Παρασκευή 26 Μαρτίου 2021

Αρχιμ. Αρσένιος Κατερέλος: Προυποθέσεις και ωφέλεια εκ της ευχής



ΑΡΧΙΜ. ΑΡΣΕΝΙΟΣ ΚΑΤΕΡΕΛΟΣ

Η ΤΕΛΩΝΙΚΗ ΠΡΟΣΕΥΧΗ

Μέγιστο προνόμιο στόν ἄνθρωπο εἶναι ἡ προσευχή. Καί προσευχή σημαίνει ἀνάτασι στόν οὐρανό καί διάλογος καί προσωπική ἐπικοινωνία μας μέ τόν Θεό. Ὡς πρός τήν ποιότητά της, εἶναι συνουσία μετά τοῦ Θεοῦ, ἐφ᾽ ὅσον συνάπτεται ὁ ἄνθρωπος μετά τόν Θεό, δηλαδή μέ τίς ἄκτιστες θεϊκές ἐνέργειες.

Δέν πρέπει ὅμως νά ξεχνᾶμε ὅτι ἡ προσευχή εἶναι μία ἀπό τίς ἐντολές. Καί βέβαια, εἶναι ἀπό τίς πιό βασικές. Μέ τήν προσευχή βελτιωνόμαστε στήν τήρησι τῶν ἐντολῶν. Ἀλλά καί ἀντίστροφα μέ τήν τήρησι τῶν ἐντολῶν προαγόμαστε στήν προσευχή. Ἡ προσευχή εἶναι ὁ καθρέφτης τῆς ὅλης πνευματικῆς μας πορείας. Καί γιά νά γίνη εὐπρόσδεκτη ἀπό τόν Θεό, πρέπει κατά τό ὀλιγώτερο ἤ περισσότερο, νά τηρηθοῦν ὁπωσδήποτε κάποιες προϋποθέσεις. Διαφορετικά, ἄν δέν τηρηθοῦν, ὄχι μόνο δέν θά φθάνη στόν οὐρανό, δέν θά εἶναι εὐπρόσδεκτη στόν Θεό ἡ προσευχή μας, ἀλλά δέν θά ἀνεβαίνη πάνω ἀπό τό κεφάλι μας, μεταφορικά βέβαια. Δέν θά ξεπερνᾶ σέ ὕψος, ὅπως ἔλεγε χαριτολογῶντας ὁ Ὅσιος Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης, οὔτε καί αὐτό τοῦτο τό ἴδιο μας τό κεφάλι. Ἔλεγε σέ κάποιον ὁ Ὅσιος Παΐσιος: ''Μέ τήν τακτική πού ἀκολουθεῖς, ἡ προσευχή σου, ὄχι ἁπλῶς δέν φθάνει στόν οὐρανό, ἀλλά μένει, σέ ὕψος, κάτω καί ἀπό τό ἴδιο σου τό κεφάλι''.

Κατ᾽ ἀρχήν, θά πρέπη νά γίνεται ἡ προσευχή μας μέ πνεῦμα ταπεινώσεως, μέ βαθειά αὐτογνωσία καί αὐτομεμψία, χωρίς δικαιολογίες καί ἐξιδανικεύσεις τῶν πτώσεών μας καί τῆς ὄχι σωστῆς συμπεριφορᾶς μας.

Μέ μία λοιπόν λέξι ἡ προσευχή μας γιά νά εἶναι εὐάρεστη στόν Θεό, θά πρέπη νά εἶναι ''τελωνική'': ''Ὁ Θεός ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ''. Ἄκόμη κι ἄν λόγῳ τῆς πνευματικῆς μας τυφλώσεως δέν καταλαβαίνωμε ἐντελῶς τήν ἐνοχή μας, ἄς κάνωμε ἔστω μία προσπάθεια, ὥσπου νά μᾶς ἀνοίξη τά μάτια τῆς ψυχῆς ὁ Θεός.

ΑΡΧΙΜ. ΑΡΣΕΝΙΟΣ ΚΑΤΕΡΕΛΟΣ

Αρχιμ. Αρσένιος Κατερέλος: Η προσωπική μας σχέση με τον Θεό



ΑΡΧΙΜ. ΑΡΣΕΝΙΟΣ ΚΑΤΕΡΕΛΟΣ

Η ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΜΑΣ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΘΕΟ
(
Α-5)

Ἡ ὁδός τοῦ Χριστιανοῦ ποτέ δέν μπαίνει σέ πνευματικά καλούπια. Δέν ὑπάρχει κάποιος νόμος, πού νά διέπη τούς πάντες καί τά πάντα στήν ἐν Θεῷ ζωή. Διότι τό Ἅγιον Πνεῦμα ὅπου, ὅπως καί ὅταν θέλη ''πνεῖ''. Ἡ σχέσις τοῦ κάθε ἀνθρώπου μέ τόν προσωπικό ζῶντα Θεό εἶναι μοναδική καί ἀνεπανάληπτη, διότι ὁ κάθε ἄνθρωπος εἶναι μοναδικός καί ἀνεπανάληπτος.

Ὁ Θεός δέν δεσμεύεται, οὔτε ἀπό νόμους, οὔτε ἀπό ''πνευματικές συνταγές'', ἄλλωστε οἱ παράμετροι τῆς πνευματικῆς ζωῆς εἶναι ἀπειράριθμοι. Βλέπομε ἀνθρώπους νά κάνουν τά ἴδια πράγματα ἐξωτερικά καί νά φαίνεται ὅτι καί ἐσωτερικά ἔχουν τό ἴδιο φρόνημα πάνω-κάτω, ὄχι μόνον στά θέματα πίστεως, πού αὐτό θεωρεῖται αὐτονόητο - ἀλλά, δυστυχῶς στίς ἡμέρες μας δέν εἶναι -, ἀλλά καί σέ θέματα Ὀρθοδόξου πνευματικότητος. Ὅμως, ἐσωτερικά, ὑπάρχουν σ᾽ αὐτούς πάρα πολύ μεγάλες διαφορές, οἱ ὁποῖες δέν φαίνονται ἐξωτερικά. Καί, ὡς ἐκ τούτου, διαφέρει πάρα πολύ καί ἡ προσωπική τους σχέσι μέ τόν Θεό.

Οἱ θεοφόροι Πατέρες, κάνοντας μία προσπάθεια νά μᾶς βοηθήσουν, μᾶς ἔχουν δώσει κάποια ὅρια-ὁδηγίες γιά τόν πνευματικό μας ἀγῶνα, τά ὁποῖα ὅμως δέν ἀπολυτοποιοῦνται. Γι᾽ αὐτό πρέπει νά ὑπάρχη στόν ἀγωνιζόμενο χριστοκεντρική πνευματική καθοδήγησις. Σέ διαφορετική περίπτωσι, θά ἀρκοῦσε κάποιος νά ἐδιάβαζε κάποια βιβλία καί μετά νά ἐγνώριζε τί θά ἔπρεπε νά κάνη.

Γιά νά ἀντιμετωπισθοῦν σωστά ὅλα τά πνευματικά φαινόμενα, χρειάζεται ὁ Χριστιανός νά ἔχη σταθερή πνευματική σχέσι μέ διακριτικό πνευματικό πατέρα, πού θά τόν συμβουλεύη ὅ,τι τόν συμφέρει. Ἀλλά, τό τί συμφέρει ἐμᾶς, τίς πιό πολλές φορές ἐξαρτᾶται ἀπό τήν ἰδική μας δεκτικότητα, ποῦ δηλαδή θέτομε τόν πνευματικό μας πῆχυ. Γι᾽ αὐτό, νά μήν ἔχωμε τήν αὐταπάτη, ἀκόμη κι ὅταν κάνωμε ὑπακοή στόν πνευματικό, ὅτι ἐφαρμόζομε τό κατ᾽ εὐδοκίαν θέλημα τοῦ Θεοῦ, τό ὁποῖο εἶναι ὅλοι νά γίνωμε ἅγιοι, πρᾶγμα ἀπό τό ὁποῖο ἀπέχομε πάρα πολύ...

ΑΡΧΙΜ. ΑΡΣΕΝΙΟΣ ΚΑΤΕΡΕΛΟΣ

Ευχή για ζώντες και κεκοιμημένους



ΕΥΧΗ ΓΙΑ ΖΩΝΤΕΣ ΚΑΙ ΚΕΚΟΙΜΗΜΕΝΟΥΣ (06-Ν)

Ἀρχιμανδρίτης Ἀρσένιος Κατερέλος,
Ἡγούμενος Ἱ. Μονῆς Ἁγίου Νικολάου Δίβρης Φθιώτιδος

Ἀφοῦ εὐχηθοῦμε ''καλό ὑπόλοιπο τῆς Ἁγίας Τεσσαρακοστῆς, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, νά ὑπενθυμίσωμε, ὅτι κατά τήν προηγούμενή μας σύναξι, εἴχαμε ὁλοκληρώσει τήν προσευχή τοῦ Ἰησοῦ γιά ὅλους τούς ζῶντας, λέγοντας ''Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησον ἡμᾶς''.

Σήμερα σκόπιμα ξανατονίζομε, ὅτι γιά νά προσευχηθοῦμε γιά κάποιους λέγοντας τήν εὐχή, δέν χρειάζεται νά κουραζώμαστε καί νά ζαλιζώμαστε ἀναφέροντες συνεχῶς τά ὀνόματά τους. Ἀρκεῖ τήν πρώτη μόνο φορά νά ἀναφέρωμε τά ὀνόματα τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν καί μετά νά λέμε μόνο καί συνεχῶς τό ''Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησον ἡμᾶς''. Χωρίς δηλαδή μετά νά ἐπαναλαμβάνωμε τά ὀνόματα αὐτά, διότι στό ''ἡμᾶς'' συμπεριλαμβάνονται, καί ὁλόκληρη ἡ ἀνθρωπότητα, καί κατά ἕναν ἐντελῶς ξεχωριστό καί ἰδιαίτερο τρόπο, τά ὀνόματα πού προαναφέραμε τήν πρώτη μόνο φορά εἰς τήν ἀρχή.

Καί στό σημεῖο αὐτό ἐνθυμούμεθα, ὅτι ὅταν ἤμαστε ἀκόμη λαϊκοί καί κάποια ἡμέρα εἰσερχόμεθα στό Ἅγιον Ὄρος, συναντήσαμε ἐκεῖ στό καράβι, κάποιον κύριο, ὁ ὁποῖος μεταξύ τῶν ἄλλων μᾶς εἶπε τά ἑξῆς: «Ἔ, ἀφοῦ θά πᾶς στόν Γέροντα Παΐσιο, πές του νά κάμη προσευχή γιά μένα. Εἶμαι ὁ Νάρκισσος. Θά καταλάβη ὁ Γέροντας. Ξέρει τήν περίπτωσί μου». Ἐγώ μετά μία-δυό ἡμέρες πῆγα στόν Γέροντα. Ἀλλά τήν στιγμή πού ἔφθασα στόν Γέροντα εἶχα ξεχάσει τό ὄνομα τοῦ κυρίου πού μοῦ εἶχε πῆ νά διαβιβάσω στόν Γέροντα τήν ἱκεσία του γιά προσευχή. Καί εἶπα στόν π. Παΐσιο:

- «Γέροντα, μοῦ εἶπε κάποιος νά κάνετε προσευχή. Σᾶς ξέρει καί τόν ξέρετε. Συγγνώμη, ἀλλά ξέχασα τώρα τό ὄνομά του, γιατί εἶναι λίγο σπάνιο».
Καί μοῦ ἀπήντησε ὁ π. Παΐσιος:

- «Ἔ, καί; Ἄς τό ξέχασες. Τό ὄνομα τό ξέρει ὁ Θεός. Ξέρει ὁ Θεός ποιός εἶναι ὁ ἄνθρωπος αὐτός. Ἐγώ θά κάνω προσευχή γιά τό ἄτομο αὐτό καί ξέρει ὁ Θεός τί πρόβλημα ἔχει».
Πρίν ὅμως προχωρήσωμε καί μιλήσωμε γιά τήν προσευχή τοῦ Ἰησοῦ ἡ ὁποία ἀναφέρεται στούς κεκοιμημένους, ἄς ποῦμε λίγα λόγια, σέ πρώτη βέβαια φάσι, γιά τό κομβοσχοίνι, μιᾶς καί ἐρωτηθήκαμε δημόσια περί αὐτοῦ.

Τό κομβοσχοίνι δέν εἶναι μέν ὑποχρεωτικό νά χρησιμοποιῆται κατά τήν προσευχή τοῦ Ἰησοῦ. Ὅμως, τελικά, στήν πρᾶξι, εἶναι πολύ πρακτικό, πολύ χρήσιμο, καί ἄρα ἐπιβεβλημένο, πέρα γιά πέρα. Δηλαδή εἶναι πιό ἀποτελεσματική ἡ εὐχή, ὅταν λέγεται μέ τό κομβοσχοίνι, ὅταν εἴμαστε ἀπερίσπαστοι.

Κατ᾽ ἀρχάς, αὐτό καθ᾽ ἑαυτό τό κομβοσχοίνι εἶναι εὐλογημένο, ἐφ᾽ ὅσον ἔχη στήν ἄκρη τό σημεῖο τοῦ Σταυροῦ. Ὁ κάθε κόμπος ἔχει 7 ἤ 9, νομίζω, σταυρούς - ἄς μή μποῦμε, τώρα, σέ λεπτομέρειες τέτοιου εἴδους. Ἡ παράδοσις λέγει, ὅτι βρέθηκε αὐτός ὁ σταυροειδής κόμπος γιά νά μή μπορῆ νά πλησιάση ὁ διάβολος. Διότι φρίττει ὁ διάβολος, ὅταν βλέπη τό σημεῖο τοῦ Σταυροῦ. Ὅπως ἐπί παραδείγματι συνέβη σέ κάποιον μοναχό, ὅπου εἶχε φτιάξει κόμπους γιά νά μετράη τίς εὐχές του καί ὁ διάβολος ἔλυνε αὐτούς τούς κόμπους.

Ἡ πρώτη τώρα χρησιμότητα τοῦ κομποσχοινιοῦ εἶναι νά μᾶς δείχνη, νά μᾶς δίνη ἕναν σταθερό καί αὐτόματο ρυθμό, μία σταθερή συχνότητα ὅταν λέμε τήν εὐχή. Νά ἀναφέρωμε ἐπ᾽ αὐτοῦ ὅτι ἡ ἀντιστοιχία εἶναι: Ἕνας κόμπος πού μετρᾶμε, μία εὐχή νά λέμε. Ὄχι δηλαδή νά λέμε μία εὐχή καί νά προσπερνοῦμε πολλούς κόμπους. Γιατί δυστυχῶς ἀπό κακή ἴσως συνήθεια, παρατηρεῖται κάποιες φορές αὐτό τό φαινόμενο. Νά λέγη δηλαδή κάποιος μιά εὐχή καί νά περνάη τούς κόμπους δυό-δυό, τρεῖς-τρεῖς, δέκα-δέκα. Δέν εἶναι σωστό αὐτό. Ἅλλωστε δέν ἔχει κανένα νόημα.

Δέν πρέπει, τό ξανατονίζομε, νά λέμε τήν εὐχή μηχανικά καί βεβιασμένα, ἀλλά νά χωνεύωμε καλά τό νόημα τῶν λέξεων πού προφέρομε. Ὅπως συμβαίνει ὅταν παρακαλοῦμε ἕνα ὑψηλά ἱστάμενο πρόσωπο γιά ἕνα αἴτημά μας, προσέχομε ὄχι μόνο τί θά ποῦμε, ἀλλά καί πῶς θά τό ποῦμε. Ἔ, αὐτό ἰσχύει, κατά μείζονα λόγο γιά τόν οὐράνιο Βασιλέα, τόν Βασιλέα τῶν βασιλευόντων, τόν Κύριο ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστό.

Ἀπό τήν μία λοιπόν πρέπει νά χωνεύωμε καλά τά λόγια τῆς προσευχῆς, καί ἔτσι ὄχι μόνο δέν θά κουραζώμαστε, ἀλλά θά ξεκουραζώμαστε ἀπό τά λόγια τῆς προσευχῆς. Ἐπί πλέον θά μεγιστοποιοῦμε τήν προσωπική μας ὠφέλεια, ἡ ὁποία ἀπορρέει ἀπό τήν εὐχή. Ἀπό τήν ἄλλη ὅμως νά μήν ἀφήνωμε χρονικά κενά ἀπό εὐχή σέ εὐχή, γιά νά μή προλαβαίνη ὁ νοῦς μας νά μετεωρίζεται καί νά σκέφτεται ἄλλα πράγματα καί νά διαχέεται, ἰδιαίτερα, ὅταν εἴμαστε στήν ἀρχή αὐτῆς τῆς πνευματικῆς ἐργασίας τῆς προσευχῆς.

Ἐπί πλέον τώρα ὅσον ἀφορᾶ στίς εἰσπνοές - ἐκπνοές κατά τήν διάρκεια τῆς εὐχῆς, ἤ ἀπό εὐχή σέ εὐχή, καί γενικώτερα στίς διάφορες τεχνικές μεθόδους αὐτοσυγκεντρώσεως, ὅπως τό νά καθώμαστε σέ κάποιο σκαμνάκι, νά ἔχωμε ὡρισμένη στάσι, νά στρέφωμε τό κεφάλι πρός τό στῆθος, κλπ. - χωρίς ὅλα αὐτά νά τά περιφρονοῦμε, κάθε ἄλλο -, ὅμως θεωροῦμε σκόπιμο, στήν φάσι αὐτή τοὐλάχιστον, νά μή τά ἀναφέρωμε σέ γενικό ἐπίπεδο.  Καί τοῦτο, ἐπειδή φοβόμαστε νά μήν ὑπάρξουν παρανοήσεις καί γίνουν ὅλα αὐτά αὐτοσκοπός. Διότι ὁ τελικός στόχος καί καρπός τῆς προσευχῆς μας πρέπει νά εἶναι ἡ διά βίου ἀπέκδυσις τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου καί ἡ ἔνθεη ταπείνωσις.

Διότι, αὐτές οἱ τεχνικές μέθοδοι, ἰδιαίτερα ἡ τεχνική τῆς ἀναπνοῆς, ἀπαιτοῦν σωστό ὁδηγό, ἐπειδή ὑπάρχουν διάφοροι κίνδυνοι, ὄχι μόνο πνευματικοί, ἀλλά καί ὀργανικοί. Δηλαδή μπορεῖ νά νομίση ὁ προσευχόμενος ὅτι δῆθεν εἶναι σέ μέτρα, προχωρημένος, κλπ., σέ βαθμό μάλιστα νά φθάση καί σέ αὐτήν τούτην τήν πλάνη. Διότι οἱ πλᾶνες στήν προσευχή, ὅταν λείπη τό ἐσωτερικό ὑγιές πνευματικό προσωπικό ὑπόβαθρο, δέν εἶναι λίγες, οὔτε εὐκολοδιάκριτες.

Ἕνα ἁπλό παράδειγμα ἄς ἀναφέρωμε: Σκεφθεῖτε κάποιον ἀρχάριο νά ἔχη πέσει ''μέ τά μοῦτρα'' - συγγνώμη γιά τήν ἔκφρασι - στήν ἐργασία τῆς εὐχῆς καί νά λέγη τήν εὐχή ἀδιάλειπτα καί ἀπό τόν πολύ ζῆλο νά μή λέγη ''καλημέρα'' στόν  ὁποιονδήποτε περαστικό  δίπλα του γιά νά μή χάση, δῆθεν, τόν εἱρμό τῆς προσευχῆς. Ἄν αὐτός δέν συνετισθῆ, ἀλλά συνεχίση μέ τό ἴδιο φρόνημα νά περιφρονῆ τόν ἕναν καί τόν ἄλλον πού περνάει δίπλα του καί νά λέγη τήν εὐχή, κανείς δέν μπορεῖ νά προβλέψη πόσο σοβαρά προβλήματα, πνευματικῆς καί ὀργανικῆς φύσεως, μπορεῖ νά ἀποκτήση.

Ἀλλά, πέρα ἀπό τούς προαναφερθέντας κινδύνους, ὁ κυριώτερος λόγος πού δέν ἀναφερόμεθα στίς διάφορες τεχνικές εἶναι ὅτι πιστεύομε ἀκράδαντα, ὅτι οἱ τεχνικές αὐτές τελικά πολύ μικρό ρόλο παίζουν στήν καρποφορία τῆς προσευχῆς. Διότι, ὅλο σχεδόν τό βάρος πέφτει στόν ἐν γένει σωστό μας πνευματικό ἀγῶνα. Γιατί, ὅποιος ἐπί παραδείγματι, λέγει τήν εὐχή τοῦ Ἰησοῦ καί κάνει ''συμβόλαιο'' μέ τόν Χριστό, ὄχι νά συγχωρηθῆ, νά διορθωθῆ, νά ταπεινωθῆ καί νά φωτισθῆ, ἀλλά λέγει τήν εὐχή γιά νά ἀποκτήση κάποια πνευματικά χαρίσματα, ὅπως νά καυχιέται ὅτι ''ἔχει τήν εὐχή'', ἔ τότε ὁ Θεός, καί πάλι ἀπό ἀγάπη, δέν θά τοῦ δώση τά ἀναμενόμενα χαρίσματα γιά νά μήν ἀλαζονευθῆ.

Ἄς διαβάσωμε τί λέγει σχετικά κάποιος Ρῶσος στάρετς ἐπί τοῦ θέματος αὐτοῦ. Λέγει: «Ἄς ἀφήσωμε στόν ἴδιο τόν Κύριό μας τήν μεταμόρφωσι τῆς συγκεντρωμένης προφορικῆς προσευχῆς μας σέ νοερά προσευχή καί σέ καρδιακή προσευχή. Θά τήν μεταμορφώση, δίχως ἄλλο, σάν μᾶς ἰδῆ ἔστω καί λίγο ὡριμασμένους, καθαρισμένους, μέ τήν ἐφαρμογή τῶν ἐντολῶν». Καί συνεχίζει λέγοντας παρακάτω: «Ὅποιος εἶναι νήπιος σέ πνευματική ἀνάπτυξι, δέν εἶναι κατάλληλος γιά πνευματικές δωρεές. Δέν θά τίς χρησιμοποιήση γιά τήν δόξα τοῦ Θεοῦ, οὔτε γιά ὠφέλεια δική του, ἤ γιά ὠφέλεια τοῦ πλησίον».

Καί συνεχίζει λέγοντας: «Θά τίς χρησιμοποιήση, τοὐναντίον, γιά νά πλήξη τόν ἑαυτό του. Θά γίνη ἀλαζόνας καί θά φουσκώση μέ τήν μοιραία ἔπαρσι καί τήν καταστρεπτική περιφρόνησι τοῦ πλησίον. Καί ὅταν, ἐνῶ δέν ἔχωμε χαρίσματα καί ἔχομε ἕνα σωρό ἀδυναμίες, συνεχῶς κομπάζωμε καί ταπεινώνωμε τόν ἄλλον, τί θά συνέβαινε, ἄν μᾶς εἶχαν ἐμπιστευθῆ κάποιον θησαυρό πνευματικό, κάποια εἰδικά χαρίσματα; Δέν θά γινόταν αὐτό αἰτία μιᾶς ἀκόμη πιό τρομερῆς καταστροφῆς μας;»
Ὅπως μᾶς ἔλεγε ὁ π. Παΐσιος: «Θέλει ὁ Θεός νά μᾶς δώση λίγη Χάρι, καί πρίν καλά-καλά μᾶς τήν δώση, ὑπερηφανευόμαστε, νομίζομε ὅτι κάτι εἴμαστε, καί ἔτσι, γιά καλό δικό μας, δέν μᾶς τήν δίνει καθόλου».

Μά, ἄνθρωπέ μου, ὑπερηφανεύεσαι γιά τήν Χάρι; Μά τό λέγει ἐτυμολογικά καί ἡ ἴδια ἡ λέξις ὅτι εἶναι ''χάρις''. Τό ὅτι θέλει δηλαδή ὁ Θεός καί σοῦ τήν δίνει, δέν σημαίνει ὅτι εἶναι ὁ Θεός δεσμευμένος νά σοῦ τήν δώση ὁπωσδήποτε, ἄνθρωπέ μου».

Καί σέ κάποια ἄλλη συνάφεια ἔλεγε σχετικά, γιά τό ἴδιο θέμα, ὁ π. Παΐσιος, ὅτι πολλές φορές μοιάζει ὁ ἄνθρωπος σάν ἕνα μικρό παιδάκι, ἕνα βρέφος, πού προσπαθεῖ νά ἀνεβῆ μία μεγάλη σκάλα. Καί ἐνῶ βρίσκεται στό πρῶτο σκαλί, προσπαθεῖ νά πάη στό δεύτερο. Δέν τά καταφέρνει. Προσπαθεῖ, πέφτει, σηκώνεται, ξαναπέφτει... Αὐτό γίνεται πολλές φορές, ὥσπου τό πιάνει ἡ μάνα του, γιατί τό λυπᾶται, καί μέ μιᾶς τό τοποθετεῖ στό τελευταῖο σκαλί. Καί μετά λέει τό παιδάκι στόν ἑαυτό του: ''Μπράβο μου, ποῦ ἀνέβηκα!'' Ἔ, ὁ ἄνθρωπος, ἄν σκέφτεται ὅπως εἴπαμε πρίν, σκέφτεται ἀκόμη πιό ἀνώριμα καί ἀπό αὐτό τό βρέφος.

Ἔτσι λοιπόν γιά νά ἐπανέλθωμε, τό πρῶτο πλεονέκτημα τοῦ κομβοσχοινιοῦ εἶναι ὁ σταθερός ρυθμός. Βέβαια, ἄν θέλωμε ἀκόμη πιό πολύ νά ἐμβαθύνωμε στό θέμα τῆς συχνότητας, πού γιά μᾶς εἶναι πάρα πολύ σοβαρό θέμα, καλό εἶναι νά ἀναφέρωμε τό ἑξῆς: Ὁ κάθε ἄνθρωπος, ἄν ἀγωνισθῆ γιά κάποιο διάστημα εἰς τό πνευματικό ἀγώνισμα τῆς προσευχῆς τοῦ Ἰησοῦ, κάποια στιγμή ἀποκτᾶ μία δική του, ἄς τήν ὀνομάσωμε ἔτσι, στιγμιαία ''ἰδιοσυχνότητα'' εὐχῆς (δηλαδή τῆς περιόδου ἐκείνης). Αὐτή συμβαίνει νά εἶναι καί ἡ συχνότητα μέ τήν ὁποία λέγει ὁ ἄνθρωπος τήν προσευχή, ὅταν ἡ εὐχή λέγεται ἀπό μόνη της αὐτενέργητα, ἀβίαστα, νοερά, καρδιακά. Ἐπί παραδείγματι, ὅταν ὁ προσευχόμενος κοιμᾶται, ἤ ὅταν ξυπνάη καί ἀντιλαμβάνεται νά λέγεται ἡ εὐχή ἀπό μόνη της μέσα του, ἔ, αὐτή ἀκριβῶς ἡ ἰδιοσυχνότητα εἶναι καί ἡ πιό ἐνδεικνυομένη συχνότητα γιά νά ἐκφέρεται ἡ εὐχή ἀπό τόν ἄνθρωπο αὐτό ἀνά πᾶσα ὥρα καί στιγμή. Ἔτσι, κατά τόν ταπεινό μας λογισμό, νομίζομε ὅτι ἔχομε ἐσωτερικό πνευματικό συντονισμό κατά τόν ὁποῖο μεγιστοποιοῦνται τά ὀφέλη τῆς εὐχῆς.

Ἐπίσης δεύτερη μεγάλη βοήθεια πού μᾶς παρέχει τό κομβοσχοίνι, εἶναι ὅτι μᾶς ὑπενθυμίζει νά λέμε τήν εὐχή ὅταν ὁ νοῦς μας ταξειδεύη τῇδε-κακεῖσε, πέρα-δῶθε, κλπ. Εἶναι δηλαδή τρόπον τινά ἕνας τέλειος ὑπομνηματιστής. Διότι μᾶς ὑπενθυμίζει συνεχῶς νά λέμε τήν εὐχή. Διότι, ὅπως καταλαβαίνετε, ἐάν κρατᾶς στό χέρι σου τό κομβοσχοίνι, καί νά ξεφύγης λίγο - πού σίγουρα θά ξεφεύγωμε κάπου-κάπου - ἔ, ὅταν κοιτᾶς τό κομβοσχοίνι, αὐτό θά σοῦ ὑπενθυμίζη τό ἱερό καί ἀδιάκοπο χρέος σου. Ἔτσι εἶναι πάρα πολύ καλό νά κρατᾶμε τό κομβοσχοίνι στό χέρι - ὅταν βέβαια εἶναι ἐφικτό - καί νά μή τό ἀποχωριζώμεθα. Καί ἐάν τό ἀποχωρισθοῦμε - αὐτό εἶναι εὐχή βέβαια - νά εἶναι μόνον ἀπό πολλή ἀνεξέλεγκτη πνευματική χαρά-ἡδονή.

Ὅπως συνέβαινε σέ κάποια ψυχή, πού σταματοῦσε τήν εὐχή καί ἄφηνε τό κομβοσχοίνι, ἐπειδή ἐγοητεύετο. Καί ὅταν ἐπυρπολῆτο ἀπό τήν πολλή θεία ἡδονή καί ἀπό τήν ὑπερφυσική θεία λάμψι, τῆς φαινόταν ὁ πολύς χρόνος πού προσευχόταν σ᾽ αὐτήν τήν κατάστασι γιά πολύ λίγος. Ἤ καλύτερα, τῆς φαινόταν ὅτι σταματοῦσε ὁ χρόνος, καθ᾽ ὅσον τότε ὑπῆρχε ἐμπειρικά ἄϋλη αἴσθησις τοῦ ἄϋλου Θεοῦ. Ἀλλά γιά νά γίνωνται αὐτά καί ἄλλα ἀνώτερα, ὡραιότερα, γοητευτικώτερα, χρειάζεται πολύς καί σωστός ἀγῶνας. 

Καί στό σημεῖο αὐτό, ἐπειδή ὅλοι μας ἀπογοητευόμεθα, λίγο-πολύ ἀπό τήν μή συγκέντρωσι τοῦ νοός μας, θά σᾶς διαβάσω, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ἀποσπασματικά, ἕνα κομμάτι ἀπό τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Χρυσόστομο. Λέγει ὁ ἱερός Πατήρ:

«Ἡ θύμησις τοῦ ὀνόματος τοῦ Ἰησοῦ διεγείρει τόν ἐχθρό γιά μάχη. Γιατί μία ψυχή πού πιέζει τόν ἑαυτό της νά λέη τήν προσευχή τοῦ Ἰησοῦ, μπορεῖ μέ αὐτήν τήν ἴδια τήν προσευχή νά βρῆ ὁ,τιδήποτε. Καί ἀγαθό, καί πονηρό. Πρῶτα ἡ ψυχή μπορεῖ νά δῆ τό πονηρό στά μύχια τῆς καρδιᾶς της, νά τό ἐντοπίση δηλαδή, καί ὕστερα μπορεῖ νά δῆ τό ἀγαθό. Ἡ προσευχή αὐτή μπορεῖ νά ὑποκινήση τόν ὄφι σέ δρᾶσι. Καί ἡ ἴδια αὐτή μπορεῖ νά τόν συντρίψη μετά. Ἡ προσευχή αὐτή μπορεῖ νά ξεχώση τήν ἁμαρτία πού ζεῖ μέσα μας φωλιασμένη καί ἡ ἴδια αὐτή προσευχή μπορεῖ νά τήν ξερριζώση καί νά τήν ἐξοστρακίση». Καί καταλήγει ὁ ἱερός Χρυσόστομος λέγοντας: «Χρειάζεται πολύς χρόνος καί μόχθος γιά νά διωχθῆ ὁ ἐχθρός καί νά ἐγκατασταθῆ μέσα μας ὁ Χριστός».

Γιά τό θέμα τώρα τῶν δυσκολιῶν κατά τήν προσευχή, πάνω ἀπ᾽ ὅλα ὁ Θεός βλέπει τήν διάθεσι στόν ἄνθρωπο. Εἶναι ἀνθρώπινο κάποιες φορές, ἀπό κούρασι καί ἀπό ἀκηδία, ἄν τό θέλετε, ἀπό κάποια ψυχική ταραχή, ἀπό κάποια ἄλλα αἴτια, νά ἔχωμε κάποιες παρενέργειες πού βέβαια δέν εἶναι ἐπαινετές. Ἀλλά καί τότε εἶναι πολύ καλύτερα νά λέμε τήν εὐχή, ἀπό τό νά μή προσπαθοῦμε καθόλου τήν νά λέμε.

Μᾶς ἔλεγε ὁ π. Παΐσιος σχετικά: «Νά, σήμερα μοῦ ἦλθε ἕνας κοσμικός μέ φόρα καί σκανδαλίσθηκε γιατί πῆγε σέ κάποιο μοναστήρι καί εἶδε νά γελάη, στήν ἐκκλησία μέσα, ἕνας μοναχός. Καί τόν ἄρχισα καί τοῦ εἶπα: ''Βρέ, αὐτός ὁ μοναχός κατ᾽ ἀρχάς, εἶναι ὁ ἐκκλησιαστικός τῆς Μονῆς - τόν ἤξερε ὁ Γέροντας. Δηλαδή σχεδόν ὅλη μέρα εἶναι μέσα στήν ἐκκλησία. Ἕνα ὀκτάωρο, πάνω-κάτω, εἶναι οἱ ἀκολουθίες μιᾶς ἡμέρας, τό εἰκοσιτετράωρο. Ἐπί πλέον ἀπό τό ὀκτάωρο, ὁ ἐκκλησιαστικός χρειάζεται τρεῖς-τέσσερις ὧρες γιά νά ἑτοιμάση, καντήλια, πολυελαίους καί ὅλα τά σχετικά γιά τίς προβλεπόμενες καθημερινές ἀκολουθίες. Ἔ, εἶναι φυσικό νά μή κάθεται ὅλες αὐτές τίς ὧρες πάντα κολώνα μέσα στήν ἐκκλησία''. Καί τοῦ εἶπα: ''Ξέρεις τί ἀγῶνα κάνει αὐτός; Καί σύ σκανδαλίσθηκες, καϋμένε; Ἐσύ τί κάνεις; Πᾶς ἕνα τέταρτο, μισή  ὥρα, τήν Κυριακή στήν ἐκκλησία. Καί ἄν πᾶς, καί πῶς πᾶς, καί γιατί πᾶς.... Καί μετά, τήν ὑπόλοιπη ἑβδομάδα, ποῦ πηγαίνεις, ποῦ συχνάζεις, τί κάνεις; Ἄς μή τό προχωρήσωμε.... Καί σκανδαλίζεσαι, γιατί αὐτός γέλασε λιγάκι, ἤ γιατί κουράσθηκε λίγο καί λαγοκοιμήθηκε στήν ἐκκλησία καί τά παρόμοια; Αὐτός εἶναι εὐλογημένος ὕπνος, ὁ ἐντός τῆς Κιβωτοῦ, μέσα στήν ἐκκλησία. Ὁ Θεός δέν τά μετράει ἔτσι. Ἄς μή κάνωμε σάν τούς Καθολικούς, πού πᾶνε λίγο στήν ἐκκλησία καί κάθονται σάν βρεγμένες γάτες, σάν παγόβουνα. Ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι τήν ἐκκλησία τήν αἰσθανόμαστε σπίτι μας καί καθόμαστε πιό ἄνετα, πιό φυσικά καί πιό ἀνθρώπινα''».

Τό τρίτο ἐπί πλέον στοιχεῖο πού ἔχει τό κομβοσχοίνι, εἶναι ὅτι εἶναι ἕνας πολύ καλός μετρητής. Μποροῦμε δηλαδή μέ αὐτό νά μετρᾶμε τίς εὐχές τοῦ κανόνα μας, τίς εὐχές πού λέμε. Καί ὡς γνωστόν ὑπάρχουν κομβοσχοίνια τριαντατριάρια, πενηντάρια, κατοστάρια, τριακοσάρια καί δωδεκάρια. Βέβαια τά δωδεκάρια καί τά τριαντατριάρια εἶναι πιό εὔχρηστα νά τά ἔχη κανείς καί ὅταν εἶναι σέ χῶρο δημόσιο, γιά νά μή γίνεται δηλαδή ἀντιληπτός, ὥστε νά μή προκαλῆ...

Ἐπίσης ὑπάρχουν οἱ σταυρωτές εὐχές πού γίνονται μέ τό κομβοσχοίνι.  Σέ αὐτές τίς περιπτώσεις, κρατᾶμε, ἄν θέλωμε, τό κομποσχοίνι μέ τό ἀριστερό χέρι καί μέ τό ἴδιο αὐτό χέρι, τό ἀριστερό δηλαδή, μετρᾶμε τίς εὐχές πού λέμε. Τώρα, μέ τό δεξί χέρι, παράλληλα μέ τήν κάθε εὐχή πού λέμε τοῦ Ἰησοῦ, κάνομε τό σημεῖο τοῦ Σταυροῦ, τό ὁποῖο αὐτό σημεῖο συνοδεύεται μέ μία μικρή μας ταυτόχρονη ὑπόκλισι, μέ μία δηλαδή ἐλαφρυά μικρή μετάνοια, ὅπως λέγεται. Ἀλλά πρέπει αὐτή ἡ κίνησις νά εἶναι χαλαρή, γιά νά μή γίνεται διάσπασις στήν εὐχή. Ἐννοιολογικά βέβαια ταιριάζει σέ κάθε εὐχή πού κάνομε μαζί μέ τόν σταυρό μας, ὅταν φθάσωμε στό ''ἐλέησόν με'', τότε ἀκριβῶς τό δεξί μας χέρι νά βρίσκεται στό κατώτερο σημεῖο τῆς ὑποκλίσεώς μας. Βέβαια αὐτά τά κομβοσχοίνια γίνονται, εἴτε εἴμαστε ὄρθιοι, εἴτε εἴμαστε γονατιστοί.

Αὐτοῦ τοῦ εἴδους τά κομβοσχοίνια, μαζί μέ τίς ἐδαφιαῖες μετάνοιες, ἀπαρτίζουν τόν λεγόμενο ''πνευματικό προσωπικό κανόνα'' τῶν μοναχῶν καί ὄχι μόνο τῶν μοναχῶν, ἀλλά καί κάποιων λαϊκῶν. Θεωροῦνται πιό δραστικά ἀπό τά ἁπλᾶ κομβοσχοίνια, τά ὁποῖα γίνονται ἐλεύθερα χωρίς ταυτόχρονες σταυρωτές ὑποκλίσεις. Αὐτά τά ἐλεύθερα λεγόμενα κομβοσχοίνια μποροῦμε νά τά κάνωμε, εἴτε ὅταν εἴμαστε ὄρθιοι, εἴτε περπατῶντας, εἴτε γονατιστοί, εἴτε καθιστοί, εἴτε ὅταν εἴμαστε ἀκόμη καί στό κρεββάτι, ἀνάλογα βέβαια μέ τήν περίπτωσι. Ἐνῶ, ὅπως ἤδη εἴπαμε, τά σταυρωτά κομβοσχοίνια γίνωνται ὅταν εἴμαστε κυρίως ὄρθιοι.  Καί ὅταν ὑπάρχη κάποιος λόγος, κάποιο πρόβλημα ὑγείας, κάποια ὑπερβολική κόπωσις, τότε τά κάνομε γονατιστοί.

Ἐπίσης μέ τό κομβοσχοίνι γίνονται καί οἱ ''ἐδαφιαῖες'' στρωτές μετάνοιες. Δηλαδή, ἀπό ὄρθιοι πού εἴμαστε, πέφτομε κάτω στό δάπεδο, στηριζόμενοι στά χέρια μας, καί σκύβομε ὥσπου ἡ κεφαλή μας νά ἀκουμπήση σχεδόν τό δάπεδο. Παράλληλα μέ ὅλην αὐτήν τήν κίνησι, κάνομε τό σημεῖο τοῦ Σταυροῦ, μέ τό δεξί μας χέρι, καί κρατῶντας τό κομβοσχοίνι μέ τό ἀριστερό, μετρᾶμε τίς μετάνοιες πού κάνομε.

Στίς μετάνοιες ἐνδείκνυται, χωρίς βέβαια νά εἶναι ἀπαραίτητο, νά λέμε τήν εὐχή πιό ἀναλυτικά, δηλαδή νά λέμε ''Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ Υἱέ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με τόν ἁμαρτωλόν''. Βέβαια, αὐτό εἶναι θέμα καθαρά προσωπικό. Κατά τήν γνώμη μας εἶναι καλύτερα νά λέμε ὁλόκληρο τόν στίχο αὐτόν τῆς προσευχῆς γιά νά προλαβαίνωμε νά κάνωμε, ὅπως ἤδη εἴπαμε, τήν πλήρη μετάνοια, δηλαδή ἀπό ὄρθιοι νά πέφτωμε γονατιστοί καί  ἐν συνεχείᾳ ἡ κεφαλή μας να βρίσκεται σχεδόν μπρούμυτα κάτω, καί κατόπιν ἀντίστροφα νά σηκωνώμεθα πάλι ὄρθιοι. Ἑπομένως χρειάζεται κάποιος χρόνος. Ὁπότε, ἄν λέμε πιό πολλές λέξεις στήν κάθε εὐχή, προλαβαίνομε νά κάνωμε ὅλην αὐτήν τήν κίνησι πιό φυσιολογικά, πιό ἄνετα, πιό ἁρμονικά. Βέβαια, καί στήν περίπτωσι αὐτή, πρέπει νά φροντίζωμε, γιατί ἔτσι ταιριάζει ἐννοιολογικά, ὅταν λέμε τό ''ἐλέησόν με τόν ἁμαρτωλό'', κατά τήν στιγμή ἐκείνη πού λέμε τήν λέξι ''τόν ἁμαρτωλό'', νά εὑρίσκεται ἡ κεφαλή μας στήν πιό χαμηλή θέσι, σχεδόν δηλαδή στό ἔδαφος. Γιατί ἔτσι, μέ τήν στρωτή μετάνοια, παραστατικά ἐκδηλώνομε, δείχνομε τήν πτῶσι μας, λόγῳ τῆς προσωπικῆς μας ἁμαρτίας ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Αὐτά ὡς πρός τά κομβοσχοίνια.

Βέβαια ξανατονίζομε ὅτι ἐμεῖς πού εἴμαστε στόν κόσμο, μέ ἕνα σωρό ὑποχρεώσεις, πρέπει νά ἐξασκηθοῦμε νά λέμε τήν εὐχή ψιθυριστά ἤ νοερά καί χωρίς κομβοσχοίνι. Παράλληλα δηλαδή μέ ἄλλες ἀσχολίες πού ἔχομε, κατά τίς ὁποῖες τίς περισσότερες ἴσως φορές, δέν εἶναι δυνατόν, οὔτε ἄλλωστε ἁρμόζει, νά κρατᾶμε παράλληλα μέ τήν εὐχή μας καί τό κομβοσχοίνι. Ὅπως καί νἄχη βέβαια τό πρᾶγμα ὡς πρός τό κομβοσχοίνι, ἐκεῖνο πού ἔχει σημασία εἶναι ὅτι δέν πρέπει νά προκαλοῦμε τούς ἄλλους. Δέν πρέπει νά ἐπιδεικνυώμεθα δημόσια. Ταυτόχρονα ὅμως πρέπει νά ἔχωμε ἔνθεο ζῆλο γιά ὁμολογία πίστεως, εὐχῆς, κλπ. Ὅλα αὐτά βέβαια εἶναι θέμα διακρίσεως καί ποτέ δέν μπαίνουν σέ καλούπια.

Στό σημεῖο αὐτό, ἄς ἀναφερθοῦμε καί στούς κεκοιμημένους, πῶς γίνεται δηλαδή ἡ εὐχή τοῦ Ἰησοῦ γιά τούς ἀπ᾽ αἰῶνος κεκοιμημένους ἀδελφούς μας.

Μᾶς εἶχε ρωτήσει, φοιτητές ὄντες ἐκείνη τήν ἐποχή, ὁ π. Παΐσιος τό ἐξῆς: «Τί εἶναι πιό χρήσιμο, πιό ἀναγκαῖο, νά προσευχώμαστε γιά τούς ζωντανούς ἤ γιά τούς κεκοιμημένους;» Καί ἐμεῖς ἀπαντήσαμε, συναισθηματικά ἴσως: «Γιά τούς ζωντανούς, γιά νά μετανοήσουν». Καί μᾶς εἶπε ὁ σοφός Γέροντας: «Εἶναι προτιμώτερο νά προσευχώμαστε γιά τούς κεκοιμημένους, γιατί αὐτοί δέν μποροῦν πλέον νά αὐτοβοηθηθοῦν, ὅπως οἱ ζῶντες οἱ ὁποῖοι μποροῦν ἀπό μόνοι τους νά μετανοήσουν».

Ἔτσι λοιπόν ἐπιβάλλεται μέ τό παραπάνω νά προσευχώμαστε μέ τήν μέθοδο αὐτή τῆς προσευχῆς τοῦ Ἰησοῦ γιά τούς κεκοιμημένους λέγοντας, στήν περίπτωσι αὐτή: ''Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἀνάπαυσον τούς δούλους Σου''. Παρακαλῶ νά προσέξωμε, ποτέ νά μή γράφωμε τήν λέξι ''πεθαμένοι'' στά ψυχοχάρτια ἤ νά τήν ἀναφέρωμε στίς κουβέντες μας, γιατί ἁπλούστατα στήν Ὀρθοδοξία δέν ὑπάρχουν πεθαμένοι, ἐπειδή ἀναμένεται ἡ Κοινή Ἀνάστασις τῶν νεκρῶν. Οἱ κεκοιμημένοι δέν μποροῦν πλέον νά βοηθήσουν τόν ἑαυτό τους, διότι ἔληξε γι ᾽αὐτούς ἡ προθεσμία. Ὁ πανάγαθος ὅμως Θεός καί ὁ δικαιότατος Κριτής, ἔστω καί τήν τελευταία στιγμή, θέλει ὅλους νά τούς σώση, ''πάντας ἀνθρώπους θέλει σωθῆναι''. Γι᾽ αὐτό περιμένει ἀπό ἐμᾶς κάτι, στήν περίπτωσι αὐτή.

Ἐδῶ εἶναι ἕνα πάρα πολύ λεπτό σημεῖο, στό ὁποῖο φαίνεται ἡ ἀρχοντιά τοῦ Θεοῦ. Ἀλλά δυστυχῶς αὐτή ἡ ἀρχοντιά τοῦ Θεοῦ, ἀντί νά μᾶς συγκινῆ, νά μᾶς φιλοτιμῆ καί νά μᾶς γοητεύη, πολλές φορές μᾶς σκανδαλίζει καί μᾶς ἀποπροσανατολίζει. Ἐν προκειμένῳ, στό θέμα μας, ἐάν ἐπενέβαινε ἀπό μόνος του ὁ Θεός γιά νά σώση τίς ψυχές αὐτές τῶν κεκοιμημένων, οὐσιαστικά θά παραβίαζε τήν ἐλευθερία τους, τήν ἐλευθερία μας δηλαδή γενικώτερα, τό αὐτεξούσιό μας, πού εἶναι τό μεγαλύτερο ἀγαθό μας. Διότι δέν ὑπάρχει λογικό δημιούργημα ἄνευ ἐλευθερίας. Καί ἀντίστροφα, κάθε ἐλεύθερο δημιούργημα εἶναι, ἐκ κατασκευῆς, ἐξ ὁρισμοῦ, λογικό. Καί ἡ μεγαλύτερη διαφορά πού ἔχομε ἀπό τά ἄλογα ζῶα, δέν εἶναι ἡ δύναμις - ἐπί παραδείγματι ὑπάρχουν ζῶα πολύ πιό δυνατά καί πολύ πιό ἀδύνατα, ἄν τό θέλετε, ἀπό ἐμᾶς -, οὔτε τόσο ἡ νοημοσύνη. Ἀλλά, ἄς μήν ἐπεκταθοῦμε. Ἡ μεγαλυτέρα διαφορά μας εἶναι ἡ ἐλευθερία καί ἡ λογική. 

Γιά νά γίνωμε πιό σαφεῖς: Κανένα ζῶο, ὅσο δυνατό κι ἄν εἶναι, δέν διανοεῖται νά ἀλλάξη τό φυσικό περιβάλλον στό ὁποῖο ζεῖ. Ἐνῶ ὁ ἄνθρωπος ὡς γνωστόν, εἶναι ἱκανός νά φέρη τά πάνω κάτω, νά τά κάνη ὅλα ἀγνώριστα. Ἀλλά, καί αὐτὀς ἀκόμα ὁ Θεός, στό ὅλο σχέδιο τῆς σωτηριολογίας Του ἔναντι τοῦ ἀνθρώπου, σεβάσθηκε καί ἐνήργησε ἔτσι ὥστε νά μή παραβιασθῆ ἡ ἀνθρωπίνη ἐλευθερία, ἔστω καί ἐλάχιστα. Γιατί εἴμαστε ἐκ κατασκευῆς ἐλεύθεροι καί ἐπιμένει νά μᾶς θέλη ἐλευθέρους. Ἄλλο θέμα βέβαια, ὅτι ὑφιστάμεθα τίς συνέπειες τῆς ἐλευθερίας μας.

Μία φορά ἐρωτήσαμε τόν μακαριστό Γέροντα Παΐσιο: «Γιατί δέν σαρκώθηκε πιό πρίν ὁ Χριστός, ὥστε νά ὑπάρχη ἡ βεβαιότητα τῆς σωτηρίας γιά περισσοτέρους ἀνθρώπους;» Καί μᾶς ἀπήντησε: «Τό ἤθελε, ἀλλά δέν εὕρισκε τόν κατάλληλο ἄνθρωπο. Βρῆκε τήν Παναγία ἄμεμπτη,  πού δέχθηκε ἐλεύθερα τόν Εὐαγγελισμό Της ἀπό τόν ἀρχάγγελο Γαβριήλ». Ὡς γνωστόν, ἡ Παναγία μετά τόν σεσοφισμένο δισταγμό της εἶπε τό περίφημο ''ἰδού ἡ δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά τό ρῆμα σου''. Καί μετά ἀπό αὐτές τίς λέξεις τῆς Παναγίας Μητέρας μας, ὁ Θεός ἔγινε ἄνθρωπος γιά νά κάνη ἐμᾶς τούς ἀνθρώπους θεούς κατά Χάριν.

Ἤ, ἄς τό γενικεύσωμε κάπως. Γιατί δέν κάνει στήν ἐπόχή μας προκλητικά θαύματα ὁ Χριστός;  Γιατί δηλαδή στά πρῶτα χρόνια τοῦ Χριστιανισμοῦ ἐγίνοντο πάρα-πάρα πολλά θαύματα, ἐνῶ μετέπειτα ὑπεχώρησε ἡ ποσότης αὐτῶν τῶν θαυμάτων; Πολλά τά αἴτια: Ἡ πίστις, ἡ ἀγωνιστική διάθεσις καί πολλά ἄλλα. Ἀλλά, ἡ κυριωτέρα αἰτία εἶναι ἐπειδή πλέον σέβεται ὁ Θεός τήν ἐλευθερία μας. Τότε, στήν ἀρχή δηλαδή τῆς διαδόσεως τοῦ Χριστιανισμοῦ, ὑπῆρχε ἀνάγκη νά γίνουν πολλά θαύματα. Ὑπῆρχε ἀνάγκη νά ὑπάρχη γιά παράδειγμα τό ἔκτακτο χάρισμα τῆς γλωσσολαλιᾶς κατά τήν Πεντηκοστή. Καί τοῦτο, ὄχι γιατί τό θαῦμα εἶχε καί ἔχει καμμία ἰδιαίτερη ἀξία, ἀλλά ἐπειδή, μέ ἀφορμή καί αἰτία τό θαῦμα, ἦταν εὐκολώτερο νά πιστέψουν οἱ ἄνθρωποι στήν διδασκαλία τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων καί ὅλων τῶν τότε ἐργατῶν τοῦ Εὐαγγελίου, οἱ ὁποῖοι μέ τά θαύματα τά ὁποῖα ἔκαναν, ἐγίνοντο, ὅλοι αὐτοί, πιό πιστευτοί καί πιό ἀποδεκτοί στό ἀκροατήριό τους. Ἀλλά, ἐάν τά τότε θαύματα, τά ὁποῖα ἐγίνοντο σωρηδόν, ἐάν ἐσυνεχίζοντο μέ τήν ἴδια συχνότητα καί ἀργότερα, τότε οὐσιαστικά θά ἐκαταργεῖτο ἡ ἀνθρωπίνη ἐλευθερία, διότι τό συνεχές προκλητικό θαῦμα οὐσιαστικά καταργεῖ τήν πίστι καί δημιουργεῖ μιά μορφή καταναγκασμοῦ.

Ὁπότε ἐν προκειμένῳ τώρα γιά τούς κεκοιμημένους περιμένει ἀπό μᾶς ὁ καλός Θεός νά προσφέρωμε ἐλεύθερα τό δικό μας αὐτεξούσιο, τήν δική μας ἐλευθερία, ἀβίαστα, ἀπό φιλότιμο, ὑπέρ τῶν ψυχῶν αὐτῶν τῶν κεκοιμημένων γιά νά βρῆ, ἄς μᾶς ἐπιτραπῆ ἡ ἔκφρασις, γιά νά βρῆ ἀφορμή ὁ Θεός νά βοηθήση καί ὅλες αὐτές τίς ψυχές τῶν κεκοιμημένων. Καί ἔτσι οἱ πάντες ὠφελοῦνται. Καί οἱ σεσωσμένοι, καί οἱ κολασμένοι, ἐφ᾽ ὅσον καί στίς δύο καταστάσεις ὑπάρχουν ἄπειρες, ἀτελείωτες, διαβαθμίσεις. Στόν μέν Παράδεισο, ''εἰς τήν οἰκία δηλαδή τοῦ Πατρός'', ὅπως λέγει καί ἡ Γραφή, ''πολλαί μοναί εἰσί''. Ὑπάρχουν πολλές καταστάσεις σεσωσμένων, ἀνάλογα μέ τό πόσο ἀγῶνα ἔκαναν ἐπί τῆς γῆς. Ὅπως ἀκριβῶς στόν Παράδεισο, τό ἴδιο καί στήν κόλασι ὑπάρχουν διάφορες διαβαθμίσεις. Βλέπετε, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, καί στόν Παράδεισο ὑπάρχουν τά λεγόμενα πνευματικά ''πηγαδάκια''. Ἐκεῖνο πού θέλω νά συνειδητοποιήσωμε στό σημεῖο αὐτό εἶναι ὅτι, ὅταν ὁ ἄνθρωπος πεθαίνη χωρίζεται ἡ ψυχή του ἀπό τό σῶμα του. Ἡ ψυχή πηγαίνει στόν οἰκεῖο τόπο ὅπου ἐκεῖ προγεύεται, ἤ τήν Κόλασι, ἤ τόν Παράδεισο.

Ἀλλά καί στόν Παράδεισο δέν ὑπάρχει πλήρης, τετελεσμένη κατάστασις, ἐφ᾽ ὅσον δέν ὑπάρχουν τά ἀναστημένα σώματα τῶν σεσωσμένων ἀνθρώπων. Δέν ἔχει γίνει ἡ Κοινή Ἀνάστασις τῶν κεκοιμημένων. Ἀκόμη καί οἱ Ἅγιοι, ἐκτός φυσικά τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου καί τοῦ Θεανθρώπου πρωτοτόκου ἀδελφοῦ μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὅλοι οἱ Ἅγιοι, εὑρίσκονται στόν Παράδεισο μόνον ὡς ψυχές. Καί ὅταν εἶπε ὁ Κύριος, ὅτι ἡ βλασφημία κατά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος - πού ὅπως ἔχομε ἐξηγήσει σέ ἄλλη σύναξι εἶναι ἡ ἀμετανοησία - δέν θά συγχωρηθῆ, οὔτε τώρα, οὔτε εἰς τόν μέλλοντα αἰῶνα, ἐξηγοῦν, οἱ θεόσοφοι ἑρμηνευτές, ὅτι ὁ Χριστός ἐννοοῦσε ἐν προκειμένῳ ὅτι ὁ μέλλων αἰών εἶναι ἡ χρονική περίοδος ἡ ὁποία ξεκινᾶ ἀπό τόν προσωπικό θάνατο τοῦ καθενός ἀνθρώπου καί φθάνει μέχρι τήν Δευτέρα Παρουσία τοῦ Χριστοῦ. Τότε θά ἔλθη ὁριστικά καί ὁλοκληρωμένα ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ὁπότε, σύμφωνα μέ τά προαναφερθέντα λόγια τοῦ Χριστοῦ συμπεραίνεται ὅτι μέχρι τήν Δευτέρα Παρουσία οἱ ἄλλες ἁμαρτίες μποροῦν νά συγχωρηθοῦν, ἀνάλογα βέβαια μέ τήν βαρύτητα τῶν ἁμαρτιῶν, μέ τήν προσευχή τῆς στρατευομένης Ἐκκλησίας, δηλαδή μέ τίς προσευχές ὅλων ἡμῶν γιά τούς κεκοιμημένους ἀδελφούς μας.

Ἔτσι λοιπόν, παράλληλα μέ τά τρισάγια, τά μνημόσυνα, μαζί μέ τά ὀνόματα πού δίνομε στήν Προσκομιδή γιά μνημόνευσι, μαζί μέ τά Σαρανταλείτουργα καί τίς ἐλεημοσύνες ὑπέρ τῶν ψυχῶν τῶν κεκοιμημένων, παράλληλα μέ ὅλα αὐτά πού ἔχει θεσπίσει θεοπνεύστως ἡ ἁγία μας Μητέρα Ἐκκλησία, ἐνδείκνυται καί ἐπιβάλλεται νά λέμε, εὐκαίρως-ἀκαίρως, τό ''Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἀνάπαυσον τούς δούλους σου''.

Ἀλλά γιά τά ὑπόλοιπα πού ἀφοροῦν τούς κεκοιμημένους, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, πρῶτα ὁ Θεός, θά συνεχίσωμε μέ περαιτέρω ἀνάλυσι στήν ἑπόμενή μας σύναξι.   

(Ἀρχιμανδρίτης Ἀρσένιος Κατερέλος,
Ἡγούμενος Ἱ. Μονῆς Ἁγίου Νικολάου Δίβρης Φθιώτιδος
Ἑσπερινή ὁμιλία στόν Ἱ. Ναό Παναγίας Δεσποίνης Λαμίας κατά τό ἔτος 1999)

πήγή: http://hristoifantos.blogspot.gr/

Η μέθοδος της ευχής εις την Υπεραγία Θεοτόκο, εις τους Αγίους και Κεκοιμεημένους



Ἀρχιμανδρίτης Ἀρσένιος Κατερέλος,

Η  ΜΕΘΟΔΟΣ ΤΗΣ ΕΥΧΗΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΓΙΑ ΘΕΟΤΟΚΟ, ΕΙΣ ΤΟΥΣ ΑΓΙΟΥΣ  ΚΑΙ ΕΙΣ ΤΟΥΣ ΚΕΚΟΙΜΗΜΕΝΟΥΣ (07-Ν)

Εἰς τήν προηγούμενη σύναξί μας, ἀγαπητοί μου ἐν Χριστῷ ἀδελφοί, εἴχαμε ἀναφερθῆ εἰς τήν προσευχή γιά τούς κεκοιμημένους ἀδελφούς μας, εἰς τό ''Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἀνάπαυσον τούς δούλους σου'', καί εἴχαμε ἀναφέρει, ὅτι αὐτή ἡ προσευχή ἐνδείκνυται καί ἐπιβάλλεται, μέ τό παραπάνω γιά τούς κεκοιμημένους σέ σχέσι μέ τούς ζῶντας ἀδελφούς μας, ἐφ᾽ ὅσον οἱ κεκοιμημένοι δέν μποροῦν πλέον νά βοηθήσουν τόν ἑαυτό τους. Διότι ἔχει πλέον λήξει ἡ προθεσμία μετανοίας τους.

Καί ἐδῶ ἁπλῶς νά ξανατονίσωμε εἰς τήν ἀγάπη σας, ὅτι τήν πρώτη μόνο φορά, ὅταν ξεκινᾶμε τήν εὐχή, εἶναι πολύ καλό καί ἐνδείκνυται νά ἀναφέρωμε κάποια ὀνόματα κεκοιμημένων, ὅπως ὀνόματα συγγενικῶν προσώπων, γνωστῶν μας, ἤ προσώπων γιά τά ὁποῖα αἰσθανόμεθα κάποιας πνευματικῆς ἤ ὑλικῆς φύσεως εὐγνωμοσύνη καί τά παρόμοια. Νά ἀναφέρωμε δηλαδή τήν πρώτη μόνο φορά τά ὀνόματα αὐτά καί μετά, ἐν συνεχείᾳ, χωρίς νά κουραζώμεθα, νά ζαλιζώμεθα, καί ἔτσι νά συγχέεται ὁ νοῦς μας ἐπαναλαμβάνοντας συνεχῶς τά ἴδια ὀνόματα, νά λέμε ἁπλᾶ, μόνο, τό ''Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἀνάπαυσον τούς δούλους Σου''. Ἐκεῖ μέσα, εἰς τό ''ἀνάπαυσον τούς δούλους Σου'', εὑρίσκονται ὅλοι οἱ ἀπ᾽ αἰῶνος κεκοιμημένοι ἀδελφοί μας, ἀλλά ἐπί πλέον, κατά ἕναν ἐντελῶς ξεχωριστό, μοναδικό καί ἰδιαίτερο τρόπο, εὑρίσκονται καί τά ὀνόματα πού ἀναφέραμε τήν πρώτη μόνο φορά, εἰς τήν ἀρχή. Καί ἔτσι οἱ πάντες ὠφελοῦνται, καί οἱ σεσωσμένοι καί οἱ κολασμένοι, ἐφ᾽ ὅσον καί στίς δύο καταστάσεις ὑπάρχουν ἄπειρες διαβαθμίσεις.

Εἰς τό Γεροντικό ἀναφέρεται, σχετικά μέ τόν ἀββᾶ Μακάριο, τό ἑξῆς: «Εἶπε ὁ ἀββᾶς Μακάριος: ''Περπατῶντας κάποτε εἰς τήν ἔρημο, βρῆκα παραπεταμένο στό ἔδαφος ἕνα κρανίο νεκροῦ. Καί κουνῶντας το μέ τό ραβδί, μοῦ μίλησε τό κρανίο. Καί τοῦ λέγω: «Σύ ποιός εἶσαι;» Τό κρανίο μοῦ ἀποκρίθηκε: «Ἐγώ ἤμουν ἱερεύς τῶν εἰδώλων καί τῶν ἐθνικῶν ὅπου εἶχαν ἀπομείνει σέ αὐτόν τόν τόπο. Καί σύ εἶσαι ὁ Μακάριος, ὅπου ἔχεις τό Ἅγιο Πνεῦμα μέσα σου. Ὅταν ἐσύ σπλαγχνισθῆς ὅσους εἶναι στήν κόλασι, Μακάριε, καί προσευχηθῆς γι᾽ αὐτούς, βρίσκουν κάποια παρηγοριά». Τοῦ λέγω: «Ποιά εἶναι ἡ παρηγοριά; Καί ποιά ἡ Κόλασι;» Μοῦ ἀποκρίνεται τό κρανίο: «Ὅσο ἀπέχει ὁ οὐρανός ἀπό τήν γῆ, τόση εἶναι ἡ φωτιά κάτω ἀπό ἐμᾶς. Στεκόμαστε δέ, ἀπό τά πόδια ἕως τό κεφάλι, μέσα σέ αὐτή τήν φωτιά καί δέν μποροῦμε νά κοιτάξωμε κάποιον πρόσωπο μέ πρόσωπο, ἀλλά ἡ ράχη τοῦ ἑνός εἶναι κολλημένη στήν ράχη τοῦ ἄλλου». Πλήρης δηλαδή ἀκοινωνησία. Καί συνεχίζει τό κρανίο λέγοντας: «Ὅταν λοιπόν προσεύχεσαι, Μακάριε, ἐσύ γιά μᾶς, βλέπει κάπως ὁ ἕνας τό πρόσωπο τοῦ ἄλλου. Αὐτή εἶναι ἡ παρηγοριά». Καί ἔκλαψα τότε καί εἶπα: «Ἀλλοίμονο στή μέρα πού γεννιέται ὁ ἄνθρωπος!» Τοῦ λέγω ἔπειτα τοῦ κρανίου: «Ὑπάρχει ἄλλο χειρότερο βάσανο;» Μοῦ λέγει τό κρανίο: «Μεγαλύτερο βάσανο εἶναι ἀπό κάτω μας». Τοῦ λέγω: «Καί ποιοί εἶναι ἐκεῖ;» Μοῦ ἀποκρίνεται τό κρανίο: «Ἐμεῖς, ἐπειδή δέν γνωρίζαμε τόν Θεό, βρίσκομε κάποιο ἔλεος. Ὅσοι ὅμως τόν γνώρισαν καί τόν ἀρνήθηκαν καί δέν ἔπραξαν τό θέλημά Του, ἀπό κάτω μας εἶναι» - δηλαδή εἶναι πολύ χειρότερα. Πῆρα τότε τό κρανίο καί τό ἔθαψα''». Αὐτά, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, μᾶς διηγήθηκε ὁ ἀββᾶς Μακάριος.

Ὅπως μᾶς ἔλεγε καί ὁ π. Παΐσιος, σχετικά γιά τό θέμα αὐτό, ''δέν εἶναι τό ἴδιο πρᾶγμα νά βρίσκεσαι σέ μία σκοτεινή καί ζεστή φυλακή καί νά σκᾶς καί νά μή βλέπης τίποτε, ἀπό τό νά εἶσαι στήν ἴδια φυλακή καί νά ἔχης ἐκεῖ, κάπου-κάπου, τήν δυνατότητα νά πίνης καί κανένα δροσερό ἀναψυκτικό''. Καταλαβαίνετε ἀσφαλῶς, τί ἐννοοῦσε ὁ Γέροντας. Πνευματικό ἀναψυκτικό.

Βέβαια, σπανιώτατα ἔχομε καί περιπτώσεις πού βγῆκαν ἄνθρωποι καί ἀπό αὐτήν τήν κόλασι. Ὄχι δηλαδή ἁπλῶς ἐβελτιώθη ἡ θέσις των, εἴτε αὐτοί εὑρίσκοντο εἰς τήν κόλασι, εἴτε αὐτοί εὑρίσκοντο εἰς τόν Παράδεισο, ἀλλά ἔχομε καί περιπτώσεις, πού καί ἀπό αὐτήν ταύτην τήν κόλασι νά ἔχουν μεταφερθῆ οἱ ψυχές των εἰς τόν Παράδεισον. Ὅπως π.χ. ἀναφέρεται εἰς τήν Πατερική Γραμματολογία, ἡ περίπτωσις πού ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Διάλογος, ἕνας μεγάλος Ἅγιος πού ἔζησε εἰς τήν Δύσι, μετά ἀπό ἐντεταμένη καί ἐκτενεστάτη καί διακαῆ προσευχή, ἔβγαλε ἀπό αὐτήν τήν κόλασι τήν ψυχή ἑνός γνωστοῦ ρωμαίου αὐτοκράτορα, ὀνόματι Τραϊανοῦ.

Κλείνοντας, ὅσα εἴχαμε νά ποῦμε γιά τήν προσευχή γιά τούς κεκοιμημένους μέ τήν μέθοδο αὐτή, ἁπλῶς νά ἀναφέρωμε ὅτι πρέπει νά προσευχώμεθα γιά ὅλους ἀνεξαιρέτως τούς ἀπ᾽ αἰῶνος κεκοιμημένους, ἐκτός φυσικά ἀπό τούς ἐπίσημα ἀναγνωρισμένους Ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας μας. Νά τούς βάζωμε ὅλους δηλαδή στό συγχωροχάρτι. Διότι ἀκόμη καί ἐκεῖνοι πού εἶναι πλούσιοι πνευματικά, μέ τίς προσευχές μας γίνονται ἀκόμη πιό πλούσιοι. Ἀκόμη κι ἄν ὑπάρχη ἡ βεβαιότητα, τρόπον τινά, εἰς τήν συνείδησι τῆς Ἐκκλησίας μας γιά κάποιες ψυχές ὅτι ἔχουν μεγάλη παρρησία εἰς τόν Θεό, ὅμως ἀπό τήν στιγμή πού δέν εἶναι ἀναγνωρισμένοι ἐπίσημα ὡς Ἅγιοι, ὀφείλομε ἀδίστακτα νά τούς μνημονεύωμε εἰς τίς Λειτουργίες - αὐτή εἶναι ἡ τάξις τῆς Ἐκκλησίας - καί γενικῶς, νά προσευχώμεθα γιά τίς ψυχές τους.

Διότι, ὅπως ἔλεγε ὁ γνωστός σας π. Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης, ἄν σέ ἕναν πολυεκατομμυριοῦχο δώσης μία, δύο, ἑκατό, χίλιες δραχμές ἐπί πλέον, ὄχι μόνο δέν τοῦ κάνεις κακό, ἀλλά τόν κάνεις ἀκόμη πιό πλούσιο. Μέ καταλαβαίνετε... Ἀλλά καί μέ καλή, λευκή, θεάρεστη ''πονηρία'' νά δοῦμε τό θέμα, ἀπό τήν στιγμή πού αὐτός γιά τόν ὁποῖο προσευχόμεθα ἔχει ὄντως παρρησία στόν Θεό, ἔ, καί αὐτός, μέ τήν σειρά του, θά προσεύχεται ἀκόμη γιά ἕναν λόγο παραπάνω γιά μᾶς, ὁπότε καί ἀπό αὐτήν τήν ἄποψι ἔχομε ἕνα ἐπί πλέον προσωπικό πνευματικό κέρδος.

Ἔτσι λοιπόν, μέ τό ''Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἀνάπαυσον τούς δούλους Σου'', μποροῦμε νά προσευχώμεθα γιά ὅλες τίς ψυχές τῶν κεκοιμημένων.
Καί στό σημεῖο αὐτό, ἄς περάσωμε καί ἄς ἀναλύσωμε εἰς τήν ἀγάπη σας τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο πρέπει, κατ᾽ ἀναλογίαν καί κατ᾽ ἀντιστοιχίαν, νά προσευχώμεθα μέ τήν ἴδια μέθοδο εἰς τήν Παναγία Μητέρα μας. Γιά τόν Χριστό λέμε ''Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με'', ''Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησον ἡμᾶς'', ''Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἀνάπαυσον τούς δούλους Σου''.

Νά δοῦμε τώρα τί μποροῦμε νά ποῦμε, κατ᾽ ἀναλογίαν πάντα, εἰς τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο. Ἀλλά πρίν μποῦμε σέ αὐτό τό θέμα, ἄς ποῦμε κάποια πράγματα εἰσαγωγικά, πού εἶναι ἀπαραίτητα.

Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ἄν ὁ Χριστός εἶναι ὡς ἄνθρωπος ὀντολογικός μεσίτης τοῦ ἀνθρωπίνου γένους πρός τήν Ἁγία Τριάδα, ἄν δηλαδή αὐτή αὕτη ἡ Ἐνανθρώπισις, ἀπό μόνη της, εἶναι ἡ αἰτία τῆς εὐνοίας τοῦ Θεοῦ στό ἀνθρώπινο γένος, ἐφ᾽ ὅσον ὁ Χριστός, ὡς ἄνθρωπος εὐηρέστησε σέ τέλειο βαθμό τήν Ἁγία Τριάδα - διότι διά τοῦ Χριστοῦ συμφιλιωθήκαμε ξανά μέ τόν ἅγιο ἔνδοξο Τριαδικό Θεό καί αὐτό ὁλοκληρώθηκε φυσικά στό γεγονός τῆς Ἀναλήψεως, κατά τό ὁποῖο ἀνέβηκε ὁλόκληρη ἡ ἀνθρωπίνη φύσις μας σέ αὐτό τοῦτο τό ὕψος τῆς Ἁγίας Τριάδος. Συνέπεια δέ αὐτῆς τῆς συμφιλιώσεως καί τῆς συνδιαλλαγῆς ἦταν ἡ ἐκ νέου ἀποστολή τῆς ἐνεργείας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἔ τότε, ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος εἶναι ὁ πιό τέλειος ἠθικός μεσίτης στόν Τριαδικό Θρόνο.

Ἡ παρρησία τῆς Παναγίας εἶναι παμμεγίστη. Ἀρκεῖ νά σκεφθοῦμε, ὅτι ὁ Θεός Της, ταυτόχρονα ὡς ἄνθρωπος εἶναι καί θά εἶναι καί υἱός Της. Ἡ Παναγία, ὅπως λέγει ἕνα τροπάριο, εἶναι ἡ ''αἰτία τῆς τῶν πάντων θεώσεως''. Γι᾽ αὐτό, παράλληλα μέ τίς εὐχές πρός τόν Χριστό μας, κατ᾽ ἀναλογίαν, ἐνδείκνυται καί ἐπιβάλλεται νά λέμε τό ''Ὑπεραγία Θεοτόκε, σῶσον με'', γιά τόν ἑαυτό μας, καί τό ''Ὑπεραγία Θεοτόκε, σῶσον ἡμᾶς'', ὅταν προσευχώμεθα γιά ὅλους τούς ζῶντες, ὅπως ἤδη ἔχομε ἐξηγήσει. Τέλος, νά ἀναφέρωμε τό ''Ὑπεραγία Θεοτόκε, ἀνάπαυσον τούς δούλους Σου'' γιά τούς ἀπ᾽ αἰῶνος κεκοιμημένους ἀδελφούς μας, μέ τήν ἴδια δηλαδή ἀκριβῶς μέθοδο, εἴτε μέ τό κομβοσχοίνι, εἴτε χωρίς αὐτό, ὅπως ἀναφερθήκαμε πιό ἀναλυτικά γιά τίς ἀντίστοιχες προσευχές εἰς τόν Κύριο ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστό.

Βέβαια, ὅπως εἴπαμε, μόνο ὁ Χριστός εἶναι μεσίτης ὀντολογικός, πού σώζει. Καί, ὅταν λέμε ''Ὑπεραγία Θεοτόκε σῶσον με, ἤ σῶσον ἡμᾶς, κλπ.'', ἔχει τήν ἔννοια τοῦ ''πρέσβευε''. Ἔχει λοιπόν τήν σημασία τῆς πρεσβείας. Ἁπλῶς, ἐπειδή ἡ πρεσβεία τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου κατέχει ἐντελῶς ξεχωριστή θέσι μέσα εἰς τήν ἁγία μας Ἐκκλησία, σέ σχέσι δηλαδή μέ τούς ὑπολοίπους Ἁγίους, γι᾽ αὐτό τιμητικά, ἀξίως, δικαίως καί πρεπόντως γιά τήν Παναγία Μητέρα μας, ἐνδείκνυται καλύτερα νά λέμε τό ''Ὑπεραγία Θεοτόκε, σῶσον ἡμᾶς'', ἐνῶ γιά ὅλους τούς ὑπολοίπους Ἁγίους νά λέμε '' Ἅγιοι τοῦ Θεοῦ, πρεσβεύσατε ὑπέρ ἡμῶν''.

Γιά νά ἐννοήσωμε λίγο ἀπό τό μεγαλεῖο τῆς παρρησίας τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, ἀρκεῖ νά ἀναφερθοῦμε, περιληπτικά καί χωρίς ἱστορικές λεπτομέρειες, εἰς τήν εἰκόνα τῆς Παραμυθίας, ἡ ὁποία εὑρίσκεται εἰς τήν Ἱερά Μονή Βατοπαιδίου τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Ἀπό αὐτήν τήν εἰκόνα, θαυματουργικά ἐμίλησε ἡ Παναγία καί προεμήνυσε στούς τότε ἐκεῖ εὑρισκομένους μοναχούς νά λάβουν κάποια μέτρα ἀσφαλείας, γιατί θά ἐδέχοντο πειρατική ἐπίθεσι. Τότε συνέβη καί, σχεδόν ταυτόχρονα, ὁ εἰκονιζόμενος Χριστός τῆς εἰκόνας, πῆγε αὐτόματα νά κλείση τό στόμα τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου λέγοντας: ''Μή τούς προστατεύης αὐτούς τούς μοναχούς. Δέν εἶναι ἄξιοι τῆς ἀποστολῆς των''. Καί, μέ τήν σειρά της, ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος ἐκράτησε τό χέρι τοῦ Χριστοῦ ἀπό τοῦ νά τῆς κλείση τό στόμα τῆς Παναγίας ὁ Χριστός μας. Καί ἀπό τότε δηλαδή παρέμεινε ἡ εἰκόνα αὐτή ζωγραφισμένη ἔτσι καί ὄχι ὅπως τήν εἶχε φτιάξει ὁ ἁγιογράφος στήν ἀρχή. Ἀπό τότε οἱ πιό πολλές κουρές συνηθίζεται νά γίνωνται μπροστά σέ αὐτήν τήν εἰκόνα τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου.

Αὐτά γιά τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο, ὡς πρός τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο πρέπει νά προσευχώμεθα εἰς Αὐτήν μέ τήν μέθοδο τῆς νοερᾶς προσευχῆς.

Τέλος, ἐκτός ἀπό τήν Παναγία Μητέρα μας, ὅπως ἤδη ἀναφέραμε, εἶναι συμφέρον γιά μᾶς νά προσευχώμεθα, πάντα κατ᾽ ἀναλογίαν, καί εἰς τούς Ἁγίους τῆς κάθε ἡμέρας, λέγοντας τό '' Ἅγιοι τοῦ Θεοῦ, πρεσβεύσατε ὑπέρ ἐμοῦ''. Διότι τήν κάθε ἡμέρα δέν ἑορτάζουν μόνον ὁ ἕνας ἤ οἱ δύο Ἅγιοι, πού ἀναγράφονται εἰς τό Ἡμερολόγιο, οὔτε μόνον οἱ ἀκόμη περισσότεροι Ἅγιοι τῶν ὁποίων τά ὀνόματα μνημονεύει ὁ ἀναγνώστης στόν ὄρθρο, στό Συναξάρι τῆς Ἡμέρας, τό πρωΐ. Τήν κάθε ἡμέρα ἑορτάζουν ἀκόμη περισσότεροι Ἅγιοι - ἄγνωστοι σέ μᾶς, πού γιά τόν Θεό ὅμως εἶναι Ἅγιοι -, πού ἐκοιμήθησαν ἐκείνη τήν ἡμέρα. Ἐπίσης ὑπάρχουν καί ἄλλοι τοπικοί Ἅγιοι πού δέν ἀναγράφονται εἰς τά Συναξάρια. Ὑπάρχουν καί ἄλλοι πάρα πολλοί Ἅγιοι, πού ἐμεῖς μέν δέν τούς ξέρομε, ἐκεῖνοι ὅμως ξέρουν ἐμᾶς καί εἶναι πνευματικό συμφέρον νά ἐπικαλούμεθα τήν μεσιτεία τους.

Ὅταν ἤμουν λαϊκός, σέ μία συζήτησι μέ τόν Γέροντα Παΐσιο σχετικά μέ τούς Ἁγίους, τότε πρωτοαισθάνθηκα τήν ἐγγύτητα τῶν Ἁγίων. Αὐτό συνέβη λόγῳ τοῦ περιεχομένου καί τῆς πηγαιότητος τῶν λόγων τοῦ Γέροντα. Τότε, ἐν τῇ ἀφελείᾳ μου, κι ἐγώ, αὐθόρμητα, συμπερασματικά, εἶπα στόν Γέροντα: «Δηλαδή Γέροντα ὅλοι οἱ Ἅγιοι μέ ξέρουν καλά...» Καί ὁ Γέροντας ἀστειευόμενος καί πονῶντας εἶπε: «Ἔ, νά τούς δώσης τηλέφωνο καί διεύθυνσι γιά νά σέ βρίσκουν...!» Ἴσως, μέ αὐτήν τήν ἔκφρασί του ὁ Γέροντας νά ἤθελε νά πῆ, ὅτι οἱ Ἅγιοι μᾶς ξέρουν μέν, ἀλλά καί ἐμεῖς πρέπει νά κάνωμε κάτι γιά νά μποροῦν νά μᾶς βρίσκουν, ἤ μᾶλλον νά μᾶς βοηθοῦν. Δηλαδή νά τούς δίνωμε ἀφορμή γιά νά μᾶς βοηθοῦν, καί οἱ Ἅγιοι πάντα θά μᾶς βοηθοῦν. Νά εἶναι τέτοια δηλαδή ἡ στάσι μας, ἡ ζωή μας, τό φρόνημά μας, ὥστε νά ἐπιτρέπωμε στούς Ἁγίους νά μᾶς βοηθοῦν.

Τό 1979, τό καλοκαίρι, ὁ π. Παΐσιος ἔκανε τήν τελευταία του μετακόμισι. Ἄλλαξε Κελλί δηλαδή τότε καί μετεφέρθη ἀπό τό Κελλί τοῦ Τιμίου Σταυροῦ - πού εὑρίσκεται εἰς τήν Καψάλα - εἰς τό τελευταῖο του Κελλί, εἰς τήν Παναγούδα. Εἰς τό Κελλί τοῦ Τιμίου Σταυροῦ ἔμενε ἐπί ἀρκετά χρόνια, πιό παληά, ἕνας μεγάλος Ρῶσος ἀσκητής ὀνόματι παπα-Τύχων, ὁ ὁποῖος ἔκανε τόν Γέροντα Παΐσιο μεγαλόσχημο.

Ὅταν λοιπόν ἔφυγε ἀπό ἐκεῖ ὁ μακαριστός π. Παΐσιος καί πῆγε εἰς τήν Παναγούδα, τό πρῶτο βράδυ τῆς μετακομίσεώς του, ὅπως εἶναι φυσικό, ἦτο κατάκοπος καί, ἐκτός αὐτοῦ, εἶχε καί ὅλα τά σχετικά βιβλία του στά κουτιά, λόγῳ τῆς μετακομίσεως. Τότε τό πρῶτο βράδυ, ὅταν ἐδιάβαζε ἀπ᾽ ἔξω τό Ἀπόδειπνο, καί ἔφθασε στό σημεῖο πού ἔπρεπε νά ἀναγνώση, ἀπό μέσα φυσικά, τό ἀντίστοιχο κοντάκιο, τοῦ Ἁγίου δηλαδή πού ἑώρταζε ἐκείνη τήν ἡμέρα, γιά πρακτικούς λόγους δέν ἔψαξε νά βρῆ τό Μηναῖο, ἀλλά εἶπε: «Ἅγιε τοῦ Θεοῦ - ὅποιος καί νά εἶσαι - πρέσβευε ὑπέρ ἐμοῦ». Τό εἶπε αὐθόρμητα, ἁπλᾶ, φυσικά, ἀλλά καί μέ πίστι. Καί τότε τοῦ ἐνεφανίσθη ὁ ἑορταζόμενος Ἅγιος τῆς ἡμέρας - ἦτο ἡ 3η Ἰουνίου - καί τοῦ αὐτοσυστήθηκε! Μάλιστα, λόγῳ τῆς κούρασης, ὁ Γέρων Παΐσιος δέν κατάλαβε καλά τό ὄνομά του, ὅταν τοῦ αὐτοσυστήθηκε ὁ Ἅγιος. Καί τότε τόν ἐρώτησε ὁ Γέροντας Παΐσιος, μετά τήν σύστασι πού ἔκανε ἀπό μόνος του ὁ Ἅγιος: «Ποιός εἶσαι; Ὁ ἅγιος Λουκιανός;». «Ὄχι, τοῦ εἶπε ὁ Ἅγιος. Εἶμαι ὁ ἅγιος Λουκιλιανός». Διότι ὑπάρχουν, καί ἅγιος Λουκιανός, καί ἅγιος Λουκιλιανός. Καί, ἀπό τότε ὁ Γέροντας ἔχει βάλει μία χάρτινη ἁπλῆ εἰκονίτσα, τήν εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Λουκιλιανοῦ, ἐκεῖ, εἰς τό ἐκκλησάκι τοῦ κελλιοῦ του εἰς ἀνάμνησιν, μέχρι τῆς σήμερον, ἐκείνης τῆς ἐπισκέψεως τοῦ Ἁγίου.

Καί πάλι μᾶς ἔλεγε κάποια ἄλλη φορά ὁ ἴδιος Γέροντας γιά κάποιον μοναχό, πού πολλές φορές ἔβλεπε τόν κυριώτερο ἑορταζόμενο Ἅγιο τῆς κάθε ἡμέρας.
Αὐτά τά ὀλίγα, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, γιά τήν προσευχή εἰς τούς Ἁγίους τῆς κάθε ἡμέρας.

Καί νά προσθέσωμε, ὅτι αὐτή ἡ προσευχή, γίνεται, εἴτε μέ τό κομβοσχοίνι, εἴτε χωρίς αὐτό. Ὅταν εὑρισκώμεθα εἰς τήν ἐκκλησία καί ψάλλωνται κάποια τροπάρια τά ὁποῖα ἀναφέρονται σέ κάποιον Ἅγιο, ἐμεῖς παράλληλα μέ τά τροπάρια αὐτά, μποροῦμε νά λέμε '' Ἅγιε τοῦ Θεοῦ, πρέσβευε ὑπέρ ἐμοῦ''.

Ἐπί πλέον νά ἀναφέρωμε ἐδῶ ὅτι, ἄν θέλη κάποιος, μπορεῖ νά λέγη, ἐκτός ἀπό τό '' Ἅγιε τοῦ Θεοῦ, πρέσβευε ὑπέρ ἐμοῦ'', ἀνάλογα μέ τήν περίπτωσι καί τήν περίστασι, ὅπως βγαίνει ἀπό μέσα του, νά λέγη '' Ἅγιε τοῦ Θεοῦ, πρέσβευε ὑπέρ ἡμῶν'', ἤ ἀκόμη νά προσεύχεται εἰς τούς Ἁγίους καί γιά τίς ψυχές τῶν κεκοιμημένων.
Τώρα μετά ἀπό αὐτά, ἄς ἀναφέρωμε ὅτι ἡ σωστότερη ἀναλογία χρόνου, πού πρέπει νά διαθέτωμε μέ τό κομβοσχοίνι, γιά ὅλες τίς προσευχές πού προαναφέραμε εἶναι ἡ ἑξῆς. Χωρίς βέβαια νά εἴμαστε ἀπόλυτοι, ἁπλῶς λέμε ἕναν λογισμό μέ βάσι βέβαια ἐκεῖνα πού ἀκούσαμε ἀπό τούς Γεροντάδες μας:

Τρεῖς μονάδες χρόνου εἰς τόν Χριστό, σταυρωτά, καί μία μονάδα χρόνου εἰς τήν Παναγία, σταυρωτά. Ἐπί πλέον, τρεῖς μονάδες χρόνου εἰς τόν Χριστό, εὐχή, ἐλεύθερα, γιά τόν ἑαυτό μας, καί μία μονάδα χρόνου εἰς τήν Παναγία, εὐχή, ἐλεύθερα, ἐννοεῖται πάλι γιά τόν ἑαυτό μας. Ἀκόμη, τρεῖς μονάδες χρόνου εἰς τόν Χριστό μέ τό ''Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησον ἡμᾶς'', γιά ὅλους τούς ζῶντας, καί μία μονάδα χρόνου εἰς τήν Παναγία, λέγοντας ''Ὑπεραγία Θεοτόκε, σῶσον ἡμᾶς''. Ἐπίσης, τρεῖς μονάδες χρόνου εἰς τόν Χριστό λέγοντας ''Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἀνάπαυσον τούς δούλους Σου'' καί μία μονάδα χρόνου εἰς τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο, λέγοντας ''Ὑπεραγία Θεοτόκε, ἀνάπαυσον τούς δούλους Σου''. Καί τέλος, μία μονάδα χρόνου εἰς τούς Ἁγίους τῆς κάθε ἡμέρας.

Τώρα, τόν ὑπόλοιπο χρόνο μποροῦμε καί ἐνδείκνυται νά λέμε κυριώτατα, τό ''Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με'', εἴτε μέ κομβοσχοίνι, εἴτε χωρίς αὐτό, εἴτε παράλληλα μέ ἄλλες ἀσχολίες, ὅπως ἤδη ἔχωμε ἐξηγήσει.

Τώρα, οἱ τρεῖς μονάδες χρόνου μπορεῖ νά εἶναι, εἴτε τριακόσιοι κόμβοι, εἴτε ἑκατό κόμβοι, εἴτε καί ἄλλος ἀριθμός. Ἄν οἱ τρεῖς μονάδες χρόνου εἶναι τριακόσιοι κόμβοι, γιά παράδειγμα, ἔ τότε, ὅπως καταλαβαίνετε, ἡ μία μονάδα χρόνου εἶναι τό ἕν τρίτον, δηλαδή ἑκατό κόμβοι. Ἄν οἱ τρεῖς μονάδες χρόνου εἶναι ἑκατό κόμβοι, τότε ἡ μία μονάδα χρόνου εἶναι περίπου τριάντα τρεῖς κόμβοι. Ὁπότε στήν δεύτερη περίπτωσι βγαίνουν δέκα ἑπτά ἑκατοστάρια - 4Χ4=16, καί 16+1 (εἰς τούς Ἁγίους)=17. Ἐνῶ ἄν εἶναι τριακοσάρια τά κομβοσχοίνια - τά τυπικά εἶναι διάφορα - βγαίνουν δέκα ἑπτά τριακοσάρια. Ὅπως μᾶς ἔλεγε ὁ π. Ἐφραίμ ὁ Κατουνακιώτης, πού ἦταν ἕνας μεγάλος ἀγωνιστής μοναχός, ἔκανε, μόνο κάθε νύχτα, δέκα ἑπτά τριακοσάρια.

Καί στό σημεῖο αὐτό, ἄς ποῦμε κάποια πράγματα σχετικά καί ὠφέλιμα πού μᾶς εἶπε ὁ ἴδιος. Ἡ ρῆσις του ἦταν ἀποτέλεσμα τῆς ἰδικῆς του προσωπικῆς κεκτημένης πείρας, διότι ὁ π. Ἐφραίμ ἦτο πρότυπο μαρτυρικῆς καί ἀγωνιστικῆς ὑπακοῆς. Ἔλεγε: ''Χωρίς ὑπακοή δέν ἔρχεται ἡ εὐχή τοῦ Ἰησοῦ. Κάνε εὐχή ὅση ὥρα θέλεις. Ἄν δέν ἔχης ὑπακοή, δέν θά καρπίση ἡ καρδιακή εὐχή μέσα σου''. ''Καί, ἄν περιφέρεσαι - ἔλεγε σέ κάποιους μοναχούς - ἄσκοπα, πέρα-δῶθε, δέν θά μπορῆς νά λές τήν εὐχή ὅπως πρέπει. Θά πιέζεσαι καί δέν θά βγαίνη. Θά ζορίζεσαι πολύ χωρίς τό ἀνάλογο ἀποτέλεσμα. Ἄν εἶσαι ''γυρολόγος'', ἔτσι τό ἔλεγε, ''δέν θά τρέχη'' - ἀκοῦστε ἔκφρασι - ἡ εὐχή. Ἐνῶ, ἄν πᾶς κάπου, ὄχι ἀπό μόνος σου, ἀλλά ἀπό ὑπακοή στόν Γέροντά σου, ἐκεῖ πού θά πᾶς, ἔστω κι ἄν ὑπάρχουν κάποιοι κίνδυνοι ἤ κάποια ἐξωτερική φασαρία ἤ πολυκοσμία καί τά παρόμοια, θά δῆς ὅτι ἐπειδή εἶσαι στήν ὑπακοή, καί βέβαια ἐπειδή προσέχεις, ἐννοεῖται ὅσο ἐξαρτᾶται ἀπό ἐσένα, κάποιες φορές ἡ εὐχή θά βγαίνη αὐτόματα ἀπό μέσα σου μέ μεγαλύτερη εὐκολία καί ἄνεσι ἀκόμη καί ἀπό τότε πού ἤσουν στήν ἡσυχία τοῦ κελλιοῦ σου''. Φυσικά αὐτό εἶναι μία δωρεά τοῦ Θεοῦ λόγῳ τῆς ὑπακοῆς.

Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, εἶναι ὄντως πολύ λεπτή ἡ πνευματική ζωή. Εἶναι ἐπιστήμη ἐπιστημῶν, τέχνη τεχνῶν. Πολλές φορές ἕνας σωστός λογισμός, μία σωστή ἐσωτερική μας τοποθέτησι, γίνεται γενεσιουργός αἰτία νά ἔρχεται ἡ εὐχή στόν ὕπνο, ἤ νά διευκολύνη τήν εὐχή κατά τόν ξύπνιο μας. Ἐνῶ ἀντίθετα ἕνας κακός λογισμός, μία μή σωστή τοποθέτησί μας, ἔστω καί σέ ὕπουλη, σέ λανθάνουσα μορφή, κρυμμένη μέσα μας, γίνεται δυστυχῶς πνευματικός φράχτης, πού ἐλαχιστοποιεῖ τήν παροχή, τήν ρευστότητα, τήν εὐκολία τῆς εὐχῆς. Γίνεται ἀνασταλτικός παράγοντας γιά τήν εὐχή. Γι᾽ αὐτό ἔλεγε καί κάποιος Γέροντας, ''ὅσο ἀξίζει μερικές φορές ἕνας σωστός λογισμός, δέν ἀξίζουν ἐπί παραδείγματι χίλιες μετάνοιες''.

Ἐπίσης στό σημεῖο αὐτό νά ἀναφέρωμε, ὅτι μποροῦμε ἐάν θέλωμε, καί κατόπιν βέβαια συνεννοήσεως μέ τόν πνευματικό μας, νά κάνωμε κάποιες ἀκολουθίες, ἰδιαίτερα ὅταν δέν ὑπάρχη ἡ δυνατότητα νά πᾶμε στήν ἐκκλησία, ἤ γιά κάποιο λόγο δέν ἔχομε τίς ἀπαραίτητες συνθῆκες ἤ τά σχετικά βιβλία πού ἀπαιτοῦνται κλπ. Μποροῦμε λοιπόν κάποιες ἀκολουθίες νά τίς κάνωμε μέ τό κομβοσχοίνι, εἴτε λέγοντας τήν εὐχή προφορικά, εἴτε νοερά, μέ ἤ χωρίς κομβοσχοίνι ἀνάλογα, εἴτε αὐτή ἡ ἀκολουθία εἶναι Ἑσπερινός, ἤ Ὄρθρος, ἤ Ἀπόδειπνο, ἤ Θεία Μετάληψι, ἤ Παράκλησι στήν Παναγία μας, ἤ ἄλλες ἀκολουθίες.

Βέβαια δέν θά θέλαμε σήμερα νά ἀναφερθοῦμε σέ λεπτομέρειες εἰς τήν ἀγάπη σας, τοὐλάχιστον στήν φάσι αὐτή, ἀλλά σάν πρώτη ἐνημέρωσι ἀναφέρομε, ὅτι τόν χρόνο πού πάνω-κάτω ἀπαιτεῖται γιά κάποια συγκεκριμένη ἀκολουθία πού θέλομε νά κάνωμε μέ τό κομβοσχοίνι, τόν χρόνο λοιπόν αὐτόν τόν χωρίζομε, κατά προσέγγισι βέβαια, σέ εὐχή στόν Χριστό, σέ εὐχή στήν Παναγία καί σέ εὐχή στόν Ἅγιο ἤ στούς Ἁγίους πού ἐκείνη τήν ἡμέρα ἑορτάζουν. Ἐπί παραδείγματι, ἄν ἕνας καθημερινός Ἑσπερινός διαρκῆ περίπου μισή ὥρα, μποροῦμε νά κάνωμε, πάνω-κάτω, εἴκοσι λεπτά εὐχή στόν Χριστό - ''Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με'' - πέντε λεπτά περίπου στήν Ὑπεραγία Θεοτόκο, λέγοντας ''Ὑπεραγία Θεοτόκε, σῶσον με, ἤ σῶσον ἡμᾶς'', καί πέντε λεπτά περίπου στούς Ἁγίους τῆς ἡμέρας πού ἑορτάζουν. Βέβαια, ὅλα αὐτά δέν μπαίνουν σέ καλούπια καί οὐσιαστικά εἶναι θέμα προσωπικό τοῦ καθενός καί θέμα τῆς συνεννοήσεώς του μέ τόν πνευματικό. Τά τυπικά εἶναι πάρα πολλά. Ὅλα εἶναι καλά καί ἅγια, ἀρκεῖ νά γίνωνται μέ σωστή διάθεσι.

Μάλιστα ἐν προκειμένῳ ἔλεγε ὁ π. Ἐφραίμ ὁ Κατουνακιώτης, ὅτι: ''Ὅταν κάνης μόνος σου εὐχή, ὅλο τό κέρδος εἶναι καθαρό, εἶναι δικό σου, νά ποῦμε...''. Ἔτσι ὡμιλοῦσε... ''Ἐνῶ, ἄν εἶναι πολλοί παρόντες, μία συμβαίνει τό ἕνα, μία τό ἄλλο, καί λίγο-πολύ ἐπέρχεται μία κάποια διάσπασις''. Βέβαια ὁ Γέροντας μᾶλλον ὡμιλοῦσε γιά τόν ἑαυτό του. Γιά μᾶς τά πράγματα δέν εἶναι ἀκριβῶς ἔτσι. Σέ μᾶς χρειάζεται καί τό ἕνα καί τό ἄλλο. Δηλαδή χρειάζεται καί ἡ κοινή προσευχή καί ἡ κατά μόνας προσευχή.

Συμπληρωματικά ἄς ἀναφέρωμε στό σημεῖο αὐτό, ὅτι μέ τήν μέθοδο αὐτή τῆς προσευχῆς τοῦ Ἰησοῦ, εἴτε μέ κομβοσχοίνι, εἴτε χωρίς αὐτό, ἐνδείκνυται καί ἐπιβάλλεται νά κάνωμε καί ἄλλου εἴδους προσευχές, εἴτε αὐτές εἶναι ἱκετευτικές, εἴτε εἶναι δοξολογικές, κλπ. Μποροῦμε ἐπί παραδείγματι νά λέμε ''Ἁγία Τριάς ὁ Θεός, ἐλέησον καί σῶσον ἡμᾶς''. Νά τό λέμε δηλαδή μέ ἤ ἄνευ κομβοσχοινοῦ, ἤ νά προσευχώμεθα στόν ἅγιο φύλακα ἄγγελό μας. Ἤ ἀκόμη καί σέ ὅλους τούς ἀσωμάτους ἁγίους ἀγγέλους, ἰδιαίτερα δέ κάθε Δευτέρα, πού ὡς γνωστόν τιμῶνται ὅλες οἱ οὐράνιες δυνάμεις.

Μποροῦμε ἐπί πλέον νά προσευχώμεθα στόν Σταυρό τοῦ Χριστοῦ, πού ἔχει δύναμι ἀκατάλυτη, λέγοντας ''Σταυρέ τοῦ Χριστοῦ, σῶσον ἡμᾶς τῇ δυνάμει Σου''.

Ἀκόμη, καλό εἶναι νά προσευχώμεθα στούς Ἁγίους Πάντας, λέγοντας '' Ἅγιοι Πάντες, πρεσβεύσατε ὑπέρ ἐμοῦ, ἤ πρεσβεύσατε ὑπέρ ἡμῶν'', ἀνάλογα μέ τήν περίστασι. Καί βέβαια ἐπιβάλλεται νά προσευχώμεθα καί στόν Ἅγιο τοῦ ὁποίου φέρομε τό ὄνομα. Ἔτσι βλέπομε ὅτι οἱ περιπτώσεις αὐτές, πού μποροῦμε νά κάνωμε πολλές ἄλλες προσευχές μέ το κομβοσχοίνι ἤ χωρίς αὐτό, εἶναι πάρα πολλές.

Πρίν ἀρκετά χρόνια στό Ἅγιον Ὄρος, ὑπῆρχε ἕνας μοναχός πολύ βιαστής, πού ἐνῶ ἔκανε κομβοσχοίνι στήν Λιτή ἑνός μοναστηριοῦ, εἶδε σέ ὅραμα, κατά τήν διάρκεια τῆς εὐχῆς, τόν ἀρχάγγελο Μιχαήλ, ὅπως ἀκριβῶς εἶναι ἁγιογραφημένος στίς εἰκόνες αὐτοῦ τοῦ ἰδίου μοναστηριοῦ. Τόν εἶδε μέ μανδύα πού ἀνοιγόκλεινε. Βέβαια αὐτός ὁ μοναχός τήν στιγμή ἐκείνη, ποῦ νομίζετε ὅτι ἔκανε εὐχή; Ἔκανε εὐχή εἰς τούς Ἁγίους Πάντας. Καί ὅμως τοῦ ἐνεφανίσθη ἐν ὁράματι ὁ ἀρχάγγελος Μιχαήλ. Καί αὐτό μπορεῖ νά γίνη, διότι ὅλος ὁ οὐράνιος κόσμος διέπεται ἀπό τήν κοινή ἐνέργεια τοῦ ἑνὀς καί τοῦ αὐτοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὅπως συμβαίνει καί τό ἀντίστροφο. Τό ἕν καί τό αὐτό Ἅγιο Πνεῦμα ἐνεργεῖ ἀναλόγως καί ποικιλοτρόπως, ὅπως Αὐτό κρίνει.

Καί ἐδῶ ἄς ἀναφέρωμε ὅτι ὁ ἴδιος αὐτός μοναχός, ὁ ὁποῖος σημειωτέον ἦτο καί πολύ καλλίφωνος, κάποια φορά ἐνῶ ἔψαλλε, παρασύρθηκε ἀπό τήν γλυκύτητα τῆς μελωδίας του καί ξέφυγε ὁ νοῦς του ἀπό τά νοήματα τῶν τροπαρίων τά ὁποῖα ἔψαλλε. Καί ἐπέτρεψε ὁ Θεός καί ἄνοιξαν τά ἐσωτερικά πνευματικά μάτια τῆς ψυχῆς του καί τί εἶδε, λέτε; Εἶδε τόν διάβολο νά χορεύη κάτω ἀπό τόν πολυέλαιο, νά τόν κοροϊδεύη καί νά σαρκάζη εἰς βάρος του. Τότε ἔπαθε τέτοιο πνευματικό σόκ, πού μετά δυσκολίας μπόρεσε νά τελειώση τό τροπάριο τό ὁποῖο ἔψαλλε. Ἀπό τότε θεωροῦσε τόν ἑαυτό του παίγνιο τῶν δαιμόνων καί μετά, ἄν καί ἦτο ὅπως ἤδη εἴπαμε πάρα πολύ καλλίφωνος, μετά μεγίστης δυσκολίας ἐδέχετο νά ψάλλη.

Τώρα ἐν κατακλεῖδι ἄς ἀναφέρωμε, ὅτι ὅταν εἶναι δυνατόν, εἶναι προτιμητέο νά γίνεται ἀπό τήν πλευρά μας κάποια σχετική προετοιμασία γιά τήν εὐχή. Εἶναι πάρα πολύ καλό, ἄν κάποια στοιχειώδης μελέτη προηγῆται τῆς εὐχῆς, γιατί ἔτσι συγκεντρώνεται καλύτερα ὁ νοῦς μας στήν εὐχή. Ἡ μνήμη τοῦ θανάτου θά μᾶς βοηθήση πάρα πολύ, γιά νά γίνη ἡ προσευχή μας πιό καθαρή, πιό ἀμετεώριστη, χωρίς δηλαδή διασπάσεις καί μετεωρισμούς. Καί γενικῶς, ὅ,τι μᾶς βοηθάει στήν συγκέντρωσι καί στήν καλυτέρα προσωπική μας ἀπόδοσι στό συνεχές ἀγώνισμα τῆς εὐχῆς, εἶναι ὄντως εὐλογημένο. Ἐνῶ ἀντίστροφα, ὅ,τι μᾶς ἀποσπᾶ καί μᾶς ἐμποδίζει, πρέπει εἰ δυνατόν, πάσῃ θυσίᾳ νά τό ἀποβάλλωμε.

Κάποιος μοναχός ἐπί παραδείγματι μέ τό σκουφί του ἐκάλυπτε κάποιες φορές καί τά ἴδια του τά μάτια, ὅταν ἔλεγε τήν εὐχή, γιά νά μή δέχεται ἐξωτερικές παραστάσεις καί περισπᾶται ὁ νοῦς του. Βέβαια, οἱ περιπτώσεις εἶναι ἀμέτρητες, ἀνάλογα μέ τίς συνθῆκες καί τίς προσωπικές ἰδιοσυγκρασίες τοῦ καθενός. Τό ζητούμενο ὅμως εἶναι νά δημιουργοῦμε κατάλληλο κλῖμα γιά τήν προσευχή.

Αὐτά ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, σέ πρώτη βέβαια φάσι, εἴχαμε νά ἀναφέρωμε εἰς τήν ἀγάπη σας περί εὐχῆς. Ἄν χρειασθῆ, θά ἐπανέλθωμε εἰς τό μέλλον.
Νά μή ξεχνοῦμε ὅμως ποτέ, ὅτι ἡ εὐχή δέν μπορεῖ τελικά νά διδαχθῆ. Ὅπως καί ὅλα τά πνευματικά θέματα στό βάθος τους δέν μποροῦν νά διδαχθοῦν. Ὅλα αὐτά μαθαίνονται τελικά ἐκ πείρας. 

Ἡ προσευχή ποτέ δέν πάει χαμένη. Ὁ πειρασμός ὅμως γι᾽ αὐτόν ἀκριβῶς τόν λόγο, θέλει νά βρίσκη τρόπους νά μᾶς ἐμποδίζη ἀπό τήν προσευχή. Πάντα καραδοκεῖ, μέ τήν α´ ἤ β´ μορφή καί προσπαθεῖ νά μᾶς ἀποσπάση τήν προσοχή, ὥστε τελικά νά μή προσευχώμεθα, ἤ νά προσευχώμεθα ὅσο γίνεται λιγώτερο καί ὄχι σωστά. Γιατί ἁπλούστατα μέ τήν προσευχή, ἐκτός τῶν ἄλλων πνευματικῶν ὠφελειῶν πού ἔχομε, φρίσσουν τά δαιμόνια.
Μᾶς ἔλεγε σχετικά ὁ μακαριστός Γέροντας Παΐσιος: ''Πολλές φορές ὁ πειρασμός μοῦ στέλνει ἀνθρώπους, ὄχι γιά ὠφέλεια, ἀλλά γιά νά μέ ἀποσπάση ἀπό τήν προσευχή. Ἀλλά καί τό ἀντίθετο συμβαίνει. Καταλαβαίνω πότε τούς ἀνθρώπους πού ἔρχονται ἐδῶ τούς στέλνει ὁ Θεός''. 

Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί εὔχομαι, ὅπως τό μικρό παιδί, τό βρέφος, δέν καταλαβαίνη μέν ἀπό τί ἀποτελεῖται τό γάλα, ὅμως διαισθάνεται ὅτι τρέφεται ἀπό αὐτό, γι᾽ αὐτό καί τό ἀναζητᾶ διακαῶς καί μέ κλάμμα καί τό ρουφᾶ, ἔτσι κι ἐμεῖς, μέ πάντα νηπιακό φρόνημα, νά ρουφοῦμε τίς ἐνέργειες τῆς εὐχῆς μέσα μας. Διότι ἀρκετοί γράφουν βιβλία ὁλόκληρα γιά τήν εὐχή, καί καλά κάνουν ἀπό μία ἄποψι, ἀλλά τό πλέον ζητούμενο γιά ὅλους μας, εἶναι ποιός τελικά γλυκαίνεται καί γεύεται τούς ἀτελείωτους καρπούς τῆς προσευχῆς. Γιά νά γίνη ὅμως αὐτό, ὅπως ἤδη ἔχομε ἀναλύσει, χρειάζεται ἀγῶνας.

Ἀγῶνας λοιπόν. Ἀγωνίζεσθε ἀδελφοί μου, ἀγωνίζεσθε. Γιατί ἐκεῖνο πού ἔχει ἀνάγκη ὁ κόσμος σήμερα εἶναι τελικά ἡ ὕπαρξις ἁγίων ψυχῶν. Καί ὅσο ἀξίζει μία χαριτωμένη καί ἁγιασμένη ψυχή καί ὅσα καταφέρει νά κάνη μία τέτοια ψυχή, δέν μποροῦν, ὅσο καί ἄν θέλουν, ὅσο καί ἄν προσπαθοῦν, ὅλοι οἱ ὑπόλοιποι νά κάνουν. Διότι δυστυχῶς εἰς τίς ἡμέρες μας - φαίνεται ὅτι εἶναι γενικό τό κακό -, ἐμεῖς οἱ σύγχρονοι Ὀρθόδοξοι κατά κανόνα, ρίχνομε τό βάρος στήν ἐξωτερική ὀργάνωσι τῆς ζωῆς μας, κλπ., καί δέν φροντίζομε ὅσο πρέπει γιά τόν προσωπικό μας ἁγιασμό. Ἐνῶ χρειάζονται καί τά δύο. Καί πρωτίστως, πολύ περισσότερο εἶναι ἀπαραίτητος ὁ προσωπικός μας ἁγιασμός. Ὅλα δέ τά ὑπόλοιπα μέ τά ὁποῖα ἀσχολούμεθα, δέν πρέπει παρά νά συντελοῦν τελικά εἰς τήν δική μας πνευματική πρόοδο.  Ἄν κάναμε ἐσωτερική ἐργασία στόν ἑαυτό μας, τελικά καί τόν ἑαυτό μας θά σώζαμε καί θά βελτιώναμε, καί πολλούς ἄλλους θά παρασύραμε εἰς τήν σωτηρία χωρίς ἰδιαίτερη προσπάθεια. Ἐνῶ, ἐμεῖς συνήθως κάνομε τό ἀντίθετο. Πρίν ἀσχοληθοῦμε μέ τόν ἑαυτό μας, κοιτᾶμε νά σώσωμε τούς ἄλλους, ὁπότε οὔτε ἐμεῖς ὠφελούμεθα, ἀλλά καί οἱ ἄλλοι γιά λόγους προφανεῖς κλωτσᾶνε καί σκανδαλίζονται.
Αὐτά, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, εἶχα νά ἀναφέρω εἰς τήν ἀγάπη σας.

Εὔχομαι λοιπόν, ὅλοι μας νά οἰκειοποιηθοῦμε αὐτήν τήν μέθοδο τῆς προσευχῆς πού ἀνεπτύξαμε, γιατί ὅπως εἴπαμε, εἶναι μέν ἡ πιό ἁπλῆ, ἀλλά ταυτόχρονα εἶναι καί ἡ πιό δραστική μέθοδος προσευχῆς ἐναντίον τῶν τριῶν μεγάλων μας ἐχθρῶν, τοῦ ἑαυτοῦ μας, τοῦ διαβόλου καί τοῦ κόσμου, οὕτως ὥστε νικηταί τῆς πολυποίκιλης ἁμαρτίας νά εἰσέλθωμε Χάριτι Θεοῦ εἰς τήν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν.
Ἀμήν. Γένοιτο.


Ἀρχιμανδρίτης Ἀρσένιος Κατερέλος,
Ἡγούμενος Ἱ. Μονῆς Ἁγίου Νικολάου Δίβρης Φθιώτιδος
(Ἑσπερινή ὁμιλία στόν Ἱ. Ναό Παναγίας Δεσποίνης Λαμίας κατά τό ἔτος 1999)

Πρακτική μέθοδος προσευχής - Γέροντας Εφραίμ Φιλοθεΐτης (Αριζόνας) †

'' ΔΙ' ΕΥΧΩΝ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΗΜΩΝ''

Φωτισμός του νου και Νοερά Προσευχή Τού π. Ιωάννη Ρωμανίδη


 

Πηγή: "Εμπειρική Δογματική τής Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας κατά τις προφορικές παραδόσεις τού π. Ι. Ρωμανίδη" Τόμος Β΄.  Τού σεβ. Μητρ. Ναυπάκτου και αγ. Βλασίου Ιεροθέου.

 

Ο φωτισμός του νου δεν είναι μια τεχνική μέθοδος, με την οποία διαχωρίζεται η νοερά ενέργεια από την λογική ενέργεια, αλλά είναι μια κατάσταση επισκέψεως του Αγίου Πνεύματος. Αυτό γίνεται με την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος.

«Κατά τους Πατέρες της Εκκλησίας εκείνος ο οποίος έχει την επίσκεψη αυτή του Αγίου Πνεύματος, αποκτά την φώτιση του νου. Το Άγιον Πνεύμα έρχεται μέσα στην καρδιά του ανθρώπου, ανεξάρτητα από την λογική. Το Άγιον Πνεύμα μάς δίνει την ευχή και αποκτάμε την νοερά προσευχή, την νοερά λατρεία. Εμείς δίνουμε στον Θεό την λογική λατρεία». 

Άλλωστε, η απουσία του Αγίου Πνεύματος συνιστά τον σκοτασμό του νου.

«Τι σημαίνει εσκοτισμένος νους, Δεν έχει Πνεύμα άγιον να προσεύχεται μέσα στην καρδιά».

Φωτισμός του νου είναι η πρώτη θεωρία, από την οποία ο άνθρωπος ανεβαίνει στην θέα της δόξης του Θεού.

«Γενικά, χωρίζονται οι εμπειρίες αυτές περί Θεού στο στάδιο του φωτισμού και στο στάδιο της Θεώσεως, δηλαδή. Το στάδιο της Θεώσεως δεν είναι μόνιμη κατάσταση στην ζωή αυτή, αλλά διαρκεί καθ’ όσον κανείς φτάνει στην θέωση και παραμένει στην θέωση και μετά επανέρχεται στον φωτισμό. Η σταθερή κατάσταση, η πνευματική, είναι η κατάσταση του φωτισμού».

Η εμπειρία του φωτισμού του νου βιώνεται με την νοερά προσευχή, διότι εάν ο άνθρωπος «έχει φώτιση, έχει νοερά προσευχή».

«Έχουμε θεοπνεύστους, αυτούς οι οποίοι ευρίσκονται στην κατάσταση φωτισμού, αυτοί που έχουν την νοερά ευχή, την ευχή του Αγίου Πνεύματος μέσα στην καρδιά. Γιατί είναι αυτοί θεόπνευστοι; Διότι το ίδιο το Άγιον Πνεύμα προσεύχεται μέσα τους. Εφ' όσον δεν είναι δική τους η προσευχή αυτή δηλαδή, είναι το Πνεύμα που προσευχόταν μέσα τους. Και αυτό είναι θεοπνευστία. Και αυτά τα δύο μαζί στην εκκλησιαστική ορολογία λέγονται θεωρία».

«Για τους Πατέρες της Εκκλησίας, ο φωτισμός αποτελείται από ρήματα και νοήματα, αλλά υπό μορφή προσευχής. Οπότε, μέσα στις προσευχές, στην κατάσταση του φωτισμού υπάρχουν τα ρήματα και τα νοήματα. Και ο άνθρωπος ο οποίος έχει την προσευχή της καταστάσεως του φωτισμού, δηλαδή την νοερά προσευχή στην καρδιά, αυτή η προσευχή φωτίζει τον νου του ανθρώπου, βλέπει δια της πίστεως πλέον, με την μαρτυρία του Αγίου Πνεύματος, πράγματα μέσα στην καρδιά του τα οποία πριν δεν τα έβλεπε, αλλά τα βλέπει δια της πίστεως αυτά τα πράγματα και κατανοεί πνευματικά, όχι φιλοσοφικά, τα ρητά και τα νοήματα.

Διαβάζει την Αγία Γραφή, έχει κατανόηση των ρητών και των νοημάτων, όχι εξ επόψεως φιλοσοφικής μεθόδου, αλλά εξ επόψεως μεθοδολογίας. Γιατί; Διότι τα ρητά και τα νοήματα θεωρούνται ως φάρμακα του ανθρώπου. Δηλαδή, όπως ο άνθρωπος έχει φάρμακα, αφού είναι άρρωστος, όταν φθάσει στην υγεία, καταργεί τα φάρμακα. Δεν είν' έτσι; Δεν δίνουμε στους υγιείς ανθρώπους φάρμακα, τα δίνουμε στους αρρώστους, διότι είναι άρρωστοι. Και επειδή ο άνθρωπος είναι άρρωστος, γι' αυτό και έχει το φάρμακο του φωτισμού δηλαδή. Και ο φωτισμός αυτός αποτελείται από ρητά και νοήματα υπό μορφήν προσευχής, αδιαλείπτου προσευχής στην καρδιά.

Λοιπόν, αυτή η κατάσταση του φωτισμού είναι η επαφή του ανθρώπου με τον Θεό, είναι η πρώτη κοινωνία με τον Θεό, οπότε ο άνθρωπος γίνεται ναός του Αγίου Πνεύματος, Γιατί; Διότι το Άγιον Πνεύμα προσεύχεται μέσα στην καρδιά.

Αν πάρετε τις επιστολές του Αποστόλου Παύλου και τις διαβάσετε από αυτής της επόψεως, σιγά-σιγά θα καταλάβετε ότι αυτή είναι η πραγματικότητα κατά τον Απόστολο Παύλο. Και όταν μιλάει περί γλωσσολαλίας αυτό εννοεί. Όταν λέει "προσεύξομαι τω νοΐ" (Α Κορινθίους ιδ: 15), σημαίνει θα προσευχηθώ λογικώς, διότι έχουμε και την λογική προσευχή, αλλά θα προσευχηθώ και πνευματικώς, νοερώς δηλαδή. Και με την καρδιά προσεύχεται αδιαλείπτως όλο το εικοσιτετράωρο, ενώ με την λογική προσεύχεται ο άνθρωπος κάποτε-κάποτε, διότι τις άλλες ώρες η λογική είναι απησχολημένη με καθημερινές δουλειές».

Ενώ η νοερά προσευχή στον ενήλικα ενεργεί με λέξεις που γνωρίζει, εν τούτοις στα μωρά παιδιά ενεργεί χωρίς λέξεις και χωρίς λόγια. Ο νους προσεύχεται με τις λέξεις που προσφέρει η λογική. Όταν, όμως, η λογική στα μωρά παιδιά δεν έχει ολοκληρωμένες λέξεις, τότε ο νους προσεύχεται με τον τρόπο που εκφράζεται η μη απηρτισμένη ακόμη λογική του παιδιού.

«Δεν έχει σχέση ποια είναι η μορφή των λέξεων, αρκεί να είναι από ψαλμούς, από ευχές της Εκκλησίας κλπ. Το ίδιο που εσύ λες με την λογική σου, με αυτό το ίδιο το Άγιον Πνεύμα προσεύχεται. Όπως το μωρό παιδί δεν έχει ακόμα συνειδητοποιήσει λέξεις. Στο μωρό, όταν γίνεται η φώτιση, γίνεται χωρίς τα λόγια, δεν είναι ανάγκη να είναι λόγια αυτά, απλώς η μνήμη υπάρχει. Οπότε, τα μωρά έχουν την μνήμη αυτή. Γι' αυτό και όταν πάρετε ένα μωρό και το διδάξετε και λογικά να πιστεύει, μπορεί να είναι Άγιο. Στα δύο με τρία του χρόνια μπορείς να διδάξεις και νοερά προσευχή».

Πάντως, η νοερά ευχή στην καρδιά δεν είναι ένα συναισθηματικό γεγονός, αλλά είναι εμπειρία πραγματική.

«Η ευχή μέσα στην καρδιά είναι εμπειρικό φαινόμενο, διότι ο άνθρωπος, όταν έχει την ευχή μέσα στην καρδιά του, την ακούει, δηλαδή είναι μάρτυς ότι έχει αυτή την εμπειρία, δεν είναι μια φαντασία, δηλαδή. Ο φωτισμός είναι εμπειρία, η θέωση είναι εμπειρία.

Μετά έχουμε και ένα άλλο φαινόμενο, μιαν άλλη όψη του θέματος. Είναι το θρησκευτικό μέρος του θέματος. Ο άνθρωπος έχει την ενέργεια που την λέμε νοερά ενέργεια και δεν είναι λογική ενέργεια. Η λογική ενέργεια έχει ως κέντρο το νευρολογικό σύστημα, η νοερά ενέργεια ως κέντρο έχει την καρδιά του ανθρώπου. Ώστε, όταν χωρισθεί η νοερά ενέργεια από την λογική ενέργεια και έχει την ευχή και είναι περιορισμένη η νοερά ενέργεια στον χώρο της καρδιάς, και κάθεται η καρδιά και κάνει τον παπά και τον ψάλτη, δηλαδή, όλο το εικοσιτετράωρο, τότε έχουμε τον άνθρωπο ναό του Αγίου Πνεύματος, εξ αιτίας αυτής της εμπειρίας».

«Να φεύγουν οι λογισμοί και να τεθεί ο άνθρωπος υπό την επίβλεψη ενός Πνευματικού, ο οποίος να μπορέσει να τον οδηγήσει, ώστε να γίνει πραγματικά ναός του Αγίου Πνεύματος και να φθάσει στο να έχει την νοερά ευχή μέσα στην καρδιά του. Δηλαδή, και έτσι να γίνει ναός του Αγίου Πνεύματος. Και αυτός είναι ο κυρίως φωτισμός στους Πατέρες της Εκκλησίας. Η ευχή, δηλαδή η κατάσταση της ευχής, αυτός είναι ο φωτισμός. 

Και όταν ευρίσκεται σε αυτήν την κατάσταση, τότε η ευχή ή η προσευχή μπορεί να είναι ολόκληρη, μπορεί να μην είναι.

Στην αρχαία Εκκλησία δεν ήταν μόνον ας πούμε το "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με τον αμαρτωλόν" κλπ. Στην Δύση η νοερά ευχή γινόταν με ψαλμούς της Παλαιάς Διαθήκης. Και φαίνεται από τον Απόστολο Παύλο, στην προς Εφεσίους, που λέει "άδοντες και ψάλλοντες εν τη καρδία υμών τω Κυρίω" (Εφ ε΄ 19). Εκεί "άδοντες και ψάλλοντες" δεν είναι το μοντέρνο ψάλσιμο που γίνεται στην Εκκλησία. Διότι στην αρχαία Εκκλησία λέγεται ψάλτης, επειδή έλεγε τους ψαλμούς. Και από εκεί είναι ο ψάλτης, είναι εκείνος που λέει ψαλμούς. Οπότε, όταν λέει "άδοντες και ψάλλοντες", σήμερα θα λέγαμε μόνον "ψάλλοντες" δηλαδή δεν θα λέγαμε "άδοντες". Ψάλλοντες θα λέγαμε και αυτό είναι και το άδοντες μέσα σήμερα. Τότε όμως υπήρχε διάκριση, άδοντες και ψάλλοντες. Το "ψάλλοντες" είναι οι ψαλμοί».

«Και όταν ο άνθρωπος αποκατασταθεί σε αυτή την κατάσταση, τότε είναι φωτισμένος και τότε γίνεται φυσιολογικός, έχει κοινωνία με τον Θεό. Αυτός είναι ο ναός του Θεού».