Τετάρτη 25 Σεπτεμβρίου 2019

Άγιος Βασίλειος, επίσκοπος Θεσσαλονίκης (9ος -10ος αι.)



Καταγόταν από την Αθήνα. Το 875 εκάρη μοναχός από τον όσιο Ευθύμιο τον Νέο, του οποίου υπήρξε μαθητής. «Ταις θεοπνεύστοις καί μελιρρύτοις διδασκαλίαις και ημάς καθέλξας οια τις Ορφεύς οπαδούς επηγάγετο», περιγράφει ο ίδιος. Ο όσιος Ευθύμιος προείπε την αρχιερατική του εκλογή και σταδιοδρομία (904). 
Αναφέρεται να ίδρυσε ή ανακαίνισε την τιμώμενη στο όνομα της Θείας Αναλήψεως μονή, τη γνωστή ως του Αγίου Βασιλείου, που βρισκεται κοντά στό Χιλανδάρι και υπάγεται σε αυτό. Στις αρχές του 10ου αιώνα χειροτονήθηκε επίσκοπος Θεσσαλονίκης. Είναι γνω¬στός από τον βίο του πνευματικού του πατρός Ευθυμίου που εγραψε και γι' αυτό καλείται και Συναξαριστής αλλά και Ομολογητής. Με γλαφυρότητα διηγείται τους άθλουςς του Γέροντος του, τους οποιους κατά δύναμη και μιμήθηκε84. Ακολουθία του συνέθεσε ο μοναχός Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης85.
Η μνήμη του εορτάζεται την 1η Φεβρουαρίου.
ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ
ΜΩΥΣΕΩΣ ΜΟΝΑΧΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΥΓΔΟΝΙΑ

Όσιος Παύλος ο Ξηροποταμινός (10ος αι.)



Υιός ευσεβών βυζαντινών αρχόντων, κατά τον βίο του «ύπατος των φιλοσόφων», που από νωρίς ασπάσθηκε την αρετή. Ως επαίτης αναχωρεί από την Κωνσταντινούπολη κι έρχεται αγνώριστος στο αγιώνυμο Όρος. Κοντά στη σημερινή μονή του Ξηροποτάμου, της οποίας υπήρξε κτήτορας, έστησε την ασκητική του καλύβη, έχοντας για στρώμα τη γη και για προσκέφαλο την πέτρα. Η αρετή του τον έκανε θαυμαστό και οι άνθρωποι έρχονταν από παντού να τον γνωρίσουν. Στην πατρίδα του, όπου για λίγο επιστρέφει, γίνεται πηγή ωφέλειας μεγάλης.
Ο πόθος μεγαλύτερης ησυχίας τον απομακρύνει από τη μονή του Ξηροποτάμου και τον φέρνει στους πρόποδες του Άθω, όπου και αναγκάζεται από τους πολλούς μαθητές του να κτίσει νέα μονή, προς τιμή του Αγίου Γεωργίου, γνωστή σήμερα ως του Αγίου Παύλου.
Προγνώρισε το τέλος του πριν από αρκετό καιρό και ετοιμάσθηκε για την αναχώρηση διδάσκοντας τους μαθητές του· «Έχετε, τέκνα και αδελφοί, την αγάπην, την ευχήν, την ταπείνωσιν και την υπακοήν· διότι όποιος μοναχός δεν έχη αυτάς τας αρετάς, δεν πρέπει να λέγεται μοναχός, αλλά κοσμικός. Νεώτερη ακολουθία συνέθεσε ο μοναχός Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης.
Η μνήμη του τιμάται στις 28 Ιουλίου.
ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ
ΜΩΥΣΕΩΣ ΜΟΝΑΧΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΥΓΔΟΝΙΑ

Οσία Φωτεινή η Κυπρία



Ανάμεσα στο πλήθος των όσιακών μορφών, που με τους ασκητικούς ιδρώτες, τα ρεύματα των δακρύων της κατανύξεως και τους λοιπούς θεοφιλείς καμάτους τους, άρδευσαν και άγιασαν, απ' άκρη σ' άκρη, την φιλάγια της Κύπρου γη, είναι γνωστή και μία μικρή σε αριθμό ομάδα Αγίων γυναικών. Και γι' αυτές πάλιν ελάχιστα κατά κανόνα βιογραφικά στοιχεία έφθασαν μέχρις εμάς, όσα, Προνοία Θεού, διασώθηκαν από τον πανδαμάτορα χρόνο και τις ποικίλες ιστορικές περιπέτειες του πολύπαθου νησιού μας. 
Ξεχωριστή θέση μεταξύ τους, με μια παγκύπρια τιμή και ακτινοβολία, κατέχει αναμφίβολα η Αγία Φωτεινή η Καρπασίτιδα, η γνωστή στον λαό και ως Αγία Φωτού[2]. Έζησε κατά την πρώιμη μάλλον βυζαντινή εποχή[3], αλλά δυστυχώς δεν γνωρίζουμε σήμερα τα σχετικά με τον βίο της. 
Σύμφωνα με τοπική παράδοση, η φωτώνυμη αυτή Οσία καταγόταν από την αρχαία πόλη του Καρπασίου. Αυτό που είναι με βεβαιότητα γνωστό, είναι ότι διήλθε τον ασκητικό της βίο σ' ένα ευρύχωρο λαξευτό υπόγειο σπήλαιο μέσα στο σημερινό χωριό Άγιος Ανδρόνικος Καρπασίας (βλ. κατωτ. εικόνα σελίδας 674). Το σπήλαιο τούτο, που διατηρείται σε εξαίρετη γενικά κατάσταση μέχρι και τις μέρες μας, είναι πιθανόν να προϋπήρξε της Αγίας Φωτεινής, και ίσως παραπέμπει σε πρωτοχριστιανικούς ή και πρωτοβυζαντινούς χρόνους. Σ' αυτό υπάρχουν εσωτερικές προεκτάσεις, υπό μορφή σηράγγων, διασώζονται δε και λαξευμένες εσοχές στα τοιχώματα για την τοποθέτηση λύχνων. 
Αξίζει σ' αυτή τη συνάφεια να τονισθεί πως το ασκητήριο-σπήλαιο της Αγίας Φωτεινής δεν αποτελεί μεμονωμένο χώρο ή γεγονός, αλλά εντάσσεται σε σύμπλεγμα ασκητηρίων της ευρύτερης εκεί περιοχής. Σ' αυτά περιλαμβάνονται οι γνωστοί βυζαντινοί ναοί της Αγίας Σολομονής έξω από την Κώμα του Γιαλού (9ου αιώνα), της Αγίας Παύλης στην Αγία Τριάδα Γιαλούσας, της Αγίας Θέκλης στην Γιαλούσα, και της Αγίας Βαρβάρας πλησίον της Κορόβειας (8ου αιώνα). Κάτω από τους τρεις πρώτους αυτούς ναούς υπάρχουν λαξευτοί ταφικοί θάλαμοι με αρκοσόλια[4], ενώ πλησίον του τελευταίου (της Αγίας Βαρβάρας) λαξευτά σπήλαια, που λει­τούργησαν ως ασκητήρια, ενδεικτικά πιθανώτατα της κατά τη μεσοβυζαντινή τουλάχιστον περίοδο ακμής στην περιοχή του γυναικείου μοναχισμού, εάν κρίνουμε από την αφιέρωση των ως άνω ναών σε γυναίκες Αγίες. 
Στο πιο πάνω λοιπόν σπήλαιο (στο χωριό Άγιος Ανδρόνικος) αγωνίσθηκε ασκητικά η Οσία, με νηστεία, αγρυπνία, προσευχή, αγνότητα, ταπεινοφροσύνη, υπομονή και τις άλλες ευαγγελικές αρετές, με τις οποίες κατέστη πάμφωτο σκεύος Θεού, δοχείο των χαρισμάτων του Αγίου Πνεύματος, φωτοφόρα και φωτόμορφη. Κατάμεστη λοιπόν των καρπών της αγιότητας, κοιμήθηκε εν Κυρίω και τάφηκε στο ασκητήριό της. Ο τάφος της, που βρίσκεται στο δυτικό μέρος του σπηλαίου, παρέμεινε για αιώνες αγνοημένος. Για πρώτη φορά εντοπίσθηκε μετά από θεία αποκάλυψη κατά το πρώτο μισό του 15ου αιώνα, σύμφωνα με τη σύγχρονη μαρτυρία του γνωστού Κυπρίου μεσαιωνικού χρονογράφου Λεοντίου Μαχαιρά. Τούτο ήταν ασφαλώς οικονομία Θεού, για να παρηγορήσει τους υπόδουλους τότε Κυπρίους από τα δεινά της παπικής Φραγκοκρατίας, και να τους στηρίξει στην Ορθόδοξη πίστη. Η αναφορά αυτή του Μαχαιρά, που αποτελεί και την αρχαιότερη γνωστή γραπτή μαρτυρία για την Οσία Φωτεινή, έχει ως εξής (αποδίδουμε το κείμενο σε μετάφραση): «Ακόμη βρίσκεται στην (περιοχή) Ακρωτίκη, στην κώμη του Αγίου Ανδρονίκου της Κανακαριάς - έχει λίγο καιρό και βρέθηκε με αποκάλυψη Θεού - (μία άλλη Αγία), που την ονομάζουν Αγία Φωτεινή, και ο τάφος της είναι κάτω από τη γη (σε σπήλαιο). (Εκεί) υπάρχει (άγιο) βήμα και τελείται η θεία Λειτουργία. Επί­σης εκεί υπάρχει νερό-αγίασμα, και (στο πηγάδι που βρίσκεται) έχει πολύ βάθος το νερό, και στο γύρισμα του φεγγαριού πήζει επάνω το νερό (αγίασμα), όπως πήζει ο πάγος, και γίνεται μία τσίππα. Και τη βγάζουν (από το πηγάδι) σαν μια πλάκα πάγου. Κι άμα αρχίζει να λυώνει, γίνε­ται λεπτό σαν σκόνη, και την βάζουν στα μάτια τους οι τυφλοί και θεραπεύονται.»[5] 
Έκτοτε η Αγία Φωτεινή, και μέχρι τις μέρες μας, ενεργεί πλείστα όσα θαύματα σ' αυτούς που με πίστη προσέρχονται και προσεύχονται σ' αυτήν. Κατ' εξαίρεση έλαβε, κατά την επωνυμία της, τη Χάρη της θεραπείας των ποικίλων οφθαλμικών παθήσεων, μάλιστα των τυφλώσεων, χορηγώντας άφθονα τις ιάσεις με το νερό του αγιάσματός της[6]. Τό πηγάδι του περιωνύμου αυτού αγιάσματος, που, όπως είδαμε, αναφέρει και ο Λεόντιος Μαχαιράς, βρίσκεται στο άκρο λαξευμένης προς τα βόρεια του σπηλαίου σήραγγας. Σύμφωνα με έγκυρες πληροφορίες, το αγίασμα αυτό στέρεψε το 1974, μετά την τουρκική εισβολή, ένεκα της βεβήλωσης του χώρου από τους Τούρκους. 
Πέραν της μαρτυρουμένης χρήσης του σπηλαίου τούτου ως ναού ήδη από τ ά χρόνια της στυγνής υποδουλώσεως της Κύπρου μας στους αιρετικούς παπικούς Φράγκους, αλλά και μέχρι πρόσφατα (το έτος 1974), ο χώρος αυτός προηγουμένως λειτούργησε πιθανώτατα και ως Μονή. Αργότερα (ίσως επί τουρκοκρατίας) λειτούργησε πάνω και πέριξ του σπηλαίου μικρή ανδρώα Μονή, που διαλύθηκε περί το τέλος του 19ου αιώνα[7]. Ο ναός, που βρίσκεται σήμερα πάνω από το σπήλαιο (βλ. Εικ. ανωτέρω), κτίσθηκε επί αρχιε­πισκόπου Κύπρου Χρυσάνθου (1767-1810), λειτουργούσε δε προ της εισβολής ως ο ενοριακός ναός του χωριού Άγιος Ανδρόνικος[8]. 
Εξαιτίας των ποικίλων ιστορικών της Κύπρου περιστάσεων, ο τάφος της Οσίας προφανώς καλύφθηκε (ίσως κατά την αιρετική παπικό-Ενετοκρατία η την αλλόθρησκη Τουρ κ ο κ ρ α τ ί α ) προς αποφυγή σύλησης του ιερού της λειψάνου, και με τα χρόνια και πάλιν λησμονήθηκε. Για δεύτερη φορά ανευρέθη επί αρχιεπισκόπου Κύπρου Σιλβέστρου (1718-1733) από τον τότε επιστάτη της Μονής της Οσίας, οικονόμο Άνθιμο. Επιθυμώντας δηλαδή αυτός  να ευρυχωρήσει το σπήλαιο, έσκαψε προς τα δυτικά, όπου βρήκε ξανά τον τάφο και το ιερό λείψανο της Αγίας, πάνω στο οποίο υπήρχε μαρμάρινος σταυρός, που έφερε την επιγραφή· «Φωτεινή οσία, νύμφη Χριστού». Τούτο υπήρξε και πάλιν έργο της θείας Προνοίας, για τη στήριξη του Τουρκοκρατουμένου και δεινοπαθούντος πιστού λαού της Κύπρου. Αφού ειδοποιήθηκε τότε σχετικά ο αρχιεπίσκοπος Σίλβεστρος, πρόσταξε και ασφάλισαν το άγιο λείψανο μέσα στον τάφο. Αργότερα ανακομίσθησαν από εκεί τα ιερά αυτά λείψανα, κατά δε το 1974 μετακομίσθηκαν στην ιερά αρχιεπισκοπή Κύπρου.
 
Ναοί επ' ονόματι της Αγίας Φωτεινής βρίσκονται και σε άλλα μέρη της Κύπρου, αλλά δεν είναι γνωστό εάν ετιμάτο εκεί αρχικά η Κυπρία Οσία, η Καρπασίτιδα ή η ομώνυμη Μεγαλομάρτυς, η Σαμαρείτιδα. Πιθανώτατα όμως στους παλαιούς ναούς στην Αμμόχωστο και τον Γερόλακκο να ετιμάτο η Κυπρία Φωτεινή, όπως και στο (μεταγενεστέρως τουρ­κοκυπριακό) χωριό Φώττα (ή Φότα), που αρχικά εκαλείτο Αγία Φωτεινή, μετονομάσθηκε δε έτσι από τους Τουρκοκυ­πρίους[9]. 
Παλαιότερη γνωστή φορητή εικόνα της Οσίας είναι μία του έτους 1811, έργο του γνω­στού ζωγράφου ιερομόναχου Λαυρεντίου, που κλάπηκε κατά την εισβολή από τους Τούρ­κους και πωλήθηκε στην Ευρώ­πη[10]. Αυτή, όπως και οι σωζό­μενες νεώτερες εικόνες, παρι­στούν την Αγία με μοναχική ενδυμασία και να φέρει στο δεξί της χέρι Σταυρό.
Η μνήμη της Αγίας Φωτεινής εορτάζεται στις 2 Αυγούστου[11], ημέρα κατά την οποία, μέχρι και πριν την τουρκική εισβολή του 1974, ετελείτο μεγάλη πανήγυρη στο χωριό Άγιος Ανδρόνικος Καρπασίας, στην οποία μετέβαινε κατά κανόνα και ο εκάστοτε αρχιεπίσκοπος Κύπρου[12]. 
 Ταις της φωτοφόρου και φωτωνύμου Οσίας αγίαις πρεσβείαις ο Θεός, φώτισον και ημών τα όμματα της ψυχής και του σώματος, και ελέησον ημάς, ως μόνος Οικτίρμων. Αμήν!

Ο ΖΩΟΠΟΙΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2010
ΑΡ. ΤΕΥΧΟΥΣ 106-111
ΠΕΡΙΟΔΙΚΗ ΕΚΔΟΣΙΣ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΣΤΑΥΡΟΒΟΥΝΙΟΥ
[*]  Πρωτογενείς πηγές αναφορικά με τον βίο της Οσίας Φωτεινής δεν έχουν δυστυχώς διασωθεί. Το παρόν κείμενο βασίζεται στα παρατιθέμενα από τους Λεόντιο Μαχαιρά (στο Χρονικό του), Ακάκιο μονάχο και Αντώνιο Τεϊρμεντζόγλου προσκυνητή (στις συντεθειμένες απ' αυτούς χειρόγραφες Ακολουθίες της Οσίας - βλ. κατωτ.) στοιχεία, τα οποία και συνθέτουν τη βασική σχετική χειρόγραφη παράδοση, καθώς και σε παρεμφερή αξιόπιστα αρχαιολογικά δεδομένα.

[2]  Το όνομα αυτό παράχθηκε από την γενική του συγγενικού ονόματος της Αγίας, η Φωτώ (της Φωτούς), αποτελεί δε σύνηθες γλωσσικό φαινόμενο αναγόμενο στη βυζαντινή εποχή (της αποδόσεως δηλ. θηλυκών κυρίων προσηγορικών ονομάτων εις -ού, π.χ. Σωφρονού, Κυριακού, Παρασκευού κλπ.).

[3]    Όχι μόνο ο χώρος ασκήσεως της Οσίας, άλλα και ο τύπος του τάφου της, που, παρά τις μεταγενέστερες (κατά τις δύο ανευρέσεις του) επεμβάσεις, διακρίνεται εμφανώς ότι ήταν αρκοσόλιο (βλ. επόμενη σημ.). παραπέμπουν στην παλαιοχριστιανική περίοδο.

[4]   Η λ. αρκοσόλιο (από το λατινικό arcosolium, προερχόμενο από τις λ. arcus=τόξο και solium=σορός, θήκη. τάφος), δηλώνει τους τοξωτούς τάφους, που κατασκευάζονταν κατά τη ρωμαϊκή-παλαιοχριστιανική περίοδο. Ο τάφος, που προεξείχε λίγο από το δάπεδο, επιστεγαζόταν από τοξωτή οροφή, δίνοντας έτσι ένα πλαστικό βάθος στην κατασκευή. Τα αρκοσόλια των Αγίων διακοσμούνταν συνήθως με ποικίλες παραστάσεις (νωπογραφίες).

[5]   Λεοντίου Μαχαιρά. Χρονικόν, (έκδ.) R.M. Dawkins, Leontios Makhairas, Recital concerning the Sweet Land of Cyprus entitled 'Chronicle', Οξφόρδη, 1932, Vol. I, §34, σσ. 32-35. Τα του Μαχαιρά περιληπτικά αναφέρουν και οι D. Strambaldi [Chronicha, σ. 14). Fl. Bustron {Historia. σ. 34) και αρχιμανδρίτης Κυπριανός [Ιστορία χρονολογική, σ. 352).

[6]   Η από το όνομα της Οσίας Φωτεινής απορρέουσα θαυματουργική Χάρη της θεραπείας των οφθαλμικών παθήσεων έχει αντίστοιχη περίπτωση τα μετά θάνατον θαύματα της ομώνυμης Μεγαλομάρτυρος Φωτεινής της Σαμαρείτιδος στην Κωνσταντινούπολη, όπου μάλιστα υπήρχε και αγίασμα, θεραπευτικό των ασθενειών (βλ. «Η εύρεσις των λειψάνων της αγίας μεγαλομάρτυρος Φωτεινής και μερική ταύτης θαυμάτων εξήγησις». εν Fr. Halkin, Hagiographica Inedita Decem. CCSG, No. 21, Louvain, 1989. σσ. 111-125 [κείμενο], και σχετικά σχόλια εν Alice-Mary Talbot, «The posthumous miracles of St. Photeine», Analecta Bollandiana. 112 [1994]. σσ. 85-104).

[7]   Για τη μικρή αυτή Μονή της Οσίας βλ. εν Ν. Γ. Κυριαζής. Τα Μοναστήρια εν Κύπρω). Λάρνακα, 1950, σ. 99, και Κωστής Κοκκινόφτας - Θεοχαρίδης Ιωάννης, «Μοναστηριακά δεδομένα σύμφωνα με το Κατάστιχο VI της αρχιεπισκοπής Κύπρου (1825)», Επετηρίδα Κέντρου Μελετών Ι. Μ. Κύκκου. 4, σσ. 241-309. μάλιστα Πίν. 1-3 και Χάρτης 3.

[8]   Σύμφωνα με πληροφορίες των εγχωρίων, στην τουρκοκυπριακή συνοικία (τουρκομαχαλλά)του Αγίου Ανδρονίκου, υπήρχε ναός του Αγίου Ανδρονίκου, ερειπωμένος σήμερα.

[9]  Τους ναούς και τα αγιώνυμα τοπωνύμια στην Κύπρο, Αγία Φωτεινή και Αγία Φωτού βλ. εν Christodoulou Menelaos and Konstantinides Konstantinos, A complete Gazetteer of Cyprus, Vol. I, Nicosia, 1987, σ. 20, και Jack Goodwin, An Historical Toponymy of Cyprus, Vol. I, Nicosia, 19855. σ. 299. Ας σημειωθεί πως ο ναός της Οσίας στην Ακάνθου (19ου (;) αι.) ήταν ο κοιμητηριακός του χωριού, υπήρχε δε παλαιότερα ναός της και στην Κυθρέα.

[10]  Η εικόνα αυτή της Οσίας, μαζί με άλλες εικόνες από την Κύπρο, κλεμμένες μετά την εισβολή από Τούρκους έμπορους αρχαιοτήτων, παρουσιάσθηκαν σε έκθεση στη Γερμανία και τιτλοφορήθηκαν ως προερχόμενες από το Άγιον Όρος (!), μετά δε εξαφανίσθηκαν (βλ. Κατάλογο της Εκθέσεως, Ikonen des Ostens. Kultbilder aus fünf Jahrhunderten, St. Otto-Verlag Bemberg. Germany, No. 30, σ. 124, 'Heilige
Fotinia').
[11]   Παλαιότερη σωζόμενη Ακολουθία της Οσίας, που ασφαλώς σχετίζεται με την επί αρχιεπισκόπου Σιλβέστρου eπανεύρεση του ιερού λειψάνου της, είναι η συμπιληθείσα υπό του μοναχού Ακακίου στο γνωστό του χγφ. Πεντέορτον (1732/1733), που δημοσιεύθηκε εν Κυπριακαί Σπουδαί, ΙΑ' (1947), σσ. 77-b 97. με σχετικά προλεγόμενα στις σσ. κη'-κθ' (τό Συναξάριο είχε προδημοσιευθεί από τον Ιω. Συκουτρή στα Κυπριακά Χρονικά. Β' [1924], σσ. 238-240). Η αυτή σχεδόν Ακολουθία (με μικρές διαφορές) βρίσκεται στο γραμμένο από τον Αντώνιο Τεϊρμεντζόγλου χγφ. Ι. Μητροπόλεως Κιτίου 25 (αρχών του 19ου αι.), σσ. 246-287. Αμφότερες στερούνται οποιασδήποτε πρωτοτυπίας (ως και οι μεταγενέστερες υπό των Μαχαιριωτών Ιγνατίου [1881] και Μητροφάνους [1899]). Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το Συναξάριό τους, που στον Τεϊρμεντζόγλου αποδίδεται με διαφορές, αλλά περιέχει τα αυτά βασικά στοιχεία. Αξιο­σημείωτο ότι σ' αυτό (του Τεϊρμεντζόγλου) γίνεται το πρώτον αναφορά στην επί Σιλβέστρου ανεύρεση του λειψάνου της Οσίας - στον Ακάκιο υπονοείται, αλλά δεν αναφέρεται ρητά - από τον οικονόμο Άνθιμο (και όχι Νικόδημο, όπως βραδύτερα επεκράτησε), και ότι τότε (περ. τέλη του 18ου / αρχές 19ου αι.) το λείψανο βρισκόταν ακέραιο μέσα στον τάφο. Νέα ασματική Ακολουθία, ποίημα του Υμνογράφου Χαρα­λάμπους Μπούσια, περιλήφθηκε (μαζί με τη σχετική βιβλιογραφία) στα Κύπρια Μηνιαία, Γ (Αύγουστος), σσ. 21-38.

[12]   Ως γνωστό, με την Bulla Cypria του πάπα Αλεξάνδρου Δ' (1260) καταργήθηκε ο τίτλος και θεσμός του αρχιεπισκόπου Κύπρου, οι δε επισκοπές της νήσου περιορίσθηκαν από 14 σε 4. Μεταξύ των επισκοπών αυτών που καταργήθηκαν ήταν και του Καρπασίου, όπου εξορίσθηκε ο επίσκοπος Κωνσταντίας-Αμμοχώστου. Με την ανασύσταση της Ορθόδοξης Εκκλησίας Κύπρου μετά την κατάληψη της νήσου από τους Τούρκους (1570/1571), η επισκοπή Καρπασίου (καθώς και η της Αμμοχώστου) περιέρχεται υπό τη δικαιοδοσία του αρχιεπισκοπικού θρόνου. Πρόσφατα (2007), με τη διεύρυνση της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας Κύπρου, εξελέγη και χωρεπίσκοπος Καρπασίας.

Ἡ Ὁσία Ξένη Γκριγκόριεβνα, ἡ διὰ Χριστὸν σαλή



Αὐτὸν τὸν πρῶτο Μακαρισμὸ τῆς ἐπὶ τοῦ Ὄρους ὁμιλίας τοῦ Κυρίου μας (“Μακάριοι οἱ πτωχοὶ τῷ πνεύματι ὅτι αὐτῶν ἐστιν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν”) μποροῦμε νὰ τὸν ἀποδώσουμε πλήρως στὴν εὐλογημένη δούλη τοῦ Θεοῦ Ξένη, τὴν κατὰ Χριστὸν σαλή. Ἀνῆκε σ’ αὐτοὺς ποὺ εἶναι “πτωχοὶ τῷ πνεύματι” καὶ τὰ σαράντα πέντε χρόνια τῆς ἀσκητικῆς της ζωῆς δὲν ἦταν τίποτε ἄλλο παρὰ μία ἀπόκτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ μία καθίδρυση τῆς Βασιλείας τῶν οὐρανῶν στὴν καρδιά της.

“Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρός, τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος”. Ἐδῶ ἀναπαύεται τὸ σῶμα τῆς δούλης τοῦ Θεοῦ, Ξένης Γκριγκόριεβνα, γυναικὸς τοῦ αὐτοκρατορικοῦ πρωτοψάλτου, συνταγματάρχου Ἀνδρέα Φεοντόροβιτς Πετρώφ. Χήρα σὲ ἡλικία 26 ἐτῶν, μία προσκυνήτρια γιὰ 45 χρόνια, ἔζησε 71 χρόνια. Ἦταν γνωστὴ μὲ τὸ ὄνομα Ἀνδρέα Φεοντόροβιτς”.

Αὐτὰ γράφονται στὸ λακωνικὸ ἐπιτύμβιο πάνω στὸν τάφο τῆς μακαρίας Ξένης, γραμμένα ἀπὸ ἕνα ἄγνωστο πρόσωπο. Καμμιὰ λαϊκὴ διήγηση, καμμιὰ ἀνάμνηση ἀνθρώπων, οὔτε γραπτὲς πηγὲς δὲν μᾶς προμηθεύουν πληροφορίες σχετικὰ μὲ τοὺς γονεῖς της, τὴν ἀνατροφή της, τὴν παιδεία της ἢ ἄλλη κοινωνικὴ δραστηριότητα. Ὅμως μποροῦμε νὰ ὑποθέσουμε ὅτι ἡ Ξένη Γκριγκόριεβνα δὲν ἦταν ἀπὸ χαμηλὴ οἰκογένεια. Ὁ σύζυγός της Ἀνδρέας Φεοντόροβιτς εἶχε τὸν βαθμὸ τοῦ συνταγματάρχου καὶ ἦταν πρωτοψάλτης στὴν βασιλικὴ αὐλή. Ἡ θέση αὐτὴ ἦταν μία πολὺ ὑψηλὴ κοινωνικὴ θέση καὶ ἔδινε δόξα καὶ ὑλικὴ ἀπολαβή.

Ἦταν νέοι. Εἶχαν ἀγάπη μεταξύ τους. Ὑπηρέτησαν καὶ οἱ δύο στὴν βασιλικὴ αὐλή, ἔκαναν τὸ γάμο τους, καλοῦσαν φιλοξενουμένους στὸ σπίτι τους καὶ αὐτοὶ οἱ ἴδιοι πήγαιναν ὡς φιλοξενούμενοι σὲ ἄλλα σπίτια. Αὐτὰ οἱ ἄνθρωποι τὰ ὀνομάζουν “καλὴ τύχη” καὶ φαινόταν ὅτι τίποτε στὸ ἀνδρόγυνο αὐτό, τὸν Ἀνδρέα καὶ τὴν Ξένη, δὲν θὰ ἔδινε τέλος σ’ αὐτὴ τοὺς τὴ χαρά. Ἀλλὰ ξαφνικὰ ἕνα φοβερὸ χτύπημα, σὰν κεραυνὸς ἐν αἰθρίᾳ, ὁ ἀναπάντεχος θάνατος τοῦ ἀγαπημένου συζύγου, κεραυνοβόλησε τὴν Ξένη Γκριγκόριεβνα. Τόσο πολὺ καταβλήθηκε αὐτὴ ἀπὸ θλίψη γιὰ τὸν θάνατο τοῦ συζύγου της, ὥστε στοὺς πολλοὺς φαινόταν ὅτι ἔχασε τὰ λογικά της. Ἔτσι νόμισαν οἱ συγγενεῖς της, οἱ φίλοι της καὶ οἱ γνωστοί της.

Πραγματικὰ ἡ συμπεριφορὰ τῆς Ξένης μετὰ τὸ θάνατο τοῦ συζύγου της ἦταν πολὺ περίεργη. Κατὰ πρῶτον ἄρχισε νὰ βεβαιώνη ὅλους ὅσους τὴν περιτριγύριζαν ὅτι ὁ σύζυγός της δὲν πέθανε, ἀλλὰ ὅτι πέθανε αὐτή. Φόρεσε τὰ ροῦχα τοῦ νεκροῦ συζύγου της καὶ ἄρχισε νὰ ὀνομάζη τὸν ἑαυτὸ της Ἀνδρέα Φεοντόροβιτς. Οἱ συγγενεῖς της τὴν θεώρησαν περισσότερο γιὰ παράφρονα, ὅταν αὐτὴ ἄρχισε νὰ μοιράζη τὴν περιουσία της στοὺς φτωχοὺς καὶ ὅταν ἔδωσε τὸ σπίτι της στὴν Παρασκευή Ἀτόνοβα. Οἱ ἐνδιαφερόμενοι γιὰ τὴν περιουσία της συγγενεῖς της στράφηκαν στὶς ἀρχὲς καὶ ζήτησαν ἀπὸ αὐτὲς νὰ λάβουν μέτρα ἐναντίον μιᾶς τέτοιας διάθεσης τῆς κληρονομιᾶς της ἀπὸ αὐτήν. Μετὰ ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἀναφορὰ τῶν συγγενῶν οἱ ἀρχὲς τὴν κάλεσαν καὶ ἀφοῦ συζήτησαν μαζί της, συμπέραναν ὅτι ἦταν πολὺ καλὰ στὰ λογικά της καὶ εἶχε ἑπομένως κάθε δικαίωμα νὰ κάνη ὅ,τι ἤθελε τὴν περιουσία της.

Τί συνέβηκε πράγματι μὲ τὴν Ξένη Γκριγκόριεβνα; Ἀσφαλῶς συνέβηκε μέσα της μία πλήρης πνευματικὴ ἀντιστροφή, πού, κατὰ τὰ ἴδια της τὰ λόγια, ἡ Ξένη Γκριγκόριεβνα Πέτροβα εἶχε πεθάνει!...Βάζοντας τὰ ροῦχα τοῦ συζύγου της καὶ παίρνοντας τὸ ὄνομά του ἦταν, κατὰ τὴ γνώμη της, σὰν νὰ παρατεινόταν ἡ δική του ζωὴ στὸ πρόσωπό της γιὰ νὰ συγχωρηθοῦν οἱ ἁμαρτίες του μὲ τὴ δική της ἀφιερωμένη στὸ Θεὸ ζωή. Τώρα αὐτὴ παρουσίαζε τὸν ἑαυτό της στὸν κόσμο μὲ τὴν πιὸ δύσκολη ὑπηρεσία τοῦ Θεοῦ ὡς “κατὰ Χριστὸν τρελλή”.

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κροστάνδης λέγει: “Ὑπάρχει μία ἀληθινή, πραγματικὴ ζωὴ καὶ μία φαινομενική, ψεύτικη ζωή. Τὸ νὰ ζῆς γιὰ νὰ τρῶς, νὰ πίνης, νὰ ντύνεσαι, γιὰ νὰ ἀπολαμβάνης καὶ νὰ γίνεσαι πλούσιος, τὸ νὰ ζῆς γενικὰ γιὰ ἐγκόσμιες χαρὲς καὶ φροντίδες, αὐτὸ εἶναι μία φαντασία. Τὸ νὰ ζῆς ὅμως γιὰ νὰ εὐχαριστῆς τὸν Θεὸ καὶ τοὺς ἄλλους, γιὰ νὰ προσεύχεσαι καὶ νὰ ἐργάζεσαι μὲ κάθε τρόπο γιὰ τὴν σωτηρία τῶν ψυχῶν τους, αὐτὴ εἶναι πραγματικὴ ζωή. Ὁ πρῶτος τρόπος ζωῆς εἶναι ἀκατάπαυστος πνευματικὸς θάνατος. Ὁ δεύτερος εἶναι ἀκατάπαυστη ζωὴ τοῦ πνεύματος.”(Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κροστάνδης, Περὶ τῆς ἐγκοσμίου ζωῆς). Ἀπὸ αὐτὸ βλέπουμε ὅτι τὸ “χτύπημα” ποὺ “χτύπησε” τὴν δούλη τοῦ Θεοῦ Ξένη ἦταν μία ὤθηση ἀπὸ τὴν μὴ πραγματικὴ ζωὴ στὴν ζωὴ τοῦ Πνεύματος.

Ἡ μακαρία Ξένη, ποὺ ἦταν πλούσια πρῶτα ἔζησε τώρα μία φτωχική, πολὺ φτωχικὴ ζωή. Δὲν εἶχε πραγματικὰ ποῦ νὰ κλίνη τὴν κεφαλή της. Γιὰ σκέπη της εἶχε τὸν μελαγχολικὸ βροχερὸ οὐρανὸ τῆς ἁγίας Πετρούπολης, ἐνῶ γιὰ κρεβάτι της εἶχε τὸ ὑγρὸ γυμνὸ ἔδαφος. Περνοῦσε τὶς νύχτες της προσευχόμενη γονατισμένη στὸ γυμνὸ ἔδαφος τῶν χωραφιῶν. Αὐτὸ τὸ μαρτυροῦσαν ἡ ἀστυνομία καὶ οἱ κάτοικοι, ποὺ τὴν ἀνακάλυψαν, γιατί εἶχαν τὴν περιέργεια νὰ μάθουν ποῦ ἐξαφανιζόταν τὶς νύχτες. Κάποτε κάποιος ἀστυνομικὸς τὴν παρακολούθησε καὶ τὴν εἶδε νὰ κλίνη τὰ γόνατά της σ’ ἕνα ἀνοιχτὸ χωράφι καὶ νὰ προσεύχεται. Ἄρχισε νὰ προσεύχεται ἀπὸ τὸ βράδυ καὶ δὲν σηκώθηκε μέχρι τὸ πρωΐ. Κατὰ τὴ διάρκεια τῶν προσευχῶν της ἔκανε μετάνοιες σὲ ὅλες τὶς διευθύνσεις προσευχόμενη γιὰ ὅλους τοὺς ὀρθόδοξους χριστιανούς.

Κατὰ τὴν ἡμέρα συνήθως γύριζε γύρω στοὺς δρόμους τῆς ἁγίας Πετρούπολης. Τὰ κουρελιασμένα ροῦχα της δύσκολα τὴν σκέπαζαν- μία κόκκινη φούστα καὶ μία πράσινη ζακέτα. Στὰ πόδια της εἶχε χαλασμένα παπούτσια καὶ γύρω ἀπὸ τὸ κεφάλι της εἶχε δεμένο ἕνα παλιὸ μαντήλι. Ἀκόμα καὶ κατὰ τὸν βαρὺ χειμώνα δὲν φοροῦσε ζεστὰ ροῦχα καὶ παπούτσια, ἂν καὶ ἡ καλωσύνη τοῦ λαοῦ της πρόσφερε πολλὰ ἀπ’ αὐτά. Σὲ ὅλες τὶς περιόδους τοῦ ἔτους τὴν ἔβλεπαν ντυμένη στὰ ἴδια κουρέλια. Τὸ κρύο στὴν ἁγία Πετρούπολη ἦταν δυνατὸ καὶ διαπερνοῦσε τὰ κόκκαλα. Ἀλλὰ ἡ Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ποὺ χύνεται μὲ ἀφθονία στοὺς ἁγίους τοῦ Θεοῦ, τοὺς ἔκανε νὰ νικοῦν τοὺς νόμους τῆς φύσεως. Αὐτὴ ἡ Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἔδινε ζεστασιὰ καὶ δύναμη στὴ μακαρία Ξένη.

Ὅλοι ἀγαποῦσαν αὐτὴν τὴν ἥσυχη, τὴν ἤρεμη, τὴν ταπεινὴ καὶ τὴν εὐγενικὴ δούλη τοῦ Θεοῦ Ξένη. Πολλοὶ τὴν λυποῦνταν καὶ τῆς ἔδιναν ἐλεημοσύνη, ἀλλὰ αὐτὴ δὲν τὴν ἔπαιρνε. Ἐὰν δεχόταν κανένα μικρὸ κέρμα, ἀμέσως τὸ ἔδινε σὲ κάποιον φτωχὸ ζητιάνο.

Ὅταν κτιζόταν μία Ἐκκλησία στὸ νεκροταφεῖο Σμόλενσκ, τὴ νύχτα ἡ μακαρία Ξένη ἔσερνε λίθους μὲ τὰ ἀδύνατα χέρια της ὥς τὴν κορυφὴ τῶν τοίχων τοῦ οἰκοδομήματος. Μὲ αὐτὸ ποὺ ἔκανε ἔγραφε τὸ ὄνομά της γιὰ πάντα στὸ βιβλίο τῶν μνημοσύνων μὲ τὴν δέηση “ὑπὲρ τῶν μακαρίων καὶ ἀειμνήστων κτιτόρων τοῦ ἁγίου οἴκου τούτου”. Οἱ κτίστες παραξενεύονταν βλέποντας τοὺς λίθους στὴν κορυφή. “Από ποῦ βρίσκονται αὐτοὶ οἱ σωροὶ τῶν λίθων κάθε πρωΐ;” ἔλεγαν. Ἀλλὰ κατάλαβαν ἔπειτα ὅτι βοηθὸς τους ἦταν ἡ μακαρία Ξένη.

Αὐτὰ ποὺ γράψαμε μέχρι τώρα γι’ αὐτοὺς τοὺς κόπους καὶ τοὺς ἀγῶνες τῆς μακαρίας Ξένης τὰ γνωρίζουμε ἀπὸ τὸ συναξάριο τοῦ λαοῦ. Πόσα ὅμως ἄλλα ἄγνωστα γιὰ μᾶς θὰ ὑπάρχουν γι’ αὐτὴ τὴ θαυμαστὴ ὁσία, ποὺ εἶναι ὅμως γνωστὰ μόνο στὸ Θεό;

Ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστὸς εἶπε: “Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθείτω μοι” (Μάρκ.8,34). Μὲ ταπείνωση, μὲ ὑπομονὴ καὶ χαρὰ ἡ μακαρία Ξένη σήκωσε μὲ προθυμία καὶ αὐταπάρνηση τὸν σταυρὸ τῆς πνευματικῆς πενίας καὶ ἀντὶ νὰ σκέπτεται τὸ δικό της συμφέρον ἔκλεισε στὴν καρδιὰ της ὅλους τοὺς “γείτονές” της μὲ τὶς δυστυχίες τους, τὶς ἀνάγκες τους, τὶς φροντίδες καὶ τὶς λύπες τους. “Γείτονές” της, εἰκονικῶς ὁμιλοῦντες, ἦταν ὅλοι οἱ κάτοικοι τῆς ἁγίας Πετρούπολης.

Ἡ μακαρία Ξένη, ὅταν περπατοῦσε στὸν δρόμο, ἀπὸ ὅλες τὶς μεριές, ἀπὸ ὅλα τὰ ἁμάξια ποὺ περνοῦσαν ἄκουγε νὰ φωνάζουν: “Ἀνδρέα Φεοντόροβιτς, σταμάτα. Θέλω νὰ σὲ πάρω στὸ ἁμάξι μου ἔστω καὶ γιὰ λίγα βήματα”. Καὶ ὅταν ἔμπαινε σὲ κάποιο αὐτοκίνητο, τὸ εἰσόδημα τοῦ αὐτοκινήτου αὐτοῦ τὴν ἡμέρα ἐκείνη ἦταν πολὺ μεγάλο. Ἡ μακαρία Ξένη προτιμοῦσε νὰ κάθεται σὲ αὐτοκίνητα ἀνθρώπων ποὺ εἶχαν ἀνάγκη βοηθείας. Ἐὰν μιλοῦσε μὲ κανέναν ποὺ ἦταν στενοχωρημένος, ἀμέσως αὐτὸς καταπραϋνόταν καὶ τοῦ ἐρχόταν μία θαυματουργικὴ βοήθεια. Ὅταν θώπευε ἕνα ἄρρωστο παιδάκι, ἀμέσως αὐτὸ γινόταν καλά. Οἱ ἔμποροι τὴν παρακαλοῦσαν νὰ πάρη κάτι ὡς δῶρο ἢ τουλάχιστον νὰ μπῆ στὸ κατάστημά τους. Ἤξεραν ὅτι ἐκείνη τὴ μέρα οἱ δουλειές τους θὰ πήγαιναν πολὺ καλὰ καὶ τὰ κέρδη τους θὰ ἦταν πολλά.

Ἡ μακαρία Ξένη ἔλαβε ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ τὸ προορατικὸ χάρισμα. Κάποτε, τὸ ἔτος 1764, ταράχτηκε πολὺ καὶ ξέσπαγε κάθε μέρα σὲ δάκρυα. Οἱ ἄνθρωποι τὴν ρωτοῦσαν τὴν αἰτία ποὺ κλαίει καὶ αὐτὴ ἀπαντοῦσε: “Αἷμα, αἷμα, αὐλάκι ἀπὸ αἷμα!”. Τότε ὅλοι ἦταν ἀνήσυχοι γιὰ τὸ τί ἄραγε θὰ συνέβαινε. Ἀλλὰ τρεῖς ἑβδομάδες ἀργότερα οἱ πολίτες τῆς ἁγίας Πετρούπολης ἔμαθαν τί ἐσήμαιναν τὰ λόγια της. Ἀπὸ τὴν ρωσικὴ ἱστορία γνωρίζουμε ὅτι ἡ προσπάθεια τοῦ ἀξιωματικοῦ Μίροβιτς νὰ ἐλευθερώση τὸν αἰχμάλωτο βασιλέα Ἰβὰν Ἀντώνοβιτς, ποὺ ἦταν φυλακισμένος στὸ φρούριο Schlusselburg, ἀπέτυχε καὶ ὁ Ἰβὰν Ἀντώνοβιτς φονεύθηκε.

Στὶς 24 Δεκεμβρίου 1761, τὴν παραμονὴ τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ, ἡ μακαρία Ξένη περιερχόταν τοὺς δρόμους τῆς πρωτεύουσας καὶ ἔλεγε στὸν καθένα νὰ κάνη τηγανίτες. Τὴν ἑπομένη μέρα ἀκούστηκε τὸ φοβερὸ νέο: ἡ αὐτοκράτειρα Ἐλισάβετ Πέτροβα πέθανε ξαφνικά. Οἱ τηγανίτες θὰ ἦταν γιὰ τὴν ἀγρυπνία, ποὺ ἡ προικισμένη μὲ τὸ προορατικὸ χάρισμα ὁσία Ξένη προφήτευσε. Τέτοιες περιπτώσεις ποὺ ἐκδηλωνόταν τὸ προορατικὸ χάρισμά της καὶ περιπτώσεις βοηθειῶν ποὺ πρόσφερε στὸν λαὸ μὲ τὸ χάρισμά της αὐτό, ἔχουμε πολλές.

Ὁ ἀγώνας τῶν διὰ Χριστὸν σαλῶν ἦταν δύσκολος. Οἱ ἅγιοι μοναστικοὶ πατέρες καὶ ἀσκητὲς ἔφυγαν ἀπὸ τοὺς πειρασμοὺς αὐτοῦ του κόσμου στὴν ἔρημο καὶ στὰ δάση καὶ ἔλαβαν τὴν ἀμοιβὴ τῶν κόπων τους στοὺς οὐρανοὺς καὶ τὸ φωτοστέφανο τῆς ἁγιότητάς τους στὴ γῆ. Ὅμως οἱ μακάριοι διὰ Χριστὸν σαλοὶ δὲν ἄφησαν τὸν κόσμο καὶ μὲ τὴν ἐμφάνιση τῆς σαλότητας ἔκρυβαν τοὺς πνευματικοὺς ἀγῶνες, μὴ θέλοντες νὰ παρουσιάσουν τοὺς ἑαυτούς τους ὡς δίκαιους ἀνθρώπους, ἀλλὰ ὡς τρελλούς.

Ἡ δούλη τοῦ Θεοῦ Ξένη εἶδε καθαρὰ τὴν δυσκολία αὐτοῦ τοῦ ἀγώνα τῶν κατὰ Χριστὸν σαλῶν καὶ γιὰ νὰ προετοιμάση πνευματικῶς τὴν ψυχή της, ἐξαφανίστηκε ἀπὸ τὴν ἁγία Πετρούπολη γιὰ ὀκτὼ χρόνια. Πρέπει νὰ ὑποθέσουμε ὅτι αὐτὸ ἦταν τὸ πρῶτο στάδιο τῆς ἐπὶ σαράντα πέντε χρόνια ἀφιερώσεώς της. Ὁ πρώην Ἀρχιεπίσκοπος Ἀνδρέας εἶχε ἀξιόπιστη πληροφορία ὅτι ἡ μακαρία Ξένη γιὰ τὴν πνευματική της τελείωση ἐδαπάνησε αὐτὰ τὰ χρόνια μεταξὺ τῶν Στάρετς προετοιμάζοντας τὸν ἑαυτό της γιὰ τὸν δύσκολο ἀγώνα τῶν διὰ Χριστὸν σαλῶν καὶ ἦταν κάτω ἀπὸ τὴν πνευματική τους καθοδήγηση.

Ποῦ ἦταν οἱ Στάρετς; Ἴσως ἦταν στὸ Hermitage ἢ σ’ ἕνα ἀπὸ τὰ μοναστήρια ποὺ αὐτὸν τὸν καιρὸ εἶχαν Στάρετς, μαθητὲς τοῦ Παϊσίου Βελιτσκόφσκυ. Ὕστερα ἀπὸ ὀχτὼ χρόνια πάλι ξαναγύρισε στὴν πατρίδα της, τὴν ἁγία Πετρούπολη, καὶ δὲν τὴν ξαναφησε στὰ ἄλλα τριάντα ἑπτὰ χρόνια τῆς ζωῆς της σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο.

Ἦρθε τέλος ἡ στιγμὴ ποὺ ἔληξαν οἱ ἀγῶνες της. Ἡ μακαρία Ξένη ἐγκατέλειψε τὸν πρόσκαιρο κόσμο καὶ εἰσῆλθε στὸν αἰώνιο. Ὑποθέτουν ὅτι ἀναπαύθηκε μεταξὺ τῶν ἐτῶν 1806 καὶ 1814. Δὲν ὑπάρχει ἀκριβὴς πληροφορία σχετικὰ μὲ αὐτὸν τὸν χρόνο καὶ εἶναι ἀδύνατο νὰ καθορίσουμε ἀκριβῶς τὴν χρονολογία τοῦ θανάτου της. Γνωρίζοντας τὴν ἀγάπη καὶ τὸν σεβασμὸ μὲ τὸν ὁποῖο τὴν περιέβαλε ὁ κόσμος μποροῦμε νὰ ὑποθέσουμε μὲ βεβαιότητα ὅτι ἡ κηδεία της εἶχε μεγάλη ἐπισημότητα καὶ ὅτι πολὺς κόσμος θὰ συγκεντρώθηκε, γιὰ νὰ τῆς δώση τὸν τελευταῖο χαιρετισμό.

Ἀμέσως μετὰ τὴν κηδεία της οἱ θαυμαστὲς ἄρχισαν νὰ παίρνουν χοῦφτες χῶμα ἀπὸ τὸν τάφο της. Ὁ ἀριθμὸς τῶν προσκυνητῶν αὔξανε κάθε μέρα. Ὁ σωρὸς τοῦ χώματος στὸν τάφο της συνέχεια ἐλαττωνόταν. Τελικὰ τοποθετήθηκε στὸν τάφο της μία πέτρινη πλάκα, ἀλλὰ καὶ αὐτὴν τὴν ἔσπαζαν κομμάτια καὶ τὴν ἀφαιροῦσαν. Τελικὰ τοποθετήθηκε πάνω στὸν τάφο της μία πλάκα ἀπὸ γρανίτη μὲ τὴν ἐπιγραφὴ ποὺ εἴπαμε στὴν ἀρχὴ καὶ ἔπειτα χτίστηκε στὸν τάφο της ἕνα ἐκκλησάκι μὲ τὶς προσφορὲς τῶν πιστῶν. Πολλοὶ πιστοὶ ἄρχισαν νὰ γράφουν στοὺς τοίχους τοῦ ναϋδρίου διάφορα αἰτήματα, ὥστε ἀναγκάστηκαν νὰ τὸν χρωματίσουν. Οἱ ἱερεῖς ἔκαναν παννυχίδες στὸ ναὸ ἀπὸ νωρὶς τὸ βράδυ μέχρι ἀργὰ τὸ πρωΐ.

Τὰ χέρια τῶν ἀθεϊστῶν δὲν σεβάστηκαν τὸν τόπο τῆς ἀναπαύσεως τῆς ἁγίας. Γι’ αὐτὸ τὰ παράθυρα ἦταν κλειστὰ μὲ σανίδες καὶ ἡ εἴσοδος ἦταν κλειστή, ἀλλὰ ὁ δρόμος πρὸς τὸ νεκροταφεῖο Σμόλενσκ ἦταν πάντοτε ἀνοιχτός. Νέοι καὶ γέροι πήγαιναν στὸ παρεκκλήσιο, ψιθύριζαν τὰ αἰτήματά τους γιὰ βοήθεια καὶ ἔσκυβαν στὸ ἔδαφος κοντὰ στὸν τάφο.

Καὶ ἡ μακαρία Ξένη τοὺς βοηθοῦσε ὅλους.

Περιοδικὸ Ὀρθόδοξη Ζωή
1821

Άγιος Σάββας ο Β', αρχιεπίσκοπος των Σέρβων (+1271)



Άγιος Σάββας ο Β', αρχιεπίσκοπος των Σέρβων (+1271)
Υιός του κράλη Στεφάνου του Πρωτοστεφή και ανεψιός του αγίου Σάββα του Α'. Γεννήθηκε περί το 1208. Το κοσμικό του όνομα ήταν Πρεντισλάβ. Ακολούθησε το παράδειγμα του μεγάλου θείου του και μετά το προσκύνημά του στα Ιεροσόλυμα εκάρη μοναχός στη μονή Χιλανδαρίου.
Εξελέγη επίσκοπος Ζαχουμίου και στη συνέχεια αρχιεπίσκοπος των Σέρβων με το όνομα Σάββας ο Β' (1263). Κυβέρνησε την Εκκλησία με μεγάλο ζήλο και αγάπη. Κοιμήθηκε στη μονή Πεκίου, όπου βρίσκονται τ' άφθαρτα λείψανά του και όπου τιμάται ιδιαίτερα η μνήμη του.
Τον βίο του έγραψε ένας από τούς μαθητές τού αρχιεπισκόπου Δανιήλ του Β' και την ακολουθία του ο μητροπολίτης Βελιγραδίου Μιχαήλ. Τοιχογραφίες του σώζονται σε αρκετές σερβικές μονές.
Η μνήμη του τιμάται στις 8 Φεβρουαρίου.

Όσιος Αγάπιος μετά τεσσάρων οσίων (14ος αι.)

\

Ασκήθηκε στη σκήτη Κολιτσού, που βρίσκεται στα όρια της μονής Βατοπεδίου. Αιχμαλωτίστηκε από θαλασσινούς πειρατές, που τον πούλησαν ως δούλο σε κάποιον Αγαρηνό. Επί δωδεκαετία υπηρέτησε αγόγγυστα τον αφέντη του, παρά τη σκληρότητά του. απελευθερώθηκε θαυματουργικά από την Έφορο του Αγίου Όρους, τη Θεοτόκο, μία ημέρα καθώς ήταν αλυσοδεμένος σε φυλακή, και επέστρεψε στον ενάρετο Γέροντά του, στο Κελλί της Αγίας Τριάδος. Αυτός όμως τον ήλεγξε, γιατί έφυγε κρυφά από τον κύριό του και τον πρόσταξε να επιστρέψει πάλι σ’ εκείνον. Ο Αγάπιος πέτυχε με την καλή του πολιτεία να πείσει τον Αγαρηνό αφέντη του να πάρει και τα δύο του παιδιά στο Άγιον Όρος, να τους βαπτίσει και να τους κείρει μοναχούς και να έχουν όλοι οσιακό τέλος μετά του Γέροντός του.
Άγνωστη η ακριβής χρονολογία που έζησε ο όσιος Αγάπιος μετά των τεσσάρων οσίων. Προς τιμή τους ο μοναχός Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης συνέγραψε πλήρη ασματική ακολουθία, καθώς και ο Χ. Μ. Μπούσιας.

Η Αγία Άννα ή Αδελφός Ευφημιανός



Η ΑΓΙΑ ΑΝΝΑ Ή ΑΔΕΛΦΟΣ ΕΥΦΗΜΙΑΝΟΣ
Η αγία Άννα είχε γεννηθή στην Κωνσταντινούπολι, στη συνοικία των Βλαχερνών, κατά την βασιλεία του Κωνσταντίνου Κοπρωνύμου.
Όταν νέα ακόμη έχασε τους γονείς της, η γιαγιά της βιάσθηκε να την παντρέψη. Αλλά ο εκ πατρός θείος της δεν ικανοποιήθηκε από αυτό. Ήταν ένας ερημίτης του Ολύμπου, ο οποίος είχε γνωρίσει τη φυλακή και τα βασανιστήρια για την πίστι και τον οποίον ο διωγμός κρατούσε μακρυά ακόμη από την μοναξιά του.
Γιατί, της λέει, εδέσατε με την τύχη ενός ανθρώπου ένα κορίτσι που επιθυμούσε μέσα από τους αγώνες της ασκητικής ζωής να δεθή στην υπηρεσία του Θεού;
Μετά από αυτή την επίπληξι ευλόγησε την Άννα και εξαφανίσθηκε. Δυο χρόνια αργότερα ο εικονομάχος αυτοκράτωρ Λέων ο Δ’ πέθανε (780) και ο ερημίτης, ελευθερωμένος, ήρχετο να ιδή την ανηψιά του προτού επιστρέψη στο όρος του.
-– Κόρη μου, της λέει, ας είναι η ψυχή σου δυνατή και αρρενωπή, διότι πολλές είναι οι θλίψεις των δικαίων. Γνώριζε ότι πριν γεννηθή το παιδί που φέρεις στην κοιλιά σου θα θάψης τον σύζυγό σου.
Πραγματικά, τον έκτον μήνα ο σύζυγός της πέθανε. Η Άννα έκλαψε, θρήνησε, στέγνωσε από λύπη. Όταν αποθήλασε το βρέφος της, το εμπιστεύθηκε σε έναν από τους θείους της για να μπορέση από τότε να παραδοθή στα γυμνάσματα της ασκητικής ζωής.
Αυτή τη στιγμή παρουσιάσθηκε πάλι ο ερημίτης και της είπε: Νάσαι δυνατή εν Κυρίω. Δείξε μου το παιδί σου. – Το εμπιστεύθηκα στον αδελφό του, απήντησε· εφύλαξα κοντά μου μόνον το μεγαλύτερο.
Έπειτα από λίγο, του παρουσίασε και τα δύο και του λέγει κλαίοντας: – Άγιε Πάτερ, προσευχηθήτε γι’ αυτά.
– Δεν έχουν ανάγκη προσευχών, απήντησε ο γέρων.
– Δυστυχής αμαρτωλή που είμαι! Ποιο νέο κακό πρόκειται να μου αναγγείλετε ακόμη;
– Δεν σου είπα ότι οι θλίψεις του δικαίου είναι πολλές; Πιστεύεις ότι μπορείς να αξίζης το όνομα του δικαίου δίχως να υποφέρεις; Δεν θα είμαστε ευάρεστοι στο Θεό παρά αποδεχόμενοι γι’ Αυτόν όλους τους πόνους, όλες τις στερήσεις.
– Όχι, όχι, όχι τα παιδιά μου! Θα ήθελε ο Θεός να μου πάρη τα παιδιά μου;
– Εσύ το είπες. Έπειτα από λίγο καιρό θα τα πάρη και τα δυο.
Η Άννα, με μια υπέρτατη προσπάθεια, πνίγει τα δάκρυά της και προσφέρει μεγαλόψυχα στο Θεό τη θυσία που της ζητείται. Έπειτα αρχίζει να μοιράζη στους φτωχούς ό,τι είχε.
Όταν πέθαναν τα παιδιά της, τα έκλαψε αρκετόν καιρό και αποτελείωσε να μοιράζη τα αγαθά της. Κατόπιν πέρασε την Προποντίδα και κατευθύνθηκε προς τον Όλυμπο, έχοντας κάτω από τα συνήθη φορέματά της ένα ανδρικό ένδυμα. Έπειτα από λίγο συνήντησε ένα μοναχό ο οποίος δέχθηκε να της κόψη τα μαλλιά, σύμφωνα με το τυπικό του μοναχισμού που υποδηλώνει την παραίτησι από τον κόσμο. Πέταξε τα φορέματά της τα γυναικεία και χτύπησε την πόρτα του πρώτου μοναστηριού, το οποίο παρουσιάσθηκε στα μάτια της.
Όταν παρουσιάσθηκε μπρος στον ηγούμενο, σύμφωνα με τη συνήθεια έπεσε στα πόδια του για να δεχθή την ευλογία του. Αυτός την σήκωσε και νομίζοντάς την για ευνούχο της λέγει: Αδελφέ μου, ποια αιτία σε οδηγεί εδώ σ’ εμάς και ποιο είναι το όνομά σου;
– Η αιτία του ερχομού μου είναι το πλήθος των αμαρτιών μου. έρχομαι εδώ με την ελπίδα, αφού γίνω δεκτός, να ζήσω μεταξύ σας, το υπόλοιπο της ζωής μου, μέσα στην περισυλλογή και την προσευχή, για να εύρω έλεος την ημέρα της κρίσεως εμπρός στο Θεό. Ονομάζομαι Ευφημιανός.
Ο Ηγούμενος την δέχθηκε μεταξύ των δοκίμων του. Ο νέος καλόγερος έκαμε θαυμαστές προόδους στην ευσέβεια. Λόγω της υπακοής του, της επιμέλειας στην προσευχή και ιδίως λόγω της βαθύτατης ταπεινότητός του, έγινε ένα τέλειο παράδειγμα για τους αδελφούς. Ο Θεός τον προίκισε με το δώρο των θαυμάτων. Έβλεπε κανείς τότε να προστρέχουν πλήθος προσώπων στο μοναστήρι των Λευκάδων, για να εκλιπαρήσουν θεραπείες σωματικές ή πνευματικές χάρες. Πολλοί νέοι έκπληκτοι από τη θέα των αρετών του και συγκινημένοι από τις σοφές συμβουλές του, αρνούνταν τον κόσμο και ζητούσαν να γίνουν δεκτοί στο μοναστήρι. Η συρροή υπήρξε τόσο μεγάλη, ώστε σε λίγον καιρό δεν υπήρχε εκεί πλέον θέσις.

Ίδρυσις του μοναστηριού των Αβραμιτών

Τότε ο ηγούμενος απηύθυνε στον πατριάρχη Άγιο Ταράσιο μια λεπτομερή έκθεσι για τα θαύματα τα οποία ο Θεός επιτελούσε στους Λευκάδες με τη μεσολάβησι του αδελφού Ευφημιανού, και για την ανάγκη που βρίσκονταν να αρνούνται πολλούς υποψηφίους ελλείψει θέσεως.
Ο άγιος Ταράσιος απήντησε με τη δωρεά μιας μεγάλης εκτάσεως που ήταν γεμάτη ερείπια και χαλίκια, κοντά στην Προύσα. Η ηγούμενος διεμόρφωσε το άγριο αυτό μέρος και έκτισε εκεί το απέραντο μοναστήρι των Αβραμιτών, όπου αργότερα τόσες προσωπικότητες, κουρασμένες από αξιώματα και τιμές, αηδιασμένες από τις ραδιουργίες της αυλής και από σκοτούρες της πολιτικής, θα έλθουν να βρουν τη γαλήνη και την ευτυχία, αφιερώνοντας στο Θεό, προφυλαγμένοι από την διαφθορά του κόσμου, τις υπόλοιπες ημέρες τους σε ένα άσυλο ευλάβειας και ειρήνης.
Όταν οργανώθηκε το καινούριο μοναστήρι, ο αδελφός Ευφημιανός στάλθηκε εκεί για να προσελκύση νέους ζηλωτάς. Η αποστολή του ήταν ίσως να γεμίση τα δύο αυτά μοναστήρια από άγιες και γενναίες ψυχές. Όταν εκπληρώθηκε αυτή η αποστολή, ο Θεός του έστειλε φοβερές δοκιμασίες.

Οι μεγάλες δοκιμασίες

Ένας μοναχός με χλιαρή πίστι τον μίσησε από φθόνο. Του άρεσε να τον υβρίζη σε κάθε στιγμή με χονδροειδή αστεία για τη δήθεν ιδιότητα του ευνούχου.
Η αγία Άννα, προσεκτική πάντα να κάνη το καλό, τον άφινε να λέη και υπέμενε όλα με μια αμετάβλητη υπομονή.
Αλλά ο ψευτοκαλόγερος, έχοντας μάθει ότι μία γυναίκα της πρωτευούσης είχε εξαφανισθή, αφού είχε μοιράσει τα πλούτη της στους πτωχούς, άρχισε να υπαινίσσεται πονηρά ότι ο ευνούχος Ευφημιανός θα μπορούσε κάλλιστα να είναι η γυναίκα αυτή. Έπειτα αφίνοντας τα αστεία άρχισε να διαδίδη το συμβάν σαν ένα γεγονός, πολύ πιθανό, αν μη βέβαιο.
Εξοικειώθηκε τόσο καλά με την ιδέα αυτή, ώστε κατέληξε να την πιστέψη ο ίδιος και αποφάσισε να βεβαιωθή γι’ αυτό. Σκέφθηκε ότι κάνοντάς την να κυλίση σε ένα γκρεμό ή σε μία χαράδρα θα κατόρθωνε λόγω της αναποφεύκτου ακαταστασίας των φορεμάτων να εισδύση στο μυστήριο.
Εξετέλεσε το σχέδιό του, αλλά δεν μπόρεσε να δη τίποτα, γιατί αιφνιδίως έπεσε αυτός στη γη κατά το ήμισυ παράλυτος. Σηκώθηκε πάλι όπως μπόρεσε και μη τολμώντας να ξαναμπή στο μοναστήρι έπειτα από το ωραίο αυτό κατόρθωμα, πήγε με κόπο στη χώρα του, όπου συνελήφθη και καταδικάστηκε σε απαγχονισμό για απόπειρα φόνου.
Η αγία Άννα έκρινε φρόνιμο, για να αφήση στο χρόνο να ησυχάση τα πνεύματα και να αποφύγη ένα σκάνδαλο, οπωσδήποτε δυνατό, να εγκαταλείψη το μοναστήρι. Επέτυχε εύκολα από τον ηγούμενο την άδεια να αποσυρθή για μερικά χρόνια στην μοναξιά. Συντροφευμένη από τους αδελφούς Ευστάθιο και Νεόφυτο εισέδυσε στο όρος και έφθασε στα ύψη. Αφού συνάντησε ένα ευχάριστο μέρος, όπου υπήρχε μία πηγή, μία εκκλησία και ένας μικρός κήπος, εγκατέστησε εκεί την κατοικία της.
Μοναχοί της Κωνσταντινουπόλεως την προσκάλεσαν κοντά τους. Αυτή υπήρξε ευτυχής που πήρε αυτή την ευκαιρία για να απαλλαγή από μία κατάστασι, η οποία παρέμενε λεπτή. Έφθασε λοιπόν στις ακτές του Βοσπόρου και υπήρξε, για το Μοναστήρι που είχε το πλεονέκτημα να την κατέχη, ένα όργανο της χάριτος σε όλη την υπόλοιπη ζωή της.
Μετά από το θάνατό της το μυστικό του φύλου της έγινε γνωστό.