», ἀλλὰ κύταζα μὲ σηκωμένη τὴν κεφαλὴ πρὸς τὰ ἐπάνω καθηλωμένος, σχεδὸν ἀκίνητος. Τότε βρίσκεται κανεὶς σὲ μιὰ προεκστατικὴ κατάστασι. Ἔχει βέβαια, ἀκόμη τὰς αἰσθήσεις του. Ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα εἶναι ἔκστασις. Εὑρισκόμενος κανεὶς σὲ αὐτὴ τὴν κατάστασιν, ἔχει μέσα του ἄρρητο γλυκύτητα, μακαριότητα, δάκρυα, θεῖον ἔρωτα, κλπ., καὶ λόγῳ τούτων τὸ σῶμα καθηλοῦται.

Τέτοια κατάστασις ἔρχεται εἰς τὸ τέλος, δηλαδὴ εἶναι τὸ τέλος, ἡ ἔκβασις τῆς καρδιακῆς προσευχῆς, γίνεται ὅταν ἐνεργήσῃ ἡ προσευχή.

Ὁ Ἀββᾶς Ἰσαὰκ λέγει, ὅτι ὅταν ἐπισκιάσῃ ἡ χάρις εἰς τὸν προσευχόμενον, νομίζει ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ παράδεισος, ἡ ἀπαρχὴ τοῦ παραδείσου. Πολλὲς φορὲς λέγοντας τὴν εὐχούλα, αἰσθάνεσαι χαρά, εἰρήνη, μακαριότητα. Πολλὲς φορὲς ἔτσι εὑρισκόμενος, εἶπα εἰς τὸν Γ. Ἰωσήφ: Καὶ εἰς κόλαση νὰ εἶμαι, δὲν μὲ πειράζει ἀρκεῖ τὴν εὐχὴ νὰ λέγω.

Ἐρώτησις: Τῆς εὐχῆς ἡ χάρις καὶ ἡ χαρὰ ποὺ σταλάζει μέσα μας, εἶναι ἱκανή, νὰ δώσῃ στὸν ἄνθρωπον, νὰ ἀποκτήσῃ γι᾿ αὐτὴν τόσην ἀγάπην ποὺ νὰ λέγῃ: μόνον τὴν εὐχὴν νὰ ἔχω, καὶ ὅπου εἶναι ἡ εὐχή, θὰ βρεθῆ καὶ ὁ παράδεισος γύρω – τριγύρω; Αὐτὸ εἶναι ἐπειδὴ ἡ εὐχὴ ἔχει τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ; Καὶ ὅπου εἶναι τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου βρίσκεται ἡ χάρις;

Ἀπάντησις: Ναί, ὅπου τὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἐνεργεῖ ἡ χάρις. Γιατί κάνομεν νοερὰ προσευχή; Γιατί ἐργαζόμεθα νοερὰ προσευχή; Γιὰ νὰ βροῦμε τὸν καρπὸν τοῦ βαπτίσματος τὸν ὁποῖον χάσαμε.

Ὅταν ἔρθῃ πάτερ μου ἡ ἐνέργεια τῆς νοερᾶς προσευχῆς, νομίζεις, ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ παράδεισος. Αὐτὸ ποὺ αἰσθάνομαι μὲ φθάνει. Δὲν θέλω τίποτε ἄλλο. Ὅταν ἔρθῃ ἡ χάρις, τότε θὰ σὲ κάνῃ χαριτωμένον. Ἀρκεῖ νὰ ἔρθῃ ἡ χάρις. Ὅλος ὁ κόπος εἶναι γιὰ νὰ ἔρθῃ καὶ νὰ ἐνεργήσῃ ἡ χάρις.


Ἐπιστολὴ εἰς πνευματικά του τέκνα

Εὔχομαι ἡ Παναγία μας πάντοτε νὰ σᾶς σκεπάζῃ. Νὰ βιάσετε τὸν ἑαυτόν σας. Νὰ κάθεσθε ἔστω τώρα στὴν ἀρχή, ἕνα τέταρτο τῆς ὥρας, καὶ κατόπιν νὰ τὸ αὐξήσετε σὲ μισὴ ὥρα, κοκ.. Νὰ κάθεσθε σὲ ἕνα κάθισμα, καὶ νὰ λέτε τὴν εὐχή: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησόν με».

Νὰ τὴν λέτε μία - μία λέξι, κατανοητά, καταληπτά. Νὰ μὴ προχωρῆτε στὴν δεύτερη λέξι, ἂν δὲν καταλάβετε τὴν πρώτην. Νὰ τονίζετε περισσότερον τὸ τελευταῖο, δηλαδὴ τὸ «ἐλέησόν με».

Θὰ σᾶς ἔρθῃ τώρα στὴν ἀρχὴ ὕπνος καὶ ῥᾳθυμία καὶ μετεωρισμὸς καὶ ἀμέλεια, ἀλλὰ ἐσεῖς γρήγορα νὰ συνέρχεσθε.

Ὅταν λέτε τὴν εὐχήν, νὰ θεωρῆτε τὸν ἑαυτόν σας τώρα στὴν ἀρχήν, ὅτι εἶσθε στὴν κόλασι, καὶ νὰ φωνάζετε κλαίοντας ζητώντας τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Μακρυὰ ἀπὸ τὴν ἀπόγνωσιν, ἀπὸ τὴν ἀπελπισίαν, καὶ τὰ ὅμοια τούτω.

Ὅσον σᾶς εἶναι δυνατὸν βιάσατε τὸν ἑαυτόν σας στὰ δάκρυα. Μὴ φοβηθῆτε, ὅταν ἀκούσετε κρότους – κτύπους.

Αὐτὸ τὸ σύστημα, αὐτὴν τὴν τάξιν θὰ τὴν κάνετε τρὶς φορὲς τὴν ἡμέρα. Πρωὶ – μεσημέρι – βράδυ. Ἐὰν δὲν μπορεῖτε τρὶς φορές, τουλάχιστον δυὸ φορὲς πρωὶ καὶ βράδυ, ἢ ἔστω μόνον τὸ βράδυ.

Κατὰ τὴν ὥρα τῆς προσευχῆς, νὰ μὴ δέχεσθε οὔτε φαντασία οὔτε μορφή, οὔτε εἰκόνα τῆς Παναγίας καὶ τοῦ Χριστοῦ, ἢ ἄλλου τινος Ἁγίου, οὔτε καὶ τὶς λέξεις τῆς εὐχῆς νὰ βλέπετε νοερῶς.

Αὐτὰ τὰ ὀλίγα τώρα στὴν ἀρχήν, τὰ δὲ ἄλλα σὺν τῷ χρόνῳ.

Μὲ ἀδελφικὴ ἀγάπη,
Ἐφραίμ


Νουθεσίαι εἰς κοσμικοὺς ποὺ τὸν ἐπισκέφθηκαν

Ἡμεῖς οἱ καλόγεροι, τὸ ὅπλο ποὺ ἔχομε, εἶναι τὸ κομβοσχοινάκι. Μάθετε νὰ ἐργάζεσθε τὸ κομβοσχοινάκι. Ἐδῶ εἰς τὸ ὄρος ποὺ ᾔλθατε, νὰ πάρετε ὅλοι ἀπὸ ἕνα κομβοσχοινάκι. Τὸ κομβοσχοίνι θὰ σᾶς ὁδηγήσῃ ἐκεῖ, ὅπου ἐσεῖς δὲν γνωρίζετε, σὲ ἀνώτερα ἐπίπεδα θὰ σᾶς ὁδηγήσῃ τὸ κομβοσχοινάκι.

«Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησόν με». Ἔχετε ἕνα πρόβλημα; Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησόν με. Ἔχετε ἕνα πειρασμὸν μὲ τὸν ἄλλον, τὸν γείτονά σας, μὲ τὸν φίλον σας, κοκ.; Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησόν με. Ἡ εὐχὴ θὰ σᾶς δώσει λύσιν τοῦ προβλήματός σας, λύσιν τοῦ ἀδιεξόδου του ὁποίου βρίσκεσθε.

Μία φορὰ μοῦ ἔτυχε ἕνας μεγάλος πειρασμός. Ἄρχισα ἔντονα τὴν εὐχή: Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησόν με Παναγία μου βοήθησέ με. Ἔκανα καὶ μία παράκλησι στὴν Γοργοεπήκοον. Δὲν ἄργησε νὰ ἔρθῃ ἡ ἀπάντησις. Τὴν τρίτην ἡμέρα ἔφυγε ὁ πειρασμός, ὅλα τακτοποιήθηκαν.

Τὸ κομβοσχοινάκι λοιπὸν Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησόν με. Ἂν συνταυτισθῆτε μὲ τὸ κομβοσχοινάκι, νὰ ξέρετε, ὅτι θὰ εὕρετε ἕνα φωτισμόν, θὰ εὕρετε ἕνα ἀνώτερο ἐπίπεδον.

Αὐτὰ τὰ ὀλίγα εἶχα νὰ σᾶς εἴπω, καὶ εὔχομαι πάντοτε ἡ Παναγία μας νὰ σᾶς σκεπάζῃ.


Περὶ νοερᾶς προσευχῆς

Ἐρώτησις (μοναχοῦ τινος Θεολόγου): Ἡ νοερὰ προσευχὴ εἶναι σὰν δρόμος, ἵνα ἔλθῃ ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ. Δὲν ὑπάρχουν ἄλλοι δρόμοι γιὰ νὰ συναντήσῃ κανεὶς τὴ χάριν;

Ἀπάντησις: Δὲν μποροῦμε νὰ περιορίσωμεν τὸν Θεὸν καὶ νὰ τοῦ ποῦμε, ἀπὸ αὐτὴν τὴν πλευρὰν νὰ μᾶς δώσῃ τὴν χάριν. Ἡ χάρις εὑρίσκεται διὰ πολλῶν μέσων. Διὰ τῆς ἐλεημοσύνης, διὰ τῆς ἐξομολογήσεως, διὰ τῆς μεταλήψεως, διὰ τῆς προσευχῆς, κλπ. Διὰ τῶν πρώτων ὅμως ἀργεῖ νὰ βρῇ ὁ ἄνθρωπος τὴν χάριν, ἐνῷ μὲ τὴν νοερὰ προσευχή, κατὰ συντομότερον δρόμον βρίσκει τὴν χάριν.

Κάνοντας ὁ ἄνθρωπος νοερὰ προσευχή, ἔρχεται σιγὰ-σιγὰ σὲ ἀπάθεια. Φεύγουν ὅλες αἱ παραφυάδες, ὅλα τὰ ζιζάνια ἀπὸ τὸ μυαλὸ τοῦ ἀνθρώπου, καὶ μένει ὁ ἄνθρωπος τρόπον τινὰ σκέτος, ὁπότε ἡ νοερὰ προσευχὴ κατόπιν κτίζει.

Ἐρώτησις: Δηλαδὴ πρῶτα θὰ γκρεμίσῃ τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ τὸν παλαιὸν ἄνθρωπον μέσα, θὰ τὸν ξεθεμελιώση, καὶ ἔπειτα θὰ κτίσῃ τὸν καινούργιο ἄνθρωπο τῆς χάριτος;

Ἀπάντησις: Ναί, κάπως ἔτσι.


Περὶ τῆς εὐχῆς

Συμβουλὲς τινές, εἰς πνευματικὸν τοῦ τέκνον: Ὅλοι οἱ ἅγιοι Πατέρες φωνάζουν. Τὴν πρώτην θέσιν τοῦ κάθε Χριστιανοῦ τὴν κατέχει ἡ προσευχή. Θέλεις νὰ κάνῃς κατάστασιν; Προσεύχου. Θέλεις νὰ σωθῆς; Προσεύχου.

Ὅλες αἱ προσευχὲς καλὲς καὶ ἅγιες εἶναι, ἀλλὰ ἡ νοερὰ προσευχή, εἶναι ἡ βασίλισσα αὐτῶν: Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησόν με. Ἀπὸ αὐτὴν τὴν μικρούλαν, ἀλλὰ παντοδύναμιν προσευχήν, ξεκίνησαν οἱ ἅγιοι πατέρες, καὶ ἔγιναν φωστῆρες τῆς ἐκκλησίας.

Λέγε συνεχῶς, ὅσο μπορεῖς περισσότερες φορὲς τὴν ἡμέρα καὶ τὴν νύχτα αὐτὴν τὴν εὐχούλα, καὶ αὐτὴ θὰ σὲ διδάξῃ αὐτὰ ποὺ θέλεις, αὐτὰ ποὺ δὲν γνωρίζεις. Βιάσου σὲ αὐτὴν τὴν εὐχούλα.


Περὶ προσευχῆς

Νουθεσίαι εἰς συγγενῆ τοῦ κόρη: Σὲ συμβουλεύω λοιπὸν νὰ προσεύχεσαι συχνά. Νὰ λέγῃς τὴν εὐχή: Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησόν με. Ὅσο μπορεῖς συγχνότερα. Νὰ βάλῃς μίαν καλὴν ἀρχήν, καὶ μὲ τὸν καιρὸν θὰ αἰσθανθῆς τὸν γλυκὸ καρπὸ – χαρά, γλυκύτητα καὶ εὐφροσύνη.

Ὅσο μπορεῖς, νὰ φυλάττῃς καθαρότητα σώματος καὶ ψυχῇς. Συστολὴ τῶν αἰσθήσεων καὶ σμικρολογία. Ἰδίως νὰ φυλάζεσαι ἀπὸ τὶς κακὲς συναναστροφές.

Καμία ἄλλη ἀρετὴ δὲν ἑνώνει τὸν ἄνθρωπον μὲ τὸν Θεόν, ὅσον ἡ προσευχή. Ὅσο γιὰ τὰ σκιρτήματα τοῦ Πνεύματος, δὲν εἶναι καιρὸς ἀκόμη, εἶναι νωρίς. Ἐσὺ βάδιζε τὸν δρόμον ποὺ σοῦ ὑποδεικνύω, λέγοντας αὐτὴν τὴν μικροῦλα εὐχοῦλα, τό: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησόν με» ἢ «Ἰησοῦ γλυκύτατε, ἐλέησόν με», καὶ θὰ τὰ εὕρῃς μόνη σου. Καὶ ὅταν ὁ πανάγαθος Θεὸς εὐδοκήσῃ νὰ σὲ χαριτώσῃ, νὰ γνωρίσῃς τὴν γλυκύτητά του, τότε θὰ γίνῃς ἔξαλλος ἀπὸ χαράν. Τότε θὰ γνωρίσῃς, τί θὰ πῇ σκίρτημα, ἢ μᾶλλον, πὼς ἡ ψυχή σου θὰ φεύγῃ ἀπὸ τὸ σῶμα, θὰ διαπερνᾷ τοὺς οὐρανούς, θὰ σχίζῃ τὰ τάγματα τῶν Ἀγγέλων καὶ Ἀρχαγγέλων, ἵνα συναντήσῃ τὸν γλυκύτατον τῆς Νυμφίον… Καὶ ἄλλα πολλά, τὰ ὁποῖα ἐγὼ δὲν πρέπει νὰ σοῦ τὰ προλέγω.

Προχώρα ὅπως βαδίζῃς, καὶ τότε θὰ ἰδῇς μὲ τὴν πεῖρά σου, τί εἶναι αὐτὸς ὁ κόσμος, δηλαδὴ οἱ δόξες καὶ τὰ μεγαλεῖα του. Ὅτι ὅλα αὐτὰ μᾶς γίνονται ἐμπόδια εἰς τὸ νὰ ἀρέσωμε εἰς τὸν Θεόν. Πολλὰ εἶναι τὰ ἐμπόδια γιὰ νὰ εὐαρεστήσωμε τὸν θεόν. Τὸ μεγαλύτερον ἀπὸ ὅλα εἶναι αὐτὸς ὁ ἴδιος ὁ ἄνθρωπος, καὶ ἔπειτα ἔρχεται ὁ διάβολος.

Ὅπου κι ἂν εὑρίσκεσαι, νὰ προσεύχεσαι. Ὄχι μόνον μέσα στὴν ἐκκλησία, ἀλλὰ καὶ ὁπουδήποτε ἀλλοῦ νὰ λέγῃς αὐτὴν τὴν χαριτόβρυτο εὐχούλα. Καὶ ἐκκλησία καὶ θρόνος Θεοῦ καὶ παράδεισος, εἶναι αὐτὴ ἡ καρδία τοῦ ἀνθρώπου. Καθὼς καὶ τὸ ἀντίθετον. Καὶ κόλασις καὶ θρόνος τοῦ διαβόλου πάλιν εἶναι ἡ καρδία τοῦ ἀνθρώπου. Στὴν θέλησιν λοιπὸν τοῦ ἀνθρώπου εἶναι, νὰ κάνῃ τὴν καρδίαν τοῦ Παραδείσου καὶ θρόνον Θεοῦ, προσευχόμενος, καὶ ποιώντας ἔργα καλά, καὶ οὐχὶ τοῦ διαβόλου.

Ὁ Γέροντάς μου ὁ μακαρίτης ὁ Γ. Ἰωσήφ, εἶχε γράψει ὁλόκληρο βιβλίον περὶ ἡσυχίας καὶ προσευχῆς. Στὸ κεφάλαιον περὶ θείου ἔρωτος ἔγραφε:

Στοὺς οὐρανοὺς σ᾿ ἀναζητῶ,
ψάχνω γιὰ νὰ σὲ εὑρῶ,
κι ὅταν σκιρτᾷς κατανοῶ,
ὅτι μέσα μου σὲ ἔχω.

Δηλαδὴ τὸν Ἰησοῦ Χριστόν. Ὁ Χριστὸς διαρκῶς φωνάζει στὸ Εὐαγγέλιό του «Ἡ Βασιλεία τῶν οὐρανῶν, ἐντὸς ἡμῶν ἐστι».


Ἑτέρα ἐπιστολὴ εἰς τὴν ἰδίαν συγγενῆ του

Παιδί μου, ὄχι μόνον νὰ λέγωμεν τὴν εὐχὴ ἀδιάκοπα «Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησόν με», ἀλλὰ καὶ αὐτοσχεδίους ἁπλᾶς προσευχὰς μποροῦμε νὰ κάνωμε, κατὰ τὴν περίστασι ποὺ βρισκόμαστε, π.χ. «Κύριε φώτισέ με, καὶ βοήθησέ με τί νὰ κάνω», κλπ. Εἶναι πολλὲς ἀρετὲς ποὺ μᾶς κάνουν ἀγαπητοὺς στὸν Θεόν, καὶ μᾶς πλησιάζουν πρὸς Αὐτόν. Ἀλλὰ περισσότερον καὶ εὐκολώτερον ἀπὸ ὅλες εἶναι ἡ προσευχή. Ἡ προσευχὴ μᾶς ἑνώνει νοερῶς μὲ τὸν Θεόν. Ἀλλὰ καὶ ὅτι βῆμα κάνομε μὲ προσευχή, ὁ Θεός μας εὐλογεῖ. Ἐμνήσθην τοῦ Θεοῦ καὶ εὐφράνθην. Τίποτε ἀγαπητό μου παιδὶ δὲν θέλω ἀπὸ σένα, εἰμὴ μόνον νὰ ἀγαπήσῃς τὸν Θεόν. Αὐτὴν τὴν συμβουλὴ ὁλοψύχως καὶ διαπύρως σοῦ δίνω.

«Ὁ ἀγαπῶν με, τὰς ἐντολάς μου τηρήσῃ, καὶ ἀγαπηθήσεται ἀπὸ τοῦ Πατρός μου, καὶ ἐλευσόμεθα, καὶ μόνην παρ᾿ αὐτῷ ποιήσωμεν καὶ … ἐμφανίσω αὐτῷ ἐμαυτόν». Πῶς ἐμφανίζεται ὁ Χριστός, καὶ πῶς Αὐτὸς καὶ ὁ Πατήρ Του μονὴν παρ᾿ ἡμῶν ποιεῖ, οὔπω καιρός.

Ὅπου καὶ νὰ βρίσκεσαι ὅτι καὶ νὰ κάνεις, νὰ ἐνθυμῆσαι τὸν Θεόν, καὶ νὰ ἔχῃς ὑπ᾿ ὄψιν σου ὅτι τὸ ἀκοίμητον μάτι Αὐτοῦ σὲ παρακολουθεῖ. Προσεύχου πάντοτε: Κύριε ἀξίωσέ με ἡ εὐσπλαχνία Σου, νὰ γίνῃ καὶ σὲ μένα τὴν ἁμαρτωλήν, τὸ ἅγιον θέλημά Σου. Δὲν θέλω τίποτε ἄλλο παρὰ μόνον Ἐσένα. Φώτισέ με καὶ βοήθησέ με, νὰ σὲ ἀκολουθήσω καὶ νὰ σὲ ἀναπαύσω. Εὐλόγησόν με κι ἐμένα Κύριε νὰ κληρονομήσω κι ἐγὼ αὐτὰ τὰ ἀνεκλάλητα κάλλη τοῦ Παραδείσου, τὰ Αἰώνια Ἀγαθά, τὰ ὁποῖα ἡτοίμασε ἡ ἀγάπη Σου διὰ τοὺς ἀγαπῶντάς Σε. Ἀμήν. Νὰ ζητᾶμε βοήθεια καὶ φωτισμὸν ἀπὸ τὸν Θεόν. «Ζητῆτε καὶ δοθήσεται, κρούεται καὶ ἀνοιγήσηται» λέγει ὁ Χριστός.

Ἡ θέλησις παιδί μου τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι πολὺ ἀσθενής. Θέλεις νὰ κάνῃς καλὸ μὰ δὲν μπορεῖς. Ἐὰν ἕνας ἀπόστολος Παῦλος διακηρύττῃ ὅτι: Θέλω νὰ κάνω τὸ καλό, μὰ δὲν μπορῶ, γιατὶ μέσα μου ὑπάρχει ἄλλος νόμος, ὁ νόμος τῆς ἁμαρτίας, ἡμεῖς τί νὰ εἰποῦμε; Διὰ τοῦτο λοιπὸν παρακαλοῦμε καὶ ἱκετεύομεν τὸν Θεὸν μὲ τὴν προσευχήν, ἵνα μᾶς ἀξιώσῃ νὰ κάνωμεν πάντοτε τὸ θέλημά Του, καὶ μόνον τὸ Θέλημά Του, εἴτε γλυκὸ εἶναι αὐτό, εἴτε πικρό, ἀλλὰ πάντοτε ὠφέλιμο καὶ οὐδέποτε βλαβερό.


ΠΕΡΙ ΔΑΚΡΥΩΝ

Τὰ δάκρυα εἶναι μεταξὺ ἐμπαθείας καὶ ἀπαθείας. Τὰ δάκρυα καθαρίζουν. Εἶναι τὰ ἀρχαρήτικα δάκρυα, δηλαδὴ τὰ δάκρυα μετανοίας. Ἤτοι σκέπτεσαι, ἐὰν κολασθῶ; Θὰ εἶμαι μὲ τὸν Χριστὸν ἢ μὲ τὸν διάβολον; Ἐὰν θὰ εἶμαι αἰώνια εἰς τὴν κόλασιν; Τότε τί θὰ κάνω; κοκ.

Κατόπιν ἔρχονται τὰ δάκρυα τῆς χάριτος. Τὰ δάκρυα αὐτὰ εἶναι τόσον γλυκά, ὥστε ὅταν μοῦ ἤρχοντο ἔλεγα: Θεέ μου εἰς τὸν παράδεισον τίποτε ἄλλον δὲν θέλω, παρὰ νὰ κλαίω ἔτσι. Αὐτὰ τὰ δάκρυα ἔρχονται ὕστερα.

Τὰ δάκρυα εἶναι ἡ τροφὴ τῆς ψυχῆς. Ὅπως τὸ σῶμα τρέφεται μὲ καλὴν τροφὴ ζωογονεῖται, ἔτσι καὶ ἡ ψυχὴ τρέφεται μὲ τὰ δάκρυα καὶ ζωογονεῖται.

Νὰ καλλιεργῇς τὰ δάκρυα. Νὰ καλλιεργῇς τὶς εἰκόνες, τὶς σκέψεις, ποὺ φέρνουν δάκρυα. Ἐγὼ καλλιεργοῦσα τὴν εἰκόνα τοῦ νεκροῦ σώματος τοῦ Γ. Ἰωσήφ. Ὅταν τὸν φίλησα καὶ τὸν βάλαμε στὸ μνῆμα. Σκεπτόμουνα, ὅτι κι ἐγὼ σύντομα ἔτσι θὰ γίνω. Σκεπτόμουνα, μήπως ὁ Θεὸς δὲν μὲ δεχθῆ, δὲν μὲ συγχωρήσῃ, κοκ.

Ὅταν προσεύχεσαι νὰ προσπαθῇς νὰ ἔχῃς δάκρυα. Γίνεται συνήθεια κατόπιν καὶ κλαῖς εἰς τὴν προσευχήν σου. Ὅταν ἔχῃς δάκρυα εἰς τὴν προσευχή, ὁτιδήποτε δάκρυα, πηγαίνεις μπροστά. Ὅταν σταματήσουν τὰ δάκρυα πᾷς ὀπίσω.

Τὰ πολλὰ δάκρυα δίνουν τὴν χάριν. Ἀρχικῶς σκεπτόμουνα, ὅτι σὲ λίγο θὰ πεθάνω. Τώρα ἔχω χρόνον νὰ προσευχηθῶ καὶ νὰ μετανοήσω. Μόλις πεθάνω, τίποτε δὲν ὠφελοῦν τὰ δάκρυα. Τώρα μόνον μπορῶ νὰ κλάψω γιὰ τὴν ψυχή μου. Ἔβαζα τὸν ἑαυτόν μου εἰς τὴν κόλασι. Ἔτσι ὀλίγον κατ᾿ ὀλίγον καλλιεργοῦσα τὰ δάκρυα, καὶ μὲ τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ, ἔκλαιγα ὅσο ἤθελα καὶ ὅποτε ἤθελα.

Ἐγὼ πῆρα τὸν δρόμον τῶν δακρύων. Ἔλεγα εἰς τὸν Γ. Ἰωσὴφ διὰ τὰ πολλά μου δάκρυα καὶ μοῦ ἀπαντοῦσε: Ἐσὺ ἔτσι θὰ εὕρῃς τὴν χάριν, μὲ τὰ δάκρυα. Ἄλλος δρόμος εἶναι ἡ νοερὰ προσευχή. Καὶ πράγματι ἔτσι κι ἔγινε. Ἐγὼ βρῆκα τὴν χάριν μὲ τὰ πολλὰ δάκρυα.

Ἂν θέλῃς νὰ μὴ ψυχρανθῇ ὁ ζῆλός σου, μὴν ἀφήνῃς τὰ δάκρυα στὴν προσευχή σου.

Αὐτὰ ποὺ σᾶς λέγω, εἶναι ὅτι μας παρέδωσε ὁ Γ. Ἰωσήφ, καὶ ὅτι ἐκ πείρας ἐδοκίμασα, εἶδα, καὶ γεύθηκα. Αὐτὰ λέγω.


Πέμπτη 12 Νοεμβρίου 2020

Να ζητάμε ταπεινά το έλεος του Θεού για την διόρθωσή μας



– Γέροντα, όταν οι Πατέρες λένε ότι μετάνοια είναι να αποφασίση κανείς να μην ξανακάνη τα προηγούμενα αμαρτήματα και να λυπάται γι᾿ αυτά, σημαίνει ότι διαρκώς πρέπει να τα θυμάται; 

– Όχι, δεν θυμάται κάθε αμαρτία χωριστά, αλλά έχει συνέχεια την συναίσθηση της αμαρτωλότητός του. Μέχρις ενός σημείου πρέπει να σκέφτεται κανείς ένα σφάλμα του και ύστερα να ζητά ταπεινά το έλεος του Θεού καί, αν δεν υπάρχη υπερηφάνεια, ο Θεός θα βοηθήση.
Ιδίως όταν κάποιος είναι ευαίσθητος, καλύτερα είναι να ξεχνά παλιές αμαρτίες του, αφού έχουν τακτοποιηθή με την μετάνοια και την εξομολόγηση. Μπορεί το ταγκαλάκι να του θυμίζη παλιές του αμαρτίες και να τον ζαλίζη με λογισμούς, για να του τρώη την ώρα και να τον περισπά από την προσευχή. Ένας όμως που δεν είναι ευαίσθητος και βλέπει να γεννιέται μέσα του υπερηφάνεια, τότε καλά είναι να φέρνη στον νού του τις αμαρτίες του, για να ταπεινώνεται.

– Γέροντα, μπορεί κάποιος να έχη συναίσθηση της αμαρτωλότητός του και να μην έχη μετάνοια;

– Ναί, αν δεν έχη ταπείνωση. Όταν στην μετάνοια ανακατεύεται ο εγωισμός, συνέχεια ο άνθρωπος σκέφτεται: «πώς το έκανα αυτό, πως το είδαν οι άλλοι, τι ιδέα θα σχηματίσουν;», και βασανίζεται. Το «πώς το έκανα πάλι» και το «πώς κατήντησα» έχει εγωισμό· δεν έχει μετάνοια. Πρέπει να καταλάβη ότι έσφαλε και να ζητήση ταπεινά το έλεος του Θεού. «Θεέ μου, να πή, έσφαλα, συγχώρεσέ με. Τέτοιος παλιάνθρωπος είμαι. Λυπήσου με. Αν δεν με βοηθήσης, χειρότερος μπορώ να γίνω, καλύτερος δεν μπορώ να γίνω. Μόνος μου δεν πρόκειται να διορθωθώ», και να προσπαθήση να μην το ξανακάνη. Πολλοί άνθρωποι που έσφαλαν και πόνεσαν, γιατί πλήγωσαν τον Θεό και όχι γιατί ξέπεσαν στα μάτια των ανθρώπων, αγίασαν.

Όταν κάποιος ζή κοσμικά και κόβη μετά τις σχέσεις του με το κοσμικό πνεύμα, έλκεται πολλές φορές από αυτό, χωρίς να το θέλη. Δεν πρέπει όμως να απογοητεύεται. Νομίζω, σ᾿ αυτήν την περίπτωση, πρόοδος είναι και το ότι αρχίζει η καλή ανησυχία, που ελέγχει την ψυχή για τα σφάλματα που έκανε και για ό,τι έπρεπε να κάνη, αλλά δεν έκανε.
Σιγά‐σιγά γίνεται μιά πάλη, ταπεινώνεται ακουσίως ο άνθρωπος και απελπίζεται με την καλή απελπισία, δηλαδή απελπίζεται από το εγώ του. Τότε όλα τα αποδίδει στην Χάρη του Θεού και πιστεύει αληθινά εκείνο που είπε ο Κύριος: «Χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν»5. Αν στην συνέχεια αγωνισθή φιλότιμα, με πολλή ταπείνωση, ελπίζοντας στην παντοδυναμία του Θεού, ο Καλός Θεός θα τον ελεήση.

Η λύπη για τα σφάλματά μας

– Γέροντα, πως θα βοηθηθή κανείς να μην ξανακάνη το ίδιο σφάλμα;

– ῍ Αν πονέση πραγματικά για το σφάλμα του, δεν θα το ξανακάνη. Πρέπει να υπάρχη εσωτερική συντριβή με ειλικρινή μετάνοια, για να διορθωθή. Γι᾿ αυτό λέει ο Αββάς Μάρκος ο Ασκητής: «Άν ο άνθρωπος δεν στενοχωρηθή κατ᾿ αναλογίαν του σφάλματός του, εύκολα περιπίπτει εις το αυτό σφάλμα»6. Δηλαδή, αν είναι μικρό το σφάλμα, χρειάζεται μικρότερη μετάνοια, αν είναι μεγαλύτερο, μεγαλύτερη μετάνοια. Όταν κανείς δεν πιάνη το μέγεθος της πτώσεώς του και δεν λυπάται «κατ᾿ αναλογίαν του σφάλματος», τότε εύκολα πέφτει στο ίδιο ή και σε μεγαλύτερο σφάλμα.

– Πως θα καταλάβουμε ότι δεν λυπηθήκαμε «κατ᾿ αναλογίαν του σφάλματος»;

– Απόδειξη αν πέφτετε πάλι στο ίδιο σφάλμα. Ύστερα, όταν παρακολουθήτε τον εαυτό σας, να μην κάνετε μόνο διάγνωση. Εσείς συνέχεια κάνετε μικροβιολογικές εξετάσεις, βρίσκετε το μικρόβιο, το κοιτάτε και λέτε: «πρέπει να το σκοτώσω», αλλά δεν αρχίζετε θεραπεία.
Εντάξει, διαπιστώσατε ότι έχετε μιά πάθηση. Τάκ, να κοιτάξετε πως θα την θεραπεύσετε. Τι ωφελεί να κάνετε συνέχεια αναλύσεις–αναλύσεις, χωρίς να προσπαθήτε να διορθωθήτε; Λέτε: «έχω εκείνο το πάθος, έχω το άλλο», αλλά δεν τα κόβετε και παραμένετε στα ίδια μοιρολογώντας. Έτσι σπαταλάτε τις δυνάμεις σας και χαραμίζεστε. Χαραμίζετε το μυαλό σας, την καρδιά σας. Αρρωσταίνετε από την στενοχώρια και ύστερα δεν κάνετε τίποτε. Έπειτα, όταν γίνετε καλά, αρχίζετε: «Καί γιατί τότε αρρώστησα και πως αρρώστησα;».
Δέν λέω, θα παρακολουθήτε τον εαυτό σας, δεν θα αφήνετε τα σφάλματά σας να περνάνε απαρατήρητα, αλλά μέχρις ενός σημείου, βρέ παιδάκι μου, και η στενοχώρια! Όχι αδιαφορία, αλλά όχι και κακομοιριά! Έκανες κάτι που δεν ήταν σωστό; Το σκέφτηκες; Το είδες; Το αναγνώρισες; Το εξομολογήθηκες; Προχώρα· μη σκαλώνης. Κράτησέ το μόνο στον νού σου, για να προσέξης άλλη φορά, αν σου δοθή παρόμοια αφορμή.
Η στενοχώρια για τα σφάλματά μας είναι άσκοπη, όταν δεν προσπαθούμε να τα διορθώσουμε. Είναι σαν να κλαίμε έναν άρρωστο συνέχεια, χωρίς να του προσφέρουμε βοήθεια για να αναρρώση.

– Και όταν, Γέροντα, δίκαια ταλαιπωρήσαι για ένα σφάλμα σου, και τότε δεν πρέπει να λυπάσαι;

– Όχι, πρέπει να λυπάσαι, αλλά η λύπη να είναι ανάλογη, σύμμετρη με το σφάλμα σου. Αν δεν πονέσης, θα είσαι «τραλαλά» και θα ξαναπέσης στο ίδιο λάθος· δεν θα διορθωθής.
Όταν όμως από την λύπη της μετανοίας περνάς στην απόγνωση, τότε σημαίνει ότι έχεις λυπηθή περισσότερο από όσο έπρεπε. Σ᾿ αυτές τις περιπτώσεις χρειάζεται να δώσης στον εαυτό σου λίγο κουράγιο και να αντιμετωπίσης το σφάλμα με λίγη καλή αδιαφορία.

5Ιω. 15, 5.

6Βλ. Οσίου Μάρκου του Ασκητού, Περί των οιομένων εξ έργων δικαιούσθαι, κεφ. σιε´, Φιλοκαλία των ιερών Νηπτικών, τόμος Α´, έκδ. «Αστήρ», Αθήναι 1984, σ. 124.

Αγ. Παϊσίου Αγιορείτου: ΛΟΓΟΙ Γ’ «Πνευματικός Αγώνας»


Πηγή: https://akrovolistishellas.blogspot.com/2020/11/blog-post_10.html

Πες μας τί νιώθεις και... Δες κάτι ειδικά για σένα ΕΔΩ!
Πηγή:

Ο τρόπος επικοινωνίας του ανθρώπου με το Θεό (Αρχ. Κύριλλος Κωστόπουλος, Ιεροκήρυκας Ι. Μ. Πατρών)



Ο άνθρωπος της σημερινής εποχής επιζητεί όλο και περισσότερο την αποστασιοποίησή του από τον Δημιουργό του Θεό. Επιθυμεί να απαλλαγή από τα «δεσμά», όπως ονόμασε τις εντολές του Θεού και της Εκκλησίας Του. Η επιθυμία του αυτή, όμως, τον περιέσφιγξε με κάποια άλλα δεσμά, τα οποία, πολλές φορές αποδεικνύονται άλυτα και καταστροφικά. Και αυτά είναι τα δεσμά της ύλης, της αβεβαιότητος, του φόβου, των παθών και του πνευματικού θανάτου. Δέσμιος ο αλλοτριωμένος από τον Δημιουργό του Θεό άνθρωπος δεν μπορεί να ενεργήση αυτοβούλως, παρά μόνον κατόπιν υποδείξεως του αμαρτωλού κόσμου και του φρονήματός του, αλλά και των παθών του.

Η αγία μας Ορθόδοξος Εκκλησία, που είναι η πηγή της ελευθερίας και της λυτρώσεως -ως Σώμα Χριστού- δεν παύει ευαγγελιζομένη, διδάσκουσα και χορηγούσα την Άκτιστη Χάρη, μέσω των ιερών Μυστηρίων της. Όμως, σε αυτήν στην όλη σωστική προσπάθειά της χρειάζεται η συμμετοχή και η συνδρομή και του ιδίου του ανθρώπου. Και αυτή η συμμετοχή – συνδρομή είναι το «θέλω» του καθενός από εμάς.

Ένα από τα πλέον ενδεικνυόμενα μέσα μετοχής στην Άκτιστη Χάρη του Τριαδικού Θεού και συμμετοχής του ανθρώπου στο αγιαστικό έργο της Εκκλησίας είναι η προσευχή, την οποία με την έλευσή Του ο Θεάνθρώπος Κύριος μετέτρεψε από τυπικό γεγονός σε πράξη ουσίας. Πράξη, η οποία φέρνει τον άνθρωπο ενώπιον του Θεού, ώστε μέσω αυτής να αναγνωρίζη ότι ο Θεός είναι ο Δημιουργός του. Είναι Αυτός που προνοεί και κινεί τα πάντα. Είναι Αυτός που υπάρχει συνεχώς μέσα και έξω από τον άνθρωπο.

Η προσευχή είναι μία από τις πιο σημαντικές πράξεις επικοινωνίας του δημιουργήματος με τον Θεό Δημιουργό του. Είναι μία διανοητική υπέρβαση. Με τον νου και σταδιακά με την καρδία του, έρχεται ο πιστός σε μυστική επαφή με τον Τριαδικό Θεό. Ο Μ. Βασίλειος μας κάνει κοινωνούς της προσευχητικής εμπειρίας του και πιστοποιεί το γεγονός ότι η κατά τις προσευχές κοινωνία με τον Θεό επιφέρει ανυπολόγιστο πνευματικό κέρδος. (Βλ. Επιστ. 150, ΕΠΕ 1, 114)

Όταν μελετούμε την αγία Γραφή ή ένα Πατερικό βιβλίο, «ακούμε» τον Θεό να μας «ομιλεί», υποδεικνύοντάς μας τι επιζητεί από εμάς. Κάθε φορά, όμως, που προσευχόμαστε, ομιλούμε εμείς στον Θεό. Έτσι, η προσευχή καθίσταται η μυστική συνάντηση του ανθρωπίνου λόγου με τον Θεό Λόγο, τον Σαρκωθέντα Λόγο του Θεού Πατρός.

Σκοπός του προσευχομένου ανθρώπου είναι να οδεύση, μέσω της προσευχής, προς συνάντηση του αγαπημένου Νυμφίου της ψυχής του, του Θεανθρώπου Κυρίου κι εκεί να αναπαυθή. Αλλά και ο Θεάνθρωπος Κύριος, βλέποντας την προσπάθεια αυτή του παιδιού Του κατέρχεται προς αυτό. Σ᾽ αυτήν την ανάβαση του προσευχομένου και την κατάβαση του Θεανθρώπου πραγματοποιείται η μακαρία συνάντηση ανθρώπου – Θεανθρώπου σε μία κοινωνία αγάπης, εντός της οποίας ο άνθρωπος βρίσκει την κατά Θεόν λύση όλων των ψυχοσωματικών προβλημάτων του.

Κάθε πότε, όμως, πρέπει να κάνουμε προσευχή;

Ο Απόστολος των εθνών Παύλος μας προτρέπει: «Αδιαλείπτως προσεύχε- σθε» (Α´ Θεσ. 5, 17). Δηλαδή, να προσεύχεσθε πάντοτε. Πώς, όμως, να προσευχώμαστε πάντοτε; Δεν έχει ο άνθρωπος τις εργασίες του; Δεν θα τρώγη, δεν θα κοιμάται; Τι εννοεί ο Απόστολος Παύλος με την λέξη «αδιαλείπτως»; Οι Άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας μας, οι οποίοι είναι οι αυθεντικώς ερμηνεύοντες την Αγία Γραφή, μας εξηγούν ότι αδιάλειπτος προσευχή είναι η καθ᾽ ημέραν εν Χριστώ ζωή μας. Όταν στην εργασία και στην συνεργασία σου είσαι δίκαιος, όταν αγαπάς και δικαιώνης τον πλησίον σου, σεβόμενος την ελευθερία του, όταν προσέχης να μην ψεύδεται ούτε να αισχρολογή ούτε να βλασφημή η γλώσσα σου, όταν αγωνίζεσαι όλη την ημέρα, για να κατορθώσης -θεία δυνάμει- όλα τα πιο πάνω, τότε επιτυγχάνης το «αδιαλείπτως προσεύχεσθε». Ο όλος πνευματικός αγώνας σου, ο οποίος σε φέρνει ενώπιον του Δημιουργού σου Θεού και με τον οποίο νοιώθεις συνεχώς την παρουσία του Χριστού στην ζωή σου, γίνεται έτσι αδιάλειπτος προσευχή. Βεβαίως, εξυπακούεται, ότι δεν θα παραλείπεται η διατεταγμένη ημερήσια προσευχή, πρωϊνή και βραδυνή, προ και μετά των γευμάτων. Υπάρχει δε και η προσευχή, η επονομαζομένη νοερά προσευχή, το «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με», την οποία μπορούμε να λέγουμε όπου κι αν βρισκόμαστε.

Η Ορθόδοξος Ελλάδα μας και ο κάθε Ορθόδοξος Έλληνας διερχώμεθα σήμερα μία από τις δυσκολότερες περιόδους της Ιστορίας μας. Είναι αδήριτος η ανάγκη να χρησιμοποιήσουμε το κατ᾽ εξοχήν ενδεικνυόμενο και αποτελεσματικό όπλο, την προσευχή. Όλα τα μέτρα βοηθούν και συνεπικουρούν στην επίλυση των παντοίων προβλημάτων. Αυτό, όμως, που θα μας ενδυναμώση και θα μας λυτρώση από όλα τα δεινά είναι η μετά πίστεως και ορθής πνευματικής ζωής προσευχή. Διότι πάνω από όλους και όλα ευρίσκεται ο Δημιουργός μας Θεός.

Ανάγκη, λοιπόν, να γίνουμε προσευχόμενοι άνθρωποι, να επιστρέψουμε στην κοινωνία με τον Δημιουργό μας Θεό, η οποία επιτυγχάνεται μόνον δια της προσευχής.

 

 

(Πηγή: Εφημερίδα “Πελοπόννησος” των Πατρών, 31/10/2020)

Πηγή:

Ατομική προσευχή - Από που και ως που...


Πέθαινε ο παπα Βασίλης που διακονούσε στον Ιερό Ναό Αγίας Σοφίας Θεσσαλονίκης και μαζεύτηκαν τα παιδιά του γύρω του για να πάρουν την ευχή του.
-Πατέρα σε ευχαριστούμε που όλα αυτά τα χρόνια προσευχόσουν για μας.
-Ελάχιστες φορές προσευχήθηκα για εσάς. Σας άφηνα στα πόδια του Χριστού. Για όλους τους άλλους που είχαν ανάγκη προσευχόμουν.
Ο άνθρωπος απ' τη στιγμή της βαπτίσεως του γίνεται πρόσωπο.
Παύει να είναι άτομο.
Ατομική προσευχή κάνουν οι γιόγκι.
Όλοι είμαστε ένα έλεγε ο Άγιος Πορφύριος.
Να αναφέρω τον φίλο μου τον Γιάννη από την Δράμα που εδώ και σαράντα χρόνια κυκλοφορεί με ένα μπλοκάκι όπου κρυφά σημειώνει γνωστούς και αγνωστους με προβλήματα υγείας;
Τα βράδια δεν κοιμάται.
Κομποσκοίνι και μετάνοιες...
Κάποτε, δεν ξέρω πως του ξέφυγαν πέντε κουβέντες
"Ποτέ δεν προσευχήθηκα για τον εαυτό μου.
Άκουσα ότι μια μαθήτρια του σχολείου μας έχει σοβαρό πρόβλημα υγείας.
Δεν ήταν δική μου μαθήτρια δεν ήξερα ούτε καν την φυσιογνωμία της....
Προσευχήθηκα αρκετές βδομάδες μετά δακρύων....Κανείς δεν γνώριζε τι έκανα ....
Βοήθησε ο Θεός το κοριτσάκι ξεπέρασε τον κίνδυνο , επέστρεψε στο σχολείο....
Τρελάθηκα ...με πλησίασε χωρίς να με ξέρει καλά καλά και άρχισε να με σφίγγει δυνατά στην αγκαλιά της....
Το ίδιο γινόταν κάθε μέρα μέχρι που τέλειωσε το σχολείο.."
Ξημερώνεται μπροστά στα εικονίσματα προσευχόμενος για τις εκατοντάδες ανθρώπων που έγραψε.
Συνεχίζει προσευχόμενος για τους νεκρούς.
Δεν υπάρχει ατομική προσευχή όπως δεν υπάρχει ατομική σωτηρία.
'' Αλλήλων τα βάρη βαστάζετε, και ούτως αναπληρώσατε τον νόμον του Χριστού "
Μιχάλης Μάλαμας για την Σύναξη Νέων Παλαιοχωρίου

Πηγή:

Ο Ιατρος των ψυχών και των σωμάτων


 



Κυριακή Ζ΄ Λουκά (Λουκ. 8,41-56)



Toύ Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου










«Θάρσει, θύγατερ, η πίστις σου σέσωκέ σε»




«Μή φοβού· μόνον πίστευε, και σωθήσεται»




( Λουκ. 8,48,50)





ΔΥΟ είνε τα θαύματα που διηγείται σήμερα ο ευαγγελιστής Λουκάς. Το ένα είνε η θεραπεία ενός ασθενούς, και το άλλο είνε η ανάστασι μιάς νεκράς. Άς δούμε με απλά λόγια τα δύο αυτά θαύματα.





* * *



Λέει το Ευαγγέλιο, ότι ο Χριστός περιοδεύοντας έφτασε σε μία πόλι. Αμέσως από στόμα σε στόμα διαδόθηκε, ότι ήρθε ο Χριστός. Έκλεισαν τα μαγαζιά. Οι εργάτες άφησαν τα εργαστήριά τους. Οι γυναίκες άφησαν τις δουλειές του σπιτιού, και τα παιδιά βγήκαν στο δρόμο. Όλοι είχαν την περιέργεια να τον δούνε. Όλη η πόλις ήταν στο πόδι, για να τον υποδεχθή. Τόσος ήταν ο κόσμος, που βελόνα να έρριχνες δεν έπεφτε κάτω. Όλοι σπρώχνονταν για να δούνε το Χριστό.



Καθώς ο Χριστός περπατούσε στο δρόμο, να και πέφτει στα πόδια του κάποιος, με δάκρυα στα μάτια, και λέει· Χριστέ, ελέησέ με.



Τι συνέβη; Τι είχε πάθει αυτός ο άνθρωπος; Ήταν άρχοντας της συναγωγής των Ιουδαίων. Λεγόταν Ιάειρος. Είχε ένα κοριτσάκι δώδεκα χρονών, μονάκριβο, που αρρώστησε και κινδύνευε να πεθάνη. Οι γιατροί δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτε. Και τώρα, που άκουσε ότι ήρθε ο Χριστός, πήγε γονάτισε και τον παρακαλούσε να πάη στο σπίτι του, για να κάνη καλά το παιδί του.



Αλλ᾿ ενώ ο Χριστός προχωρούσε να πάη στο σπίτι του Ιαείρου, απότομα σταματά. Στρέφεται κ᾿ ερωτά· Ποιός με άγγιξε;



Οι μαθηταί απαντούν· Δάσκαλε, τι είνε αυτά που λές; Εδώ τόσος κόσμος σε σπρώχνει. Όλοι σε αγγίζουν και σε συνθλίβουν, και λές, Ποιός με άγγιξε;



Ο Χριστός όμως επιμένει· Κάποιος με άγγιξε· γιατί εγώ αισθάνθηκα δύναμι να φεύγη από πάνω μου.



Τότε μιά γυναίκα, που έτρεμε σαν το φύλλο, ντροπαλά – ντροπαλά πλησιάζει μπροστά του, πέφτει στα πόδια του και λέει· Χριστέ, συγχώρεσέ με. Εγώ είμαι αυτή που σε άγγιξε. Ήμουν μιά δυστυχισμένη γυναίκα. Ήμουν άρρωστη, είχα αιμορραγία. Στράγγισα. Πήγα σε γιατρούς, αγόρασα φάρμακα πανάκριβα. Πούλησα όλη μου την περιουσία, μα καμμιά θεραπεία δε βρήκα. Τώρα που ήρθες, είπα· Θα πάω να τον δώ· θ᾿ αγγίξω το ρούχο του, και θα γίνω καλά. Μ᾿ αυτή την πίστι σε πλησίασα. Και μόλις άγγιξα το ρούχο σου, έγινα καλά. Χίλιες δόξες να έχης, Χριστέ!



Τότε ο Χριστός είπε· Παιδί μου, έχε θάρρος· η πίστι σου σε έσωσε. Πήγαινε στο καλό.




Αφού είπε αυτά ο Χριστός, προχώρησε να πάη στο σπίτι του Ιαείρου. Καθώς πλησίαζε, ένας υπηρέτης τρέχει και λέει στον Ιάειρο· Πέθανε το κορίτσι· μην ενοχλείς το διδάσκαλο, δε χρειάζεται πιά… Γιατί νόμιζε, ότι ο Χριστός δεν έχει τη δύναμι ν᾿ αναστήση νεκρό.



Ταράχτηκε ο Ιάειρος ακούγοντας ότι το παιδί του πέθανε. Αλλά ο Χριστός του έδωσε θάρρος. Μη φοβάσαι, του λέει, μόνο πίστευε.



Όταν έφτασαν έξω από το σπίτι, ακούνε κλάματα και φωνές. Είχε μαζευτή κόσμος πολύς, συγγενείς και φίλοι. Ήταν και κάτι μοιρολογίστρες, και όλοι κλαίγανε. Ο Χριστός τους λέει· Το κορίτσι δεν πέθανε, αλλά κοιμάται. Τους έβγαλε όλους έξω και κράτησε μόνο τους τρείς μαθητάς, τον Πέτρο τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη, και τους γονείς. Έπιασε το χέρι της κόρης και φώναξε· Σήκω, παιδί μου, επάνω!



Αμέσως, σαν να πέρασε επάνω απ᾿ το σώμα μαγνήτης που τραβά τις βελόνες, έτσι σηκώθηκε επάνω το παιδί. Άνοιξε τα ματάκια του, κ᾿ έμειναν όλοι κατάπληκτοι. Και ο Χριστός, για να πεισθούν ότι δεν είνε φάντασμα αλλά πραγματικότης, είπε· Δώστε στο παιδί να φάη.




* * *



Αυτά τα δυό θαύματα μας διηγείται το Ευαγγέλιο.



―Ού! θα πούν τώρα οι άπιστοι. «Τώ καιρώ εκείνω» αυτά· τώρα δεν γίνονται θαύματα. Τώρα έχουμε φάρμακα και κλινικές.



Τι είπες, «τώ καιρώ εκείνω»; Όχι. Και σήμερα, και αύριο, και μετά δύο και τρείς χιλιάδες χρόνια, δεν θα παύση ο Χριστός να κάνη τα θαύματά του.



Πρίν από μερικά χρόνια στην Αθήνα έμαθα το εξής. Στο σπίτι ενός πάμπλουτου, που είχε καράβια, αρρώστησε το κορίτσι του το μονάκριβο, όπως ακριβώς του Ιαείρου. Μονάκριβο ήταν εκείνο στα χρόνια του Χριστού, μονάκριβο κι αυτό στα χρόνια τα δικά μας. Ο πατέρας είχε λεφτά. Το πήγε στη Σουηδία στους καλύτερους γιατρούς. Όλοι είπαν, ότι θα πεθάνη. Μα η μάνα, που πίστευε στο Χριστό, κι αφού απελπίστηκε από τους γιατρούς, κάθησε όλη νύχτα κάτω από τα άστρα μπροστά στην εικόνα της Παναγιάς. Παρακαλούσε με δάκρυα το Χριστό, να κάνη καλά το κορίτσι της. Την άλλη μέρα ένας κρύος ιδρώτας έπιασε το κοριτσάκι. Άνοιξε τα ματάκια του και ζωντάνεψε. Πήγανε οι γιατροί και το είδαν, και θαύμασαν. Κι αυτοί οι άπιστοι πιστέψανε και είπαν· Είνε θαύμα.



Μάλιστα. Κάνει θαύματα ο Χριστός. Δεν εμεθα εναντίον των γιατρών και των φαρμάκων. Γιατί και τους γιατρούς και τα φάρμακα τα έδωσε ο Θεός. Αλλά παραπάνω κι από τα βότανα κι από τους γιατρούς ένα είνε το φάρμακο. Μη μου μιλάτε για άλλα φάρμακα. Ένα είνε το παντοδύναμο φάρμακο. Αν το έχης αυτό, φτάνει. Και το φάρμακο αυτό λέγεται πίστις.



Πίστευε στο Χριστό, και μη φοβάσαι. Να έχης πίστι βουνό.



―Μά τι είνε αυτή η πίστις;



Θα σας πώ. Υπάρχει κανείς που λέει, Δεν υπάρχει Φλώρινα, δεν υπάρχει Πτολεμαΐδα;… Αν το πή, θα τον πιάσουν και θα τον δέσουν. Υπάρχει κανείς που λέει, Δεν υπάρχει ήλιος, δεν υπάρχει φεγγάρι, δεν υπάρχει Αυστραλία, δεν υπάρχει Αμερική…; Μπορεί εσύ να μην πήγες στην Αυστραλία και στην Αμερική και να μην τις είδες, αλλ᾿ υπάρχουν τόσοι άλλοι που πήγαν και σε βεβαιώνουν. Όπως λοιπόν τα πιστεύεις και τα παραδέχεσαι αυτά, έτσι πρέπει να πιστεύης ότι υπάρχει και ένας άλλος αόρατος κόσμος.



Ναί, υπάρχει Θεός, εις πείσμα των δαιμόνων. Ναί, υπάρχει Χριστός, υπάρχει Παναγιά. Υπάρχουν άγγελοι, υπάρχουν δαίμονες. Υπάρχει κόλασι, και μη γελάς. Υπάρχει παράδεισος, και να χαίρεσαι. Υπάρχει κόσμος αθάνατος. Τα πιστεύεις; τα παραδέχεσαι; Αν πής, Άμ ποιός τα είδε;… δεν πιστεύεις πιά. Είσαι ολιγόπιστος· σαν το Θωμά, που ήθελε ν᾿ αγγίξη με τα χέρια του το Χριστό.



Λοιπόν αυτή είνε η πίστις. Στα παλιά τα χρόνια δεν κατοικούσαν οι άνθρωποι σε σπίτια μεγάλα. Δεν είχαν ραδιόφωνα και τηλεοράσεις. Δεν είχαν χαλιά και καλοριφέρ. Δεν είχαν αυτοκίνητα. Δεν εχανε λεφτά και ανέσεις. Αλλά εχανε πίστι μεγάλη. Πιστεύανε οι άνθρωποι. Μέσα στους χίλιους ζήτημα να εύρισκες έναν άπιστο. Όλοι πιστεύανε στο Θεό. Και ο Θεός τους ευλογούσε. Με την πίστι έκαναν θαύματα. Τώρα, τα χρόνια άλλαξαν. Τώρα ο διάβολος έσπειρε με τις χούφτες το σπόρο της απιστίας και αθεΐας, και μικρά παιδιά και νέοι και δεσποινίδες και γέροι με άσπρα μαλλιά και τσομπάνηδες και βοσκοί φύγανε από το Θεό. Μέσα σε τόσους ανθρώπους πόσοι πιστεύουν; Μέσα στις χίλιες γυναίκες ζήτημα εάν πιστεύουν δύο, και μέσα στους χίλιους άνδρες ζήτημα εάν πιστεύη ένας. Είνε χρόνια κατηραμένα.



Αλλά τελικώς η πίστις θα νικήση. Ο Θεός θα νικήση, ο Χριστός θα θριαμβεύση.



Πιστεύετε! όπως πίστευαν οι μανάδες σας οι αγράμματες. Πιστεύετε! όπως πίστευε ο Ιάειρος. Πιστεύετε! Η πίστις είνε το πολυτιμότερο, το μοναδικό πράγμα, που μπορούμε και πρέπει να φυλάξουμε στον κόσμο. Δυστυχισμένος αυτός που δεν πιστεύει. Προτιμότερο να χάσης τα μάτια σου, προτιμότερο να σβήση ο ήλιος, προτιμότερο να πέσουν τα άστρα, προτιμότερο να ξεραθούν τα πηγάδια, προτιμότερο να μη ζής, παρά να μην πιστεύης. Πίστευε! και με την πίστι μπροστά προχώρει, και ο Θεός ποτέ δεν θα σε εγκαταλείψη.



† Ο Φλωρίνης, Πρεσπών & Εορδαίας



Αυγουστίνος



Αμμοχώρι 7-11-1971



Πηγή: https://ixthis3.blogspot.com/2020/11/blog-pos

Πηγή: