Κυριακή 27 Δεκεμβρίου 2020

ΒΑΣΙΚΕΣ ΟΔΗΓΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΥΧΗ

 


 

 

ΒΑΣΙΚΩΤΕΡΗ  ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΨΑΥΣΗ ΤΟΥ ΧΑΡΙΣΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΕΥΧΗΣ ΕΙΝΑΙ  Η ΑΔΙΑΛΕΙΠΤΗ ΑΙΤΗΣΗ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΘΕΟΝ ΝΑ ΔΕΙΞΕΙ ΣΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ ΑΠΛΑΝΗ ΟΔΗΓΟ ΟΣΤΙΣ ΕΡΓΑΖΕΤΑΙ ΤΗΝ ΝΟΕΡΑ & ΚΑΡΔΙΑΚΗ ΕΥΧΗ ΕΙΣ ΤΟ ΚΡΥΠΤΟ. 

ΟΤΑΝ ΟΜΩΣ ΛΕΙΠΕΙ ΠΑΝΤΕΛΩΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΧΕΙΡΑΓΩΓΟΣ Ο ΘΕΟΣ ΔΕΝ ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΠΕΙ ΤΗΝ ΨΥΧΗ ΜΟΝΗ ΑΛΛΑ ΑΝΑΛΑΜΒΑΝΗ ΤΗΝ ΧΕΙΡΑΓΩΓΙΑ  ΑΥΤΟΣ Ο ΙΔΙΟΣ.

Ο ΑΓ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ ΒΡΗΚΕ ΣΤΟ ΑΓΙΟ ΟΡΟΣ ΤΟΝ ΟΣΙΟ ΝΙΟΚΟΔΗΜΟ  ΟΠΟΥ ΕΔΙΔΑΧΘΗ ΠΟΛΛΑ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΕΥΧΗΣ.

Η ΚΑΘΑΡΤΙΚΗ & ΦΩΤΙΣΤΙΚΗ ΕΛΕΥΣΗ ΤΗΣ ΕΥΧΗΣ ΕΡΧΕΤΑΙ ΣΕ ΤΑΠΕΙΝΩΜΕΝΗ ΨΥΧΗ ΠΡΟΠΑΝΤΟΣ ΟΤΑΝ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΕΛΕΓΧΕΤΑΙ  ΑΠΟ ΑΥΤΟΜΕΜΨΙΑ.

ΣΤΟ ΠΡΩΤΟ ΣΤΑΔΙΟ  Ο ΔΙΑΒΟΛΟΣ ΜΕΘΟΔΕΥΕΙ   ΠΕΙΡΑΣΜΟΥΣ & ΔΟΚΙΜΑΣΙΕΣ ΑΚΟΜΑ & ΙΔΡΩΤΑ.

ΕΝΑ ΑΛΛΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΑΟΡΑΤΟΥ   ΠΟΛΕΜΟΥ ΕΙΝΑΙ Η ΤΑΡΑΧΗ  ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΟ ΣΗΜΕΙΟ ΤΗΣ ΔΑΙΜΟΝΙΚΗΣ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣ.

ΤΑ ΔΑΙΜΟΝΙΚΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΤΑΡΑΣΕΙ ΤΗΝ ΗΣΥΧΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ & ΤΩΝ ΑΙΣΘΗΣΕΩΝ.

ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΟΠΛΟ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΩΝ ΔΑΙΜΟΝΩΝ ΕΙΝΑΙ Η ΠΛΑΝΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΥΠΕΡΗΦΑΝΕΙΑ.

ΑΣΦΑΛΕΣΤΕΡΟΣ ΤΡΟΠΟΣ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΕΩΣ ΤΩΝ ΠΡΟΣΒΟΛΩΝ ΕΙΝΑΙ Η ΤΕΛΕΙΑ ΚΑΤΑΦΡΟΝΗΣΗ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΝΤΙΡΡΗΤΙΚΟΥΣ ΛΟΓΙΣΜΟΥΣ ...ΔΕΙΛΙΑ & ΦΟΒΟΣ ΠΡΟΕΡΧΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΔΙΑΒΟΛΟ.

Περί νοεράς προσευχής Όσιο Ιωσήφ Ησυχαστή

 

Προς νέον ερωτήσαντα περί προσευχής

(Οσίου Ιωσήφ του Ησυχαστού)

Η πράξη της νοεράς προσευχής είναι να βιάσεις τον εαυτό σου να λες συνεχώς την ευχή με το στόμα αδιαλείπτως. Στην αρχή γρήγορα να μην προφθάνει ο νους να σχηματίζει λογισμό μετεωρισμού. Να προσέχεις μόνο στα λόγια: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με». Όταν αυτό πολυχρονίσει, το συνηθίζει ο νους και το λέει και γλυκαίνεσαι σαν να έχεις μέλι στο στόμα σου και θέλεις όλο να το λες. Αν το αφήνεις στενοχωριέσαι πολύ.

Όταν το συνηθίσει ο νους και χορτάσει -το μάθει καλά- τότε το στέλνει στη καρδιά. Επειδή ο νους είναι ο τροφοδότης της ψυχής και ό,τι καλό ή πονηρό δει ή ακούσει το κατεβάζει στη καρδιά που είναι το κέντρο της σωματικής και πνευματικής δυνάμεως του ανθρώπου, ο θρόνος του νου· όταν ο ευχόμενος κρατά το νου του να μη φαντάζεται τίποτε, αλλά προσέχει μόνο στα λόγια της ευχής, τότε αναπνέοντας ελαφρά με κάποια βία και θέληση δική του τον κατεβάζει στη καρδιά και τον κρατά μέσα κλεισμένο και λέει με ρυθμό την ευχή:

– «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με».

Στην αρχή λέει μερικές φορές την ευχή και παίρνει μία αναπνοή. Κατόπιν όταν συνηθίσει να παραμένει ο νους στη καρδιά, λέει σε κάθε αναπνοή μία ευχή με τον εξής τρόπο: Λέει το «Κύριε Ιησού Χριστέ» στην εισπνοή και το «ελέησόν με» στην εκπνοή. Αυτό ανήκει στην πρακτική μορφή της ευχής έως ότου επισκιάσει και αρχίσει να ενεργεί η Θεία Χάρη. Εάν αυτό δεν διακοπεί, με την χάρη του Χριστού, ακολουθεί η θεωρία.

Λοιπόν παντού λέγεται η ευχή· και όταν κάθεσαι και στο κρεβάτι και περπατώντας και όρθιος. «Αδιαλείπτως προσεύχεσθε, εν παντί ευχαριστείτε», λέει ο Απόστολος. Δεν προσεύχεσαι μόνο όταν πλαγιάζεις. Θέλει αγώνα· όρθιος, καθιστός. Όταν κουράζεσαι, κάθεσαι και μετά πάλι όρθιος. Να μη σε πιάνει ο ύπνος.

Αυτά λέγονται «πράξις». Δείχνεις την προαίρεσή σου στο Θεό, όλα δε εξαρτώνται απ’ αυτόν εάν σου δώσει. Χωρίς τον Θεό τίποτε δεν γίνεται. Ο Θεός είναι η αρχή και το τέλος. Η Χάρις του τα πάντα ενεργεί. Αυτή είναι η κινητήρια δύναμη.

Αν θέλεις να βρεις το Θεό, μόνο διά της «ευχής», μη βγάλεις αναπνοή χωρίς την ευχή. Πρόσεχε μόνο να μη δέχεσαι φαντασίες. Γιατί το θείο είναι ανείδεο, αφάνταστο, αχρωμάτιστο. Δεν δέχεται συλλογισμούς. Ενεργεί ως αύρα λεπτή μέσα στις σκέψεις μας.

Εάν μπορέσεις να λέγεις την «ευχή» εκφώνως και συνέχεια, σε δύο-τρεις μήνες τη συνηθίζεις και μετά πλησιάζει η Θεία Χάρη και σε ξεκουράζει. Αρκεί να μη σταματήσεις να την λες με το στόμα, χωρίς διακοπή. Όταν την παραλάβει ο νους τότε θα ξεκουρασθείς χωρίς να τη λες με τη γλώσσα . Όλη η βία είναι στην αρχή, έως ότου γίνει συνήθεια. Κατόπιν θα την έχεις σ’ όλα τα χρόνια της ζωής σου· θα την λέει ο νους χωρίς κόπο. Μόνο κτύπα ευθέως στη θύρα του θείου ελέους και πάντως ο Χριστός μας θα σου ανοίξει· είναι αδύνατον. Αγάπησέ τον πολύ, για να πάρεις πολύ. Εάν αγαπάς το Χριστό πολύ ή λίγο, θα έχεις την ανάλογη ανταπόδοση.

Λέγε ακαταπαύστα την ευχή· με τη γλώσσα και με το νου. Όταν η γλώσσα κουράζεται ας αρχίζη ο νους. Και πάλιν, όταν ο νους βαρύνεται, η γλώσσα. Μόνον να μην παύεις. Κάμνε μετάνοιες πολλές. Να αγρυπνείς τη νύκτα, όσον μπορείς. Και αν ανάψει φλόγα στην καρδιά σου και αγάπη προς το Θεό και ζητείς ησυχία και δεν μπορείς να μείνεις στον κόσμο – διότι μέσα σου ανάβει η ευχή – τότε γράψε μου και έγώ θα σου πω τι θα κάμεις. Εάν πάλι δεν ενεργήσει έτσι η χάρις, άλλα κρατείται ο ζήλος μέχρι του να εφαρμόζεις τις εντολές του Κυρίου προς τον πλησίον, τότε ησύχαζε όπως είσαι, και καλά είσαι μη ζητείς άλλο τίποτε. Τη διαφορά των τριάκοντα, εξήκοντα, εκατόν, θα τη βρεις, όταν διαβάσεις τον Ευεργετινό. Θα βρεις έκεϊ και άλλα πολλά γραμμένα και πολύ θα ωφεληθείς.

Λοιπόν, απαντώ στις άλλες ερωτήσεις σου. Η ευχή έτσι πρέπει να λέγεται με τον ενδιάθετο λόγο. Αλλ’ επειδή στην αρχή δεν την έχει συνηθίσει ο νους, την ξεχνά. Γι’ αυτό την λέγεις, πότε με το στόμα και πότε με το νου. Και αυτό γίνεται μέχρις ότου τη χορτάσει ο νους και γίνει ενέργεια.

Ενέργεια λέγεται εκείνο που, όταν λες την ευχή, αισθάνεσαι μέσα σου χαρά και άγαλλίαση και θέλεις διαρκώς να τη λες. Λοιπόν, όταν παραλάβει ο νους την ευχή και γίνει αυτή η χαρά που σου γράφω, τότε θα λέγεται μέσα σου αδιαλείπτως, χωρίς τη βία τη δική σου. Αυτό λέγεται αίσθησις-ενέργεια- επειδή η χάρις ενεργεί χωρίς τη θέληση του ανθρώπου. Τρώει, περιπατά, κοιμάται, ξυπνά, και μέσα φωνάζει διαρκώς την ευχή. Και έχει ειρήνη, χαρά.

Τώρα, για τις ώρες της προσευχής επειδή είσαι στον κόσμο και έχεις διάφορες μέριμνες,όταν βρίσκεις καιρό κάμνε προσευχή. Άλλα βιάζου συνεχώς να μη αμελήσεις. Για τη «θεωρίαν» που ζητάς, εκεί που είσαι είναι δύσκολο· διότι θέλει απόλυτη ησυχία.

Εγώ αυτό τον καιρό, όλο γράφω σε όσους ρωτούν. Εφέτος ήλθαν από τη Γερμανία μόνο και μόνο να μάθουν για την νοερά προσευχή. Από την Αμερική μου γράφουν με τόση προθυμία. Από το Παρίσι είναι τόσοι, που θερμά ζητούν. Εμείς εδώ στα πόδια μας, γιατί αμελούμε; Μήπως είναι σκάψιμο να φωνάζουμε διαρκώς το όνομα του Χριστού να μας ελεήσει;

Τέλος, επικρατεί και μία σκοτισμένη ιδέα του πειρασμού· ότι, αν λέει κανείς την ευχή, φοβάται μην πλανηθεί· ενώ αυτό είναι πλάνη που λέει.

Οποιος θέλει, ας δοκιμάσει. Και, όταν χρονίσει η ενέργεια της ευχής, θα γίνει Παράδεισος μέσα του. Θα ελευθερωθεί από τα πάθη, θα γίνει άλλος άνθρωπος. Αν δε είναι και στην έρημο, ω! ω! δεν λέγονται τα καλά της ευχής!

(«Έκφρασις Μοναχικής εμπειρίας», εκδ. Ι.Μ.Φιλοθέου, Αγ. Όρους- αποσπάσματα σε νεοελληνική απόδοση)

Γέροντας Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης: Η νοερά προσευχή είναι μυροδοχείο

 


Γέροντας Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης: Πόσα βάρη δεν μας δημιουργούν καθημερινά; Γέροντας Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης: Η νοερά προσευχή είναι μυροδοχείο

Γέροντας Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης: Η νοερά προσευχή είναι μυροδοχείο

Τό ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ, ἡ νοερά προσευχή εἶναι, λέγουν οἱ ἅγιοι Πατέρες, μυροδοχεῖον. Τό ἀνοίγεις, τό γέρνεις καί χύνεται μύρον, πληροῦται εὐοσμίας ὁ τόπος.

Βοᾶς τό «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ» καί ἀναδίδεται ἡ εὐωδία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, λαμβάνεις «ἄρραβωνα Θείου Πνεύματος».

Διότι «τό Ἅγιον Πνεῦμα συμπάσχον ἠμίν ἐποφοιτά» καί «προτρέπεται εἰς ἔρωτα πνευματικῆς προσευχῆς». Μάλιστα προσεύχεται καί αὐτό, ἀντί δί’ ἠμᾶς πού ξεχνοῦμε, καί ἀναλαμβάνει τά ὑστερήματά μας, τάς ἀκαθαρσίας ἠμῶν, τήν πτωχείαν τῆς ὑπάρξεώς μας.

Διότι εἴμεθα ἕκαστος ναός Θεοῦ καί, ὅταν προσευχώμεθα, γινόμεθα ἱερουργοί μεγάλου μυστηρίου.

Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης μᾶς λέει: «Ὅταν ἀκούωμεν θυμιατό νά κτυπάη, ἅς ἐνθυμηθοῦμε ὅτι ναός εἴμεθα ἠμεῖς καί ἅς νοιώθωμεν νοερῶς ὅτι θυμιάζομεν τόν Χριστόν, πού εἶναι μέσα εἰςἠμᾶς, καί ἔτσι νά προσκυνῶμεν ταύτην τήν σκηνήν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος».

Οι προϋποθέσεις για να εισακούσει την Προσευχή μας ο Θεός Newsroom

 




Η στάση μας να είναι σεμνή, το φρόνημα ταπεινό και το πρόσωπο χαρούμενο και ήπιο. « Η ταπεινοφροσύνη είναι το όχημα της προσευχής»


Να προσευχόμαστε με πραότητα, επιείκεια και ηρεμία

Δεν θα στρεφόμαστε ποτέ εναντίον των εχθρών μας. « Αυτή είναι η γλώσσα που μιλούν οι άγγελοι, εκείνη που δεν λέει τίποτε το πικρό, αλλά όλα όσα λέει είναι ευχάριστα »

Να είμαστε άξιοι να πάρουμε αυτά που ζητάμε, να προσευχόμαστε συνεχώς, να μη ζητούμε τίποτε το κοσμικό, να ζητούμε εκείνα που συμφέρουν την ψυχή μας και να κάνουμε όλα όσα εξαρτώνται από εμάς.

Να ζητούμε με θέρμη, επιμονή και άγρυπνη ψυχή αυτά που πρέπει.

Μαζί με την προσευχή είναι απαραίτητη και η προσεκτική συμπεριφορά , να κάνουμε δηλαδή όσα θέλουμε να κάνουν σε εμάς οι άλλοι.

Η προσευχή είναι ανώφελη, όταν επιμένουμε στα αμαρτήματα μας

Το λιβάνι ευωδιάζει όταν έλθει σε επαφή με την φωτιά, και η προσευχή είναι ευωδιαστή « όταν ανεβαίνει στον ουρανό από ψυχή γεμάτη φλόγα και θέρμη»

Η προσευχή μας εισακούεται όταν ευχαριστεί τον Θεό, όταν εκδηλώνουμε την ευγνωμοσύνη μας

Να προσευχόμαστε χωρίς οργή και μνησικακία και χωρίς αμφιβολία και ολιγοπιστία

Όταν προσευχόμαστε να μην χασμουριόμαστε και να μην ξυνόμαστε, ούτε να στριφογυρίζουμε και να δείχνουμε αδιαφορία

Ο Θεός είναι Δικαιοσύνη, όποιος θα έλθει προς Αυτόν συνοδευόμενος από την δικαιοσύνη, δεν θα φύγει άδειος

Συνήθως το Θεό δεν τον πείθει το πλήθος των λόγων αλλά η καθαρή ψυχή και η επίδειξη καλών έργων

Προσερχόμαστε στο Βασιλιά του κόσμου, που κατοικεί μέσα στο άκτιστο φως, ας γονατίζουμε και ας προσευχόμαστε με δέος

«Αν παρουσιάσεις ζωή αποστολική και έχεις ομόνοια και αγάπη προς τον πλησίον σου, θα εισακουσθούν οι παρακλήσεις σου»

Πώς να προσευχηθώ αφού μολύνθηκα;
« Καθάρισε τον εαυτό σου ( με την εξομολόγηση ), κλάψε, στέναξε, δώσε ελεημοσύνη, απολογήσου σ΄αυτόν που πρόσβαλλες …καθάρισε τη γλώσσα σου, για να μην εξοργίσεις περισσότερο το Θεό

Σημασία έχει το κίνητρο που μας κάνει να προσευχηθούμε, αν το κάνουμε για επίδειξη δεν θα ωφεληθούμε σε τίποτε

Γιατί δεν μας ακούει αμέσως ο Θεός;

Γιατί πολλές φορές μόλις πάρουμε αυτό που ζητήσαμε από το Θεό χαλαρώνουμε το ζήλο μας για προσευχή. Άλλοτε γιατί ζητούμε αγαθά που δεν συμφέρουν την ψυχή μας και άλλοτε γιατί δείχνουμε αδιαφορία. Καθυστερώντας ο Θεός να μας δώσει εκείνα που του ζητούμε αυξάνει το ζήλο μας και την επιμονή μας.

Ο Κύριος θέλει να μας διδάξει την συνεχή καταφυγή μας σ΄ Αυτόν , αναβάλλει, επειδή θέλει να εισπράξουμε το μισθό της υπομονής και επειδή γνωρίζει και την κατάλληλη στιγμή που μας συμφέρει να επιτύχουμε αυτά που επιδιώκουμε.

Είτε λάβουμε είτε δεν λάβουμε όσα ζητήσαμε από το Θεό, οφείλουμε να Τον ευχαριστούμε γιατί ο Θεός γνωρίζει καλύτερα από μας το συμφέρον μας

Ο Θεός ακούει την προσευχή των θλιβομένων που Τον παρακαλούν με κατάνυξη και θέρμη. Όταν πρέπει, ο Θεός δίνει αμέσως την βοήθεια Του. Πολλές φορές προλαβαίνει τα αιτήματα μας.

Οι δάσκαλοι πρέπει να προσεύχονται για τους μαθητές και οι μαθητές για τους δασκάλους. Δεν φθάνει μόνο ο λόγος, η συμβουλή και η διδασκαλία του δασκάλου, χρειάζεται και η προσευχή του. « Ού δει μόνον συμβουλής αλλά και ευχής » Αυτό είναι το χαρακτηριστικό γνώρισμα του άριστου δασκάλου : να διορθώνει με την συμβουλή του και να τονώνει με τις προσευχές του. Η προσευχή του δασκάλου για τους μαθητές του είναι γνώρισμα της γνήσιας αγάπης . Αλλά και οι μαθητές πρέπει να προσεύχονται για τους δασκάλους τους.

Οι εχθροί μας είναι ευεργέτες μας γιατί μας αναγκάζουν να γίνουμε προσεκτικότεροι και να προσευχηθούμε γι΄ αυτούς. Όσο περισσότερο ασεβούν οι εχθροί της πίστεως τόσο περισσότερο πρέπει να προσευχόμαστε και να ικετεύουμε το Θεό γι΄αυτούς.

Όταν η προσευχή συνδυάζεται με τη νηστεία έχει μεγαλύτερη δύναμη και κάνει δυνατότερη την ψυχή, η οποία αναζητεί τα ουράνια. Γι ΄αυτό πρέπει να γεμίζουμε με μέτρο το στομάχι μας ώστε να μην το βαρύνουμε και δεν μπορεί να γονατίσει.

Ο διάβολος επειδή γνωρίζει πόσο μεγάλη είναι η ωφέλεια της προσευχής, προσπαθεί να μας ρίξει σε ραθυμία ή φέρνει στο νου μας διάφορους λογισμούς ώστε να μας κάνει να φύγουμε από την προσευχή άκαρποι.

Η προσευχή της Εκκλησίας έχει πολλή μεγάλη δύναμη. Μοιάζει με το ζέφυρο που όταν φυσήξει πάνω στα πανιά του πλοίου κινεί το σκάφος πιο γρήγορα κι από το βέλος. Η προσευχή και η πρεσβεία των Αγίων μας ωφελούν πάρα πολύ, υπό τον όρο, ότι έχουμε μεταμεληθεί και επιστρέψει στην Πίστη.

Από το βιβλίο Παιδαγωγική Ανθρωπολογία Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου.

Να προσευχόμαστε με πραότητα, επιείκεια και ηρεμία

 




Δεν θα στρεφόμαστε ποτέ εναντίον των εχθρών μας. « Αυτή είναι η γλώσσα που μιλούν οι άγγελοι, εκείνη που δεν λέει τίποτε το πικρό, αλλά όλα όσα λέει είναι ευχάριστα »

Να είμαστε άξιοι να πάρουμε αυτά που ζητάμε, να προσευχόμαστε συνεχώς, να μη ζητούμε τίποτε το κοσμικό, να ζητούμε εκείνα που συμφέρουν την ψυχή μας και να κάνουμε όλα όσα εξαρτώνται από εμάς.

Να ζητούμε με θέρμη, επιμονή και άγρυπνη ψυχή αυτά που πρέπει.

Μαζί με την προσευχή είναι απαραίτητη και η προσεκτική συμπεριφορά , να κάνουμε δηλαδή όσα θέλουμε να κάνουν σε εμάς οι άλλοι.

Η προσευχή είναι ανώφελη, όταν επιμένουμε στα αμαρτήματα μας

Το λιβάνι ευωδιάζει όταν έλθει σε επαφή με την φωτιά, και η προσευχή είναι ευωδιαστή « όταν ανεβαίνει στον ουρανό από ψυχή γεμάτη φλόγα και θέρμη»

Η προσευχή μας εισακούεται όταν ευχαριστεί τον Θεό, όταν εκδηλώνουμε την ευγνωμοσύνη μας

Να προσευχόμαστε χωρίς οργή και μνησικακία και χωρίς αμφιβολία και ολιγοπιστία

Όταν προσευχόμαστε να μην χασμουριόμαστε και να μην ξυνόμαστε, ούτε να στριφογυρίζουμε και να δείχνουμε αδιαφορία

Ο Θεός είναι Δικαιοσύνη, όποιος θα έλθει προς Αυτόν συνοδευόμενος από την δικαιοσύνη, δεν θα φύγει άδειος

Συνήθως το Θεό δεν τον πείθει το πλήθος των λόγων αλλά η καθαρή ψυχή και η επίδειξη καλών έργων

Προσερχόμαστε στο Βασιλιά του κόσμου, που κατοικεί μέσα στο άκτιστο φως, ας γονατίζουμε και ας προσευχόμαστε με δέος

«Αν παρουσιάσεις ζωή αποστολική και έχεις ομόνοια και αγάπη προς τον πλησίον σου, θα εισακουσθούν οι παρακλήσεις σου»

Πώς να προσευχηθώ αφού μολύνθηκα;
« Καθάρισε τον εαυτό σου ( με την εξομολόγηση ), κλάψε, στέναξε, δώσε ελεημοσύνη, απολογήσου σ΄αυτόν που πρόσβαλλες …καθάρισε τη γλώσσα σου, για να μην εξοργίσεις περισσότερο το Θεό

Σημασία έχει το κίνητρο που μας κάνει να προσευχηθούμε, αν το κάνουμε για επίδειξη δεν θα ωφεληθούμε σε τίποτε

Γιατί δεν μας ακούει αμέσως ο Θεός;

Γιατί πολλές φορές μόλις πάρουμε αυτό που ζητήσαμε από το Θεό χαλαρώνουμε το ζήλο μας για προσευχή. Άλλοτε γιατί ζητούμε αγαθά που δεν συμφέρουν την ψυχή μας και άλλοτε γιατί δείχνουμε αδιαφορία. Καθυστερώντας ο Θεός να μας δώσει εκείνα που του ζητούμε αυξάνει το ζήλο μας και την επιμονή μας.

Ο Κύριος θέλει να μας διδάξει την συνεχή καταφυγή μας σ΄ Αυτόν , αναβάλλει, επειδή θέλει να εισπράξουμε το μισθό της υπομονής και επειδή γνωρίζει και την κατάλληλη στιγμή που μας συμφέρει να επιτύχουμε αυτά που επιδιώκουμε.

Είτε λάβουμε είτε δεν λάβουμε όσα ζητήσαμε από το Θεό, οφείλουμε να Τον ευχαριστούμε γιατί ο Θεός γνωρίζει καλύτερα από μας το συμφέρον μας

Ο Θεός ακούει την προσευχή των θλιβομένων που Τον παρακαλούν με κατάνυξη και θέρμη. Όταν πρέπει, ο Θεός δίνει αμέσως την βοήθεια Του. Πολλές φορές προλαβαίνει τα αιτήματα μας.

Οι δάσκαλοι πρέπει να προσεύχονται για τους μαθητές και οι μαθητές για τους δασκάλους. Δεν φθάνει μόνο ο λόγος, η συμβουλή και η διδασκαλία του δασκάλου, χρειάζεται και η προσευχή του. « Ού δει μόνον συμβουλής αλλά και ευχής » Αυτό είναι το χαρακτηριστικό γνώρισμα του άριστου δασκάλου : να διορθώνει με την συμβουλή του και να τονώνει με τις προσευχές του. Η προσευχή του δασκάλου για τους μαθητές του είναι γνώρισμα της γνήσιας αγάπης . Αλλά και οι μαθητές πρέπει να προσεύχονται για τους δασκάλους τους.

Οι εχθροί μας είναι ευεργέτες μας γιατί μας αναγκάζουν να γίνουμε προσεκτικότεροι και να προσευχηθούμε γι΄ αυτούς. Όσο περισσότερο ασεβούν οι εχθροί της πίστεως τόσο περισσότερο πρέπει να προσευχόμαστε και να ικετεύουμε το Θεό γι΄αυτούς.

Όταν η προσευχή συνδυάζεται με τη νηστεία έχει μεγαλύτερη δύναμη και κάνει δυνατότερη την ψυχή, η οποία αναζητεί τα ουράνια. Γι ΄αυτό πρέπει να γεμίζουμε με μέτρο το στομάχι μας ώστε να μην το βαρύνουμε και δεν μπορεί να γονατίσει.

Ο διάβολος επειδή γνωρίζει πόσο μεγάλη είναι η ωφέλεια της προσευχής, προσπαθεί να μας ρίξει σε ραθυμία ή φέρνει στο νου μας διάφορους λογισμούς ώστε να μας κάνει να φύγουμε από την προσευχή άκαρποι.

Η προσευχή της Εκκλησίας έχει πολλή μεγάλη δύναμη. Μοιάζει με το ζέφυρο που όταν φυσήξει πάνω στα πανιά του πλοίου κινεί το σκάφος πιο γρήγορα κι από το βέλος. Η προσευχή και η πρεσβεία των Αγίων μας ωφελούν πάρα πολύ, υπό τον όρο, ότι έχουμε μεταμεληθεί και επιστρέψει στην Πίστη.

Από το βιβλίο Παιδαγωγική Ανθρωπολογία Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου.

Το πρώτο στάδιο της Ευχής - Απαντήσεις σε ερωτήσεις

 


Ἀρχιμανδρίτης Ἀρσένιος Κατερέλος,
Ἡγούμενος Ἱ. Μονῆς Ἁγίου Νικολάου Δίβρης Φθιώτιδος,

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΣΤΑΔΙΟ ΤΗΣ ΕΥΧΗΣ -  ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΣΕ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ 

Στήν προηγούμενή μας σύναξι, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ἀναφερθήκαμε, ἐντελῶς ἐπιγραμματικά, σέ κάποιες κύριες προϋποθέσεις πού πρέπει ἀπαραιτήτως νά ἐκπληρώνη ἡ προσευχή μας, οὕτως ὥστε αὐτή νά εἶναι ὄντως θεάρεστη. Αὐτές εἶναι οἱ ἑξῆς: Κατ᾽ ἀρχάς, νά εἶναι ἡ προσευχή μας τελωνική, νά μήν ὑπάρχη ἐχθρότητα πρός τόν συνάνθρωπο, νά γίνωνται, παράλληλα μέ τήν προσευχή, πνευματικές καί ὑλικές ἐλεημοσύνες καί νά ἔχωμε, πρό πάντων, καρδίαν ἐλεήμονα πρός ὅλη τήν κτίσι. Ἐπίσης, ἄλλες προϋποθέσεις πού ἀνεφέραμε εἶναι ἡ νηστεία, μέ τήν στενή καί τήν εὐρεῖα ἔννοια, ἡ ἀσκητική τῆς Ὀρθοδοξίας μετά διακρίσεως, τά αἰτήματά μας νά εἶναι πνευματικῶν διαστάσεων, ἡ πίστις μας εἰς τήν θεία Πρόνοια, ἡ ὀρθή πίστις, ἡ καρτεροψυχία, ἡ ὑπομονή καί ἄλλα.
Μετά, ἀναφερθήκαμε στήν εὐχή τοῦ Ἰησοῦ, ὅτι εἶναι ἡ πιό δραστική μέθοδος προσευχῆς ἐναντίον τῶν τριῶν μεγάλων μας ἐχθρῶν, τοῦ ἑαυτοῦ μας, τοῦ κόσμου καί τοῦ διαβόλου. Ἐπίσης εἴπαμε ὅτι τό ''ἐλέησόν με'' θά πῆ ''σπλαγχνίσου με'', ὄχι ὅμως σύμφωνα μέ τήν δική μας κρίσι, ἀλλά σύμφωνα μέ τό ἀλάνθαστο θέλημα τοῦ Θεοῦ, γιά τό πνευματικό μας δηλαδή αἰώνιο, τελικό συμφέρον. Καί στό τέλος, ἀπεδείξαμε, ὅτι αὐτή ἡ προσευχή προορίζεται ἐξ ἴσου καί γιά τούς λαϊκούς. Δέν εἶναι δηλαδή μόνο γιά τούς μοναχούς. Αὐτά, βέβαια, ἐν περιλήψει, τώρα ἁπλῶς τά ἀναφέραμε.

Πρίν ὅμως προχωρήσωμε παρακάτω, κρίνομε σκόπιμο καί ἀπαραίτητο νά ἀπαντήσωμε σέ κάποιες δικές σας ἀπορίες, ἐφ᾽ ὅσον μᾶς ἐτέθησαν.

Ἡ πρώτη ἀπορία σας, ἄν ἐνθυμῆσθε, ἦταν προφορική: Κάποιος ἐρώτησε, ἄν ''στέκεται'' ἡ εὐχή ἄνευ τῆς ὑπακοῆς. Καί ἀπαντήσαμε, ὅτι σίγουρα καί ἀσφαλῶς δέν ''στέκεται''. Ἀλλά αὐτό ἐξαρτᾶται βέβαια, ἄν κάποιος εἶναι μοναχός, ἀπό τό τί σχέσι ἔχει μέ τόν γέροντά του, ἤ ἄν εἶναι λαϊκός, ἄν ἔχη πνευματικό, κλπ.

Βέβαια, ἕνας πρῶτος καρπός - φωτισμός τῆς προσευχῆς τοῦ Ἰησοῦ, ἕνας ἀπό τούς πρώτους μᾶλλον καρπούς αὐτῆς τῆς εὐχῆς ἀσφαλῶς θά εἶναι νά βρῆ κάποιος ἕναν ἔμπειρο, σωστό καί διακριτικό πνευματικό.  Καί ὅταν τόν βρῆ νά κάνη σ᾽ αὐτόν ὑπακοή μέ σωστή διάθεσι, ἐπειδή καί ἡ ὑπακοή πρέπει νά γίνεται ὅπως θέλει ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία. Πρέπει νά γίνεται δηλαδή μέ σωστό φρόνημα, γιά νά εἶναι τελικά θεάρεστη καί νά φέρη καρπούς. Ἐπειδή, ὅπως εἴπαμε, καί ἡ προσευχή εἶναι μία ἀπό τίς ἐντολές καί δέν πρέπει ἡ προσευχή νά ἀπομονώνεται, διότι ἄν ἀπομονώνεται, ἐρήμην τῶν ἄλλων ἐντολῶν, ὄχι μόνο δέν ἀποφέρει πνευματικούς καρπούς, ἀλλά φέρει, πολλές φορές, καί πάσης φύσεως παρενέργειες, καί πνευματικές, καί ψυχολογικές. Ὁπότε, μέ τήν ἔννοια αὐτή, λέμε ἀπερίφραστα ὅτι εὐχή ἄνευ πνεύματος ὑπακοῆς, χωρίς δηλαδή ὑπακοή στά προστάγματα τῆς ἁγίας μας Ἐκκλησίας, δέν νοεῖται.

Καί γιά πίστωσι τῶν προαναφερθέντων, ἄς διαβάσωμε, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ἕνα ἀπόσπασμα ἀπό τόν ἀββᾶ Δωρόθεο, πού ἀναφέρεται εἰς τό κτίσιμο καί εἰς τό ἁρμολόγημα τῶν ἀρετῶν τῆς ψυχῆς. Ἐρωτᾶ ὁ ἀββᾶς Δωρόθεος: «Πῶς ὅμως κτίζεται τό οἰκοδόμημα τῆς ψυχῆς;  Ἀπό τό κτίσιμο τοῦ ὁρατοῦ σπιτιοῦ μποροῦμε νά διδαχθοῦμε πῶς ἀκριβῶς ἔχει τό πρᾶγμα. Διότι ἐκεῖνος πού θέλει νά κτίση ἕνα ὑλικό σπίτι, πρέπει πρῶτα νά τό σιγουρέψη ἀπό ὅλες τίς μεριές καί νά ὑψώση τήν οἰκοδομή ταυτόχρονα, καί ἀπό τίς τέσσερις δηλαδή πλευρές, καί ὄχι τόν ἕνα τοῖχο νά φροντίζη καί τούς ἄλλους νά τούς παραμελῆ, γιατί ἔτσι δέν κερδίζει τίποτε. Μόνο κάνει ἄδικο καί ἐπικίνδυνο κόπο καί ἕνα σωρό ἔξοδα.

Ἔ, τό ἴδιο συμβαίνει καί μέ τήν ψυχή. Πρέπει ὁ ἄνθρωπος νά μήν ἀμελῆ κανένα ἀπολύτως μέρος ἀπό τό οἰκοδόμημά του τό πνευματικό. Ἀλλά, νά τό ὑψώνη συμμετρικά. Αὐτό ἀκριβῶς σημαίνει ἐκεῖνο πού ἀναφέρει σχετικά ὁ ἀββᾶς Ἰωάννης ὁ Κολοβός. Λέγει: ''Θέλω ὁ ἄνθρωπος νά κατορθώνη λίγο ἀπό κάθε ἀρετή καί νά μή κάνη ὅπως μερικοί πού ἀγωνίζονται γιά μία μόνο ἀρετή καί ἐπιμένουν σέ αὐτήν ἀδιάκριτα καί γι᾽ αὐτήν μόνο ἐργάζονται παραμελῶντας τίς ὑπόλοιπες ἀρετές. Γιατί αὐτοί ἴσως νά ἔχουν καί κάποια προτίμησι σέ αὐτήν τήν ἀρετή καί γι᾽ αὐτό δέν ἐνοχλοῦνται ἀπό τό ἀντίστοιχο πάθος πού ἐναντιώνεται αὐτῆς τῆς ἀρετῆς. Ἔτσι, τούς ξεγελᾶνε καί τούς βαραίνουν τά ἄλλα πάθη καί τούς πνίγουν καί, δυστυχῶς, οὔτε κἄν τούς ἐνδιαφέρει γι᾽ αὐτό, ἀλλ᾽ ἔχουν τήν ψευδαίσθησι, τήν ἐντύπωσι, ὅτι κάνουν δῆθεν καί μεγάλο πνευματικό κατόρθωμα''.

Αὐτοί, δυστυχῶς, μοιάζουν μέ ἐκεῖνον πού κτίζει ἕναν τοῖχο καί τόν ὑψώνει ὅσο μπορεῖ, συγκεντρώνοντας ὅλη του τήν προσοχή, τόν κόπο του, στό ὕψος μόνο τοῦ τοίχου, ἔχοντας τήν ἐντύπωσι ὅτι κατώρθωσε κάτι μεγάλο, βλέποντας μόνο αὐτό τό μεγάλο ὕψος τοῦ τοίχου. Δέν καταλαβαίνει ὅμως ὅτι, ἄν ἔλθη δυνατός ἄνεμος ἤ κάποιος σεισμός, ἀλλά καί ἀσθενής σεισμός νά ἔλθη, ὅτι θά τόν γκρεμίση, ἐπειδή, δυστυχῶς, αὐτός ὁ τοῖχος στέκεται μόνος του, χωρίς νά ἔχη κάποιον σύνδεσμο καί ἀλληλοδέσιμο μέ τούς ἄλλους τοίχους. Καί ἐπί πλέον οὔτε σκεπή μπορεῖ νά φτιάξη (γιά τόν ἑαυτό του δηλαδή) μέ ἕναν μόνο τοῖχο, ἐπειδή εἶναι ἐκτεθειμένος ἀπό ὅλες τίς ἄλλες πλευρές. Δέν πρέπει, ὅμως, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, νά γίνεται ἔτσι, ἀλλ᾽ ὅποιος θέλει νά κτίση σωστά τό σπίτι του, τό πνευματικό του σπίτι, καί νά φτιάξη γιά τόν ἑαυτό του σωστή στέγη, πρέπει νά ὑψώση τήν οἰκοδομή ἀπό ὅλες τίς πλευρές καί νά τήν σιγουρέψη ἀπό κάθε κίνδυνο».

Νομίζω, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ὅτι ὅλα αὐτά εἶναι πάρα πολύ σαφῆ. Ἔτσι λοιπόν, ὕστερα ἀπό ὅλα αὐτά, καταλαβαίνει κανείς ὅτι ἡ εὐχή δέν ''στέκεται'' ἄνευ ὑπακοῆς. Καί, ὄχι μόνον ἄνευ ὑπακοῆς, ἀλλά καί ἄνευ τῆς ἐργασίας ὅλων ἀνεξαιρέτως τῶν ὑπολοίπων ἀρετῶν. Αὐτά, τά ἀναφέραμε ἐπειδή συγκεκριμένα ἐτέθη ἡ ἀπορία ''ἡ σχέσις εὐχῆς καί ὑπακοῆς''. Ὁπότε ἡ ὑπακοή εἶναι ἀπαραίτητη.

Ὅσο γιά τό πνεῦμα τῆς ὑπακοῆς, τό ὁποῖο βέβαια εἶναι πολυδιάστατο καί δέν εἶναι τῆς παρούσης ὥρας νά τό ἀναπτύξωμε, ἁπλῶς ἐκεῖνο πού ἐπιγραμματικά τονίζομε εἶναι ὅτι πρέπει μέν νά γίνεται ὑπακοή, ἀλλά πρέπει νά γίνεται μέ τρόπο πού νά τήν δέχεται ὁ Θεός. Τά κίνητρά μας δηλαδή ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ νά εἶναι πέρα γιά πέρα πνευματικά, πέρα γιά πέρα ἁγνά, καί ὁ Θεός ὅταν καί ἄν κρίνη, θά βρῆ τούς τρόπους - Θεός εἶναι καί ξέρει - νά μᾶς βελτιώση καί στό θέμα τῆς ὑπακοῆς καί σέ πολλά ἄλλα θέματα νά μᾶς ἀνοίξη νέους καλύτερους δρόμους. Διότι, ἄν ἡ προσευχή τοῦ Ἰησοῦ ἀπομονωθῆ καί ἀπό τήν ὑπακοή, καί ἀπό τίς ὑπόλοιπες ἀρετές, τότε κάθε ἄλλο παρά προσευχή θά εἶναι, καί, ἀπό νοερά προσευχή θά καταλήξη σέ ἕνα σωρό βλάβες, σέ ἕνα σωρό πνευματικές διαστροφές, ἀνάλογα βέβαια, μέ τήν περίπτωσι καί τήν περίστασι.

Ἐπίσης κάποια ἄτομα μοῦ ἐξέφρασαν, κατ᾽ ἰδίαν, κάποιες ἄλλες ἀπορίες. Κατ᾽ ἀρχάς, μέ ἐρώτησαν γιά τίς διαπροσωπικές σχέσεις μέ τούς συγγενεῖς. Καί μοῦ λέει ὁ λογισμός ὅτι μέ ἐρώτησαν, ἐπειδή ἴσως εἴπαμε, εἰς τήν προηγούμενή μας σύναξι, ὅτι κατά τήν προσευχή δέν πρέπει νά ὑπάρχη ἐχθρότητα. Ἀσφαλῶς καί δέν πρέπει νά ὑπάρχη. Ἀλλά αὐτό δέν σημαίνει ὅτι ἐπιβάλλεται νά ἔχωμε σχέσεις μέ ὄλους, εἴτε αὐτός ὁ α´ εἶναι συγγενής, εἴτε ὁ β´ εἶναι γείτονας, εἴτε εἶναι συνάδελφος σέ μία ἐργασία μας. Μέ ἄλλα λόγια, μέ ὅποιον ταιριάζομε θά εἴμαστε ἀγαπημένοι, ἀπό πιό κοντά. Μέ ὅποιον, ὅμως, γιά τόν α´ ἤ β´ λόγο, δέν ταιριάζομε, θά εἴμαστε ἀγαπημένοι μέν, ἀλλά ἀπό μία ἀπόστασι ἀσφαλείας, ἀρκούντως ἱκανή καί μέ συντελεστή ἀσφαλείας, οὕτως ὥστε νά μήν ἔχωμε παρενέργειες ποικίλου περιεχομένου.

Βέβαια, αὐτό εἶναι σίγουρα κάτι τό γενικό, τό ὁποῖο τώρα ἀναφέρομε, γιατί ἀπό τήν τελική μας προσωπική σχέσι πού θά ἔχωμε, ἐξαρτῶνται πολλά πράγματα. Τί εἴδους συγγένεια ἔχομε, τί ὑποχρέωσι, τί δέσμευσι, τί ἀνάγκες ἔχει ὁ πλησίον, σέ τί κατάστασι εὑρίσκεται, πῶς ἐμεῖς κρίνομε, κλπ. Φυσικά αὐτό δέν μπαίνει σέ καλούπια. Εἶναι θέμα διακρίσεως καί ὑπακοῆς σέ διακριτικό Γέροντα.

Γιά παράδειγμα:

Ἐάν ἔχωμε ἕναν παπποῦ στό σπίτι μας, πού ἐξ ἀντικειμένου εἶναι δύστροπος καί ἀπαιτητικός, αὐτό δέν σημαίνει ὅτι θά τοῦ κάνωμε ὅλα τά χατήρια. Αὐτό ἄλλωστε δέν εἶναι ἐφικτό. Διότι στό τέλος, ἀπό τήν πολλή προσωπική μας κούρασι, σωματική καί ψυχική, θά καταλήξωμε νά κουρασθοῦμε ὑπέρμετρα, πάνω δηλαδή ἀπό τήν δύναμί μας, καί νά ξεσπάσωμε  ἐπάνω του καί νά τοῦ τά ποῦμε ὅλα ''ἀναδρομικά καί μέ τόκο'', ὅπως λέμε λαϊκά. Εἶναι χίλιες φορές καλύτερα νά τοῦ προσφέρωμε λιγώτερα, σύμφωνα μέ τήν ἀντοχή μας καί κυρίως μέ τήν κρίσι μας. Δέν εἶναι δηλαδή ἁμαρτία, ἄν τυπικά καί ὄχι οὐσιαστικά, δέν εἴμαστε ἀπέναντί του 100% εἰλικρινεῖς. Αὐτό βέβαια δέν σημαίνει ὅτι θά λέμε ψέμματα. Τό ψέμμα ποτέ δέν εὐλογεῖται. Ἀλλά, εἶναι προτιμώτερο, διακριτικά, ''ὧδε ἡ σοφία'', νά ξεφεύγωμε, νά μή τόν πληγώνωμε. Νά ξεφεύγωμε θεάρεστα καί ὄχι ὅπως οἱ κοσμικοί, νά τσακωνώμαστε δηλαδή καί νά τοῦ λέμε ἀλήθειες βαρειές καί τελικά, νά πικραινώμαστε, καί ἄκρη νά μή βγαίνη καί ἀντί γιά καλό νά τοῦ προξενοῦμε καί κακό.

Ἄλλη στάσι, ἐπί παραδείγματι, πρέπει νά κρατήσωμε στούς γονεῖς μας, ἄλλη στάσι σέ κάποιον ἄλλον, ἄλλη στάσι σέ κάποιον πού τοῦ ἔχομε ὑποχρέωσι ἤ ἐπαγγελματική ἐξάρτησι καί ἄλλη σέ κάποιον πού δέν ἔχομε καμμία δέσμευσι. Ὅπως εἴπαμε, εἶναι θέμα διακρίσεως. Πάντως, δέν εἴμαστε ὑποχρεωμένοι νά ἔχωμε σχέσεις μέ ὅλους. Ἐξ ἄλλου, αὐτό πολλές φορές, δέν ἔχει καί νόημα, οὔτε εἶναι δυνατόν, εἶναι καί φθηνό καί εἶναι, τό κυριώτερο ἀπ᾽ ὅλα, καί ἐπιζήμιο. Αὐτά, γενικά βέβαια πάντα.

Τώρα, ἄλλη συναφής ἐρώτησις πού μᾶς ἐτέθη, ὅσον ἀφορᾶ στίς ἀνθρώπινες σχέσεις, εἶναι τό θέμα ἄν πρέπη νά καταλύωμε τήν νηστεία γιά χάρι κάποιων συγγενῶν μας ἤ συναδέλφων, ὅταν π.χ. πρέπη νά πᾶμε κάποια ἐπίσκεψι, ὅταν μᾶς καλοῦν καί τά τοιαῦτα.

Ἀπαντοῦμε ἐντελῶς ἐπιγραμματικά: Ὁ φαρισαϊσμός, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ἦταν κυρίως μόδα τῆς ἐποχῆς τοῦ Χριστοῦ. Τώρα, ὅπως καί νά τό κάνωμε, δέν εἶναι καί τόσο μόδα, ἀλλά εἶναι, θά λέγαμε, στίς πιό πολλές περιπτώσεις τό ἀντίθετο. Τότε, ἐάν νήστευε κάποιος, ὅλοι τόν ἐπαινοῦσαν. Τώρα, ἄν νηστεύης, σέ κοροϊδεύουν. Ὁπότε, ἡ κατάλυσις τῆς νηστείας δέν εἶναι τόσο θέμα λαιμαργίας - εἶναι βέβαια καί αὐτό -, ἀλλά εἶναι κυρίως θέμα ὁμολογίας πίστεως. ''Νηστεύω, γιατί τό λέγει ἡ Ἐκκλησία''. Γι᾽ αὐτό, ταπεινά θεωροῦμε, ὅτι πρέπει νά μή καταλύωμε τήν νηστεία, γιατί, ἄν τήν καταλύωμε, εἶναι σάν νά ἀρνούμεθα αὐτό τοῦτο τό ἴδιο τό πιστεύω μας. Αὐτός θεωροῦμε, ὅτι εἶναι ὁ κυριώτερος λόγος πού δέν πρέπει νά καταλύωμε. Καί, ἄς ποῦν ὅ,τι τυχόν θέλουν, ἀρκεῖ ἐμεῖς νά μήν ἀνταποδώσωμε ''πνευματικά πυρά'', λόγια, κουβέντες, νά μήν εἴμαστε ἐλεγκτικοί καί τά παρόμοια. Καταλαβαίνετε τί ἐννοῶ.

Καί, νά ξέρετε ὅτι, ὅλα αὐτά πού ἀναφέρομε ἔχουν ἀντίκτυπο στήν προσευχή. Δέν εἶναι δηλαδή τό ἕνα ἀνεξάρτητο ἀπό τό ἄλλο. Γι᾽ αὐτό ἄλλωστε καί ἀσχολούμεθα καί μέ αὐτές τίς ἐρωτήσεις πού φαίνονται ἀνεξάρτητες ἀπό τήν προσευχή.

Ἐπίσης, ἄλλη τώρα ἐρώτησις εἶναι, ἐάν ἐπιτρέπεται ἡ ψυχρότητα κατά τήν προσευχή, μέ τήν ἔννοια δηλαδή ''ὅταν δέν ἔχωμε ὄρεξι, πρέπει νά προσευχώμαστε;'' ''Ἡ προσευχή τότε εἶναι θεάρεστη;''

Σ᾽ αὐτό τό σοβαρό θέμα, θά ἀναφερθοῦμε βέβαια καί στήν συνέχεια αὐτῶν τῶν ταπεινῶν, οἰκογενειακῶν μας συνάξεων. Ἀλλά, προκαταβολικά, μιᾶς καί μᾶς ἐτέθη αὐτή ἡ ἀπορία, λέμε ὅτι εἶναι παμμέγιστο λάθος νά νομίζωμε ὅτι πρέπει νά κάνωμε προσευχή μόνο ὅταν ἔχωμε τήν σχετική ὄρεξι καί τήν πνευματική ἀντίστοιχη διάθεσι. Ἄλλωστε, τί λέγει καί ὁ λαός; ''Τρώγοντας ἔρχεται καί ἡ ὄρεξις''. Αὐτό ἰσχύει καί στά πνευματικά. Διότι πολλές φορές κάποιος μπορεῖ νά ξεκινήση μέ ὄρεξι καί, εἰς τήν συνέχεια, γιά τόν α´ ἤ β´ λόγο, εἴτε κάπου φταίξει, εἴτε χωρίς νά φταίξη κάπου, νά τοῦ κοπῆ αὐτή ἡ ἀρχική ὄρεξις, ἡ ἀρχική κατάνυξις.

Ἀλλά, συμβαίνει καί τό ἀντίστροφο: Κάποιος μπορεῖ νά ξεκινήση πιεζόμενος, δηλαδή νά μήν ἔχη διάθεσι, γιά τόν α´ ἤ β´ λόγο, καί ξαφνικά, νά ''βρέξη'' ὁ οὐρανός καί νά βρεθῆ σέ κατάστασι, πού οὔτε κἄν πρίν μποροῦσε νά τήν προβλέψη.

Ἀλλά, ὅπως καί νά ἔχη τό πρᾶγμα, ἐκεῖνο πού ἔχει σημασία καί ἐκεῖνο πού πρέπει ἐμᾶς νά μᾶς ἀπασχολῆ, δέν εἶναι τό ἄν θά ''βρέξη'' ἤ ὄχι ὁ Οὐρανός θεία Χάρι, ἀλλά εἶναι τό νά ὑπάρχη, ἀπό τήν πλευρά μας, σωστή ἀγωνιστική διάθεσις. Καί τά οὐράνια στεφάνια καί οἱ ἔπαινοι πλέκονται ἀνάλογα μέ τήν θυσία καί μέ τόν πόνο πού καταβάλλομε, πάντα βέβαια μετά διακρίσεως. Βέβαια, ὅπως ἤδη εἴπαμε, ὅποιος προσεύχεται σωστά, ἐπειδή σίγουρα ὁ Θεός εἶναι πάντα Πατέρας καί θέλει νά μᾶς δίνη χαρές, ἀρκεῖ αὐτές νά εἶναι γιά τό δικό μας καλό, ἀργά-γρήγορα θά ζήση στιγμές ἀνεκλαλήτου χαρᾶς. Ἀλλά, ἄν τό θέλετε, αὐτό εἶναι μία παρηγοριά, πού δίνει ὁ Θεός στόν πνευματικό μας ἀγῶνα, γιά νά μᾶς δώση μία ὤθησι καί νά μᾶς δώση ἕνα νέο κουράγιο, γιά νά συνεχίσωμε αὐτόν τόν πνευματικό μας ἀγῶνα. Ἀλλά, καί γιά πολλούς βέβαια ἄλλους λόγους, ὅπως γιά νά αὐξηθῆ ἡ ἀρχική μας πίστι, ἀλλά καί ἡ γνῶσις μας γιά τόν Θεό, πού εἶναι τό κυριώτερο ἀπ᾽ ὅλα.

Ὅλα αὐτά ὅμως, παρά τόν κόπο μας, δέν εἶναι τίποτε ἄλλο παρά προϊόν τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ, γιατί ὁ Θεός ποτέ δέν δεσμεύεται ἀπό τόν δικό μας κόπο καί ἀπό τήν δική μας ἀγωνιστική διάθεσι. Γι᾽ αὐτό καί ἡ δωρεά τοῦ Θεοῦ λέγεται ''Χάρις''. Εἶναι δηλαδή τελικά χάρισμα, αὐτό πού λέει ἐτυμολογικά ἡ ἴδια ἡ λέξις. Καί ἀλλοίμονο στόν ἄνθρωπο πού θέλει χαρίσματα ἀπό τόν Θεό γιά νά καυχιέται.
Τώρα, ὅσον ἀφορᾶ κάποια ἄλλη σχετική ἀπορία, δίνομε κατ᾽ εὐθεῖαν τήν ἀπάντησι, ἡ ὁποία εἶναι ἡ ἑξῆς:

Εἶναι προτιμώτερο, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, νά ποῦμε λιγώτερες προσευχές, σέ περιεχόμενο, καί νά τίς ποῦμε χωρίς βιασύνη καί ἄγχος, νά τίς ζήσωμε δηλαδή καί νά τίς καταλάβωμε, παρά νά ποῦμε περισσότερες προσευχές χωρίς τήν δέουσα προσοχή, ἔχοντας ὡς αὐτοσκοπό ἁπλῶς νά ποῦμε πολλές προσευχές. Πρέπει ἀπαραιτήτως νά χωνεύωμε τά λόγια τῆς προσευχῆς. Ὄχι νά παίρνωμε μέσα μας ''ἀμάσητη'' πνευματική τροφή, γιατί αὐτή δημιουργεῖ παρενέργειες καί δέν ἔχει πολλούς πνευματικούς καρπούς.

Ὅπως ἔλεγε σχετικά ὁ π. Παΐσιος, πρέπει νά καταλαβαίνωμε τό νόημα τῶν λέξεων, ὅταν λέμε τήν εὐχή, νά τήν νοιώθωμε καί ὄχι νά τήν λέμε ὅπως ὅταν ἀκούγεται ὁ κτύπος ἀπό ἕνα ὡρολόγι  τίκ-τάκ, κλπ. μηχανικά δηλαδή, ἀλλά πρέπει νά τήν βιώνωμε καί νά τήν χωνεύωμε καλά μέσα μας ἔχοντας συναίσθησι σέ Ποιόν μιλᾶμε καί τί Τόν παρακαλοῦμε.

Τώρα, θά ἀπαντήσωμε σέ κάποια ἄλλη σχετική ἐρώτησι γιά τίς σχέσεις τοῦ θείου καί τοῦ ἀνθρωπίνου παράγοντα. Μᾶλλον αὐτή ἡ ἀπορία ἐτέθη ὕστερα ἀπό κάποια θέσι μας πού διατυπώσαμε. Εἴπαμε ὅτι πολλές φορές δικές μας ἀτασθαλεῖες ἀπό ἀφέλεια καί ἀπό πνευματική ἀνωριμότητα, γιά νά μή ποῦμε, καμμιά φορά, καί ἀπό καμουφλαρισμένη θρασύτητα, δυστυχῶς, τίς ἀποδίδομε στό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Κάνομε, δηλαδή, κάποιο λάθος καί λέμε: '' Ἔ, ἀφοῦ τό ἤθελε ὁ Χριστός, τί νά κάνωμε;...'' ''Ἀφοῦ ἦταν θέλημα Θεοῦ....'' Ἀλλά κάθε ἄλλο, παρά θέλημα Θεοῦ ἦταν.

Σ᾽ αὐτό τό πολύ καυτό πρόβλημα, ἐντελῶς πάντα ἐπιγραμματικά, ἀπαντοῦμε, ὅτι ὁ θεῖος παράγων ἐπεμβαίνει, ὅταν προηγηθῆ καί ἐξαντληθῆ προηγουμένως ὁλόκληρος ὁ ἀνθρώπινος παράγοντας, φυσικά μέ σωστές προδιαγραφές καί μέ σωστό φρόνημα. Αὐτή ἡ θέσι εἶναι διάχυτη, καί στήν Καινή Διαθήκη, καί σέ ὅλη τήν Πατερική Γραμματολογία. Ἐπί παραδείγματι:

Παρακαλῶ, προσέξτε το αὐτό. Ὅταν ὁ Χριστός ἀνέστησε τήν κόρη τοῦ Ἰαείρου, ἀφοῦ τήν ἀνέστησε, μετά, εὐθύς ἀμέσως, ἔδωσε ἐντολή νά τῆς δώσουν οἱ ἐκεῖ παρευρισκόμενοι, νά φάη, τῆς κοπέλλας, οὕτως ὥστε νά ἀποκτήση τίς ψυχοοργανικές δυνάμεις της. Μά, δέν θά μποροῦσε ὁ Κύριος νά κάνη ἔτσι τά πράγματα, οὕτως ὥστε ἐγειρομένη ἐκ τοῦ ᾅδου ἡ κοπέλλα νά ἔχη, ταυτόχρονα μέ τήν ἀνάστασί της, καί ἀκμαῖες τίς ψυχοσωματικές της δυνάμεις; Καί φυσικά θά μποροῦσε. Ἀλλά, ὁ Θεός ἐπέμενε καί μέ αὐτή Του τήν ἐντολή νά κάνη ἕναν σαφῆ διαχωρισμό τοῦ δικοῦ Του θεϊκοῦ ἔργου, πού ἦταν ἡ ἀνάστασις, καί τοῦ ἀνθρωπίνου ἔργου, πού ἦταν νά τῆς δώσουν οἱ ἄνθρωποι λίγο φαγάκι γιά νά δυναμώση ἡ κοπέλλα.

Καί, γιά νά μή θεωρηθῆ ὅτι αὐτή ἡ στάσι τοῦ Χριστοῦ ἦταν τυχαία, ἄς ἀναφέρωμε καί τό παράδειγμα, τό πιό γνωστό ἀκόμα, τῆς ἐγέρσεως τοῦ Λαζάρου. Ὅταν τόν ἀνέστησε μετά ἀπό τέσσερις ἡμέρες, ἀφοῦ εἶπε τό γνωστό μας ''Λάζαρε, δεῦρο ἔξω'', μετά τί εἶπε ὁ Κύριός μας; Εἶπε οἱ ἐκεῖ παρευρισκόμενοι νά τόν ξεσαβανώσουν οἱ ἴδιοι, ἐνῶ ὅλα αὐτά θά μποροῦσαν νά γίνουν  αὐτόματα.

Ἀλλά, ὄχι μόνον στήν Καινή Διαθήκη, ἀλλά καί στήν Παλαιά Διαθήκη φαίνεται, ἐξ ἴσου ξεκάθαρα, σέ πολλές περιπτώσεις καί συνάφειες, μέχρι ποίου σημείου ἐνεργεῖ ὁ Θεός. Ἄς ἀναφέρωμε μόνο μία, πού ἀφορᾶ τούς Ἰσραηλίτες. Ὅταν αὐτοί ἦσαν γιά σαράντα ὁλόκληρα χρόνια στήν ἔρημο τοῦ Σινᾶ, τότε τούς ἔστελνε ὁ Θεός τό μάννα. Μόλις ὅμως, πρωτοπάτησαν τό πόδι τους οἱ Ἰσραηλίτες στήν γῆ τῆς Ἐπαγγελίας, τότε, αὐτομάτως, σταμάτησε ἡ παροχή τοῦ μάννα ἀπό τόν Θεό. Γιατί; Ἐπειδή τότε μποροῦσαν πλέον μόνοι τους οἱ Ἰσραηλίτες νά καλλιεργήσουν τήν γῆ καί νά ἔχουν τά πρός τό ζῆν.

Αὐτά βέβαια, τά ἀναφέρομε σάν πρώτη ἀπάντησι εἰς τό θέμα τῆς σχέσεως τοῦ θείου καί ἀνθρωπίνου παράγοντα. Στό θέμα αὐτό, γιά νά τό ποῦμε καί πιό θεωρητικά, τί λέγει ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία; Ἀπαιτεῖται ἡ συνεργασία ἀνθρωπίνου καί θείου παράγοντα. Ὅ,τι ἀνήκει στήν ἀνθρωπίνη προαίρεσι, πού πρέπει νά ἐξαντληθῆ, πρέπει νά τό κάνη ἀπαραιτήτως, μά ἀπαραιτήτως, ὁ ἄνθρωπος. Δέν ἰσχύει δηλαδή ὁ ἀπόλυτος προορισμός, πού εἶχε εἰσαχθῆ στήν Δύσι ἀπό τόν ἱερό Αὐγουστῖνο. Ἤ ἐκεῖνο πού ἀποκαλοῦν οἱ Μουσουλμᾶνοι ''κισμέτ'', δηλαδή ''πεπρωμένο'', ἤ αὐτό πού λέμε ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι - ἀλλοίμονό μας -  ''ἦταν γραμμένο''.

Βέβαια, στόν θεῖο παράγοντα ἐπιδροῦν καί ἕνα σωρό ἄλλες παράμετροι, πού εἶναι ἀδύνατον τώρα νά τίς ἀναπτύξωμε. Ἄλλωστε, ξεπερνοῦν καί κάθε ἀνθρωπίνη διάνοια καί δύναμι. Ὅπως λέμε, ''τίς ἔγνω νοῦν Κυρίου;'' Γιατί τό λέμε αὐτό; Ἐπειδή, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ὅπως ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀκατάληπτη, ἔτσι καί τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, στό βάθος του, εἶναι ὠφέλιμο μέν, ἀκατάληπτος δέ ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο ἐνεργεῖ ὁ Θεός. Τό μόνο σίγουρο πού ξέρομε, εἶναι ὅτι τελικά, ὁ Θεός τόν κάθε ἄνθρωπο θά τόν κρίνη κατά μοναδικό μέν τρόπο, ἀλλά δικαιότατα. Αὐτά ὡς πρός τήν ἀπορία αὐτή. Νά μήν ἐπεκταθοῦμε ἄλλο, γιατί χρειάζονται πολλές ὁμιλίες γιά νά ἐξαντλήσωμε αὐτήν τήν ἀπορία.
Ἐπίσης, ἄλλες ἐρωτήσεις πού δεχθήκαμε ἦσαν: ''Οἱ Πατέρες ἦσαν στήν ἔρημο καί ἐπέτυχαν ὅ,τι ἐπέτυχαν. Ἐμεῖς, πού εἴμαστε λαϊκοί στόν κόσμο, πῶς μποροῦμε νά τά καταφέρωμε;''

Κατ᾽ ἀρχάς, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, νά μήν εἴμαστε τῶν ἄκρων, ἤ ὅλα ἤ τίποτε. Μποροῦμε τούς Ἁγίους ποσοστιαῖα νά τούς μιμούμαστε τροπικά. Γιά παράδειγμα: Αὐτοί ἦσαν στήν ἔρημο. Κι ἐμεῖς μποροῦμε κάποια ὥρα τήν ἡμέρα, πού μᾶς βολεύει, σέ κάποια γωνιά τοῦ σπιτιοῦ μας, ἤ κάπου ἀλλοῦ, νά δημιουργήσωμε, γιά λίγο, τήν δική μας ἔρημο. Ἐκεῖνοι εἶχαν τέλεια ξενητεία. Ἔ, κι ἐμεῖς μποροῦμε τροπικά νά ἔχωμε λιγώτερες κοινωνικές σχέσεις, λιγώτερες ἐκδηλώσεις. Καί ἄν εἴμαστε σωστοί καί ἀντικειμενικοί καί γνήσιοι, ὁ Χριστός, ἀργά ἤ γρήγορα, θά τούς πληροφορήση, μυστικά, τούς ὑπολοίπους, ὅτι δέν τό κάνομε ἐπειδή τούς περιφρονοῦμε ἤ ὅτι δῆθεν δέν τούς ἀγαπᾶμε, ἀλλά τό κάνομε γιά λόγο πνευματικό. Ἔτσι μποροῦμε, ὅπως εἴπαμε, νά περιορίσωμε κάποιες ἄλλες περιττές καί βλαβερές, θά λέγαμε, ἐκδηλώσεις μας, προκειμένου νά κάνωμε περισσότερη ἐσωτερική πνευματική ἐργασία στόν ἑαυτό μας. Καί, ἐν προκειμένῳ, γιά νά ἔχωμε πιό πολύ χρόνο γιά τήν προσευχή. Καί αὐτό, ὄχι μόνο δέν θά μᾶς δημιουργήση πλῆξι καί λύπη, ἀλλά θά μᾶς δώση καί τήν πραγματική χαρά.

Ἄλλες ἀπαιτήσεις, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, καί προσδοκίες ἔχει ὁ Θεός ἀπό ἐκείνους πού ζοῦν ἐκτός τοῦ κόσμου, καί ἄλλες ἀπό ἐμᾶς. Καί, σέ ἐμᾶς δίνει εὐκαιρίες γιά κάθαρσι καί ἁγιασμό ὁ Θεός, διότι εἶναι τόσοι πολλοί οἱ πειρασμοί καί τά ἀπρόοπτα πού μᾶς ἐπιφυλάσσει ἡ κάθε ἡμέρα, πού ἄν ἐφαρμόσωμε τίς εὐαγγελικές ἐντολές σ᾽ αὐτά ὅλα πού μᾶς προκύπτουν, χωρίς τήν θέλησί μας, φθάνουν καί περισσεύουν, γιά νά ἁγιάσωμε καί γιά νά προχωρήσωμε πνευματικά. Δυστυχῶς καί εὐτυχῶς, εἶναι τόσες πολλές οἱ προσβολές, οἱ ἀχαριστίες, οἱ περιφρονήσεις, οἱ συκοφαντίες, οἱ ἄσχημες εἰκόνες, οἱ παραστάσεις, πού, ἀπό μιά ἄποψι, γι᾽ αὐτό καί πρίν εἴπαμε καί τό ''εὐτυχῶς'', εἶναι θαυμάσια εὐκαιρία γιά πνευματική ἀνάβασι καί γιά πνευματικά στεφάνια. Βέβαια, προσοχή ἐδῶ, ποτέ ἐμεῖς δέν πρέπει νά ἐπιδιώκωμε αὐτά νά ἔρχωνται. Αὐτό, δέν εἶναι καθόλου σωστό. Ἄς μή τό ἀναλύσωμε πιό πολύ.... Ὅμως, τώρα ἁπλῶς λέμε ὅτι, ὅταν χωρίς τήν θέλησί μας ἔρχωνται μπροστά μας, πρέπει νά κάνωμε αὐτά πού πρέπει γιά νά τά ἀντικρούωμε. Καί ἔτσι, θά καθαριζώμαστε καί ἀπό τούς πειρασμούς αὐτούς τούς ἀκουσίους θά προαγώμεθα πνευματικά. Καταλαβαίνετε τί ἐννοοῦμε. Δίνομε, δηλαδή, πνευματικές ἐξετάσεις.

Στό σημεῖο αὐτό, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ἄς ἀναφέρωμε ἕνα γεγονός, πού μᾶς διηγήθηκε ὁ μακαριστός Γέροντας Παΐσιος:  Ὅταν ἀσκήτευε στήν Κόνιτσα, γιά ἕνα διάστημα, παρακαλοῦσε ὅλως ἰδιαιτέρως τόν Θεό νά τόν ταπεινώση. Καί τήν ἑπομένη φορά πού πῆγε ὁ μακαριστός Γέροντας, κατά τό σύνηθες τυπικό του νά κοινωνήση στήν ἐκκλησία, στήν Κόνιτσα, κατά τήν στιγμή πού ἔμπαινε στό Ἱερό γιά νά παρακολουθήση ἀπ᾽ ἐκεῖ, ὡς μοναχός πού ἦτο, τήν Θεία Λειτουργία, ὅπως ἄλλωστε πάντα ἔτσι ἐγίνετο, ἔ, ἐκείνη τήν φορά, ὁ ἴδιος ἱερέας πού ἦταν καί τίς ἄλλες φορές, ὅλως ἀπροσδόκητα, πολύ ἀπότομα καί ξαφνικά καί χωρίς κανέναν λόγο, τοῦ εἶπε νά βγῆ ἀμέσως ἔξω καί νά καθήση, ἄκουσον-ἄκουσον, μέ τούς λαϊκούς. Ἔ, ὅπως εἶναι φυσικό, στήν ἀρχή ὁ Γέροντας Παΐσιος ταράχθηκε, σάν ἄνθρωπος, τά ἔχασε, ἀλλά ἀμέσως θυμήθηκε ὁ ἴδιος, γιά πόσο μεγάλο διάστημα ἐκλιπαροῦσε τόν Θεό νά τόν ταπεινώση. Καί σκέφθηκε: ''Καί τώρα πού ἦλθε ἡ εὐκαιρία, νά τήν ἀφήσω νά πάη χαμένη;'' Καί ἔτσι, ὁ μακαριστός Γέροντας, ἀπό αὐτό τό γεγονός, δοξολογοῦσε τόν Θεό γι᾽ αὐτήν τήν πνευματική εὐκαιρία πού τοῦ ἔστειλε ὁ Θεός. Νομίζω, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, αὐτό τό γεγονός εἶναι πάρα πολύ κατατοπιστικό καί πάρα πολύ ὠφέλιμο. Δέν χρειάζονται περαιτέρω σχόλια.

Καί, ἀντίστροφα τώρα. Ἄν τό θέλετε, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ὅσοι δέν κάνουν φιλότιμη προσπάθεια νά ἐφαρμόσουν τίς ἐντολές ὅταν βρίσκωνται στόν κόσμο, αὐτοί συνήθως, καί ὅταν ὁ Θεός εὐδοκήση καί πᾶνε ἐκτός κόσμου, ἐάν δέν ἀλλάξουν νοοτροπία καί δέν μετανοήσουν, πάλι ἀποτυγχάνουν. Ὅμως, ἄς μήν ἐπιμείνωμε σ᾽ αὐτήν τήν ἀπορία ἀκόμη πιό πολύ.

Μία ἄλλη τώρα ἐρώτησις πού μᾶς ἐτέθη: ''Πῶς γίνεται, πάτερ μου, νά μή βλέπωμε παντοῦ τό κακό, ἀφοῦ αὐτό ὑπάρχη;''

Ἡ ἀπάντησις εἶναι: Μέ τόν καλό λογισμό. Ὅσο ὁ ἄνθρωπος καθαρίζεται βλέπει γύρω του πιό καθαρά τά πάντα, ἐνῶ μερικοί, ἀντίστροφα τώρα, ἐκ τῶν ἰδίων κρίνουν καί τά ἀλλότρια. Λοιπόν, ὅπως εἴπαμε, δέν πρέπει νά ἔχωμε φοβία γιά τόν ἁμαρτωλό περιβάλλοντα χῶρο μας, ἀλλά νά κοιτᾶμε παντοῦ καί πουθενά, δηλαδή ἀπλανῶς. Ἄλλωστε, ''νοῦς ὁρᾷ καί νοῦς ἀκούει''. Ἄν καθαρίζωμε τόν νοῦ μας, τότε κάθε ἀκάθαρτο δέν θά εἰσχωρῆ μέσα μας. Πῶς νά τό ποῦμε, θά ὑπάρχη ἕνας ἐσωτερικός αὐτόματος πνευματικός μηχανισμός ἄμυνας, πού ὅ,τι δέν μᾶς ὠφελεῖ δέν θά τό ἀφήνη νά εἰσχωρῆ εἰς τό βαθύτερο εἶναι μας. Ἤ, γιά νά μή τό προχωρήσωμε ἀκόμη πιό πολύ, θά ὑπάρχη ἕνας προσωπικός ἐσωτερικός ''βιολογικός'' πνευματικός καθαρισμός, πού ὅ,τι ἀκατάλληλο θά μπαίνη μέσα μας αὐτόματα θά καθαρίζεται ἀπό μόνο του. Ἀλλά αὐτό εἶναι μία ἄλλη κατάστασις. Ἄς μή τό ἀναλύσωμε τώρα πιό πολύ.

Σέ ὅλα αὐτά πού προαναφέραμε, θά ὠφελήσουν, ὅπως εἴπαμε, οἱ καλοί λογισμοί. Ὅπως μᾶς ἔλεγε πάλι ὁ μακαριστός Γέροντας Παΐσιος, στήν ἀρχή, ὁ ἄνθρωπος ἀγωνίζεται ἐναντίον τῶν κακῶν λογισμῶν διά τῆς περιφρονήσεως καί μέ τό νά φέρνη καλούς λογισμούς. Καί, στό τέλος, ἐπέρχεται ἕνα ψυχοσωτήριο ἐσωτερικό ἄδειασμα, πού ὁ ἄνθρωπος δέν ἔχει καθόλου, μά καθόλου λογισμούς, εἴτε καλούς, εἴτε κακούς. Αὐτό εἶναι, προσέξτε παρακαλῶ, τί μᾶς εἶπε ὁ Γέροντας: Αὐτό εἶναι ἀκόμα ἀνώτερο ἀπό τούς καλούς λογισμούς. Βέβαια, αὐτή ἡ μακαρία ὄντως κατάστασις, δέν ἔχει καμμία σχέσι μέ τήν ἀποβλάκωσι, ἤ καλύτερα, τήν ἀδρανοποίησι πού δημιουργεῖται μέ τόσες ἄλλες πλεῖστες παρενέργειες καί ἐξαρτήσεις ἀπό τά διάφορα ψυχοφάρμακα.

Καί μία τελευταία θεολογική ἀπορία πού μᾶς ἐτέθη: ''Πῶς ἐγνώρισε ὁ διάβολος τό κακό;''

Ἀπαντᾶ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός καί λέγει ὅτι ὁ σατανᾶς δέν εἶχε μέσα του ἴχνος κακίας ἀπό τόν Δημιουργό Θεό. Ἐπειδή ὅμως δέν ἐδέχθη τόν φωτισμό καί τήν τιμή πού τοῦ ἐχάρισε ὡς δῶρο ὁ Δημιουργός, κατόπιν ἐλευθέρας του προσωπικῆς ἐκλογῆς, μετεβλήθη ἀπό τήν πρώην φυσική του ἐκ κατασκευῆς κατάστασι εἰς τήν παρά φύσιν καί ὑπερηφανεύθη ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ, πού τόν ἐδημιούργησε. Βλέπετε, ἡ κεντρική παρεκτροπή τοῦ διαβόλου ἦταν ἡ ὑπερηφάνεια, μέ τό νά θελήση νά ἐπαναστατήση ἐναντίον τοῦ Θεοῦ. Καί, ἀφοῦ πρῶτος αὐτός ἀπεμακρύνθη ἀπό τό ἀγαθόν κατέληξε, αὐτομάτως μετά,  εἰς τό κακό. Διότι, τό κακό δέν εἶναι τίποτε ἄλλο παρά ἡ στέρησις τοῦ ἀγαθοῦ. Δέν ὑπάρχει δηλαδή ἐκ φύσεως. Εἶναι διάχυτη αὐτή ἡ πατερική θέσις. Ὅπως ἀκριβῶς καί τό σκοτάδι. Τί εἶναι τό σκοτάδι; Τό σκοτάδι δέν ἀποτελεῖται ἀπό κάτι, ἀπό τό α´ ἤ τό β´, ἀλλά εἶναι ἡ στέρησις τοῦ φωτός. Διότι, ὅπως τό ἀγαθό εἶναι πνευματικό φῶς, παρομοίως, καί τό κακό εἶναι πνευματικό σκότος.

Συνοψίζοντας λοιπόν, τό κακό δέν ἔχει, νά μιλήσωμε λίγο πιό θεολογικά, ἰδίαν ὑπόστασιν. Δέν εἶναι παρά ἡ στέρησις τοῦ ἀγαθοῦ. Ἔτσι καί ὁ σατανᾶς, μέ τήν ὑπερηφάνειά του, στερήθηκε τό ἀγαθό, πού εἶχε ἐκ φύσεως, καί, σάν συνέπεια αὐτῆς τῆς στερήσεως, ἦταν νά πέση στό κακό. Καί ὄχι μόνο ἔπεσε, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ἀλλά ἐπιμένει. Ἀπό αὐτό ἄλλωστε, βγῆκε καί ἡ ρῆσις ''τό μή πίπτειν ἀγγελικόν''. Βέβαια, αὐτό ἰσχύει μετά Χριστόν. Γιατί πρό Χριστοῦ, οἱ ἄγγελοι μποροῦσαν καί νά πέσουν. Ἀλλά, ἄς μή ξεφύγωμε. Λοιπόν, ''τό μή πίπτειν ἀγγελικόν, τό πίπτειν ἀνθρώπινον''. Ἀλλά, ''τό πίπτειν καί ἐμμένειν δαιμονικόν''. Δηλαδή, τό νά μή πέφτη κανείς εἶναι ἀγγελικό. Τό νά πέφτωμε εἶναι ἀνθρώπινο, ἀρκεῖ νά σηκωνώμαστε ὅσο γίνεται πιό γρήγορα. Ἀλλά, τό νά ἐμμένωμε στήν πτῶσι, εἶναι πέρα γιά πέρα δαιμονικό. Καί, γιά νά γίνωμε ἀκόμη πιό παραστατικοί, ἄς ἀναφέρωμε πάλι ἕνα παράδειγμα ἀπό τόν γνωστό σας πλέον Γέροντα Παΐσιο:

Μία φορά, ὅταν προσηύχετο γιά ὅλην τήν δημιουργία, μέ τόσο πόνο καί ἀγάπη πού εἶχε, προσευχόταν ἀκόμη καί γι᾽ αὐτά τά δαιμόνια. Εἶχε πολύ πόνο ἀκόμη καί γι᾽ αὐτούς τούς δαίμονες καί ἔλεγε: ''Θεέ μου, νά τά ἐλεήσης, διότι δικά σου πλάσματα εἶναι, ἄσχετα ἄν κατήντησαν ἐκεῖ πού κατήντησαν''. Καί, ὅπως ἔλεγε ὁ ἴδιος ὁ μακαριστός Γέροντας, τοῦ ἐνεφανίσθη ἕνας δαίμων, μεταμορφωμένος σέ σκυλί μεγάλο, πού εἰρωνεύετο τόν μακαριστό Γέροντα καί τόν κορόϊδευε καί γελοῦσε σαρκαστικά, δαιμονικά, βγάζοντας τήν γλῶσσα πάρα πολύ ἔξω, σάν νά τοῦ ἔλεγε: ''Ἐμεῖς, ὅ,τι καί νά κάνης, ἔτσι μᾶς ἀρέσει νά εἴμαστε''. Δέν ξέρω, ἄν αὐτό τό γεγονός, πού μᾶς τό διηγήθηκε ὁ ἴδιος ὁ Γέροντας, ἄν ἔχη γραφῆ σέ κάποια ἀπό τά σχετικά ὡραῖα βιβλία πού ἔχουν κυκλοφορήσει.

Λοιπόν, αὐτά, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, εἴχαμε νά ποῦμε, ἐντελῶς βέβαια ἐπιγραμματικά, ὡς πρός τίς ἀπορίες, πού σήμερα ἦσαν πάρα πολλές. Ἄν καί καταναλώσαμε σχεδόν τόν πιό πολύ χρόνο τῆς καθιερωμένης ἐδῶ συνάξεώς μας,  ὅμως, τίς θεωρήσαμε σημαντικές καί ὅτι ἔπρεπε νά ἀπαντηθοῦν. Ἄλλωστε, νομίζω ὅτι ὅλα αὐτά συνδέονται ἄρρηκτα μέ τήν προσευχή, προκειμένου δηλαδή νά μεγιστοποιήσωμε τούς καρπούς τῆς προσευχῆς τοῦ Ἰησοῦ.

Τώρα, στό σημεῖο αὐτό, εὐθύς ἀμέσως, ἄς ποῦμε, ὅτι στό πρῶτο στάδιο τῆς προσευχῆς τοῦ Ἰησοῦ, τό ''Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ἐλέησόν με'', γιά μᾶς πού εἴμαστε ἀρχάριοι πνευματικά, ἐνδείκνυται καί ἐπιβάλλεται νά τήν λέμε ψιθυριστά. Καί, ὅταν λέμε ψιθυριστά, ἐννοοῦμε νά ἀκούη τό αὐτί ἴσα-ἴσα τί λέει τό στόμα. Αὐτό βέβαια, ταιριάζει ἰδιαίτερα ὅταν εἴμαστε μόνοι μας καί δέν γινώμαστε ἀντιληπτοί ἀπό τούς ἄλλους. Ὁπότε, ὅταν εἴμαστε ἐντελῶς μόνοι μας, μποροῦμε, ἄν θέλωμε, νά τήν λέμε καί ἐκφώνως. Ἀλλά, νά μή ξεχνᾶμε κάτι: Ὅτι ὁ Θεός εὐχαριστεῖται, εὐφραίνεται, στήν κρυφή πνευματική προσωπική ἐργασία μας καί ὄχι στίς διαφημίσεις. Πολλές φορές, καί ἀπό καλή ἴσως διάθεσι, καί ἀπό ἀγάπη καί ἀπό πόνο, νομίζομε, μᾶς κλέβει λίγο τό ταγκαλάκι ἐκεῖ, ὅτι πρέπει νά τό λέμε τό καλό πού κάνομε γιά ὠφέλεια τῶν ἄλλων.

Νά ὅμως, πού ἔρχεται ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, διαχρονικά, καί μᾶς λέγει τά ἀντίθετα. Τά θεωροῦμε γνωστά. Τί λέγει ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ὅλοι ξέρομε. ''Νά μή ξέρη ἡ δεξιά τί κάνει ἡ ἀριστερά''. Καί ξεχνᾶμε, ὅτι ὁ Θεός μπορεῖ νά πληροφορῆ μυστικά, χωρίς προσωπική μας βλάβη, τίς καρδιές τῶν ἄλλων. Ἔτσι, ὅταν εἴμαστε μόνοι μας, νά τήν λέμε ψιθυριστά, ἐνῶ ὅταν εἴμαστε σέ δημόσιο χῶρο καί δέν ἔχωμε δυστυχῶς ἀκόμη συνηθίσει νά τήν λέμε νοερά, τότε - τί νά κάνωμε; - τότε ἄς τήν λέμε ψιθυριστά μέν, ἀλλά χωρίς νά φαίνεται αὐτό ἐξωτερικά. Πῶς γίνεται αὐτό; Σάν νά κουνᾶμε δηλαδή λίγο τήν γλῶσσα μας ἐσωτερικά. Νά ''χτυπάη'' ἡ γλῶσσα μας κάπως στά δόντια, νά κουνιέται δηλαδή ἐσωτερικά. Καί, ἄν καί πάλι γιά κάποιο λόγο, πού δέν εἶναι τοῦ παρόντος διότι εἶναι πολλά τά αἴτια, βλέπωμε κάποια στιγμή, ὅτι δέν ''τρέχει'' ἡ εὐχή, τότε εἶναι προτιμώτερο, ἀπό τό νά μένωμε ἀδρανεῖς, νά λέμε ἕνα τμῆμα τῆς εὐχῆς, ἤ ἔστω καί μία λέξι ἀπό ὅλη τήν εὐχή. Ἐπί παραδείγματι: ''Ἰησοῦ μου, Ἰησοῦ μου, Ἰησοῦ μου...'', ἤ ''ἐλέησόν με, ἐλέησόν με, ἐλέησόν με...''. Ἐπειδή καί μόνο ἡ λέξις ''Ἰησοῦ'' δημιουργεῖ μεγάλη ἐσωτερική πνευματική ἡδονή καί πνευματική προσωπική καρποφορία.

Πρέπει λοιπόν νά τήν λέμε στήν ἀρχή ψιθυριστά, ὅταν εἴμαστε ἀπερίσπαστοι, κατά μείζονα λόγον, ἀλλά καί ὅταν ἔχωμε κάποιες ἄλλες ἀσχολίες. Λοιπόν, τό ξανατονίζομε, ἐπειδή συνεχῶς ἐρωτώμεθα γι᾽ αὐτό: Πρέπει νά λέμε τήν εὐχή, καί ὅταν εἴμαστε ἀπερίσπαστοι, καί, παράλληλα, μέ παντός εἴδους ἄλλες ἀσχολίες. Μέ ἄλλα λόγια, δέν ὑπάρχει ἀκατάλληλη στιγμή πού νά μή λέγεται ἡ εὐχή. Καί πρέπει νά εὑρίσκωμε κάποιο χρόνο - δέν δικαιολογούμεθα ἄν προφασιζώμεθα ὅτι δέν εὑρίσκωμε - κατά τήν διάρκεια τῆς ἡμέρας, πού νά εἴμαστε ἀπερίσπαστοι. Ὅσο καί ἄν νομίζωμε ὅτι δέν ὑπάρχει τέτοιο χρονικό διάστημα, δέν ὑπάρχει δικαιολογία. Διότι, ἄν ἀναρωτηθῆ ὁ καθένας μας ποῦ καί πῶς καταναλώνομε τόν χρόνο τῆς ἡμέρας, θά βροῦμε ὅλοι μας ὅτι τόν περνᾶμε σέ πράγματα, ἄν ὄχι βλαβερά, τοὐλάχιστον ἀνώφελα. Τότε, θά διαπιστώσωμε ὅτι πάντοτε ἔχομε κάποιο χρόνο διαθέσιμο. Καί αὐτός ὁ χρόνος, πού διαθέτομε στήν προσευχή, ὄχι μόνο δέν πάει χαμένος, ἀκόμη καί γιά τά βιοτικά, ἄν τό θέλετε, ἀλλά μᾶς δημιουργεῖ μία κατάστασι νήψεως, ἐγρηγόρσεως, καί ἔτσι ἀποδίδομε πολύ καλύτερα καί στίς καθημερινές ἐργασίες τῆς ἡμέρας καί ξεφεύγομε, ἄν λέμε τήν εὐχή, ἀπό πολλές παγίδες, ἀπό πολλά ἀπρόοπτα, τά ὁποῖα, ἐάν δέν τά ἀντιμετωπίσωμε σωστά, μέ πνευματική ἐγρήγορσι καί μέ τόν φωτισμό τῆς εὐχῆς, τότε θά χάσωμε πολύ περισσότερο χρόνο ἀντιμετωπίζοντάς τα διαφορετικά. Καί, ὄχι μόνο αὐτό, ἀλλά θά βλαφθοῦμε καί πνευματικά καί θά ἔχωμε ποικίλλου εἴδους ἄλλες φθορές.

Ἔτσι, ὅπως ἤδη εἴπαμε, καί παράλληλα μέ πάσης φύσεως ἀσχολίες, ὄχι ἁπλῶς ἐπιτρέπεται, ἀλλά ἐπιβάλλεται νά λέμε τήν εὐχή. Καί ὅταν μαγειρεύη κάποια, ἄν εἶναι νοικοκυρά, ὅταν σιδερώνη, ὅταν ράβη, ὅταν ταξιδεύη κάποιος, ὅταν περιμένη στήν οὐρά γιά νά πάρη ἕνα χαρτί σέ μία ὑπηρεσία καί ἔχη ἀγωνία καί ἔχη καί κάποια νευράκια, γιατί περνάει ἡ ὥρα, ἔ, μπορεῖ αὐτήν τήν ὥρα νά τήν ἐκμεταλλευθῆ θαυμάσια λέγοντας τήν εὐχή. Καί στό χωράφι μας, καί στό γραφεῖο μας, ἀκόμη κι ἄν κάνωμε κάποια ὑπεύθυνη δουλειά, μποροῦμε νά τήν σταματᾶμε, κάπου-κάπου καί νά συνδεώμεθα μέ τό ''Κέντρο''. Ποιό εἶναι τό ''Κέντρο;'' Εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Θεός.

Ἀκόμη καί ὅταν πέφτωμε νά κοιμηθοῦμε, νά πλυθοῦμε καί ὅταν εἴμαστε στό κρεββάτι δέν εἶναι ντροπή, παντοῦ καί πάντοτε, πρέπει νά λέμε τήν εὐχή. Γιατί, πολλές φορές, μᾶς πολεμάει πιό πολύ ὁ ἐχθρός στό κρεββάτι καί στόν ὕπνο. Αὐτά δέν εἶναι ντροπή νά τά ἀναφέρωμε. Μέ μία λέξι λέμε, ὅτι δέν ὑπάρχει ἀκατάλληλη στιγμή πού νά μή μπορῆ νά λεχθῆ ἡ εὐχή, γιατί ὁ διάβολος πάντοτε πολεμάει, ὁπότε πάντοτε πρέπει ἀπό μᾶς νά ἀντιπολεμῆται. Καί ξαπλωμένοι στό κρεββάτι μποροῦμε νά λέμε τήν εὐχή, ἀλλά ὄχι μόνο ξαπλωμένοι. Ὅπως καί γιά τήν μελέτη. Συνεχῶς ἐρωτώμεθα: ''Μποροῦμε νά διαβάζωμε τήν Καινή Διαθήκη στό κρεββάτι;'' ''Ναί, καί στό κρεββάτι, ἀλλά ὄχι μόνο στό κρεββάτι''.

Κλείνοντας, ἄς ἀναφέρωμε κάτι ἀπό τήν Κλίμακα τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Σιναΐτου γιά νά γίνωμε πιό πειστικοί σ᾽ αὐτό πού λέμε. Κάποιος μεγάλος ἀγωνιστής ἀναγκάσθηκε νά μεταβῆ σέ ἀκάθαρτο μέρος γιά νά διώξη τίς ἀκάθαρτες σκέψεις, γιατί δέν μποροῦσε νά προσευχηθῆ ὅπως θά ἤθελε σέ κάποια σύναξι. Καί πῆγε σ᾽ αὐτόν τόν ἀκάθαρτο χῶρο γιά νά διώξη αὐτές τίς ἀκάθαρτες σκέψεις, πού ἤθελαν νά τοῦ ἐμφυτεύσουν μέσα στό μυαλό του οἱ πονηροί δαίμονες, ἐπειδή δέν εἶχε ἄλλη ἐπιλογή....
Αὐτά, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, εἴχαμε νά ἀναφέρωμε εἰς τήν ἀγάπη σας σήμερα, γιά τό θέμα τῆς εὐχῆς.
Πρῶτα ὁ Θεός, θά συνεχίσωμε τό ἑπόμενο Σάββατο τήν ἴδια ὥρα, φυσικά.

Ἀρχιμανδρίτης Ἀρσένιος Κατερέλος,
Ἡγούμενος Ἱ. Μονῆς Ἁγίου Νικολάου Δίβρης Φθιώτιδος,
(Ἑσπερινή ὁμιλία στόν Ἱ. Ναό Παναγίας Δεσποίνης Λαμίας κατά τό ἔτος 1999)

Προυποθέσεις και ωφέλεια εκ της Ευχής. (Αρχιμ. Αρσένιος Κατερέλος)

 


7ba97-komposxoini_8201

Όπως είχαμε παραγγείλει στην πρώτη μας σύναξι, αγαπητοί μου εν Χριστώ αδελφοί, από σήμερα θα ομιλήσωμε για την προσευχή, και ιδιαίτερα για έναν ξεχασμένο δυστυχώς τρόπο προσευχής. Πρόκειται για την μονολόγιστη ευχή του Ιησού, το «Κύριε Ιησού Χριστέ Υιέ του Θεού, ελέησόν με τον αμαρτωλόν» η, πιο περιληπτικά, πιο συμπεπυκνωμένα, το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με».

Πριν όμως αναφερθούμε σε αυτόν τον απλό, αλλά πλέον δραστικό τρόπο προσευχής, κρίνομε εντελώς απαραίτητο να πούμε λίγα εισαγωγικά περί προσευχής, τα οποία πρέπει στοιχειωδώς να γνωρίζωμε, ούτως ώστε να μεγιστοποιήσωμε την πολλαπλή και πολυδιάστατη ωφέλεια, που θα προέλθη από την προσευχή του Ιησού ειδικά.

Μέγιστο προνόμιο στον άνθρωπο είναι  η προσευχή. Και προσευχή σημαίνει ανάτασι στον ουρανό και διάλογος και προσωπική επικοινωνία μας και κοινωνία μας με τον Θεό. Ως προς την ποιότητά της, είναι συνουσία μετά του Θεού, εφ᾽ όσον συνάπτεται ο άνθρωπος μετά του Θεού, δηλαδή με τις άκτιστες θεϊκές ενέργειες.

Δεν πρέπει όμως να ξεχνάμε ότι η προσευχή είναι μία από τις εντολές. Και βέβαια, είναι από τις πιο βασικές. Με την προσευχή  βελτιωνόμαστε στην τήρησι των εντολών. Αλλά και αντίστροφα με την τήρησι των εντολών προαγόμαστε στην προσευχή. Η προσευχή είναι ο καθρέφτης της όλης πνευματικής μας πορείας. Και για να γίνη ευπρόσδεκτη από τον Θεό, πρέπει κατά το ολιγώτερο η περισσότερο, να τηρηθούν οπωσδήποτε κάποιες προϋποθέσεις. Διαφορετικά, αν δεν τηρηθούν, όχι μόνο δεν θα φθάνη στον ουρανό, δεν θα είναι ευπρόσδεκτη στον Θεό η προσευχή μας, αλλά δεν θα ανεβαίνη πάνω από το κεφάλι μας, μεταφορικά βέβαια. Δεν θα ξεπερνά σε ύψος, όπως έλεγε χαριτολογώντας ο π. Παΐσιος, ούτε και αυτό τούτο το ίδιο μας το κεφάλι.

Έλεγε σε κάποιον ο Γέρων Παΐσιος: »Με την τακτική που ακολουθείς, η προσευχή σου, όχι απλώς δεν φθάνει στον ουρανό, αλλά μένει, σε ύψος, κάτω και από το ίδιο σου το κεφάλι». Κάτι ανάλογο έλεγε ο Γέροντας και σε κάποιον άλλον, που έλεγε την »ευχή» όχι σωστά, αλλά με έναν τρόπο ανάρμοστο, όχι ήρεμο και νηφάλιο, που να χωνεύη την προσευχή, την έλεγε με μία μανία, όχι κατά Θεόν, μ᾽ έναν τρόπο αφύσικο, μ᾽ έναν τρόπο  που δημιουργούσε άγχος, που δημιουργούσε ένα στυλ μη πνευματικό… Ως εκ τούτου, ούτε »ευλογείτε» έλεγε  αυτός ο άνθρωπος, σε εκείνους που έβρισκε στον δρόμο, για να μη χάση την προσευχή, την έλεγε δυνατά, πολύ δυνατά, μ᾽ έναν τρόπο, τέλος πάντων, όχι σωστό. Όταν λοιπόν τον ρώτησε ο π. Παΐσιος, από αγάπη βέβαια – ο άνθρωπος αυτός, τότε, ήτο δόκιμος μοναχός – «Τι κάνεις εδώ αδελφέ;» Εκείνος απαντά «Γέροντα, λέω την »ευχή»». «Ποιά «ευχή» ευλογημένε; Έτσι λέγεται η »ευχή»; Με αυτό που κάνεις, πρόσεξε, μη δαιμονισθής», του είπε ο π. Παΐσιος και τον συμβούλευσε κάποια σχετικά πράγματα.

Πρέπει να προσέξωμε λοιπόν, μήπως ενώ προσευχώμαστε αρκετή ώρα, για κάποιο λόγο, η προσευχή μας δεν πετάει στον ουρανό.

Οι προϋποθέσεις της προσευχής είναι ανεξάντλητες, αλλά κάποιες από αυτές είναι οι εξής:

Κατ᾽ αρχήν, θα πρέπη να γίνεται η προσευχή μας με πνεύμα ταπεινώσεως, με βαθειά αυτογνωσία και αυτομεμψία, χωρίς δικαιολογίες καίεξιδανικεύσεις των πτώσεών μας, της όχι σωστής συμπεριφοράς μας. Και αυτό, αγαπητοί μου αδελφοί, είναι μία από τις μεγαλύτερές μας προσωπικές τραγωδίες, ότι δηλαδή συνεχώς δικαιολογούμαστε, όχι μόνο μέσα μας, αλλά και έξω μας, στους άλλους, κι έτσι χάνομε και αυτόν τον λίγο κόπο που καταβάλλομε στον προσωπικό μας καθημερινό αγώνα.

Με μία λοιπόν λέξι, λέμε ότι η προσευχή μας θα πρέπη να είναι »τελωνική»: »Ο Θεός ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ». Έστω κι αν δεν καταλαβαίνωμε εντελώς την ενοχή μας, ας κάνωμε μία προσπάθεια, ώσπου να μας ανοίξη τα μάτια της ψυχής ο Θεός.

Επίσης, δεν πρέπει να υπάρχη εχθρότητα με τον οποιονδήποτε συνάνθρωπό μας. Αυτό, εκφράζεται ποικιλλοτρόπως, αλλά ας πούμε μόνο δυό-τρεις περιπτώσεις. Εκφράζεται διάχυτα στο »Πάτερ ημών». Δηλαδή ως απαραίτητη προϋπόθεσις να μας συγχωρήση ο Κύριος είναι να συγχωρούμε εμείς τους άλλους, τους οποιουσδήποτε άλλους, ανεξαρτήτως τι μας έκαναν.  Και τούτο, γιατί ακούμε πολλές φορές: «Ξέρεις, πάτερ μου, τι μου έκανε αυτός και μου λες να τον συγχωρήσω, να του πω »καλημέρα»;» Ανεξαρτήτως του τι μας έκαναν οι άλλοι, εμείς πρέπει να τούς συγχωρούμε. Άλλωστε, όπως διαβάζομε και στην ακολουθία προ της Θείας Μεταλήψεως, τι λέμε, μεταξύ των άλλων; «…Πρώτον, καταλλάγηθι τοις σε λυπούσι…», κλπ.

Βέβαια, αυτό δεν σημαίνει ότι υποχρεούμεθα να έχωμε σχέσι με όλους. Άλλωστε, αυτό και πρακτικώς δεν είναι δυνατόν και δεν έχει καμμιά έννοια, και, πολλές φορές είναι και βλαβερό, πάρα πολύ βλαβερό, μάλιστα. Επίσης, δεν είναι δυνατόν να ταιριάζωμε όλοι με όλους. Είναι θέμα ιδιοσυγκρασίας και υπεισέρχονται και πολλοί άλλοι παράγοντες. »Δικαίωμά τους – ας μιλήσωμε με μια σύγχρονη λέξι -, και δικαίωμά μας». Όμως, εκείνο που δεν δικαιούμαστε, με την πνευματική έννοια, είναι να ραδιουργούμε, να κατακρίνωμε, να περιφρονούμε, όσους δεν ταιριάζομε η με όσους δεν αναπαυόμαστε. Και με άλλα λόγια, επειδή συνέχεια ερωτώμεθα γι᾽ αυτό το θέμα, με όποιον ταιριάζομε να είμαστε αγαπημένοι από κοντά. Και πάλι όμως, δεν πρέπει να υπάρχη παρρησία, οικειότητα μάλλον, γιατί αυτό δημιουργεί πολλές, μετέπειτα, άσχημες παρενέργειες, πνευματικές – και όχι μόνον -, κοινωνικές, ψυχολογικές, και γιατί όχι και οργανικές. Λοιπόν, με όποιον ταιριάζομε να είμαστε αγαπημένοι από κοντά. Και με όποιον δεν ταιριάζομε να είμαστε αγαπημένοι από μακρυά, από μια δηλαδή κάποια απόστασι ασφαλείας, αρκούντως ικανή, ούτως ώστε να μην έχωμε πλείστες όσες διαταραχές ποικίλλου περιεχομένου, είτε αυτός είναι γείτονας, είτε είναι συγγενής, είτε είναι συνάδελφος στην δουλειά, είτε, είτε, είτε…

Μας έλεγε σχετικά ο Γέρων Παΐσιος, «Όταν θέλης να ενώσης δύο ξύλα μεταξύ τους, εάν αυτά τα ξύλα δεν είναι καλά εναρμονισμένα, πλανισμένα, τότε, όσο τα ενώνεις με βίδα και παξιμάδι και σφίγγεις την βίδα, επειδή ακριβώς δεν είναι καλά πλανισμένα, εναρμονισμένα μεταξύ τους, όσο πιο πολύ τα σφίγγεις και δεν τα έχεις λάσκα, τόσο πιο πολύ πετσικάρουν, κλωτσάνε. Ενώ, εάν ταιριάζουν, είναι εναρμονισμένα με το πλάνισμα, λίγη κόλλα να βάλης, ενώνονται θαυμάσια». Καταλαβαίνετε τι εννοούσε ο μακαριστός Γέροντας Παΐσιος, που πάντα εύρισκε πολύ πετυχημένα παραδείγματα, με τα οποία μπορούσε, τον οποιονδήποτε προσκυνητή, να τον ωφελήση και να του δώση να καταλάβη, πιο ωραία, πιο δυναμικά, το πνευματικό νόημα το οποίο ήθελε να μεταφέρη.

Επίσης, πρέπει η προσευχή να συνοδεύεται από κρυφές ελεημοσύνες, όπως έκανε ο Κορνήλιος και εισακούσθηκε από τον Θεό.  Ο Κύριος γενικά αρέσκεται πιο πολύ να βλέπη τον κρυφό πνευματικό μας αγώνα και τις κρυφές ελεημοσύνες μας. Και τι λέγει; Ο Κύριος που βλέπει στο κρυφό… Πρέπει να ελεούμε χωρίς εμείς να κάνωμε διαφήμισι, δήθεν για να ωφεληθούν οι άλλοι, δήθεν, δήθεν… Ο,τι δικαιολογίες θέλουμε βρίσκουμε και δεν εφαρμόζομε το ευαγγελικό λόγιο, »μη γνώτω η δεξιά τι ποιεί η αριστερά». Λοιπόν, ο Κύριος όταν βλέπη τον κρυφό μας αγώνα και τις κρυφές μας ελεημοσύνες, όταν κρίνη, θα το αποδώση εις το φανερόν, εάν βέβαια αυτό είναι απαραίτητο, αν είναι χρήσιμο. Και, έχει ο Θεός… Καθόλου να μη κουραζώμαστε. Όσο και να κρυβόμαστε εμείς, που έτσι πρέπει να κάνωμε, ο Θεός, αν κρίνη κάποια στιγμή ότι είναι αυτό ωφέλιμο, έχει τους τρόπους να πληροφορήση τους άλλους.

Αλλά, και γενικώτερα, όχι απλώς οφείλομε να κάνωμε κρυφές ελεημοσύνες, αλλά να έχωμε καρδίαν ελεήμονα. Καρδιά δηλαδή που να καίγεται, όπως αναφέρει ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος, από αγάπη για όλην την κτίσι, ακόμα και γι᾽ αυτά τα ερπετά, για τα άλογα δηλαδή ζώα. Δεν υποφέρει λέει η ελεήμων καρδία -ακούστε λόγο  τρομακτικό- δεν υποφέρει να βλέπη βλάβη τινά στην δημιουργία. Και η πιο παραμικρή βλάβη δημιουργεί πόνο και προσευχή για την ελεήμονα καρδία.

Επίσης, απαραίτητη προϋπόθεσις για την προσευχή είναι η ταπείνωσι του σώματος με νηστεία, μετάνοιες, με την ποικίλλη άσκησι, και σε ποσότητα, και σε ποιότητα. Και να μη ξεχνάμε, ότι ναι μεν ο καιρός της νηστείας είναι καθωρισμένος στην αγία μας Εκκλησία, αλλά ο καιρός της εγκρατείας είναι πάντοτε επιβεβλημένος, ανάλογα βέβαια κατά περίστασιν. Δηλαδή, και την ημέρα του Πάσχα είναι προτιμώτερο να κάνωμε κάποια εγκράτεια στα φαγητά, παρά να πέσωμε με τα μούτρα. Η, τις παραμονές της Τεσσαρακοστής, τρώμε πάρα-πάρα πολύ για να κάνωμε μετά ίσως και τριήμερο. Είναι προτιμώτερο να υπάρχη πάντα ένα πρόγραμμα πιο σταθερό. Αλλά, αυτό τώρα είναι ένα άλλο θέμα. Πάντως, πρέπει να υπάρχη άσκησις. Και η Ορθοδοξία είναι ασκητική.

Επίσης, μία σωστή προσευχή πρέπει να προβάλλη αιτήματα πνευματικής κυρίως διαστάσεως, όπως είπε ο Κύριος: »Ζητείτε πρώτον την Βασιλείαν του Θεού και ταύτα πάντα – τα υπόλοιπα δηλαδή – προστεθήσεται υμίν». Θα προστεθούν σε σας. Να μην είμαστε δηλαδή φθηνοί. Ακούμε δυστυχώς, κάποια πράγματα και λυπόμαστε. Λέγουν κάποιοι: «Προσευχήσου πάτερ για το παιδί μου, η γιατί δίνει εξετάσεις η για την υγεία του κλπ….». Ναι, όλα αυτά, είναι στην ζωή. Ο πόνος είναι μεγάλος των γονιών και των παιδιών, ναι, ναι, ναι… Αλλά, να μη μένωμε μόνο εκεί. Όταν μένωμε μόνο εκεί, είμαστε φθηνοί και δείχνωμε την πνευματική μας ρηχότητα. Και λυπόμαστε, και για την αγωνία των ανθρώπων, και για το ότι δεν έχουν σωστή πνευματική τοποθέτησι. Γιατί, αν είχαν σωστή πνευματική τοποθέτησι, και λιγώτερη αγωνία θα είχαν, και πιο πολύ θα πετύχαιναν τα καθημερινά τους, και, το κυριώτερο απ᾽ όλα, θα είχαν μεγαλυτέρα πνευματική προσωπική πρόοδο.

Επίσης, πρέπει να προσευχώμαστε με πίστι. Όχι απλώς να πιστεύωμε στην ύπαρξι του Θεού, που εν προκειμένω θεωρείται δεδομένη, γιατί διαφορετικά δεν έχει έννοια να προσευχώμαστε – πως μπορούμε να προσευχηθούμε σε κάποιον, αν δεν πιστεύουμε ότι υπάρχη; Αλλά, χρειάζεται και πλήρης εμπιστοσύνη στην Πρόνοια του Θεού, ότι τελικά ο Θεός δεν θα μας αφήση να πειρασθούμε παραπάνω απ᾽ ο,τι μπορούμε να αντέξωμε και ότι θα δώση, την κατάλληλη στιγμή, την αισία έκβασι, εάν αυτή βέβαια είναι συμφέρουσα για το αιώνιο συμφέρον μας, και όχι μόνο για το προσωπικό καίπροσωρινό μας συμφέρον, γιατί, πολλές φορές, αυτά τα δύο, δυστυχώς, μοιραίως αντικρούονται.

Απαιτείται επίσης Ορθοδοξότητα μέσα εις την προσευχή. Είναι εκείνοπού είπε ο Κύριος: »Εν πνεύματι και αληθεία δει προσκυνείν». Δεν νοείται να είσαι αιρετικός. Κάθε λατρεία προερχομένη από αιρετικούς είναι ύβρις κατά του Θεού.

Επίσης βέβαια, και άλλοι πολλοί παράγοντες είναι απαραίτητοι για την κατά το δυνατόν μεγίστη καρποφορία της προσευχής μας. Όπως είναι τα δάκρυα, η επιμονή, να είμαστε καρτερόψυχοι δηλαδή, και όχι μόνο να προσευχώμαστε όταν μόνο έχωμε όρεξι – πλάνη μεγίστη αυτή. Όλοι οι μεγάλοι αγωνισταί ανεδείχθησαν στον καιρό της ακηδίας. Και, πάνω και πέρα απ᾽ όλα, να εφαρμόζωμε όλες τις εντολές.

Η προσευχή δεν είνα αυτοσκοπός, αλλά είναι ένα μέσον να πλησιάσωμε τον Θεό. Πρέπει να έχωμε ως σκοπό πρώτιστο την αποβολή, την μεταβολή και την μεταστροφή του παλαιού ανθρώπου. Όχι να κάνωμε προσευχή και να κρατάμε τα χούγια μας, τα πάθη μας και τις αδυναμίες μας. Αυτό είναι μεγίστη πλάνη. Και πολλές φορές, από τέτοιες προσευχές, όταν επιμένωμε να κρατάμε και τα πάθη μας, και μάλιστα εν συνειδήσει, από την προσευχή τελικά πολλές φορές, δεν οδηγούμαστε σε σωστούς δρόμους. Και, αν το θέλετε, όταν υπάρχουν αυτές οι αδυναμίες και τα πάθη, που πολλές φορές δυστυχώς υπάρχουν, αν δεν προσέξωμε, μπορεί να πέσωμε ακόμη και σε πλάνη. Ο πρώτος καρπός της προσευχής είναι να φωτισθούμε να αποβάλλωμε αυτές τις αδυναμίες μας.

Με αυτές λοιπόν τις προϋποθέσεις, ας εξετάσωμε και ας διερευνήσωμε την προσευχή του Ιησού, το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με», γιατί, όπως είπαμε, είναι η πιο δραστική και ταυτόχρονα η πιο αποτελεσματική μέθοδος εναντίον των τριών μεγάλων μας εχθρών.

Πρώτιστα, ο πρώτος και κύριος εχθρός μας είναι ο ίδιος μας ο εαυτός. Με τα χούγια του, τις αδυναμίες του και τα πάθη του, που πολλές φορές, όχι μόνο όλα αυτά δεν τα εντοπίζομε, αλλά τα θεωρούμε και για προτερήματα. Τι να πρωτοαναφέρωμε… Όταν λέμε »τον στόλισα», »την στόλισα», »τους έβαλα στην θέσι τους», »τους τάψαλα», »τους τακτοποίησα»…. Και ένα σωρό αμέτρητα τέτοια πράγματα και δραματικές καταστάσεις. Η τραγωδία μας και η μεγίστη αδικία που διαπράττομε κατά του εαυτού μας είναι ότι δεν καταλαβαίνομε, και δεν κάνομε μία προσπάθεια, δυστυχώς, να καταλάβωμε, την ενοχή μας έναντι του Θεού.

Δεύτερος τώρα εχθρός μας είναι ο διάβολος, που ως λέων ορυόμενος περιπατεί ζητών τίνα καταπίει. Σαν λιοντάρι δηλαδή που βρυχάται, με την πνευματική έννοια, ζητά να δη, μέχρι τελευταίας στιγμής και πνοής, ποιόν θα καταφέρη να κατασπαράξη. Εννοείται, πάντα πνευματικά. Η ψυχολογία του σατανά, όπως έχομε ξαναπή, μοιάζει, λίγο-πολύ, με την ψυχολογία ενός κακού μαθητή. Ο οποίος, αυτός ο κακός μαθητής, επειδή έμεινε στην ίδια τάξι, όχι από κάποια αδυναμία η κάποια άλλη δικαιολογία σωστή, αλλά από καθαρό πείσμα, από αδιαφορία και αμέλεια. Αντί λοιπόν, να κοιτάξη αυτός ο κακός μαθητής, να βελτιώση την θέσι του, δηλαδή να κοιτάξη να διαβάση και να περάση αξίως την τάξι του, όλως παραδόξως, αυτός ο κακός μαθητής, εν προκειμένω ο διάβολος, αγωνίζεται, αγωνιά, ευελπιστεί και παρηγορείται προσπαθώντας, ει δυνατόν, να συμπαρασύρη και τους υπόλοιπους συμμαθητάς του, να μείνουν και εκείνοι στην ίδια τάξι. Ε, κάπως έτσι μοιάζει να είναι η ψυχολογία του σατανά, αν και στο βάθος της, η ψυχολογία του εωσφόρου και της συμμορίας του είναι ακατανόητη. Απλώς με ο,τι κάνει, επιβαρύνει, έτι και έτι, ακόμη περισσότερο, την θέσι του ενώπιον του φοβερού βήματος του Κριτού εν ημέρα Κρίσεως.

Και ο τρίτος μεγάλος εχθρός μας είναι ο κόσμος, ο οποίος κατά την Γραφή κείται εν τω πονηρώ, με όλες τις εν γένει αντίθεες παραστάσεις της καθημερινότητος. Και όσο περνούν τα χρόνια, έως την εποχή του Αντιχρίστου, πάντα ο κόσμος θα πηγαίνη από το κακό  στο χειρότερο. Όπου και να κοιτάξη κανείς, υπάρχει αμαρτία, υπάρχει το κακό. Ακόμα και στον ουρανό να κοιτάξη κανείς, όπως μας έλεγε κάποια ψυχή, υπάρχει περίπτωσις και από εκεί να μη δη καλό. Γιατί, κάποιος, λέγει, κοίταξε μια φορά στον ουρανό και έτυχε να δη μία άσεμνη διαφήμισι, από ένα αεροπλάνο, το οποίο πετούσε χαμηλά και κάτι διαφήμιζε. Είχε μία άσεμνη εικόνα, η οποία εφαίνετο δια γυμνού οφθαλμού από την γη. Παντού δηλαδή κυριαρχεί η αμαρτία.

Και στην περίπτωσι αυτή θα πη κάποιος, τι πρέπει να κάνωμε; Πρέπει να έχωμε φοβίες, να κοιτάμε, η χαμηλά, η ψηλά; Αν και ψηλά, ποτέ δεν είμαστε σίγουρα ασφαλείς. Όχι. Πρέπει να έχωμε ένα σύστημα, εσωτερικό θα λέγαμε, έναν αυτόματο πνευματικό μηχανισμό, που ο,τι είναι σαβούρα, ο,τι δεν είναι καλό, να μη το δεχόμαστε μέσα μας, να μη εντυπώνεται δηλαδή αυτό εις την διάνοιά μας, γιατί ας μη γελοιόμαστε, δεν φταίει ούτε το μάτι, ούτε η όρασι, αλλά »νους ορά και νους ακούει». Δηλαδή ο,τι μας εκκεντρίζει τον νου και εστιάζει την προσοχή μας, σημαίνει ότι υπάρχει κάποιο εσωτερικό δικό μας κίνητρο και, εν προκειμένω, υπάρχει κάποιο δικό μας πάθος, το οποίο εστιάζεται σε κάποιες εικόνες. Αν δεν υπήρχε το πάθος, θάβλέπαμε χωρίς να βλέπαμε. Όπως μας έλεγε και ο π. Παΐσιος, »πρέπει να κοιτάμε αφηρημένα χωρίς να είμαστε αφηρημένοι». Δηλαδή να μην εντυπώνωνται αυτές οι αμαρτωλές εικόνες μέσα εις το είναι μας. Γιατί, αν αποκτήσωμε μία φοβία, »μη εδώ», »μη εκεί», παθαίνομε  μεγαλύτερη ζημιά από τον εχθρό.

Στο πρώτο τμήμα της προσευχής του Ιησού, παραδεχόμαστε την Θεότητα του Χριστού, ο οποίος έπαθε υπέρ ημών και αντί ημών, στην θέσι μας δηλαδή και για χάρι μας, εκπληρώνοντας έτσι την σχετική προφητεία του αποδιοπομπαίου τράγου της Παλαιάς Διαθήκης.

Στον Χριστό υπάρχει όλο το πλήρωμα της Θεότητος και της ανθρωπότητος. Γιατί, αν ο Χριστός δεν ήταν Θεός, τότε, όχι μόνο δεν θα μπορούσε να μας σώση, αλλά θα είχε και ο ίδιος πρώτα ανάγκη προσωπικής του σωτηρίας. Ο Χριστός λοιπόν είναι Θεός. Είναι το δεύτερο Πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, ο οποίος θεληματικά πήρε και ανθρώπινη μορφή. Βέβαια, αυτή η Ενανθρώπησι έγινε με την ταυτόχρονη θέλησι του Πατρός. Ο Πατήρ ηυδόκησε, ο Λόγος σαρξ εγένετο. Και με την συνεργεία επίσης, του τρίτου Προσώπου, του Αγίου  Πνεύματος.

Πρέπει να χωνέψωμε, ότι άλλο πράγμα είναι οι ενδοτριαδολογικές η »ενδοοικογενειακές» μεταξύ τους άχρονες, αΐδιες σχέσεις των τριών Προσώπων της Αγίας Τριάδος, και άλλο οι σωτηριολογικοί ρόλοι των τριών Προσώπων της Αγίας Τριάδος, για την σωτηρία του σύμπαντος κόσμου. Τι ρόλο δηλαδή έπαιξε για την σωτηρία μας, και ημών των ανθρώπων και των αγγέλων και της κτίσεως, το κάθε Πρόσωπο ξεχωριστά.

Όμως όλα αυτά χρήζουν, όπως θα το καταλαβαίνετε και μόνοι σας, ιδιαιτέρων ομιλιών και στην φάσι αυτή, να μην επιμείνωμε για να μη ξεφύγωμε από το κύριό μας θέμα. Το μόνο που τώρα λέμε, είναι ότι δυστυχώς υποτιμούμε, αγνοούμε την προσφορά των άλλων δύο Προσώπων, του Πατρός και του Αγίου Πνεύματος. Υπάρχει πλήρης άγνοια.

Τώρα, στο δεύτερο τμήμα της ευχής του Ιησού, στο »ελέησόν με τον αμαρτωλόν», παραδεχόμαστε την ενοχή μας, έστω και αν δεν την καταλαβαίνωμε. Και αυτό είναι απαραίτητο να το κάνωμε. Παραδεχόμενοι λοιπόν την ενοχή μας, επικαλούμεθα το θείο έλεος. Το »ελέησόν με» θα πη »σπλαγχνίσου με, Κύριε» και το »σπλαγχνίσου με», με την σειρά του, μεταφράζεται ποικιλλότροπα, σε »φώτισέ με, Κύριε», όπως έλεγε ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς. Έλεγε, συνέχεια, »Κύριε, φώτισον το σκότος μου». Ερμηνεύεται λοιπόν σε »φώτισέ με, Κύριε», »ενίσχυσέ με, Κύριε», »θεράπευσέ με, Κύριε», και προ πάντων, »συγχώρεσέ με, Κύριε», σε κάθε στιγμή. περίστασι και πειρασμό.

Όχι όμως όπως εγώ ο εμπαθής, πεπερασμένος άνθρωπος θέλω και κρίνω. Όχι, το ξαναλέμε, όπως κρίνομε εμείς, αλλά όπως θα έκρινε η αλάνθαστη κρίσι του Θεού,  ο,τι δηλαδή είναι για πνευματικό μας και αιώνιο συμφέρον. Γιατί; Ας μη κρυβόμαστε. Εμάς, μας ενδιαφέρει να περνάμε καλά, κυρίως σε αυτήν την ζωή. Τον Θεό όμως, σαν καλός και πάνσοφος Πατέρας που είναι, δεν τον ενδιαφέρει τόσο αυτή η πρόσκαιρη ζωή, αλλά τι τον ενδιαφέρει; Η κατά το δυνατόν αιωνία προσωπική μας βελτίστη πνευματική αποκατάστασις. Και πολλές φορές, μάς συμβαίνει κάποια προσωπική, επαγγελματική, η οικογενειακή αποτυχία, η, πολύ περισσότερο, μια αρρώστεια, ένας θάνατος. Όσο φυσικά, και αν τα προαναφερθέντα είναι αναμφισβήτητα πολύ οδυνηρά, κανείς δεν αντιλέγει, όμως, εάν όλα αυτά τα αξιοποιήσωμε πνευματικά, αποτελούν σημαντικώτατο ψυχοσωτήριο, σωτηριολογικό μας προσωπικό παράγοντα. Άλλο θέμα βέβαια είναι το ότι πολλές φορές, κάποιες δικές μας προσωπικές ατασθαλείες,  με οδυνηρές για μας συνέπειες, και υλικές, και πνευματικές, από νοσηρή μας ψευτοευλάβεια και από καμουφλαρισμένη διάθεσι αυτοδικαιώσεως, είτε το καταλαβαίνομε, είτε όχι, τις αποδίδομε στον Θεό, και όχι στην δική μας αστοχία. Αυτό, παρακαλώ, να το προσέξωμε πολύ. Τώρα όμως, ας μη το αναλύσωμε άλλο. Κάνομε γκάφες και λέμε: «Ε, αφού έτσι ήθελε η Παναγία…», ενώ εμείς δεν προσέχωμε την υγεία μας, την οικονομία μας, και ένα σωρό άλλα πράγματα.

Λέγοντας την προσευχή του Ιησού, ζούμε την όντως μακαρία κατάστασι της ταπεινώσεως. Που, η ταπείνωσις δεν είναι ωραία λόγια, δεν είναι να καθόμαστε ευσεβίστηκα, σαν βρεγμένες γάτες, σάν κολώνες η αγάλματα, αφύσικα, αλλά είναι η πιο ρεαλιστική κατάστασι και, κατά τον άγιο Μάξιμο, συνίσταται, απαρτίζεται, η ταπείνωσις, από μια διπλή γνώσι και επίγνωσι. Κατ᾽ αρχάς, συνίσταται στην επίγνωσι της δυνάμεως και της δόξας του Θεού και ταυτόχρονα στην συναίσθησι της δικής μας προσωπικής πνευματικής αδυναμίας. Αλλά, για να γνωρίσωμε αυτές τις δύο ρεαλιστικώτατες πραγματικότητες και καταστάσεις, πρέπει να αγωνιζώμαστε. Διαφορετικά, όσο και αν είμαστε έξυπνοι, η διαβασμένοι, τίποτε δεν μπορούμε να καταλάβωμε από αυτά τα δύο.

Για παράδειγμα, πως μπορούμε να εννοήσωμε, να γνωρίσωμε εμπειρικά, την δόξα του Θεού, εάν ο ίδιος ο Θεός δεν μας αποκαλύψη, δια της εμπειρίας, λίγο από την αμέτρητή Του δόξα; Και όλοι οι Άγιοι, πάνω στον αγώνα, εκ πείρας, εγνώρισαν την δύναμι, την λύσσα και την μανία του σατανά και των δαιμόνων, την ανθρώπινη αδυναμία και ασθένεια και ανεπάρκεια, αλλά και την ταυτόχρονη λυτρωτική επέμβασι του Θεού, που, τις πιο πολλές φορές, συνωδεύετο με κάποια θεοπτία, θεοφάνεια, η τέλος πάντων, και με κάποια άμεση η έμμεση θεία επέμβασι. Πολλές φορές λέμε, πως φέρει τα πράγματα ο Θεός και μας σώζει από κάτι. Που αυτό σίγουρα, δεν είναι τυχαίο.

Γι᾽ αυτήν την προσευχή, όχι μόνο στις δικές μας πονηρές ημέρες, αλλά και παλαιότερα, μερικοί, ακόμη και ευσεβέστατοι άνθρωποι, υπεστήριζαν και υποστηρίζουν, ότι δήθεν δεν προορίζεται αυτή η προσευχή του Ιησού για τους λαϊκούς, αλλά μόνο για τους μοναχούς, από την εποχή ακόμα του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, που ήταν από τους πιο ένθερμους υποστηρικτάς της ευχής του Ιησού. Βέβαια, τι θα πη »άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς», που δυστυχώς τον αγνοούμε, και δεν είναι της παρούσης ώρας βέβαια να μιλήσωμε περί αυτού.

Τούτο μόνο να αναφέρωμε, ότι η Εκκλησία μας του έχει αφιερώσει την Β´ Κυριακή των Νηστειών, γιατί την διδασκαλία του την θεωρεί σαν πρότυπο Ορθοδόξου γνησίας πνευματικότητος. Ενώ δηλαδή την πρώτη Κυριακή εορτάζωμε την νίκη του Ορθοδόξου φρονήματος, την νίκη της Ορθοδόξου πίστεως, εν συνεχεία, την Β´ Κυριακή των Νηστειών της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, προβάλλεται, δια μέσου του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, η σωστή Ορθόδοξη πνευματικότητα, ποιά δηλαδή είναι η σωστή Ορθόδοξη πνευματικότης, η οποία πρέπει να είναι βέβαια απόρροια μιας σωστής Ορθοδόξου πίστεως.

Έτσι λοιπόν, στην εποχή του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, όταν τον άκουσε κάποιος άλλος ενάρετος, κατά τα άλλα, μοναχός, ονόματι Ιώβ, όταν άκουσε τον άγιο Γρηγόριο, τόσο πολύ να προτείνη αυτήν την προσευχή του Ιησού σε όλους αδιακρίτως, και λαϊκούς και μοναχούς,  εκείνος ο μοναχός αντέδρασε.  Αρκεί να σκεφθούμε ότι για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, και όταν ήταν στην Σκήτη Βεροίας, αλλά καί  όταν ευρίσκετο στο Άγιον όρος, στο Ησυχαστήριο του Αγίου Σάββα, αν και είχε τόσα πολλά καθήκοντα, τα είχε αναθέσει, σε άλλους ικανούς ανθρώπους, και ο άγιος από την Δευτέρα έως και την Παρασκευή, κατεγίνετο με την νοερά προσευχή του Ιησού. Και μόνο τα Σαββατοκύριακα λειτουργούσε, κοινωνούσε και τακτοποιούσε τις λοιπές του υποθέσεις.

Έτσι λοιπόν, όταν ο ενάρετος κατά τα άλλα μοναχός Ιώβ άκουσε τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά να προτείνη την ευχή αυτή του Ιησού και για τους λαϊκούς, αντέδρασε και, κατά κάποιον τρόπο, διεφώνησε. Έφερε αντίρρησι στον άγιο Γρηγόριο. Επειδή όμως, και αυτός ήταν άνθρωπος μεγάλης αρετής, του ενεφανίσθη, παρακαλώ, άγγελος Κυρίου και του είπε να κάνη υπακοή στην θέσι, στην γνώμη, του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά για το θέμα αυτό, δηλαδή της προσευχής του Ιησού. Και μόνο από αυτό, που είναι το ελάχιστο βέβαια, αποδεικνύεται πόσο θεόσταλτη είναι αυτή η προσευχή.

Αλλά, τι λέγω εγώ; Άλλωστε, και αυτός ο απόστολος Παύλος στην επιστολή του προς τους Θεσσαλονικείς λέγει το γνωστό μας »αδιαλείπτως προσεύχεσθε». Η, αλλού λέγει »εγώ καθεύδω, αλλ᾽ η καρδία μου αγρυπνεί». Ενώ εγώ κοιμάμαι, η καρδιά μου μένει άγρυπνη, προσευχομένη.  Με αυτά τα λόγια, τι συμπεραίνεται; Ότι πρέπει να προσευχώμαστε αδιαλείπτως και ότι αυτό είναι εφικτόν, και ότι αυτό που λέγει ο απόστολος Παύλος για την προσευχή δεν είναι υπερβολές, δεν είναι σχήμα λόγου, αλλά είναι, ακατάληπτες μεν, αλλά μεγάλες πνευματικές πραγματικότητες, που είναι εφικτές εις τον άνθρωπον, κατόπιν βέβαια ενεργείας του Θεού. Αρκεί ο άνθρωπος να κάνη πρώτα τα ανθρώπινα, σε όλους τους τομείς  και στον τομέα αυτόν.

Και, ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, αναφέρει σχετικά, ότι είναι προτιμώτερη και πιο αναγκαία η προσευχή από την αναπνοή μας. Ούτε στιγμή δεν παύομε να αναπνέωμε. Έτσι, ούτε στιγμή δεν πρέπει να παύωμε να προσευχώμαστε. Και, όλη μας η ζωή, όλες μας οι κινήσεις, όλες μας οι ενέργειες, πρέπει να είναι μία προσευχή.

Αυτά δεν είναι, όπως ήδη είπαμε, ωραία λόγια, αλλά είναι εντολές. Και, στην συνέχεια των συνάξεών μας, πρώτα θα αναφέρωμε ποιά είναι τα τρία κύρια στάδια της προσευχής, ότι στην αρχή δηλαδή πρέπει να την λέμε ψιθυριστά, ίσα-ίσα να ακούη το αυτί τι λέγει το στόμα, ιδιαίτερα όταν είμαστε μόνοι μας και δεν γινώμαστε αντιληπτοί από τους άλλους. Ύστερα, να την λέμε νοερά, να την κρατάμε με τον νου μας, και τέλος, εάν ο Θεός ευδοκήση, και καρδιακά, δηλαδή με την πνευματική μας καρδιά, με όλο μας το είναι. Στην συνέχεια, αγαπητοί μου αδελφοί, των ομιλιών μας, θα εξηγήσωμε, ότι ο μόνος τρόπος να επιτευχθούν αυτές οι εντολές της Εκκλησίας μας περί προσευχής, όπως το »αδιαλείπτως προσεύχεσθε», το »εγώ καθεύδω και η καρδία μου αγρυπνεί», είναι η προσευχή του Ιησού, το »Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με».

Νομίζω, αρκετά είπαμε για σήμερα. Ας σταματήσωμε τώρα κάπου εδώ, και όσον αφορά για τό  θέμα των ερωτήσεων, προτείνω για λόγους πρακτικούς, να μας τις δίδετε, είτε προφορικώς, είτε γραπτώς.

Λοιπόν, αυτά είχαμε να πούμε τώρα, εις την αγάπη σας. Θα συνεχίσωμε, όπως πάντα, το επόμενο Σάββατο.

Αρχιμανδρίτης Αρσένιος Κατερέλος,

Ηγούμενος Ι. Μονής Αγίου Νικολάου Δίβρης Φθιώτιδος,

Εσπερινή ομιλία στον Ι. Ναό Παναγίας Δεσποίνης Λαμίας κατά το έτος 1999

http://theomitoros.blogspot.gr/