Σάββατο 6 Μαρτίου 2021

ΑΙΜΙΛΙΑΝΟΣ ο Σιμωνοπετρίτης Περί Θεού: Λόγος Αισθήσεως




1.Περί Προσευχής


Θα ομιλήσωμε σήμερα δι' ένα καίριο θέμα της πνευματικής ζωής, εις το οποίον μας εισάγει και το Τριώδιον ολόκληρο, ιδιαιτέρως όμως η αρχομένη αυτή περίοδος• το θέμα της προσευχής.

Άραγε, ξεύρομε τι είναι η προσευχή και ξεύρομε να προσευχώμαστε; Από μικρά παιδάκια που ήμαστε, μαθαίναμε να προσευχώμαστε, αλλά η προσευχή μας έχει την πορεία πού πρέπει; Η προσευχή είναι μία πορεία της ψυχής προς τον Θεόν, με σκοπό να φθάση σ' Αυτόν και να ενωθή μαζί του. Εάν η πορεία δεν είναι σωστή, το αυτοκίνητο ή το πλοίο δεν φθάνει ποτέ στον προορισμό του. Εάν η πορεία της προσευχομένης ψυχής μας δεν είναι ορθή, καταλαβαίνετε ότι ποτέ δεν θα φθάση στον Θεό. Σαν να έχωμε μία βάρκα, ας πούμε, που ο βαρκάρης κτυπάει τα κουπιά, αλλά τελικώς δεν κάνει τίποτε άλλο, παρά στριφογυρίζει γύρω στο ίδιο σημείο. Το ίδιο μπορεί να παθαίνωμε και εμείς και να μη το ξεύρωμε καν. Πρέπει να δούμε, η προσευχή μας είναι επιτυχημένη προσευχή;

Αντιλαμβάνεσθε ότι ένας άνθρωπος που δεν ξεύρει να προσευχηθή, είναι εν τη πραγματικότητι ένας εξωφλημένος άνθρωπος. Δεν υπάρχει ενδεχόμενο να επιτύχη εις την ζωή του. Και μοναχός να είναι, θα μείνη πάλι ένας επίγειος άνθρωπος και δεν θα γίνη ποτέ ένας ουράνιος άνθρωπος• ακόμη περισσότερο, δεν θα γίνη ένας άγγελος, εφ' όσον δεν θα ξεύρη να χρησιμοποιή πολύ καλά αυτό το μέσο πορείας και πλεύσεως, την προσευχή.

Είναι ανυπολόγιστο το κακό που παθαίνομε, το νοιώθετε, αν δεν ξεύρωμε να προσευχηθούμε. Ανυπολόγιστο! Το μοναδικό κακό, το οποίον πάσχομε. Δεν είναι δυνατόν να γίνη σύγκρισις καταστροφής με καμιά καταστροφή. Και εάν υποθέσωμε ότι θα χτυπηθούν όλα τ' αστέρια και όλοι οι κόσμοι μεταξύ τους, και θα γίνουν τα άνω κάτω θρύψαλα, το κακό θα είναι πολύ μικρότερο από το κακό το οποίον υφιστάμεθα εμείς, εάν δεν ξεύρωμε να προσευχηθούμε. Και επομένως, ο κίνδυνός μας είναι άμεσος, κίνδυνος οριστικός, στην περίπτωσι αυτής της πνευματικής αγνοίας.

Τι είναι η προσευχή; Είναι το όχημα της ψυχής, είπαμε• ας το πούμε έτσι, είναι ακόμη και η ατμόσφαιρα μέσα εις την οποίαν ζη η ψυχή. Πώς οι πνεύμονές μας αναπνέουν τον αέρα; Έτσι και η ψυχή μας αναπνέει με την προσευχή. Και γιατί ήλθαμε στο μοναστήρι; Διότι ακριβώς το μοναστήρι πάλι είναι η ατμόσφαιρα της προσευχής. Τα πάντα διά μίαν προσευχή. Εάν, λοιπόν, η προσευχή αυτή δεν γίνεται ή εάν στραβά γίνεται, τότε πώς είναι δυνατόν τελικώς να γίνωμε επιτυχημένοι άνθρωποι και μάλιστα πνευματικοί άνθρωποι; Ενώ η προσευχή η ορθή, νοιώθετε ότι τακτοποιεί τα πάντα, αναχαιτίζει κάθε δυσκολία, τα προβλήματά μας, τις αγωνίες μας, τις αμαρτίες μας, όλα τα διευθετίζει• ακόμη, μπορεί και να τερατουργή, να κάνη θαύματα εις την πορεία μας δηλαδή, και εις τον αγώνα μας και εις την ζωή μας.

Εάν δεν έχωμε μέσα μας πλούτον Πνεύματος, αν δεν έχωμε πλούτον χαράς, πλούτον ειρήνης, αν δεν έχωμε καρπούς, οι οποίοι είναι αμέσως αντιληπτοί και εμφανείς και μεγάλοι, είναι, διότι δεν τους επιθυμούμε ή διότι δεν ξεύρομε να προσευχώμαστε• και αν επιθυμούμε —«επιθυμείτε, και ουκ έχετε», που λέγει πολύ ωραία ο αδελφόθεος Ιάκωβος— και δεν έχετε «δια το μη αιτείσθαι υμάς»(1), διότι δεν ζητάμε• και εάν ζητάμε, κακώς ζητάμε, όπως λέγαμε προηγουμένως• διότι «κακώς αιτείσθε»(2), όπως πάλι λέγει εκεί ο Απόστολος.

Για μας τους μοναχούς προσιδιάζει ιδιαιτέρως η προσευχή η νοερά, η προσευχή του Ιησού, η μονόλεκτος, όπως θα λέγαμε, προσευχή, με την οποία ιδιαιτέρως θα αρχίσωμε να ασχολούμεθα αυτό το διάστημα της Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Η σημερινή μας αυτή κατήχησις θα έχη ένα σκοπό εισαγωγικό• προτού μπούμε στις λεπτομέρειες και στις αφετηρίες και στις βάσεις της νοεράς προσευχής, να πούμε μερικά πράγματα γενικώς περί προσευχής. Διότι η προσευχή είναι το πάν. Αλλά άμα δεν ξεύρω, όπως σας είπα, δεν κάνω τίποτα• και το πάν γίνεται μία καταστροφή τελεία. Μία αυτοκαταστροφή.

Τώρα, θα μου επιτρέψετε, προτού προχωρήσω, να πω κάτι. Μου φαίνεται, πατέρες μου και αδελφοί μου, ότι πράγματι δεν προσευχόμαστε ή, εάν προσευχώμαστε, δεν προσευχόμαστε αρκετά• αλλά και αυτό το λίγο που προσευχόμαστε, είναι χωρίς τέχνη, χωρίς δύναμι, χωρίς πνοή, προ πάντων είναι χωρίς Πνεύμα. Διότι μόνον το Πνεύμα, όταν προσεύχεται μέσα μας, είναι δυνατόν η προσευχή μας να ανεβαίνη επάνω στον ουρανό. Διότι εν Πνεύματι είναι η προσευχή, και το Πνεύμα κατανοεί το πνεύμα και ενούται με αυτό και όχι με σάρκα. Δεν έχει την δύναμι και την παρουσία του Πνεύματος η προσευχή μας. Συνήθως μας μαγνητίζουν ή τραβούν την ψυχή μας άλλα πράγματα, τα οποία έχουν σήμερα για μας σημασία, και τελικώς ξεχνάμε ότι μοναχός σημαίνει προσευχόμενος άνθρωπος.

Τι είναι, λοιπόν, αυτή η προσευχή; Πώς γίνεται η προσευχή θα πρέπη να πούμε σήμερα, για ν' αρχίσωμε ένα πιο συγκεκριμένο αγώνα. ιδιαίτερα για μας που ήλθαμε από τα Μετέωρα, έχει μια μεγάλη σημασία αυτό, διότι δεν φύγαμε από τον τόπο μας για κανέναν άλλο λόγο, παρά μόνον διότι δεν είχαμε τις συνθήκες και τις δυνατότητες της πνευματικής αναπτύξεως της ψυχής μας, διότι δυσκολευόμασταν στην προσευχή. Και ενώ τόσο πολύ την ποθούσαμε, θυμάστε ότι τελικώς σταματούσαμε να μιλούμε, διότι είχαμε τόσες δυσκολίες για να μπορέσωμε να προσευχηθούμε.

Ήλθαμε όμως τώρα εις το Άγιον Όρος και κανείς λόγος δεν μπορεί να μας δικαιολογήση, εάν δεν προσευχώμαστε, και μάλιστα εάν δεν προσευχώμαστε δυνατά. Δεν έχει κανένα απολύτως νόημα η φυγή μας και η είσοδός μας εις το Άγιον Όρος, εάν δεν είμεθα προσωπικότητες πραγματικά προσευχόμενες εν Πνεύματι Αγίω. Ήταν μία απάτη του κόσμου και μία ψευδαίσθησις και μία εξαπάτησις του Θεού η έλευσίς μας εις το Άγιον Όρος, εάν δεν θα γίνωμε δυνατά προσευχόμενοι άνθρωποι. Γι' αυτό θα παρακαλέσω ιδιαιτέρως να προσέξωμε το θέμα, το οποίον μας απασχολεί.

Πρώτα απ' όλα, ομιλώντας περί προσευχής, πρέπει να πούμε ότι η προσευχή δεν είναι ποτέ μόνη της. Δεν μπορώ να πω ότι προσεύχομαι, όπως έχομε εξηγήσει δια πολλών πολλάκις, δεν μπορώ να πω ότι προσεύχομαι, αν αυτή η προσευχή μου δεν είναι συνδυασμένη με κάτι άλλο. Είναι μερικά πράγματα, τα οποία πηγαίνουν πάντα μαζί. Δεν μπορείς να ξεχωρίσης το ένα από το άλλο• επί παραδείγματι, όταν ομιλή ο απόστολος Παύλος περί πίστεως(3), ομιλεί μόνον περί πίστεως και όχι και περί έργων. Αλλά γιατί; Διότι, όταν λέγη «πίστις», εννοεί μία πίστι που υπάρχει και αποδεικνύεται από τα έργα. Όταν ο Ιάκωβος ομιλή περί έργων(4), λέγει ότι καμία σημασία δεν έχει η πίστις χωρίς αυτά. Ομιλεί περί έργων συνεχώς. Γιατί; Διότι τα έργα είναι η απόδειξις της πίστεως. Τα δύο αυτά, λοιπόν, είναι εντελώς αλληλένδετα.

Η ίδια συζυγία υπάρχει και σε πολλά άλλα. Και εν προκειμένω η προσευχή είναι συνδεδεμένη με κάτι άλλο• με την λατρεία μας και μάλιστα με την θεία κοινωνία. Εάν δεν υπάρχη λατρεία και δεν ύπάρχη θεία κοινωνία, ούτε προσευχή είναι δυνατόν να υπάρξη. Πάσα προσευχή θα είναι ψευδής. Εάν υπάρχη λατρεία και δεν υπάρχη έντονος πνευματική προσευχή, εσωτερική, δυνατή, κράζουσα προσευχή, να είσθε βέβαιοι ότι η λατρεία μας και η θεία μας κοινωνία είναι μάταια και είναι απλώς πέταμα λάσπης στα μάτια του Θεού, για να κάνωμε πως τον αγαπάμε, ενώ στην πραγματικότητα δεν έχομε καμία σχέσι μαζί του και κάποτε θα μας πη «ουκ οίδα υμάς»(5).

Αυτά πηγαίνουν μαζί. Αποτελούν τα δύο σκέλη της πνευματικής ζωής. Το ένα είναι η μυστηριακή ζωή, που είναι προϋπόθεσις της μυστικής ζωής• και αυτό που αναλύομε σήμερα είναι η ρίζα, ο κορμός, το κεντρικό σημείο της μυστικής ζωής, η οποία αφορμάται από την μυστηριακή ζωή. Η θεία κοινωνία, λοιπόν, μέσα στην λατρεία είναι το πρώτο. Γιατί είναι αυτό απαραίτητη προϋπόθεσις; Διότι, προσεύχομαι όταν λέμε, εννοούμε ότι «εύχομαι προς τινα», όπως λέγει και η λέξις «προσευχή».

Όταν ομιλούμε περί προσευχής εσωτερικής, νοεράς, δεν λέμε προσευχή νοερά, αλλά λέμε «ευχή». Ενώ, όταν ομιλούμε περί προσευχής, βάζομε και αυτήν την πρόθεσι μπροστά «προς», γιατί δείχνει αμέσως ότι η προσευχή είναι η πορεία προς εν συγκεκριμένο πρόσωπο, με σκοπόν την ένωσι με το πρόσωπο αυτό. Ενώ η ευχή είναι στάσις, ας το πούμε έτσι, και απόλαυσις εν τινι σημείω, όπου υπάρχει και ο Θεός — υπάρχει μία αντιδιαστολή, βλέπετε.

Η προσευχή, λοιπόν, λέμε ότι είναι μία στροφή προς ένα πρόσωπο. Επομένως, για να υπάρχη προσευχή, πρέπει να υπάρχη το πρόσωπο αυτό. Και για να πω ότι προσεύχομαι εγώ, πρέπει να υπάρχη για μένα ενεργός η παρουσία του προσώπου αυτού. Εγώ να μπορώ να οικειοποιούμαι την παρουσία του και την ύπαρξί του. Ο Χριστός, ο ενυπάρχων, ο πανταχού παρών, γίνεται για μένα παρών μέσα εις την ζωή μου, δια της λατρευτικής μου συμμετοχής, δια της συμμετοχής μου μέσα εις την λατρεία και, ιδιαίτατα, δια της συμμετοχής μου εις την θεία κοινωνία.

Διά της συμμετοχής μου εις την λατρευτική ζωή της Εκκλησίας μας, εγώ συνδέομαι με τον Χριστόν και γίνομαι μέλος του σώματος του Χριστού• και εφ' όσον είμαι μέλος, δια να είμαι ζωντανό μέλος του Χριστού, θα πρέπη να συμμετέχω εις τας ιδιότητας του Χριστού, ώστε να γίνεται η περιχώρησις και η αντίδοσις των ιδιωμάτων, όπως εγίνετο και εις τας δύο φύσεις του Χριστού. Αυτό πραγματοποιείται δια της θείας κοινωνίας πλέον, που με καθιστά μέτοχον των ιδιωμάτων της κεφαλής μου μετά της οποίας ενώθηκα.

Επομένως, η λατρεία και η θεία κοινωνία είναι αδιάσπαστα ηνωμένα. Και τι κάνουν; Καθιστούν παρόντα τον Θεόν και τον Θεόν ζωντανόν για μένα. Οπότε τώρα τι απομένει; Εγώ να ομιλήσω εις Αυτόν, να απευθυνθώ προς Αυτόν, ο οποίος έρχεται προς εμένα. Και έτσι Εκείνος, δια της λατρείας, τείνει προς εμέ και εγώ, δια της προσευχής, τείνω προς Αυτόν, μέχρις ότου γίνη η ολοκληρωτική μας ένωσις. Αυτή η δική μου τώρα πλέον η στροφή, γίνεται δια της μυστικής οδού που είναι αδιάλειπτος, και γίνεται αρχικώς και ουσιαστικώς, όπως σας είπα, δια της προσευχής. Αυτό που γίνεται έν τινι χρόνω μέσα εις την εκκλησία, κατά τον εσπερινό, ή μέσα εις την λειτουργία με την θεία κοινωνία, αυτό συνεχίζεται με την προσευχή• και δεν μπορώ να πω ότι θα πάω στην εκκλησία, άμα δεν προσευχόμουν. Είναι περιττό να πάω στην εκκλησία και δεν χρειάζεται να πηγαίνω στην λειτουργία και άχρηστο να κοινωνάω, όταν δεν είμαι ο διαρκώς προσευχόμενος • και είναι περιττό να προσεύχωμαι, όταν δεν έχω συμμετοχή εις αυτά που λέγαμε τώρα μόλις.

Υποτίθεται, όμως, ότι και η προσευχή έχει τον εντελώς ιδιάζοντα δικό της χώρο, τον μυστικό χώρο, μέσα εις τον οποίον καλλιεργείται. Πώς, για να φυτέψης ένα λουλούδι, σκάβεις εκεί το χώμα, βάζεις κοπριά, βάζεις ό,τι άλλο χρειάζεται, για να γίνη μία ακμή αυτής της ρίζης. Εάν δεν βάλης εκείνο το λίπασμα, αν δεν είναι κατάλληλο το χώμα, αν είναι π.χ. αμμουδιά, αδίκως βάζεις την ρίζα. Η προσευχή είναι άκαρπος και δεν ξεπερνάει πάνω από το κεφάλι μας τον χώρο —πολλώ μάλλον για να φθάση επάνω από τα σύννεφα και επάνω από τους ουρανούς—, εάν δεν έχη τον μυστικό της χώρο, το μυστικό της λίπασμα που, όπως έχομε πει, είναι ιδιαίτερα η αγρυπνία, η μελέτη και η νηστεία.

Επομένως, αδίκως προσεύχομαι, εάν δεν αγρυπνώ• όχι όταν το μοναστήρι μας έχη αγρυπνία —εκείνο είναι κάτι το ιδιάζον και έχει άλλους λόγους και όχι αυτούς για τους οποίους μιλάμε τώρα• εκείνη η αγρυπνία έχει σχέσι με την λατρεία και όχι με την προσευχή. Εάν δεν αγρυπνώ, εάν αδιαλείπτως δεν νηστεύω και εάν δεν μελετώ —αυτά αποτελούν τον εντελώς ιδιάζοντα χώρο της προσευχής—, αδίκως προσεύχομαι. Οπότε, αφού κάναμε το ξεκαθάρισμα αυτό, μπορούμε πλέον να ρίξωμε τον φακό μας εις την προσευχή, εις αυτό που μας απασχολεί, για να μπορέσωμε κατόπιν να προχωρήσωμε.

Τι είναι η προσευχή; Όταν λέμε τώρα τι είναι η προσευχή, δεν θα σας πω κανένα ορισμό της προσευχής. Άμα ανοίξωμε τον άγιον Ιωάννην της Κλίμακος, άμα ανοίξωμε τον Δαμασκηνόν, άμα ανοίξωμε όλους τους αγίους, θα δούμε ότι ο καθένας έχει υπέροχους ορισμούς, οι οποίοι θα μας είναι χρήσιμοι. Αλλά εγώ θα σας πω τώρα τι είναι η προσευχή, όπως
την βιούμε μέσα εις τον αγώνα της ψυχής μας, δηλαδή, όχι αντικειμενικά τι είναι η προσευχή αλλά υποκειμενικά πώς ζούμε εμείς την προσευχή• ένας που προσεύχεται, πώς νοιώθει και τι νοιώθει ότι είναι η προσευχή.

Κατ' αρχάς είπαμε ότι η προσευχή είναι μία πορεία προς τον Θεόν. Ο Θεός όμως είναι αόρατος. Ο Θεός είναι εις τους ουρανούς και εγώ είμαι κάτω εις την γη. Ο Θεός είναι το φως και εγώ είμαι σκοτάδι. Ξεύρεις τι φοβερό πράγμα είναι να μπορέση το σκοτάδι να διάλυση το φως; Αν είναι δυνατόν το σκοτάδι να διαλύση το φως, εφ' όσον το φως διαλύει το σκοτάδι. Και όμως, εμείς πάμε κάτι τέτοιο να κάνωμε μέσα στην προσευχή. Το σκοτάδι μας να το διαλύσωμε, οπωσδήποτε δια της εισελεύσεως του Θεού, για να μπούμε μέσα στον χώρο του φωτός και να γίνωμε εμείς οι ίδιοι φωτεινοί. Ξεύρεις τι θα πη η σάρκα να μπη μέσα εις τον χώρο του πνεύματος; Η σαρξ(6) η οποία δεν κληρονομεί ουράνιον βασιλείαν, να μπη μέσα εις τον Θεόν; Ξεύρεις τι θα πη ο αχώρητος παντί(7) Θεός να χωρέση μέσα στην δική μου την ψυχή; Την ψυχή μου που δεν φθάνει ότι είναι μικρά, αλλά είναι και κατακλυσμένη, είναι γεμάτη από τα πάθη της και από τα βουλήματά της και από τις επιθυμίες της;

Όταν, λοιπόν, προσεύχωμαι, αμέσως νοιώθω το ανυπέρβλητο αυτό εμπόδιο, που με χωρίζει από τον Θεόν. Το ότι εγώ είμαι σαρξ, τουτέστιν είμαι σάρκινος άνθρωπος (με την ευαγγελική έννοια παίρνω την λέξι «σαρξ» και όχι ότι δεν έχομε ψυχή), το ότι εγώ είμαι σαρξ και Εκείνος είναι πνεύμα. Με την υπερβατικότητα του Θεού και με την αγιότητα και την φαεινότητα του Θεού, νοιώθω αμέσως την αδυναμία μου. Νοιώθω ότι δεν μπορώ να κάνω τίποτα και ότι αρχίζω έναν φοβερό αγώνα, μίαν μάχη που τόσον ωραία η Παλαιά Διαθήκη μας την παρουσιάζει με την μάχη εκείνη, με τον αγώνα, με την πάλη του Ιακώβ(8), εκεί στην γνωστή κλίμακά του. Θα πρέπη εγώ, ο μικρός άνθρωπος, να εκπορθήσω τους ουρανούς και να πολιορκήσω τον Θεόν και να τον νικήσω τον Θεόν και να τον κάνω υποχείριον της δικής μου επιθυμίας, της δικής μου εφέσεως, την οποίαν κρύβω μέσα στην ψυχή μου.

Επομένως, την προσευχή την βιούμε αρχικώς —όταν αρχίζωμε να προσευχώμεθα— ως μίαν πάλη, ως έναν αγώνα. Αλλά προσέξτε, όχι αγώνα με την έννοια ότι είναι δύσκολο να προσευχηθώ, όχι ότι κάνω αγώνα να μαζέψω τους λογισμούς μου ή να νικήσω τον ύπνο μου ή να νικήσω τον κόπο των γονάτων μου ή που μου έρχεται να ξυστώ και δεν ξεύρω τι να κάνω και κοπιάζω για να μη ξυστώ • όχι με τον αγώνα του ότι πεινάω και θέλω να πάω να φάω και λέγω• «Όχι, θα συνεχίσω να προσεύχωμαι». Δεν εννοώ τον αγώνα αυτόν• αυτό είναι η άσκησις, είναι κάτι το διαφορετικό• άλλο θέμα είναι αυτό. Ομιλώ για τον αγώνα που κάνομε, όχι με τον εαυτό μας -αυτά είναι με τον εαυτό μας-, αλλά τον αγώνα που κάνομε με τον Θεόν. Παλεύω με τον Θεόν. Ξεκάθαρα.

Αρχίζω μίαν μάχη, η οποία θα είναι επώδυνη, η οποία θα είναι ατελεύτητη —διότι δεν ξεύρω αν θα σταματήση στην άλλη ζωή—, μίαν μάχη με τον ίδιο τον Θεόν. Όταν έλεγε «συναγωνίσασθέ μοι εν ταις προσευχαίς»(9) ο Παύλος, κάτι τέτοιο εννοούσε. Ένοιωθε να αγωνίζεται αυτός με τον Θεόν, είτε για τον εαυτό του είτε για τις εκκλησίες, τις οποίες είχε αναλάβει, και έλεγε• «Παλέψτε και σεις με τον Θεόν, με τις προσευχές σας, ούτως ώστε να ενωθούν αυτοί οι αγώνες μας και έτσι, όλοι μαζί, να παλεύωμε μαζί του για να τον νικήσωμε». Όπως ακριβώς, όταν δεν μπορώ να σε νικήσω, φέρνω και άλλους και τους καλώ εις βοήθειαν, για να μπορέσω να προχωρήσω.

Το πρώτο, λοιπόν, βίωμα το οποίον έχω, είναι η αίσθησις του ανυπερβλήτου εμποδίου, που υπάρχει μπροστά μου, της μικρότητός μου, και επομένως η αίσθησις του υπερβατικού του Θεού και η βίωσις της δραματικής πάλης την οποίαν κάνω με τον Θεόν. Για σκεφθήτε, ένας άνθρωπος, ο οποίος γρονθοκοπάει τον αέρα, αυτός δεν έχει καμίαν αντίστασι και μπορεί πάρα πολύ εύκολα να κατευθύνη τα χέρια του όπου νομίζει• πυκτεύει αυτός εις αέρα. Δεν παθαίνει τίποτα. Δεν νοιώθει να αντιστέκεται κάτι στο χέρι του. Όταν όμως έχης έναν αντίπαλο, αμέσως σφίγγεσαι. Η γροθιά σου αμέσως δυναμώνει. Οι μυς σου, τους βλέπεις και τεντώνονται και αυτοί. Βρίσκεις μίαν αντίδρασι. Καταλαβαίνεις ότι χτυπάς ή ότι χτυπιέσαι. Νοιώθεις αμέσως ότι χτυπάς και ότι χτυπιέσαι. Όταν δεν έχω την αίσθησι του αγώνος αυτού με
τον Θεόν, καταλαβαίνετε ότι ακόμη δεν έχω αρχίσει καν να προσεύχωμαι.

Ας υποθέσωμε όμως ότι αρχίσαμε να προσευχώμεθα και νοιώθω ότι έχω να κάνω αυτήν την φοβεράν πάλην με τον Θεόν, ότι μπήκα πλέον, ότι έχω βάλει τα γάντια στα χέρια μου και αρχίζω να χτυπάω τον Θεόν. Αντιστέκεται Εκείνος, αντιστέκομαι και εγώ και είναι πλέον το θέμα ή θα νικήσω ή θα νικήση. Δεν είναι δυνατόν παρά ή να πέσω κάτω αιμόφυρτος ή να νικήσω Εκείνον και να μου πη «με νίκησες πλέον». Να μου παραδοθή, όπως έκανε και με όλους τους αγίους, οι οποίοι τον έκαναν ό,τι ήθελαν τον Θεόν.
Εάν θα σταματήσω, θα είμαι ένα συντριμμένον πλέον πλάσμα, θα είμαι ένας, για πάντα, αποτυχημένος άνθρωπος. Δεν μπορώ να πω ότι δουλεύω ή ότι ζω ή ότι προσεύχομαι, εάν δεν θα νικήσω εις αυτήν την πάλη. Πολλώ μάλλον, εάν δεν έχω αρχίσει την πάλη. Ας υποθέσωμε, λοιπόν, ότι έχω όλην την αίσθησι και όλην την βίωσι αυτήν. Μπήκα μέσα εις τον αγώνα. Αρχίζω να παλεύω με τον Θεόν. Παλεύοντας με τον Θεόν, νοιώθω ότι αυτή μου η πάλη δεν γίνεται με τους γρόνθους μου, δεν γίνεται με τα χέρια μου, με τα πόδια μου ή με ο,τιδήποτε άλλο, αλλά γίνεται με τον νου μου. Γίνεται με το πνεύμα μου, όπως λέμε, γίνεται με το νοερόν.

Αυτό που μπορεί να ενωθή με τον Θεόν είναι το πνεύμα μου. Το πνεύμα μας όμως -«δια το είναι αυτούς, λέγει, σάρκας»(10-, το πνεύμα μου σαρκούται εις την καθημερινή μας ζωή. Το πνεύμα μας, το οποίον έχει την ιδιότητα της αναβάσεως, ανατάσεως, της ανώσεώς του και της ενώσεως με το Άγιον Πνεύμα —οπότε πληρούται η υπόστασίς του—, το πνεύμα μου μαθαίνει να ζη μέσα στην φτώχεια, να ζη μέσα στην χθαμαλότητα, μέσα στην χοϊκότητα. Και τι το απασχολεί; Το απασχολεί το θέλημά μου και ζυμώνεται μαζί του• το απασχολεί το τι θα φάω, το τι θα γράψω εις το έγγραφο, το πώς θα ξεπεράσω το πρόβλημα που θέλουν να κάνουν δρόμους μέσα εις το Άγιον Όρος, πώς τούτο, πώς εκείνο... Και το πνεύμα μου γίνεται έγγραφο, το πνεύμα μου γίνεται δρόμος, το πνεύμα μου γίνεται θέλημα, το πνεύμα μου γίνεται ο,τιδήποτε άλλο. Γίνεται σαρξ! Γίνεται μία κατάποσίς του από τις ψυχικές μου δυνάμεις και δεν μπορώ πλέον να κάνω τίποτε με τον Θεόν! Για μένα είναι ανέγγιχτος, είναι αναφής ο Θεός.

Θα πρέπη να καλλιεργηθή, λοιπόν, η πνευματική δύναμις, η πνευματική φύσις του είναι μου, που μου χάρισε ο Θεός, θα πρέπη αυτό να ομιλήση, θα πρέπη να καλλιεργηθούν οι αισθήσεις οι πνευματικές, οι καλούμενες «νοεραί αισθήσεις»(11), διότι αυτές μπορούν να ψηλαφήσουν τον Θεόν και ιδιαίτερα αυτό που το λέμε «το νοερόν». Το νοερόν μπορεί να έχη την τάσι του προς τον Θεόν και, κατά κάποιον τρόπον, να απευθύνεται προς τον Θεόν — θα λέγαμε εμείς, να ομιλή προς τον Θεόν. Οπότε εδώ, θα πρέπη το νοερόν να ενωθή απόλυτα και με το λογιστικόν, με τον λόγον, όπως το λέμε, για να είναι όλο αυτό το πνευματικό «είναι» της υπάρξεώς μου εστραμμένο προς τον Θεόν, απευθυνόμενο προς τον Θεόν, κατευθυνόμενο προς τον Θεόν.

Έτσι, ευθύς αμέσως, έχω την αίσθησι του διαλόγου, και όχι ακόμη του διαλόγου, αλλά της κραυγής, διότι εφ' όσον παλεύω ακόμη και δεν έχω νικήσει, ο Θεός είναι μακράν. Εγώ είμαι εδώ και ο Θεός είναι επάνω στον ουρανό. Εγώ είμαι ο φθαρτός και Εκείνος είναι ο άφθαρτος. Εγώ είμαι γη και Εκείνος είναι αιθήρ. Εκείνος είναι ουράνιόν τι. Εκείνος είναι έτερον τι. Πώς, λοιπόν, θα μπορέσω να ενωθώ μαζί του ή να του μιλήσω; Δεν μπορώ να του φωνάξω, δεν μπορώ! Γι' αυτό κράζω. Όταν δεν σε βλέπω που είσαι, βγαίνω στο μπαλκόνι και φωνάζω• «Πάτερ Θεόκτιστεεε!» Και αν θα είναι κάπου εκείνος, θα μου απάντηση• και άμα θα τον ακούσω, τότε θα αρχίσω να διαλέγωμαι.

Εδώ είμαστε ακόμη εις τον χώρο τούτον, που δεν βλέπομε τον Θεό. Δεν ακούμε τον Θεόν. Δεν κατανοούμε τον Θεόν. Δεν γνωρίζομε τον Θεόν. Ζούμε μέσα εις μίαν τελεία άγνοια, εις μίαν τελεία, ουσιαστικώς, λήθη. Ούτε θυμάμαι τον Θεόν ούτε γνωρίζω τον Θεόν. Γι' αυτό και του κράζω συνεχώς, για να μπορέση να με λυπηθή, να μου απάντηση• και όταν θα μου απάντηση ο Θεός, τότε θα μπορέσω να αρχίσω να κάνω διάλογο. Ούτως άρχεται η προσευχή! Τώρα έχομε βιώματα, τα οποία, όπως είπαμε, ζούμε προκειμένου να προσευχηθούμε.

Αλλά ακόμη δεν έχομε αρχίσει, αντιλαμβάνεσθε, να προσευχώμεθα. Γι’αυτό βιούμε την προσευχή εις την πορεία της, όπως βλέπετε, εις την έναρξί της, ως μίαν εκ βάθους, εκ βαθέων της ψυχής κραυγή. Μπορεί να γίνεται η προσευχή και με τα χείλη. Μπορεί να γίνεται ακουομένης της φωνής. Μπορεί να γίνεται εδώ μέσα εις τον χώρο του στόματος, του φάρυγγος, του λαιμού. Μπορεί να γίνεται και μέσα από την καρδιά. Αντί να κινούνται οι χορδές οι φωνητικές, να κινούνται οι χορδές της καρδίας και να εξέρχεται από εκεί η κραυγή αυτή του πνεύματος. Δεν παίζει ρόλο. Αυτό που έχει σημασία είναι, ότι εκ βαθέων εκβάλλομε μίαν προσευχή. Ο αγωνιστής θα τα καταλάβη αυτά, θα τα ξεχωρίση, θα δη πότε μιλάει με το στόμα, πότε μιλάει με την καρδιά, πότε μιλάει το πνεύμα, διότι δεν είναι ακόμη να μιλήση η καρδιά• πρέπει το πνεύμα να μιλήση τελικώς εν τη καρδία. Σιγά-σιγά τα συνειδητοποιεί, τα ξεχωρίζει, τα μαθαίνει. Όπως, όταν σε δω πολλές φορές σε ξεχωρίζω, έτσι γίνεται και εδώ. Μπορεί, λοιπόν, να κινούνται τα χείλη, μπορεί και να μη κινούνται τα χείλη• εκείνο που έχει σημασία είναι, ότι θα πρέπη να βγή μία κραυγή εκ βάθους, η οποία σαν ένας βόμβος δυνατός, σαν ένας σεισμός, θα κατασείση τους ουρανούς και θα αναγκάση τελικώς τον Θεόν να απαντήση και να μας πη «τι βοάς προς με;»(12)

Μπορεί να είμαι όρθιος, για να δείξω μ' αυτό την τάσι μου, την φορά μου, την αγωνία μου, την ετοιμότητά μου. Μπορεί να είμαι γονατιστός, για να εκφράσω την ταπείνωσί μου και την αναξιότητά μου. Μπορεί να είμαι πρηνής, για να δείξω την ματαιότητά μου και την αποτυχία μου, την οποία είχα μέχρι τώρα, για να με λυπηθή πολύ περισσότερο και πολύ πιο σύντομα ο Θεός. Μπορεί να κάνω βόλτες με το κομποσχοίνι μου στο χέρι, φωνάζοντας ή μη φωνάζοντας, για να ξεπεράσω την αδυναμία μου, να ξεπεράσω τον ύπνο μου. Μπορεί να εργάζωμαι, για να διαλύσω την ακηδία μου. Μπορεί να ανεβοκατεβαίνω επάνω στο βουνό ή να κουβαλάω πέτρες, για να νικήσω την ασθένεια της σαρκός μου, διότι το πνεύμα μπορεί να γίνη πρόθυμο, αλλά η σαρξ συνεχίζει να έχη την ασθένειά της. Μπορεί να έχω οιανδήποτε στάσι και οιονδήποτε τρόπο• αυτό που θα πρέπη όμως να νοιώσω μέσα μου είναι, ότι βγαίνει αυτή η εκ βαθέων κραυγή, για να το ακούση κάποτε ο Θεός. Πολλές φορές φωνάζω «πάτερ Θεόκτιστεεε!... πάτερ Θεόκτιστεεε!...» και μετά από πέντε, δέκα, είκοσι φορές, μπορεί να με ακούση εκείνος, που είναι πίσω από κανένα βραχάκι ή που μπορεί να προσεύχεται την ώρα εκείνη ή να τραγουδάη ή να ψάλλη και να μην ακούη την δική μου την φωνή.

Θα πρέπη να τον ξυπνήσω, όπως έκανε ο Απόστολος, που πήγε εις τον Κύριον «Κύριε, καθεύδεις;»(13) του λέγει• «δεν βλέπεις τι τρικυμία έχει εδώ;» Και σηκώνεται —που δεν κοιμόταν ο Χριστός— και του λέγει• «Ησύχασε»• και μόλις είπε «σιώπα, πεφίμωσο»(14) στην θάλασσα, αμέσως σταμάτησε όλη εκείνη η λαίλαπα της θαλάσσης, θα πρέπη, λοιπόν -πώς σου φαίνεται ότι φεύγει η οροφή από τις φωνές τις πολλές ή πάει να σχισθή το στήθος σου, όταν από μέσα σου βγαίνη μία εναγώνια κραυγή- κάτι τέτοιο να γίνη στην προσευχή μας, για να μας ακούση ο Θεός. Το θέλει αυτό.

Μα δεν μας ακούει ο Θεός διαφορετικά ή δεν ξεύρει ο Θεός τι χρειαζόμαστε; Βεβαίως! Αλλά το κάνει αυτό ο Θεός, αφ' ενός μεν δια να του εκφράσωμε ημείς τον πόθο μας και να είναι κάτι το δικό μας• και δεύτερον, να συνειδητοποιήσουμε την ανάγκη μας και την γύμνια μας• και εκ τρίτου, για να μάθωμε να τον ζητάμε. Διότι, αν μας δοθή ο Θεός αμέσως, προτού εμείς κάνωμε όλα αυτά πού λέμε και τα βιώσωμε, όπως εύκολα τον κερδίζομε, έτσι εύκολα θα τον πετάξωμε, διότι δεν θα καταλάβωμε την αξία, την οποίαν έχει. Αν ο πατέρας σου σου δίδη εκατομμύρια, τα πετάς μέσα στους δρόμους. Αν χύσης τον ιδρώτα σου όμως, για να πάρης τελικώς πενήντα δραχμές την ημέρα με όλη σου την δουλειά, θα δης πώς θα κάνης τότε οικονομίες και θα νοιώθης τι σημαίνει χρήμα. Δεν το σκορπίζεις εύκολα. Έτσι ακριβώς, για να μη σκορπίσωμε μέσα στους ανέμους τον Θεόν, γι' αυτό ο Θεός θέλει να τον νοιώσωμε προηγουμένως, μ' αυτήν την δυνατή αγωνία της εκ βαθέων κραυγής, την οποίαν βγάζομε.

Ώστε, πρώτον: βιούμεν ως ένα αγώνα την προσευχή.

Δεύτερον: ως μίαν κραυγή εκ βαθέων, η οποία βγαίνει ποικιλοτρόπως, όπως λέγαμε προηγουμένως. Όταν όμως τώρα εμείς προχωρούμε και ζήσωμε την στροφή μας αυτή προς τον Θεόν, σαν μία κραυγή εκ βαθέων, τότε θα διαπιστώσωμε ότι η κραυγή μας δεν ακούγεται από τον Θεόν τελικώς. Πρέπει να μετατραπή, να μεταστραφή εις μίαν σιωπή μέσα εις ατμόσφαιρα σιωπής.

Ο Θεός είναι Θεός σχολαζόντων και σιωπώντων και αυτό θα το νοιώσωμε τότε, αφού κραυγάσωμε εις τον Θεόν. Όσο και να μιλούμε περί σιωπής, δεν θα καταλάβωμε την σημασία της και την έννοιά της, εάν δεν περάσωμε από τα σκαλοπάτια αυτά τα αλληλοδιάδοχα. Γιατί; Τι σημαίνει αυτό που λέμε τώρα πάλι «σιωπή»; Τι πράγμα είναι; Όταν φωνάζης, δεν ακούς τον άλλον πρέπει να σταματήσης για να τον ακούσης• ή όταν γίνεται θόρυβος γύρω σου, η δική σου φωνή μπερδεύεται και δεν ακούγεται και δεν ξεχωρίζεται. Θα πρέπη να σταματήσουν πάντες, να σταματήσης και συ, για να ακούσης τον άλλον. Και αν κουβεντιάζουν, θα τους πης πρώτα«σσς! σσς!» και μετά θα μιλήσης, για να ξεχωρίση η δική σου φωνή. Αυτό το βίωμα και αυτήν την πραγματικότητα θα την ζήσωμε και στην στροφή της ψυχής μας προς τον Θεόν.

Εν τη προόδω της, λοιπόν, η προσευχή μας —τι σημαίνει εν τη προόδω— εν τη εξόδω της, όταν πάη να βγή η προσευχή από μέσα μας, για να γίνη όντως μία κίνησις προς τον Θεόν, θα δούμε ότι είναι μία «σιωπή εν σιωπή», μέσα στην σιωπή. Τουτέστιν, απόλυτος σιωπή. Επομένως, ή θα πρέπη να ξεύρω και να μαθαίνω —και είναι απαραίτητο να μαθαίνω και να ξεύρω— να προσεύχωμαι μέσα εις τους θορύβους, διότι είναι αδύνατον να επιτύχωμε την ησυχία την απόλυτον, ή θα πρέπη να κυνηγάω, και οπωσδήποτε θα πρέπη να κυνηγάω την απόλυτον σιωπή δια την προσευχή, όσο είναι δυνατόν. Ακόμη και το κελάηδημα του πουλιού και το κελάρυσμα του ποταμού ή του ρύακος, ο οποίος διέρχεται από πλάϊ μας, ακόμη και το φύσημα του ανέμου, σου διακόπτει την προσευχή και ξεπερνάει την δική σου την λέξι που βγαίνει. Εάν δεν το ξεύρης δε αυτό, δεν κάνεις τίποτα. Θα πρέπη να μάθωμε και μέσα στην απόλυτον σιωπή να προσευχώμεθα• δι' αυτό και η μεγάλη σημασία της νυκτός — εις λόγος της μεγάλης σημασίας της νυκτός! Θα προσεύχωμαι μέσα στον θόρυβο, ιδίως όμως θα κυνηγάω την απόλυτον σιωπή, για να μπορέσω να μιλήσω εις τον Θεόν. Ο Θεός ιδιαιτέρως απαντάει σ' εκείνους, οι οποίοι σιωπούν εν χώρω σιωπηλώ. Εν ησυχία, λοιπόν, σιωπή.

Θα πρέπη, όταν εγώ κραυγάζω εις τον Θεόν, να σταματήσω. Δια της αναπνοής, εισπνέω και εκπνέω. Αλλά η ώρα, που μπορώ και προσέχω και παρακολουθώ —άμα θα την προσέξω— θα δω ότι είναι ακριβώς η στιγμή, η μεσάζουσα εκείνη στιγμή της ανακοπής, του σταματήματος, στο μεσοδιάστημα εκείνο μεταξύ εισπνοής και εκπνοής. Εάν δεν μάθω να αναπνέω καλά, θα είναι συγκεχυμένη και η ζωή μου και η αναπνοή μου και η προσευχή μου και τα πάντα. Θα πρέπη να ξεύρω να έχω αυτό το μεσοδιάστημα, αυτό το ακρόαμα, το στήσιμο του αυτιού μου, και θα δω ότι αυτό είναι το βασικό εις την προσευχή και όχι οι δικές μου οι φωνές. Εάν δεν φωνάξω, δεν θα μάθω αυτό το τόσον απλούν και εύκολο πράγμα. Εάν φωνάξω, τότε θα το διαπιστώσω, ότι έτσι γίνεται ακροατής η ψυχή μου και ακροώμενος ο Θεός.

Θα δω ότι αυτό είναι το σπουδαιότερο: το στήσιμο του αυτιού μου εν απολύτω ησυχία. Θα πρέπη να μάθω, λοιπόν, να σιωπώ, δηλαδή θα πρέπη να μάθω να ακούω, θα πρέπη να μάθω να περιμένω, να προσδοκώ την φωνή του Θεού. Μέσα εις την σιωπή αυτήν τότε θα ακούσω τον κτύπο της καρδιάς
μου, τον κτύπο, όχι της σαρκικής μου καρδιάς, αλλά θα νοιώσω το ζωογονούν το πνεύμα μου, την υπόστασί μου, και που δεν είναι άλλο παρά μόνον το Πνεύμα το Άγιον. Τα πάντα παρέχονται από το Άγιον Πνεύμα.

Εάν θα φθάσω εις την σιωπή, τότε θα μπορέσω να καταλάβω την πνεύσιν αυτήν και θα ακούσω το θρόισμα των πτερών του Αγίου Πνεύματος και θα συνειδητοποιήσω την εγγύτητα του Αγίου Πνεύματος και θα επιποθήσω την πρόσληψι του Πνεύματος και θα καταλάβω τι σημαίνει «ουδέ εί εστι Πνεύμα Άγιον οίδαμεν». Θα καταλάβω ότι πράγματι τόσα χρόνια και στον κόσμο που ήμουν και στο μοναστήρι που είμαι, δεν έμαθα τι σημαίνει Άγιον Πνεύμα• «ουδέ ει Πνεύμα Άγιόν εστιν ηκούσαμεν» και οίδαμεν(15).

Το λέμε ίσως εν τη ταπεινώσει μας, τουτέστιν εν τη ταπεινολογία μας, δεν το κατανοούμε όμως, αγαπητοί μου. Η Αγία Γραφή είναι κάτι που θέλει χώρησι, ενοίκησι. Δεν ενοικείται, δεν βιούται από μας, διότι ζούμε μίαν καθαρώς εξωτερική ζωή. Μιλάω τώρα δια την Αγίαν Τριάδα, ας πούμε, και λέγω• «Η Αγία Τριάς είναι τρία πρόσωπα, είναι μία φύσις, είναι τούτο, είναι εκείνο... Ο Χριστός ήταν δύο φύσεις, ήταν όμως μία υπόστασις, ήταν ένα πρόσωπο». Τι σημαίνει αυτό; Δεν καταλαβαίναμε πιο πολλά από ό,τι καταλαβαίνουν και οι υπόλοιποι κοσμικοί άνθρωποι. Γιατί; Διότι αυτά μπορεί μεν να τα λογιζώμεθα, αλλά τα κατανοούμε μόνον εν τω πνεύματι ημών, δια του Πνεύματος.

Χρειάζεται μία αποκάλυψις, όπως έγινε εις τον Ιωάννη• και τι ωραία που λέγει η παράδοσις ότι έσπασε ο βράχος εκεί, που ήταν μέσα στην σπηλιά, και αμέσως έγινε εκείνο το θρυμμάτισμα και οι τρεις εκείνοι κόμβοι, που τον ανανέωσαν και τον έκαναν να κατανοήση το μυστήριο της Αγίας Τριάδος, και έγραψε αμέσως τα περί Αγίας Τριάδος και βεβαιώθηκε ο άγιος Ιωάννης. Ωραιοτάτη παράδοσις! θα πρέπη να σχισθή, αγαπητοί μου, η οροφή δια της πνεύσεως του Πνεύματος και να το δω, για να το καταλάβω. «Εν αρχή ην ο Λόγος, και ο Λόγος ην προς τον Θεόν, και Θεός ην ο Λόγος»(16). "Αντε να τα κατανοήσης, πολλώ μάλλον να τα ζήσης και να τα γράψης. Θα πρέπη να σου τα εμπνεύση ο Θεός. Αυτό σημαίνει ότι τα εμπνέει ο Θεός.

Έρχεται σιγά-σιγά το βίωμα και προχωράει μέσα στην ψυχή μας και καταλαμβάνει χώρο ο Θεός μέσα στην δική μας την ύπαρξι• και σμίγονται τα βήματα του και οι φωνές του με τα βήματά μας και με τις φωνές μας και τότε γινόμαστε ένα μαζί με τον Θεόν. Τότε αποκτούμε το βίωμα της υπάρξεως και νοιώθομε την έννοια της παρουσίας του Αγίου Πνεύματος και αρχίζομε να επιθυμούμε να κατακτήσωμε το Πνεύμα το Άγιον, για να μπορέσωμε κάποτε να πούμε• «Ελθέ και σκήνωσον εν ημίν, Πνεύμα Άγιον, και καθάρισον ημάς από πάσης κηλίδος», διότι κηλίδες είναι γεμάτη μέσα η ψυχή μας, γεμίζουν την ψυχή μας και δεν μπορούμε εμείς να κάνωμε τίποτε.

Όταν θα γίνη, αγαπητοί μου πατέρες και αδελφοί, αυτό το πράγμα, δηλαδή όταν καταλάβωμε την εγγύτητα του Πνεύματος και την ανάγκη της παρουσίας του —ακόμη δεν φθάσαμε στην πρόσκτησι του Πνεύματος— τότε βλέπομε και κτυπάει η καρδιά μας πιο έντονα. Έχετε προσέξει, όταν χαρούμε, όταν μας πούνε «έρχεται ο τάδε», που τον περιμέναμε, «έρχεται ο τάδε» που τον φοβόμαστε, πώς κτυπάει γρηγορώτερα η καρδιά; Ένα τέτοιο εσωτερικό πνευματικό βίωμα έχομε. Νοιώθομε την μυστική, εναγώνια εκείνη πλέον προσδοκία, που εκφράζεται εξωτερικά, για να την καταλάβωμε, που την λέμε με την έννοια αυτή, του κτύπου της καρδιάς. Είναι πνευματικά βιώματα και δεν μπορούν να αποδοθούν, παρά μονάχα με σκιές σωματικών παραλληλισμών και παραβολών.

Έχομε, λοιπόν, την μυστική εναγώνια προσδοκία και αποκαραδοκία. Όταν θα λάβωμε το βίωμα αυτό της μυστικής εναγώνιας προσδοκίας, τότε θα προχωρήσωμε και θα έχωμε πλέον την σιωπηλή εντρύφησι, αυτό που λέμε: την πρόγευσι της ελεύσεως του Πνεύματος και της επιγνώσεως της παρουσίας του Θεού.

Προσέξτε να τα καταλάβετε. Να τα εξηγήσωμε χειροπιαστά, πατέρες μου, δεν είναι εύκολο. Πρέπει να τα ζητήσουν οι ψυχές μας και θα γίνη αυτό που λέγει ο Κύριος «ζητείτε, και δοθήσεται υμίν, κρούετε, και ανοιγήσεται υμίν»(17). Άμα εσείς θα τον φωνάζετε, ευρεθήσεται. Αυτά που δεν καταλαβαίναμε, θα τα καταλάβωμε. θα μας τα πη το ίδιο το Πνεϋμα το Άγιον. Ουδείς μπορεί να γίνη διδάσκαλος, παρά μόνον ο Χριστός. «Δίδαξον ημάς πώς δει προσεύχεσθαι»(18). Πας διδάσκαλος είναι μια φτωχιά φωνή, που μπορεί να μας κάνη μονάχα να πούμε• «Α, δεν καταλαβαίνει τίποτε και δεν ξεύρει τίποτε• θα πάω απ' ευθείας στον Χριστό!» Μόνον αυτήν την έννοια μπορεί να έχη πας ο οποίος μας ομιλεί περί προσευχής. Πας έτερος είναι ένας δημαγωγός, ένας απατεών να μας κάνη να καταλάβωμε πως δεν μπορεί τίποτε να μας μάθη, για να πούμε• «Πνεύμα, πού είσαι επί τέλους, να μου μάθης εσύ!»

Ώστε, επανέρχομαι. Όταν καταλάβω ότι κοντά εκεί πνέει το Πνεύμα το Άγιον και, αντί να πνέη κοντά, μπορώ να το φέρω μέσα μου και να γίνη η αναβίωσις της υπάρξεώς μου, η ανάπλασις της ζωής μου, της ψυχής μου, τότε αρχίζει η μυστική αυτή εναγώνια προσδοκία.

Όταν αρχίση αυτή η καραδοκία του Πνεύματος, αρχίζω να προγεύωμαι τα προμηνύματα της ελεύσεώς του. Διότι το ξεύρω, ό,τι θα ζητήσω, θα μου το δώση. Αφού θα μου το δώση, το έχω, θα πω αμέσως μέσα μου. Κάτι μου το βεβαιώνει. Ήδη έχετε, λέγει ό,τι ζητείτε• προτού το πάρετε, το έχετε λάβει(19).

Γι' αυτό έχω την σιωπηλή εντρύφησι, έχω την σιωπηλή πρόγευσι των δώρων, τα οποία θα λάβω, και ακόμη την σιωπηλή πρόγευσι της βασιλείας των ουρανών. Γιατί; Πώς συνδέονται αυτά τα δύο πράγματα; Διότι ο Θεός είναι εν ουρανοίς, εγώ είμαι εδώ και, επομένως, η εντρύφησις που θα έχω, αυτή η προοιμιακή, πρέπει να είναι ένα είδος, ας πούμε, προεισαγωγής μου εις τους κόλπους της βασιλείας των ουρανών. Θα πρέπη να είναι ένα προανάκρουσμα των ήχων και των αγγελικών φωνών, που υπάρχουν και ακούγονται εκεί επάνω. Και επομένως, αρχίζω να συνειδητοποιώ, πάνω κάτω, τι είναι ο παράδεισος, τι είναι η βασιλεία των ουρανών. Πώς θα προσευχηθώ εις τον Θεόν, αφού ο Θεός είναι εκεί και ούτε τον βλέπω ούτε τον ακούω; Θα πρέπη να μάθω πού είναι και να ξεύρω τι είναι αυτό μέσα στο οποίον είναι.

Αρχίζω, λοιπόν, να έχω κάποιαν προαντίληψι των μυστικών της βασιλείας των ουρανών. Τι είναι ο ουρανός; Τι είναι αι μοναί που υπάρχουν εκεί; Τι είναι ο ήλιος της δικαιοσύνης; Τι είναι οι άγιοι; Πώς είναι οι άγιοι! Πώς μέσα στους αγίους είναι ο Χριστός; Πώς πάνω κάτω η Αγία Τριάς; Πάνω κάτω όμως, ε; —Εγώ ακόμα εδώ.— Από μακριά αρχίζουν τα σύννεφα κάπως να διαλύωνται και βλέπω! Να, το φεγγάρι. Αυτό πρέπει να 'ναι η πούλια, εκείνο πρέπει να είναι εκείνο το αστέρι.

Αρχίζω να τα καταλαβαίνω τώρα και αρχίζει να ζεσταίνεται έτσι η ψυχή μου από τα μυστήρια, τα οποία αρχίζουν να αποκαλύπτωνται κάπως ενώπιον μου. Και τότε, τότε αγαπητοί μου, αρχίζει μία καινούργια —ας το πούμε έτσι— περίοδος της πνευματικής μου ζωής, η εν σιωπή τρυφή ή η τρυφή εν σιωπή• δηλαδή, άλλο πράγμα τώρα είναι αυτό. Όχι η σιωπή που λέγαμε προηγουμένως. Εδώ είναι μία πνευματική πλέον σιωπή. Είναι του πνεύματός μου η σιωπή —προηγουμένως ήταν των ψυχικών μου δυνάμεων, της ψυχής μου — είναι του πνευματικού μου κόσμου, είναι των ματιών της ψυχής μου. Είναι το κλείσιμο, που κάθομαι έτσι, για να μπορέσω να τον δω.

Επειδή ευρίσκομαι τώρα, προ των πυλών του ουρανού πλέον, έχω μίαν τρυφή, μίαν απόλαυσι, μια ζεστασιά, μια θαλπωρή και σιωπώ για ν' ακούσω την φωνή του. Τώρα όμως, σιωπά, είπαμε, το πνεύμα μου, το πνεύμα που θα κράξη «αββά ο πατήρ»(20). Σιωπώ τώρα, λοιπόν, χαίρομαι. Έχω μέσα μου μια ζεστασιά, ακόμη και σωματική. Έχω μια ανάπαυσι. Έχω ένα ξεκούρασμα. Έχω μια διάθεσι για προσευχή. Δεν θέλω να προσευχηθώ όμως, θέλω να τον περιμένω τον Θεόν.

Όταν θα γίνη αυτό, τότε πλέον μέσα εις την πνευματική αυτήν σιωπή, αρχίζει να εμφυσά το Πνεύμα το Άγιον. Το Πνεύμα το Άγιον είναι αυτό που με ενώνει πλέον με τον Θεόν, που με φέρνει εις συνάφεια ενεργειών και αρχίζω κάπως να συνειδητοποιώ• τότε το Πνεύμα το Άγιον, που είναι φως, όταν μπαίνη μέσα μου, μου αποκαλύπτει τα βάθη της δικιάς μου καρδιάς.

Έπρεπε πρώτα να καταλάβω κάπως τι είναι ο ουρανός, για να καταλάβω τώρα τι είμαι εγώ. Έπρεπε πρώτα κάπως να εγγίσω το μυστήριο της Αγίας Τριάδος, και μάλιστα την παρουσία του Πνεύματος, για να καταλάβω αυτό που είναι τόσο δικό μου.

Βλέπετε, πόσο μακριά από εμάς είναι η καρδιά μας! Πόσο απροσπέλαστος χώρος! Όλα τα ξεύρομε. Τι έχει όμως μέσα η καρδιά μας, τι βούρκο, τι πάθη, τι σαπίλα, τι μαυρίλα, αυτά δεν τα ξεύρομε. Ο καθένας μας νομίζει πως είναι μία προσωπικότητα, πως είναι ένας άγιος! πως είναι «κάποιος τάχατες », κάποιος που μπορεί να σταθή στον Θεό και να του πη• «Θεέ μου, Θεέ μου, σου έδωσα αυτό, σου αφιερώθηκα, σου έκανα, σου έδειξα...».

Τι έκανα; Δεν καταλάβαμε τίποτε. Όταν θα πλησιάση το Πνεύμα, μου αποκαλύπτει, αγαπητοί μου, την μαυρίλα μου μέσα, την αμαρτία μου, και αρχίζω να έχω την αυτογνωσία. Βλέπετε ότι ο αυτοέλεγχος, η αυτοκριτική είναι μία ενέργεια σιωπής. Εν σιωπή προσδοκώση το Πνεύμα του Θεού. Και έρχεται το Πνεύμα, το οποίο σαν προβολέας μου φωτίζει την καρδιά, την ώρα που το περιμένω εγώ, αυτό μου φωτίζει την καρδιά. Διότι εδώ είναι το εμπόδιο, εδώ είναι ο στίβος. Εδώ θα παλαίψη η σαρξ και το πνεύμα, δια να νικήση το πνεύμα και να καταποθή η σαρξ. Μου αποκαλύπτει, λοιπόν, και τότε καταλαβαίνω δύο πράγματα.

Πρώτον, ότι ο στίβος είναι εδώ, στην καρδιά• θα πρέπη εδώ να 'ρθή ο Θεός, για να πλησιασθούμε και να γνωρισθούμε και να αγαπηθούμε, να κουβεντιάσωμε και να ενωθούμε τελικώς.

Δεύτερον, ότι εδώ είναι ο στίβος, διότι εδώ είναι τα εμπόδια: η άγνοιά μου και η λήθη μου• το ότι ούτε καν θυμάμαι τον Θεόν μέσα στην ζωή μου. Και όταν έκραζα και έλεγα «Θεέ μου, Θεέ μου», στην πραγματικότητα δεν φώναζα τον Θεόν, αλλά μ' ενδιέφερε ο εαυτός μου• γιατί ήθελα εγώ να προσεύχωμαι, γιατί έτσι λέγει το Ευαγγέλιο, γιατί έτσι μου είπε ο Γέροντάς μου, γιατί έτσι έπρεπε να κάνω, διότι είχα εκείνη την ανάγκη ή εκείνη την επιθυμία. Είχα άγνοια και λήθη. Ακόμη δεν καταλαβαίναμε τι σημαίνουν τα δύο αυτά πράγματα. Μου τον σκιάζει τον Θεόν αυτό που υπάρχει μέσα μου, η άγνοια και η λήθη. Δεν τον θυμάμαι και δεν τον ξεύρω. Γιατί; Γιατί κρύβεται πίσω από τα πάθη μου. Χωρισθήκαμε! Κλειδώθηκα έξω από τον παράδεισο και δεν μπορώ ακόμα να φάγω το ξύλον της ζωής και να ενωθώ μαζί του, για να ξαναποκτήσω πάλι την ζωή. Εν η αν ημέρα θα φάτε, λέγει, από εκείνον τον καρπόν, θα αποθάνετε(21). Και κλείνει τον άνθρωπο έξω από τον παράδεισο. Γιατί; Εν η αν ημέρα θα φάγη πάλιν από το ξύλον της ζωής, θα ξαναζήση. Είναι κλειστός ακόμα ο παράδεισος, διότι η βασιλεία των ουρανών εντός ημών εστιν(22). Το κλεισμένο πράγμα είναι μέσα εδώ. Είναι κλεισμένο με τα χερουβίμ. Ποια χερουβίμ; Με τα πάθη μου είναι κλεισμένη η δικιά μου η καρδιά• αυτό θέλει να πη.

Αρχίζω, λοιπόν, τώρα να καταλαβαίνω τι σημαίνει πάθος και ότι είμαι εμπαθής. Αρχίζω να καταλαβαίνω ότι αγνοώ τον Θεόν. Αρχίζω να καταλαβαίνω ότι ο Θεός... μπα! Τι είναι αυτός ο Θεός; Αυτός για τον οποίον μπορεί είκοσι χρόνια να έκανα κηρύγματα επάνω σε άμβωνες, εις τον οποίον μπορεί να φώναζα «ο Θεός, ιλάσθητί μοι»(23), μέσα στην εκκλησία. Μπορεί να φώναζα με το κομποσχοίνι μου «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με τον αμαρτωλόν » και να μη ήξευρα ούτε τι είναι ο Κύριος Ιησούς Χριστός ούτε τι σημαίνει « ελέησόν με » ούτε τι σημαίνει «αμαρτωλός». Γιατί, άμα δεν ξεύρω
τι σημαίνει αυτό που λέμε τώρα, πώς θα πω « ελέησόν με»; Δεν ξεύρω τι σημαίνει «ελέησόν με». Ώστε, λοιπόν, τότε καταλαβαίνω τι σημαίνει βασιλεία των ουρανών, τι σημαίνει καρδία, τι σημαίνει πάθος, τι σημαίνει να μπη μέσα μας ο Θεός και ότι εδώ είναι, εδώ είναι ο στίβος μας.

Ε, τώρα πια τα πράγματα εντοπίζονται. Από κει που φώναζα «πάτερ Θεόκτιστεεε!» τώρα γυρίζω κοντά σου• «Έλα, έλα εδώ πέρα», σου λέγω. Δεν μπορώ να φωνάζω, νά 'σαι κάτω εσύ και εγώ να είμαι επάνω. Θα κουρασθώ να φωνάζω, θα μας ακούση και όλος ο κόσμος. Όταν κάποιον τον αγαπώ, θέλω να είμαστε οι δυο μας, να τα κουβεντιάζωμε απλά απλά, πλάϊ πλάι ο ένας στον άλλον. Θέλω, λοιπόν, να 'ρθή εδώ μέσα στον στίβο μου. Εδώ, αγαπητοί μου, τώρα είναι ένα από τα πιο καίρια και πιο φοβερά σημεία της πνευματικής μας ζωής. Να δούμε, αν θα αρχίσωμε κάποτε να ευχώμεθα εις τον Κύριον, να προσευχώμεθα προς τον Θεόν. Είναι μία στιγμή, που θα ζήσωμε εκείνο το δράμα εκείνου του ποιητού που έλεγε• «Φύγε, Θεέ»• και πάλι• «Έλα, Θεέ μου». Όταν τον πλησίαζε ο Θεός, τον ένοιωθε σαν δήμιο και έλεγε• «Φύγε, ο δήμιός μου». Και όταν πήγαινε να φύγη ο Θεός, έλεγε• «Έλα, ο φίλος μου». Το ενδεχόμενο εδώ είναι, το αν θα δεχθούμε ή θα αρνηθούμε τον Θεόν. Μέχρι την ώρα αυτή κολυμπάμε μέσα σε μια πιατέλα και έχομε την αίσθησι πως κολυμπάμε. Μέχρι την ώρα εκείνη παίζαμε με τον Θεόν ένα παιχνίδι «εν ου παικτοίς». Εδώ θα 'ρθή η ώρα που θα δούμε, αν τον δεχθούμε ή αν τον αρνηθούμε.

Προηγουμένως είχαμε το βίωμα της πάλης. Εδώ πέρα θα έχωμε τώρα το σημείο, που πιανόμαστε με τον Θεόν. Πιθανόν να πούμε και εμείς «φύγε», τελικώς. Και μετά να πούμε ανεπανόρθωτα και οριστικά• «Τότε έφυγε αυτός, ο φίλος μου ο στερνός»• δεν υπάρχει άλλος φίλος για την ζωή μας, δεν υπάρχει καμία άλλη ελπίδα για την δική μας την ζωή.

Είναι το καίριο σημείο. Γιατί; Διότι είναι ακριβώς η στιγμή που θα δεχθούμε ή θα αρνηθούμε να παραδεχθούμε τον εαυτόν μας, διότι ανακαλύπταμε έναν εαυτόν τόσο βρώμικο, τόσο σκοτεινό, τόσον ύπουλο, τόσο πονηρό, ώστε μας στοιχίζει, μας κοστίζει, δεν μας συμφέρει να τον ομολογήσωμε και κρυβόμαστε πίσω από τον εγωισμό μας, πίσω από την γνώσι του εαυτού μας, από την αγάπη του είναι μας, που υπάρχει εις πάσαν ψυχή. Είναι και η ώρα, που ξυπνάει το εγώ μου και δεν θέλω να παραδεχθή ότι τέτοιος είμαι, αμαρτία!

Ωραίο πράγμα είναι να στέκωμαι εις τον Θεόν και να λέγω• «Κύριε Ιησού Χριστέ, εσύ που μου χάρισες την γνώσι σου, εσύ που μ' αξίωσες και μ' έκανες εργάτη σου και μ' έκανες μοναχό! Κύριε Ιησού Χριστέ...»• εύκολα πράγματα αυτά• αλλά να καθήσω εν επιγνώσει και να πώ• «Ο Θεός, ιλάσθητί μοι, τω αμαρτωλώ», πόσες φορές μπορώ να το κάνω; Εάν το κάνω και αυτό! Γιατί πρέπει να συντρίψω το είναι μου, για να γίνη... Θα πρέπη, όπως θρυμματίζω με τον καρυοθραύστη το καρύδι και «κρακ!» κάνει και κομματιάζεται, και μαζεύεις τα κομμάτια, έτσι να κάνω την καρδιά μου, για να τα βγάλω μετά και να τα πετάξω αυτά τα σκουπίδια, να ανακαλύψω πως ό,τι έχω, ό,τι είμαι, ό,τι αγαπούσα, ό,τι ποθούσα, ό,τι ζητούσα στην προσευχή μου μέχρι τώρα, όλα αυτά είναι τα σκύβαλα, που λέγει ο Παύλος(24) και που καλούμαι να τα αρνηθώ. Να καταλάβω ότι είναι σκύβαλα, για να γεμίσω από τον Θεόν.

Ευρισκόμεθα, λοιπόν, αντιμέτωποι. Ο Θεός ακόμα είναι εκεί, αλλά έχω αρχίσει να καταλαβαίνω πόσο μακριά μου είναι και γι' αυτό το σκέπτομαι, το ζυγίζω, εάν θα πρέπη να δεχθώ και να αγωνισθώ μαζί του. Πω, πω! Τι είναι Εκείνος, είπα στην αρχή• με την αποκάλυψι της βασιλείας του, με το αντιφέγγισμα του φωτός του! Και τώρα έχω την δική μου την μαυρίλα. Λοιπόν, θα σταθώ! Μου κοστίζει.

Όταν εγώ δεχθώ να προχωρήσω, τότε θα αρχίση η σιωπηλή αυτή ενατένισις της καρδιάς μου δια του Πνεύματος, τότε θα αρχίσω σιγά σιγά να νοιώθω ότι έχω ανάγκη να θυμηθώ τον Θεόν και να γνωρίσω τον Θεόν. Προχωρώντας σ' αυτό το διάστημα, εάν ξεπεράσω την δυσκολία μου και δεν αρνηθώ τον Θεόν μου για χάρι του εαυτού μου, αλλά καταλάβω με κόπο και με ιδρώτα τι σημαίνει το «απαρνησάσθω εαυτόν»(25) το λέμε κάθε ημέρα• να το νοιώσωμε όμως το «απαρνησάσθω εαυτόν»—, τότε θα αρχίσουν να βγαίνουν τα πρώτα δάκρυα από τα μάτια μας —όχι τα δάκρυα που λέγουν οι πατέρες μας, «να βγάζωμε δάκρυα», όχι εκείνα• εκείνα είναι τα δάκρυα του Πνεύματος—, τα πρώτα δάκρυα του εγωισμού μας, που αρχίζει να σπάη, τα πρώτα δάκρυα που αποκαλύπτουν πόσο φτωχικά είναι, ότι δεν έχω τίποτε, διότι αυτά που βγάζω από τα μάτια μου είναι πολύ πολύ ανθρώπινα.

Αρχίζει να μου πονάη, αρχίζει να κλωτσάη μέσα μου κάτι και πονώντας κλαίω• πονώντας, αρχίζω να ξαναφωνάζω• «Θεέ μου, Θεέ μου!». Τότε λέγω• «Ελθέ, Πνεύμα Άγιον, και καθάρισόν με από την αμαρτία μου. Βασιλεύ ουράνιε, Παράκλητε, το Πνεύμα της αληθείας, ελθέ να μου διδάξης εις την άγνοιά μου, ελθέ και σκήνωσον εν εμοί, που είμαι τόσο κακός, τόσο γεμάτος, και καθάρισόν με από πάσης κηλϊδος. Βγάλε ό,τι υπάρχει εδώ μέσα, για να μπόρεσης να ενοικήσης». Τότε μπορώ να πω την προσευχή του Πνεύματος.

Όταν φθάσω στο σημείο εκείνο, τότε πλέον ο Θεός, που είναι πρόθυμος αμέσως να απαντήση στην προσευχή μας και που δεν χάνει ούτε λεπτό, εισορμάει εις την καρδία μας. Μα θα μου πήτε, μετά από τόσα βάσανα; Είναι αυτό που λέμε: εμείς βιούμεν την καθυστέρησι του Θεού ως υποκειμενικόν τι. Πάντοτε μας φαίνεται, όταν προσευχώμεθα, ότι ο Θεός καθυστερεί. Στην ουσία ο Θεός δεν καθυστερεί, όχι ούτε λεπτό, αλλά ούτε στιγμή.

Τώρα αρχίζω να ζητάω το Πνεύμα του Θεού. Τώρα αμέσως εισβάλλει το Πνεύμα μέσα στην καρδιά μου. Έρχεται το Πνεύμα. Το Πνεύμα• δηλαδή, τι σημαίνει «το Πνεύμα»; Μα το Πνεύμα είναι πανταχού παρόν. Δεν υπήρχε το Πνεύμα πριν; «Εξαποστελείς το πνεύμα σου, και κτισθήσονται»(26)• όταν όμως λίγο αποστρέψης το πρόσωπό σου, τουτέστι το Πνεύμα σου, την παρουσία σου, τα πάντα αμέσως σκοτεινιάζουν, κρημνίζονται, απόλλυνται, συντρίβονται. Πέφτουν μέσα στην άβυσσο της ανυπαρξίας.

Το Πνεύμα τώρα αρχίζει να υποδηλοί τον εαυτόν του, να κράζη «αββά ο πατήρ»(27), τουτέστι να μας αποκαλύπτη την ταυτότητά του με τον Πατέρα. Ενεργεί πλέον ο Υιός εν Αγίω Πνεύματι, το οποίον κινείται εν τη Εκκλησία, για να μαρτυρήση τον Πατέρα. Μπορείτε τώρα να ερμηνεύσετε όλα τα χωρία της Γραφής, που έχουν αυτές τις κινήσεις της Αγίας Τριάδος, τις οικονομικές κινήσεις της Τριάδος μέσα εις την ζωή μας.

Αρχίζει, λοιπόν, μυστικά το Πνεύμα το Άγιον να μας αποκαλύπτη τον Πατέρα, την ταυτότητά του με τον Πατέρα, και έχομε πλέον την αίσθησι του συνόντος και συνιόντος εν ημίν Υιού, του ερχομένου Χριστού. Και αμέσως τότε πάσχομέν τι καινόν βίωμα, το οποίον το αγνοούσαμε μέχρι τώρα. Ποιο βίωμα είναι αυτό; Το βίωμα μιας καινούργιας αγωνίας πνευματικής.

Όταν είσαι μέσα στο σκοτάδι και σου φαίνεται σαν μια σκιά να μπαίνη μέσα, κάνεις εσύ αμέσως έτσι και αγωνιάς, τι είναι αυτό; Όταν ακούσης απότομο θόρυβο, πας ν' ακούσης τι πράγμα είναι, τα χάνεις! Ένα τέτοιο πράγμα. Ακούς την φωνή του Θεού, έχεις την αίσθησι της παρουσίας του, ξαφνιάζεσαι πρώτα απ' όλα, αγωνιάς, τι είναι αυτό; Θεός; Σατανάς; Πάθος, προβολή του εγωισμού μου; Τι πράγμα είναι αυτό;

Επειδή ευρισκόμεθα τώρα εις πνευματικά ίχνη, θα τα πω πολύ σύντομα, πολύ αδρά, πολύ χονδρικά, ας το πούμε έτσι, χωρίς να αναλύσω κανέν βίωμα. Μέχρι τώρα είχαμε της ψυχής μας τα βιώματα, για να φθάση να μπορή να προσευχηθή. Από εδώ και εξής πλέον μπαίνομε εις την προσευχή την εκζητούσαν τον Θεόν. Ακόμη δεν ήρχισε ο διάλογος, δεν ήρχισε ακόμη η ευχή, δεν ήρχισε ουσιαστικά η επικοινωνία με τον Θεόν. Μετά από αυτά που θα πούμε τώρα, γίνεται αυτό.

Αρχίζει, λοιπόν, αυτή η αγωνία της ψυχής μας τότε!
--Ποίος είσαι; Τι είσαι συ και με κάνεις και φοβάμαι; σαν να λέγη η ψυχή μου.

Τα λέγω χονδρικώς. Στην αρχή μας κρύβεται Αυτός — πώς καμιά φορά παίζομε εμείς με κάποιον πίσω από ένα δένδρο και του κλείνομε τα μάτια και του λέμε•
— Ποιος είμαι;
-- Είσαι ο τάδε.
— Όχι! λέγω εγώ.
— Είσαι ο τάδε.
--Όχι!
— Είσαι ο δείνα.
Ναι! Και του ανοίγω τα μάτια και τον αγκαλιάζω.

Κάτι τέτοιο επακριβώς έχομε, ζούμε μέσα εις την ψυχή μας, εις την έκτασι αυτής μας της προσευχής. Έχομε, λοιπόν, εμείς την αγωνία μας και μας κρύβεται ο Θεός, σαν να μας παίζη. Και του φωνάζω πάλι με πιο πολύ κτύπο•
— Τι παίζεις μαζί μου; Ποιος είσαι; Πες μου τι γυρεύεις.
Μα, θα μας πή το Πνεύμα•
— Εσύ με φωνάζεις τόσα χρόνια και τώρα μου λες τι γυρεύω;

Αρχίζω πιο πολύ να καταλαβαίνω τι ζητούσα, τι φώναζα, τι γύρευα, γιατί ζω! Λέμε καμιά φορά, «ούτε ξέρομε γιατί ζούμε». Μα πραγματικά δεν ξέρομε γιατί ζούμε. Άμα δεν μας το διδάξη ο Θεός, δεν μπορούμε να το καταλάβωμε.
— Ποιος είσαι συ; του λέμε ύστερα.
— Εγώ είμαι ο Θεός!

Αλλά ακόμα μέσα στα πάθη μας, όπως είμαστε, σκύβομε, κοιτάζομε, κάνομε τα μάτια μας έτσι να φύγουν οι τσίμπλες, να καθαρισθούν. Τα ανοίγομε, τον κοιτάζομε γερά, καλά καλά. Μας πλησιάζει και Αυτός σιγά σιγά. Καθαρευόμεθα εμείς, καθαρίζει και Εκείνος τον εαυτόν του, τα σύννεφα, τον γνόφο. Καθαρίζει τον γνόφο μου, τον ανοίγει κάπως, για να γίνη ορατός από ημάς.

Αυτή μας η αγωνία γίνεται πάλι τώρα μία πνευματική απόλαυσις, όχι προμήνυμα, αλλά απόλαυσις της παρουσίας του τώρα, της εγγύτητός του τώρα. Αρχίζω να τον νοιώθω, ότι Αυτός είναι, αρχίζει να κτυπάη η καρδιά μου σαν να τον γνωρίζη.
— Εσύ, λοιπόν, είσαι ο Θεός μου;
— Εγώ είμαι, δεν με γνωρίζεις; Εγώ που σε γέννησα, εγώ που σε βάπτισα, εγώ που σε έκειρα καλόγηρο, εγώ που σ' απαντούσα, όταν προσευχόσουνα• και συ που μου έλεγες « Θεέ μου, Θεέ μου» και σε βοηθούσα και δεν με καταλάβαινες, και στην πραγματικότητα δεν ζητούσες εμένα. Εγώ, που κρυβόμουνα πίσω από την πείνα σου, πίσω από την δίψα σου, πίσω από τον ύπνο σου, πίσω από το γονάτισμά σου, πίσω από τις επιτυχίες σου, από τις αμαρτίες σου, από τα πάντα!

Ζεσταίνεται πιο πολύ ακόμα η καρδιά μου και ζητάω να τον αγκαλιάσω. Αλλά δεν μπορώ, πρέπει να μ' αγκαλιάση Εκείνος. Ποιος είμαι εγώ; Εγώ είμαι η απουσία Εκείνου. Φωνάζω! Τότε αρχίζω πλέον να τον ξεδιαλύνω. Αυτός πρέπει να είναι ο Θεός μου. Δεν είχαμε ξαναδεί τον Θεόν. Μα Αυτός είναι, δεν μπορεί! Είναι κάτι «ουκ ον» από όλα τα όντα. Είναι ο Ων! Ο μοναδικός και ανυπερβλήτως και πέραν παντός όντος, είναι ο αποκλειστικώς Ων. Νοιώθω τι σημαίνει ο ων ο υπάρχων. Είναι ο μόνος που υπάρχει. Καταλαβαίνω ότι τίποτε άλλο δεν υπάρχει από όλα που υπήρχαν, αλλά είναι αυτός, που δεν υπάρχει όπως υπάρχουν τα άλλα, είναι ο μοναδικός, λοιπόν, Αυτός, ο ουσιαστικώς υπάρχων, Είναι ο αΐδιος, είναι ο ατελεύτητος, και εγώ παίρνω πλέον θέσι μέσα στην ζωή του, μέσα στην ύπαρξί του, μέσα στην ιστορία του Θεού.

Από την ώρα αυτή, που θα ενωθώ ή δεν θα ενωθώ τελικώς με τον Θεόν, διότι ακόμη συνεχίζεται ο κίνδυνος -πέρασε η κρισιμότης η φοβερά του εγωισμού μου, τώρα προχωράμε εις τον στίβο τον πνευματικό- και πάλι μπορώ να αρνηθώ όμως τον Θεόν, διότι το εγώ χτυπήθηκε, αλλά υπάρχει μέσα μου.

Κατ' ολίγον τον ανακαλύπτω τον Θεόν. Τον γνωρίζω τον Θεόν. Αυτός είναι ο Θεός. Μου αρέσει ο Θεός. Ο Θεός μπαίνει μέσα μου τώρα. Πώς μπαίνει μέσα μου; Καταλαβαίνω τότε τι σημαίνει ότι ο Θεός είναι φως, ο Χριστός φως εκ φωτός και το Πνεύμα το Άγιον το «εν τω φωτί». «Εν τω φωτί σου οψόμεθα φώς»(28). Εν τω φωτί, τω πνεύματι ορώμεν το φως, ορώμεν τον Θεόν. Νοιώθομε τι σημαίνει φως ο Θεός, φως ο Πατήρ, φως ο Γιος, φως το Άγιον Πνεύμα, και αμέσως όλα αυτά που ήταν η σκιά του φωτός -στην ουσία ανύπαρκτα- φωτιζόμενα, χάνονται από μπροστά μας. Δεν εξαφανίζονται από μπροστά μας• χάνονται ενεργούντα. Γίνονται ανενέργητα. Κατακλύζονται από το φως. Η πάσα πτυχή φωτίζεται.

Έχομε το δεύτερο σοβαρό καίριο σημείο εις το οποίον κινδυνεύομε τώρα. Διότι τώρα βλέπομε τον εαυτόν μας εις πάσας τας πτυχάς του γεμάτον από το φως και βλέπομε την ανυπαρξία του εαυτού μας. Πρέπει να βυθισθούμε μέσα εις την θεότητα, για να μπορέσωμε να ζήσωμε. Δηλαδή, πρέπει να συνειδητοποιήσουμε εκείνο που λέγει, «ος αν απολέση την ψυχήν αυτού, ούτος ευρήσει αυτήν»(29). Όποιος θα αποθάνη, θα ζήση. Ενώ, όποιος θα βρή την ψυχή του, θα απολέση την ψυχή του. Τότε, λοιπόν, νοιώθω την ανυπαρξία μου, τον θάνατο του εαυτού μου.

Και εάν θα έχω -εδώ χρειάζεται, πατέρες μου και αδελφοί μου, η αγάπη-, εάν θα έχω αγάπη εις τον Θεόν, θα νοιώσω μέσα μου ένα σκίρτημα αγάπης και χαράς που θα λέγη• «Ναι, Θεέ μου!» Θα είναι η αποδοχή της ψυχής μου, του Θεού. Θα είναι το «ναι», που θα πω εις τον Θεόν. Τώρα πλέον συνειδητώς θα πω το «ναι»• μέχρι τότε ήταν παιδικές φωνές. Τώρα που καταλαβαίνω ότι χάθηκε ο εαυτός μου. Να, ολόκληρος, το παν είναι ο Θεός• εάν του πω το ναι, καλώς έχει. Εάν θελήσω να ξαναβγάλω μέσα από τα άδυτα, από τα υποστρώματα, από τα υποσυνείδητα τον εαυτόν μου -που υπάρχει μέγας φόβος, εάν θα θέληση να αναδυθή το είναι μου- τότε ευθύς αμέσως γίνεται εκείνο που λέγει ο Συμεών(30). Και χάνεται πάλι ο Θεός και θα χρειασθούν χρόνια να ξανακράξωμε, και αν τον ξαναβρούμε τον Θεόν! Γιατί εδώ είναι συνειδητή η απουσία του. Η προηγούμενη άρνησίς του, που λέγαμε, όταν συνειδητοποιούσαμε δηλαδή την μαυρίλα μας, ήταν μία σκλήρυνσις, που θα μας απομάκρυνε τον Θεόν και θα μας έρριχνε εις μίαν γεώδη ζωή.

Τώρα όμως έχομε κάτι το πιο βαθύ, το πιο πνευματικό, γι' αυτό και το πιο φοβερό. Εδώ είναι ο ύστατος, ας το πούμε, πειρασμός μας. ΄Ερχεται στιγμή, που λέγει και ο Κύριος• «Παρελθέτω απ' εμού το ποτήριον τούτο»(31)• είναι αυτή η στιγμή, που θα το πούμε. Τότε καταλάβαμε ότι χανόμαστε, τι σημαίνει να αποθάνουμε. «Όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε, εις τον θάνατον αυτού εβαπτίσθητε»(32). Συνθαπτόμεθα, για να συναναστηθούμε• είναι «συνετάφημεν» πνεύματι(33), χάριν του πνεύματος. Εάν συνειδητοποιούμε τον θάνατό μας -και είναι θέμα τώρα, εάν οικειοποιηθούμε τον θάνατο αυτόν-, εάν θα μας κοστίση, θα παραμείνωμε στο «ει δυνατόν παρελθέτω απ' εμού το ποτήριον τούτο». Δεν αρνούμεθα τον Θεόν, αλλά αρνούμεθα τον θάνατο. Δεν θα συζήσωμε με τον Θεόν και θα φύγη ο Θεός μας. Και θα μείνωμε πιθανόν, «δοκούντες εν εαυτοίς και καθ' εαυτούς», νομίζοντες «ιστάναι», ότι ιστάμεθα, νομίζοντες πως είμεθα στύλοι, νομίζοντες πως είμεθα πνευματικοί άνθρωποι, στην πραγματικότητα όμως εξουθενωμένοι, μη όντες ουδέν. Εάν όμως η καρδιά μας, η βούλησίς μας, το είναι μας θα πη το «ναι», τότε ο Θεός περαιτέρω μας αποκαλύπτεται και αρχίζει να κάνη μπροστά μας, τι; Όχι να παίζη, αλλά να μας ανοίγη τον εαυτόν του. Όχι την καρδιά μας, τον εαυτόν του!

Τότε το βίωμα αυτό, η εμπειρία αυτή της παρουσίας του, είναι τόσο δυνατή, ώστε μας φευγατίζει την λήθη. Και ο Θεός τώρα αρχίζει να στριφογυρίζη, για να τον γνωρίσωμε καλύτερα, να τον δούμε, να τον μάθωμε• αρχίζομε να τον γνωρίζωμε και αρχίζει η γνώσις του Θεού. Η γνώσις του Θεού! Αρχίζομε να μαθαίνωμε όχι τα του Θεού έξωθεν, αλλά τα του Θεού έσωθεν πλέον, μέσα στην καρδιά μας, διότι μπήκε ο Θεός μέσα στην καρδιά μας. Τότε ανάβει περισσότερο αυτή η επιθυμία και θέλομε να μας ανοίξη πιο πολύ ο Θεός. Τότε η ψυχή μας μόνη της λέγει• «Φώτισόν μου τα σκότη, φώτισόν μου τα σκότη(34). Αποκάλυψέ μου τον εαυτόν σου, αποκάλυψέ μου τον εαυτόν σου». Αλλά την ώρα εκείνη ο Θεός φεύγει από κοντά μας. Αυτή την φορά δεν φεύγει θυμωμένος, δεν τον διώχνομε, φεύγει μόνος του.

Ξεύρομε τώρα την πορεία, μάθαμε πώς ζητάμε τον Θεόν και πώς μπορεί να μπη ο Θεός. Ακόμα δεν ενωθήκαμε με τον Θεόν. Μάθαμε, λοιπόν, τώρα τι είναι ο Θεός και μπορούμε πια, αφού σε γνωρίζω, να σου φωνάξω• «Α, πάτερ Θεόκτιστε, δώσε μου αυτό το πράγμα, έλα σε παρακαλώ». Σε ξεύρω τώρα, κουβέντιασα μαζί σου, σε είδα ποιος είσαι και μπορώ να σε παρακαλώ, όποτε σε θέλω, και να έρχεσαι και να σε κάνω και παρηγουμενιάρη, να σ' έχω πάντα κοντά μου ή να σε κάνω «ο Κύριος μου και ο Θεός μου»• και εγώ να γίνω, όχι ο παρηγουμενιάρης του Θεού, να γίνω ο σκλάβος του! που θα πέσω στα πόδια του, όπως έπεφταν όλοι οι άγιοι της Εκκλησίας ενώπιον Αυτού.

Από εδώ και πλέον αρχίζει η προσευχή. Η προσευχή μπορεί να γίνεται μία εσωτερική ευχή, όταν μάθω να φέρω τον Χριστόν έτσι μέσα μου και να του μιλάω ελεύθερα. Όταν μάθω τον Κύριον να τον καλώ εν εμοί πάλι - προγενέστερον στάδιον της ευχής δια του Πνεύματος. Δεν προχωράμε σ' εκείνα τα πελάγη, στεκόμαστε μέχρι εδώ- όταν κάνωμε αυτό -για να τελειώσωμε, θέλω να πω κάτι το τελευταίο- θα δούμε ότι σ' αυτόν μας τον αγώνα, όταν είμεθα ακόμη αρχάριοι, ομιλούμε προς τον Θεόν. Θυμάστε που λέγαμε, ανακαλύπτομε σε κάποιο διάστημα ότι η προσευχή είναι βοή;

Σας είπα εξ υπαρχής• έχομε το βίωμα του αγώνος, εν συνεχεία, της εκ βαθέων κραυγής, κατόπιν, της εγγύτητας του Πνεύματος, της εν ησυχία σιωπής, της εναγωνίου προσδοκίας, κατόπιν, της σιωπηλής προγεύσεως και εντρυφήσεως, της εν σιωπή τρυφής και, εν συνεχεία, έχομε την αυτογνωσία, το καίριο εκείνο σημείο, την αποκάλυψι και την γνώσι της καρδιάς μου και το σημείο, που θα δεχθώ ή θα αρνηθώ τον Θεόν, το σημείο της γνώσεως κάπως του Πνεύματος.

Επομένως, όλα αυτά είναι ένα κυνηγητό του Θεού, που γίνεται με τον νου. Βλέπω ότι είναι μία ομιλία. Στην αρχή ομιλούμε στον Θεόν και επειδή είναι τόσα άλλα πράγματα εμπόδια -ιδίως οι λογισμοί μας- ο νους προσπαθεί να διώξη από την διάνοια ο,τιδήποτε έχει, για να μπόρεση αυτός να ανεβή ο ίδιος εις τον Θεόν, τουτέστι να φωνάξη• «Θεέ μου, Θεέ μου• Κύριε μου, Κύριε μου• Ελωΐ, Ελωΐ• Θεέ μου, Θεέ μου, λαμά σαβαχθανί, γιατί μ' εγκατέλειψες;»(35) Ένοιωσε πως είναι ένα πεταμένο πράγμα μέσα στην γη, ενώ ο Θεός παρά ταύτα είναι «Ελωΐ, Ελωΐ, ο Θεός μου, ο Θεός μου». Θεέ μου, Θεέ μου. Είναι ο Θεός μου! Και εγώ είμαι πεταμένος• χτυπιέμαι μέσα σε χίλια σκοτάδια, κάτω στο χώμα.

Ο νους μου, λοιπόν, παλεύει να ρίξη, να φευγατίση ο,τιδήποτε άλλο, ό,τι πονηρό και ό,τι ξένο. Διότι αυτό γίνεται λογισμός και ο λογισμός καταπνίγει τον νου τον ανερχόμενο, τον θέλοντα να αναβή προς τον Θεόν. Πρέπει να φευγατίση ό,τι είναι επιθυμία, ό,τι είναι θέλημα, ό,τι είναι προγενέστερο βίωμα, προγενέστερες εμπειρίες από ξένα πράγματα, να φθάσωμε πλέον εις την λήθη του παρελθόντος και όχι εις την λήθη του Θεού, τόσο πολύ, ώστε τα πάντα να γίνουν ξένα για μας, και έτσι να φθάσωμε εις την άγνοια των πάντων, ωσάν τίποτε να μη γνωρίζωμε. Να ακούω «ο πατήρ Αρσένιος», και τίποτα να μη μου λέη «ο πατήρ Αρσένιος». Τι είναι ο πατήρ Αρσένιος; Αδελφός μου είναι. Όταν αγαπάω, όταν στρέφεται η ψυχή μου προς τον πατέρα Αρσένιο, πώς θα μπη ο Θεός; Τον αγαπώ, και θα πάω να προσευχηθώ, και θα εύχωμαι για τον πατέρα Αρσένιο και όχι για μένα. Το ίδιο πράγμα για την υγεία μου, το ίδιο για την επιστήμη μου, το ίδιο για τις επιθυμίες μου, για τις χαρές μου, για τις επιδιώξεις μου, για ο,τιδήποτε άλλο. Ο νους, λοιπόν, παλεύει να διώξη όλα αυτά.

Κατόπιν εις το μέσον γίνεται κάτι άλλο. Όταν αρχίσουν να φεύγουν αυτά, βλέπω ότι ο νους παρακολουθεί αυτά που λέγω εις τον Θεόν είτε από μέσα μου είτε με το στόμα μου και συνειδητοποιώ κάποιον ομιλούντα και τον νου μου παρακολουθούντα. Είναι αυτό που λέγει ο Απόστολος, ότι μπορούμε να ψάλλωμε και να προσευχώμεθα εν πνεύματι αλλά και εν τω νοΐ. Νοιώθομε τότε κάπως σκιωδώς τι είναι αυτό που λέγει εν «τω πνεύματι»(36), που το πνεύμα μπορεί μέσα να ζητάη τον Θεόν, είναι αυτό που ζητάει τον Θεόν. Και καταλαβαίνω τι σημαίνει νους• ότι έχει σχέσι μ' αυτό, αλλά είναι και κάτι άλλο, είναι μία ιδιότης, είναι μία δύναμις• και ο νους, το νοερόν, αρχίζει να παρακολουθή και τότε κατ' ολίγον βλέπω ότι ο νους μου ενούται όχι με αυτό που έρχεται αλλά με τα λεγόμενα ή με τα νοούμενα. Ενούται, διότι μπορεί ο λόγος μου να είναι με το στόμα μου, καταλαβαίνετε, μπορεί να είναι με το λογιστικό μου, να είναι με τον διαλογισμό μου, αλλά μπορεί να είναι και κάτι το ενδιάθετο, κάτι το εσώτερο, ας πούμε, και όλα αυτά τότε αρχίζω και τα ξεχωρίζω• και μαθαίνει τότε ο νους μου να παρακολουθή και κατόπιν να ενούται με τα νοούμενα ή με τα λεγόμενα. Να ενούται με αυτά και έτσι να ομιλή πλέον ο νους μου εις τον Θεόν, το νοερόν μου, το ηγεμονικόν μου, που λέγουν οι Πατέρες της Εκκλησίας.

Επομένως, αρχίζω εγώ τώρα με την βούλησί μου να προσεύχωμαι εις τον Θεόν. Γι' αυτό χρειάζεται όλο το βουλητικό μου να στραφή και να κλωτσήση, να κάνη έτσι... εις όλα τα υπόλοιπα, να τα απεμπόληση, να τα διώξη, ώστε να κράτηση μόνον εκείνο το «Θεέ μου, Θεέ μου». Να ενωθή ο νους με την νόησι ή με την κλήσι του Θεού, για να μπορέση να ενωθή κατόπιν και με τον Θεόν.

Εν συνεχεία, όταν προχωρήσω, νοιώθω ο νους μου κατά την προσευχή να αρπάζεται, αλλά αυτό γίνεται, όταν πια θα έχω αρχίσει να προσεύχωμαι. Σας είπα, τώρα πολύ χονδρικά κάνω την αναδρομή. Ξεναγούμεθα, ας πούμε, πολύ καλά στο μοναστήρι. Όλα που έχει σας τα δείχνω• και μετά, και τα είκοσι μοναστήρια σας τα λέγω εν περιλήψεί• αυτό κάνομε τώρα.

Τελικώς, ο νους εις την προσευχή αρπάζεται, νοιώθετε να αρπάζεται είτε εν σώματι είτε εκτός σώματος, δεν μπορούμε να καταλαβαίνωμε, και να αναβαίνη όλος προς τον Θεόν νοιώθω να αρπάζεται, τουτέστι νοιώθω να εξέρχεται, νοιώθω να εκπορεύεται, νοιώθω να βγαίνη, να εκπηγάζη, να ανέρχεται, νοιώθω να πορεύεται, η προσευχή, ε;

Η προσευχή «προς» -γι' αυτό και το όνομάζομε «αρπαγμό»(37)- αρπάζεται από μέσα και αναβαίνει πλέον προς τον Θεόν αναβαίνει προς τον Θεόν αρπαγμένος τώρα ο νους, μέχρις ότου ενωθή τελικώς με τον αρπάξαντα Θεόν, για να γίνη τώρα ο Θεός αρπαγμένος εν εμοί. Διότι θα πρέπη ο αρπαγμένος νους να μάθη να ζη μαζί με τον Θεόν, αλλά αυτό δεν πρέπει να γίνεται εκτός, πρέπει να γίνεται, όπως λέγαμε προηγουμένως, εντός.

Είναι υπέροχες οι στιγμές, που «προ ετών δεκατεσσάρων»(38) ο Παύλος είχε δει να αρπάζεται ο νους του• ή ωραιότατες οι στιγμές, που αρπάζεται ο νους των αγίων. Αλλά αυτό που έχει σημασία είναι, εν εμοί να γίνεται αυτός, όχι ο αρπαγμός του νοός μου από την έλξι του Θεού, αλλά ο αρπαγμός του Θεού από τον νου μου, χάριτι πάλι θεία, μέσα στην δική μου την καρδιά.

Εις το διάστημα αυτό οράται ο άνθρωπος ως φλοξ, γίνεται φλογερά η ψυχή του και η ανάβασίς του. Ενίοτε δε, ως φλοξ γίνεται και αυτός ούτος, και φωτεινός γίνεται ο τόπος εις τον οποίον υπάρχει, και θεάται και αυτός ούτος συχνά πυκνά ως φως. Ο ίδιος εν τω μεταξύ βλέπει και καθορά το φως μέσα στην θεϊκή αυτή παρουσία — είναι ακριβώς η στιγμή της μυστικής ενώσεως με τον Θεόν και, επομένως, είναι μία πραγμάτωσις, είναι μία τελείωσις της προσευχής.

Η προσευχή έφθασε εις τον σκοπό της! Ξεκίνησε το καραβάκι από τον αρσανά μας και πήγε εκεί που θέλαμε να φθάσωμε. Μέχρι τώρα ήμασταν στον δρόμο. Εδώ είναι το τέρμα της προσευχής μας! Είναι ο αρπαγμός του Θεού, δια της δικής μου βουλήσεως εν Πνεύματι Αγίω εν τη καρδία μου. Ενούται τώρα ο νους μου και το πνεύμα μου μετά του Θεού, γίνομαι όλος -απορροφώμαι από την φλόγα, από το παμφάγο αυτό φως του Θεού, από την άβυσσο του ελέους του- σαν μία σταγών, η οποία απερροφήθη από τον ωκεανό• και έχω την αίσθησι της μυστικής μου ενώσεως μετά του Θεού, ο οποίος ήτο παρών δια της μυστηριακής, που λέγαμε αρχικώς, ζωής και έγινε προσωπικά μεθεκτός και έγινα μέτοχος της ζωής του και έγινε μέτοχος της υποστάσεώς μου, της φύσεως μου, έγινε ο Θεός ένα με έμενα εις το σημείο αυτό. Οπότε, έχω πλέον αυτήν την ένωσι.

Η φύσις μου και η ενεργούσα φύσις του ενούμεθα εις εν πρόσωπον. Όχι εις το πρόσωπο του Λόγου του Θεού, αλλά εις το πρόσωπο του προσευχομένου ανθρώπου. Και έτσι αυτό που έγινε εν Χριστώ, δια της παρθενίας της Υπεραγίας Θεοτόκου, που ενώθησαν δύο φύσεις και έγινε εν πρόσωπον, μία υπόστασις του θείου Λόγου, αυτό γίνεται έτσι τώρα εν εμοί δια της παρθενευούσης ψυχής μου, της ωδινούσης ημέρα και νύκτα, και τελικώς τικτούσης αυτό, διά το είναι αυτούς «εις σάρκα μίαν»(39), δια το είναι αυτούς «εν πνεύμα»(40), διά το ότι γινόμεθα εν πνεύμα, γινόμεθα ένας άνθρωπος• όχι το πρόσωπο του Λόγου του Θεού, αλλά το πρόσωπο του α' ή του β ' προσευχομένου αγίου.

Έχομεν πλέον την υπόστασι του αγίου ανθρώπου, ο οποίος ενώθηκε με τον Θεόν και έγινε θεϊκός άνθρωπος, έγινε Θεός και άνθρωπος• έγινε αυτό, που προφητικά έλεγε ο προφήτης• «Όταν θα έλθη το Πνεύμα το Άγιον, θα ενοική εν ημίν, και δι' αυτό θα είμεθα εις υιούς και εις θυγατέρας του». Τότε αυτό θα εκχύνη ποταμούς μέσα μας, όπως λέγει πάλι ο προφήτης• «Ποταμοί θα εκχύνωνται από αυτό»(41). Τότε θα αρχίση το Πνεύμα το Άγιον αφ' ημών να κράζη και να προσεύχεται και να ενεργή αυτό, αντί να ενεργούμε εμείς, και να ζη το Πνεύμα, αντί να ζούμε εμείς. Είναι η ώρα, είναι πλέον η στιγμή, που και για μας επαλήθευσε η προφητεία του Θεού, ότι αυτοί είναι Θεοί, έσονται θεοί• «Εγώ είπα υμείς έστε θεοί»(42). Γι' αυτό μας ωνόμασε θεούς. Γι' αυτό κράζομε και προσευχόμαστε, για να μπορέσωμε να γίνωμε όντως τέτοιοι θεοί, που μας θέλει ο Κύριος.

Πατέρες μου, λίγα πράγματα είπαμε σήμερα, έτσι προεισαγωγικά για το τι είναι η προσευχή, πώς βιούται εις την πορεία η προσευχή και πού θα πρέπη να φθάσωμε. Γιατί μας κάλεσε ο Θεός; Γι' αυτό, να γίνωμε θεοί. Πέστε μου, λοιπόν, σας παρακαλώ, εάν ο,τιδήποτε άλλο πετύχωμε και δεν πετύχωμε αυτό, δεν κάναμε τίποτε! Το μοναστήρι μας θα είναι εν νομικό πρόσωπο, δεν θα είναι όμως μοναστήρι, δεν θα είναι μονή του Θεού, δεν θα είναι φροντιστήριο ψυχών, δεν θα είναι οικητήριον του Θεού, δεν θα είναι κόλπος δεχθείς την Παναγία Τριάδα• και εμείς θα είμαστε φτωχές υπάρξεις, που θα κωπηλατούμε, αλλά πού τίποτε δεν θα κάνωμε και δεν θα προχωράμε, αλλά θα μένωμε δεμένοι εκεί πέρα από τον κόμπο τον σάρκινο, που μας ενώνει με την γη. Καλούμεθα, όντως, να γίνωμε τέτοιοι που λέγει.

Γι' αυτό, σας λέγω, πέστε μου τι κερδίσαμε, εάν δεν κερδίσωμε αυτό το πράγμα; Νομίζω, τίποτε! Ας κάνωμε τον αγώνα μας με τον εαυτόν μας, με τα πάθη μας, με την άσκησί μας, για την αγρυπνία μας, για την νηστεία μας, για ο,τιδήποτε άλλο. Ας επιποθήσωμε τον Θεόν, ας μάθωμε την ψυχή μας να κάνη γυμνάσματα, να πτεροφυήση κάποτε, μήπως τυχόν μας αξιώση ο Κύριος, μήπως τυχόν μας λυπηθή και μας ανοίξη και εμάς του ελέους του την θύρα. Θα μας την ανοίξη! Ας κάνωμε ό,τι μπορούμε, για να φθάσωμε κάποτε εις το πρώτο εκείνο: να αγωνισθούμε τον αγώνα, την πάλη με τον Θεόν, όπως λέγαμε στην αρχή αυτής μας της κατηχήσεως. Αυτός ο αγώνας είναι και για μένα, αυτός ο αγώνας είναι και για σας. Αν θα ήμουνα πλούσιος εγώ, θα ήσασταν και σεις πλούσιοι. Επειδή είμαι φτωχός εγώ, γι' αυτό είσθε και σεις φτωχοί. Γι’ αυτό ακριβώς, όλοι μαζί ας κάνωμε αυτήν την προσπάθεια.

Επαναλαμβάνω από εκεί που άρχισα. Τίποτε δεν κάναμε! Κοροϊδέψαμε τον εαυτόν μας, τον Θεόν και όλον τον κόσμο, εάν δεν κάνωμε αυτό το πράγμα. Γι' αυτό θα σας παρακαλέσω, παιδιά μου, από εδώ και εξής να έχωμε πλέον επαφές τέτοιες. Πώς θα αγωνισθούμε για τον Θεόν όχι με τον Θεόν. Για τον Θεόν, για να φθάσωμε σ' Εκείνον. Να άρχίσωμε να προσευχώμεθα, να αρχίσωμε να εγκρατευώμαστε, να αρχίσωμε να σκιρτάμε λίγο για τον Θεόν, όπως σκιρτούν οι σάρκινες καρδιές, όταν βλέπουν τους αγαπημένους τους.

Σας παρακαλώ και σας ικετεύω, πλησιάστε με στο εξομολογητήριο, πλησιάστε με στο κελλί, και με τέτοιες επιθυμίες να αρχίσωμε να έχωμε μίαν πνευματική πορεία και άσκησι πνευματική, διότι μόνον αυτό βγάζει μοναχούς αληθινούς, που είναι κατοικητήρια του Αγίου Πνεύματος και όχι μοναχοί αμόναχοι. Αλλά, όταν θα με πλησιάσετε, για να μπορούμε να κουβεντιάσωμε, θα πρέπη να υπάρχη αυτή η επιθυμία και η διάθεσις, ν' άφήσωμε τα πάντα, όταν το καταλάβωμε ότι είναι σκύβαλα, για να αγαπήσωμε τον Θεόν. Εάν θα έρχεσθε βουτηγμένοι μέσα σε χοϊκά προβλήματα και αρπαγμένοι από την καθημερινότητα και από την πεζότητα, δεν θα μπορώ τίποτα να σας κάνω και τίποτα να σας λέγω. Διότι δεν θα υπάρχη κοινό σημείο, ανάμεσα σ' αυτό που ζήτε ή που ζητάτε και ανάμεσα σ' εκείνο που λέτε, ότι γι' αυτό θα έρχεσθε. Δεν θα μπορώ να σας πω τίποτα και να σας βοηθήσω καθόλου, εάν, ενώ θα έρχεσθε, θα έρχεσθε για άλλα πράγματα.

"Οταν π.χ. θα έλθης για να μου πής• «τι πρόγραμμα να κάνω, Γέροντα, πόσο να προσεύχωμαι» -την ώρα που εσύ είσαι στενοχωρημένος, διότι σε ξέχασαν στο τραπέζι ή σου βάλανε λιγώτερο φαγητό ή διότι έμεινες νηστικός ή διότι σου μίλησαν άσχημα ή διότι δεν επετεύχθη αυτό που πρότεινες είτε διότι δεν έγινε εκείνο που νόμιζες είτε διότι δεν ξεκουράσθηκε το κορμάκι σου είτε διότι πονάει το στομάχι σου είτε γιατί το κεφάλι σου πονάει είτε διότι στο σπίτι σου έγινε κάτ-, τι να σου πω για την προσευχή; Σε νοιάζει εκείνο το άλλο και δεν σε νοιάζει αυτό. Βορράς και νότος, ανατολή και δύσις, γη και ουρανός• δεν μπορεί να υπάρξη κοινό σημείο.

Ας αρχίσωμε, παιδιά μου, ώστε να έχωμε όλοι μας την χαρά, του ότι το μοναστήρι μας είναι πράγματι φροντιστήριο ψυχών και όχι αναπαυτήριο σωμάτων, που ήλθαμε να φτιάξωμε και να βολέψωμε την ζωήν μας, όπως την βολεύουν και όλοι οι άνθρωποι. Να γίνωμε και εμείς πυρός φλόγες, όπως είναι οι λειτουργοί του, να γίνωμε λειτουργοί του, να είμαστε και εμείς πυρός φλόγες, διότι μόνον η φλόγα πάει προς τα πάνω, ενώ η σαρξ πάει προς το χώμα. Θυμάστε το θαύμα στην Α' Οικουμενική Σύνοδο (325), η φλόγα πήγε προς τα πάνω και το χώμα παρέμεινε κάτω(43). Ας αφήσωμε κάτω το χώμα και ας γίνωμε φλόγες εμείς, για να ανεβούμε προς τα εκεί που είναι ο Θεός.



Σημειώσεις

1. Ιακ. 4,2.

2. Ιακ. 4,3

3. Ρωμ. 4,3.

4. Ιακ. 2, 14-26.

5. Ματθ. 25, 12• Λουκ. 13, 25.

6. Α ' Κορ. 15, 50.

7. Όρθρος Χριστουγέννων, γ' κάθισμα. Πρβλ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ θΕΟΛΟΓΟΥ, Λόγος 38, Εις τα Θεοφάνεια 13, PG 36, 325C.

8. Γέν. 32, 24-30.

9. Ρωμ. 15,30.

10. Γεν. 0,3.

11. Βλ. Ιω.Σιναΐτου, Κλιμαξ 26, Περί διακρίσεως, PG 88, 1020ΑΒ: «Νους νοερός πάντως και νοεράν αίσθησιν περιβέβληται..., ίνα την εν ημίν ούσαν εκζητοϋντες μη παυσώμεθα...»• Διαδόχου Φωτικής, Λόγος ασκητικός 1,Φιλοκαλία, τ. Α’, σελ. 236: «αγάπη... συνάπτει την ψυχήν ταις αρεταίς του Θεού, αισθήσει νοερά τον Θεόν εξιχνεύουσα».

12. Έξ. 14, 15

13. Ματθ. 8, 24-25.

14. Μάρκ. 4, 38-39.

15. Πράξ. 19, 2.

16. Ιω. 1, 1.

17. Ματθ. 7, 7• Λουκ. 11,9.

18. Λουκ. 11, 1.

19. Μάρκ. 11,24.

20. Γαλ. 4,6

21. Γεν. 2, 17.

22. Λουκ. 17, 21.

23. Λουκ. 18, 13.

24. Φιλιππ. 3, 8.

25. Ματθ. 16, 24• Μάρκ. 8, 34.

26. Ψαλμ. 103,30.

27. Γαλ. 4, 6.

28. Ψαλυ.. 35, 10.

29. Ματθ. 16, 25.

30. Πρβλ. ΣΥΜΕΩΝ Ν. ΘΕΟΛΟΓΟΥ, Ευχαριστία Α', στίχ. 175-185, SC113, σελ. 320 κ.έ.• Ευχαριστία Β ', στίχ. 140-195, SC113, σσ. 340-346• Ύμνος 48, στίχ. 102 κ.έ., SC 196, σελ. 138.

31. Ματθ. 26,39.

32. Ρωμ. 6,3.

33. Ποβλ. Ρωμ. 6, 4.

34. ΦΙΛΟΘΕΟΥ ΚΟΚΚΙΝΟΥ, Λόγος εις άγιον Γρηγόριον Παλαμάν 18, Τσάμη, σελ. 447, στίχ. 16-17.

35. Μάρκ. 15,34.

36. Α' Κορ. 14, 15.

37. ΙΩ. ΣίΝΑΪΤΟΥ, Κλϊμαξ 28, Περί προσευχής, PG 88, 1132D: «το δε ταύτης τέλειον, αρπαγή προς Κύριον».

38. Β' Κορ. 12,2.

39. Γεν. 2, 24.

40. Α' Κορ.6, 17.

41. Πρβλ. Ιωήλ 3, 1-2• Ιεζ. 36, 27-28.

42. Ψαλμ. 81, 6.

43. Βίος αγίου Σπυρίδωνος, Επισκόπου Τριμυθούντος, του θαυματουργού• ΜΑΤΘΑΙΟΥ ΛΑΓΓΗ, Μέγας Συναξαριστής, τ. 12, Αθήναι 5 1991, σς.348-349.

Περί προσευχῆς. Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου


IMG_3812cἩ προσευχὴ εἶναι μεγάλο ἀγαθό, ἂν γίνεται καὶ μὲ λογισμὸ ἀγαθό· ἂν εὐχαριστοῦμε τὸ Θεὸ ὄχι μόνο ὅταν μᾶς δίνει, ἀλλὰ καὶ ὅταν δὲν μᾶς δίνει ὅ,τι Τοῦ ζητᾶμε, ἀφοῦ καὶ τὰ δύο τά κάνει γιὰ τὴν ὠφέλειά μας. Ἔτσι, καὶ ὅταν δὲν παίρνουμε, οὐσιαστικὰ παίρνουμε μὲ τὸ νὰ μὴν πάρουμε ὅ,τι δὲν μᾶς συμφέρει. Ὑπάρχουν, βλέπετε, περιπτώσεις ποὺ ἡ μὴ ἱκανοποίηση τοῦ αἰτήματός μας εἶναι πιὸ ὠφέλιμη. Καὶ τότε ὅ,τι θεωροῦμε σὰν ἀποτυχία εἶναι ἐπιτυχία.

Ἃς μὴ στεναχωριόμαστε, λοιπόν, ὅταν ὁ Θεὸς ἀργεῖ νὰ εἰσακούσει τὴν προσευχή μας. Ἃς μὴ χάνουμε τὴν ὑπομονή μας. Μήπως καὶ πρὶν ζητήσουμε κάτι, δὲν μπορεῖ νὰ μᾶς τὸ δώσει ὁ Πανάγαθος; Μπορεῖ, φυσικά, ἀλλὰ περιμένει ἀπὸ μᾶς κάποιαν ἀφορμή, ὥστε νὰ μᾶς βοηθήσει δίκαια. Γι’ αὐτὸ ἃς Τοῦ δίνουμε τὴν ἀφορμὴ μὲ τὴν προσευχὴ καὶ ἃς περιμένουμε μὲ πίστη, μὲ ἐλπίδα, μὲ ἐμπιστοσύνη στὴν πανσοφία καὶ στὴ φιλανθρωπία Του. Μᾶς ἔδωσε ὅ,τι ζητήσαμε; Ἃς Τὸν εὐχαριστοῦμε. Δὲν μᾶς ἔδωσε; Καὶ πάλι ἃς Τὸν εὐχαριστοῦμε, γιατί δὲν γνωρίζουμε, ὅπως γνωρίζει Ἐκεῖνος, τί εἶναι καλὸ γιὰ μᾶς.

Ἃς ἔχουμε ἀκόμα ὑπόψη μας, πὼς ὁ Θεὸς συχνὰ δὲν ἀρνεῖται, ἀλλὰ μόνο ἀναβάλλει τὴν ἱκανοποίηση κάποιου αἰτήματός μας. Καὶ γιατί ἀναβάλλει; Ἐπειδή, χρησιμοποιώντας ὡς μέσο τὴ δική μας ἐπιμονὴ στὸ αἴτημα, θέλει νὰ μᾶς ἑλκύσει καὶ νὰ μᾶς κρατήσει κοντά Του. Κι ἕνας φιλόστοργος πατέρας, ἄλλωστε, ὅταν τοῦ ζητάει κάτι τὸ παιδί του, πολλὲς φορὲς ἀρνεῖται νὰ τοῦ τὸ δώσει, ὄχι γιατί δὲν θέλει, ἀλλὰ γιατί μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο τὸ παιδὶ μένει κοντά του.

Μὲ δυὸ λόγια, ἡ ἀποτελεσματικότητα τῆς προσευχῆς μᾶς ἐξαρτᾶται: πρώτον, ἀπὸ τὸ ἂν εἴμαστε ἄξιοι νὰ λάβουμε ὅ,τι ζητᾶμε· δεύτερον, ἀπὸ τὸ ἂν προσευχόμαστε σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ· τρίτον, ἀπὸ τὸ ἂν προσευχόμαστε ἀδιάλειπτα· τέταρτον, ἀπὸ τὸ ἂν γιὰ ὅλα καταφεύγουμε στὸ Θεό·πέμπτον, ἀπὸ τὸ ἂν ζητᾶμε ἐκεῖνα ποὺ εἶναι ὠφέλιμα σ’ ἐμᾶς.

Καὶ δίκαιοι ἀκόμα νὰ παρακαλέσουν τὸν Κύριο, δὲν θὰ εἰσακουστοῦν, ἂν δὲν πρέπει. Ποιὸς ἦταν δικαιότερος ἀπὸ τὸν Παῦλο; Καὶ ὅμως, ἐπειδὴ ζήτησε κάτι ποὺ δὲν θὰ τὸν ὠφελοῦσε, δὲν εἰσακούστηκε. «Τρεῖς φορὲς παρακάλεσα γι’ αὐτὸ τὸν Κύριο», γράφει ὁ ἴδιος, «καὶ ἡ ἀπάντησή Του ἦταν: “Σοῦ ἀρκεῖ ἡ χάρη μου”» (Β’ Κορ. 12:8-9). Ἀλλὰ καὶ ὁ Μωυσῆς δὲν ἦταν δίκαιος; Ε, οὔτε κι ἐκεῖνος εἰσακούστηκε. «Φτάνει πιά!», τοῦ εἶπε ὁ Θεὸς (Δεύτ. 3:26), ὅταν ζητοῦσε νὰ μπεῖ στὴ γῆ τῆς ἐπαγγελίας.

Πέρα ἀπ’ αὐτά, ὅμως, ὑπάρχει καὶ κάτι ἄλλο ποὺ ἀχρηστεύει τὴν προσευχή μας, καὶ αὐτὸ εἶναι ἠ ἀμετανοησία. Προσευχόμαστε, ἐνῶ ἐπιμένουμε στὴν ἁμαρτία. Ἔτσι ἔκαναν οἱ Ἰουδαῖοι, γι’ αὐτὸ ὁ Θεὸς εἶπε στὸν προφήτη Ἱερεμία: «Μὴν προσεύχεσαι γιὰ τὸ λαὸ αὐτό! Δὲν βλέπεις τί κάνουν;» (Ἱερ. 7:16-17). Δὲν ἀπομακρύνθηκαν, λέει, ἀπὸ τὴν ἀσέβεια. Κι ἐσὺ μὲ παρακαλᾶς γι’ αὐτούς; Δὲν σ’ ἀκούω!

Ὅταν, πάλι, ζητᾶμε κάτι κακὸ ἐναντίον τῶν ἔχθρων μας, ὄχι μόνο δὲν τὸ πραγματοποιεῖ ὁ Θεός, ἀλλὰ καὶ παροργίζεται. Γιατί η προσευχὴ εἶναι φάρμακο. Κι ἂν δὲν γνωρίζουμε πὼς πρέπει νὰ χρησιμοποιήσουμε ἕνα φάρμακο, δὲν θὰ ὠφεληθοῦμε ποτὲ ἀπὸ τὴ δύναμή του.

Πόσο μεγάλο καλὸ εἴναι ἡ συνεχὴς προσευχή, τὸ μαθαίνουμε ἀπὸ τὴ Χαναναία ἐκείνη τοῦ Εὐαγγελίου, ποὺ δὲν σταματοῦσε νὰ κραυγάζει: «Ἐλέησε μέ, Κύριε!» (Ματθ. 15:22). Κι ἔτσι, αὐτὸ ποὺ ἀρνήθηκε ὁ Χριστὸς στοὺς ἀποστόλους, τοὺς μαθητές Του, τὸ πέτυχε ἐκείνη μὲ τὴν ὑπομονή της. Ὁ Θεός, βλέπετε, προτιμᾶ γιὰ τὰ δικά μας ζητήματα νὰ Τὸν παρακαλᾶμε ἐμεῖς οἱ ἴδιοι, ποὺ εἴμαστε καὶ ὑπεύθυνοι, παρὰ νὰ Τὸν παρακαλοῦν ἄλλοι γιὰ λογαριασμό μας.

Ὅταν ἔχουμε τὴν ἀνάγκη ἀνθρώπων, χρειάζεται καὶ χρήματα νὰ δαπανήσουμε καὶ δουλόπρεπα νὰ κολακέψουμε καὶ πολὺ νὰ τρέξουμε. Γιατί οἱ ἄρχοντες τοῦ κόσμου τούτου ὄχι μόνο δὲν μᾶς δίνουν εὔκολα ὅ,τι τοὺς ζητᾶμε, ἀλλὰ συνήθως οὔτε κάν νὰ μᾶς μιλήσουν δὲν καταδέχονται. Πρέπει πρῶτα νὰ πλησιάσουμε τοὺς ἀνθρώπους ποὺ εἶναι κοντά τους -ὑπηρέτες, γραμματεῖς, ὑπαλλήλους κ.α- καὶ νὰ τοὺς καλοπιάσουμε, νὰ τοὺς ἐκλιπαρήσουμε, νὰ τοὺς προσφέρουμε δῶρα. Ἔτσι θὰ ἐξασφαλίσουμε τὴ μεσολάβησή τους στοὺς ἁρμόδιους ἀξιωματούχους, γιὰ τὸ διακανονισμὸ τῆς ὅποιας ὑποθέσεώς μας.

Ὁ Θεός, ἀπεναντίας, δὲν θέλει μεσολαβητές. Δὲν χρειάζεται νὰ Τὸν παρακαλοῦν ἄλλοι γιὰ μᾶς. Προτιμᾶ νὰ Τὸν παρακαλᾶμε ἐμεῖς οἱ ἴδιοι. Μᾶς χρωστάει χάρη, μάλιστα, ὅταν τοῦ ζητᾶμε ὅ,τι ἔχουμε ἀνάγκη. Μόνο Αὐτὸς χρωστάει χάρη ὅταν Τοῦ ζητᾶμε, μόνο Αὐτὸς δίνει ἐκεῖνα ποὺ δὲν Τοῦ δανείσαμε. Κι ἂν δεῖ ὅτι ἐπιμένουμε στὴν προσευχὴ μὲ πίστη καὶ καρτερία, πληρώνει δίχως νὰ ἀπαιτεῖ ἀνταλλάγματα. Ἄν, ὅμως, δεῖ ὅτι προσευχόμαστε μὲ νωθρότητα, ἀναβάλλει τὴν πληρωμή· ὄχι γιατί μᾶς περιφρονεῖ ἢ μᾶς ἀποστρέφεται, ἀλλὰ γιατί, ὅπως εἶπα, μὲ τὴν ἀναβολὴ αὐτὴ μᾶς κρατάει κοντά Του.

Ἄν, λοιπόν, εἰσακούστηκες, εὐχαρίστησε τὸ Θεό. Ἂν δὲν εἰσακούστηκες, μεῖνε κοντά Του, γιὰ νὰ εἰσακουστεῖς. Ἄν, πάλι, Τὸν ἔχεις πικράνει μὲ τὶς ἁμαρτίες σου, μὴν ἀπελπίζεσαι. Ὅταν πικράνεις ἕναν ἄνθρωπο, ἀλλὰ στὴ συνέχεια παρουσιάζεσαι μπροστά του καὶ τὸ πρωὶ καὶ τὸ μεσημέρι καὶ τὸ βράδυ, ζητώντας ταπεινὰ συγχώρηση, δὲν θὰ κερδίσεις τὴ συμπάθειά του; Πολὺ περισσότερο θὰ κερδίσεις τὴ συμπάθεια τοῦ ἀνεξίκακου Θεοῦ, ἂν καὶ τὸ πρωὶ καὶ τὸ μεσημέρι καὶ τὸ βράδυ καὶ κάθε ὥρα ἐπικαλεῖσαι τὴν εὐσπλαχνία Του μὲ τὴν προσευχή.

Ἃς τ’ ἀκούσουν ὅλα αὐτὰ ὅσοι προσεύχονται μὲ ραθυμία καὶ βαρυγγωμοῦν, ὅταν ὁ Κύριος ἀργεῖ νὰ ἱκανοποιήσει τὸ αἴτημά τους. Τοὺς λέω: “Παρακάλεσε τὸ Θεό!”. Καὶ μοῦ ἀπαντοῦν: “Τὸν παρακάλεσα μιά, δυό, τρεῖς, δέκα, εἴκοσι φορές, μὰ δὲν ἔλαβα τίποτα”. Μὴ σταματήσεις, ὥσπου νὰ λάβεις. Σταμάτησε, ὅταν λάβεις. Ἢ μᾶλλον, οὔτε καὶ τότε νὰ σταματήσεις τὴν προσευχή. Πρίν λάβεις, νὰ ζητᾶς. Καὶ ἀφοῦ λάβεις, νὰ εὐχαριστεῖς.

Πολλοὶ μπαίνουν στὴν ἐκκλησία, λένε διάφορες προσευχὲς καὶ βγαίνουν. Βγαίνουν, χωρὶς νὰ γνωρίζουν τί εἶπαν. Τὰ χείλη τοὺς κινοῦνται, ἀλλὰ τ’ αὐτιά τους δὲν ἀκοῦνε. Εσύ ὁ ἴδιος δὲν ἀκοῦς τὴν προσευχή σου, καὶ θέλεις νὰ τὴν ἀκούσει ὁ Θεός; “Γονάτισα”, λές. Γονάτισες, ἀλλά, ἐνῶ τὸ σῶμα σου ἦταν μέσα, ὁ νοῦς σου πετοῦσε ἔξω. Μὲ τὸ στόμα ἔλεγες τὴν προσευχὴ καὶ μὲ τὴ σκέψη λογάριαζες τόκους, ἔκανες συμβόλαια, πουλοῦσες ἐμπορεύματα, ἀγόραζες κτήματα, συναντοῦσες τοὺς φίλους σου. Γιατί ὁ διάβολος, ποὺ εἶναι πονηρὸς καί γνωρίζει ὅτι στὸν καιρὸ τῆς προσευχῆς μεγάλα πράγματα κατορθώνουμε, τότε ἀκριβῶς ἔρχεται καὶ σπέρνει λογισμοὺς μέσα μας. Νά, πολλὲς φορὲς εἴμαστε ξαπλωμένοι στὸ κρεβάτι, καὶ τίποτα δὲν συλλογιζόμαστε· πᾶμε στὴν ἐκκλησία γιὰ νὰ προσευχηθοῦμε, καὶ τότε χίλιες σκέψεις περνοῦν ἀπὸ τὸ νοῦ μας. Ἔτσι χάνουμε τοὺς καρποὺς τῆς προσευχῆς, φεύγοντας ἀπὸ τὸ ναὸ μὲ ἄδεια χέρια. Τὸ ἴδιο, βέβαια, γίνεται καὶ ὅταν προσευχόμαστε στὸ σπίτι μας ἢ ὁπουδήποτε ἀλλοῦ.

Κάθε φορᾶ, λοιπόν, πού, καθὼς προσευχόμαστε, συνειδητοποιοῦμε ὅτι ὁ νοῦς μας ἔχει φύγει ἀπὸ τὸ Θεὸ κι ἔχει στραφεῖ σὲ βιοτικὰ πράγματα, ἃς τὸν φέρνουμε πίσω, ἀναγκάζοντάς τον νὰ μένει σταθερὰ καὶ προσεκτικὰ προσκολλημένος στὰ νοήματα τῆς προσευχῆς. Ἄς ἐπαναλαμβάνουμε, μάλιστα, τὴν προσευχὴ ἀπὸ τὴν ἀρχή. Κι ἂν παθαίνουμε πάλι καὶ πάλι τὸ ἴδιο, ἃς τὴν ἐπαναλαμβάνουμε καὶ γιὰ τρίτη καὶ γιὰ τέταρτη φορά. Ἃς μὴ σταματᾶμε, πρὶν ποῦμε ὁλόκληρη τὴν προσευχή, ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ὡς τὸ τέλος, μὲ ἄγρυπνη διάνοια καὶ ἀδιατάρακτο λογισμό. Καὶ ὅταν ὁ διάβολος ἀντιληφθεῖ ὅτι δὲν καταθέτουμε τὰ ὅπλα, θὰ σταματήσει πιὰ κι αὐτὸς νὰ μᾶς πολεμάει.

Ὅταν παρουσιαζόμαστε γιὰ ὁποιοδήποτε ζήτημά μας σ’ ἕναν ἐπίγειο ἄρχοντα, εἴμαστε τόσο προσεκτικοὶ καὶ αὐτοσυγκεντρωμένοι, ὥστε δὲν βλέπουμε οὒτ’ ἐκείνους ποὺ βρίσκονται δίπλα μας. Μέσα στὸ νοῦ μας δὲν ὑπάρχουν παρὰ ὁ ἄνθρωπος, μπροστὰ στὸν ὁποῖο βρισκόμαστε, καὶ τὸ θέμα, γιὰ τὸ ὁποῖο θέλουμε νὰ τοῦ μιλήσουμε. Τὸ ἴδιο, πολὺ περισσότερο, δὲν πρέπει νὰ κάνουμε, ὅταν βρισκόμαστε μπροστὰ στὸν ὕψιστο Θεό, ἐμμένοντας σταθερὰ στὴν προσευχή μας καὶ μὴν περιφέροντας τὸ νοῦ ἐδῶ κι ἐκεῖ; Ἂν ἡ γλώσσα μας προφέρει προσευχητικὰ λόγια καὶ ἡ διάνοιά μας ὀνειροπολεῖ, τίποτα δὲν ἔχουμε νὰ ὠφεληθοῦμε. Ἀπεναντίας, θὰ κατακριθοῦμε, ἐπειδὴ ἀκριβῶς μὲ μεγαλύτερη ὑπομονὴ καὶ ἐντατικότερη προσοχὴ μιλᾶμε σὲ ἀνθρώπους παρὰ στὸν Κύριό μας. Στὸ κάτω-κάτω, κι ἂν ἀκόμα δὲν πάρουμε τίποτε ἀπ’ Αὐτόν, τὸ νὰ βρισκόμαστε σὲ διαρκῆ ἐπικοινωνία μαζί Του μικρὸ καλὸ εἶναι; Ἄν ὠφελούμαστε πολύ, ὅταν συζητᾶμε μ’ ἕναν ἐνάρετο ἄνθρωπο, πόσο θὰ ὠφεληθοῦμε, ἀλήθεια, συνομιλώντας μὲ τὸν Πλάστη, τὸν Εὐεργέτη, τὸ Σωτήρα μας, ἔστω κι ἂν δὲν μᾶς δίνει ὅ,τι Τοῦ ζητᾶμε;

Γιατί, ὅμως, δὲν μᾶς δίνει; Θὰ τὸ τονίσω γι’ ἄλλη μιὰ φορά: Γιατί συνήθως Τοῦ ζητᾶμε πράγματα βλαβερά, νομίζοντας πὼς εἶναι καλὰ καὶ ὠφέλιμα. Δὲν γνωρίζεις, ἄνθρωπέ μου, τὸ συμφέρον σου. Ἐκεῖνος, ποὺ τὸ γνωρίζει, δὲν εἰσακούει τὴν παράκλησή σου, γιατί φροντίζει περισσότερο ἀπὸ σένα γιὰ τὴ σωτηρία σου. Ἂν οἱ γονεῖς δὲν δίνουν πάντα στὰ παιδιὰ τοὺς ὅ,τι τοὺς ζητοῦν, ὄχι βέβαια ἐπειδὴ τὰ μισοῦν, μὰ ἐπειδή, ἀπεναντίας, ὑπερβολικά τά ἀγαποῦν, πολὺ περισσότερο θὰ κάνει τὸ ἴδιο ὀ Θεός, ὁ ὁποῖος καὶ περισσότερο ἀπὸ τοὺς γονεῖς μας μᾶς ἀγαπᾶ καὶ καλύτερα ἀπ’ ὅλους γνωρίζει ποιὸ εἶναι τὸ καλό μας.

Ὅταν, λοιπόν, ἀποκάνεις ἰκετεύοντας τὸν Κύριο, κι Ἐκεῖνος δὲν σοῦ δίνει σημασία, μὴν παραπονιέσαι. Ξεχνᾶς, ἄλλωστε, πόσες φορὲς ἐσὺ ἄκουσες κάποιον φτωχὸ νὰ σὲ παρακαλάει καὶ δὲν τοῦ ἔδωσες σημασία; Καὶ αὐτὸ τὸ ἔκανες ἀπὸ σκληρότητα, ἐνῶ ὁ Θεὸς τὸ κάνει ἀπὸ φιλανθρωπία. Ὡστόσο, ἐνῶ δὲν δέχεσαι νὰ κατηγορήσουν ἐσένα, ποὺ ἀπὸ σκληρότητα δὲν ἄκουσες τὸν συνάνθρωπό σου, κατηγορεῖς τὸ Θεό, ποὺ ἀπὸ φιλανθρωπία δὲν σὲ ἀκούει.

Εἶπα ὅμως προηγουμένως, ὅτι κι ὅταν ἀκόμα δὲν σὲ ἀκούει, ἡ ὠφέλειά σου ἀπὸ τὴν προσευχὴ εἶναι μεγάλη. Γιατί εἶναι ἀδύνατο ν’ ἁμαρτήσει ἕνας ἄνθρωπος ποὺ προσεύχεται πρόθυμα καὶ ἀδιάλειπτα, ἕνας ἄνθρωπος ποὺ συντρίβει τὴν καρδιά του, ἀνεβάζει τὸ νοῦ του στὸν οὐρανὸ καὶ ὁμολογεῖ ταπεινὰ στὸν Κύριό τά ἁμαρτήματά του. Γιατί, ὓστερ’ ἀπὸ μία τέτοια προσευχή, πετάει μακριὰ κάθε φροντίδα γιὰ τὰ γήινα, ἀποκτάει φτερά, γίνεται ἀνώτερος ἀπὸ τ’ ἀνθρώπινα πάθη.

Τὰ δροσερὰ νερὰ δὲν δίνουν στὰ φυτὰ τόση θολερότητα, ὅση δίνουν τὰ δάκρυα στὸ δέντρο τῆς προσευχῆς, κάνοντάς το ν’ ἀνεβαίνει ψηλά, ὡς τὸ θρόνο τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι, μάλιστα, Ἐκεῖνος εἰσακούει τὴν προσευχή μας. Καὶ πῶς νὰ μὴν εἰσακούσει τὴν προσευχὴ μιᾶς ψυχῆς, ποῦ στέκεται μπροστά Του μὲ αὐτοσυγκέντρωση, μὲ κατάνυξη, μὲ ταπείνωση; Μιᾶς ψυχῆς ποῦ ἔχει μεταφερθεῖ νοερὰ ἀπὸ τὴ γῆ στὸν οὐρανό; Μιᾶς ψυχῆς ποὺ ἔχει διώξει κάθε ἀνθρώπινο λογισμό, κάθε βιοτικὴ μέριμνα, κάθε ἐμπαθῆ προσκόλληση, κι ἔχει ἀφοσιωθεῖ ὁλοκληρωτικὰ στὴ μυστικὴ καὶ πανευφρόσυνη κοινωνία μὲ τὸν Κύριό της;

Ναί, ἔτσι πρέπει νὰ προσεύχεται ὁ χριστιανός. Ἀφοῦ συγκεντρώσει καὶ ἐντείνει ὅλη του τὴ σκέψη, τότε νὰ ἱκετεύει τὸ Θεὸ ἔμπονα. Δεν χρειάζεται νὰ λέει ἀτέλειωτα λόγια, φτάνουν τὰ λίγα καὶ ἁπλά. Ἡ ἀνταπόκριση τοῦ Κυρίου στὴν προσευχὴ δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸ πλῆθος τῶν λόγων, ἀλλ’ ἀπὸ τη νήψη τοῦ νοῦ καὶ τῆς καρδιᾶς. Καὶ αὐτὸ μπορεῖ νὰ τὸ διαπιστώσει κανεὶς ἀπ’ ὅσα λέει ἡ Γραφὴ γιὰ τὴ στείρα Ἄννα, τὴ μητέρα τοῦ προφήτη Σαμουήλ. «Κύριε», ἔταξε ἡ Ἄννα, «ἂν σκύψεις πάνω ἀπὸ τὴ θλίψη τῆς δούλης σου καὶ μὲ θυμηθεῖς καὶ μοῦ δώσεις παιδί, τότε ἐγὼ θὰ τὸ ἀφιερώσω σ’ ἐσένα γιὰ ὅλη του τὴ ζωὴ» (Α’ Βασ. 1:11). Εἶναι πολλά τά λόγια αὐτά; Ὄχι. Καὶ ὅμως, ἐπειδὴ μὲ νήψη καὶ προσοχὴ ἔκανε αὐτὴ τὴ μικρὴ προσευχή, κατόρθωσε ὅσα ἠθέλησε: Καὶ τὴν ἀνάπηρη φύση της διόρθωσε καὶ τὴν κλεισμένη μήτρα της ἄνοιξε καὶ ἀπὸ τὴν περιφρόνηση τῶν ὁμοεθνῶν της λυτρώθηκε καὶ ἀπὸ τὴν ἄγονη γῆ θέρισε σιτάρι πλούσιο.

Ὅποιος προσεύχεται, λοιπόν, ἃς μὴ λέει περίσσια λόγια. Καὶ ὁ Χριστὸς καὶ ὁ Παῦλος, ἄλλωστε, μᾶς σύστησαν νά προσευχόμαστε συχνά, ἀλλὰ μὲ συντομία καὶ μικρὰ διαλείμματα. Γιατί, μακραίνοντας τὴν προσευχή, εἶναι δυνατὸ νὰ χάσεις τὴν προσοχή. Κι ἔτσι δίνεις τὴν εὐκαιρία στὸ διάβολο νὰ σὲ πλησιάσει καὶ νὰ σοῦ ὑποβάλει τοὺς δικούς του λογισμούς. Ἄν, ὅμως, οἱ προσευχές σου εἶναι σύντομες καὶ συχνές, τότε θὰ μπορεῖς εὔκολα νὰ τὶς κάνεις μὲ προσοχὴ καὶ νήψη, καλύπτοντας μ’ αὐτὲς ὅλο τὸν διαθέσιμο χρόνο σου.

Θέλεις κι ἐσὺ νὰ μάθεις ἄγρυπνη προσευχὴ καὶ προσοχὴ τοῦ νοῦ καὶ διαρκῆ παραμονὴ κοντὰ στὸ Θεό; Πήγαινε στὴν Ἄννα καὶ μάθε τί ἔκανε ἐκείνη. Σηκώθηκαν, λέει, ὅλοι ἀπὸ τὸ τραπέζι (Ἃ’ Βασ. 1:9). Ὡστόσο, ἡ Ἄννα δὲν πῆγε οὔτε νὰ κοιμηθεῖ οὔτε ν’ ἀναπαυθεῖ. Ἔτρεξε στὴ Σκηνὴ τοῦ Μαρτυρίου γιὰ νὰ προσευχηθεῖ. Ἀπ’ αὐτὸ συμπεραίνω πώς, ἀκόμα κι ὅταν ἔτρωγε, δὲν παραφόρτωνε τὸ στομάχι της. Διαφορετικά, δὲν θὰ μποροῦσε νὰ προσευχηθεῖ, καὶ μάλιστα μὲ τόσα δάκρυα. Ἂν ἐμεῖς, ὅταν εἴμαστε νηστικοί, μὲ δυσκολία κατορθώνουμε νὰ προσευχηθοῦμε, ἐνῶ ὓστερ’ ἀπὸ τὰ συμπόσια ποτὲ δὲν προσευχόμαστε, πολὺ περισσότερο ἐκείνη, μιὰ γυναίκα, δὲν θὰ προσευχόταν μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο μετὰ τὸ συμπόσιο, ἂν εἶχε καλοφάει.

Ἃς ντραποῦμε ἐμεῖς, οἱ ἄνδρες, ποὺ παρακαλᾶμε γιὰ τὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν καὶ συνάμα χασμουριόμαστε, ἃς ντραποῦμε, λέω, ἐκείνη τὴ γυναίκα, ποὺ παρακαλοῦσε κι ἔκλαιγε. Δὲς τὴν εὐλάβειά της κι ἀπὸ τοῦτο: «Μιλοῦσε ἀπὸ τὴν καρδιά της· τὰ χείλη της μόλις ποὺ κινιόνταν καὶ ἡ φωνή της δὲν ἀκουγόταν καθόλου» (Ἃ’ Βασ. 1:13). Ἔτσι παρουσιάζεται μπροστὰ στὸ Θεὸ ὅποιος θέλει νὰ κατορθώσει κάτι: ὄχι μὲ κινήσεις καὶ φωνές, οὔτε ὅμως καὶ βαριεστημένος ἢ νυσταγμένος καὶ ἀποχαυνωμένος.

Μήπως, ὅμως, δὲν μποροῦσε ὁ Θεὸς νὰ δώσει παιδὶ στὴν Ἄννα καὶ δίχως προσευχή; Μήπως δὲν γνώριζε τὴν ἐπιθυμία της καὶ πρὶν Τοῦ τὸ ζητήσει; Ναί, ἀλλ’ ἂν τῆς ἔδινε τὸ παιδὶ πρὶν τὸ ζητήσει μὲ τὴν προσευχή, δὲν θὰ φαινόταν ἡ προθυμία της, δὲν θὰ φανερωνόταν ἡ ἀρετή της, δὲν θὰ ἔπαιρνε τόση ἀμοιβή.

Ἃς δοῦμε τώρα καὶ τὴ φιλοσοφία τῆς γυναίκος. Ἄκου τί εἶπε στὸν ἀρχιερέα Ἠλί, ποὺ τὴν πέρασε γιὰ μεθυσμένη: «Ὄχι, κύριέ μου, δὲν εἶμαι μεθυσμένη. Μιὰ γυναίκα καταπικραμένη εἶμαι, ποὺ ξεχύνω τὸν πόνο τῆς ψυχῆς μου μπροστὰ στὸν Κύριο. Μὴ θεωρήσεις τὴ δούλη σου καμιὰ τιποτένια· ἂν προσευχήθηκα ὡς τώρα, ἦταν ἀπὸ τὸν πολύ μου πόνο» (Α’ Βασ. 1:15-16). Αὐτό εἶναι γνώρισμα πραγματικὰ συντριμμένης καρδιᾶς: Τὸ νὰ μὴν ὀργίζεται καὶ νὰ μὴν ἀγανακτεῖ ἐναντίον ἐκείνων ποὺ τὴν ἀδικοῦν ἢ τὴν προσβάλλουν, ἀλλὰ μὲ πραότητα καὶ σεμνότητα ν’ ἀπολογεῖται. Ἀλήθεια, τίποτα δὲν κάνει τὴν ψυχὴ τόσο φιλόσοφη, ὅσο ἡ θλίψη.

Σηκώθηκε, λοιπόν, ἀπὸ τὸ τραπέζι ἡ Ἄννα κι ἔτρεξε νὰ προσευχηθεῖ. Ἃς τ’ ἀκούσουν ὅσοι ἀπὸ μᾶς οὔτε πρὶν οὔτε μετὰ τὸ φαγητὸ προσεύχονται. Ἃς τ’ ἀκούσουν καὶ ἃς παραδειγματιστοῦν. Ὄλοι μας, τόσο πρὶν ὅσο καὶ μετὰ τὰ γεύματα, ὀφείλουμε νὰ δοξάζουμε καὶ νὰ εὐχαριστοῦμε τὸ Θεό. Ὅποιος εἶναι προετοιμασμένος γι’ αὐτό, οὔτε θὰ παραφάει οὔτε θὰ μεθύσει ποτέ. Ἔχοντας ὡς χαλινάρι τοῦ λογισμοῦ του τὴν ἀναμονὴ τῆς προσευχῆς, θὰ γευθεῖ ἀπ’ ὅλα μὲ μέτρο καὶ θὰ ἔχει πολλὴ εὐλογία καὶ στὸ σῶμα καὶ στὴν ψυχή. Μὲ προσευχή, κοντολογίς, ἃς ἀρχίζει καὶ ἃς τελειώνει κάθε γεῦμα μας.

Παράλληλα, ἃς μὴν παραλείπουμε νὰ συμμετέχουμε στὸ πασχάλιο δεῖπνο τῆς εὐχαριστιακὴς συνάξεως, ποὺ γίνεται τακτικά στό ναό, ἀλλὰ καὶ σὲ κάθε ἐκκλησιαστικὴ ἀκολουθία, ἂν εἶναι δυνατόν. “Μὰ ἔχω τόσες φροντίδες καὶ ἀσχολίες!”, θὰ μοῦ πεῖς. Γι’ αὐτὸ ἀκριβῶς ἔλα στὸ ναό, γιὰ νὰ ἑλκύσεις μὲ τὴν ἐδῶ παρουσία σου τὴν εὔνοια τοῦ Θεοῦ, κι ἔτσι νὰ φύγεις ἀσφαλισμένος· γιὰ νὰ Τὸν ἔχεις βοηθὸ στὶς ὑποθέσεις σου, κι ἔτσι νὰ γίνεις ἀκατανίκητος ἀπὸ τοὺς δαίμονες καὶ τοὺς μοχθηροὺς ἀνθρώπους. Γιατί, συμμετέχοντας στὴ θεία λειτουργία καὶ στὴν κοινὴ λατρεία, θὰ ἐνισχυθεῖς ἀπὸ τὸν παντοδύναμο Θεό, θὰ πάρεις τὰ δικά Του ὅπλα, κι ἔτσι οὔτε ὁ διάβολος οὔτε οἱ ἄνθρωποι θὰ μπορέσουν νὰ σὲ βλάψουν.

Καὶ μὴ μοῦ πεῖς, ὅτι, καθὼς εἶσαι συνέχεια ἀπασχολημένος μὲ τὰ προβλήματα τῆς ζωῆς, δὲν μπορεῖς νὰ τρέχεις κάθε τόσο στὴν ἐκκλησία οὔτε νὰ προσεύχεσαι ὅλη μέρα. Στὴν ἐκκλησία, ἔστω, δὲν μπορεῖς νὰ πηγαίνεις. Όπου κι ἂν βρίσκεσαι, ὅμως, μπορεῖς νὰ στήσεις τὸ θυσιαστήριό σου. Οὔτε ὁ τόπος οὔτε ἡ ὥρα σὲ ἐμποδίζουν. Κι ἂν δὲν γονατίσεις, κι ἂν δὲν κλάψεις, κι ἂν δὲν ὑψώσεις τὰ χέρια σου στὸν οὐρανό, ἡ προσευχή σου θὰ εἶναι τέλεια, ἐφόσον θὰ ἔχεις διάνοια θερμή. Ἐσὺ ποὺ βαδίζεις στὸ δρόμο, ἐσὺ ποὺ βρίσκεσαι στὴν ἀγορά, ἐσὺ ποὺ ταξιδεύεις στὴ θάλασσα, ἐσὺ ποὺ κάθεσαι στὸ ἐργαστήριό σου, ἐσὺ ποὺ μαγειρεύεις στὸ σπίτι σου, ἐσὺ ποὺ καλλιεργεῖς τὸ χωράφι σου κι ἐσὺ ποὺ σὲ κάποιαν ἄλλη ἐργασία καταγίνεσαι, ὅταν δὲν μπορεῖτε νὰ ἔρθετε στὴν ἐκκλησία, κάντε, ἐκεῖ ποὺ εἶστε, προσευχὴ ἐκτενῆ καὶ προσεκτική. Ὁ Θεὸς δὲν νοιάζεται γιὰ τὸν τόπο. Ζητάει μόνο θερμότητα καρδιᾶς καὶ ἁγνότητα ψυχῆς. Νά, καὶ ὁ ἀπόστολος Παῦλος προσευχήθηκε ὄχι σὲ ναὸ ὄρθιος ἢ γονατιστός, ἀλλὰ μέσα σὲ φυλακὴ πεσμένος ἀνάσκελα, καθὼς τὰ πόδια του ἦταν σφιγμένα στὴν ξυλοπέδη. Ἐπειδή, ὅμως, προσευχήθηκε μὲ θέρμη, ἂν καὶ πεσμένος, καὶ τὴ φυλακὴ ἔσεισε καὶ τὰ θεμέλια σάλεψε καὶ τὸ δεσμοφύλακα τράβηξε στὴν ἀληθινὴ πίστη μαζὶ μὲ ὅλη τὴν οἰκογένειά του (Πράξ. 16:25-35).

Ὁ ἄρρωστος Ἐζεκίας οὔτε ὄρθιος οὔτε γονατιστός, ἀλλὰ πεσμένος στὸ κρεβάτι παρακάλεσε γιὰ τὴ θεραπεία του τὸ Θεό, ποὺ μὲ τὸν προφήτη Ἠσαΐα τοῦ εἶχε προαναγγείλει τὸ θάνατό του. Καὶ κατόρθωσε μὲ τὴν καθαρότητα καὶ τὴ θερμότητα τῆς καρδιᾶς του νὰ μεταβάλει τὴ θεϊκὴ ἀπόφαση (Δ’ Βασ. 20:1-6). Ὁ ληστής, πάλι, καρφωμένος πάνω στὸ σταυρό, μὲ λίγα λόγια κέρδισε τὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν (Λουκ. 23:42-43). Καὶ ὁ Ἱερεμίας μέσα στὸ λάκκο μὲ τὴ λάσπη (Ἱερ. 45:6) καὶ ὁ Δανιὴλ μέσα στὸ λάκκο μὲ τὰ θηρία (Δᾶν. 6:16) καὶ ὁ Ἰωνὰς μέσα στὴν κοιλιὰ τοῦ κήτους (Ἴων. 2:1-2), ὅταν προσευχήθηκαν θερμά, ἀπομάκρυναν τὶς συμφορές, ποὺ τοὺς εἶχαν βρεῖ, καὶ βοηθήθηκαν ἀπὸ τὸ Θεό.

“Καὶ τί θὰ λέω, ὅταν προσεύχομαι;”, θὰ μὲ ρωτήσεις. Θὰ λὲς ὅ,τι καὶ ἡ Χαναναία τοῦ Εὐαγγελίου. «Ἐλέησε μέ, Κύριε!», παρακαλοῦσε ἐκείνη. «Ἡ θυγατέρα μου βασανίζεται ἀπὸ δαιμόνιο» (Ματθ. 15:22). “Ἐλέησε μέ, Κύριε!”, θὰ παρακαλᾶς κι ἐσύ. “Ἡ ψυχή μου βασανίζεται ἀπὸ δαιμόνιο”. Γιατί ἡ ἁμαρτία εἶναι μεγάλος δαίμονας. Ὁ δαιμονισμένος ἐλεεῖται, ἐνῶ ὁ ἁμαρτωλὸς ἀποδοκιμάζεται. “Ἐλέησε μέ!”. Μικρὴ εἶναι ἡ φράση. Καὶ ὅμως, γίνεται πέλαγος φιλανθρωπίας, καθώς, ὅπου ὑπάρχει ἔλεος, ἐκεῖ ὑπάρχουν ὅλα τα ἀγαθά.

Καὶ ὅταν βρίσκεσαι ἔξω ἀπὸ τὴν ἐκκλησία, φώναζε μυστικά: “Ἐλέησε μέ!”. Φώναζε μὲ τὴ σκέψη σου, χωρὶς νὰ κινεῖς τὰ χείλη σου. Γιατί ὁ Θεὸς μᾶς ἀκούει καὶ ὅταν σωπαίνουμε. Δὲν ἀπαιτεῖται τόσο τόπος, ὅσο τρόπος προσευχῆς. Καὶ στὸ λουτρὸ ἂν εἶσαι, νὰ προσεύχεσαι. Ὅπου κι ἂν εἶσαι, νὰ προσεύχεσαι. Ὅλη ἡ κτίση εἶναι ναὸς τοῦ Θεοῦ. Ἐσὺ ὁ ἴδιος εἶσαι ναὸς τοῦ Θεοῦ, καὶ ψάχνεις τόπο γιὰ νὰ προσευχηθεῖς;

Ἡ θάλασσα ἁπλωνόταν μπροστά. Οἱ Αἰγύπτιοι ἔρχονταν ἀπὸ πίσω. Καὶ ὁ Μωυσῆς βρισκόταν στὴ μέση. Ζητοῦσε ἀπὸ τὸ Θεὸ βοήθεια, χωρὶς νὰ λέει οὔτε λέξη· τόση ἦταν ἡ ἀμηχανία του. Καὶ μολονότι δὲν ἀκουγόταν ἡ φωνή του, ὁ Κύριος του εἶπε: «Τί μου φωνάζεις;» (Ἕξ. 14:15). Τὸν ἄκουγε, λοιπόν, ἂν καὶ δὲν μιλοῦσε. Ἔτσι κι ἐσύ, ὅταν σου ἔρχεται πειρασμός, νὰ ζητᾶς καταφύγιο στὸ Θεό, νὰ καλεῖς μυστικὰ σὲ βοήθεια τὸν Κύριό σου. Αυτός εἶναι πάντα κοντά σου, γι’ αὐτὸ δὲν χρειάζεται νὰ Τὸν ἀναζητήσεις σὲ ὁρισμένο τόπο, ὅπως κάνεις μὲ τοὺς ἀνθρώπους. «Θὰ φωνάξεις στὸ Θεό, κι Ἐκεῖνος θὰ σ’ ἀκούσει», ὅπως λέει ὁ προφήτης Ἠσαΐας. «Ἐσὺ ἀκόμα θὰ προσεύχεσαι, κι Ἐκεῖνος θὰ σοῦ ἀπαντήσει: “Νά, ἐδῶ εἶμαι, δίπλα σου!”» (Ἡσ. 58:9). Ἂν ἀγωνίζεσαι νὰ διατηρεῖς τὴν καρδιά σου καθαρὴ ἀπὸ τὴν κακία, ὁ Κύριος σ’ ἀκούει πάντα καὶ παντοῦ.

Αποτέλεσμα εικόνας για προσευχὴ ποὺ γίνεται ἀπὸ τοὺς χριστιανοὺς στὸ ναόΜὲ ὅλα αὐτά, βέβαια, δὲν θέλω νὰ ὑποτιμήσω τὴν προσευχὴ ποὺ γίνεται ἀπὸ τοὺς χριστιανοὺς στὸ ναό. Ὄχι. Γιατῖ εἶναι μεγάλη, πολὺ μεγάλη ἡ δύναμη τῆς κοινῆς προσευχῆς τῶν ἀδελφῶν στὴν ἐκκλησία. Θέλεις νὰ μάθεις πόση; Ἄκου: Κάποτε ὁ ἀπόστολος Πέτρος ἦταν φυλακισμένος καὶ ἁλυσοδεμένος. Μὰ «ἡ Ἐκκλησία προσευχόταν ἀδιάκοπα στὸ Θεὸ γι’ αὐτὸν» (Πράξ. 12:5). Καὶ ἡ προσευχὴ τοῦ ἐκκλησιάσματος τὸν ἐλευθέρωσε θαυματουργικὰ ἀπὸ τὴ φυλακὴ κι ἀπὸ τὶς ἁλυσίδες. Τί, λοιπόν, εἶναι δυνατότερο ἀπὸ τὴν προσευχή, ποὺ ἔσωσε τὸ στύλο καὶ τὸν πύργο τῆς Ἐκκλησίας;

Καὶ ὅσο γιὰ τοὺς κατηχουμένους, βέβαια, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ προσεύχονται μαζὶ μὲ τοὺς πιστοὺς στὸ ναό, γιατί δὲν ἔχουν ἀποκτήσει ἀκόμα μεγάλη παρρησία. Ὅσο γιὰ μᾶς, ὅμως, μᾶς ἔχει δοθεῖ ἡ παραγγελία νὰ προσευχόμαστε γιὰ τὴν οἰκουμένη καὶ γιὰ τὴν Ἐκκλησία, ποὺ ἔχει ἁπλωθεῖ ὡς τὰ πέρατα τῆς γῆς. Συνειδητοποιεῖτε πόσο ὑψηλὸ καὶ τιμητικὸ γιὰ τὴ μικρότητά μας εἶναι το νὰ προσερχόμαστε ἐδῶ καὶ νὰ παρακαλᾶμε τὸ Θεὸ γιὰ τόσο λαό; Τὸ νὰ παρακαλάει ἕνας γιὰ τοὺς πολλούς, εἶναι πολὺ τολμηρὸ καὶ χρειάζεται μεγάλη παρρησία. Γιατί, ἂν ἐγὼ ὁ ἴδιος δὲν τολμῶ νὰ παρακαλέσω γιὰ τὸν ἑαυτό μου, πολὺ περισσότερο γιὰ τοὺς ἄλλους· αὐτὸ μόνο οἱ δίκαιοι μποροῦν νὰ τὸ κάνουν, ὄχι ἕνας ἁμαρτωλὸς σὰν κι ἐμένα. Ὅταν, ὅμως, συγκεντρωμένοι ὅλοι μαζὶ κάνουν δέηση γιὰ ἕναν, τὸ πράγμα δὲν φαίνεται ἄπρεπο.

Εἶναι, βέβαια, δυνατόν, ὅπως εἶπα πρίν, νὰ προσευχόμαστε καὶ στὸ σπίτι μας καὶ σὲ κάθε τόπο, ὄχι πάντως ὅπως προσευχόμαστε στὴν ἐκκλησία, ὅπου κοινὴ ἱκεσία κλήρου καὶ λαοῦ ἀπευθύνεται στὸ Θεό. Δὲν εἰσακούεσαι τόσο ἀπὸ τὸν Κύριο, ὅταν Τὸν παρακαλᾶς μόνος, ὅσο ὅταν βρίσκεσαι μαζὶ μὲ τοὺς ἀδελφούς σου. Γιατί στὴν κοινὴ προσευχὴ ὑπάρχουν περισσότερα: ἡ ὁμόνοια καὶ ὁ δεσμὸς τῆς ἀγάπης καὶ οἱ εὐχὲς τῶν ἱερέων. Οἱ ἱερεῖς γι’ αὐτὸ ἀκριβῶς βρίσκονται ἐδῶ, γιὰ νὰ ἐνισχύσουν μὲ τὶς ἰσχυρὲς εὐχὲς τοὺς τὶς ἀδύναμες προσευχὲς τοῦ λαοῦ, βοηθώντας τὲς ν’ ἀνέβουν στὸν οὐρανό. Νά, λοιπόν, πὼς κατόρθωσε νὰ βγάλει ἀπὸ τὴ φυλακὴ τὸν ἀπόστολο Πέτρο ἡ προσευχὴ τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ἀπόσταση ἑνὸς τόπου, βλέπεις, δὲν ἐμποδίζει τὴν ἐνέργεια τῆς προσευχῆς, ὅπως ἄλλωστε δὲν μειώνει καὶ τὴ δύναμη τῆς ἀγάπης. Όσο ἡ βαθειὰ ἀγάπη συνδέει ἀκατάλυτα, ἄλλο τόσο καὶ ἡ ζωντανὴ προσευχὴ ὠφελεῖ ὑπερβολικὰ ἀνθρώπους ποὺ βρίσκονται μακριά.

Ὁ Μωυσῆς δὲν βρισκόταν σωματικὰ στὸ πεδίο τῆς μάχης, ὅταν οἱ Ἰσραηλίτες πολεμοῦσαν μὲ τοὺς Ἀμαληκίτες, ὡστόσο συνέβαλε στὴ νίκη πολὺ περισσότερο ἀπὸ τοὺς πολεμιστές, ὑψώνοντας τὰ χέρια του στὸν οὐρανὸ καὶ παρακαλώντας τὸ Θεὸ γιὰ τὸ ἔθνος τοῦ (Ἕξ. 17:8-16). Ἔτσι ἔσωσε ἕναν ὁλόκληρο λαό. Ὑπάρχει κατόρθωμα μεγαλύτερο ἀπ’ αὐτό, ἀπὸ τὴν ὠφέλεια δηλαδὴ τῶν συνανθρώπων καὶ ἀδελφῶν μας; Ὄχι. Κι ἂν νηστεύεις κι ἂν κοιμᾶσαι καταγῆς κι ἂν κλαῖς σ’ ὅλη σου τὴ ζωή, τίποτε τὸ μεγάλο δὲν κατορθώνεις, ἐφόσον δὲν ὠφελεῖς κανέναν ἄλλο. Νά, κι ἀπὸ τὸν Μωυσῆ ἔγιναν πολλὰ θαύματα καὶ σημεῖα. Κανένα ἀπ’ αὐτά, ὅμως, δὲν τὸν ἔκανε τόσο μεγάλο, ὅσο ἡ ἱκετευτικὴ κραυγή του πρὸς τὸν Κύριο γιὰ τὴ συγχώρηση τῶν Ἰσραηλιτῶν, ποὺ εἶχαν πέσει στὸ βαρὺ ἁμάρτημα τῆς εἰδωλολατρίας: «Ἂν θέλεις, συγχώρησε τὴν ἁμαρτία τους· ἂν πάλι ὄχι, τότε ἐξαφάνισε κι ἔμενα!» (Ἕξ. 32:32).

Καὶ ὁ βασιλιὰς Δαβίδ, ὅταν, γιὰ μιὰ του ἁμαρτία, ὁ Θεὸς παραχώρησε νὰ πέσει θανατικὸ στοὺς Ἰσραηλίτες, ἔδειξε τὴν ἴδια διαγωγή. «Ἐγὼ εἶμαι ἐκεῖνος ποὺ ἁμάρτησε», εἶπε. «Ἐγώ, ὁ ποιμένας, ἔκανα τὸ κακό. Αὐτὰ τὰ πρόβατα τί ἔκαναν; Χτύπα, λοιπόν, ἐμένα καὶ τὴν οἰκογένειά μου» (Β’ Βασ. 24:17).

Τοῦ ἀποστόλου Παύλου ἡ φιλαδελφία, ὅμως, ἦταν  ἡ πιὸ μεγάλη καὶ πιὸ θαυμαστή: Εὐχόταν ἀκόμα καὶ νὰ χωριστεῖ ἀπὸ τὸ Χριστό, ἂν ἔτσι θὰ πήγαιναν κοντὰ σ’ Ἐκεῖνον οἱ ὁμοεθνεῖς ἀδελφοί του (Ρωμ. 9:3). Ὁ Μωυσῆς ζητοῦσε νὰ ἐξαφανιστεῖ κι αὐτὸς μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους· ὁ Παῦλος δὲν ζητοῦσε νὰ χαθεῖ μαζί τους, ἀλλά, γιὰ τὴ σωτηρία τους, νὰ χάσει μόνο αὐτὸς τὴν ἀσύλληπτη δόξα τοῦ παραδείσου!

Οἱ προσευχὲς τέτοιων ἁγίων, βέβαια, φέρνουν ἀγαθὰ ἀποτελέσματα, ὅταν κι ἐμεῖς οἱ ἴδιοι βοηθᾶμε. Όταν αὐτὸ δὲν συμβαίνει, οὔτε κι ἐκείνων ἡ βοήθεια ὠφελεῖ. Σὲ τί ὠφέλησε, λ.χ., ἡ προσευχὴ τοῦ Ἱερεμία τοὺς Ἰουδαίους; Τρεῖς φορὲς παρακάλεσε ὁ προφήτης τὸ Θεὸ καὶ τρεῖς φορὲς ἄκουσε: «Μὴν προσεύχεσαι πιὰ γιὰ τὸ λαὸ αὐτὸ καὶ μὴ μοῦ ζητᾶς νὰ τοὺς ἐλεήσω, γιατί δὲν θὰ σὲ ἀκούσω!» (Τέρ. 7:16). Σὲ τί ὠφέλησε τὸν Σαοὺλ ὁ Σαμουήλ, ποὺ προσευχόταν καὶ πενθοῦσε γι’ αὐτὸν ὡς τὴν τελευταία μέρα, καὶ σὲ τί ὠφέλησε τοὺς Ἰσραηλίτες; «Ποτὲ δὲν θὰ κάνω τὸ ἁμάρτημα νὰ διακόψω τὴν προσευχή μου γιὰ τὴ σωτηρία σας», τοὺς εἶπε (Ἃ’ Βασ. 12:23). Καὶ ὅμως, ὅλοι χάθηκαν. Γιατί; Τὸ ἐξηγεῖ ὁ Θεὸς μὲ τὸ στόμα τοῦ προφήτη Ἱερεμία: «Ἂν ἀκόμα καὶ ὁ Μωυσῆς καὶ ὁ Σαμουὴλ σταθοῦν μπροστά μου καὶ προσευχηθοῦν γι’ αὐτούς, δὲν θὰ τοὺς λυπηθῶ, γιατί ἔχει αὐξηθεῖ ὑπερβολικὰ ἡ κακία τοὺς» (πρβλ. Ἱερ. 15:1).

Ὥστε, λοιπόν, σὲ τίποτα δὲν ὠφελοῦν οἱ προσευχές; Ὠφελοῦν καὶ πολὺ μάλιστα, ἀλλά, ὅπως εἶπα, ὅταν κι ἐμεῖς βοηθᾶμε, θυμηθεῖτε τὸν ἑκατόνταρχο Κορνήλιο, ποὺ ἀξιώθηκε νὰ γνωρίσει τὴν ἀληθινὴ πίστη, ἐπειδὴ «ἔδινε πολλὲς ἐλεημοσύνες καὶ προσευχόταν ἀδιάλειπτα στὸ Θεὸ» (Πράξ. 10:2). Θυμηθεῖτε καὶ τὴ δίκαιη Ταβιθά, ποὺ «ἔκανε πολλὲς ἀγαθοεργίες καὶ ἐλεημοσύνες» (Πράξ. 9:36) καί, ὅταν πέθανε, ἀναστήθηκε μὲ τὴν προσευχὴ τοῦ ἀποστόλου Πέτρου. Ἀλλὰ καὶ στὰ χρόνια του βασιλιὰ Ἐζεκία, ὁ Θεὸς ἔσωσε τὴν Ἱερουσαλὴμ ἀπὸ τοὺς Ἀσσυρίους. Γιατί; Ἐπειδὴ ὁ Ἐζεκίας ἦταν δίκαιος καὶ προσευχήθηκε θερμὰ γιὰ τὴν πόλη καὶ τὸ λαό του. «Ἐγὼ θὰ ὑπερασπίσω τούτη τὴν πόλη», εἶπε ὁ Κύριος στὸν καλὸ βασιλιὰ (Δ’ Βασ. 19:34). Κι ἔτσι ἀκριβῶς ἔκανε.

Ὅλα αὐτὰ τὰ παραδείγματα, καὶ πολλὰ ἄλλα παρόμοια, ποῦ βρίσκουμε μέσα στὶς Γραφές, τί μᾶς δείχνουν; Ότι οἱ προσευχὲς τῶν ἁγίων γιὰ μᾶς, ἀλλὰ καὶ οἱ δικές μας προσευχές, εἰσακούονται ἀπὸ τὸ Θεό, ὅταν εἴμαστε δίκαιοι, ἐνάρετοι, ἐλεήμονες, φιλάνθρωποι. Όταν, ἀπεναντίας, καὶ μὲ τὰ χέρια καὶ μὲ τὰ πόδια καὶ μὲ τὴ γλώσσα καὶ μὲ τὸ νοῦ καὶ μὲ τὴν καρδιὰ διαπράττουμε τὴν ἁμαρτία, παραβαίνοντας τὸν θεῖο νόμο, πῶς τολμᾶμε ν’ ἀπευθυνόμαστε στὸν Κύριο, ζητώντας Τοῦ βοήθεια ἢ εὐεργεσία; Καὶ πῶς τολμᾶμε νὰ ζητᾶμε τὶς πρεσβεῖες τῶν ἁγίων;

Πρὶν ὑψώσουμε, λοιπόν, ἱκετευτικά τα χέρια μας στὸν οὐρανό, ἃς βάλουμε ἀρχὴ μετάνοιας. Ἄλλωστε, ἐπειδὴ μὲ τὰ χέρια ἐκτελοῦμε πολλὲς πονηρὲς πράξεις, γι’ αὐτὸ ἀκριβῶς ἔχει καθιερωθεῖ νὰ τὰ ὑψώνουμε, ὅταν προσευχόμαστε, ὥστε ἡ ὑπηρεσία ποὺ προσφέρουν γιὰ τὴν προσευχή, νὰ τὰ ἐμποδίζει ἀπὸ τὴν κακία καὶ νὰ τ’ ἀπομακρύνει ἀπὸ τὴν ἁμαρτία. Ἔτσι θὰ θυμᾶσαι, δηλαδή, ὅταν πρόκειται ν’ ἁρπάξεις κάτι ἢ νὰ χτυπήσεις κάποιον, ὅτι αὐτὰ τὰ χέρια θὰ τὰ ὑψώσεις στὸ Θεὸ ὡς συνηγόρους σου καὶ ὅτι μ’ αὐτὰ θὰ Τοῦ προσφέρεις τὴν πνευματικὴ θυσία τῆς προσευχῆς. Γι’ αὐτὸ μὴν τὰ μολύνεις, μὴν τὰ ντροπιάζεις, μὴν τὰ κάνεις ἀνάξια ἐμφανίσεως στὸ Θεό, μὲ τὴν τέλεση ὁποιασδήποτε ἀνομίας. Καθάριζέ τα μὲ τὴν ἐλεημοσύνη, μὲ τὴ φιλανθρωπία, μὲ τὴν καλοσύνη, κι ἔτσι καθαρὰ ὕψωνέ τα σὲ προσευχή. Ἂν δὲν προσεύχεσαι ποτὲ μὲ χέρια λασπωμένα, πολὺ περισσότερο μὴν τὸ κάνεις μὲ χέρια λερωμένα ἀπὸ τὴν ἁμαρτία. Γιατί κακὸ δὲν εἶναι το νὰ ὑψώνεις χέρια ἄπλυτα πρὸς τὸν Κύριο· τὸ νὰ ὑψώνεις, ὅμως, χέρια καταμολυσμένα ἀπὸ ἀναρίθμητα ἁμαρτήματα, αὐτὸ εἶναι φοβερὸ καὶ προκαλεῖ τὴν ὀργὴ τοῦ Θεοῦ.

Ἀλλὰ μόνο ἔτσι παροργίζουμε τὸν Πατέρα μας; Μὲ πόσους τρόπους, ἀλήθεια, ἁμαρτάνουμε, ἀκόμα καὶ μέσα στὴν ἐκκλησία, τὴν ὥρα τῆς λατρείας! Ἀναπολόγητοι θὰ εἴμαστε, ἂν ὁ Θεὸς λογαριάσει τοὺς αἰσχροὺς λογισμοὺς ποὺ ἔχουμε στὸ νοῦ μας, τὶς πονηρὲς ἐπιθυμίες ποὺ ἔχουμε στὴν καρδιά μας, τὶς κατακρίσεις ποὺ ξεστομίζουμε καθημερινὰ γιὰ τὸν πλησίον μας, τὰ ψεύδη καὶ τὶς συκοφαντίες, τὶς πανουργίες καὶ τὶς δολοπλοκίες, τὶς κακότητες καὶ τὶς ἀδικίες μας. Λύπη μᾶς προξενεῖ ἡ προκοπὴ τῶν ἄλλων, ἀκόμα καὶ τῶν φίλων μας. Εὐχαρίστηση δοκιμάζουμε, ὅταν ὁ συνάνθρωπός μας ὑποφέρει, θεωρώντας τὴ συμφορὰ ἐκείνου ὡς παρηγοριὰ γιὰ τὴ δική μας δυστυχία. Ἀσύνετα ζητᾶμε ἀπὸ τὸ Θεὸ πράγματα φθαρτὰ κι ἀνώφελα, πράγματα ποὺ Ἐκεῖνος πρόσταξε νὰ τὰ περιφρονοῦμε. Ἀθεόφοβα καταριόμαστε τοὺς ἀδελφούς μας, ἐνῶ ἔχουμε ἐντολὴ νὰ δίνουμε εὐχὲς καὶ στοὺς ἐχθρούς μας.

Τί κάνεις, ἄνθρωπέ μου; Ζητᾶς ἀπὸ τὸ Θεὸ νὰ σὲ σπλαχνιστεῖ, κι ἐσὺ καταριέσαι τὸν ἄλλο; Μὴ γελιέσαι. Ἂν δὲν συγχωρήσεις, δὲν θὰ συγχωρηθεῖς. Το ξέρεις.

Καὶ ὅμως, ὄχι μόνο δὲν συγχωρεῖς, ἀλλὰ παρακαλᾶς καὶ τὸ Θεὸ νὰ μὴ συγχωρήσει! Ἄν, ὅμως, δὲν συγχωρεῖται ἐκεῖνος ποὺ δὲν συγχωρεῖ, πῶς θὰ συγχωρηθεῖ ἐκεῖνος, ποὺ καὶ τὸν Κύριο παρακαλάει νὰ μὴ συγχωρήσει; Ἂν εἶναι κακὸ νὰ ἔχεις ἐχθρούς, σκέψου πόσο χειρότερο εἶναι νὰ τοὺς κατηγορεῖς καὶ νὰ τοὺς καταριέσαι. Ἐσὺ πρέπει νὰ δώσεις λόγο γιὰ τὸ ὅτι ἔχεις ἐχθρούς, καὶ κατηγορεῖς ἐκείνους; Πῶς θὰ σοῦ δώσει ἄφεση ὁ Θεός, ὅταν Τοῦ ζητὰς νὰ βλάψει ἄλλους, τὴν ὥρα ποῦ Τὸν παρακαλᾶς γιὰ τὰ δικά σου ἁμαρτήματα κι ἔχεις ἀνάγκη ἀπὸ μεγάλο ἔλεος; Ὅταν μάλιστα, προσεύχεσαι γιὰ τὸν ἑαυτό σου, γυρίζεις τὴ ματιά σου δεξιὰ κι ἀριστερά, χασμουριέσαι καὶ φέρνεις στὸ νοῦ σου χίλιους δυὸ λογισμούς. Ὅταν, ὅμως, προσεύχεσαι ἐναντίον τῶν ἐχθρῶν σου, τὸ κάνεις μὲ μεγάλη αὐτοσυγκέντρωση καὶ διαύγεια σκέψεως. Γνωρίζει, βλέπεις, ὁ διάβολος πώς, ὅταν ζητᾶμε τὸ κακό των ἄλλων, στρέφουμε τὸ ξίφος ἐναντίον μας, γι’ αὐτὸ τότε δὲν διασπᾶ τὴν προσοχή μας καὶ δὲν τραβάει τὸ νοῦ μᾶς ἐδῶ κι ἐκεῖ.

Ξέχασε, λοιπόν, τὶς ξένες ἁμαρτίες, γιὰ νὰ ξεχάσει καὶ ὁ Κύριος τὶς δικές σου. Γιατί ἂν πεῖς, “Τιμώρησε τὸν ἐχθρό μου”, ἔκλεισες τὸ στόμα σου. Ἔχασε πιὰ ἡ γλώσσα σου τὸ δικαίωμα νὰ μιλάει στὸ Θεό. Πρῶτα-πρῶτα ἐπειδὴ ἐξαρχῆς Τὸν παρόργισες, κι ὑστέρα ἐπειδὴ ζητᾶς πράγματα ποὺ εἶναι ἀντίθετα στὸν ἴδιο το χαρακτήρα τῆς προσευχῆς. Ἀφοῦ, δηλαδή, προσέρχεσαι γιὰ νὰ ζητήσεις συγχώρηση ἁμαρτημάτων, πῶς μιλᾶς γιὰ τιμωρία; Τὸ ἀντίθετο ἔπρεπε νὰ κάνεις, νὰ παρακαλᾶς γιὰ τοὺς ἄλλους, ὥστε στὴ συνέχεια νὰ παρακαλέσεις μὲ παρρησία καὶ γιὰ τὸν ἑαυτό σου.

Ἂν προσευχηθεῖς γιὰ τοὺς συνανθρώπους σου, τὰ πέτυχες ὅλα, ἔστω κι ἂν δὲν πεῖς τὸ παραμικρὸ γιὰ τὶς δικές σου ἁμαρτίες.

Δὲν ὑπάρχει τίποτα πιὸ ζοφερὸ ἀπὸ μιὰ ψυχὴ ποὺ μνησικακεῖ καὶ μισεῖ. Δὲν ὑπάρχει τίποτα πιὸ ἀκάθαρτο ἀπὸ μιὰ γλώσσα ποὺ κακολογεῖ καὶ καταριέται. Ἄνθρωπος εἶσαι, μὴ γίνεσαι θηρίο. Τὸ στόμα σου δόθηκε ὄχι γιὰ νὰ δαγκώνεις, ἀλλὰ γιὰ νὰ παρηγορεῖς μὲ τὰ λόγια σου. Ὁ Θεὸς σὲ πρόσταξε νὰ συγχωρεῖς, κι ἐσὺ Τὸν παρακαλᾶς νὰ καταργήσει τὴ δική Του ἐντολή; Δὲν σκέφτεσαι ὅτι εὐχαριστιέται καὶ γελάει ὁ διάβολος, ὅταν ἀκούει μιὰ τέτοια προσευχή; Δὲν συλλογίζεσαι ὅτι, ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος, λυπᾶται ὁ Θεός, ὁ Πλάστης σου, ὁ Εὐεργέτης σου, ὁ Σωτήρας σου;

“Μὰ ἀδικήθηκα”, λές, “καὶ εἶμαι πικραμένος”. Τότε, λοιπόν, προσευχήσου ἐναντίον τοῦ διαβόλου, ποὺ μᾶς ἀδικεῖ περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλον. Γιατί αὐτὸς δημιουργεῖ καὶ τοὺς ἐχθροὺς καὶ τὶς ἔχθρες, αὐτὸς εἶναι ὁ μεγάλος καὶ μοναδικὸς ἐχθρός σου, μὲ τὸν ὁποῖο δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ συμφιλιωθεῖς ποτέ. Ο συνάνθρωπος, ἀπεναντίας, ὅσα κι ἄν σου κάνει, εἶναι ἀδελφός σου. Γι’ αὐτὸ ὀφείλεις νὰ προσεύχεσαι γιὰ τὸ καλό του, γιὰ τὴν εὐτυχία του, γιὰ τὴ μετάνοια καὶ τὴ σωτηρία του.

Ἃς φροντίσουμε λοιπόν, ἀγαπητοί μου, νὰ ζοῦμε καὶ νὰ ἐνεργοῦμε σύμφωνα μὲ τὶς ἐντολὲς τοῦ Κυρίου, γιὰ νὰ εἶναι καρποφόρα ἡ προσευχή μας καὶ νὰ πετύχουμε τὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν.

153 κεφάλαια περί προσευχής

 



Την ώρα, που με καίει ο πυρετός και με συνέχει η φλόγωση των ακαθάρτων παθών, με τονώνεις, όπως πάντα, καθώς πιάνω τα θεαγάπητα γράμματά σου παρηγορώντας το νού μου τον κατάκοπο, που σε ό,τι αισχρό περιδιαβάζει. Κι αυτό, γιατί εσύ μακάρια μιμήθηκες το μεγάλο καθηγητή και δάσκαλο. Καθόλου παράδοξο αυτό, γιατί δικό σου μερτικό είναι πάντα τα σπουδαία όπως ήταν του ευλογημένου Ιακώβ. Αφού δηλαδή δούλεψες καλά για χάρη της Ραχήλ και πήρες αντί γι’αυτήν τη Λεία (Γεν.κθ΄ 25), ζητάς τώρα κι εκείνη, που λαχταράς, γιατί ασφαλώς συμπλήρωσες κι αυτής τα εφτά χρόνια.

Εγώ δεν θα μπορούσα ν' αρνηθώ για λόγου μου, πως αν και κόπιασα όλη τη νύχτα, όμως δεν έχω πιάσει τίποτα. Μολοντούτο όταν, μια και μου το 'πες εσύ, πέταξα τα δίχτυα, ψάρεψα πλήθος ψάρια. Δε λέω βέβαια πως είναι μεγάλα, πάντως είναι εκατόν πενήντα τρία (πρβλ. Ιω.κα΄ 11). Και τα ’στειλα μέσ’ στο κοφίνι της αγάπης (αυτό μαρτυρούν τα ισάριθμα κεφάλαια) έχοντας έτσι εκτελέσει την προσταγή σου.

Σε θαυμάζω και ζηλεύω την εξαιρετική πρόθεση, που δείχνεις, αγαπώντας βαθιά τα κεφάλαια περί προσευχής. Γιατί δε λαχταράς απλώς αυτά, που χρωστούν σε χέρια την ύπαρξή τους και είναι γραμμένα με μελάνη, αλλά εκείνα, που είναι με ασφάλεια βαλμένα στο νού με τη βοήθεια της αγάπης και της αμνησικακίας. Επειδή όμως όλα έχουνε διπλό χαρακτήρα, δέξου και όσα σου στέλνω το ένα δίπλα στο άλλο σύμφωνα με όσα λέει ο σοφός Ιησούς του Σειράχ (Σοφ. Σει. μβ΄ 24) και νιώσε εκτός από το γράμμα και το πνεύμα τους, γιατί το νόημα πάει πριν από το γράμμα. Αν δηλαδή λείπει το νόημα ούτε και το γράμμα θα υπάρχει. Δύο λοιπόν είναι οι τρόποι προσευχής. Ο ένας είναι πρακτικός κι ο άλλος ενθεωρητικός. Το ίδιο συμβαίνει και με τους αριθμούς. Το ένα στοιχείο τους, είναι προφανές, είναι η ποσότητα. Το άλλο στοιχείο, το σημαινόμενο, είναι η ποιότητα. Έχοντας δηλαδή διαπραγματευθεί το θέμα της προσευχής σε εκατόν πενήντα τρία κεφάλαια σου έχω στείλει ευαγγελικό μισθό για να βρείς την τερπνότητα του συμβολικού αριθμού και το τριγωνικό και εξαγωγικό σχημα, που υποδηλώνει ταυτόχρονα από τη μια μεριά ευσέβεια γεμάτη γνώση της αγίας Τριάδος και από την άλλη διάγραμμα ετούτου εδώ του κειμένου. Αλλά και ο αριθμός εκατό είναι, αν τον πάρεις μοναχό του, τετράγωνος. Ο αριθμός πενήντα τρία είναι τριγωνικός και σφαιρικός, γιατί ο αριθμός εικοσιοχτώ, που είναι το ένα κομμάτι, είναι τριγωνικός, ενώ ο αριθμός εικοσιπέντε, το άλλο κομμάτι, είναι σφαιρικός, αφού πέντε φορές το πέντε μας κάνει εικοσιπέντε.

Έχεις λοιπόν το τετραγωνικό σχήμα όχι μόνο με την τετρακτύν (δηλαδή το άθροισμα των τεσσάρων πρώτων αριθμών 1+2+3+4=10) των αρετών, αλλά και τη σοφή γνώση αυτού του αιώνος, που μοιάζει με τον αριθμό εικοσιπέντε, γιατί οι χρόνοι είναι σφαιρικοί. Ο χρόνος κυλάει βδομάδα τη βδομάδα, μήνα το μήνα, χρονιά τη χρονιά και εποχή την εποχή, όπως βλέπουμε στην κίνηση του ήλιου και της σελήνης, της άνοιξης και του καλοκαιριού και τα λοιπά.

Το τρίγωνο θα μπορούσε να σημαίνει για σένα τη γνώση της αγίας Τριάδος. Υπάρχει όμως και άλλη θεώρηση του αριθμού. Αν λάβεις υπόψη σου το σύνολο του αριθμού, επειδή είναι τριγωνικός, σκέψου τότε πως ο αριθμός εκατόν πενήντα τρία προσφέρει την πρακτική, τη φυσική και τη θεολογική γνώση ή την πίστη, την ελπίδα και την αγάπη (Α΄Κορ. ιγ΄13), χρυσάφι, ασήμι, πολύτιμα πετράδια (πρβλ. Α΄Κορ. γ΄12). Τέτοιο λοιπόν είναι το νόημα του αριθμού. Ελπίζω όμως πως δεν θα περιφρονήσεις την ευτέλεια των κεφαλαίων αυτών ως μαθημένος να χορταίνεις, αλλά και να στερείσαι (Φιλιπ. δ΄12). Ναι, βέβαια δεν θα τα περιφρονήσεις και γιατί ακόμα θυμάσαι εκείνον, που δεν παραπέταξε τα δύο λεπτά της χήρας (Μάρκ.ιβ΄42) αλλά τα δέχτηκε πιο πολύ, κι από πολλών τον πλούτο. Επειδή λοιπόν ξέρεις να φυλάς της εύνοιας και της αγάπης τον καρπόν για τους γνήσιους αδελφούς σου, προσευχήσου και για μένα τον άρρωστο αδελφό σου. Προσευχήσου να γίνω γερός και σηκώνοντας απ’εδώ κι εμπρός τον «κράββατόν» μου (Μάρκ.ιβ΄11) να περπατώ με τη χάρη του Χριστού. Αμήν.

ΚΕΦΑΛΑΙΑ ΠΕΡΙ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ

1. Αν θέλει κανένας να φκιάσει ευωδιαστό θυμίαμα, πρέπει να συνθέσει σε ίση ποσότητα διάφανο και καθαρό λιβάνι, κασσία, όνυχα και στακτή, σύμφωνα με όσα λέει ο Νόμος (πρβλ. Εξόδ. λ΄ 34). Αυτά τα υλικά υποδηλώνουν τις τέσσερις βασικές αρετές. Αν έχουν δηλαδή όλη την πληρότητα και είναι στον ίδιο βαθμό αναπτυγμένες τότε δεν πρόκειται να προδοθεί ο νούς.

2. Όταν καθαρθεί η ψυχή με την πληρότητα των εντολών, δηλαδή με την εκπλήρωση και εφαρμογή τους, τότε κάνει ακλόνητη την τάξη του νού, καθιστώντας τον ικανό να δεχτεί την κατάσταση εκείνη, που αναζητάει.

3. Η προσευχή είναι επικοινωνία του νού με το Θεό. Σε ποια κατάσταση, αλήθεια, πρέπει να βρίσκεται ο νούς για να μπορέσει να απλωθεί και εκταθεί αμετάστροφα ως τον Δεσπότη του και να τον συναναστρέφεται συνομιλώντας μαζί του χωρίς την παρεμβολή κανενός ενδιαμέσου;

4. Αν, όταν προσπάθησε ο Μωϋσής να πλησιάσει τη φλεγόμενη βάτο, εμποδίστηκε, ώσπου να λύσει το υπόδημα των ποδιών του (Εξόδ. γ΄ 5), πώς εσύ, που θέλεις να ιδείς τον πέρα από κάθε αίσθηση και έννοια και να γίνεις φίλος του, δεν θα πρέπει να λύσεις και να πετάξεις από πάνω σου κάθε νόημα μολυσμένο από πάθος;

5. Πριν από κάθε τι άλλο να προσεύχεσαι να λάβεις το δώρο των δακρύων, για να μαλακώσεις με το πένθος την αγριάδα, που υπάρχει μέσα στην ψυχή σου, και, αφού κατηγορώντας τον εαυτό σου ομολογήσεις στον Κύριο τις ανομίες σου, να πετύχεις την άφεση των αμαρτιών εκ μέρους του.

6. Να χρησιμοπειείς τα δάκρυα για την πραγμάτωση κάθε αιτήματος. Γιατί χαίρεται πολύ ο Δεσπότης σου, όταν προσεύχεσαι με δάκρυα.

7. Αν χύνεις άφθονα δάκρυα στην προσευχή σου, μην το παίρνεις καθόλου επάνω σου, σαν τάχατες να στέκεις πιο ψηλά απ’τους πολλούς. Γιατί με δάκρυα έχει αποχτήσει δύναμη η προσευχή σου, για να μπορέσεις πρόθυμα να ομολογήσες τις αμαρτίες σου και να εξευμενίσεις το Δεσπότη. Μη μετατρέψεις λοιπόν σε πάθος ό,τι αποτελεί προφύλαξη από τα πάθη, για να μην παροργίσεις πιο πολύ αυτόν, που έχει δώσει τη χάρη.

8. Πολλοί χύνοντας δάκρυα για τις αμαρτίες τους, επειδή ξέχασαν το σκοπό των δακρύων, κατάντησαν σε τρέλα ξεφεύγοντας απ’αυτόν.

9. Στάσου επίμονα και προσευχήσου έντονα και σιχάσου τις συνομιλίες των φροντίδων και των λογισμών. Γιατί σε ταράζουν και σε συγχύζουν για να σε κάνουν άτονο.

10. Όταν σε ιδούν οι δαίμονες πρόθυμο να προσευχηθείς αληθινά, τότε βάζουν με τέχνη μέσα σου σκέψεις μερικών πραγμάτων τάχατες αναγκαίων και ύστερ’από λίγο σε κάνουν να τα ξεχάσεις κινώντας έτσι το νού σε αναζήτησή τους. Κι ο νούς μη βρίσκοντάς τα πέφτει σε κατάσταση αθυμίας και λύπης. Όταν όμως σταθεί σε προσευχή, του θυμίζουν αυτά, που αναζητούσε και είχε στη μνήμη του, με το σκοπό να κινηθεί ο νούς για απόχτηση της γνώσης τους και να χάσει την καρποφόρα προσευχή.

11. Αγωνίσου να κρατάς το νού σου την ώρα της προσευχής κουφό και άλαλο. Έτσι θα μπορέσεις να προσευχηθείς.

12. Όταν σε συναντήσει πειρασμός ή ολοένα σε ερεθίζει διάθεση αντιλογίας με σκοπό να κινήσεις την οργή σου εναντίον του σατανά ή να βγάλεις άναρθη κραυγή, θυμήσου την προσευχή και την κρίση, που γίνεται όσο αυτή διαρκεί, και παρευθύς θα ηρεμήσει η άτακτη κίνηση μέσα σου.

13. Όσα κάνεις για να αμυνθείς εναντίον του αδελφού σου, που σε έχει αδικήσει, όλα θα σου γίνουν σκάνδαλο την ώρα της προσευχής.

14. Η προσευχή είναι βλάστημα πραότητας και αοργησίας.

15. Η προσευχή είναι προβολή χαράς και ευχαριστίας.

16. Η προσευχή είναι προφύλαγμα από λύπη και αθυμία (κακοκεφιά).

17. Πήγαινε, πούλησε τα υπάρχοντά σου και μοίρασε την αξία τους στους φτωχούς (Ματθ. ιθ΄ 21) και φορτωμένος το σταυρό απαρνήσου τον εαυτό σου (Ματθ. ις΄ 24), για να μπορέσεις να προσευχηθείς απερίσπαστα.

18. Αν θέλεις να προσεύχεσαι αξιέπαινα, να απαρνιέσαι κάθε στιγμή και κάθε ώρα τον εαυτό σου και πάσχοντας τα πάνδεινα να στοχάζεσαι βαθιά πάνω στην προσευχή.

19. Θα βρείς τον καρπό της όποιας δυσχέρειας υπομένεις, φιλοσοφώντας την την ώρα της προσευχής.

20. Αν λαχταράς να προσευχηθείς όπως πρέπει, να μην πικραίνεις καμιά ψυχή. Αλλιώς άδικα τρέχεις.

21. Άφησε το δώρο σου, λέει το ιερό Ευαγγέλιο, μπροστά στο θυσιαστήριο και πήγαινε πρώτα συμφιλιώσου με τον αδερφό σου (Ματθ. ε΄24) και τότε θα προσευχηθείς χωρίς καμιά ταραχή. Γιατί η μνησικακία αμαυρώνει και αδυνατίζει το ηγεμονικό της ψυχής, το νου, και σκοτίζει τις προσευχές σου.

22. Όσοι σωριάζουν λύπες και μνησικακίες μέσα τους, μοιάζουν μ’αυτούς, που βγάνουν νερό από το πηγάδι και το αδειάζουν σε τρύπιο πιθάρι.

23. Αν είσαι υπομονετικός, θα προσεύχεσαι με χαρά.

24. Όταν προσεύχεσαι όπως πρέπει, θα συναντήσεις τέτοια πράγματα, που να σου φαίνεται πως μ’όλο σου το δίκαιο πρέπει να εξοργιστείς. Δεν υπάρχει όμως δικαιολογημένος θυμός εις βάρος του διπλανού μας. Γιατί αν καλοεξετάσεις, θα βρείς πως είναι δυνατό και δίχως θυμό να τακτοποιηθεί μια χαρά το ζήτημα. Κάνε λοιπόν ό,τι περνάει από το χέρι σου για να μην ξεσπάσεις σε θυμό.

25. Κοίτα μήπως νομίζοντας ότι γιατρεύεις τον άλλο, αποδειχτείς εσύ ο ίδιος αγιάτρευτος και βάζεις εμπόδια στην προσευχή σου.

26. Αν αποφεύγεις το θυμό, θα βρείς κα συ έλεος και θα φανείς φρόνιμος και θα λογαριαστείς κι εσύ ανάμεσα σ’εκείνους που προσεύχονται.

27. Αν αρματώνεσαι ενάντια στο θυμό, δεν πρέπει να ανέχεσαι καμιά επιθυμία. Γιατί αυτή δίνει υλικό στο θυμό κι αυτός με τη σειρά του ταράζει το νοητό (νοερό) μάτι, βλάφτοντας πολύ την πνευματική κατάσταση, που μέσα μας δημιουργεί η προσευχή.

28. Μην προσεύχεσαι μόνο με την εξωτερική στάση, αλλά παρακίνα το νού σου να έρχεται σε συναίσθηση της πνευματικής προσευχής με πολύ φόβο.

29. Μερικές φορές ευθύς ως πας για προσευχή, θα προσευχηθείς καλά. Κι άλλοτε πάλι, κι αν ακόμα κουραστείς πολύ, δε θα πετύχεις το σκοπό αυτό. Και τούτο για να ζητήσεις ακόμη πιο πολύ προσευχή και, αφού τη λάβεις να μη φοβάσαι μη τυχόν και σου αρπάξουν το κατόρθωμα.

30. Όταν έρθει άγγελος, μονομιάς φεύγουν όλοι όσοι μας ενοχλούν και βρίσκεται ο νούς σε πολλή άνεση καθώς προσεύχεται σωστά. Άλλοτε όμως, όταν μας έρχεται ο συνηθισμένος πόλεμος, χτυπιέται και αγωνίζεται ο νούς και δεν του επιτρέπεται κεφάλι να σηκώσει, γατί έχει πιά αποκτήσει την ποιότητα λογής λογής παθών. Όμως ζητώντας πιο πολύ θα βρεί. Κι αν χτυπάει την πόρτα, θα του ανοίξουν (πρβλ. Ματθ. ζ΄8).

31. Μην προσεύχεσαι να γίνουν τα δικά σου θελήματα, γιατί χωρίς άλλο δε συμφωνούν με του Θεού το θέλημα. Να προσεύχεσαι μάλλον καθώς διδάχτηκες λέγοντας «γενηθήτω το θέλημα σου εν εμοί» (πρβλ. Λουκ.κβ΄42). Και για κάθε πράγμα με τον ίδιο τρόπο να ζητάς να γίνεται το δικό του θέλημα. Γιατί θέλει ο Θεός το αγαθό κι αυτό, που συμφέρει στην ψυχή σου. Εσύ οπωσδήποτε δεν θα το ζητάς αυτό.

32. Πολλές φορές στην προσευχή μου ζήτησα να γίνει αυτό, που εγώ νόμιζα καλό. Και επέμεινα στο αίτημα εκβιάζοντας ασυλλόγιστα το θέλημα του Θεού μη αναθέτοντας σ’αυτόν να οικονομήσει ό,τι εκείνος ξέρει για συμφέρον μου. Και όμως, όταν έλαβα ό,τι ζητούσα δυσανασχέτησα πολύ, επειδή δε ζήτησα να γίνει μάλλον το θέλημα του Θεού. Δεν ανταποκρίθηκε δηλαδή στις προσδοκίες μου ό,τι του ζήτησα.

33. Τι είναι αγαθό παρά ο Θεός; Ας αναθέσουμε λοιπόν σ’αυτόν όλα μας τα ζητήματα κι όλα θα πάνε καλά για μας. Γιατί αυτός, που είναι αγαθός, είναι οπωσδήποτε και αγαθών δωρεών χορηγός.

34. Μη λυπάσαι, όταν δεν παίρνεις από το Θεό αμέσως ό,τι ζητάς. Γιατί θέλει να σε ευεργετήσει ακόμα πιο πολύ, αν μένεις αφοσιωμένος σ’αυτόν με την επίμονη προσευχή. Και τι άλλο είναι ανώτερο από τη συναναστροφή σου με το Θεό και από την απασχόλησή σου με τη μαζί του επικοινωνία;

35. Απερίσπαστη προσευχή είναι ύψιστη νόηση του νού.

36. Η προσευχή είναι ανάβαση του νού προς το Θεό.

37. Αν ποθείς να προσευχηθείς, απαρνήσου τα πάντα, για να κληρονομήσεις το πάν.

38. Προσευχήσου πρώτα να γίνεις καθαρός από τα πάθη. Προσευχήσου δεύτερο να απαλλαγείς από την άγνοια και τη λήθη. Προσευχήσου τρίτο να γλιτώσεις από κάθε πειρασμό και εγκατάλειψη.

39. Ζήτα στην προσευχή σου μόνο τη δικαιοσύνη του Θεού και τη βασιλεία του (Ματθ.ς΄33), δηλαδή την αρετή και τη γνώση. Κι όλα τα υπόλοιπα θα σου προστεθούν.

40. Είναι δίκαιο να μην προσεύχεσαι μόνο για τη δική σου κάθαρση, αλλά και για κάθε συνάνθρωπό σου, για να μιμηθείς τον αγγελικό τρόπο προσευχής.

41. Πρόσεχε αν στέκεις αληθινά μπρός στον Θεό την ώρα της προσευχής σου ή μήπως νικιέσαι από ανθρώπινο έπαινο κι αυτόν βιάζεσαι να κυνηγήσεις με πρόσχημα το μάκρεμα της προσευχής.

42. Αν προσεύχεσαι μαζί με αδελφούς ή και μόνος σου, αγωνίζου να μην προσεύχεσαι από συνήθεια, αλλά από (και με) συναίσθηση.

43. Συναίσθηση προσευχής σημαίνει ευλαβική και κατανυκτική περίσκεψη και οδύνη της ψυχής με ομολογία των κριμάτων της και μυστικούς στεναγμούς.

44. Αν ο νούς σου ξεκλέβεται ακόμα την ώρα της προσευχής, δεν κατάλαβε ακόμα πως ο μοναχός προσεύχεται, αλλά είναι ακόμα κοσμικός, που στολίζει την εξωτερική σκηνή.

45. Όταν προσεύχεται, φύλαγε με όλη σου τη δύναμη τη μνήμη σου, για να μη σου αραδιάζει τα δικά της, αλλά να παρακινάς τον εαυτό σου να λαβαίνει συνείδηση πως στέκεις μπροστά στο Θεό. Γιατί συνήθως ξεκλέβεται πολύ ο νούς από τη μνήμη την ώρα της προσευχής.

46. Όταν προσεύχεσαι, σου φέρνει η μνήμη ή φαντασίες παλιών πραγμάτων ή καινούργιες φροντίδες ή το πρόσωπο αυτουνού, που σε έχει πικράνει.

47. Ο δαίμονας φθονεί πολύ τον άνθρωπο, που προσεύχεται, και χρησιμοποιεί κάθε μέσο για να παραβλάψει το σκοπό του. Δεν παύει λοιπόν να βάζει σε κίνηση τα νοήματα (έννοιες) των πραγμάτων δια μέσου της μνήμης και ανακατεύει όλα τα πάθη δια μέσου της σάρκας για να μπορέσει να τον εμποδίσει στον άριστο δρόμο και την εκδημία του στο Θεό.

48. Όταν, αν και έκανε πολλά ο παμπόνηρος δαίμονας, δεν μπορέσει να δημιουργήσει εμπόδια στην προσευχή του δικαίου, χαλαρώνει τότε για λίγο την πίεσή του και μετά τον εκδικιέται όταν προσευχηθεί. Γιατί ή αφανίζει, ερεθίζοντάς τον σε οργή, την εξαίρετη κατάσταση της προσευχής, που δημιουργείται μέσα του, ή, ερεθίζοντάς τον σε αλόγιστη ηδονή,περιγελάει υβριστικά το νού.

49. Όταν προσευχηθείς όπως πρέπει, περίμενε αυτά, που δεν πρέπουν, και αντιστάσου γενναία φυλάγοντας τον καρπό σου. Γιατί από την πρώτη αρχή έχεις ταχθεί σε τούτο ακριβώς το έργο, δηλαδή στο «εργάζεσθαι και φυλάσσειν» (Γενέσ. β΄15). Μη λοιπόν, αφού δούλεψες, αφήνεις αφύλαχτο ό,τι πραγματοποιήθηκε. Αλλιώς δεν ωφελεί σε τίποτε η προσευχή σου.

50. Όλος ο πόλεμος, που γίνεται ανάμεσα σε μας και τους ακάθαρτους δαίμονες, δε γίνεται για τίποτε άλλο παρά για την πνευματική προσευχή. Οι δαίμονες εχθρεύονται πολύ την προσευχή και τους είναι πολύ δυσάρεστη, ενώ για μας είναι σωτήρια και πάρα πολύ χρήσιμη.

51. Τι θέλουν να ενεργούν μέσα μας οι δαίμονες; Γαστριμαγία, πορνεία, φιλαργυρία, οργή, μνησικακία και τα υπόλοιπα πάθη, ώστε, αφού χοντρήνει ο νούς από αυτά, να μην μπορεί να προσευχηθεί όπως πρέπει. Γιατί όταν κυριαρχήσουν τα πάθη του μη λογικού μέρους της ψυχής, δεν αφήνουν το νού να κινείται λογικά.

52. Εργαζόμαστε και εφαρμόζουμε τις αρετές για τους λόγους των γεγονότων, αυτών, που έχουν γίνει, των δημιουργημάτων δηλαδή. Και του λόγους των γεγονότων για το λόγο, που τους δίνει ουσία και ύπαρξη. Κι αυτός συνήθως φανερώνεται στην κατάσταση της προσευχής.

53. Κατάσταση προσευχής είναι μόνιμη ψυχική διάθεση, ελεύθερη από πάθη, που αρπάζει το φιλόσοφο νού σε ύψος νοητό με πολύ σφορδό έρωτα.

54. Δεν πρέπει να είναι όποιος θέλει να προσευχηθεί αληθινά, μόνο κύριος του θυμού και της επιθυμίας, αλλά και ελεύθερος από κάθε νόημα εμπαθές (διαποτισμένο ή επηρεασμένο από πάθος).

55. Όποιος αγαπάει το Θεό, κουβεντιάζει μαζί του σαν με τον πατέρα του, ενώ ταυτόχρονα σιχαίνεται κάθε νόημα γεμάτο παθος (εμ-παθές).

56. Το ότι κάποιος έχει πετύχει την απάθεια, δε σημαίνει πως και προσεύχεται αληθινά. Γιατί μπορεί να βρίσκεται μπλεγμένος στα γυμνά νοήματα και να τραβάει την προσοχή του η γνώση στα γυμνά νοήματα και να βρίσκεται μακρυά από το Θεό.

57. Όταν δε μένει ώρα πολλή ο νούς στις γυμνές έννοιες των πραγμάτων, δε σημαίνει αυτό πως έφτασε κι όλας σε κατάσταση προσευχής. Γιατί μπορεί να βρίσκεται πάντα σε κατάσταση θεωρίας των πραγμάτων (δηλ. έννοιες πραγμάτων), δίνουν σχήμα και μορφή στο νού και τον οδηγούν μακρυά από το Θεό.

58. Αν ο νούς δεν ξεπέρασε τη θεωρεία (θεώρηση) της σωματικής φύσης, δεν είδε τέλεια τον τόπο του Θεού. Γιατί μπορεί να μένει στην γνώση των πραγμάτων και να παίρνει μορφή σύμφωνη μ’αυτά.

59. Αν θέλεις να προσευχηθείς, έχεις ανάγκη του Θεού, που δίνει «ευχήν τω ευχομένω» δίνει λόγια προσευχής σ’όποιον προσεύχεται (Α΄ Βασ. β΄ 9). Να τον επικαλείσαι λοιπόν λέγοντας «αγιασθήτω το όνομά σου, ελθέτω η βασιλεία σου» (Ματθ.ς΄9), δηλαδή να έρθει το Άγιο Πνεύμα και ο Μονογενής Σου Υιός. Γιατί έτσι μας δίδαξε ο Χριστός, όταν έλεγε, πως πρέπει να προσκυνούμε και να λατρεύουμε τον Πατέρα «εν Πνεύματι και αληθεία» (Ιω. δ΄ 24).

60. Όποιος προσεύχεται «εν πνεύματι και αληθεία» δε δοξάζει το Θεό παίρνοντας αφορμή από τα κτίσματα, αλλά τον υμνεί παίρνοντας αφορμή από αυτόν τον ίδιο.

61. Αν είσαι θεολόγος, θα προσευχηθείς αληθινά. Κι αν προσεύχεσαι αληθινά, είσαι θεολόγος.

62. Όταν ο νούς σου, από πολύν πόθο για το Θεό μοιάζει να αποτραβιέται σιγά σιγά από τη σάρκα και σιχαίνεται όλα τα νοήματα, που προέρχονται από τις αισθήσεις ή τη μνήμη ή την ιδιοσυγκρασία γεμίζοντας από χαρά και ευλάβεια, τότε να θεωρείς πως έχεις πλησιάσει τα όρια της αληθινής προσευχής.

63. Συμπάσχοντας με την ασθένειά μας το Άγιο Πνεύμα έρχεται σε μάς αν και είμαστε ακάθαρτοι. Κι αν βρεί να προσεύχεται μόνον ο νούς σ’αυτό και σύμφωνα με την αλήθεια, τότε επιβιβάζεται σ’αυτόν και εξαφανίζει όλη τη φάλαγγα των λογισμών ή των νοημάτων, που τον περικυκλώνει, παρακινώντας τον σε έρωτα πνευματικής προσευχής.

64. Όλοι οι υπόλοιποι παράγοντες δημιουργούν στο νού σκέψεις ή ιδέες ή εσωτερικές θεωρήσεις (θεάσεις) αλλοιώνοντας το σώμα. Ο Κύριος όμως κάνει το αντίθετο. Τοποθετεί μέσα στο νού τη γνώση, επιβαίνοντας στον ίδιο το νού αυτών, που θέλει. Και δια μέσου του νού κατευνάζει και καταπραΰνει την ακράτεια του σώματος.

65. Όποιος αγαπάει την αληθινή προσευχή, αλλά θυμώνει και μνησικακεί, δεν είναι αψεγάδιαστος. Γιατί μοιάζει μ’εκείνον, που θέλει να βλέπει καλά και καθαρά, αλλά κουνάει ταραγμένα και νευρικά τα μάτια του.

66. Αν ποθείς να προσευχηθείς, μην κάνεις τίποτε από όσα είναι αντίθετα από την προσευχή, για να σε πλησιάσει ο Θεός και να συμπορευθεί μαζί σου.

67. Μη συλλάβεις μέσα σου οποιοδήποτε σχήμα του Θεού, όταν προσεύχεσαι, και μην επιτρέπεις να λάβει κάποια μορφή ο νούς, αλλά να προσεύχεσαι άυλα στον άυλο και θα καταλάβεις.

68. Φυλάξου από τις παγίδες των εχθρών. Συμβαίνει δηλαδή ενώ προσεύχεσαι καθαρά και χωρίς εσωτερική ταραχή, να σου έρχεται μονομιάς κάποια μορφή παράδοξη και αλλόκοτη και να σου δημιουργεί μεγάλη ιδέα για τον ευατό σου, επειδή στη μορφή εκείνη τοποθετείς το Θεό. Κι αυτό, για να σε πείσει πως με το μέγεθος, δηλαδή αυτή η αλλόκοτη μορφή, που σου φανερώθηκε έτσι μονομιάς και ξαφνικά είναι το θείο. Όμως το θείο είναι άποσο (ξένο προς κάθε ποσότητα και μέγεθος) και ασχημάτιστο (ελεύθερο από κάθε περιοριστικό εξωτερικό σχήμα).

69. Όταν ο φθονερός δαίμονας δεν θα μπορέσει να κινήσει τη μνήμη την ώρα της προσευχής, τότε εκβιάζει την κράση του σώματος να παράγει κάποια φαντασία στο νού και να του αλλάξει έτσι (του νού δηλαδή) τη μορφή. Κι αυτός, που είναι συνηθισμένος να βρίσκεται πάντα μαζί με νοήματα, εύκολα λυγίζει. Κι όποιος βιάζεται να φτάσει στην άυλη και ασχημάτιστη γνώση, ξεγελιέται κατέχοντας καπνό αντί για φώς.

70. Στάσου στη σκοπιά σου φυλάγοντας το νού σου από νοήματα την ώρα της προσευχής, για να ολοκληρώσεις την αίτησή σου και να μείνεις στην ηρεμία σου σταθερά, ώστε να επιφοιτήσει και σε σένα αυτός, που συμπάσχει με όσους αγνοούν. Και τότε θα λάβεις δώρο προσευχής παρά πολύ λαμπρό.

71. Δεν θα μπορέσεις να προσευχηθείς καθαρά, αν μπερδεύεσαι με υλικά πράγματα και ταράζεσαι με αδιάκοπες φροντίδες. Γιατί προσευχή είναι απόθεση (απομάκρυση από το νού, απαλλαγή του από) νοημάτων.

72. Ο δεμένος δεν μπορεί να τρέξει. Ούτε νούς, που δουλεύει σαν σκλάβος σε πάθος, μπορεί να ιδεί τόπο προσευχής πνευματικής. Γιατί τραβιέται και μεταφέρνεται εδώ κι εκεί απ΄το εμπαθές (δηλαδή το δέσμιο σε πάθος) νόημα και υπό την προϋπόθεση αυτή δεν θα έχει τόπο, όπου να στέκεται ακλόνητα και σταθερά.

73. Όταν λοιπόν ο νούς προσεύχεται καθαρά και ελεύθερος από πάθη (απαθώς), τότε οι δαίμονες δεν του κάνουν επίθεση από τα αριστερά (δηλαδή με αρνητικό τρόπο), αλλά από τα δεξιά (δηλαδή με θετικό τρόπο). Του υποβάλλουν δηλαδή μια ιδέα και κάποιο σχήμα από αυτά, που αγάπαει η αίσθηση, ώστε να του φαίνεται πως πέτυχε τέλεια το σκοπό της προσευχής. Και αυτό, είπε ένας με φωτισμένη γνώση άνθρωπος, γίνεται από το πάθος της κενοδοξίας και προκαλείται από το δαίμονα, που αγγίζει τον εγκέφαλο.

74. Νομίζω πως ο δαίμονας, ο οποίος αγγίζει τον τόπο, που ανάφερα πιο πάνω, μετατρέπει το γύρω από το νού φώς όπως θέλει. Έτσι κινείται το πάθος της κενοδοξίας σε λογισμό, ο οποίος δίνει ανόητα τέτοια μορφή στον ασχημάτιστο νού, που να φαίνεται σαν εντοπισμός της θείας και ουσιώδους γνώσεως. Κι αν ένας τέτοιος άνθρωπος δεν ενοχλείται από σαρκικά και ακάθαρτα πάθη, αλλά τάχα βρίσκεται στον τόπο της προσευχής με καθαρή διάθεση, του φαίνεται πως δεν του συμβαίνει μέσα του πια καμιά αντίθετη ενέργεια υποθέτει επομένως πως η εμφάνιση στο νού του, που γίνεται από το δαίμονα, είναι θεία. Αυτό το κάνει ο δαίμονας με πολλή επιτηδειότητα και δια μέσου του εγκεφάλου αλλοιώνει το φώς, που συνδέεται με τον εγκέφαλο, και του δίνει τέτοια μορφή, που αναφέραμε προηγουμένως.

75. Όταν έρθει άγγελος Θεού, μ’ένα του λόγο μόνο παύει από πάνω μας κάθε εχθρική ενέργεια και κινεί το φώς του νού, ώστε να ενεργεί χωρίς παραπλάνηση.

76. Αυτό, που λέγεται στην Αποκάλυψη, ότι ο άγγελος φέρνει το θυμίαμα για να το προσφέρει με τις προσευχές των αγίων (Αποκαλ. η΄ 3-4), νομίζω πως είναι αυτή η χάρη, που ενεργείται δια μέσου του αγγέλου. Γιατί βάζει μέσα στην ψυχή γνώση της αληθινής προσευχής, ώστε να μένει στο εξής ο νούς έξω από κάθε κλονισμό, ακηδία (πνευματική νάρκη και αδράνεια) και αμέλεια.

77. Λέγεται στην Αποκάλυψη πως οι φιάλες των θυμιαμάτων είναι οι προσευχές των αγίων, τις οποίες κρατούσαν οι εικοσιτέσσερις πρεσβύτεροι (Αποκ. ε΄8). Πρέπει κάτω από την εικόνα της φιάλης να εννοήσουμε τη φιλία με το Θεό, δηλαδή την τέλεια και πνευματική αγάπη, που, όταν υπάρχει, γίνεται η προσευχή «εν πνεύματι και αληθεία» (Ιω. δ΄ 23-24).

78. Όταν νομίσεις πως δεν χρειάζεσαι δάκρυα στην προσευχή σου, σκέψου πόσο απέχεις από το Θεό, ενώ έπρεπε να είσαι διαρκώς μαζί του και μέσα του, και τότε θα δακρύσεις με μεγαλύτερη θέρμη.

79. Βεβαιότατα, όταν έχεις επίγνωση των μέτρων σου, ευχαρίστως θα πενθήσεις ελεεινολογώντας τον εαυτό σου σύμφωνα με ό,τι λέει ο προφήτης Ησαΐας πως, αν και είσαι ακάθαρτος και βρίσκεσαι ανάμεσα σε τέτοιο λαό (παθών), τολμάς να στέκεις μπροστά στον Κύριο σαβαώθ (Ησ.ς΄ 5);

80. Αν προσεύχεσαι αληθινά, θα βρείς πολλή εσωτερική πληροφόρηση. Και θα έρθουν μαζί σου άγγελοι, όπως και στο Δανιήλ, και θα σε φωτίσουν να κατανοήσεις τους λόγους των γινομένων (Δανιήλ β΄ 19).

81. Να ξέρεις πως μας παρακινούν βέβαια οι άγιοι άγγελοι σε προσευχή και μας προστατεύουν με χαρά και προσεύχονται για μας (Ζαχ.α΄ 12, Τωβ. ιβ΄ 12). Αν λοιπόν δείξουμε αμέλεια και δεχτούμε αντιθέτους λογισμούς, τους παροργίζουμε πολύ, γιατί αυτοί βέβαια αγωνίζονται τόσο πολύ για μάς. Εμείς όμως ούτε για τον εαυτό μας δεν θέλουμε να παρακαλέσουμε το Θεό, αλλά καταφρονώντας το ιερό τους λειτούργημα και εγκαταλείποντας το Δεσπότη και Θεό τους συνομιλούμε με τους ακάθαρτους δαίμονες.

82. Να προσεύχεσαι με αταραξία και πραότητα και να ψάλλεις «συνετώς» (Ψαλμ. μς΄ 8), με συναίσθηση δηλαδή και κοσμιότητα και θα μοιάζεις αετόπουλο, που σηκώνεται στα αιθέρια ύψη.

83. Η ψαλμωδία γαληνεύει τα πάθη και κάνει να ηρεμεί η ακράτεια του σώματος. Η προσευχή πάλι κάνει το νού να προβαίνει σ’εκείνη ακριβώς την ενέργεια, που είναι εντελώς δική του.

84. Προσευχή είναι η ενέργεια που πρέπει στην αξία του νού. Είναι με άλλα λόγια ανώτερη και γνήσια χρήση του.

85. Η ψαλμωδία είναι ενέργεια πολύμορφης σοφίας. Και η προσευχή είναι προοίμιο άυλης και πολύμορφης γνώσης.

86. Η γνώση είναι ωραιότατη. Γιατί συμπράττει με την προσευχή ξυπνώντας την άυλη δύναμη του νού με το σκοπό να προβεί σε θεωρεία θείας γνώσης.

87. Αν δεν έλαβες ακόμα χάρισμα προσευχής ή ψαλμωδίας, επίμενε και θα λάβεις.

88. «Έλεγε δε αυτοίς παραβολήν προς το δείν αυτούς πάντοτε προσεύχεσθαι και μην εκκακείν» (Λουκ ιη΄ 1-8: τους είπε ο Κύριος Ιησούς μια παραβολή για να τους διδάξει, πως πρέπει να προσεύχονται και να μην αποκάμνουν επιμένοντας στην προσευχή). Λοιπόν μη χάνεις το θάρρος σου στο μεταξύ μήτε την καλή σου διάθεση, επειδή δεν έχεις λάβει ό,τι ζήτησες. Θα το λάβεις τελικά. Ο Κύριος κατέληξε στο παρακάτω συμπέρασμα στην παραπάνω παραβολή: «Αν και δεν φοβούμαι Θεό και πρόσωπο ανθρώπου δεν ντρέπομαι -είπε μέσα του ο άδικος εκείνος δικαστής-όμως επειδή μου έγινε ενοχλητική η γυναίκα ετούτη -η χήρα- θα της αποδώσω το δίκαιό της». «Με τον ίδιο λοιπόν τρόπο και ο Θεός θα αποδώσει γρήγορα το δίκαιο σ’αυτούς, που κράζουν σ’Αυτόν νύχτα και μέρα». Έχε λοιπόν χαρά και επίμενε κοπιαστικά στην άγια προσευχή.

89. Μη θέλεις να γίνουν τα ζητήματά σου, όπως φαίνεται σε σένα σωστό, αλλά όπως αρέσει στο Θεό. Και θα είσαι ατάραχος και ευγνώμων (καλόγνωμος) στην προσευχή σου.

90. Κι αν ακόμα σου φαίνεται πως είσαι μαζί με το Θεό, να φυλάγεσαι από το δαίμονα της πορνείας. Γιατί είναι πολύ απατεώνας και πάρα πολύ φθονερός και θέλει να είναι γρηγορότερος από την κίνηση και τη νήψη του νού σου, ώστε αν είναι δυνατό, και από το Θεό να τον αποσπάσει καθώς στέκει μπροστά του με ευλάβεια και φόβο.

91. Αν δείχνεις επιμέλεια στην προσευχή, να ετοιμάζεσαι να δεχτείς επιθέσεις δαιμόνων και να υπομένεις με γενναιότητα τις μάστιγες (πρβλ. Ψαλμ. λζ΄ 18). Γιατί θα σου επιτεθούν σαν άγρια θηρία και θα κακοποιήσουν ολόκληρο το σώμα σου.

92. Να προετοιμάζεσαι σαν έμπειρος αγωνιστής να μην κλονιστείς κι αν ιδείς ξαφνικά κάποιο φανταστικό πλάσμα. Κι αν δείς σπαθί ξεγυμνωμένο εναντίον σου (πρβλ. Αριθ. κβ΄ 23) ή λαμπάδα, που να έρχεται καταπάνω στο πρόσωπό σου, μην ταράζεσαι. Κι αν δείς κάποια σιχαμερή μορφή και ματωμένη, πάλι μη χάνεις το ηθικό σου. Στάσου, αντίθετα, ορθός ομολογώντας την καλή ομολογία (πρβλ. Α΄ Τιμ.ς΄ 12) και τότε θα ιδείς κατάματα τους εχθρούς σου.

93. Όποιος υποφέρει τα λυπηρά, θα πετύχει και τα χαρούμενα. Και όποιος ανέχεται με καρτερικότητα τα αηδιαστικά συμβάματα, δεν θα στερηθεί και τα ευχάριστα.

94. Κοίταξε μη σε ξεγελάσουν οι δαίμονες με καμιά οπτασία. Αντίθετα γύρνα με περίσκεψη στην προσευχή και παρακάλα το Θεό, ώστε αν είναι το νόημα από αυτόν, να σε φωτίσει ο ίδιος. Και έχε θάρρος, γιατί δε θα σταθούν οι σκύλοι, όταν εσύ όλος φωτιά χρησιμοποιείς τη συνομιλία με το Θεό. Γιατί αμέσως θα διωχτούν μακριά, ενώ θα μαστιγώνονται μυστικά από τη δύναμη του Θεού.

95. Είναι δίκαιο να μην αγνοείς και ετούτο το δόλο κάποτε οι δαίμονες χωρίζονται μεταξύ τους. Κι αν φανεί πως ζητάς βοήθεια, μπαίνουν οι υπόλοιποι μετασχηματισμένοι σε αγγέλους και διώχνουν τους πρώτους. Κι αυτό το κάνουν, για να γελαστείς από αυτούς με τη σκέψη πως είναι άγγελοι.

96. Φρόντισε να έχεις πολλή ταπεινοφροσύνη και (ανδρεία=) γενναίο φρόνημα, οπότε δεν πρόκειται να αγγίξει την ψυχή σου επήρεια δαιμονική. «Και μάστιξ ουκ εγγιεί εν τω σκηνώματί σου, ότι τοις αγγέλοις αυτού εντελείται περί σου του διαφυλάξαί σε» (Ψαλμ.στ'10: Μάστιγες δηλαδή συμφορών δεν θα αγγίξουν την κατοικία σου γιατί θα δώσει στους αγγέλους εντολή για σένα να σε προφυλάξουν). Και οι άγγελοι μυστικά θα απομακρύνουν από κοντά σου όλη την εχθρική ενέργεια.

97. Όποιος φροντίζει να ασκεί την καθαρά προσευχή, θα ακούει θορύβους και χτύπους και φωνές και (θα υποστεί) βλάβες από τους δαίμονες. Όμως δεν θα κατσουφιάσει ούτε θα προδώσει το λογισμό του λέγοντας στο Θεό «ου φοβηθήσομαι κακά ότι συ μετ’εμού ει» (Ψαλμ. κβ΄ 4: Δε θα φοβηθώ μήπως μου συμβεί κανένα κακό, γιατί εσύ είσαι μαζί μου) και τα παρόμοια.

98. Σε περίπτωση πειρασμού αυτού του είδους να κάνεις σύντομη και πολύ εντατική προσευχή.

99. Αν σε απειλήσουν δαίμονες να φανούν ξαφνικά από τον αέρα και να σε ξαφνιάσουν και να παρασύρουν το νού σου, μην τους φοβηθείς. Ούτε να δείξεις ιδιαίτερο ενδιαφέρον και φροντίδα για την απειλή τους. Γιατί σε φοβερίζουν θέλοντας να δοκιμάσουν αν τυχόν τους προσέχεις ή τους περιφρονείς εντελώς.

100. Αν την ώρα της προσευχής σου βρίσκεσαι μπροστά στον παντοκράτορα και δημιουργό και προνοητή του παντός Θεό, γιατί κάνεις την παράσταση σου αυτή τόσο ανόητα, παραμερίζοντας το φόβο του Θεού, που απ’αυτόν τίποτε δεν είναι μεγαλύτερο; Γιατί φοβάσαι τόσο ανόητα κουνούπια και σκαθάρια; Ή μήπως δεν άκουσες αυτόν, που λέγει «Κύριον τον Θεόν σου φοβήση» (Δευτ. ς΄ 13), δηλαδή να δείχνεις φόβο βαθύ και σεβασμό στον Κύριο και Θεό σου; Και αλλού «Ον φρίττει και τρέμει πάντα από προσώπου της δυνάμεως αυτού» και όσα λέγονται στη συνέχεια; (Στην προσευχή του Μανασσή).

101. Όπως το ψωμί είναι τροφή του σώματος και η αρετή της ψυχής, έτσι και η πνευματική προσευχή είναι τροφή του νού.

102. Μην προσεύχεσαι με φαρισαϊκό, αλλά με τελωνιακό φρόνημα και τρόπο στον ιερό τόπο της προσευχής, για να δικαιωθείς και εσύ από τον Κύριο (Λουκ. ιη΄ 10-14).

103. Να αγωνίζεσαι να μην καταριέσαι κανένα στην προσευχή σου, για να μη γκρεμίζεις όσα χτίζεις, κάνοντας έτσι σιχαμερή την προσευχή σου.

104. Ας σε διδάσκει αυτός, που χρωστούσε τα μύρια (=10.000) τάλαντα. Αν δηλαδή δεν συγχωρέσεις αυτόν, που σου φταίει, ούτε κι εσύ ο ίδιος θα πετύχεις τη συγχώρεση. Γιατί, λέει το άγιο Ευαγγέλιο, τον παρέδωσε (τον χρεώστη των μυρίων ταλάντων που δεν συγχώρεσε το δικό του χρεώστη) στους βασανιστές (Ματθ. ιη΄ 24-35).

105. Διώχνε μακριά σου τις ανάγκες του σώματος την ώρα της προσευχής, για να μη χάσεις το μέγιστο κέρδος της προσευχής σου όταν σε τσιμπάει ψύλλος ή ψείρα ή κουνούπι ή μύγα.

106. Έφτασε ως εμένα η φήμη για κάτι, που συνέβηκε σ’έναν άγιο. Όταν εκείνος προσευχόταν, του αντιστεκόταν τόσο πολύ ο πονηρός, ώστε μόλις σήκωνε τα χέρια του σε προσευχή να παίρνει ο πονηρός τη μορφή λεονταριού και να σηκώνει τα δύο του μπροστινά ποδάρια για να μπήξει τα νύχια του στα νεφρά του κι από τις δύο μεριές και να μη φεύγει απ’αυτόν προτού να κατεβάσει ο άγιος τα χέρια του, πριν δηλαδή να τελειώσει την προσευχή του. Εκείνος όμως ποτέ δεν κατέβαζε τα χέρια του από την δεητική τους ύψωση προτού κάνει τις συνηθισμένες του ευχές.

107. Τέτοιος ήταν, όπως τον γνώρισα, και ο Ιωάννης ο μικρός, που έζησε τη ζωή της ησυχίας σε λάκκο. Είπα ο Ιωάννης ο «μικρός», πιο σωστό όμως θα ήταν να έλεγα ο πάρα πολύ μεγάλος μοναχός. Αυτός έμεινε ακίνητος στην επικοινωνία του με το Θεό, ενώ ο δαίμονας σαν φίδι μεγάλο τυλίχθηκε ολόγυρα στο σώμα του μασώντας τις σάρκες του και ξερνώντας στο πρόσωπό του.

108. Οπωσδήποτε θα διάβασες κι εσύ τους βίους των αγίων ταβεννησιωτών μοναχών. Σύμφωνα με όσα λέγονται εκεί, ενώ μιλούσε ο αββάς Θεόδωρος στους αδελφούς, ήρθαν δύο οχιές κάτω από τα πόδια του. Εκείνος όμως χωρίς να ταραxτεί ανασήκωσε τα πόδια του και κάμνοντας καμάρα τις δέχτηκε μέσα, ώσπου τελείωσε το λόγο του. Και τότε έδειχνε τις οχιές εξηγώντας το πράγμα.

109. Για άλλον πνευματικό αδελφό διάβασα πως, ενώ προσευχόταν, ήρθε μια οχιά και του δάγκωσε το πόδι. Αυτός όμως δεν κατέβασε τα χέρια του πρωτού τελειώσει την συνηθισμένη του προσευχή. Και δεν έπαθε τίποτε, γιατί αγάπησε το Θεό πιο πολύ από τον εαυτό του.

110. Έχε ασάλευτο το μάτι σου την ώρα της προσευχής σου και, αφού αρνηθείς τη σάρκα και την ψυχή σου, ζήσε την κατά νουν (πνευματική) ζωή.

111. Εναντίον κάποιου άλλου αγίου, που προσευχόταν έντονα και ησύχαζε στην έρημο, ήρθαν δαίμονες και επί δύο εβδομάδες έπαιζαν μ’αυτόν σαν να ήταν μπάλλα καθώς τον τίναζαν στον αέρα και τον δέχονταν πάλι στην ψάθα. Και όμως δεν μπόρεσαν καθόλου να κατεβάσουν το νού του από την έξαρση της ένθερμης, της όλο φλόγα προσευχής.

112. Έναν άλλο φιλόθεο πάλι, ενώ βάδιζε στην έρημο και έκανε σκέψεις προσευχής, τον πλησίασαν δύο άγγελοι και τον είχαν στη μέση περπατώντας μαζί του. Αυτός όμως δεν τους πρόσεχε καθόλου για να μην χάσει το πιο μεγάλο. Γιατί θυμήθηκε τον αποστολικό λόγο «Ούτε άγγελοι ούτε αρχαί ούτε δυνάμεις δυνήσονται ημάς χωρίσαι από της αγάπης του Χριστού» (Ρωμ. η΄ 38: ούτε άγγελοι ούτε αρχαί ούτε δυνάμεις, δηλαδή καμιά τάξη αγγέλων, δεν θα μπορέσουν να μας χωρίσουν από την αγάπη του Χριστού).

113. Ο μοναχός γίνεται με την προσευχή ισάγγελος, επειδή λαχταράει να ιδεί «το πρόσωπον του Πατρός του εν ουρανοίς» (πρβλ. Ματθ. ιη΄ 10).

114. Μην επιδιώκεις να δεχτείς την ώρα της προσευχής με κανένα τρόπο μορφή ή σχήμα.

115. Μην ποθείς να ιδείς αγγέλους ή δυνάμεις ή το Χριστό αισθητά για να μη σου φύγει εντελώς το μυαλό, επειδή δέχεσαι λύκον αντί για ποιμένα και προσκυνάς εχθρούς δαίμονες.

116. Αρχή της πλάνης του νου είναι η κενοδοξία. Από αυτήν κινείται ο νούς και προσπαθεί να προσδιορίζει το θείο με σχήματα και μορφές.

117. Εγώ θα πω το δικό μου λόγο, που και σε νεώτερους έχω πεί: Μακάριος ο νούς, που την ώρα της προσευχής απόκτησε τέλεια αμορφία.

118. Μακάριος ο νούς, που, επειδή προσεύχεται απερίσπαστα, αποκτάει πάντα περισσότερο πόθο για το Θεό.

119. Μακάριος ο νούς, που την ώρα της προσευχής γίνεται άυλος και ακτήμων.

120. Μακάριος ο νούς, που αποξενώνεται από κάθε αίσθηση (αντίληψη) υλικών πραγμάτων την ώρα της προσευχής.

121. Μακάριος ο μοναχός, που μετά το Θεό θεωρεί κάθε άνθρωπο σα Θεό.

122. Μακάριος ο μοναχός, που βλέπει με όλη του τη χαρά σαν δική του τη σωτηρία και την προκοπή όλων.

123. Μακάριος ο μοναχός, που θεωρεί τον εαυτό του σαν ολωνών παλιοσκούπιδο.

124. Μοναχός είναι εκείνος, που είναι απ’όλα και όλους χωρισμένος και όμως με όλους και όλα συνταιριασμένος.

125. Μοναχός είναι αυτός, που θεωρεί τον εαυτό του ένα με όλους, επειδή θαρρεί πως στον καθένα βλέπει αδιάκοπα τον ίδιο τον εαυτό του.

126. Κάνει προσευχή εκείνος, που πάντα προσφέρει στο Θεό ως καρπό την πρώτη του σκέψη.

127. Ως μοναχός να αποφεύγεις κάθε ψέμα και κάθε όρκο, αν ποθείς να προσευχηθείς. Αλλιώς άδικα έχεις το σχήμα (του μοναχού), που δεν σου ταιριάζει.

128. Αν θέλεις να προσευχηθείς με το πνεύμα, μην αντλήσεις τίποτε από τη σάρκα. Και τότε δεν θα έχεις σύννεφο, που να σε σκοτίζει την ώρα της προσευχής.

129. Εμπιστέψου στο Θεό την ανάγκη του σώματος και θα φανερώσεις πως του εμπιστεύεσαι και του πνεύματος την ανάγκη.

130. Αν πετύχεις την πραγμάτωση των επαγγελιών (δηλαδή των υποσχέσεων του Θεού, Εβρ.ια΄ 33),θα βασιλέψεις. Αποβλέποντας λοιπόν σ’αυτές, θα υποφέρεις ευχαρίστως τη φτώχεια του παρόντος.

131. Μην αφήνεις τη φτώχεια και τη θλίψη που αποτελούν τις ύλες της ανάλαφρης προσευχής.

132. Ας σου χρησιμεύουν οι σωματικές αρετές ως εγγύηση για τις ψυχικές, οι ψυχικές για τις πνευματικές και αυτές για την άυλη και πνευματική γνώση.

133. Όταν προσεύχεσαι εναντίον κάποιου λογισμού, αν ο λογισμός εύκολα ηρεμήσει, σκέψου από πού προέρχεται αυτό, μήπως πέσεις σε παγίδα και ξεγελαστείς και παραδώσεις τον εαυτό σου.

134. Μερικές φορές σου υποβάλλουν οι δαίμονες λογισμούς (σκέψεις) και πάλι σε ερεθίζουν να προσευχηθείς τάχα εναντίον τους ή να τους αντικρούσεις, οπότε υποχωρούν θεληματικά. Αυτό όμως το κάνουν για να γελαστείς έχοντας μεγάλη ιδέα για τον ευατό σου, πως δηλαδή άρχισες να νικάς τους λογισμούς σου και να προκαλείς φόβο στους δαίμονες.

135. Αν προσεύχεσαι εναντίον κάποιου πάθους ή εναντίον κάποιου δαίμονα, που σε ενοχλεί, να θυμάσαι αυτόν, που λέει «καταδιώξω τους εχθρούς μου και καταλήψομαι αυτούς, έως αν εκλίπωσιν· εκθλίψω αυτούς και ου μη δύνωνται στήναι· πεσούνται υπό τους πόδας μου» κ.λπ. (Ψαλμ ιζ΄ 38-39: θα κυνηγήσω τους εχθρούς μου και θα τους πιάσω· και δεν θα γυρίσω πίσω προτού τους εξολοθρέψω ώσπου να χαθούν εντελώς. Θα τους πιέσω τόσο πολύ, ώστε να μην μπορούν να σταθούν πιά. Θα πέσουν νικημένοι κάτω από τα πόδια μου…). Και αυτά θα τα λές στην ώρα τους, αν οπλίζεις τον εαυτό σου με ταπεινοφροσύνη εναντίον των αντιπάλων.

136. Να μη νομίζεις πως έχεις αποκτήσει κάποια αρετή, αν προηγουμένως δεν έχεις αγωνιστεί γι’αυτήν μέχρις αίματος. Γιατί σύμφωνα με ό,τι λέει ο θείος απόστολος Παύλος, πρέπει να αντιστεκόμαστε μέχρι θανάτου εναντίον της αμαρτίας με αγωνιστικό φρόνημα και αψεγάδιαστα (πρβλ. Εβρ. ιβ΄ 4, Εφεσ. ς΄ 11 εξ.).

137. Αν ωφελήσεις κάποιον, θα βλαφτείς από κάποιον άλλον. Κι αυτό για να πείς ή να κάνεις κάτι άπρεπο, επειδή αδικεύεσαι, και να σκορπίσεις έτσι άσχημα αυτό, που μάζεψες καλά. Αυτός είναι ο στόχος των πονηρών δαιμόνων. Γι’ αυτό πρέπει να προσέχεις μυαλωμένα και συνετά.

138. Να δέχεσαι τις βίαιες επιθέσεις των πονηρών δαιμόνων, που έγιναν εναντίον σου φροντίζοντας πώς να αποτινάξεις το δουλικό ζυγό τους.

139. Οι δαίμονες επιδιώκουν να ενοχλούν μόνοι τους (με άμεση ενέργειά τους) τον πνευματικό δάσκαλο τη νύχτα και δια μέσου των ανθρώπων τη μέρα, περιτριγυρίζοντάς τον με διάφορες δυσάρεστες καταστάσεις, συκοφαντίες και κινδύνους.

140. Μην αποφεύγεις τους λευκαντές. Αν και πατούν ενώ χτυπούν και ξαίνουν καθώς το τεντώνουν το πανί, όμως με τα μέσα αυτά γίνεται λαμπρό το ρούχο σου.

141. Εφόσον δεν απαρνήθηκες τα πάθη σου, αλλά ο νους πάει αντίθετα προς την αρετή και την αλήθεια, δεν θα βρείς ευωδιαστό θυμίαμα στον κόρφο σου.

142. Λαχταράς να προσευχηθείς; Μετατοπίσου από τα εδώ και έχε διαρκώς «το πολίτευμα εν ουρανοίς» (Φιλιπ. γ΄ 20: έχε την πατρίδα σου στους ουρανούς), όχι μόνο με λόγια, αλλά με την αγγελική πράξη και τη θεϊκότερη γνώση.

143. Αν μόνον όταν κάνεις κακές πράξεις μνημονεύεις τον Κριτή και θυμάσαι πόσο φοβερός και απροσωπόληπτος είναι δεν έμαθες ακόμα «δουλεύειν τω Κυρίω εν φόβω και αγαλλιάσθαι αυτώ εν τρόμω» (Ψαλμ. β΄ 11: να υπηρετείς τον Κύριο με φόβο και να νιώθεις χαρά στη σκέψη του με τρόμο). Να ξέρεις δηλαδή πως πρέπει μάλλον με ευλάβεια και σεβαστικότητα να τον λατρεύεις και στις πνευματικές ανέσεις και απολαύσεις.

144. Συνετός άνδρας είναι εκείνος, που δε σταματάει πριν από την τέλεια μετάνοια τη γεμάτη λύπη ανάμνηση των αμαρτημάτων και της δίκαιης τιμωρίας με αιώνια φωτιά, που θα επιβληθεί γι’αυτά.

145. Αυτός, που αν και είναι ένοχος αμαρτίας και πράξεων, οι οποίες προκαλούν οργή, τολμάει να απλώνεται αδιάντροπα σε γνώση θεϊκότερων πραγμάτων ή προχωρεί ανάξια στην άυλη προσευχή, αυτός ας δεχτεί την αποστολική επιτ΄΄ιμηση, ότι δεν είναι ακίνδυνο γι’αυτόν να προσεύχεται με γυμνό και ακάλυπτο κεφάλι. Έχει υποχρέωση δηλαδή η ψυχή αυτή, λέει ο απόστολος, «κατά κεφαλής εξουσίαν έχει δια τους αγγέλους» (Α΄ Κορ.ια΄ 5 εξ.: έχει υποχρέωση να έχει στο κεφάλι της -στο αποστολικό κείμενο η γυναίκα, κατά τον άγιο Νείλο μεταφορικά η ψυχή- κάποιο σύμβολο εξουσίας από σεβασμό προς τους αγγέλους, που στέκουν από πάνω της), ντυμένη το σεβασμό και την ταπεινοφροσύνη, που ταιριάζουν στην κατάστασή της.

146. Όπως δε θα ωφελήσει εκείνον, που πάσχουν τα μάτια του, το να βλέπει καταμεσήμερα χωρίς κάλυμμα και εντατικά τον ολόλαμπρο ήλιο, έτσι δε θα ωφελήσει καθόλου και τον όλο πάθη ακάθαρτο νου η αναπαράσταση στο νού της «εν πνεύματι και αληθεία» φοβερής και υπερφυσικής προσευχής. Αντίθετα προκαλεί εναντίον του την αγανάκτηση του Θεού.

147. Αν ο ανενδεής (αυτός που δεν του λείπει και δεν του χρειάζεται τίποτε) και αμερόληπτος Θεός δεν δέχτηκε εκείνον, που ήρθε στο θυσιαστήριο με δώρο, ώσπου να συμφιλιωθεί με τον πλησίον του, με τον οποίον ήταν λυπημένος (Ματθ. ε΄ 23 εξ.), σκέψου πόση προσοχή και διάκριση χρειαζόμαστε, για να προσφέρουμε στο Θεό ευπρόσδεκτο θυμίαμα στο νοερό (νοητό) θυσιαστήριο.

148. Να μη σου αρέσουν τα λόγια ούτε δόξα. Αλλοιώς δε θα ενεργούν πια δολερά πίσω από τις πλάτες σου οι αμαρτωλοί, αλλά κάτα πρόσωπο, μπροστά στα μάτια σου (Ψαλμ. 128,3) και θα είσαι αντικείμενο της χαιρεκακίας τους (Σοφ. Σολ. ς΄ 4) την ώρα της προσευχής, καθώς θα σε τραβούν και θα σε δελεάζουν (Ιακ. α΄ 14) με αλλόκοτους λογισμούς.

149. Η προσοχή, που αναζητάει προσευχή, θα βρεί προσευχή, γιατί περισσότερο από κάθε τι άλλο την προσοχή την ακολουθάει η προσευχή. Αυτή πρέπει να επιδιώκεται με πολλή φροντίδα.

150. Όπως η όραση είναι ανώτερη από όλες τις αισθήσεις, έτσι και η προσευχή είναι η πιο θεϊκή από όλες τις αρετές.

151. Αυτό που αποτελέι έπαινο της προσευχής δεν είναι η ποσότητα, αλλά η ποιότητά της. Και αυτό δηλώνουν εκείνοι, που ανέβηκαν στο ιερό (δηλ. ο Φαρισαίος και ο Τελώνης, Λουκ. ιη΄ 10) καθώς και η προτροπή· «υμείς ουν προσευχόμενοι μη βαττολογείτε» (Ματθ. ς΄ 7: όταν προσεύχεσθε να μην φλυαρείτε) και όσα λέγονται στη συνέχεια.

152. Όσο έχεις το νού σου στα σωματικά και φροντίζεις με ιδιαίτερη προσοχή για τα ευχάριστα της σκηνής (του προσωρινού σώματος), δεν έχεις ακόμα ιδεί τον τόπο της προσευχής, αλλά είναι ακόμα μακριά από σένα ο μακάριος δρόμος της.

153. Όταν την ώρα, που στέκεις σε προσευχή, νιώσεις χαρά μεγαλύτερη από κάθε άλλη χαρά, τότε βρήκες αληθινά την προσευχή.


Περι Προσευχής Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού


                  Gerontas Iosif Vatopaidinos 1921 2009            

Τί είναι η προσευχή, ποιά τα χαρακτηριστικά γνωρίσματά της και ποιοί οι καρποί της;

Προσευχή είναι το κύριο μέσο που ενώνει όλα τα λογικά όντα με το δημιουργό τους Θεό. Αυτή θα είναι και μετά την παλιγγενεσία το μόνιμότους έργο και καθήκον. Προσευχή είναι η άμεση επαφή και η διαρκής επικοινωνία αγγέλωνκαι ανθρώπων με το Θεό. Προσευχή είναι η έξοδός μας από τον πήλινο κλοιό μας προς το χώρο της απεραντοσύνης. Προσευχή είναι το μέσο, που μας μεταφέρει έξω από τουςευτελείςμας περιορισμούς στην αίσθηση του απέραντου και του υπερφυσικού.

Καταργείται ο χώρος, ο τόπος και ο τρόπος και γίνονται αισθητές οι ενέργειες των θείων ιδιοτήτων. Αν και θέλουμε να περιγράψουμε τη φύση και την ουσία αυτής της υπερφυσικής αξίας, καταλαβαίνουμε ότιείναι κάτι που ξεπερνά τις δυνάμεις μας. Θα αρκεστούμε μόνο στις ενέργειες τών αποτελεσμάτων της.

Τόσο είναι το μεγαλείο αυτής της «θείας προμηθείας» προς τα κτιστά όντα, ώστε και ο ίδιος ο δωρητής της να την εφαρμόσει, όταν κοινώνησε με τον υλικό μας κόσμο. Ο Λουκάς αναφέρει για τον Κύριό μας ότι «ην διανυκτερεύων εν τη προσευχή του Θεού» (Λουκ. 6,12). Χρησιμοποιούσε την προσευχή άλλοτε ως εξομολόγηση, άλλοτε σαν δέηση ήευχαριστία ήικεσία προς τον αρχίφωτό Του Πατέρα και απέδειξε το απαραίτητο και ουσιώδες αυτής της υπεραξίας. «Πάτερ, ευχαριστώ σοι ότι ήκουσάς μου. (Ίω. 11,41). «Πάτερ άγιε, τήρησον αυτούς εν τω ονόματί σου… ους δέδωκάς μοι εφύλαξα και ουδείς εξ αυτών απώλετο ειμη ο υιός της απωλεί-ας…ου περί τούτων ερωτώ μόνον, αλλά και περί των πιστευσόντων διά του λόγου αυτών ειςεμέ» (Ίω. 17, 11,12,20). Το μεγαλύτερο όμως και συγκλονιστικότερο παράδειγμα είναι η προσευχή τής Γεθσημανή, όπου τρεις φορές παρακάλεσε τον Πατέρα, όταν έμπρακτα ανέλαβε την παγκόσμια αποθεραπεία.

Όπου και αν στρέφουμε την προσοχή μας από τη θεμελίωση ολόκληρης της κτίσεως και μετά, βρίσκουμε τα πάντα συνυφασμένα με την προσευχή. Είναι, λοιπόν, η προσευχή, ο σύνδεσμος και ηενότητα όλων των κτισμάτων με το δημιουργό Θεό και ηδύναμη της προεκτάσεώς τους στο διηνεκές. Τόσο είναι ενωμένη με τα λογικά όντα αυτή ηυπεραξία, που μόνη της αυτόματα ενεργεί όσες φορές το επιβάλλει η ανάγκη και ασυναίσθητα κινούνται τα μέλη χωρίς σκέψη, ιδιαίτερα σε ώρα κινδύνου.

Είναι το τελειότερο όργανο και πράγμα, που παρέχει τη δυνατότητα στα κτίσματα -και ειδικά στον άνθρωπο-, να επικοινωνεί πρακτικά με τον πλάστη του. Ο άνθρωπος μέσω αυτής μπορεί να ζητά και να παίρνει ό,τι χρειάζεται, να μεταβάλλει την ποινή, που επιβάλλεται από τη θεία δικαιοσύνη, να αυξάνει την προσθήκη της θείας ευλογίας, να πληροφορείται όσα αγνοεί, να μεταδίδει τη συμπαράστασή του στους συνανθρώπους του, εκλιπαρώντας το Θεό γι’ αυτό, και γενικά να μετέχει σε πάρα πολλές ιδιότητες του Θεού Πατέρα μας.

Πάντως είναι αδύνατο να περιγράφουν τα κατορθώματα και προτερήματα αυτής της παναρετής, που λέγεται προσευχή. Ελάτε λοιπόν οι «κοπιώντες και πεφορτισμένοι», που κατοικείτε στην εξορία αυτή, στους κόλπους της μητέρας των αρετών προσευχής και αυτή θα σας αναπαύσει περισσότερο απ’ ό,τι θα περιμένατε ή θα ζητούσατε.

Τί είναι η νοερά προσευχή και γιατί λέγεται έτσι; Πώς επιτυγχάνεται;

Η προσευχή, αν και στη φύση της είναι μία, εκδηλώνεται με διάφορες μορφές και σχήματα, όπως φαίνεται μέσα στην Ιστορία. Αυτή η παναρετή περιγράφεται με διάφορες ονομασίες, που πάντοτε έχουν την ίδια σημασία. Προσευχή είναι η γενική ονομασία. Ανάλογα με το σκοπό και τον τρόπο που εκδηλώνεται λέγεται ευχή, δέηση, ικεσία, παράκληση, έντευξη, ακόμα και κραυγή, αν η ανάγκη που την επιβάλλει είναι επείγουσα.

Στην παρούσα μας όμως εξορία η προσευχή είναι όχι μόνο απαραίτητη, αλλά και επιβεβλημένη, γιατί ο Κύριος μάς διαβεβαιώνει ότι «χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν» (Ίω. 15,5). Τη συνεργασία μαζί του μόνο η προσευχή μπορεί να πετύχει με το «αιτείτε και δοθήσεται υμίν, ζητείτε και ευρήσετε, κρούετε και ανοιγήσεται υμίν» (Ματθ. 7,7).

Τους τρόπους της προσευχής μάς τους διδάσκουν οι Πατέρες μας, επειδή ήταν πραγματικοί εργάτες και κατακτητές των δωρεών και χαρισμάτων της. Κάθε στροφή και ύψωση του νου προς το Θεό είναι προσευχή. Όσο πιο ήσυχα και προσεκτικότερα γίνεται, τόσο περισσότερο καρποφορεί.

Ο πρακτικότερος τρόπος, που επικρατεί στο χριστεπώνυμο πλήρωμα, είναι η ψαλμωδία στους ιερούς ναούς με τη βοήθεια των ειδικών λειτουργικών βιβλίων. Άλλος τρόπος είναι ο «κατά μόνας» ή μεταξύ δύο ή τριών, με ευχές διάφορων Πατέρων ή ψαλμών του Δαβίδ. Άλλος πρακτικότερος τρόπος είναι η «κατά μόνας» προσευχή, με συγκέντρωση και προσοχή, στην οποία ο ευχόμενος εξομολογείται με συντριβή και εκβιάζει, με την επίμονή του ικεσία, τη φιλάνθρωπη συμπάθεια του Κυρίου μας. Άλλος τρόπος προσευχής είναι η μέθοδος της εσωστρέφειας, που εφάρμοσαν και δίδαξαν οιμοναχοί Πατέρες μας. Να κρατείται δηλαδή, ο νους αμετεώριστος στην καρδιά με τη λεγόμενη μονολόγιστη προσευχή, το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με».

Πρώτος ο Παύλος μάς πληροφορεί ότι δεν είναι δυνατή η σωτηρία χωρίς την πίστη και την επίκληση του σωτήριου ονόματος του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, του Υιού του Θεού. Με τη μονολόγιστη ευχή επιζητούμε τη θεία βοήθεια και παραδίδουμε τον εαυτό μας στο Χριστό. Ομολογούμε, όπως ο Πέτρος, ότι ο Κύριος είναι Υιόςτου Θεού. Η ευχήείναι περιεκτική Αγίου Πνεύματος, διότι «ουδείςδύναται ειπείν Κύριον Ιησούν ει μη εν Πνεύματι Αγίω» (Ά Κορ. 12,3).

Τοθέμα της ευχής είναι κοπιαστικό λόγω της αιχμαλωσίας του νου στις πολλές και κακές συνήθειες, που δεν υποχωρεί εύκολα, και χρειάζεται επιμονή και βία. Γι’ αυτό ο Παύλος παρακινεί: «τη προσευχή προσκαρτερείτε». Καρτερία σημαίνει επιμονή και παράταση. Στην επιμονή αυτή συμβαίνουν πολλές φορές διάφορα μικροεμπόδια είτε από φυσική κόπωση, είτε λόγω της ελλείψεως συνήθειας, είτε από το διάβολο. Δεν πρέπει να τα λαμβάνουμε υπόψη εφόσον ο σκοπός και το ζητούμενο είναι κατευθείαν ο Χριστός, η ζωή μας.

Στην επιμονή της επικλήσεως του πανάγιου ονόματος «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέτου Θεού, ελέ-ησόν με», αισθάνεται κανείς ότι πονούν οιώμοι ή το κεφάλι. Αυτά οφείλονται σε φθόνο του σατανά, που έχει σκοπό να διακόψει την προσπάθειαμας, και δεν τα προσέχουμε. Το «αδιαλείπτως προσεύχεσθε» (Α’ Θεσ. 5,17) είναι θέμα εντολής και γνωρίζουμε ότι «αι εντολαί του Κυρίου βαρείαι ουκ εισί» (Α’ Ίω. 5,3). Πώς αλλιώς θα μάθουμε έμπρακτα το λόγο του Κυρίου μας «Ότι χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν»(Ίω. 15,5) και το «επικάλεσαί με εν καιρώ θλίψεως και εξελούμαι σε» (Ψαλμ. 49, 15).

Οι έμπειροι πατέρες μάς διδάσκουν ότι άλλοτε πρέπει να λέμε όλες τις λέξεις της ευχής και άλλοτε, ιδιαίτερα στην αρχή, λόγω της αδυναμίας του νου να κρατά περισσότερες λέξεις, να λέμε «Ιησού, Υιέτου Θεού, ελέησόν με». Δεν πρέπει όμως να αλλάζουμε συχνά τα λόγια της ευχή ςκαι να λέμε πότε το ένα και πότε το άλλο, διότι δεν προκαλείται η καλή συνήθεια. Την ευχή την λέμε πότε με το στόμα, «εκφώνως», με σιγανή φωνή, ψιθυριστά, για να συγκρατείται ευκολότερα ο νους από το μετεωρισμό και τη σύγχυση του περιβάλλοντος και άλλοτε νοερά, με το νου μας. Και οι δύο τρόποι είναι απαραίτητοι και επωφελείς.

Η βία όμως της προθέσεως προκαλεί την ενέργεια της Χάριτος και ο νους διευκολύνεται. Με τη συνήθεια ευκολότερα επιμένει, παρηγορείται από τη Χάρη, αποκτά αίσθηση της θείας βοήθειας και με θάρρος συνεχίζει. Γευόμενος τη θεία παρηγοριά, λόγω της επιμονής του, κρατά μόνος του την ευχή,χωρίς τον ψιθυρισμό της φωνής -«ενδιάθετα»-, και προσεύχεται με λιγότερο κόπο, γιατί η Χάρη τον ελευθέρωσε από τη βία του μετεωρισμού. Εάν παραμείνει προσευχόμενος δέχεται το θείο φωτισμό, ελέγχει τα νοήματα και αποτρέπει τις προσβολές του παράλογου, που είναι όλο το σύστημα του παλαιού ανθρώπου. Τότε η Χάρη αποκαλύπτει τη βασιλεία του Θεού, που βρίσκεται μέσα μας, όπως ακριβώς δίδαξε και ο Κύριος: «η βασιλεία του Θεού εντός υμών έστι» (Λουκ. 17,21). Αυτόςο τρόπος της μονολόγιστης ευχής, αν εφαρμοστεί, είναι και λέγεται νοερά προσευχή.

Όταν η επίμονη αυτή εργασίασυνεχιστεί χωρίς διακοπή ή μεταμέλεια, η θεία Χάρη παραμένει πλέον μόνιμα στο νου και την καρδιά του αγωνιστή. Τότε όχι μόνο δε χρειάζεται προσπάθεια, αλλά μόνη της πλέον η ευχή λειτουργεί αδιάλειπτα, ακόμη και στον ύπνο. Ουδέποτεο αγωνιστής παύει ευχόμενος να παρακαλεί το Θεό με «στεναγμούς αλάλητους», όχι μόνο για τον εαυτό του, αλλά για κάθε θλιμμένο και καταπονεμένο και γενικά για όλη την κοινωνία των ανθρώπων.Χωρίς ιδιαίτερηπροσπάθεια κοινωνεί με τον πανανθρώπινο πόνο και «κλαίει μετά κλαιόντων και χαίρει μετά χαιρόντων» (Ρωμ. 12,15).

Η μονολόγιστη ευχή λέγεται σε κάθε τόπο, χρόνο ή περίσταση και σε όλες τις μορφές της κοινωνικής ή μεμονωμένης μας ζωής.

Δεν είναι αυτόαπαγορευμένο για τους κοσμικούς ανθρώπους, όπως μερικοί ισχυρίζονται, αν και χρησιμοποιείται περισσότερο από τους μοναχούς. Μπορεί ο καθένας, όπου και όπως βρίσκεται, να επικαλείται και να περιστρέφει μέσα του το όνομα του Χριστού. Προκαλώ την αγάπησας. Δοκιμάστε και πολύ σύντομα θα γευθείτε τους καρπούς αυτής της εργασίας. Το όνομα του Κυρίου μας δεν είναι μια απλή λέξη. Είναι δύναμη, είναι ενέργεια, είναι ανάσταση και ζωή!

Όποιος αποφασίσει με τη βοήθεια της Χάριτος να ασχοληθεί με αυτήντην εργασία,ας μη μικροψυχήσει, ας μη βαρεθεί, ας μην αμφιβάλλεικαι ο μισθός του θα είναι πολύς· όχι μόνο στον ουρανό, αλλά και εδώ θα ωφεληθεί. Είναι αδύνατοο Κύριοςμας, που «έτι αμαρτωλών όντων ημών υπέρ ημών απέθανε» (Ρωμ. 5,8), να μας παραβλέψει όταν τον επικαλούμαστε τόσο επίμονα, για να μας χαρίσει όσα μας υποσχέθηκε. Εάν ο Κύριος άκουσε τους δαίμονες, που τον παρακάλεσαν να μην τους αποστείλει στην άβυσσο, και το θεόργιστο Φαραώ, που καταδυνάστευε το λαό του, απάλλαξε από τις πληγές,δε θα ακούσει εμάςπου αδιάλειπτα, κατά το δυνατό, τον επικαλούμαστε; Ας γίνει και ας μείνει και σε μάςτους ασθενείς και αδύνατους, ως απαραίτητο καθήκον, η προσευχή και θα λάβουμε κατά τη Γραφή, «υπερεκπερισσού ων αιτούμεθα ή νοούμεν» (Έφ. 3,20).

πηγή: Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού, «Συζητήσεις στον Άθωνα», Ψυχωφελή Βατοπαιδινά 13, σ. 89-140