Δευτέρα 19 Αυγούστου 2019

Αγιος Ανδρέας ο ερημίτης-Χαλκιόπουλο Βάλτου



Την Κυριακή 15 Μαΐου γιορτάζει ο Άγιος Ανδρέας ο Ερημίτης.
Γράφει ο Καθηγητής Χρήστος Γερ. Σιάσος
Κάθε ημέρα του χρόνου η Ορθόδοξη Εκκλησία μας τιμά τη μνήμη ενός ή περισσοτέρων Αγίων. Θεωρεί τους Αγίους μεγάλες προσωπικότητες, που διέπρεψαν σε αρετή, σε αγώνα και σε διάκριση. Για τους πιστούς οι Άγιοι είναι οι φωτεινοί αστέρες, που δείχνουν τη Θέωση και τον Ουρανό. Όλοι τους δίδαξαν τον λόγο του Θεού και μαρτύρησαν για την πίστη τους στον τριαδικό Θεό της αγάπης.
Σήμερα που κυριαρχεί η ισοπέδωση των πάντων, η υποτίμηση των αξιών θα πρέπει να μελετήσουμε περισσότερο του Μεγάλους Αυτούς παιδαγωγούς και μάρτυρες της Εκκλησίας μας προσφέροντας στους εαυτούς μας και στα παιδιά μας, άξια πρότυπα αρετής.
Την Κυριακή 15 Μαΐου, η τοπική μας εκκλησία γιορτάζει τον Άγιο Ανδρέα τον Ερημίτη. Όπως κάθε χρόνο έτσι και φέτος, ανήμερα της εορτής πραγματοποιείται Αρχιερατική Θεία Λειτουργία χοροστατούντος του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Αιτωλίας και Ακαρνανίας κ.κ. Κοσμά.
Κοντά στη λίμνη των Κρεμαστών στο χωριό Χαλκιόπουλο, στην περιοχή του Βάλτου και πέντε χιλιόμετρα βορειοανατολικά του χωριού συναντάμε το σπήλαιο του Αγίου Ανδρέα του Ερημίτη. Από το χωριό ως το σπήλαιο ο προσκυνητής θα πρέπει να περάσει από βατό χωματόδρομο και να φθάσει στη σπηλιά του Αγίου. Η απόσταση είναι περίπου είκοσι λεπτά και η διαδρομή φανταστική αφού θα αντικρίζει τη λίμνη των Κρεμαστών.
Το ιερό σπήλαιο όπου έμεινε ο Άγιος, έχει βάθος 200 μέτρων και πλάτος πέντε περίπου μέτρων˙ κάποιοι σπηλαιολόγοι λένε ότι η σπηλιά φθάνει μέχρι το χωριό Εμπεσός. Υπάρχει ο χώρος του Ιερού Βήματος, Αγία Τράπεζα όπου δεσπόζει η Πλατυτέρα και ο κύριος Ναός. Στο σπήλαιο υπάρχουν τοιχογραφίες που το κοσμούν, όπως οι τέσσερις Ιεράρχες Γρηγόριος ο Θεολόγος, ο Άγιος Αθανάσιος, ο Μέγας Βασίλειος και ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Ξεχωριστή θέση έχει ο Πρωτομάρτυρας Στέφανος και ο Άγιος Επιφάνιος.
Στο σπήλαιο υπάρχει η θαυματουργή εικόνα του Αγίου, η οποία χρονολογείται από το 1875. Η αρχική εκλάπη, αντίγραφο βρίσκεται στον Ιερό Ναό του Τιμίου Ιωάννου Προδρόμου στο χωριό Χαλκιόπουλοι, όπου βρίσκεται και η λειψανοθήκη.
Ο βίος του Αγίου Ανδρέα του Ερημίτη
Ο Ανδρέας, γεννήθηκε το 1209 στο Μονοδένδρι της Ηπείρου, καταγόταν από φτωχή οικογένεια και εργαζόταν στα κτήματα του πατέρα του.
Μετά από τις δουλειές παρακολουθούσε όλες τις ακολουθίες της εκκλησίας. Όταν μεγάλωσε παντρεύτηκε και απέκτησε πολλά παιδιά. Δημιούργησε μια χριστιανική οικογένεια και φρόντιζε για την σωστή ανατροφή των παιδιών με στόχο να βαδίζουν στο δρόμο του Θεού.
Ο Ανδρέας, αγαπώντας την ασκητική ζωή, εγκατέλειψε την οικογένειά του για να βρεθεί στην έρημο για περισσότερη προσευχή, άσκηση και ησυχία. Η ζωή του «γέμισε» από θλίψη, στεναχώρια, πείνα και κακουχίες˙ όλα αυτά τα υπέμεινε για να σώσει την ψυχή του.
Αφού γύρισε κάποια ιστορικά για την εποχή μοναστήρια εγκαταστάθηκε σε σπηλιά ψηλά στο βουνό Καλάνα, σε ύψος 1520 μέτρων, κοντά στο χωριό Χαλκιόπουλο.
Στη σπηλιά αυτή ο Άγιος έζησε τριάντα ολόκληρα χρόνια, τρέφονταν με καρπούς δένδρων και άγρια χόρτα, μέλημά του ήταν πάντα οι ολονύκτιες προσευχές, νηστείες και η μελέτη των βίων των Αγίων Πατέρων της εκκλησίας.
Ο διάβολος άρχισε να τρομοκρατεί τον Άγιο με διάφορους τρόπους, όμως αυτός με τη δύναμη του Σταυρού έδιωχνε τους δαίμονες από τη σπηλιά, νικούσε τον κάθε πειρασμό. Η Αγιότητά του εξαπλώθηκε σε όλη την περιοχή του Βάλτου και της Ακαρνανίας. Χριστιανοί, καθημερινά, πήγαιναν στη σπηλιά για να πάρουν την ευλογία του και να του ζητήσουν μια συμβουλή.
Με ταπείνωση, αγάπη και στοργή μιλούσε σε όλους και για όλους ήταν ο πνευματικός πατέρας, ο Θεοφόρος δάσκαλος, ο γιατρός των ψυχών. Τα χρόνια περνούσαν και ο Άγιος ένιωσε τις δυνάμεις του να τον εγκαταλείπουν ώσπου μια μέρα σταμάτησε και να μιλά˙ ήταν η 15η Μαΐου 1282, όταν ο Άγιος παρέδωσε το πνεύμα του σε ηλικία 73 ετών.
Θαύμα μεγάλο έγινε όπου στον ουρανό φάνηκαν αναμμένες λαμπάδες που σταματούσαν στο σπήλαιο πάνω από το λείψανο του Αγίου. Ήταν πραγματικά ένα θαύμα, και όλο το θέαμα έγινε αντιληπτό σε όλα τα γύρω χωριά έως την μακρινή Άρτα.
Στο Δεσποτάτο της Ηπείρου, Βασίλισσα ήταν η ευσεβής Θεοδώρα, μετέπειτα η Αγία Θεοδώρα της Άρτας, και όταν έμαθε το γεγονός με συνοδεία αξιωματούχων και πιστών πήγαν στο σπήλαιο, ασπάστηκαν το λείψανο του Αγίου παίρνοντας την ευλογία του και στη συνέχεια το κήδεψαν με τιμές εκεί, στο σπήλαιο της μετανοίας του. Μετά από όλα αυτά, η Βασίλισσα Θεοδώρα έδωσε εντολή και κτίστηκε ο Ιερός Ναός του Αγίου Ανδρέα του Ερημίτη στο χωριό.
Τα άγια και ιερά λείψανα του Αγίου, το 1794, ο ευλαβής ιερέας Ιωάννης Γεροδήμος τα πήρε και με τις οδηγίες του τότε Επισκόπου Αγράφων Δοσίθεου, τα μετέφερε στο Καρπενήσι προκειμένου να τοποθετηθούν σε αργυρές θήκες.
Στη συνέχεια, ο ιερέας επέστρεψε στο χωριό και με την προτροπή του Αγίου έγινε η ανακομιδή των λειψάνων του τα οποία δόθηκαν στα Μοναστήρια του Προσσού, της Αγίας Παρασκευής Σαρδηνίων, της Τατάρνης, της Βαρετάδας και Ρέθα.
Τα θαύματα του Αγίου Ανδρέα.
Θαύματα του Αγίου φθάνουν μέχρι στις ημέρες μας. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση κάποιου πιστού, ο οποίος επικαλούμενος τον Άγιο Ανδρέα έγινε καλά από το άγχος και το φόβο που είχε. Μάνα που αρρώστησε το παιδί της προσευχήθηκε πάνω από τον τάφο του Αγίου και το παιδί της έγινε καλά.
Απολυτίκιο του Αγίου Ανδρέα.
Επί γης βιοτεύσας ως ουράνιος άνθρωπος
Και ευαρεστήσας τον Κτίστην
Τοις απαύστοις καμάτοις σου,
Ανδρέα ερημίτα, κοινωνός
Εγένου των άυλων στρατιών.
Δια τούτο την σην μνήμην
Περιχαρώς τιμώντες ανακράξομεν
Δόξα τω σε δοξάσαντι Χριστώ,
Δόξα τω σε στεφανώσαντι,
Δόξα τω δωρουμένω δια σού
Πάσιν ιάματα.
Παραθέτουμε και ενα βίντεο του Ανδρέα Κουτσοθανάση με εκπληκτικές εικόνες απο τον χώρο του σπηλαίου.

Το ραντεβού με το Θεό


Ένας ερημίτης προσευχόταν πολύ σκληρά και επίμονα, ζητώντας να συναντηθεί με τον Θεό. Επιτέλους κατάφερε να “κλείσει” ένα ραντεβού μαζί του. “Αύριο, πάνω στο όρος” του είπε ένας άγγελος.
Την επόμενη ημέρα ο ερημίτης σηκώθηκε πολύ πρωί και κοίταξε το όρος, ήταν τελείως καθαρό από σύννεφα.
Ξεκίνησε , λοιπόν, χαρούμενος και με δέος, προς την κορυφή του βουνού. Κάποια στιγμή , εκεί που περπάταγε κατά μήκος του μονοπατιού συνάντησε έναν άνθρωπο που είχε πέσει κάτω μέσα στα αγκάθια και του ζήτησε βοήθεια. “Λυπάμαι, βιάζομαι, έχω “ραντεβού” με τον Θεό” απάντησε ο ερημίτης και συνέχισε τον δρόμο του.
Λίγο πιο κάτω συνάντησε μια γυναίκα που έκλαιγε δίπλα στο άρρωστο παιδί της “Βοήθησε με σε παρακαλώ”.”Λυπάμαι, δεν έχω χρόνο, ο Θεός με περιμένει στην κορυφή του βουνού.”
Προχώρησε ακόμα πιο γρήγορα για να μην αργήσει, αλλά εκεί που το μονοπάτι έγινε πιο δύσκολο, είδε ένα ηλικιωμένο εξαντλημένο, που του έδινε ένα ασκί “Δεν μπορώ να συνεχίσω άλλο, σε παρακαλώ πήγαινε να μου γεμίσεις το ασκί με νερό από την πηγή εδώ πιο κάτω.”Κάνε υπομονή, καλέ μου άνθρωπε, έχω ένα ραντεβού με τον Θεό και δεν θέλω να αργήσω!”
Όταν ο ερημίτης έφτασε επιτέλους στην κορυφή του βουνού, στην πόρτα της καλύβας, όπου επρόκειτο να συναντηθεί με τον Θεό , βρήκε κρεμασμένο ένα μήνυμα:” Συγχώρεσε με που δεν είμαι εδώ, αλλά πήγα να βοηθήσω εκείνους που δεν βοήθησες εσύ στο διάβα σου.”

Αυτοί λοιπόν είναι οι ξενύχτηδες του Θεού!


προσευχή
Κάποιοι ερημίτες, μοναχοί, άγνωστοι σε μας αλλά γνωστοί στο Θεό διανυκτερεύουν προσευχόμενοι για σένα.
Απόψε στο Άγιο Όρος και σε άλλα μοναστικά-πνευματικά κέντρα της Ορθοδοξίας σε όλο τον κόσμο, κάποιοι ταπεινοί άνθρωποι αγρυπνούν κάνοντας προσευχή για όλο τον κόσμο.
Κάποιοι ερημίτες σε δάση και σπηλιές, κάποιοι μοναχοί σε μικρά κελλιά, άγνωστοι σε μας αλλά γνωστοί στο Θεό, πιθανόν όμως και ολόκληρες μοναστικές αδελφότητες, διανυκτερεύουν προσευχόμενοι για σένα, αδελφέ μου, αδελφή μου, για μένα, για τους δικούς μας, για όλη την ανθρωπότητα.
Δεν προσεύχονται μόνο για να σώσουν την ταπεινή ψυχούλα τους, αλλά για τη βοήθεια, την ευλογία και τη σωτηρία όλου του κόσμου. Αυτό είναι το έργο των μοναχών στην Ορθοδοξία –και δευτερευόντως κάνουν και πολλά άλλα πνευματικά και κοινωνικά έργα.
Αλλά και ιερείς μέσα στον κόσμο, καθώς και λαϊκοί, δηλ. όχι ιερείς και μοναχοί, υπάρχουν, που προσεύχονται με φλόγα αγάπης για όλο τον κόσμο και κάποιοι απ’ αυτούς ξενυχτούν απόψε για σένα, χωρίς να σε γνωρίζουν. Ξενυχτούν για τον πονεμένο, το δυστυχισμένο, τον αδικημένο, για κάθε ψυχή.
Και ο Θεός ακούει. Η Παναγία ακούει. Οι άγιοι ακούνε. Μπορεί να φαίνεται πως δεν ακούνε, αλλά όταν φανεί ότι ακούνε, θα φανεί για τα καλά, όπως αναφέρει το pentapostagma.gr.
Ο Άγιος Πορφύριος έβλεπε τις νυχτερινές προσευχές των Αγιορειτών ν’ ανεβαίνουν στον ουρανό σαν καπνοί λιβανιού.
Ο γέροντας Σωφρόνιος, κατά την προσευχή του υπέρ όλου του κόσμου, ένιωθε την κακία των ανθρώπων να βαραίνει σα σκοτεινό σύννεφο την καρδιά του. Πρόσθετε όμως ότι, αν δεν υπήρχαν άνθρωποι που προσεύχονται με ένταση υπέρ του κόσμου, η «εξουσία του σκότους» θα ισχυροποιούσε την κυριαρχία της σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό απ’ ό,τι σήμερα (Περί προσευχής, 1994, σελ. 93-94).
Ο άγιος Βαρσανούφιος είχε πει πως οι προσευχές τριών αγίων της εποχής του εμπόδιζαν την καταστροφή του κόσμου: κάποιου από τους Αγίους Τόπους, ενός Ηλία από την Κόρινθο και ενός Ιωάννη από τη Ρώμη.
Αυτοί λοιπόν είναι οι ξενύχτηδες του Θεού. Οι ξενύχτηδες που φροντίζουν όχι να λυθούν ως διά μαγείας αυτόματα τα προβλήματά μας, αλλά να μένει κάποιο Φως ανοιχτό, για να βρίσκουμε το δρόμο μέσα στη Νύχτα και να τον δείχνουμε και σε άλλους με την αγάπη και την ιεραποστολή μας. Οι ξενύχτηδες κάθε νύχτας…
Μη σταματάς, αδελφέ μου, αδελφή μου, ένωσε την προσευχή σου μαζί τους. Ένωσε την αγάπη σου με τη δική τους, ένωση την καρδιά σου με τη δική τους. Η Νύχτα προχωράει και χρειάζομαι το Φως σου κι εσύ το δικό μου και όλοι μαζί το Φως των προσευχών εκείνων των αφανών ορθόδοξων πνευματικών εργατών και –πάνω απ’ όλα– το Φως στο οποίο οδηγούν όλα αυτά τα μικρά Φώτα των προσευχών μας: το Φως του Χριστού, το Φως Που Δεν Είναι Φως Και Γνωρίζει Το Όνομά Μας.
Αναρωτιέμαι αν στις διάφορες αιρέσεις που έχουν γίνει μόδα και χιονοστιβάδα στην εποχή μας υπάρχουν πολλοί, ή έστω και ένας, που ξενυχτάει απόψε προσευχόμενος αθόρυβα και ταπεινά για όλο τον κόσμο… Αν υπάρχει, ο Θεός ας τον ελεήσει κι ας λάμψει μέσα του το Φως της Αλήθειας και της Αγάπης.

Οι τρεις ερημίτες

Φωτογραφία για Οι τρεις ερημίτες
Ένας επίσκοπος ταξίδευε με καράβι [...]. στο ίδιο πλοίο επέβαιναν κι ένα πλήθος προσκυνητές [...]. Ανέβηκε και ο επίσκοπος στο κατάστρωμα και, καθώς περπατούσε πάνω κάτω, είδε μερικά άτομα που έστεκαν κοντά στην πλώρη και άκουγαν έναν ψαρά που έδειχνε τη θάλασσα και κάτι τους έλεγε. [...]

«Μην ενοχλείστε από την παρουσία μου», είπε ο επίσκοπος. «Ήρθα ν’ ακούσω τι έλεγε τούτος ο καλός άνθρωπος».

«Ο ψαράς μας έλεγε για τους ερημίτες», αποκρίθηκε κάποιος [...]

«Ποιους ερημίτες;» ρώτησε ο επίσκοπος [...]. «Πες μου γι’ αυτούς. Θα ’θελα να μάθω. Τι έδει- χνες;».

«Έδειχνα ένα μικρό νησί που μπορείτε να το δείτε τώρα εκεί πέρα», απάντησε ο άνδρας [...]. «Αυτό είναι το νησί όπου ζουν οι ερημίτες, με σκοπό τη λύτρωση των ψυχών τους».

[...] «Θα επιθυμούσα να τους δω», είπε ο επίσκοπος, «και θα σε πληρώσω για τον κόπο σου και για την καθυστέρηση. Δώσε μου μια βάρκα, σε παρακαλώ».

[...] Όταν έφτασαν σε μικρή απόσταση από το νησί, είδαν τρεις γέροντες, έναν ψηλό με ένα κομμάτι ψαθιού ζωσμένο στη μέση του, έναν κοντότερο μ’ ένα κουρελιασμένο αγροτικό χιτώνιο κι έναν πολύ γηραλέο, καμπουριασμένο από τα χρόνια, που φορούσε ένα παλιό ράσο — και οι τρεις να στέκονται πιασμένοι χέρι χέρι.

Οι άνδρες [...] σταμάτησαν τη βάρκα χρησιμοποιώντας τον γάντζο, ενώ ο επί- σκοπος κατέβαινε στη στεριά.

Οι γέροντες υποκλίθηκαν μπροστά του, κι εκείνος τους έδωσε την ευλογία του, κάτι που τους έκα- νε να υποκλιθούν βαθύτερα. Κατόπιν ο επίσκοπος άρχισε να τους μιλά.

«Άκουσα», είπε, «ότι εσείς, οι θεοσεβείς άνθρωποι, ζείτε εδώ για να σώσετε τις ψυχές σας και προσεύχεστε στον Κύριο Ημών Ιησού Χριστό για τον πλησίον σας. Εγώ, ένας ανάξιος υπηρέτης του Χριστού, κλήθηκα, ελέω Θεού, να φυλάξω και να διδάξω το ποίμνιό Του. Θέλησα να δω κι εσάς επίσης, τους δούλους του Θεού, και να κάνω ό,τι μπορώ για να σας μεταφέρω το λόγο Του».

Οι τρεις γέροντες αλληλοκοιτάχτηκαν χαμογελώντας, αλλά παρέμειναν σιωπηλοί.

«Πείτε μου», είπε ο επίσκοπος, «τι κάνετε για να σώσετε τις ψυχές σας και πώς υπηρετείτε τον Θεό σ’ αυτό το νησί;»

Ο δεύτερος ερημίτης αναστέναξε και κοίταξε τον γηραιότερο, τον πιο μεγάλο απ’ όλους. Ο τελευ- ταίος χαμογέλασε και είπε:

«Δεν ξέρουμε πώς να υπηρετήσουμε τον Κύριο. Εμείς απλώς υπηρετούμε και υποστηρίζουμε ο ένας τον άλλον, δούλε του Θεού».

«Ναι, αλλά πώς προσεύχεστε στον Θεό;» ρώτησε ο επίσκοπος.

«Προσευχόμαστε ως εξής», αποκρίθηκε ο ερημίτης. «Τριάς εσύ, Τριάς εμείς, ελέησον ημάς». [...] Ο επίσκοπος χαμογέλασε.

«Φαίνεται πως κάτι ακούσατε για την Αγία Τριάδα», είπε. «Αλλά δεν προσεύχεστε σωστά. [...]

Ακούστε και επαναλάβετε μετά από μένα: “Πάτερ ημών”».

Και ο πρώτος γέροντας είπε μετά απ’ αυτόν, «Πάτερ ημών», είπε και ο δεύτερος «Πάτερ ημών» και συμπλήρωσε και ο τρίτος «Πάτερ ημών».

«Ο εν τοις ουρανοίς», συνέχισε ο επίσκοπος.

Ο πρώτος ερημίτης είπε, «Ο εν τοις ουρανοίς», αλλά ο δεύτερος πρόφερε αδέξια τις λέξεις και ο τρίτος δεν μπόρεσε να τις πει σωστά. [...]

Ο επίσκοπος δεν έφυγε παρά αφού τους έμαθε όλη την Κυριακή Προσευχή, ώστε να μην την επα- ναλαμβάνουν μόνο μετά απ’ αυτόν, αλλά να τη λένε μόνοι τους. [...]

[...] Μόλις ο επίσκοπος έφτασε στο καράβι και επιβιβάστηκε, βίραραν την άγκυρα και ξεδίπλωσαν τα πανιά. [...]

Ο επίσκοπος δεν ήθελε να κοιμηθεί αλλά καθόταν μόνος στην πρύμνη. [...] Ευχα- ρίστησε τον Θεό που τον έστειλε να διδάξει και να βοηθήσει τους τρεις θεοσεβούμενους. [...]

Ξαφνικά είδε κάτι λευκό και λαμπερό, πάνω στο φωτεινό μονοπάτι που χάραζε το φεγγάρι στη θάλασσα. [...] Σηκώθηκε και είπε στον τιμονιέρη:

«Κοίταξε εκεί, τι να ’ναι τούτο, φίλε μου; Τι να ’ναι τούτο;» επανέλαβε ο επίσκοπος, αν και τώρα έβλεπε καθαρά τι ήταν — οι τρεις ερημίτες που έτρεχαν πάνω στο νερό κι άστραφταν πάλλευκοι, τα γκρίζα γένια τους έλαμπαν και πλησίαζαν το καράβι θαρρείς κι αυτό δεν κινούνταν καθόλου.

Ο τιμονιέρης κοίταξε και παράτησε τρομαγμένος το τιμόνι.

«Ω, Κύριε των Δυνάμεων! Οι ερημίτες τρέχουν ξοπίσω μας πάνω στο νερό θαρρείς και πατάνε σε στεριά!»

Οι επιβάτες που τον άκουσαν πετάχτηκαν πάνω και στριμώχτηκαν στην πρύμνη. Είδαν τους ερη- μίτες να καταφτάνουν, πιασμένους χέρι χέρι, και τους δύο ακρινούς να κάνουν νόημα στο πλοίο να σταματήσει. Και οι τρεις γλιστρούσαν πάνω στο νερό χωρίς να κουνάνε τα πόδια τους. Προτού μπορέσει το καράβι να σταματήσει, οι ερημίτες το είχαν φτάσει και, σηκώνοντας τα κεφάλια τους, άρχισαν και οι τρεις να μιλούν με μια φωνή:

«Ξεχάσαμε αυτά που μας έμαθες, δούλε του Θεού. Όσο τα επαναλαμβάναμε τα θυμόμασταν αλλά, μόλις σταματήσαμε να τα λέμε για λίγο, μας ξέφυγε μια λέξη και τώρα τις χάσαμε όλες. Δεν μπορούμε να θυμηθούμε τίποτα. Δίδαξέ μας ξανά».

Ο επίσκοπος έκανε το σταυρό του και σκύβοντας πάνω από την κουπαστή είπε:

«Η δική σας προσευχή είναι που θα φτάσει στον Κύριο, άγιοι άνθρωποι. Εγώ δεν είμαι σε θέση να σας μάθω προσευχές. Προσευχηθείτε εσείς για μας τους αμαρτωλούς».

Και ο επίσκοπος υποκλίθηκε βαθιά μπροστά τους τρεις γέροντες. κι εκείνοι γύρισαν και επέστρε- ψαν πίσω, πάνω από τη θάλασσα. Κι ένα φως έλαμπε, μέχρι το χάραμα, στο σημείο όπου είχαν χαθεί.

Τολστόι, Λ. (2006). Οι τρεις ερημίτες. Μτφρ. Γ. Κονδύλης.
paraklisi

Όσιος Ιωάννης ο Ερημίτης και οι 98 Πατέρες


Όσιος Ιωάννης ο Ερημίτης και οι 98 Πατέρες


Οι 99 Πατέρες, φύλακες και προστάτες της Κρήτης, με πρώτο τον Ιωάννη τον Ερημίτη τιμούνται από την Εκκλησία μας και ιδιαίτερα της Κρήτης στις 7 Οκτωβρίου.
Ο Όσιος Ιωάννης καταγόταν από την Αίγυπτο και μαζί μ' άλλους 36 όσιους πατέρες αναχώρησαν για την Κύπρο. Από την Κύπρο τους ακολούθησαν άλλοι 39 Πατέρες, από διάφορα μέρη που ζούσαν εκεί ασκητικά και έφτασαν οι 36+39=75 στην Ατάλλεια της Μικράς Ασίας.
Εκεί ενώθηκαν μ' άλλους 24 μοναχούς, έτσι συμπληρώθηκε ο αριθμός (36+39+24= 99) Πατέρες, με 100ο και οδηγό τους τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό.

Από την Αττάλεια στη Γαύδο
Από την Αττάλεια μπήκαν σε πλοίο με προορισμό την Κρήτη, όμως ο άνεμος τους ανάγκασε ν' αγκυροβολήσουν στη Γαύδο, ύστερα από μεγάλη θαλασσοταραχή.
Στη Γαύδο παρέμειναν 24 ημέρες και στη συνέχεια έφυγαν για την Κρήτη και αποβιβάστηκαν στην Παλαιόχωρα, όμως τότε είδαν ότι απουσίαζε ο Ιωάννης, που ο Θεός θέλοντας να δείξει τη δύναμή του τον άφησε στη Γαύδο.
Τότε οι 98 Πατέρες με πίστη στον Θεό άρχισαν να φωνάζουν:
«Αδερφέ Ιωάννη, έλα κοντά μας και μη φοβάσαι», ψάλλοντας διάφορα τροπάρια.
Ο Ιωάννης πήγε στην παραλία της Γαύδου και αφού έκανε το σημείο του σταυρού άπλωσε το ράσο του και σε λίγο ήταν κοντά με τους άλλους 98 Πατέρες.
Τότε αναχώρησαν όλοι για τα βουνά της Κρήτης για να βρουν σπήλαια να μείνουν. Ήρθαν κοντά στο χωριό Αζωγυρέ, μοιράστηκαν σε δύο ομάδες και επέρασαν το υπόλοιπο της ζωής τους σε δύο σπήλαια προσευχόμενοι στον Θεό.
Ο Ιωάννης θέλοντας να μείνει μόνος του, φανέρωσε στους αδερφούς του την πρόθεσή του, τους αποχαιρέτησε και πήγε ν' ασκητεύσει σ' άλλο μέρος, με περισσότερη ησυχία, στη Σπηλιά Κισσάμου, για να καταλήξει αργότερα στο Ακρωτήρι Χανίων.
Η τροφή του ήταν χόρτα, σκινόκαρπος και χαρούπια, αποτέλεσμα να είναι πολύ αδύνατος και να μην μπορεί να σταθεί όρθιος.

Πληγώθηκε θανάσιμα από κυνηγό
Μια μέρα στις 6 Οκτωβρίου πηγαίνοντας σκυφτός, θεωρήθηκε άγριο ζώο από κάποιο βοσκό-κυνηγό, που τον χτύπησε βαριά. Πληγωμένος ο Ιωάννης σύρθηκε μέχρι τη σπηλιά του όμως ο βοσκός ακολουθώντας τις κηλίδες αίματος ήρθε στη σπηλιά όπου είδε τον Ιωάννη με σταυρωμένα τα χέρια. Κατάλαβε αμέσως το λάθος και κλαίγοντας τον παρακάλεσε να τον συγχωρέσει.
Ο Ιωάννης του είπε: «Ο Θεός παιδί μου να σε συγχωρέσει» και αμέσως παρέδωσε την ψυχή του στο Θεό. Ο βοσκός στη συνέχεια σ' όλα τα Χανιά έλεγε το σφάλμα του, αλλά και για τον Άγιο που έγινε γνωστός σ' όλη την Κρήτη και πολλοί πιστοί πήγαιναν στο μέρος αυτό να προσκυνήσουν.
Όλοι οι άλλοι Άγιοι 98 Πατέρες μόλις το έμαθαν παρακάλεσαν τον Θεό να τους αναπαύσει όλους την ίδια εκείνη μέρα.
Όσο και να φαίνεται παράδοξο και απίστευτο στους ανθρώπους όλοι οι Πατέρες πέθαναν την ίδια μέρα ακουμπώντας τα ραβδιά τους ο ένας πάνω στον άλλο, έγερναν τα κεφάλια τους στους ώμους και προσευχόμενοι παρέδωσαν το πνεύμα τους από τις 3-7 η ώρα, την ίδια μέρα στις 6 Οκτωβρίου.
Προς τιμήν του γιορταζόταν στις 6 Οκτωβρίου μέχρι το 1632, όπου μετατέθηκε στις 7 Οκτωβρίου από τον πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Κύριλλο, επειδή την ημέρα αυτή τιμάται ο Απ. Θωμάς.

Απολυτίκιον
Η μεγαλόνησος Κρήτη ευφραίνεται, ότι εν όρεσιν αυτής ενίκησαν τον πολυμήχανον εχθρόν, Πατέρες οι Θειότατοι, δάκρυσι νη στείαις τε, προσευχαίς και δεήσεσιν' όθεν και τα πνεύματα συν αγγέλοις αγάλλονται, τα λείψανα τα θεία δε τούτων ρώσιν χαρούζουσι τοις κάμνουσι.

Η Μονή Γδερνέτου Χανίων
Σε απόσταση περίπου 20 χλμ. από τα Χανιά και στο ΒΑ μέρος του Ακρωτηρίου, υπάρχει η ιστορική Σταυροπηγιακή (υπαγόταν απ' ευθείας στο Πατριαρχείο) μονή Γουβερνέτου.
Για να φτάσουμε εκεί, περνούμε πρώτα από την Ι.Μ. Αγίας Τριάδας και ανηφορίζοντας μέσα από βραχώδεις λόφους φτάνουμε στη Μ. Γουβερνέτου, φρουριακής μορφής 40x50 μ., με 50 θολωτά κελιά. Τιμάται η Κυρία των Αγγέλων (Εισόδια), ενώ έχει δύο παρεκκλήσια Αγ. Ιωάννη Ερημίτη (7 Οκτωβρίου) και Αγ. Δέκα (23 Δεκεμβρίου). Η χρονολογία της εισόδου αναφέρει το 1537, όμως πιστεύεται ότι ιδρύθηκε τον 11ο αιώνα, τότε που οι πειρατές στα παράλια της Κρήτης ανάγκασαν τους μοναχούς της Μονής Καθολικού, που ήταν κοντά στη θάλασσα να την εγκαταλείψουν και να εγκατασταθούν σε ασφαλέστερο μέρος.
Λέγεται ότι ύστερα από μια θανατηφόρο νόσο οι περισσότεροι καλόγεροι της μονής πέθαναν, ενώ είχαν αρχίσει το κτίσιμο πολυτελούς μονής στη θέση Γδερνέτο.
Το τοπωνύμιο προέρχεται από το επίθετο Γδερνέτος (από το γδέρω - εκδέρω).
Φαίνεται πως από εκεί πήρε την ονομασία Γουβερνέτο.
Η Μονή στη θέση αυτή εγκαταλείφθηκε μισοτελειωμένη, υπάρχουν και σήμερα ίχνη της οικοδομής, για δύο λόγους: Εξαιτίας της θανατηφόρου νόσου, που θεωρήθηκε τιμωρία του Αγίου, επειδή εγκατέλειψαν τη Μονή του Καθολικού και επειδή στο μεταξύ οι Τούρκοι κατέλαβαν την Κρήτη.
Η Μονή καταστράφηκε από πυρκαγιά πριν το 1765. Στην Επανάσταση του 1821 έσφαξαν τους περισσότερους καλόγερους και κατέστρεψαν τη Μονή.
Γι' αυτό δεν έχει πολύτιμα κειμήλια και λείψανα, μόνο θήκες λειψάνων και τμήμα της Κάρας Αγ. Ιωάννη Ερημίτη.

Η Μονή Αγ. Ιωάννη Ερημίτη
Σε μικρή απόσταση προς βορρά της Μονής Γουβερνέτου, μέσα σ' ένα άγριο και μεγαλόπρεπο φαράγγι, που το λένε Αυλάκι, είναι κρυμμένη, αόρατη από τη θάλασσα κι από τα γύρω υψώματα, η Μονή του Αγίου Ιωάννου του Ερημίτη, περισσότερο γνωστή με το όνομα: Καθολικό. Μια γραφική γέφυρα 50 μ. μήκους, 30 μ. ύψους και 15 μ. πλάτους ενώνει τη βαθιά και αφιλόξενη χαράδρα, που φθάνει μέχρι τη θάλασσα και το κατάστρωμα της γέφυρας αποτελεί την αυλή της Μονής.
Η εκκλησία του Αγίου Ιωάννου διαστάσεων 6x4μ. είναι λαξευμένη στο βράχο και μόνο η δυτική πρόσοψη είναι κτισμένη με τοιχοποιία.
Γύρω στην αυλή υπάρχουν τα κελιά, αλλά και στην απότομη πλαγιά υπάρχουν σκήτες, όπου ασκήτεψαν αναχωρητές, οι οποίοι τρέφονταν με τρόφιμα που τους κρεμούσαν σε καλάθια.
Πιστεύεται ότι είναι η πρώτη Μονή που ιδρύθηκε στην Κρήτη τον 6ο ή 7ο αιώνα. Πιστεύεται ακόμα ότι η Μονή ιδρύθηκε από τον ίδιο τον Άγιο Ιωάννη τον Ερημίτη, όπου πέρασε εκεί τα περισσότερά του χρόνια και «κοιμήθηκε» μέσα στο σπήλαιο.
Το Καθολικό ερημώθηκε, γιατί πέθαναν οι περισσότεροι καλόγεροι και όσοι απέμειναν έφυγαν.
Στην απομονωμένη Μονή του Καθολικού, της οποίας ηγούμενος ήταν τότε ο Ανανίας Καλυβιώτης, αποφάσισαν οι ριζάρχες της Δυτικής Κρήτης να επαναστατήσουν κατά της Βενετίας και να ιδρύσουν ελεύθερη κρητική πολιτεία. Πρόκειται για τη γνωστή Επανάσταση του Καντανολέον, που τόσο αμφισβητήθηκε.
Δίπλα και προς τα αριστερά της εκκλησίας, βρίσκεται η είσοδος του σπηλαίου, όπου έζησε κι απέθανε ο Άγιος Ιωάννης.
Το σπήλαιο ήταν κοίτη ποταμού και έχει βάθος 135 μ., έκτασης 1.500 τ.μ., με υδατοδεξαμενή, που το νερό πιστεύεται ότι είναι αγίασμα. Εκεί μέσα κοιμήθηκε ο Άγιος.

Σε 10 σπήλαια χτίστηκαν ναοί του
Στην περιοχή Μαραθοκεφάλα στη Σπηλιά Κισάμου, 25 χλμ. δυτικά των Χανίων βρίσκεται το σπήλαιο Αγ. Ιωάννη, μέρος όπου έζησε ένα διάστημα. Κάθε χρόνο την ημέρα της γιορτής του, 7 Οκτωβρίου τιμάται η μνήμη του, ενώ τα μεσάνυχτα των Χριστουγέννων γίνεται Αναπαράσταση της Γέννησης του Κυρίου. Σε 10 συνολικά σπήλαια των Χανίων χτίστηκαν ναοί, προς τιμήν του, μέρη στα οποία έζησε κατά τον 16ο αιώνα.

Μη φοβάσαι δεν είσαι μόνος! Dogma

μόνος

Μόνος είναι εκείνος που δεν γνωρίζει τον Θεό ακόμα και αν όλοι οι άνθρωποι συναναστρέφονται μαζί του.

Μόνος είναι εκείνος που  και στην πιο πολυάριθμη κοινωνία, θα έλεγε- όπως και τώρα λένε κάποιοι- «βαριέμαι, δεν ξέρω τι θέλω να κάνω με τον εαυτό μου, όλα είναι βαρετά».
Αυτές είναι ψυχές άδειες από τον Θεό, φλοίδες χωρίς κουκούτσι, στάχτη χωρίς κάρβουνο. Αλλά εσύ δεν είσαι μόνος αφού είσαι πλάι στον Κύριο και ο Κύριος δίπλα σου.
Άκουσε πώς ο μεγάλος Παύλος , ο απόστολος της οικουμένης, ήταν κάποτε εγκαταλελειμμένος απ” όλους, και πώς μιλά: «᾿Εν τῇ πρώτῃ μου ἀπολογίᾳ οὐδείς μοι συμπαρεγένετο, ἀλλὰ πάντες με ἐγκατέλιπον· μὴ αὐτοῖς λογισθείη· ὁ δὲ Κύριός μοι παρέστη καὶ ἐνεδυνάμωσέ με, ἵνα δι” ἐμοῦ τὸ κήρυγμα πληροφορηθῇ καὶ ἀκούσῃ πάντα τὰ ἔθνη· καὶ ἐρρύσθην ἐκ στόματος λέοντος.» ( Β” Τιμ. 4, 16-17 ) .

Βλέπεις, λοιπόν, πόσο άγια σκέφθηκε και μίλησε ο δούλος του Χριστού Παύλος σ” εκείνες τις πρώτες μέρες, όταν στον κόσμο δεν υπήρχε ακόμα ούτε ένας χριστιανικός ναός, ούτε ένας χριστιανός άρχοντας! Ενώ σήμερα όλη η γη είναι στολισμένη με χριστιανικούς ναούς και οι χριστιανοί απαριθμούνται σε κάτι εκατοντάδες εκατομμύρια.
Μη λυπάσαι, λοιπόν, επειδή αισθάνεσαι μοναξιά στον δικό σας τόπο. Αν αισθάνεσαι σαν να είσαι στην έρημο, όπως γράφεις, γνώριζε ότι πολλοί στην έρημο σώθηκαν. Αλλά όλοι αυτοί οι ερημίτες του Θεού ανήλθαν στη μεγάλη κοινωνία του Θεού και των αγγέλων του Θεού.
Υπήρχαν άνθρωποι που για πενήντα ολόκληρα χρόνια δεν είδαν ανθρώπινο πρόσωπο και όμως δεν έλεγαν «είμαστε μόνοι»! Αφού ο Θεός ήταν μαζί τους και αυτοί με τον θεό. Μπορείς να ζήσεις χωρίς κανέναν και χωρίς τίποτα∙ χωρίς τον Θεό όμως δεν μπορείς. Αυτή είναι η δική τους μαρτυρία που την παρέδωσαν στην Εκκλησία ως κάποιο κεφάλαιο δικό της.
Δεν είναι γνωστό εάν κάποιος άθεος μπόρεσε να επιζήσει επί πενήντα χρόνια σε πλήρη μοναξιά στην έρημο. Αυτό δεν έχει σημειωθεί στην ιστορία του ανθρώπινου γένους. Δεν είναι σε θέση ένας άθεος να πράξει κάτι τέτοιο.
Σ ε κάποιον σαν αυτόν είναι βαρετό να ζει μέσα στην κοινωνία των ανθρώπων και ακόμα πιο μονότονο- ακόμα και αδύνατο- έξω από την κοινωνία. Διότι ο άθεος αναζητά τους ανθρώπους για να τους κεντρίσει την καρδιά με την αθεΐα του και να θρέψει τον εαυτό του με τον πόνο τους.

Αλλά στην έρημο ποιόν να βρει να φάει παρά μόνον τον ίδιο του τον εαυτό; Και με ποιανού τον πόνο να τραφεί παρά με τον δικό του;
Γι’ αυτό απογείωσε τις σκέψεις σου στα πνευματικά ύψη όπου κατοικεί Εκείνος που μόνος Του είναι η μεγαλύτερη και τρυφερότερη κοινωνία από κάθε ανθρώπινη κοινωνία. Εκείνον να υπηρετείς, μ” Εκείνον να συναναστρέφεσαι, σ’ Εκείνον να μιλάς, για Εκείνον αγωνίσου, Εκείνον αγάπα με όλη σου την καρδιά, με όλον τον νου σου.
Εκείνος θα βρει τρόπους να ανοίξει τα μάτια των γειτόνων σου και την καρδιά τους, ώστε να εμφανίσει σ” αυτούς τη ζωντανή πίστη σ” Αυτόν. Τότε στον τόπο σου θα ψάλλεται η δόξα του Θεού όχι μόνον από έναν σολίστ, όπως τώρα, αλλά από μία χορωδία.
Ειρήνη και υγεία από τον Θεό.
Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς
Από το βιβλίο: «Δεν φτάνει μόνο η πίστη»
Πηγή: esperinos.gr
Tags: ,

Μοναχός Θεόκτιστος: Ο Άγιος Ερημίτης του 20ου αιώνα Πάτμος: Το Ιερό Νησί της Θείας Αποκαλύψεως


Πάτμος:
Το Ιερό Νησί της Θείας Αποκαλύψεως


Το 1875 μ.Χ., χίλια επτακόσια ογδόντα χρόνια μετά από το Κοσμοϊστορικό αυτό Γεγονός (της Συγγραφής του Βιβλίου της Ιεράς Αποκαλύψεως από τον Άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο), φτάνει στον Αγιασμένο αυτό Τόπο ένας άγνωστος προσκυνητής, για τον οποίο κανένας δεν γνώριζε τίποτα μέχρι τότε, που έμελλε όμως να παραμείνει εκεί για πάντα και να προσθέσει το όνομά του μέσα στην Αθάνατη Ιστορία της Αγίας μας Εκκλησίας, ως ένας από τους Αγίους Ερημίτες Της, ως ο Ερημίτης της Πάτμου Θεόκτιστος. Τα στοιχεία που μας επέτρεψε ο ίδιος να γνωρίζουμε για το προηγούμενο κομμάτι της ζωής του είναι απειροελάχιστα. Ήταν σε ηλικία 45 ετών (γεννήθηκε δηλαδή το 1830), όταν με μία βάρκα που τον έφερε από την γειτονική Κω είχε έλθει στην Πάτμο προσκυνητής. Φαινόταν Ιεροπρεπής, ρωμαλέος άνδρας με αυστηρό πρόσωπο και μάτια γεμάτα φως, που ξέχυναν σ’αυτό μια μυστική γλυκήτητα.
Οι Πατέρες στη Μεγάλη Μονή της Χώρας τον δέχτηκαν με τιμή. Ήταν ο εραστής της αδιάλλειπτης προσευχής και της ερήμου. Υπήρχε γι’αυτόν μία φήμη ότι ήταν Επίσκοπος. Ο ίδιος δεν θα κάνει ποτέ λόγο ούτε καν για Ιερωσύνη. Θα αρκεσθεί μόνο να απαντήσει στο γενικό σιωπηλό ερώτημα, σχετικά με το ποιος ήταν και γιατί ήλθε να ασκητέψει στο Νησί αυτό, που ακούστηκε η Φωνή του Θεού «ως ήχος υδάτων πολλών»: «Αφιερώθηκα στον Θεό. Όταν ήμουν στον κόσμο συνάντησα ανθρώπους, που προσπαθούσαν να κάνουν το καλό αλλά αμαρτάνοντας. Δυστυχώς και εγώ το ίδιο έκανα. Έτσι αποφάσισα να φύγω μόνος μου κάπου, ώστε τουλάχιστον να μην πληγώνω κανέναν. Προσεύχομαι ώστε ο Θεός να μου συγχωρήσει όλα μου τα αμαρτήματα. Θα πεθάνω και πρέπει να παρουσιασθώ μπροστά Του και σκέπτομαι τι θα Του απαντήσω».
Τα λόγια του είχαν βαθύ σεβασμό και ο τρόπος του σεμνός και ειλικρινής όπως ήταν, εντυπωσίαζε. Εφοδιασμένος με Πατριαρχική άδεια από την Κωνσταντινούπολη, εγγράφεται στην Ιερά Μονή του Θεολόγου, αλλά παρά τις παρακλήσεις των Πατέρων φεύγει στην έρημο, ψάχνοντας ήσυχο τόπο για ασκητήριο. Θα διατηρεί πάντα καλούς δεσμούς με το Μοναστήρι, θα παρακολουθεί τις Αγρυπνίες, θα μένει κατά διαστήματα στο κελλί που ισόβια του παραχώρησαν και που σώζεται μέχρι σήμερα. Οι Πατέρες όλοι και ο Ηγούμενος προσηκώνονταν και του προσέφεραν το στασίδι τους, από τη στιγμή που τον αντιλαμβάνονταν να μπαίνει στο Ναό κατά τις Ακολουθίες. Εκείνος όμως δεν δέχεται ποτέ την τιμή, ούτε θορυβείται. Ήσυχα και σταθερά θα πει: «Εσύ είσαι ο Ηγούμενος, στη θέση σου! Ή καλώς για Ευλογία ή κακώς για τιμωρία, ο Θεός σε έβαλε». Και θα αποσυρθεί σεμνά σε μία γωνία. Η δε γνώμη του ήταν σεβαστή από όλους.
Η πρώτη του ασκητική κατοικία γίνεται επί μία τετραετία το «κάθισμα του Απολλώ», μια αληθινή άβατη έρημος αντίκρυ στο Ικάριο και τα βραχώδη πλευρά του όρους Γερανού. Ο Θεόκτιστος είναι ο ασκητής που δεν φοβάται τη δουλειά. Πάντα θα σκάβει τη γη, θα κουβαλάει πέτρες, θα χτίζει. Εργάζεται και προσεύχεται τόσο απορροφημένος από την Ευχή του Ιησού (το «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με τον αμαρτωλόν»), που οι επισκέπτες διστάζουν να τον διακόψουν, αλλά τα πουλιά που συντροφεύουν με κελαηδήματα τη δουλειά και την προσευχή του Ερημίτη, φεύγουν να κρυφτούν στα δέντρα και από αυτό τους αντιλαμβάνεται και διακόπτει για να τους καλοδεχτεί. Είναι καταδεκτικός και φιλόξενος. Τον χαρακτηρίζει η αρετή της διακρίσεως. Παρά την επιβλητική και αυστηρή του εμφάνιση οι άνθρωποι τον αγαπούν βαθειά και τον ευλαβούνται. Τρέχουν να ακουμπήσουν τις θλίψεις και τις αμαρτίες τους. Κι εκείνος ποτέ δεν αποπαίρνει κανέναν. Γλυκής, ευγενής, σοβαρός, ακούει με προσοχή και προσεύχεται, συμβουλεύει με αληθινή σοφία και αγάπη. Πότε-πότε αφήνει και το ασκητήριο όταν τον παρακαλούν και έρχεται στη Χώρα, για να συμφιλιώσει εχθρούς, για να φέρει στα σπίτια την ειρήνη. Κι όταν ο Παράκλητος επιπνεύσει στην καθαρή και αγία του καρδιά, έρχεται και απρόσκλητος. Χτυπάει την πόρτα εκείνων που ο πειρασμός τους αναταράζει και ρωτάει: «Θέλετε να με δεχθείτε; Ο Χριστός με έστειλε. Αν δεν θέλετε, να με διώξετε, αλλά θα λυπηθεί ο Χριστός». Όταν άκουγε μια κακή φήμη έλεγε: «Φταίτε όλοι, από τον πιο μικρό ως τον πιο μεγάλο» και η βροντώδης φωνή του τους συνετάραζε όλους.
Με το μεγάλο κομποσχοίνι του έκανε δύο χιλιάδες μετάνοιες γονατιστές την ημέρα και έκλαιγε για τις αμαρτίες τις δικές του και όλων των ανθρώπων. Στο ερημητήριό του ήταν ανυπόδητος και η διατροφή του λιτότατη. Μόνο Σάββατο και Κυριακή κατέλυε το λάδι. Μελετούσε πολύ την «Φιλοκαλία» και Μετελάμβανε συχνά των Αχράντων Μυστηρίων, γνωρίσματα των γνήσιων «Κολλυβάδων».
Στο σημείο αυτό αξίζει να αναφερθούμε λίγο στους «Κολλυβάδες», τους Αγίους αυτούς Πατέρες της Εκκλησίας μας που εμφανίστηκαν τον 18ο αιώνα και ήταν γνήσια Γεννήματα του Αγίου Όρους. Τους ονόμασαν έτσι χλευαστικά από τα «Κόλλυβα», διότι όπως πολύ σωστά υποστήριζαν (στηριζόμενοι πάντα στην Ιερά Παράδοση της Αγίας μας Εκκλησίας), τα Ιερά Μνημόσυνα δεν πρέπει ποτέ να τελούνται την ημέρα της Κυριακής, αλλά την ημέρα του Σαββάτου. Κι αυτό γιατί κάθε Κυριακή εορτάζουμε την Ανάσταση και δε γίνεται να ασχολούμαστε συγχρόνως και με το νικημένο θάνατο. Το δε Σάββατο, το οποίο είναι αφιερωμένο από την Εκκλησία μας στους κεκοιμημένους, αυτό αποτελεί την κατάλληλη ημέρα για την τέλεση των Ιερών Μνημοσύνων.
Κι όμως, για τη στάση τους αυτή υπέστησαν ταπεινώσεις και διωγμούς από το ίδιο το Πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως! Παρόλα αυτά οι «Κολλυβάδες» δεν πτοήθηκαν και κράτησαν την Ορθοδοξία ανόθευτη και ακέραιη, αντιδρώντας σθεναρά σε όλες τις αιρέσεις και τις κακοδοξίες της εποχής τους (όταν η πνευματική αποσύνθεση των Ρωμαιοκαθολικών αλλά και γενικότερα της Δύσης, είχε πια επηρεάσει επικίνδυνα τις Ορθόδοξες χώρες της Ανατολής), όπως για παράδειγμα στις κακοδοξίες του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού (που έκανε θραύση στην Ευρώπη την εποχή εκείνη), ο οποίος προωθούσε ένα μοντέλο ανθρώπου που δεν θα στηριζόταν ούτε θα υπολόγιζε τον Θεό, αλλά μόνο τις δικές του δυνάμεις, σε αντίθεση με την Ελληνορθόδοξη Τοποθέτηση του ανθρώπου κάτω από την Σκέπη του Θεού και την εξάρτησή του από την Σώζουσα Χάρη Του.
«Πρύτανής» τους θεωρείται ο πνευματικός ογκόλιθος της Ορθοδοξίας (αλλά και της Χριστιανοσύνης γενικότερα) Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, ενώ γνωστότερες Μορφές μεταξύ άλλων υπήρξαν ο Άγιος Αθανάσιος ο Πάριος ο Θαυματουργός και ο Άγιος Μακάριος ο Επίσκοπος Κορίνθου ο Νοταράς. Τα οστά πολλών από αυτούς Ευωδίασαν και Θαυματούργησαν. Μ’ένα λόγο σ’εκείνους χρωστάμε το ότι υπάρχει ακόμα Ορθοδοξία σήμερα στην Ελλάδα, αλλά και αλλού, όπως για παράδειγμα στη Ρωσία και τη Ρουμανία.
Ας επιστρέψουμε όμως στον Ερημίτη της Πάτμου, ο οποίος όπως προαναφέραμε ελάμπρυνε ακόμα περισσότερο τον βίο του με τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα των «Κολλυβάδων». Ο Άγιος αυτός ασκητής θα αλλάξει πολλούς τόπους διαμονής, αναζητώντας πάντα την απαράκλητη έρημο, το απερίσπαστο και το να είναι μόνος με το Θεό. Μετά το «κάθισμα του Απολλώ» τον συναντάμε στη Ζαρροή, ένα μέρος με άφθονα ύδατα. Εδώ θα εργάζεται με τα χέρια στη γόνιμη γη και θα λέει αδιάλειπτα την Προσευχή των ησυχαστών: «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με τον αμαρτωλόν». «Αισθάνομαι τόση γλυκήτητα, ώστε δεν μπορώ να κοιμηθώ το βράδυ. Όταν λέω την Ευχή είναι σα ν’ακούω χιλιάδες Αγγέλους να ψάλλουν» εκμυστηρεύτηκε κάποτε.
Στον τόπο αυτό το περιβόλι του θα έχει μια αληθινά Ευλογημένη παραγωγή. Οι τέσσερις-πέντε ντοματιές του βγάζουν 200 οκάδες ντομάτες. Το αμπέλι του έγινε το καλύτερο της περιοχής. Οι αμπελουργοί του κάμπου έρχονται να το δουν και να το θαυμάσουν. Τότε είναι που ο Θεόκτιστος τα εγκαταλείπει όλα και φεύγει! Ο ίδιος έλεγε στον εαυτό του: «Θεόκτιστε έχεις πολλά αγαθά, φάγε, πίε και ευφραίνου!». «Γιατί φεύγεις;» τον ρωτούσαν. «Πειρασμός!» ήταν η λακωνική του απάντηση. Η επιτυχία ήταν γι’αυτόν αιτία πειρασμού.
Ο Όσιος Ερημίτης Θεόκτιστος, μετά την Ζαρροή, θα καταφύγει στο νησάκι που είναι απέναντι από τον Κάβο του Γερανού, το Κεντρονήσι. Θα μείνει κι εδώ μόνο δύο χρόνια για λόγους που μόνον ο ίδιος γνώριζε. Στη συνέχεια θα περάσει από το Μονύδριο των Ασωμάτων, όπου και θα πάρει την μεγάλη απόφαση να κατοικήσει στη σπηλιά του Γένουπα, τόπος ερημικός και άγονος που είχε τη φήμη του φοβερού! Τότε που ο Απόστολος Ιωάννης ο Θεολόγος βρισκόταν εξόριστος στο νησί της Πάτμου, ο μάγος Κύνωψ (εχθρός του Ευαγγελιστή Ιωάννη και του Χριστού) είχε εκεί το καταφύγιό του. Οι άνθρωποι στη ροή του χρόνου, πίστευαν ότι ο δαίμων τον είχε διαδεχθεί σ’αυτό το σπήλαιο και συνέχιζε να κάνει το κακό. Τόσος ήταν ο φόβος των ανθρώπων για το σπήλαιο του Γένουπα (Γένουπας = παραφθορά της ονομασίας του μάγου Κύνωπος), ώστε ως τότε στη Χώρα μόλις σουρούπωνε, οι κάτοικοι έκλειναν τα παράθυρα που έβλεπαν προς το μέρος αυτό που προκαλούσε φρίκη.
Κι έρχεται ο Θεόκτιστος, πρώτος οικιστής και εξορκιστής στα άβατα βράχια, για να διώξει τον δαίμονα και να αγιάσει το άντρο. Πρώτη του δουλειά είναι να στήσει έναν Σταυρό και να αρχίσει να κατασκευάζει δεξαμενή, για να συγκεντρώνει τα νερά της βροχής, μιας και δεν υπήρχε πουθενά γύρω από το σπήλαιο πηγή. Η δουλειά είναι δύσκολη. Αναγκάζεται να πάρει και δύο εργάτες για να σκάψει το δάπεδο. Τότε όμως θα ανακαλύψουν ένα σωρό από ανθρώπινα οστά, λύχνους δακρυδόχους, πήλινα αγγεία και πλήθος οβολών. Μόλις μαθεύτηκε το πράγμα οι αρχές διέταξαν έρευνα και οι περίεργοι κατέφθασαν... Έπρεπε και πάλι ο Θεόκτιστος να φύγει...
Όμως δεν θα πάει μακρυά. Ακριβώς αντίκρυ από το φοβερό σπήλαιο, σ’ένα άλλο σπήλαιο επίμηκες, λίγο βαθύ, σαν ένας εξώστης ανοικτός στα νοτιοδυτικά που κυριαρχούσε στη θάλασσα. Κτίζει έναν τοίχο με μεγάλες πέτρες για να προστατεύεται από τους ανέμους και την υγρασία, φτιάχνει στέρνα για νερό, λαξεύει στο βράχο μια πεζούλα για κρεββάτι. Κάποτε ομολογούσε ταπεινά ότι άκουγε μέσα στην ησυχία του ερημητηρίου, αντί για τη βοή των ανέμων, τη μουσική αρμονία των Ουρανίων Δυνάμεων.
Εδώ θα μείνει για πέντε χρόνια. Ξεθαρρεύουν οι άνθρωποι, αρχίζουν να ανοίγουν με τα πόδια τους δρόμο μέσα από τα απάτητα εκείνα (επί αιώνες) μέρη... Έρχονται να εξομολογηθούν, να τον συμβουλευθούν, να βρουν παρηγοριά στις θλίψεις τους. Κι όπως πάντα ο Θεόκτιστος, ανοίγει στοργικά την αγκαλιά του και τους δέχεται όλους με απέραντη ευσπλαχνία. Εδώ θα συμβεί να δουν οι επισκέπτες του ένα φίδι να σέρνεται προς το πόδι του Ερημίτη και ενώ τρομαγμένοι σηκώνουν το ραβδί να το σκοτώσουν, ο Θεόκτιστος τους εμποδίζει φωνάζοντας: «Μη! Αυτοί είναι οι φίλοι μου! Κάθε βράδυ μια ντουζίνα από αυτά έρχονται να κοιμηθούν μαζί μου στη σπηλιά». Και οι άνθρωποι έβλεπαν με τα έντρομα μάτια τους, τη χαμογελαστή και γεμάτη έλεος (για όλη την κτίση) μορφή του Θεοκτίστου, στην προπτωτική κατάσταση του Αδάμ.
Λαϊκοί και Κληρικοί έβρισκαν λιμάνι στον ασκητή του Θεού... Κι εκείνος ήταν τόσο απλός μαζί τους και με βαθειά κατανόηση, φωτισμένος από το Άγιο Πνεύμα. Στους διστακτικούς έλεγε χαριτωμένα: «Ελάτε να τα πούμε κι εγώ αμαρτωλός είμαι». Όταν αναχωρούσαν τους κατευόδωνε με απέραντη καλωσύνη και χαρά: «Να πάτε στην Ευχή της Παναγίας και στην Ευλογία του Χριστού».
Όμως είτε από τις αναθυμιάσεις του σπηλαίου, είτε από την υγρασία, προσεβλήθη η όρασή του. Και πάλι ο Θεόκτιστος φυγάς! Κι αυτήν τη φορά όμως θα κάνει τολμηρό άλμα προς την φίλη ησυχία! Στο Πετροκάραβο! Είναι ένα ξερονήσι χωρίς νερό και βλάστηση, αλίμενο, με απότομες ακτές 60 οργιές ύψος. Παλαιότερα ήταν τόπος ασκητών, όπως μαρτυρούν απομεινάρια από αρχαία κελλιά και Ναΐδριο.
Εδώ έρχεται προσκυνητής και συνεχιστής της ηρωϊκής άσκησης. Του λείπει όμως η κράμβη που είχε συνηθίσει σαν βασική τροφή. Όμως ο Θεός οικονομεί για τον δούλο Του. Από τα θαλασσοπούλια έπεσαν σπόροι και φύτρωσε για πρώτη φορά εκεί η κράμβη, που εξακολουθεί μέχρι σήμερα να φυτρώνει. Στον καιρό μάλιστα του πολέμου, οι άνθρωποι την μάζευαν κι έζησαν μ’αυτήν – την Ευλογία του Οσίου – κατά τη διάρκεια του λιμού.
Στον απροσπέλαστο αυτό βράχο που έμενε, ήταν προφυλαγμένος από επισκέπτες, όχι όμως και από τον δαίμονα. Στο Πετροκάραβο κατέφευγαν οι πειρατές (γιατί το είχαν κρυσφύγετό τους) και άφηναν εκεί τα κλοπιμαία. Ο Θεόκτιστος τους συμβούλευε να μετανοήσουν. Η Μονή όμως έκρινε ότι έπρεπε να εγκαταλείψει τον επικίνδυνο αυτό βράχο, που ήταν κλεπταποδοχή. Κι έτσι επανέρχεται στη στεριά, στην Αποκάλυψη, όπου και θα σκάψει με τα χέρια του τον τάφο του για μνήμη θανάτου, αλλά και για την τελευταία του σωματική κατοικία.
Σύντομα θα βγει σε μια απροσπέλαστη βραχώδη ακτή που καταλήγει στο ακρωτήρι Ψαλίδα, αναζητώντας την ποθητή ησυχία. Ο κόσμος όμως πάντα τον αναζητεί και τον ανακαλύπτει όπου κι αν πάει. Κι εκείνος γέρασε πια για να φεύγει... Η όρασή του σχεδόν έσβησε. Κινδυνεύει να τσακιστεί στα βράχια. Ο Θεόκτιστος είναι πια γέρων και αδύναμος. Τις νύχτες του χειμώνα τρέμει από το κρύο. Τότε καταφεύγει στα Βραστά, ένα παλιό ασκητήριο που ανήκει στη Μεγάλη Μονή, με κλίμα θερμό, προφυλαγμένο από τους ανέμους και υψηλούς βράχους. Σώζεται μέχρι σήμερα η λεμονιά που φύτεψαν τα άγια και ακούραστα χέρια του Ερημίτη.
Εδώ είναι πλέον τυφλός. Το βήμα του δεν είναι πια σταθερό και το άλλοτε ρωμαλέο κορμί του έχει γείρει. Η Μονή που τον περιέβαλλε πάντα με σεβασμό και αγάπη δεν θα τον αφήσει περισσότερο από έναν χρόνο εδώ. Τον μεταφέρει για ασφάλεια κάτω στους «Κήπους του Οσίου Πατρός» (του Οσίου Χριστοδούλου) και σύντομα στην Αποκάλυψη, στην παλιά Πατμιάδα. Στους «Κήπους» υπέφερε από εντερικά. Το ίδιο και εδώ. Γιατρό όμως δεν ήθελε. Είχε τέτοια και τόση Πίστη στον Θεό, που αξιώθηκε να γνωρίζει ότι δεν θα ωφελούσε σε τίποτα να τον δει γιατρός. «Γιατρός είναι ο Κύριος» έλεγε.
Τρεις ημέρες πριν από την κοίμησή του, είδε τον Άγγελό του που τον πληροφόρησε: «Ετοιμάσου, σε τρεις ημέρες θα φύγουμε μαζί»! Όταν τον ρώτησαν «τι είδες;» απάντησε: «Την Μεγάλη Τρίτη θα πεθάνω»! Ως τις τελευταίες του ώρες συμβούλευε: «Να αγαπάτε τον Χριστό. Να διαβάζετε το Ευαγγέλιο. Να έχετε το Νόμο Του σαν Φυλαχτό». Όταν πλησίαζε το τέλος λέει σ’εκείνον που τον διακονούσε: «Δόξα Σοι ο Θεός! Τώρα να μη μου μιλήσεις πλέον». Ακολούθως απήγγειλε ολόκληρη την Θεία Λειτουργία, αρχίζοντας από την Προσκομιδή. Ήταν Ιερέας; Μάλλον ήταν και το έκρυβε. Ίσως και Επίσκοπος!
Όπως Κοινωνούσε των Αχράντων Μυστηρίων καθημερινά, έτσι και τώρα Μετέλαβε για τελευταία φορά... Στη δύση του ηλίου της Μεγάλης Τρίτης, την 28η Μαρτίου του 1917, σε ηλικία 87 ετών, έκλινε το κεφάλι και μ’ένα χαμόγελο που φώτιζε το Ιερό και γλυκό Πνευματικό του πρόσωπο, έφυγε ειρηνικά μαζί με τον Άγγελό του (όπως του το προείπε) για την Αιώνια Πατρίδα, για να συναντήσει τον Κύριο που αγάπησε εξ’όλης της ψυχής του.
Θρήνος έγινε στο νησί, όταν η είδηση της κοιμήσεώς του διαδόθηκε σαν αστραπή στη Χώρα, στη Σκάλα, στον Κάμπο, στους Ξωμάχους, παντού. Πού θ’ακουμπούσαν τώρα τον πόνο τους και τα κρίματά τους; Ποιος θα τους στήριζε; Μετά από 42 χρόνια αγάπης, στοργής και σοφίας, έχασαν τον Πατέρα. Δεν ήταν δυνατόν να παρηγορηθούν.
Το σκήνωμά του το εναπέθεσαν στον τάφο που ο ίδιος είχε ετοιμάσει πριν χρόνια στην Αποκάλυψη. Σημάδι της Αγιοσύνης του ήταν το ότι ένιωσαν ξαφνικά, καθώς το κατέβαζαν, να γίνεται εκείνο το ασκητικό αλλά βαρύ σώμα, ελαφρύ σαν ξερό φύλλο! Στον τάφο του φύτρωσε από μόνο του δεντρολίβανο. Στα τρία χρόνια, στις 19 Απριλίου του 1920, άνοιξαν τον τάφο του για την ανακομιδή. Ουράνια Ευωδιά ξεχύθηκε από τα Χαριτόβρυτα Λείψανά του.
Αυτός ήταν ο Μοναχός Θεόκτιστος, ο Ερημίτης του 20ου αιώνα. «Ο τύπος του Αρχαίου Ερημίτου της Άνω Θηβαΐδος της Αιγύπτου»! Ας έχουμε την Ευχή του. Αμήν.