Σάββατο 6 Ιουνίου 2020

ΠΟΙΕΣ ΗΤΑΝ ΑΙ ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΩΣ ΑΝΑΦΕΡΟΜΕΝΑΙ ΣΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΜΥΡΟΦΟΡΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ


ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ ΣΤΟΥΔΙΤΟΥ – ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΑΡΤΗΣ (1520-1577)
Πρώτη εἶναι Μαρία ἡ Μαγδαληνή ἀπό τήν ὁποία ὁ Χριστός ἔβγαλε ἑπτά δαιμόνια καί διά τήν εὐεργεσίαν αὐτήν ἀκολουθοῦσε καί ἀγαποῦσε τόν Χριστόν. Μαγδαληνή δέ ὀνομάζετο ἡ Μαρία διότι ἐκατάγετο ἀπό τά Μάγδαλα. Μετά δέ τήν Ἀνάληψιν τοῦ Χριστοῦ ἐπῆγεν εἰς τήν Ρώμην, πρός τόν Αὐτοκράτορα Τιβέριον, ὁ ὁποῖος ἔπασχε ἀπό τόν ἕνα ὀφθαλμόν καί τόν ἐθεράπευσε. Διά τήν εὐεργεσίαν αὐτήν τῆς Μαρίας τῆς Μαγδαληνῆς ὁ Τιβέριος ἔφερε εἰς τήν Ρώμη τούς Ἀρχιερεῖς τῶν Ἰουδαίων καί τόν Πόντιον Πιλᾶτον καί ἀφοῦ τούς ἐδίκασε, τούς κατεδίκασε εἰς θάνατον, ἐπειδή ἐσταύρωσαν ἕναν ἀθῶον, τόν Ἰησοῦν Χριστόν. Τέλος ἡ Μαρία ἀπέθανεν εἰς τήν Ἔφεσον ὅπου καί τήν ἔθαψεν ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Θεολόγος. Ἀργότερον ὁ Βασιλεύς Λέων ὁ Σοφός ἔφερε τό ἅγιον λείψανόν της εἰς τήν Κωνσταντινούπολιν.
Δεύτερη Μυροφόρος εἶναι ἡ Σαλώμη: Ήταν θυγατέρα τοῦ Ἰωσήφ τοῦ Μνήστορος. Ο Ἰωσήφ ὁ Μνήστωρ εἶχε ἑπτά παιδιά. Τέσσερα ἀγόρια, τόν Ἰάκωβον (ὁ ὁποῖος ὀνομάζετο μικρός) τόν Ἰωσῆν, τόν Σίμωνα καί τόν Ἰούδα, ὄχι τόν προδότην, ἀλλά τόν λεγόμενον Ἀδελφόθεον. Εἶχε δέ καί τρεῖς θυγατέρες, τήν Ἐσθήρ, τήν Θάμαρ καί τήν Σαλώμην τήν γυναῖκα τοῦ μικροῦ Ζεβεδαίου. Ὤστε ὅταν ἀκούεις αὐτό πού λέγεται στό Εὐαγγέλιο «Μαρία ἡ τοῦ Ἰακώβου τοῦ  μικροῦ καί Ἰωσῆ μήτηρ» (Μάρκ. ιε΄, 40) τήν Παναγία Θεοτόκον νόμιζε ὅτι λέγει, διότι ὡς μήτηρ τῶν τέκνων τοῦ Ἰωσήφ ἐφαίνετο ἡ Παναγία. Ἐκ τούτου δέ προκύπτει ὅτι ὁ Ἰωάννης ὁ Θεολόγος καί ὁ Χριστός ἦταν ἀνεψιός καί θεῖος. Ὁ μέν Χριστός θεῖος, ὁ δέ Ἰωάννης ἀνεψιός.
Τρίτη Μυροφόρος εἶναι ἡ Ἰωάννα, ἡ ὁποῖα ἦταν γυναίκα τοῦ Χουζᾶ, ὁ δέ Χουζᾶς αὐτός ἦτο ἐπίτροπος καί οἰκονόμος εἰς τόν οἶκον τοῦ βασιλέως Ἠρώδου.
Τέταρτη Μυροφόρος εἶναι ἡ Μαρία ἡ ἀδελφή του Λαζάρου, ἡ ὁποῖα καί προτύτερα εἰς τόν οἶκον της ἤλειψε τό Χριστόν μέ τό Μύρον, ὅταν ἀνέστησε τόν ἀδελφόν της τόν Λάζαρον, καθώς τό ἀναφέρει ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης λέγων: «Ἡ οὖν Μαρία λαβοῦσα λίτραν μύρου νάρδου πιστικῆς» ( Ἰω. ιβ΄, 3).
Πέμπτη Μυροφόρα εἶναι ἡ Μάρθα ἡ ἀδελφή τῆς Μαρίας καί τοῦ Λαζάρου, ἡ ὁποῖα καί πολλήν προθυμίαν ἔδειξε πρός τόν Χριστόν ἀπό τήν ἀρχήν, διότι αὐτή τόν ὑπηρέτει εἰς ὅλα τά σωματικά.
Ἕκτη Μυροφόρος εἶναι ἡ Μαρία ἡ γυναίκα τοῦ Κλωπᾶ. Κλωπᾶν δέ κάποιοι τόν Κλεόπαν ὀνομάζουσιν. Αὐτή τήν Μαρία ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης, ἀδελφήν τῆς Θεοτόκου τήν ὀνομάζει, λέγων εἰς τήν Σταύρωσιν αὐτό: «Εἰστήκεσαν δέ παρά τῷ Σταυρῷ τοῦ Ἰησοῦ ἡ μήτηρ αὐτοῦ καὶ ἡ ἀδελφὴ τῆς μητρὸς αὐτοῦ, Μαρία ἡ τοῦ Κλωπᾶ» (Ἰω. ιθ΄, 25).  Πῶς δέ ἦταν ἀδελφή τῆς Παναγίας ἀκούσατε. Ὁ Ἰωακείμ ὁ πατήρ τῆς Παναγίας, εἶχεν ἀδελφό, ὅστις ἀπέθανε χωρίς νά ἀποκτήσει τέκνον, κατά δέ τόν Νόμον τοῦ Μωϋσέως ἐπῆρε τήν νύμφην του διά γυναῖκα καί ἔκαμε ἀπό ἐκείνην αὐτήν τήν Μαρίαν. Ἀπό δέ τήν  Ἄννα ἔκαμε τήν Παναγίαν Θεοτόκον. Ὥστε λοιπόν ἀδελφή τῆς Παναγίας μας ἦταν ἀπό τόν πατέρα μόνον.
Ἑβδόμη Μυροφόρος εἶναι ἡ Σωσσάνα.
Ἦσαν δέ καί ἄλλες πολλές ὡς τό λέγει ὁ Εὐαγγελιστής Λουκᾶς «αἵτινες ἦσαν διακονοῦσαι αὐτῶ» (Λουκ. η΄, 3 και Ματθ. κζ΄, 55) δηλαδή τόν Χριστόν, ἀλλά οἱ Εὐαγγελιστές δέν ἔγραψαν τά ὀνόματα ὅλων διότι δέν ὑπῆρχε λόγος.

Περί Θείας Κοινωνίας (Δ.Παναγόπουλου)


Παραθέτουμε κατωτέρω κείμενο του αειμνήστου Δημητρίου Παναγοπούλου, το οποίο αποτελεί ανάπτυξη της περί Θείας Ευχαριστίας διδασκαλίας της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας. Βεβαίως η συγκεκριμένη ανάπτυξη, εγράφη με σκοπό την ανατροπή των θεωριών των αιρετικών “Ευαγγελικών”. Αποτελεί όμως και επίκαιρη απάντηση στους σημερινούς αρνητές και συκοφάντες του μυστηρίου της Θείας ευχαριστίας, οι οποίοι με την ευκαιρία της ενσκηψάσης  λοιμικής νόσου, βλασφημούν κατά του Αγιωτάτου Αυτού Μυστηρίου της Εκκλησίας μας. Ο σκοπός της αναρτήσεως του κειμένου είναι καθαρά Ποιμαντικός-Κατηχητικός. Το κείμενο είναι μεγάλο και η γλώσσα του αρχαιοπρεπής. Αξίζει όμως κανείς να το αναγνώσει με προσοχή!

H αγία Κοινωνία είναι Μυστήριο, καθ’ ο υπό το είδος του άρτου και του οίνου μεταλαμβάνομε αυτού του Σώματος και Αίματος του Χριστού, εις άφεσιν αμαρτιών και ζωήν αιώνιον. Το Μυστήριο τούτο της θείας Κοινωνίας παρεδόθη τοις Αγίοις Αποστόλοις και δι’ αυτών πάσι τοις Χριστιανοίς υπ’ αυτού του Σωτήρος Χριστού, κατά την νύκτα της Μεγάλης Πέμπτης, καθ’ ην παρεδίδετο. Την σύστασιν δε και έννοια τούτου διδάσκουν τα επόμενα χωρία της Καινής Διαθήκης. Και πρώτος ο Ιερός Ματθαίος αφηγείται την σύστασιν και διδάσκει ημάς την έννοια αυτού λέγων:«Εσθιόντων δε αυτών, λαβών ο Ιησούς τον άρτον και ευλογήσας έκοψε και εδίδου τοις μαθηταίς και είπε: Λάβετε, φάγετε’ τούτο εστί το σώμα μου’ και λαβών το ποτήριον και ευχαριστήσας έδωκεν αυτοίς λέγων: Πίετε εξ αυτού πάντες, τούτο εστί το αίμα μου το της Καινής Διαθήκης, το περί πολλών εκχυνόμενον εις άφεσιν αμαρτιών». (Ματθ. κστ’ 26-28). Τα αυτά ακριβώς λέγει και ο Ιερός Μάρκος (Μάρκ. ιδ’ 22-24), και Λουκάς (Λουκ. κβ’ 17-20) περί της συστάσεως και σημασίας του μεγάλου τούτου Μυστηρίου. Και ενώ τόσον σαφώς ο Σωτήρ λέγει, ότι ο άρτος, ον ευλογήσας τοις Μαθηταίς προσήνεγκεν, είναι αυτό το Σώμα Αυτού, και ο οίνος αυτό το Αίμα Αυτού, οι «Ευαγγελικοί» στρεβλούντες τούς λόγους του Σωτήρος, λέγουσιν, ότι ενταύθα ομιλεί αλληγορικώς και ότι το εστί, κείται αντί του δηλοί, σημαίνει, τουθ’ όπερ είναι βλασφημία μεγίστη και τόλμη παράλογος, διότι ενταύθα ουδεμία παραβολή ή αλληγορία υπάρχει, αλλ’ ο Σωτήρ εκφράζεται ρητώς και σαφώς αυτό το πραγματικόν, αυτήν την αλήθειαν.

Αν δέ επετρέπετο ενί εκάστω κατά το δοκούν αυτώ την αλήθειαν να εξηγεί ως αλληγορίαν, όπως εξαγάγη εκ της Αγίας Γραφής νοήματα αυτώ αρέσκοντα, άρδην ήθελεν ανατραπή η αλήθεια του Ευαγγελίου. Διότι, επιτρεπομένης της ερμηνείας’ «τούτο εστί το σώμα μου = τούτο σημαίνει, τούτο παριστά το σώμα μου», δύνανται τότε και άλλοι να ισχυρισθώσιν, ότι, λέγων ο Πέτρος: «Συ ει ο Χριστός ο Υιός τού Θεού τού ζώντος!», ενοεί «Συ σημαίνεις, νομίζεσαι Υιός τού Θεού τού ζώντος!»  και πλείσται άλλαι βλασφημίαι πού παντελώς ανατρέπουν την αλήθειαν της Χριστιανικής πίστεως δύνανται νά εξαχθώσιν. Ότι δε ο άρτος και ο οίνος εν τη θεία Κοινωνία δεν είναι απλά σύμβολα του Σώματος και Αίματος του Σωτήρος, ως οι «Ευαγγελικοί» φρονούσιν, αλλά αυτό το Σώμα και Αίμα Αυτού, διδασκόμεθα σαφέστατα και εκ του κατά Ιωάννη Ευαγγελίου, ένθα ο Σωτήρ, διδάσκων εν τη συναγωγή εν Καπερναούμ, λέγει: «Εγώ ειμί ο άρτος ο ζων, ο εκ τού ουρανού καταβάς. Εάν τις φάγη εκ τούτου τού άρτου ζήσεται εις τον αιώνα. Και ο άρτος δε, όν εγώ δώσω η σάρξ μού εστίν, ην εγώ δώσω υπέρ της τού κόσμου ζωής» (Ιωάν. στ’ 51). Εκ του χωρίου τούτου κατάδηλον γίνεται, ότι ουδεμία αλληγορία υπάρχει εν τοίς προμνημονευθείσι χωρίοις, αλλά καθαρώς πρόκειται περί της σαρκός Αυτού, ην έδωκεν «υπέρ της τού κόσμου ζωής». Ακούοντες δε ταύτα οι Ιουδαίοι εμάχοντο προς αλλήλους, ως και οι αιρετικοί προς ήμας, λέγοντες: «πως δύναται ούτος ημίν δούναι την σάρκα φάγειν;» (Ίωάν. στ’ 52). Άλλ’ ο Ιησούς εμφαντικώτερον και μετ’ επανειλημμένων διαβεβαιώσεων επιβεβαιοί την αλήθειαν και πραγματικότητα του Μυστηρίου της Ευχαριστίας, λέγων: «Αμήν, αμήν, λέγω υμίν. Εάν μη φάγητε την σάρκα τού υιού τού ανθρώπου, και πίητε αυτού το αίμα ουκ έχετε ζωήν εν εαυτοίς. Ο τρώγων μου την σάρκα και πίνων μου το αίμα εν εμοί μένει καγώ εν αυτώ». (Αυτόθ. 53-56). Εκ των λόγων τούτων, του Κυρίου, όστις και μετά την απορίαν των ακουόντων διά σαφεστάτων εκφράσεων, οίον «η σάρξ μου αληθώς εστί βρώσις και το αίμα μου αληθώς εστί πόσις», επιβεβαιοί την περί ης αμφέβαλλον αλήθειαν, αναντιρρήτως εξάγεται, ότι ουδεμία αλληγορία υπάρχει εν τοίς λόγοις Αυτού’ καθ’ ότι εάν, λέγων, το πρώτον «… Και ο άρτος δέ ην εγώ δώσω η σάρξ μου εστίν ην εγώ δώσω υπέρ της τού κόσμου ζωής», ελάλει αλληγορικώς μετά τήν απορίαν των ακουόντων, ήθελε στρέψη τον λόγον εξηγούμενος αυτοίς όπερ εννοεί. Άλλ’ οι «Ευαγγελικοί» εις την κακοδοξίαν αυτών, προβάλλουν το εις την αυτήν περίστασιν προς τούς Ιουδαίους λεχθέν: «Το πνεύμα εστί το ζωοποιούν, η σαρξ ουκ ωφελεί ουδέν’ τα ρήματα, α εγώ λαλώ υμίν, πνεύμα εστί και ζωή εστίν’ άλλ’ εισίν εξ υμών τινές οί ου πιστεύουσιν» (Αυτόθ. 63-64), δι’ oυ πειρώνται μωρότατα να αποδείξωσιν ότι το Σώμα του Χριστού δεν ωφελεί εσθιόμενον, ως ημείς πιστεύομεν. Άλλα το προκείμενον χωρίον δεν είναι ουδαμώς υπέρ εαυτών, ως δια των επομένων δειχθήσεται.
Ο Ιησούς Χριστός μετά την επανειλημμένη διαβεβαίωσιν, ότι περί της βρώσεως και πόσεως του Σώματος και Αίματος Αυτού ομιλεί, θέλων να εξάρει την αναγκαιότητα της τοιαύτης βρώσεως και πόσεως και αισθητότερον ταύτη να παραστήστι τοις ακροαταίς αυτού, παραβάλλει την βρώσιν του Σώματος Αυτού προς την βρώσιν του μάννα, όπερ ο Θεός έδωκε τοις πατράσιν αυτών, λέγων ότι οι πατέρες υμών έφαγον εκ του μάννα, αλλ’ απέθανον, αλλ’ υμείς, εάν φάγητε τον άρτον τούτον ζήσεσθε αιωνίως: «ου καθώς έφαγον οι πατέρες υμών το μάννα και άπέθανον’ ο τρώγων τούτον τον άρτον ζήσεται εις τον αιώνα». (Ιωάν. στ’58). Εκ τούτου πας τις βλέπει ότι το «σώμα» δεν ελέχθη υπό του Σωτήρος αλληγορικώς αντί του «λόγος», (Διότι οι αντικείμενοι αλληγορούσι το «τρώγειν την σάρκα του Χριστού» λέγοντες, ότι σημαίνει: “δέχεσθαι τον λόγον του Σταυρού δια πίστεως” διότι προς το «μάννα» δεν δύναται να παραβληθεί ο «λόγος», αλλά προς το «σώμα» καθότι σύγκρισις επί ανομοίων δεν γίνεται, αλλά και μεθ’ άπασας τας παραστάσεις και εξηγήσεις, ας έδωκεν αυτοίς ο Σωτήρ, ούτοι δεν εννόησαν, διό έλεγον “σκληρός εστίν ούτος ο λόγος, τις δύναται αυτού ακούειν;»,  Άλλ’ ο Ιησούς εννοήσας τω πνεύματι Αυτού ότι εγόγγυζον ούτοι, είπεν αυτοίς: «Τούτο υμάς σκανδαλίζει; Εάν ούν θεωρήτε τον υιόν τού ανθρώπου όπου ην το πρότερον; Το πνεύμα εστί το ζωοποιούν, η σαρξ ουκ ωφελεί ουδέν’ τα ρήματα α εγώ λαλώ υμίν πνεύμα εστί και ζωή εστίν, αλλ’ εισίν εξ υμών τινές, οι ου πιστεύουσιν». (Ιωάν. στ’ 60-64). Εκ της συνεπείας λοιπόν του λόγου βλέπομεν, ότι ο Σωτήρ εξακολουθεί να συνιστά την βρώσιν του εαυτού Σώματος, και επιτιμά τοις επί τοις λόγοις Αυτού σκανδαλισθείσιν, οίτινες, θεωρούντες Αυτόν ψιλόν άνθρωπον, οίτινες εσκέπτοντο περί του Σώματος Αυτού ως περί σώματος θνητού τινός ανθρώπου.
Η δε έννοια των λόγων του Σωτήρος είναι αυτή. Δυσπιστείτε εις το ότι η σαρξ μου παρέχει την αιώνιον ζωήν; Σκανδαλίζεσθε επί τοις λόγοις μου; Αλλά τότε τί θέλετε είπη, όταν με ίδητε εν τη σαρκί ταύτη αναλαμβανόμενον εις τούς ουρανούς; Πρέπει να σκέπτεσθε περί εμού πνευματικώς, διότι τούτο δίδωσι ζωήν’ «το πνεύμα εστί το ζωοποιούν», το δε ταπεινώς, ως περί κοινού τινός ανθρώπου και σαρκικώς περί εμού σκέπτεσθαι, oυδαμώς υμάς ωφελεί «η σαρξ ουκ ωφελεί ουδέν».
Κατά ταύτα, κακώς και βλασφήμως νοούσιν, ότι δια του «σαρξ ουκ ωφελεί ουδέν» ο Σωτήρ εννοεί το εαυτού Σώμα’ άλλως τε οι διά του ειρημένου χωρίου εξάγοντες την τοιαύτη έννοιαν ουδέν άλλο ποιούσιν ή παριστώσιν αυτόν τον Χριστόν αντιφάσκοντα προς εαυτόν! όστις, ενώ αφ’ ενός λέγει ότι ο τρώγων την αυτού σάρκα έχει ζωήν αιώνιον, αφ’ ετέρου αρνείται τούτο και λέγει ότι αυτή ουδόλως ωφελεί! Λοιπόν δια του «η σαρξ ουκ ωφελεί ουδέν» ο Σωτήρ ελέγχει τούς Ιουδαίους ως σαρκικώς σκεπτομένους περί Αυτού. ουκ ολίγον δε συμβάλλεται εις την αληθή ερμηνείαν καί ή παράλειψις της προσωπικής αντωνυμίας «μου», διότι, αν δια του «η σαρξ ουκ ωφελεί ουδέν» εννοεί ουχί το σαρκικώς φρονείν, αλλά την Αυτού σάρκα, δεν ήθελε παραλείψει την αντωνυμίαν «μου», ην πάντα τα χωρία, εν οίς νοείται η σάρξ Αυτού, έχουσιν, ως είδομεν προηγουμένως οίον «η σαρξ μου αληθώς εστί βρωσις». Άρα και εν τω προκειμένω, αν υπήρχε τοιαύτη έννοια, έπρεπε να είπη «η σάρξ μου ουκ ωφελεί ουδέν». Την ορθόδοξον ταύτην έννοια αποδίδουσιν εις το χωρίον τούτο άπασα η χορεία των Πατέρων και δη:
Ο Ιερός Χρυσόστομος, ερμηνεύων το χωρίον λέγει: «Το πνεύμα εστί το ζωοποιούν, η σαρξ ουκ ωφελεί ουδέν. Ο δε λέγει τοιούτον εστί «πνευματικώς δει τα περί εμού ακούειν’ ο γάρ σαρκικός ακούσας ουδέν απώνατο, ούτε χρηστόν τι απέλαυσε. Σαρκικόν δε ην το αμφισβητείν πως εκ του ουρανού καταβέβηκε, και το νομίζειν ότι υιός εστίν Ιωσήφ και το «πως δύναται την σάρκα δούναι φάγειν» (Ιωάν, στ’ 58). «Ταύτα πάντα σαρκικά, άπερ έδει μυστικώς νοείν και πνευματικώς. Και πόθεν φησίν, ηδύναντο νοήσαι τι ποτέ εστί το σάρκα φαγείν εκείνοι; ουκουν έδει τον προσήκοντα αναμείναι καιρόν καί πυνθάνεσθαι και μη απαγορεύειν. «Τα ρήματα α εγώ λαλώ υμίν, πνεύμα εστί και ζωή», τoυτέστι θεία και πνευματικά εστίν, ουδέν έχοντα σαρκικόν, ουδέ ακολουθίαν φυσικήν, αλλ’ απήλλακται πάσης μεν τοιαύτης ανάγκης, και υπέρκειται και των νόμων και των ενταύθα κειμένων, έτερον δε έχει νυν εξηλλαγμένον. Ώσπερ ουν ενταύθα το «πνεύμα» είπεν αντί του «πνευματικά», ούτω «σάρκα» ειπών, ου «σαρκικά» είπεν, αλλά το «σαρκικώς άκουσε», άμα και αυτούς αινιττόμενος, ότι αεί σαρκικών επεθύμουν, δέον πνευματικών εφίεσθαι. Μη γάρ αυτό σαρκικώς τις εκλάβη, ουδέν απώνατο. Τι ουν; ουκ εστίν η σαρξ αυτού σαρξ; Και σφόδρα μεν ουν. Και πως είπεν «η σαρξ ουκ ωφελει ουδέν;» ου περί των σαρκικώς εκλαμβανόντων τα γινόμενα. Τί δε εστί το σαρκικώς νοήσαι; Το απλώς εις τα προκείμενα οράν, και μη πλέον τι φαντάζεσθαι’ τούτο γάρ εστί σαρκικώς. Χρή δε μη ούτω κρίνειν τοις ορωμένοις, αλλά πάντα τα μυστήρια τοις ένδον οφθαλμοίς κατοπτεύειν, τούτο γάρ εστί πνευματικώς. Άρα ο μη τρώγων Αυτού την σάρκα και πίνων Αυτού το αίμα ουκ έχει ζωήν εν εαυτώ ‘ πως ουν ούδέν ωφελεί η σαρξ, ης άνευ ζην ουκ ένι; Οράς ότι το «η σαρξ ουκ ωφελεί ουδέν» ου περί της σαρκός αυτού είρηται, αλλά περί της σαρκικής ακροάσεως;» (Χρυσ. ομιλ. 47 εις τό κατά Ίωάν. 6, § 2).
Ότι δε το παραδοθέν Μυστήριον είναι ουχί έμβλημα, αντίτυπον του Σώματος και του Αίματος, ως κακοδόξως φρονούσιν οι πολέμιοι της αλήθειας, αλλ’ αυτό το Σώμα και Αίμα του Σωτήρος, άπασα η
Καινή Διαθήκη
μαρτυρεί, καλούσα το Μυστήριον κοινωνίαν του Σώματος και Αίματος, ως δε ο θειος Παύλος λίαν σαφώς λέγει: «Το ποτήριον της ευλογίας, ο ευλογούμεν, ουχί κοινωνία του Σώματος του Χριστού εστίν;… ου θέλω δε υμάς κοινωνούς των δαιμονίων’ γίνεσθαι’ ου δύνασθε τραπέζης Κυρίου μετέχειν και τραπέζης δαιμονίων» (Α’ Κορινθ. ι’ 16,20-21). Και αλλαχού ο θείος Παύλος, παραδιδούς το Μυστήριον τούτο, Σώμα και Αίμα Κυρίου ονομάζει αυτό ου περί μεταλαμβάνοντες αναξίως κρίμα εαυτοίς εσθίουσι και πίνουσιν, ου ένεκα πολλοί ασθενούσι και ικανοί αποθνήσκουσιν. «Ώστε», λέγει, «ος αν εσθίη τον άρτον τούτον ή πίνη το ποτήριον του Κυρίου αναξίως, ένοχος έσται του σώματος και αίματος του Κυρίου. Δοκιμαζέτω δε άνθρωπος εαυτόν, και ούτος εκ του άρτου εσθιέτω και εκ του ποτηρίου πινέτω. Ο γάρ εσθίων και πίνων αναξίως κρίμα εαυτώ εσθίει και πίνει, μη διακρίνων το σώμα του Κυρίου’ διά τούτο εν υμίν πολλοί ασθενείς και άρρωστοι και κοιμώνται ικανοί», (Αυτόθι ια’ 27-30). Ότι δε και αναίμακτος θυσία είναι το Μυστήριον τούτο, κατά την αληθή της Εκκλησίας δόξαν, εν τη προς Εβραίους επιστολή εμφανέστατα διδάσκει ημάς αυτός ο θείος Παύλος ονομάζων ρητώς την αγίαν Τράπεζαν Θυσιαστήριον. «Έχομεν, λέγει, θυσιαστήριον, εξ ου φαγείν ουκ έχουσιν εξουσίαν οι τη σκηνή λατρεύοντες», (Έβρ. ιγ’ 10). Πρόδηλον ότι ο θεοδίδακτος Απόστολος συγκρίνει το θυσιαστήριον των χριστιανών προς το «θυσιαστήριον» των Ιουδαίων και αποδεικνύει την διαφοράν μεταξύ των δύο αυτών θυσιών. (Αλλ’ οι «Ευαγγελικοί» λέγουσι ότι άλλο θυσιαστήριον και άλλο θυσία και ότι ημπορεί να υπάρχη θυσιαστήριον άνευ θυσίας). Ναι, αλλά το Εύαγγέλιον δεν λέγει ούτω. Εις το Ευαγγέλιον διαβάζομεν τα εξής όπου αποδεικνύεται ότι παραδέχεται θυσιαστήριον και θυσίαν, «Διόπερ αγαπητοί μου, φεύγετε από της ειδωλολατρίας’ ως φρονίμους λέγω, κρίνατε υμείς ο φημι. Το ποτήριον της ευλογίας ο ευλογούμεν, ουχί κοινωνία του αίματος του Χριστού εστί; Τον άρτον ον κλώμεν, ουχί κοινωνία του Σώματος του Χριστού εστί; κοινωνούς των δαιμονίων γίνεσθαι, ου δύνασθε ποτήριον Κυρίου πίειν και ποτήριον δαιμονίων’ ου δύνασθε τραπέζης Κυρίου μετέχειν καί τραπέζης δαιμονίων» (Α’ Κορινθ. ι’ 14-22). ότι εις άρτος, εν σώμα οι πολλοί εσμεν’ οι γάρ πάντες εκ του ενός άρτου μετέχομεν, Βλέπετε τον Ισραήλ κατά σάρκα’ ουχί οι εσθίοντες τάς θυσίας κοινωνοί του θυσιαστηρίου είσι’ τί ουν φημί; ότι είδωλον τί εστίν; ή ότι, ειδωλόθυτον τί εστίν; άλλ’ ότι α θύει τα έθνη, δαιμονίοις θύει και ου Θεω’ ου θέλω δε υμάς Εις τα λόγια αυτά του Αποστόλου Παύλου αναφέρεται σαφώς ή σχέσις θυσίας και θυσιαστηρίου. Και τας θυσίας του Ισραήλ και των Εθνικών τας παραβάλλει και συγκρίνει με τού Δείπνου του Κυρίου, απαγορεύων εις τούς εσθίοντας την θυσία ν του Κυρίου να εσθίουν και εκ των θυσιών των δαιμόνων. «ου δύνασθε (λέγει) ποτήριον Κυρίου πίνειν και ποτήριον δαιμονίων». Ενώ λοιπόν η Καινή Διαθήκη διδάσκει σαφώς ότι εχομεν θυσιαστήριον και θυσίαν εκ της οποίας δεν έχουν δικαίωμα να φάγουν οι την σκηνήν λατρεύοντες. Ενώ δεικνύει το υπέροχον του χριστιανικού θυσιαστηρίου από του Ιουδαϊκού. Ενώ την Τράπεζαν του Κυρίου αντιδιαστέλλει από την τράπεζαν των δαιμονίων. Ενώ το ποτήριον της ευλογίας καλεί ποτήριον τού Αίματος του Χριστού και τον άρτον, ον κλώμεν, κοινωνίαν τού Σώματος του Χριστού, ερωτάται πώς οι λεγόμενοι «Ευαγγελικοί» διαψεύδουν τελικά αύτας της Άγίας Γραφής μαρτυρίας λέγοντες ότι ουδαμού της Αγίας Γραφής καλείται το Δείπνον του Κυρίου καί θυσία; Αλλά και όταν ο Κύριος λέγει «Ούτος ο άρτος εστί το Σώμα μου, ούτος ο οίνος εστί το Αίμα μου», Και οι λεγόμενοι «Ευαγγελικοί» αντιλέγουν λέγοντες’ Ούτος ο άρτος δεν είναι Χριστού Σώμα, άλλ’ άρτος απλούς, και ο οίνος δεν είναι Χριστού Αίμα άλλ’ οίνος απλούς, ποίον πρέπει να πιστεύσωμεν τον Χριστόν ή τούς λεγομένους «Ευαγγελικούς»; Εις την δύσκολον όμως δι’ αυτούς απάντησιν, κοιτάζουν να διαφύγουν με την εξής σοφιστίαν, Λέγουν ότι ο Χριστός ομιλούσε μεταφορικώς. Αλλά και εδώ θα τούς καταδιώξωμεν ίνα τούς αποδείξωμεν πεπλανημένους. Ο Χριστός μας λέγων, τούτο εστί το σώμα μου και τούτο εστί το αίμα μου, εννοεί αυτό το Σώμα το επί του Σταυρού υψωθέν και αυτό το αίμα το εκ της κεντηθείσης Αυτού πλευράς ρεύσαν. Διότι το ποτήριον εκείνο το εκάλεσεν Ποτήριον της Καινής Διαθήκης δυνάμει τού οποίου δίδεται άφεσις αμαρτιών. «Πίετε εξ αυτού πάντες (λέγει) τούτο γάρ εστί το αίμα μου το της Καινής Διαθήκης, το υπέρ υμών και πολλών εκχυνόμενον εις άφεσιν αμαρτιών» (Ματθ. κστ’ 28). Το όνομα δε της Καινής Διαθήκης αναμιμνήσκει την Παλαιάν, η οποία ήτο τύπος και προεικόνισμα της Νέας.
Ας κυττάξωμεν λοιπόν την αλήθειαν της Παλαιάς Διαθήκης, ίνα καταμάθωμεν και την αλήθειαν της Νέας. Η μεταξύ του Θεού και Ισραηλιτικού λαού Διαθήκη λέγει ο Παύλος ότι έχει ως εξής. «Λαληθείσης πάσης εντολής κατά τον νόμον υπό Μωϋσέως παντί τω λαώ, λαβών το αίμα των μόσχων και τράγων μετά ύδατος και ερίου κοκκίνου και υσσώπου, αυτό τε το βιβλίον καί πάντα τον λαόν ερράντισε λέγων, τούτο το αίμα της Διαθήκης, ης ενετείλατο προς υμάς ο Θεός. Και την σκηνήν δε και πάντα τα σκεύη της λειτουργίας τω αίματι ομοίως ερράντισε και σχεδόν εν αίματι πάντα καθαρίζεται κατά τον νόμον, και χωρίς αιματεκχυσίας ου γίνεται άφεσις» (Έβρ. θ’ 19).
Ας ίδωμεν όμως και το είδος της Καινής Διαθήκης μεταξύ του Θεού και του νέου Ισραήλ. Αφού ο Χριστός ελάλησεν εις τούς Μαθητάς Του πάσαν εντολήν κατά νόμον λαβών εν τω ποτήριον οίνον και ευλογήσας επότισε τούς Μαθητάς εκπροσωπούντας και πάντας τούς μέλλοντας δι’ αυτών πιστεύσαι, λέγων’ «Τούτο γάρ εστί το αίμα μου το της Καινής Διαθήκης το υπέρ υμών και πολλών εκχυνόμενον εις άφεσιν αμαρτιών» (Ματθ. κστ’ 28). Έχοντες λοιπόν υπ’ οψιν πώς εγένετο η Παλαιά Διαθήκη και πώς η Νέα, ερωτάται, το αίμα της Παλαιάς Διαθήκης ήτο αληθώς αίμα των θυσιασθέντων τράγων και μόσχων ή αλλο΄τι; Ήτο πράγματι αίμα τράγων και μόσχων. Διατί το αίμα της Καινής Διαθήκης, να μη είναι το αίμα του αμνού του Θεού του αίροντος την αμαρτίαν του κόσμου; Και διατί το ποτήριον του Χριστού δεν περιείχεν το αίμα του θυσιασθέντος Χριστού αλλ’ ήτο απλούς οίνος; Διότι εάν δεχθώμεν ότι της Παλαιάς Διαθήκης ήτο πράγματι αίμα και της Καινής όχι, τότε δεχόμεθα αληθεστέραν την Παλαιάν και ουχί την Νέαν και κατά συνέπειαν αλλοίμονόν μας. Και ακόμη, είναι δυνατόν ο τύπος και η σκιά να έχει αληθώς το αίμα των θυμάτων, η δε προτυπωθείσα αλήθεια να μην έχει αληθώς αυτό το αίμα του θυσιασθέντος Χριστού; πώς ήτο δυνατόν ο μεν Μωυσής κρατών το ποτήριον της Παλαιάς Διαθήκης και λέγων, τούτο το αίμα της Διαθήκης, ης ενετείλατο προς υμάς ο Θεός να αληθεύη, ο δε Χριστός, η αυτοαλήθεια, κρατών το ποτήριον της Καινής Διαθήκης το υπέρ υμών και πολλών εκχυνομένων εις αφεσιν αμαρτιών, νά ψεύδηται; Άρα είναι ανάγκη ο Χριστός λέγων ότι τούτο μου εστί το αίμα να εννοεί αυτό το εκχυθέν εκ της αχράντου αυτού πλευράς αίμα και ουχί αλλό τι. Λέγοντες δε οι «Ευαγγελικοί» ότι το ποτήριον της Καινής Διαθήκης είναι απλούς οίνος και ουχί αυτό το αίμα του Χριστού του υπέρ ημών αποθανόντος δεν λέγουν τίποτε άλλο παρά ότι η Καινή Διαθήκη είναι ψευδοδιαθήκη και ο Χριστός ψευδομεσσίας και ότι ουδεμία άφεσις αμαρτιών εγένετο ημίν. Βλέπομεν εις την Παλαιάν Διαθήκην ότι το αίμα των θυμάτων εμβάλλεται εις ποτήριον και ραντίζονται δι’ αυτού άπας ο λαός, η σκηνή και πάντα τα σκεύη της λειτουργίας και χωρίς αίματος, λέγει ο Παύλος, δεν γίνεται άφεσις. Διά να καθαρθώμεν λοιπόν και ημείς και να λάβωμεν άφεσιν αμαρτιών πρέπει να πίωμεν το αίμα του υπέρ ημών θυσιασθέντος και χωρίς τούτου ου γίνεται άφεσις. Δι’ αυτό και ο Κύριος λέγει και η Ορθόδοξος Εκκλησία Του επαναλαμβάνει’ «Πίετε εξ αυτού πάντες… εις άφεσιν αμαρτιών». Ενώ οι «Ευαγγελικοί» πίνουν εις ανάμνησιν. Εάν λοιπόν, διά του αίματος του Χριστού, πίνωμεν απλούν οίνον δεν έχομεν άφεσιν αμαρτιών. Εν τούτοις οι «Ευαγγελικοί» λέγουσιν ότι πίνουσιν απλούν οίνον, και εκ της ομολογίας αυτής προκύπτει ότι δεν έχουν άφεσιν αμαρτιών’ και κατά συνέπειαν δεν είναι χριστιανοί διότι αποδεικνύουν τον Χριστόν ψευδομεσσίαν και ψευδοδιαθήκην την αληθή του Θεού Διαθήκην της οποίας τύπος καί ομοίωμα ήτο η Παλαιά. Και ερωτάται, κατόπιν όλων τούτων, είναι ορθόν, είναι πρέπον και συμφέρον οι πεπλανημένοι ούτοι, οι μηδαμώς όντες χριστιανοί να έχουν την αξίωσιν να διδάξωσιν ημάς τους Έλληνας; Και ακόμη, είναι ορθόν και πρέπον, ημείς οι Ορθόδοξοι Έλληνες, να ασπαζόμεθα την πλάνην αυτών; Ο καθείς είναι ελεύθερος να εξετάση.
Εις την συνέχειαν παραθέτομεν άλλην γραφικήν αλήθειαν όπου αποδεικνύει ότι ο Χριστός δεν ωμίλησεν αλληγορικώς αλλά θετικώς. «Αμήν, αμήν, λέγω υμίν. Ο πιστεύων εις εμέ έχει ζωήν αιώνιον. Εγώ ειμί ο άρτος της ζωής. Οι πατέρες υμών έφαγον το μάννα εν τη ερήμω και απέθανον. Ούτος εστίν ο άρτος, ο εκ του ουρανού καταβαίνων, (ο άρτος αυτός είναι ο Χριστός, διότι ουδείς άρτος καταβαίνει εκ του ουρανού, άρα δεν ομιλεί αλληγορικώς ως λέγουσιν οι Ευαγγελικοί αλλά θετικώς), ίνα τις εξ αυτού φάγη και μη αποθάνη. Εγώ ειμί ο άρτος ο ζων ο εκ του ουρανού καταβάς. Εάν τις φάγη εκ του άρτου τούτου ζήσεται εις τον αιώνα. Και ο άρτος δε ον εγώ δώσω η σαρξ μού εστίν, ην εγώ δώσω υπέρ της του κόσμου ζωής. Εμάχον το ούν προς αλλήλους οι Ιουδαίοι, λέγοντες’ πως δύναται ούτος ημίν δούναι την σάρκα φαγείν,’ (αυτό ακριβώς πού λέγουσιν και οι «Ευαγγελικοί»). Είπεν ούν αύτοίς ο Ιησούς’ Αμήν αμήν λέγω υμίν, εάν μη φάγητε την σάρκα του υιού του ανθρώπου και πίητε αυτού το αίμα, ουκ έχετε ζωήν εν εαυτοίς. Ο τρώγων μου την σάρκα και πίνων μου το αίμα έχει ζωήν αιώνιον, και εγώ αναστήσω αυτόν τη εσχάτη ημέρα. Η γάρ σάρξ μου αληθώς εστί βρωσις και το αίμα μου αληθώς εστι πόσις (βλέπετε ω Ευαγγελικοί; αληθώς λέγει, καί ουχί αλληγορικώς)’ ποίος εκ των δύο σας λέγει την αλήθειαν, εσείς η ο Χριστός; Και συνεχίζει. «Ο τρώγων μου την σάρκα και πίνων μου το αίμα εν εμοί μένει, καγώ εν αυτώ. Καθώς απέστειλέ με ο ζων Πατήρ, καγώ ζω διά τον Πατέρα, και ο τρώγων με, κα κείνος ζήσεται δι’ εμέ. Ούτος εστίν ο άρτος ο εκ του ουρανού καταβάς ου καθώς έφαγον οι πατέρες υμών το μάννα, και απέθανον’ ο τρώγων τούτον τον άρτον ζήσεται εις τον αιώνα… Πολλοί ούν ακούσαντες εκ των μαθητών αυτού είπον, σκληρός εστί ούτος ο λόγος, τις δύναται αυτού ακούειν,’… είπεν αυτοίς ο Ιησούς. τούτο υμάς σκανδαλίζει,’ Εάν ουν θεωρήτε τον Υιόν του ανθρώπου αναβαίνοντα όπου ήτο το πρότερον,’ Το πνεύμα εστί το ζωοποιούν η σαρξ ούκ ωφελεί ουδέν’ τα ρήματα, α εγώ λαλώ υμίν, πνεύμα εστί καί ζωή εστί. Αλλ’ ειςίν εξ υμών τινές, οι ου πιστεύουσι» (Ίωάν. στ’ 47-64). Δηλαδή: Οι εξ υμών σκανδαλιζόμενοι, σκανδαλίζονται δι’ ην έχουσιν απιστίαν και άγνοιαν, και ουχί διότι οι λόγοι μου ουκ εστίν αληθείς. Εγώ ομιλώ την αλήθειαν λέγει ο Ιησούς και οι πιστεύοντες, αυτοί σκανδαλίζονται και απόλυνται. Ο Κύριός μας εδώ δεν εννοεί την σάρκαν του, καθώς παρερμηνεύουν οι «Ευαγγελικοί» αλλά την σάρκα του λόγου δηλαδή τας φωνάς και τας λέξεις, δι’ ων γίνεται ό λόγος. Πνεύμα δε εννοεί, το πνεύμα του λόγου, τό όποίον ζωοποιεί την ψυχήν, ήτις λαμβάνει αυτό διά της σαρκός του λόγου. Εάν λοιπόν ή ψυχή, ακούουσα τας φωνάς η αναγινώσκουσα τας λέξεις του λόγου, μη εννοεί, το πνεύμα αυτού, ουδέν ωφελείται.
Αυτό εννοεί ο Κύριός μας όταν λέγει: «Η σαρξ ουκ ωφελεί ουδέν». Δεν είπε «η σαρξ μου» αλλ’ η σαρξ, δηλαδή αι φωναί, αι λέξεις, διά των οποίων γίνεται ο λόγος. Ενώ διά την δικήν Του σάρκα λέγει ρητώς: «Η σαρξ μου αληθώς εστί βρώσις», διά δε τούς ακούοντας και μη εννοούντας είπεν η σαρξ του γράμματος ουκ ωφελεί αυτούς.
Αλλ’ οι «Ευαγγελικοί» όπως διαστρέφωσιν τούτο, διαστρέφωσιν και το «αληθώς» λέγοντες ότι εννοεί «αλληγορικώς» και το’ «πίετε εξ αυτού πάντες εις άφεσιν αμαρτιών» οι «Ευαγγελικοί» πίνουσι μόνον εις «ανάμνησιν»… Παρερμηνεύουν οι άνθρωποι και μιμούνται τον Εωσφόρον όστις είπε εις τούς Πρωτοπλάστους: «Ου θανάτω αποθανείσθε» παρ’ ότι ό Θεός ρητώς είπεν εάν παρακούσωσιν’ «θανάτω αποθανείσθε». Διά τούτο οι «Ευαγγελικοί» αμαρτάνουν αμαρτίαν πρός θάνατον, όμοια μέ εκείνην της των Ιουδαίων και δι’ αυτό προσοχή.
Τέλος, η Ορθόδοξος ημών Εκκλησία η οποία παραδέχεται την μεταβολήν των Τιμίων Δώρων εις Σώμα και Αίμα Χριστού λέγει μαζί με τον Άγιον Ιωάννη τον Δαμασκηνόν ότι η μεταβολή αυτή είναι τι ακατάληπτον τω ανθρωπίνω λογισμώ, γινόμενον τη ενεργεία του Αγίου Πνεύματος δια θαύματος, το οποίον δύναται να συγκριθη με το θαύμα της δημιουργίας και της ενανθρωπήσεως. «πως έσται μοι τούτο», λέγει η αγία Παρθένος, «επεί ανδρα ού γινώσκω» Και ο Γαβριήλ ο Αρχάγγελος απαντά. «Πνεύμα Άγιον επελεύσεται επί σέ και δύναμις υψίστου επισκιάσει σοι». Τώρα λοιπόν έρωτας και σι κ. «Ευαγγελικέ» πως ο άρτος γίνεται Σώμα Χριστού και ο οίνος αίμα; «Λέγω σοι καγώ, Πνεύμα Άγιον επιφοιτά και ταύτα ποιεί τα υπέρ λόγον καί έννοια» (Δαμ. έκδ. Όρθ. πίστ. 4, 13).
Το Σώμα δε και Αίμα του Χριστού εν τη Ευχαριστία δεν είναι απλώς σώμα και αίμα αλλά’ «Σώμα εστίν αληθώς ηνωμένον θεότητι» (Δαμασκ. αυτ.) και άρα’ «ου μία φύσις εστίν, αλλά μία μεν του σώματος της δε ηνωμένης αυτού θεότητος ετέρα’ ώστε το συναμφότερον ου μία φύσις, αλλά δύο» (Δαμασκ. αυτ.). Το σώμα δε τούτο και αίμα της ευχαριστίας δεν είναι το αναληφθέν σώμα, όπερ κατέρχεται εξ ουρανού, αλλά «σώμα εστίν αληθώς ηνωμένον θεότητι, το εκ της άγ. Παρθένου σώμα, ουχ ότι το αναληφθέν σώμα εξ ουρανού κατέρχεται άλλ’ ότι ό άρτος και ο οίνος μεταποιούνται εις Σώμα και Αίμα του Θεού» (Δαμασκ. αυτόθι) εκ τούτου όμως δεν έπεται ότι το Σώμα και Αίμα της Ευχαριστίας είναι ετερόν τι του αναληφθέντος Σώματος του Χριστού’ «Και ουκ εστί δύο (σώματα) άλλ’ εν και το αυτό» (Δαμασκ. αυτ.).
Άρα πολύ καλώς παρατηρεί ο Δοσίθεος λέγων’ «Όθεν και πολλών γινομένων εν τη oικoυμένη εν μια και τη αυτή ώρα ιερουργιών (πιστεύομεν) μη γίνεσθαι πολλούς Χριστούς  ή πολλά σώματα Χριστού, άλλ’ ένα και τον αυτόν Χριστόν παρείναι αληθώς και πραγματικώς και εν είναι αυτώ το σώμα και το αίμα εή πάσαις ταις κατά μέρος των πιστών εκκλησίαις και τούτο ουχί ότι το εν ουρανοίς του Δεσπότου εν τοίς θυσιαστηρίοις κατέστι σώμα, άλλ’ ότι ο της προθέσεως εν πάσαις ταις κατά μέρος Εκκλησίαις προκείμενος άρτος μεταποιούμενος και μετουσιούμενος μετά τον αγιασμόν γίνεται και εστίν εν και το αυτό τω εν ουρανώ» (Όρ. 17). Είναι λοιπόν πραγματικώς Σώμα και όχι αλληγορικώς κ. κ. «Ευαγγελικοί».
Ούτω λοιπόν και υπό τοιαύτην έννοιαν ο Σωτήρ παρέδωκε το Μυστήριον της θείας Κοινωνίας και ούτως ηρμήνευσαν και παρήγγειλαν ημίν πιστεύειν οι θείοι Απόστολοι, παρ’ ων και οι Άγιοι Πατέρες εδιδάχθησαν, ων τινάς μόνον συντομίας ένεκα, φέρομεν μάρτυρας.
1) Φέρομεν την μαρτυρίαν Ιγνατίου του θεοφόρου, του Μαθητού του Ευαγγελιστού Ιωάννου, όστις, ομιλών κατά των αιρετικών, οίτινες έλεγον ότι ο Ιησούς δεν εσαρκώθη πραγματικώς, επιφέρει τα εξής λίαν σημαντικά λόγια: «Ευχαριστίας και προσευχής απέχονται, διά το μη ομολογείν την ευχαριστίαν σάρκα είναι του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, την υπέρ των αμαρτιών ημών παθούσαν, ην τη χρηστότητι ο Πατήρ ήγειρε». (Ιγνατ. επιστ. πρός Σμυρν. κεφ. 7).
2) Την δε αγίαν Τράπεζαν ο αυτός Πατήρ (Ιγνάτιος) ονομάζει Θυσιαστήριον. «Εάν μη τις εντός ή του θυσιαστηρίου», λέγει, «υστερείται του άρτου του Θεού». (Πρός Έφεσ. κεφ. 20). Και πάλιν δε περί του σώματος του Χριστού έτι σαφέστερον λέγει: «Μία εστίν η σάρξ του Κυρίου Ιησού και εν αυτού το αίμα το υπέρ ημών εκχυθέν, εις και άρτος τοις πασινεθρύφθη, και εν ποτήριον τοις όλοις διενεμήθη, εν θυσιαστήριον πάση τη Εκκλησία». (Πρός Φιλαδελφ. κεφ. 4). Αι δε μαρτυρίαι αύται του θεοφόρου Ιγνατίου έχουσιν μέγιστον κύρος, καθ’ όσον ούτος έζη επί των ήμερων του Χριστού και των Αποστόλων, εγένετο δε Επίσκοπος Αντιοχείας περί το έτος 68 η 70 μ.Χ.
2) Ο φιλόσοφος και μάρτυς Ιουστίνος, όστις εν έτει 133, τριακοντούτης ων, έλαβε την χριστιανικήν πίστιν, ούτω παρέλαβε περί του Μυστηρίου της Ευχαριστίας. «ου γάρ, λέγει, ως κοινόν άρτον, ουδέ κοινόν πόμα ταύτα λαμβάνομεν, άλλ’ ον τρόπον διά λόγου Θεού σαρκοποιηθείς Ιησούς Χριστός ο Σωτήρ ημών και σάρκα και αίμα υπέρ σωτηρίας ημών έσχεν, ούτος και την δι’ ευχής λόγου του παρ’ αυτού ευχαριστηθείσαν τροφήν, εξής αίμα και σάρκες κατά μεταβολήν τρέφονται ημών, εκείνου του σαρκοποιηθέντος Ιησού και σάρκα και αίμα εδιδάχθημεν είναι. Οι γάρ Απόστολοι εν τοις γενομένοις υπ’ αυτών απομνημονεύμασιν, α καλείται Ευαγγέλια, ούτω παρέδωκαν εντετάλθαι αυτοίς τον Ιησούν λαβόντα άρτον και ευχαριστήσαντα ειπείν: τούτο ποιείτε εις την ανάμνησίν μου, τουτέστι το σώμα μου’ και το ποτήριον ομοίως λαβόντα και ευχαριστήσαντα ειπείν: τούτο εστί το αίμα μου και μόνοις αυτοίς μεταδούναι. (Βιβλ. 8, κεφ. 66).
3) Ο Κύριλλος ο Ιεροσολύμων τάδε λέγει: «Ο άρτος της Ευχαριστίας μετά την επίκλησιν του Αγίου Πνεύματος ουκέτι άρτος λιτός, αλλά σώμα Χριστού». (Κατήχ. 21 Μυσταγ. § 3).
4) Ο θείος Ιλάριος περί του Μυστηρίου της Ευχαριστίας λέγει: «Περί της αληθείας της σαρκός και του αίματος δεν έχει χώραν αμφιβολία τις, διότι διά της ομολογίας του Κυρίου αυτού και διά της πίστεως ημών είναι αληθής σάρξ, είναι αληθές αίμα». (De Trinit Ι VIII C. 14).
5) Ο θείος Γρηγόριος ο Νύσσης, σαφώς περί του Μυστηρίου τούτου εξηγούμενος, λέγει: «Άρτος πάλιν άρτος εστί τέως κοινός’ αλλ’ όταν αυτό το Μυστήριον ιερουργήσει, σώμα Χριστού λέγεταί τε και γίνεται». (Εις την ημέραν των Φώτων, Ορα και λόγον κατηχητ. τόν μέγαν κεφ. 37).
6) Ο Γρηγόριος ο θεολόγος μετά του αυτού πνεύματος περί του Μυστηρίου ομιλεί: «Μη κατόκνει», λέγει προς, Αμφιλόχιον, «και προσεύχεσθαι και πρεσβεύειν υπέρ ημών, όταν λόγον καθέλκης τον Λόγον’ όταν αναιμάκτω τομεί σώμα και αίμα τέμνης δεσποτικόν, φωνήν έχων το ξίφος». (Έπιστ. 240 πρός, Αμφιλόχιον).
7) Άξια σημειώσεως και προσοχής είναι και η μαρτυρία του Μεδιολάνων Αγίου Αμβροσίου: λέγει, «είναι θαυμαστόν ότι ο Θεός έβρεξεν εις τούς πατέρας το μάννα… αλλ’ όσοι όμως έφαγον τον άρτον εκείνον πάντες εν τη ερήμω απέθανον’ η βρώσις δε αυτή, την οποίαν λαμβάνεις, ο άρτος ούτος ο ζών, ο καταβαίνων εξ ουρανού, ζωής αϊδίoυ την ουσίαν παρέχει’ και όστις αν φάγη τούτον δεν θέλει αποθάνη εις τον αιώνα, και είναι σώμα Χριστού». Εις την συνέχειαν δε, εξηγείται περί του Μυστηρίου τούτου πλατύτερον, λέγων: «Ίσως άλλο τι βλέπω’ πώς σύ διαβεβαιοίς ότι θέλω λάβη το σώμα του Χριστού. Ας αποδείξωμεν ότι δεν είναι τούτο, όπερ εποίησεν η φύσις, αλλ’ όπερ η ευλογία καθηγίασε, και ότι μεγαλυτέρα είναι της ευλογίας η της φύσεως η δύναμις, επειδή διά της ευλογίας και αυτή η φύσις μεταβάλλεται. Ράβδον εκράτει ο Μωυσής, έρριψεν αυτήν και έγινεν όφις. Πάλιν έλαβε την ουράν του όφεως, και εν τη ράβδω την φύσιν μετέβαλε. Βλέπεις λοιπόν, ότι διά της προφητικής χάριτος δίς μετεβλήθη η φύσις του τε όφεως και της ράβδου… Αν τοσούτον ίσχυσεν ο λόγος του Ήλιου, ώστε να καταβιβάση πυρ εξ ουρανού, δεν θέλει ισχύσει ο λόγος του Χριστού, ίνα τά είδη τών στοιχείων μεταβάλη;…».
Εκ των εκτεθέντων βλέπομεν πόσον σαφώς περί της συστάσεως και της εννοίας του μεγάλου τούτου Μυστηρίου πληροφορεί ημάς η Κ. Διαθήκη, και οι άγιοι Πατέρες. Αλλά και ο προφήτης Ησαΐας λέγει: «Και απεστάλη προς με εν Σεραφείμ και εν τη χειρί είχεν άνθρακα, ον τη λαβίδι έλαβεν από του θυσιαστηρίου. Και ήψατο του στόματός μου και είπεν, Ιδού ήψατο τούτο των χειλέων σου καί αφελεί τας ανομίας σου και τας αμαρτίας σου περικαθαριεί».
Εξ ων μανθάνομεν, ότι ουχ ως απλούν σύμβολον θεωρεί η Αγία Γραφή το μέγιστον τούτο Μυστήριον, ως φλυαρούσιν οι «Ευαγγελικοί» αλλ’ ως αυτό Το Σώμα και Το Αίμα του Θεανθρώπου, άτινα είναι πυρ, άνθραξ φλέγων τούς αναξίως αυτών μεταλαμβάνοντας και καθαίρων τας αμαρτίας των ευσεβώς κοινωνούντων.
Ώς τοιούτο το Μυστήριον συνίστησιν ημών ο θειος Παύλος, ο μεγαλοφωνότατος Ησαΐας και άπασα η χορεία των απ’ αυτών των Αποστολικών χρόνων, σεπτών Πατέρων της του Χριστού Εκκλησίας, ης τα τέκνα επιχειρούν να αποπλανήσωσιν οι «Αντιευαγγελικοί» των οποίων τας παγίδας και τας σοφιστείας επιμελώς δέον να αποφεύγωμεν.
  Από το βιβλίο “ΑΝΤΙΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟΙ ΟΙ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟΙ” (Δ.Παναγόπουλου)

Ἡ θεολογία τῆς Ἐκκλησίας γιά τήν θεία Κοινωνία


Η Θεία Κοινωνία - Askitikon
Ἕνας ἀπό τούς ἰσχυρότερους πειρασμούς πού δέχθηκαν τά μέλη τῆς Ἐκκλησίας μέ τήν ἐμφάνιση τοῦ νέου ἰοῦ (covid-19) συνδέεται μέ τό μυστήριο τῆς θείας Λειτουργίας. Δέν ἦταν τόσο τό κλείσιμο τῶν Ἱερῶν Ναῶν γιά τόν λαό, γιά νά ἀποφευχθῆ ὁ συγχρωτισμός, ὅσο τό ὅτι ἀπό μερικούς ἀμφισβητήθηκε τό  κέντρο τῆς Ἐκκλησίας μας, πού εἶναι τό Σῶμα καί τό Αἶμα τοῦ Χριστοῦ καί ὁ τρόπος τῆς θείας Μετάληψης. Ἰσχυρίστηκαν ὅτι δῆθεν μέσα ἀπό τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Χριστοῦ μεταφέρονται ἰοί καί μικρόβια, ἐνῶ ἡ πείρα τῶν αἰώνων ἀπέδειξε τό ἐντελῶς ἀντίθετο. Τέτοιες ἀσεβεῖς ἀπόψεις δέν ἐκφράστηκαν μόνον ἀπό «ἀλειτούργητους» καί «ἀκοινώνητους», ἀλλά καί ἀπό κάποιους δῆθεν θεολόγους καί θεολογοῦντες. Γιά νά καταγραφῆ ἡ πίστη τῆς Ἐκκλησίας γιά τό σημαντικό αὐτό θέμα καταρτίσθηκε καί δημοσιεύθηκε ἕνα κείμενο 42 σελίδων, ἀπό συνεργάτες τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου κ. Ἱερoθέου,  μέ τίτλο «Ἡ μαρτυρία τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας γιά τήν Θεία Κοινωνία» καί ὑπότιτλο «Τοποθέτηση σέ τρέχουσες θεολογικές ἀντιρρήσεις καί καταγραφή ἐκκλησιαστικῶν πηγῶν γιά τήν θεία Κοινωνία».
Ἡ Διαρκής Ἱερά Σύνοδος κατά τήν Συνεδρίασή της, τῆς 12ης Μαΐου 2020, ἀποφάσισε νά ἀποστείλη τό κείμενο αὐτό πρός τούς Σεβ. Μητροπολίτες τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, γιά τήν ἐνημέρωσή τους καί «κατά τήν ποιμαντικήν κρίσιν ἑκάστου Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου, ἀξιοποίησιν αὐτοῦ». Τίς βασικές θέσεις τοῦ κειμένου αὐτοῦ καταγράφουμε στήν συνέχεια, σέ μιά περίληψη.
 Θεάνθρωπος, θεία Λειτουργία, Ἐκκλησία
Ὁ ἅγιος Ἰουστῖνος τοῦ Τσέλιε, ἀκολουθώντας ὅλη τήν μαρτυρία τῆς Ἐκκλησίας, συνδέει ἄρρηκτα τόν Θεάνθρωπο Χριστό, τήν θεία Λειτουργία καί τήν Ἐκκλησία. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι Σῶμα Χριστοῦ, ὁπότε ἀπό ὅπου ἀπουσιάζει ὁ Θεάνθρωπος Χριστός δέν ὑπάρχει Ἐκκλησία. Ὁ Χριστός δίνεται στόν κόσμο μέ τό μυστήριο τῆς θείας Λειτουργίας, τό μυστήριο πού συνοψίζει ὅλα τά μυστήρια τῆς Καινῆς Διαθήκης, ὅλα τά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Ἡ μαρτυρία τοῦ ἁγίου Ἰουστίνου τοῦ Νέου γιά τήν ταυτότητα τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας μέ τήν θεία Λειτουργία, ὡς Εὐχαριστία καί Μετάληψη τοῦ Σώματος καί τοῦ Αἵματος τοῦ σαρκωθέντος Λόγου τοῦ Θεοῦ, δείχνει ὅτι ἡ Ἐκκλησία δέν μπορεῖ νά παύση τήν θεία Λειτουργία, δηλαδή τήν μετάδοση τοῦ Σώματος καί τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ στούς πιστούς, γιατί αὐτό συνεπάγεται τήν ἄρνηση τοῦ ἑαυτοῦ της, ὡς τοῦ πραγματικοῦ Σώματος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.
 Α΄ Μέρος – Θεολογική τοποθέτηση σέ σύγχρονες θεολογικές ἀντιρρήσεις

1. Ἡ παύση τῆς Θείας Λειτουργίας ὡς ὕψιστη πράξη ἀγαπητικῆς αὐτοκένωσης τῆς Ἐκκλησίας
Ἤδη προτοῦ κλείσουν οἱ Ναοί ἀπό τό Κράτος, προτάθηκε ἡ παύση τῆς Λειτουργίας ἀπό θεολόγους καί μάλιστα ὑπῆρξαν περιπτώσεις Ναῶν, οἱ ὁποῖοι ἔκλεισαν πρίν κἄν ἡ Ἱερά Σύνοδος λάβη ὁποιαδήποτε ἀπόφαση. Ἡ θεολογική αἰτιολογία τῆς παύσης τῆς θείας Λειτουργίας ἀπό προϊσταμένους τῶν Ναῶν ὑπῆρξε ἡ χριστιανική ἀγάπη ὡς αὐτοκένωση τῆς Ἐκκλησίας ἀπό τόν ἴδιο της τόν ἑαυτό, δηλαδή τήν θεία Λειτουργία, μέ σκοπό νά προστατευτῆ ἀγαπητικά ἀπό κάθε μολυσμό ἡ κοινωνία τῶν ἀνθρώπων.
Μιά τέτοια ἄποψη δέν μπορεῖ νά στηριχθῆ στήν Ὀρθόδοξη πίστη καί θεολογία περί τοῦ Μυστηρίου τῆς θείας Εὐχαριστίας. Εἶναι τελείως κατανοητή μέσα στό πλαίσιο τῆς πίστης τῶν Προτεσταντῶν, σύμφωνα μέ τήν ὁποία τά Τίμια Δῶρα δέν εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, ἀλλά κτιστά σύμβολα μέ σκοπό τήν ἐνεργοποίηση τῆς μνήμης σέ σχέση μέ τό σωτηριῶδες ἔργο τοῦ Χριστοῦ. Γιά τόν προστεστάντη Χριστιανό ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου δέν ἐξαρτᾶται ἀπό τήν μυστηριακή συμμετοχή του στήν λατρεία, διότι ἁπλούστατα τά πάντα εἶναι κτιστά. Αὐτός εἶναι ἀκριβῶς ὁ λόγος γιά τόν ὁποῖο στόν Προτεσταντισμό εἴτε εἶναι κανείς στό σπίτι εἴτε στήν αἴθουσα ἀνάγνωσης τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ εἶναι τό ἴδιο πράγμα. Μάλιστα σέ καιρούς ἐπιδημίας γίνεται προφανές ὅτι ἡ ἐξίσωση ἀτομικῆς λατρείας καί κοινῆς λατρείας γέρνει ἀπολύτως ὑπέρ τῆς πρώτης, ἀφοῦ αὐτό ὁρίζεται ὡς χριστιανική ἀγάπη μέ σκοπό τήν ἀπουσία μετάδοσης ἀσθενειῶν.
Ἡ προτροπή, στόν χῶρο τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, γιά παύση τῆς θείας Λειτουργίας ὡς θυσιαστικῆς ἀγάπης πρός τούς ἀνθρώπους προέρχεται καί ἀπό τήν πεποίθηση ὅτι μέ τήν θεία Μετάληψη εἶναι ἐνδεχόμενο νά μεταδίδεται φθορά καί μολυσμός. Οἱ δῆθεν θεολογικές προϋποθέσεις τῆς πεποίθησης αὐτῆς βασίζονται στή θεώρηση τῆς φύσης, εἴτε κτιστῆς, εἴτε ἄκτιστης, ὡς ἑνός πράγματος στό ὁποῖο ἐπικρατεῖ ἡ ἀναγκαιότητα καί τό ὁποῖο ἐπείγεται γιά τήν ἀτομική του ἐπιβίωση, ἐνῶ τό πρόσωπο εἶναι ἐλεύθερο ἀπό ἀναγκαιότητες. Προβάλλεται ἡ κοινωνία τῶν προσώπων  ὡς ἐναντία στήν ἀτομιστική ἐπιβίωση τῶν φύσεων καί ἡ θεία Μετάληψη θεωρεῖται ὡς σχέση κοινωνίας προσώπων, τῶν πιστῶν καί τοῦ Χριστοῦ, πού ἐναντιώνεται στήν ἐπιβίωση τῆς φύσεως. Αὐτή ἀκριβῶς ἡ ὑποτίμηση τῆς φύσεως, ἀκόμα καί τῆς θεϊκῆς, δίνει τό περιθώριο νά θεωρηθοῦν τά Τίμια Δῶρα ὡς δεκτικά καί φορεῖς μολυσματικῶν, φθοροποιητικῶν, ἰογενῶν ἐπιδράσεων.
Ἡ θεώρηση αὐτή, ὅμως, τῆς θείας Μεταλήψεως ἐμπεριέχει τήν βλάσφημη ἄποψη ὅτι δέν  ἐκπορεύεται ἁγιαστική Χάρη ἀπό τόν Ἄρτο καί τόν Οἶνο, πού ἔγιναν Σῶμα καί Αἷμα Χριστοῦ, κατά τό Μυστήριο τῆς θείας Λειτουργίας. Ἐδῶ ἀκριβῶς ἐντοπίζει κανείς πλήρη ταύτιση μέ τόν Προτεσταντισμό. Δέν γίνεται παραδεκτή, ὅπως στούς Προτεστάντες, καμμία φυσική παρουσία τοῦ Θεοῦ στά Τίμια Δῶρα. Θεωροῦνται ἁπλῶς ὡς σημεῖα ἤ σύμβολα τῆς κοινωνίας τῶν προσώπων. Οἱ φύσεις τοῦ Χριστοῦ παραμερίζονται ἀπολύτως καί ἔτσι δέν ὑπάρχει κανένα περιθώριο γιά τήν θεοποιό ἐνέργεια τοῦ Ἄρτου καί Οἴνου πού μεταβλήθηκαν σέ Σῶμα καί Αἶμα Χριστοῦ. Ὁπότε πολύ φυσιολογικά παραδέχονται τήν βλάσφημη ἄποψη ὅτι μέσῳ τῆς θείας Μεταλήψεως μεταδίδονται ἰοί καί φθορά.
Μέ τέτοιες ἀπόψεις, πού ὑποτιμοῦν τήν φύση, εἴτε κτιστή, εἴτε ἄκτιστη, καί δέν ἀφήνουν κανένα περιθώριο γιά τήν θεοποιό ἐνέργεια τοῦ Ἄρτου καί Οἴνου πού μεταβλήθηκαν σέ Σῶμα καί Αἶμα Χριστοῦ κατά τήν θεία Λειτουργία, εἶναι φυσιολογική ἡ ἐξίσωση τοῦ «προσεύχομαι στό σπίτι» καί τοῦ «μετέχω τῆς λατρείας στόν Ναό». Αὐτό πού χάνεται γιά τούς φορεῖς αὐτῶν τῶν ἀπόψεων εἶναι ἡ «διαπροσωπική σχέση» μέ τούς ἄλλους ἀνθρώπους, ἡ στέρηση πού ἐπιβάλλεται ἀπό τά μέτρα τοῦ Κράτους. Ὁτιδήποτε ἄλλο, κατά τίς ἀπόψεις τους, ἀναπληρώνεται, ἀφοῦ ἀπό τόν Ἄρτο καί τόν Οἷνο πού καθαγιάζονται στήν θεία Λειτουργία, ἡ ὁποία τελεῖται στό Ἱερό Ναό δέν ἀναμένουν τήν καθαρτική, φωτιστική καί θεοποιό ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ. Αὐτά τά ἀναμένουν ἀπό τήν «κοινωνία τῶν προσώπων», ὅπως αὐτοί τήν ἐννοοῦν.
Γιά τόν ὀρθόδοξο Χριστιανό, ὅμως, δέν ἐξισώνεται ἡ προσευχή στό σπίτι μέ τήν λατρεία πού τελεῖται στόν Ναό, οὔτε ἡ κοινωνία τῶν πιστῶν μέ τόν Χριστό τελεῖ ἐκτός τῆς μέθεξης τῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν ἀπό τήν τεθεωμένη Σάρκα τοῦ Λόγου, οὔτε ἐπίσης τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Χριστοῦ μπορεῖ νά ἀποτελέση φορέα μόλυνσης καί θανάτου, διότι ὁ Κύριος τῆς Ζωῆς δέν κληροδοτεῖ φθορά καί θάνατο. Κατά τόν τρόπο πού ἡ ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ, παθητή καί θνητή ἑκουσίως, φανέρωνε τήν θεία ζωοποιό ἐνέργεια κατά τίς θαυματουργίες, μέ τόν ἴδιο τρόπο ὁ καθαγιασμένος Ἄρτος καί ὁ Οἶνος τῆς θείας Λειτουργίας ἐνεργεῖ τόν ἁγιασμό τῶν ἀνθρώπων.
Ἡ πίστη τῆς Ἐκκλησίας στά Τίμια Δῶρα βλέπει τήν ἀντίδοση τῶν ἰδιωμάτων τῶν φύσεων στό πρόσωπο τοῦ Σαρκωμένου Λόγου, ὅπως τήν θεολόγησαν οἱ ἅγιοι Πατέρες. Ἡ σάρκα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἄν καί θνητή πρό τῆς Ἀναστάσεως –ἀπέβαλε τήν φθαρτότητα καί τήν θνητότητα μέ τήν Ἀνάσταση– εἶναι ζωοποιός καί ἐνεργεῖ ὅσα εἶναι τῆς θεότητος, ὄχι ἀφ’ ἑαυτῆς, ἀλλά ἐξαιτίας τῆς ἑνώσεως μέ τήν θεία φύση. Ἀντιστοίχως, ἡ ἐνέργεια τῆς θεότητας ἐκπορεύεται ἀπό τόν Ἄρτο τῆς θείας Λειτουργίας, ὡς τοῦ πραγματικοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ. Κατ’ αὐτόν τόν τρόπο ὁ Ἄρτος τῆς θείας Λειτουργίας εἶναι ζωοποιός, ἁγιαστικός καί θεοποιός.
Στά Εὐαγγέλια ὁ Ἰησοῦς Χριστός θεραπεύει τούς ἀρρώστους μέ τήν ἁφή, μέσω τῆς ὁποίας, διά τοῦ σώματός Του, φανερώνεται καί θαυματουργεῖ ἡ ἄκτιστη ἐνέργεια τῆς θεότητας. Στό κατά Μᾶρκον Εὐαγγέλιο διαβάζει κανείς «Καὶ ἔρχεται πρὸς αὐτὸν λεπρὸς παρακαλῶν αὐτὸν καὶ γονυπετῶν αὐτὸν καὶ λέγων αὐτῷ ὅτι ἐὰν θέλῃς, δύνασαί με καθαρίσαι. ὁ δὲ ᾿Ιησοῦς σπλαγχνισθείς, ἐκτείνας τὴν χεῖρα ἥψατο αὐτοῦ καὶ λέγει αὐτῷ· θέλω, καθαρίσθητι. καὶ εἰπόντος αὐτοῦ εὐθέως ἀπῆλθεν ἀπ᾿ αὐτοῦ ἡ λέπρα, καὶ ἐκαθαρίσθη»(Μαρκ.1,40-41).
Ὁ Θεάνθρωπος Χριστός μέ τήν ἁφή καί τήν θεϊκή θαυματουργική Του ἐνέργεια θεραπεύει τόν λεπρό. Ὁ Λόγος τοῦ Πατρός, ὁ Θεάνθρωπος Χριστός ἐνεργεῖ, ὡς ἑνιαία σύνθετη ὑπόσταση καί μέ τήν ἐνέργεια τῆς ἀνθρώπινης καί μέ τήν ἐνέργεια τῆς θεϊκῆς φύσης Του. Κατά τόν ἅγιο Μάξιμο τόν Ὁμολογητή ὁ Χριστός παρέλαβε τήν σάρκα του ὡς συνεργάτη στίς θεραπεῖες καί τίς ἀναστάσεις νεκρῶν, γιά νά δείξη ὅτι κι αὐτή μπορεῖ νά ζωοποιεῖ μέ τήν οὐσιώδη θεία ἐνέργειά Του.
Ὁ Χριστός ὡς ὁ Σαρκωμένος Λόγος ἐνεργεῖ τά ἀνθρώπινα θεϊκῶς καί τά θεϊκά ἀνθρωπίνως. Τό σῶμα τοῦ Σαρκωμένου Λόγου οὐδέποτε χωρίζεται ἀπό τήν θεϊκή ἐνέργεια, διότι εἶναι τὸ Σῶμα τοῦ ἰδίου τοῦ Θεοῦ Λόγου, τό ὁποῖο προσφέρεται πρὸς βρῶσιν καὶ πόσιν στούς πιστούς. Εἶναι προφανὲς ὅτι ὁ εὐχαριστιακός Ἄρτος ὡς Σῶμα Χριστοῦ, ὡς Σῶμα τοῦ ἰδίου τοῦ Θεοῦ Λόγου οὐδέποτε εἶναι χωρισμένος ἀπό τήν θεϊκή ἐνέργεια. Ἑπομένως, εἶναι ἀδύνατον τὸ σῶμα τοῦ ἰδίου τοῦ Λόγου νά ἀποτελεῖ φορέα φθορᾶς.
Ἐν κατακλείδι, ἡ ὑπακοή τῆς Ἐκκλησίας στόν Χριστό δέν μπορεῖ νά μεταδίδει ἰούς καί ἀσθένειες. Διότι ἡ Ἐκκλησία τελώντας τήν θεία Λειτουργία ὑπακούει στόν Χριστό, ὁ Ὁποῖος «λαβὼν τὸν ἄρτον» εἶπε στούς Μαθητές Του: «λάβετε φάγετε· τοῦτό ἐστι τὸ σῶμά μου· καὶ λαβὼν τὸ ποτήριον καὶ εὐχαριστήσας ἔδωκεν αὐτοῖς λέγων· πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες· τοῦτο γάρ ἐστι τὸ αἷμά μου»(Ματθ.26, 26-28), καί στό Εὐαγγέλιο τοῦ Λουκᾶ καταλήγει λέγοντας: «τοῦτο ποιεῖτε εἰς τὴν ἐμὴν ἀνάμνησιν» (Λκ. 22,19).
Προφανῶς εἶναι βλασφημία νά δεχθοῦμε ὅτι ὁ Χριστός εἶπε στούς Μαθητές Του «τοῦτο ποιεῖτε» ἀφήνοντάς τους ἔκθετους σέ ἀσθένειες καί θάνατο, ὁ Νικητής τοῦ θανάτου.
2. Τό αἴτημα γιά παύση τῆς Θείας Λειτουργίας ὡς μεταρρύθμιση καί ἐκσυγχρονισμός κατά τά πρότυπα τῶν λοιπῶν χριστιανικῶν ὁμολογιῶν
Ἀναρωτιοῦνται μερικοί ἀρθρογράφοι, πού δέν ἔχουν σχέση μέ τήν Ἐκκλησία καί ἀγνοοῦν τήν θεολογία της, γιατί δέν μεταρρυθμίζεται ἐπιτέλους ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, γιατί δέν μιμεῖται τό Βατικανό καί τίς Προτεσταντικές Ὁμολογίες στήν παύση τῆς θείας Λειτουργίας στόν καιρό τῆς πανδημίας, ἀλλά μένει κολλημένη στήν δική της παράδοση. Ἡ ἀπάντηση εἶναι σχετικά προφανής. Οὔτε τό Βατικανό, οὔτε οἱ Προτεσταντικές Ὁμολογίες θεωροῦν τήν Ἐκκλησία ἄκτιστη καί κτιστή, ὅπως εἶναι ὁ Χριστός, ὁ σαρκωμένος Λόγος κτιστός ἄνθρωπος καί τέλειος ἄκτιστος Θεός.
Ἡ θεία Χάρη γιά τούς Ρωμαιοκαθολικούς εἶναι κτιστή, εἶναι κτίσμα, δημιούργημα, δέν εἶναι οὐσιώδης ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεός γι’ αὐτούς δέν δίνει τίποτε ἀπό τόν Ἑαυτό Του στόν κόσμο. Ἐπικοινωνεῖ μέσω κτισμάτων.
Οἱ Προτεστάντες δέν δέχονται ἀληθῆ παρουσία Χριστοῦ στά Τίμια Δῶρα. Τά Τίμια Δῶρα, σέ ὅποιες Ὁμολογίες ὑπάρχουν καί ἐφόσον ὑπάρχουν, ἀποτελοῦν κτίσματα μόνον, βοηθητικά τῆς μνήμης, ὥστε οἱ πιστοί νά θυμοῦνται τόν Χριστό. Δέν εἶναι πηγές τῆς ἄκτιστης Χάριτος τοῦ Θεοῦ, οὔτε ἑνώνουν τούς πιστούς μέ τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Χριστοῦ, δηλαδή μέ τό πραγματικό Σῶμα Του, πού εἶναι ἡ Ἐκκλησία, ἐμπειρία πού ἐκφράζει πολύ χαρακτηριστικά ὁ Ἀπόστολος Παῦλος γράφοντας στούς Ἐφεσίους: «ὅτι μέλη ἐσμὲν τοῦ σώματος αὐτοῦ, ἐκ τῆς σαρκὸς αὐτοῦ καὶ ἐκ τῶν ὀστέων αὐτοῦ»(5,30).
Κατά συνέπεια ἡ θεία Λειτουργία εἶναι ἡ ὑπαρκτική ταυτότητα τῶν Ὀρθοδόξων. Ἡ ζωή τοῦ Ὀρθόδοξου Χριστιανοῦ εἶναι ζωή μέσα στήν Ἐκκλησία καί διά τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι ζωή, ἡ δύναμη τῆς ὁποίας εἶναι τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ καί τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ φανερώνεται καί παρέχεται στήν θεία Λειτουργία.
Ἡ ἀπόφαση τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καί ἄλλων Ἐκκλησιῶν νά μήν παύση ἡ θεία Λειτουργία, δέν ἦταν γιά νά διατηρηθῆ κάποιος τελετουργικός τύπος. Ἦταν ὁμολογία πίστεως στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Ἦταν ὁμολογία ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστός εἶναι ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος. Παύση τῆς θείας Λειτουργίας σημαίνει παύση τῆς πίστης ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστός εἶναι ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ. Μέ αὐτήν τήν πίστη ἡ θεία Λειτουργία στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δέν μπορεῖ νά σταματήση. Ἡ θεία Λειτουργία ἀποτελεῖ τήν πίστη τῶν Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν, ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστός εἶναι ὁ Κύριος ὅλης τῆς δημιουργίας. Ἡ Πολιτεία, βέβαια, ἀποδείχθηκε ὅτι ἔχει ἄλλη ἀντίληψη τῶν πραγμάτων.
Ἡ ἀνακοίνωση τῆς Διαρκοῦς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος (16-3-2020) γιά τήν διατήρηση τῆς τέλεσης τῆς θείας Λειτουργίας τίς Κυριακές 7-8 π.μ., μέ παράλληλες παραινέσεις γιά ἀποχή κάθε εὐπαθοῦς ὁμάδας καί κάθε ἀσθενοῦς, φανέρωσε μέ σαφήνεια ὅτι ἡ  Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος λάμβανε σοβαρότατα ὑπόψη της τά ἐπιστημονικά δεδομένα γιά τήν πανδημία, ἀλλά καί δέν παραθεωροῦσε  τήν θεολογία τῆς Ἐκκλησίας, μέσα στήν ὁποία δέν νοεῖται παύση τῆς θείας Λειτουργίας.
Ἐν τέλει, ἡ ἀποδοχή ἐκ μέρους τῆς Διαρκοῦς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς κρατικῆς ἐντολῆς γιά θεία Λειτουργία μέ μόνους τούς Λειτουργούς μαρτυρεῖ: πρῶτον, τήν σοβαρή στάση τῆς Ἐκκλησίας ἀπέναντι στά ἐπιστημονικά δεδομένα, τά ὁποῖα ἀποτρέπουν τόν συγχρωτισμό τῶν ἀνθρώπων· δεύτερον, τήν πρόνοια τῆς Ἐκκλησίας νά μήν βλασφημηθῆ τό ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καί τῶν Χριστιανῶν ὡς φορέων τοῦ θανάτου στήν κοσμική κοινωνία μόνον λόγω τοῦ συνωστισμοῦ· τρίτον, τήν ἀγάπη τῆς Ἐκκλησίας πρός ὅλο τόν λαό –Χριστιανούς καί μή– καί μαρτυρεῖ τήν ἄρνηση τῆς Ἐκκλησίας νά λειτουργήση ὡς κομματική μερίδα ἐγείροντας ἐμφυλιακές τάσεις ἐντός τοῦ ἰδίου Ἑλληνικοῦ Ἔθνους. Ἔχουμε τόν ἐξωτερικό «ἀόρατο πόλεμο» τοῦ κορωνοϊοῦ, δέν ἦταν πρός τό συμφέρον τοῦ λαοῦ νά ἀνάψη καί ἕνας ὁρατός ἐμφύλιος.
Σέ ἄλλες ἐποχές, βέβαια, ἐπειδή τό σύνολο τῆς κοινωνίας πίστευε στόν Ἰησοῦ Χριστό, ἡ σκέψη γιά τήν παύση τῶν ἱεροπραξιῶν ἤ περιορισμό τους σέ μόνους τούς Λειτουργούς σέ περιόδους πανδημιῶν ἦταν ἀδιανόητη. Αὐτό μάλιστα παρά τό γεγονός ὅτι οἱ ἄνθρωποι εἶχαν πλήρη συνείδηση γιά τόν μεταδοτικό χαρακτήρα τῆς μολυσματικῆς ἀρρώστιας. Ὑπάρχουν πολλά ἱστορικά παραδείγματα ἀπό τούς πρώτους αἰῶνες ἕως τίς μέρες μας.
Ἐν κατακλείδι, μεταρρύθμιση τῆς Ἐκκλησίας μέ παύση τῆς θείας Λειτουργίας, σημαίνει ἔκπτωση ἀπό τήν ὀρθή πίστη στόν Θεάνθρωπο Χριστό, ὁ Ὁποῖος, κυρίως μέσω τῆς θείας Λειτουργίας, εἶναι ἡ Ζωή τοῦ κόσμου.
3. Ἡ ἐπίκριση τῆς ἄποψης τῆς Συνόδου καί τῆς μαρτυρίας ἐπισκόπων καί κληρικῶν ὅτι ἡ θεία Κοινωνία δέν μεταδίδει μολυσματικές ἀσθένειες
Μέ ἀφορμή τή χρήση τῆς ἱερῆς λαβίδας, τοῦ μάκτρου καί τῶν ἱερῶν σκευῶν ἔγινε καί γίνεται μιά μεγάλη συζήτηση περί μεταδοτικότητας μολυσματικῶν ἀσθενειῶν. Μάλιστα, μέ ἄξονα ἀναφορᾶς τήν θέση ὅτι τά Τίμια Δῶρα ἀποτελοῦν ὑλικά τῆς πεπτωκυίας φθαρτῆς φύσεως ἔγινε λόγος γιά μονοφυσίτες καί μονοφυσιτισμό ὡς πρός τήν θεία Μετάληψη.
Ἰσχυρίστηκαν, δηλαδή, ὁρισμένοι ὅτι εἶναι μονοφυσιτισμός νά λέγεται ὅτι ἡ θεία Κοινωνία τοῦ Σώματος καί τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ δέν μεταδίδει μολυσματικές ἀσθένειες, διότι ἔτσι παραβλέπεται ἡ φθαρτή φύση τοῦ Εὐχαριστιακοῦ Ἄρτου. Κατά τούς ἰδίους ἐπικριτές τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, φθαρτός ἄρτος σημαίνει μετάδοση μολυσματικῶν ἀσθενειῶν. Ἑπομένως, γιά τούς ἴδιους ἐπικριτές τό νά ἰσχυριστῆ κανείς ὅτι ὁ Εὐχαριστιακός Ἄρτος δέν μεταδίδει μολυσματικές ἀσθένειες ἰσοδυναμεῖ μέ θεώρηση τοῦ καθαγιασμένου Ἄρτου ὡς ἀποκλειστικά θείας φύσεως, ἐξ οὗ κατά τήν γνώμη τους καί ὁ μονοφυσιτισμός.
 Εἶναι γεγονός, ὅτι μεγάλο μέρος Λειτουργῶν ἔχουν βρεθῆ μάρτυρες σέ ἐξωτερικές ἀλλοιώσεις τοῦ Εὐχαριστιακοῦ Ἄρτου, ὅπως π.χ. τοῦ Ἄρτου τῆς Προηγιασμένης θείας Λειτουργίας ἤ τοῦ Ἄρτου τῆς Μεγάλης Πέμπτης, ὁ ὁποῖος φυλάσσεται στό Ἀρτοφόριο τῆς Ἁγίας Τραπέζης κάθε Ἱεροῦ Ναοῦ μέ σκοπό τήν Μετάληψη τῶν ἐχόντων ἀνάγκη σέ ὧρες πού δέν γίνεται θεία Λειτουργία.
Τό γεγονός πιθανῆς ἀλλοίωσης τοῦ Εὐχαριστιακοῦ Ἄρτου μαρτυρεῖ προφανῶς γιά τήν ὑλική του φύση. Ὅμως ἐπειδή ὁ Εὐχαριστιακός Ἄρτος καί ὁ Οἶνος εἶναι ἀληθῶς Σῶμα καί Αἷμα Χριστοῦ εἶναι ἀδύνατον νά ἀποτελέση φορέα μολυσματικῶν ἀσθενειῶν. Ὁ Ἄρτος τῆς Ζωῆς δέν μπορεῖ νά εἶναι μέσον θανάτου καί φθορᾶς.
Ἡ ἀντίδοση τῶν ἰδιωμάτων τῶν φύσεων στό πρόσωπο τοῦ σαρκωμένου Λόγου βοηθᾶ στήν κατανόηση τοῦ πράγματος. Κατά τόν τρόπο πού πρό τῆς Ἀναστάσεως ἡ παθητή σάρκα τοῦ Κυρίου ἦταν ζωοποιός, μέ τόν ἴδιο τρόπο ὁ Εὐχαριστιακός Ἄρτος ὡς Σῶμα Χριστοῦ εἶναι κτιστός καί γεμάτος ἀπό τίς ἄκτιστες ἐνέργειες τῆς θεότητος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ ἑκουσίως προσέλαβε τήν παθητότητα καί τήν θνητότητα τῆς φύσεώς μας, γιά νά μᾶς δωρίση τήν νίκη ἐναντίον τοῦ θανάτου. Ἐκουσίως προσλαμβάνει καί τόν ἄρτο τῆς ὑποκείμενης στήν φθορά φύσεως, τόν κάνει μυστηριακά Σῶμα Του, γιά νά μᾶς μεταδώση τήν Ζωή Του, τήν ὁποία «θάνατος οὐκέτι κυριεύει».
Πέραν αὐτῶν, ὑπάρχουν δεκάδες μαρτυρίες ζώντων καί κεκοιμημένων Λειτουργῶν τοῦ Θεοῦ, οἱ ὁποῖοι κατέλυαν τήν θεία Κοινωνία εἴτε ἐκκλησιάσματος μέ ἐξόχως μολυσματικές ἀσθένειες, εἴτε μέ κάθε εἴδους ζωντανῶν ὀργανισμῶν (ζωϋφίων, ἐντόμων κλπ), οἱ ὁποῖοι ἐξ ἀτυχήματος συγκεντρώνονταν στό ἱερό Ποτήριο. Ὅλες αὐτές οἱ μαρτυρίες ἐπιβεβαιώνουν ὅτι ἡ θεία Χάρη ἐνεργεῖ ἀπό τόν Εὐχαριστιακό Ἄρτο ὡς  ἀπολύτως ἀποτρεπτική κάθε φθορᾶς.
Πάντως, ἡ παραδοχή ἀπό μερικούς τῆς μετάδοσης νοσημάτων ἀπό τόν Εὐχαριστιακό Ἄρτο εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς θεώρησής του ὡς ἀποκλειστικά κτιστοῦ καί μάλιστα φθαρτοῦ. Παραθεωρεῖ τελείως τό μυστήριο τῆς μεταβολῆς τῶν δώρων σέ Σῶμα καί Αἷμα Χριστοῦ.
Μιά τέτοια θεώρηση ὅμως μηδενίζει τήν ἄκτιστη ἐνέργεια πού ἐκπορεύεται ἀπό τό Σῶμα τοῦ σαρκωμένου Λόγου καί καθιστᾶ κτιστολάτρη καί φθαρτολάτρη, ὅποιον πιστεύει στήν μετάδοση φθορᾶς ἀπό τό ἀναστημένο Σῶμα τοῦ Κυρίου. Ἑπομένως, μονοφυσίτες δέν εἶναι ὅσοι πιστεύουν στήν ἀπουσία μετάδοσης ἀσθενειῶν ἀπό τόν Εὐχαριστιακό Ἄρτο, ἀλλά δυστυχῶς, μονοφυσίτες καί φθαρτολάτρες εἶναι ὅσοι πιστεύουν ὅτι ὁ Ἄρτος τῆς Ζωῆς μπορεῖ νά εἶναι καί πρόξενος φθορᾶς.
Ἕνα ἄλλο ζήτημα πού συζητήθηκε πολύ ἦταν ὁ τρόπος τῆς θείας Μετάληψης διά τῆς λαβίδος, ἡ πιθανή μετάδοση μολυσμοῦ μέσῳ τοῦ μάκτρου, ἐναλλακτικοί τρόποι θείας Μετάληψης κλπ. Ὅλη ἡ συζήτηση σχετικά μέ τό τί κολλάει καί τί δέν κολλάει ἀναφορικά μέ τόν τρόπο Μετάληψης εἶναι μιά ἀπολύτως ἀδιέξοδη σχολαστική λεπτολογία.
Ὁ ἄνθρωπος προσέρχεται νά μεταλάβη τόν Ἄρτο τῆς Ζωῆς, πού εἶναι τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Κύριος τῆς ζωῆς οἰκονομεῖ στόν καθένα μας τί θά συμβῆ καί τί δέν θά συμβῆ. Δέν μπορεῖ ὁ Χριστιανός νά συμπεριφέρεται ὡς βαριά νευρωτικός καί ψυχαναγκαστικός μέ μικροβιακές ἐμμονές ἔμπροσθεν τοῦ μεγαλύτερου θαύματος τῆς δημιουργίας, τῆς ἴδιας τῆς ἐνανθρώπησης τοῦ Θεοῦ Λόγου, ἡ ὁποία ἀνακαινίζει τό σύμπαν καί καθιστᾶ τόν ἄνθρωπο σύσσωμο καί σύναιμο τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Πέραν αὐτῶν ὁ τρόπος Μετάληψης εἶναι καθιερωμένος ἐδῶ καί πολλούς αἰῶνες ἀπό τήν Ἐκκλησία καί μιά ὁποιαδήποτε ἀλλαγή δέν μπορεῖ νά γίνη ἀπό μιά μόνον Αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία ἤ ἕνα Πατριαρχεῖο ἤ, πολύ περισσότερο, ἀπό ἕναν Ἱερέα ἤ Ἐπίσκοπο, ἀλλά ἀπό ὅλη τήν Ἐκκλησία μέ θεολογικά κριτήρια καί θεολογικό τρόπο.
Β΄ Μέρος – Ἡ παράδοση τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας γιά τήν θεία Κοινωνία
Ἡ παράδοση τῶν ἁγίων Πατέρων, ἀπό τούς Ἀποστολικούς Πατέρες ἕως τούς συγχρόνους ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας μας, μαρτυρεῖ ὅτι ὁ Ἄρτος καί ὁ Οἶνος τῆς Εὐχαριστίας, εἶναι Σῶμα καί Αἷμα Χριστοῦ, εἶναι «φάρμακον ἀθανασίας, ἀντίδοτος τοῦ μὴ ἀποθανεῖν, ἀλλὰ ζῆν ἐν Ἰησοῦ Χριστῷ διὰ παντός» (ἅγιος Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος). Δέν μεταδίδει φθορά, ἀσθένειες καί θάνατο, ἀλλά ζωή, ὄχι μόνο στήν ψυχή, ἀλλά καί στό σῶμα. Τήν διδασκαλία αὐτή συναντοῦμε στόν ἅγιο Ἰουστῖνο Φιλόσοφο καί Μάρτυρα καί στόν ἅγιο Εἰρηναῖο Ἐπίσκοπο Λυῶνος.
Βέβαια, γιά νά ἐνεργήση τό μυστήριο τήν ζωή τῆς ψυχῆς και τοῦ σώματος ὑπάρχουν προϋποθέσεις. Εἶναι ἀδύνατον ὁ Εὐχαριστιακός Ἄρτος νά εἶναι μεταδοτικός φθορᾶς, διότι εἶναι ὁ Ἄρτος τῆς Ζωῆς. Ἡ Ζωή δέν κληροδοτεῖ θάνατο. Σύμφωνα μέ τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Χρυσόστομο, ἡ καταδίκη πού ἐπιφέρει ὁ ἄνθρωπος στόν ἑαυτό του προσερχόμενος ἀναξίως συνίσταται ἀκριβῶς στήν ἀπουσία ἐπιγνώσεως ὅτι μεταλαμβάνει τόν Ἄρτο τῆς Ζωῆς, τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Χριστοῦ.
Στόν ἅγιο Κύριλλο Ἀλεξανδρίας φανερώνεται μέ σαφήνεια μέ ποιόν τρόπο ὁ Ἄρτος τῆς Ζωῆς εἶναι πρόξενος ζωοποίησης τόσο τῆς ψυχῆς, ὅσο καί τοῦ σώματος. Μέ ἐπίκεντρο τό θαῦμα τῆς ἀνάστασης τοῦ νέου τῆς Ναΐν καί τῆς κόρης τοῦ Ἰαείρου ἀναφέρεται στήν μία καί συγγενῆ δι’ ἀμφοῖν ἐνέργεια τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.  Ὁ Χριστός κράτησε τό χέρι τῆς κόρης τοῦ Ἰαείρου καί τήν ζωοποίησε μέ τό παντουργὸ πρόσταγμά Του.  Ἐνήργησε μέ τήν ἁφή τῆς σαρκός Του καί μέ τό θεῖο πρόσταγμα. «Μίαν καὶ συγγενῆ» διά τῶν δύο φύσεων ἐπέδειξε τὴν ἐνέργεια. Τό ἴδιο καί στήν ἀνάσταση τοῦ νέου τῆς Ναῒν. «Ἥψατο τῆς σοροῦ», καί προσέταξε: «Νεανίσκε, σοὶ λέγω, ἐγέρθητι».
Μέ τήν ἀντίδοση τῶν ἰδιωμάτων στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ ὁ ἅγιος Κύριλλος ἑρμηνεύει τήν ἀντίδοση τῶν ἰδιωμάτων μεταξύ τῶν ἀνθρωπίνων σωμάτων καί τοῦ Σώματος καί τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ.  Ἄν μέ τήν ἁφή «τῆς ἁγίας σαρκὸς» ζωοποιοῦνται οἱ νεκροί, πόσο πλουσιώτερη δέν θα κερδίσουμε «τὴν ζωοποιὸν εὐλογίαν, ὅταν αὐτῆς καὶ ἀπογευσώμεθα;». Θά μᾶς μεταποιήση καί θά μᾶς δώση τό δικό της ἀγαθὸ, δηλαδή τὴν ἀθανασία. Οἱ φθαρτοὶ στὴν φύση, μέ τήν μίξη τῆς ὄντως ζωῆς «ἀναστοιχειούμεθα» καί καλούμαστε «πρὸς ἀφθαρσίαν».
Ἡ θέωση τοῦ ἀνθρώπου ἀφορᾶ τόν ὅλο ἄνθρωπο, τό σῶμα καί τήν ψυχή του. Τά Τίμια Δῶρα ὡς Σῶμα καί Αἷμα Χριστοῦ, σύμφωνα μέ τόν  ἅγιο Μάξιμο τόν Ὁμολογητή, ἐνεργοῦν τήν θέωση τοῦ ἀνθρώπου, τόσο κατά τήν ψυχή ὅσο καί κατά τό σῶμα του.
Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός ἐξηγεῖ τήν χρήση τοῦ ἄρτου καί τοῦ οἴνου γιά τήν μεταβολή σέ Σῶμα καί Αἷμα Χριστοῦ ὡς συγκατάβαση τοῦ Θεοῦ στήν ἀνθρώπινη συνήθεια τῆς βρώσης τοῦ ἄρτου καί τῆς πόσης τοῦ οἴνου.
Στόν ἅγιο Συμεών τόν Νέο Θεολόγο τονίζεται ἡ σωματική καί νοερά αἴσθηση τῆς ἐνεργουμένης θεώσεως διά τῆς θείας Κοινωνίας στούς ἀξίους. Ψέγει μάλιστα αὐτούς πού θεωροῦν ὅτι ἡ κοινωνία μέ τόν Θεό γίνεται «ἀγνώστως καί ἀναισθήτως».
Κατά τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ ὁ Χριστός μᾶς χαρίζει τήν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν «διἀ τοῦ θείου Βαπτίσματος, διά τῆς τῶν οἰκείων ἐντολῶν τηρήσεως, διά τῆς μετανοίας ἤν τοῖς πταίουσιν ἐχαρίσατο, καί διά τῆς μεταδόσεως τοῦ οἰκείου σώματός τε καί αἵματος». Ὁ Χριστός μέ τό ἅγιο Βάπτισμα γίνεται Πατέρας τῶν ἀνθρώπων καί μέ τήν Θεία κοινωνία Μητέρα. Μᾶς «τρέφει μαστοῖς οἰκείοις, ὡς ὑπόμαζια βρέφη μήτηρ φιλόστοργος». Οἱ δύο μαστοί εἶναι τό ἅγιο Βάπτισμα καί ἡ θεία Κοινωνία. Ἀπό αὐτά τά δύο μυστήρια ἐξαρτᾶται ἡ σωτηρία μας.
Πλούσιο ὑλικό γιά τό μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας ὑπάρχει στό βιβλίο «Περί τῆς συνεχοῦς μεταλήψεως τῶν ἀχράντων τοῦ Χριστοῦ μυστηρίων», πού ἐπιμελήθηκε ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης. Εἶναι σημαντικός ὁ ἀκόλουθος συμπερασματικός λόγος του:
«Ἀδελφοί μου, ἀφοῦ ἀποδείχθηκε ἀπό τίς μαρτυρίες πού ἀναφέραμε ὡς τώρα ὅτι εἶναι ἀναγκαία στούς μή κωλυόμενους Χριστιανούς ἡ συχνή θεία Μετάληψη, εἶναι ἀπαραίτητο νά κοινωνοῦμε καί ἐμεῖς συχνά, γιά νά ἔχουμε μέσα μας τήν ζωή, πού εἶναι ὁ Ἰησοῦς Χριστός, γιά νά μήν ὑποστοῦμε τόν ψυχικό θάνατο. Ὅσοι δέν τρέφονται συχνά ἀπό αὐτήν τήν πνευματική τροφή, βεβαίως πεθαίνουν. Ἄν καί φαίνονται πώς ζοῦν σωματικά, ψυχικά εἶναι νεκροί, γιατί ἀπομακρύνθηκαν ἀπό τήν πνευματική καί ἀληθινή ζωή πού δίνει ἡ ἁγία Μετάληψη».
Ὁ σύγχρονός μας ἅγιος Πορφύριος, ἐκφράζοντας τήν ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας, ἔλεγε: «Νά ζοῦμε τά μυστήρια, ἰδιαίτερα τό μυστήριο τῆς θείας Κοινωνίας. Σ’ αὐτά  βρίσκεται ἡ Ὀρθοδοξία. Προσφέρεται ὁ Χριστός στήν Ἐκκλησία μέ τά μυστήρια καί κυρίως μέ τήν θεία Κοινωνία».
Ἡ Ὀρθοδοξία, ὅπως ἐκφράζεται ἀπό τά λειτουργικά, ἀλλά καί τά δογματικά κείμενα τῆς Ἐκκλησίας παρέχει τήν Ζωή τοῦ Χριστοῦ στόν κόσμου, μέσω κυρίως τοῦ μυστηρίου τῆς θείας Λειτουργίας, στήν ὁποία δίνεται πρός βρῶσιν καί πόσιν τό πραγματικό Σῶμα καί τό πραγματικό Αἷμα τοῦ Χριστοῦ, ὄχι σύμβολά τους.
Στό Συνοδικό τῆς Ὀρθοδοξίας ἀνθεματίζονται αὐτοί πού λένε ὄτι ἄλλη εἶναι ἡ θεία Λειτουργία πού τώρα τελοῦμε ἀπό ἐκείνη πού τέλεσε ὁ Χριστός παραδίδοντας τό Μυστήριο στούς Ἀποστόλους καί ὅτι οἱ τώρα τελούμενες πρὸς ἐκείνη μόνον «φανταστικῶς καὶ εἰκονικῶς» ἀναφέρονται. Ἡ πίστη τῆς Ἐκκλησίας διά τῶν Ἀποστόλων καί τῶν Ἁγίων Πατέρων μᾶς διδάσκει ὅτι ἡ σήμερα καί πάντοτε τελουμένη Θυσία εἶναι ἀπαράλλακτη, μία καὶ ἡ αὐτὴ μέ ἐκείνη πού τέλεσε ὁ Χριστός καί κατόπιν οἱ Ἀπόστολοι.
Ἀντί συμπεράσματος
Ἡ θεία Λειτουργία ἀποτελεῖ τήν ταυτότητα τῆς Ἐκκλησίας, διότι ἡ Ἐκκλησία εἶναι τό Σῶμα τοῦ Θεανθρώπου Ἰησοῦ Χριστοῦ καί μέλη της ὅσοι μεταλαμβάνουν τοῦ Ἄρτου τῆς Ζωῆς, δηλαδή τοῦ Σώματος καί τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ.
Ἡ μετάληψη τοῦ Ἄρτου τῆς Ζωῆς εἶναι ἕνωση (γιά ὅσους εἶναι κατάλληλα προετοιμασμένοι) μέ τόν Θεάνθρωπο Ἰησοῦ Χριστό. Εἶναι κατάργηση τοῦ θανάτου καί τελικός προορισμός τοῦ ἀνθρώπου. Εἶναι ἀναιρέτις τῆς φθορᾶς. Δέν μεταδίδει ἀσθένειες. Μεταδίδει ὑγεία καί ζωή σ’ αὐτούς πού διακρίνουν στόν ἄρτο καί τόν οἶνο τῆς Εὐχαριστίας τό Σῶμα καί Αἷμα τοῦ Χριστοῦ.
Ἡ θεία Λειτουργία δέν παύεται, διότι ὁ Θεάνθρωπος Χριστός δέν παύεται. Ἡ θεία Λειτουργία εἶναι ἡ μόνη σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου, γιατί εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοῦς Χριστός ἐνεργῶν τήν ἀνακαίνιση τοῦ κόσμου.
Ἀναλυτικότερα γιά τήν μαρτυρία τῆς Ἐκκλησίας σχετικά μέ τήν κοινωνία τοῦ Σώματος καί τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ βλέπε στό ἄρθρο: «Ἡ μαρτυρία τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας γιά τήν Θεία Κοινωνία», στήν ἠλεκτρονική διεύθυνση: https://parembasis.gr/index.php/el/6199-2020-04-11b,  απ’ όπου ελήφθη το παρόν.

Η εορτή της Πεντηκοστής



ΟΠεντηκοστή-16 Ιουνίου: Τι γιορτάζει η Εκκλησία μας - ΕΚΚΛΗΣΙΑ ONLINE αναστημένος Χριστός, στο διάστημα της τεσσαρακονθήμερης παραμονής του στον κόσμο, παρήγγειλε στους μαθητές Του να μη φύγουν από τα Ιεροσόλυμα, αλλά να περιμένουν την υπόσχεση που τους είχε ήδη δώσει, ότι, όπως ο Ιωάννης βάπτισε με νερό, αυτοί θα βαπτισθούν με Πνεύμα Άγιο (Πράξεις 1,4-5).

Κι όταν έφθασε η ημέρα της πεντηκοστής, ήσαν όλοι μαζί στο ίδιο μέρος. Κι έξαφνα ήλθε από τον ουρανό βοή, σαν να φυσά δυνατός άνεμος, και γέμισε όλο το σπίτι όπου ήσαν συγκεντρωμένοι. Και παρουσιάσθηκαν γλώσσες σαν φλόγες πυρός να διαμοιράζονται σ’ αυτούς, και να κάθεται μία στον καθένα, και γέμισαν όλοι από Πνεύμα άγιο, και άρχισαν να μιλούν άλλες γλώσσες, καθώς το Πνεύμα τους έδινε δύναμη λόγου. Εξαιτίας της βοής αυτής μαζεύτηκε πλήθος, και ήσαν όλοι κατάπληκτοι, διότι ο καθένας τους άκουγε τους μαθητές να μιλούν τη δική τους μητρική γλώσσα, Πάρθοι, Μήδοι, Ελαμίτες͵ Ρωμαίοι, Κρήτες και Άραβες, και απορούσαν τί άραγε να σημαίνει αυτό. (Πλήρη διήγηση βλ. Πράξεις 2,1-41)

Ο Ιησούς είχε ήδη προαναγγείλει στους μαθητές ότι θα στείλει τον Παράκλητο, το Πνεύμα της Αληθείας που εκπορεύεται από τον Πατέρα, και Εκείνος, το τρίτο αυτό Πρόσωπο, για το οποίο γνωρίζουμε τα λιγότερα, θα τους οδηγήσει σε όλη την αλήθεια.

Η Πεντηκοστή είναι η εκπλήρωση αυτής της υπόσχεσης.

Γλώσσες πυρός μέσα από ένα βουητό εμφανίζονται πάνω από τον ευρύτερο κύκλο των μαθητών, που ήσαν συναγμένοι εκείνο το μεσημέρι. Μπορούμε να πούμε πιο εύκολα τί δεν ήταν αυτό. Δεν ήταν βέβαια γλώσσες, αλλά η μορφή δήλωνε την δύναμη του λόγου, ενδιάθετου και φωνούμενου, που δινόταν εκείνη τη στιγμή στους αγραμμάτους. Δεν ήταν επίσης φυσικό πυρ, αλλά η άκτιστη ενέργεια της θεότητας, η χάρις του Θεού που κατά κάποια θεία οικονομία γινόταν ορατή σαν φωτιά και σαν γλώσσες. Η φωτιά άλλωστε δήλωνε τη θέρμη της πίστεως, την κάθαρση, αλλά και το φως της αληθείας, αφού ιδιότητες του πυρός είναι να θερμαίνει, να καθαίρει και να φωτίζει.

Η κάθοδος του Ἁγίου Πνεύματος μετέβαλε τους μαθητές σε διδασκάλους της οικουμένης, και το θαυμαστό σημείο ήταν ότι μπορούσαν να συνεννοούνται στη γλώσσα του καθενός ξένου. Τους κατέστησε θεοφόρους και θεόπτες, ώστε να μεταδώσουν αυτό που εμπειρικά και χαρισματικά κατανοούσαν πλέον στην πληρότητά του: ότι ο Χριστός είναι ο σαρκωμένος και αναστημένος Θεός, η αληθινή, δηλαδή αιώνια, ζωή, ο Λόγος που συνέχει και ανακεφαλαιώνει τα πάντα. Οι γλώσσες ήταν σημείο της ενότητας της πίστεως. Μετά τη σύγχυση των γλωσσών στη Βαβέλ, ο Παράκλητος Θεός διανέμει τις πύρινες γλώσσες, τη γνώση και τη ζωή στον καθένα προσωπικά και σε όλο το σώμα της Εκκλησίας, ανακαλώντας όλο τον κόσμο σε ενότητα πνευματική.

Το πυρ των γλωσσών αυτών δεν ήταν η φωτιά του σπαθιού. Οι πνευματοφόροι μαθητές αγίασαν και κατέκτησαν την οικουμένη με τη φλόγα της αγάπης και την αυταπάρνηση της καθαρής καρδίας, μιμούμενοι τον Κύριό τους.

Κολλυβάδες Πατέρες: Οι αναγεννητές της Ελληνορθοδοξίας. (Του π. Γεώργιου Δ. Μεταλληνού)



Η εμφάνιση των Κολλυβάδων τον 18ο αιώνα στον αγιορείτικο, και ευρύτερα στον ελλαδικό χώρο σημειώνει μια δυναμική επιστροφή στις ρίζες της ορθόδοξης παράδοσης, στην ορθόδοξη πνευματικότητα.
Το «κίνημά» τους, όπως ονομάσθηκε, ήταν αναγεννητικό ως παραδοσιακό και προοδευτικό ως πατερικό με μια λέξη: γνήσια ορθόδοξο.kolivades
Στον δύσκολο για την εθνική μας Ιστορία 18ο αιώνα θέλησαν οι Κολλυβάδες να αντιτάξουν στο ρεύμα του άθεου διαφωτισμού τη μυστική εμπειρία της Ορθοδοξίας, της μόνης που σώζει τον άνθρωπο.
Μια ομάδα μοναχών, που ζει μέσα στην αποστολική και στην πατερική παράδοση της νοεράς προσευχής, παίρνει την αφορμή από κάποιο συγκεκριμένο γεγονός (την τέλεση των μνημοσύνων το Σάββατο), όχι χωρίς θεολογικές προεκτάσεις, για να φωτίσει τη σωστή πορεία της Εκκλησίας.
Άλλη αφορμή δόθηκε με τη δημοσίευση το 1777 ενός βιβλίου, που μιλούσε για την ανάγκη «περί συνεχούς θείας μεταλήψεως» και προερχόταν από τον κύκλο των Κολλυβάδων.
Το βιβλίο καταδικάσθηκε από το Πατριαρχείο (1785), γιατί δήθεν δημιουργούσε σκάνδαλο και διχόνοιες.
Αργότερα, όμως, το ίδιο το Οικουμενικό Πατριαρχείο ήρε την καταδίκη. Τα ίδια πρόσωπα, που υποστήριζαν την τέλεση των μνημοσύνων κατά το Σάββατο (από τα «κόλλυβα» των μνημοσύνων τους ονόμασαν χλευαστικά οι αντίπαλοί τους τούς Κολλυβάδες), υποστήριζαν και τη συχνή θεία μετάληψη, αντιτάσσοντας την αρχαία -και εδώ- εκκλησιαστική πράξη στην επηρεασμένη από τη Δύση συνήθεια των ορθοδόξων να κοινωνούν μερικές φορές τον χρόνο.
Οι Κολλυβάδες είχαν ως κέντρο της ζωής τους την πατερική παράδοση, που είναι η γνήσια παράδοση της Εκκλησίας.
Κατηγορήθηκαν ως «καινοτόμοι», αλλά η «καινοτομία» τους δεν ήταν παρά μια προσπάθεια επιστροφής στη γνησιότητα και κάθαρσης της εκκλησιαστικής ζωής από κάθε ξένο στοιχείο, που νόθευε την αλήθειά της.
Ο χώρος στον οποίο περισσότερο εντοπίσθηκε ο αγώνας των Κολλυβάδων ήταν η λατρεία.
Συνιστούσαν τη συχνή συμμετοχή των πιστών, έπειτα από συνεχή πνευματικό αγώνα και προετοιμασία, στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, την αυστηρή τήρηση του εκκλησιαστικού τυπικού, που εξασφαλίζει πνευματική ισορροπία, και τη μελέτη των πατερικών έργων, με την οποία εξασφαλίζεται η συνέχεια του πατερικού φρονήματος.
Οι αντίπαλοί τους Αντικολλυβάδες τούς πολέμησαν όσο πιο σκληρά μπορούσαν, γιατί ήσαν ξένοι προς το πνεύμα τους και εξέφραζαν παράδοση νοθευμένη, που έβλεπε την προσπάθεια των Κολλυβάδων ως επικίνδυνη «καινοτομία».
Σημασία έχει, όμως, ότι οι λίγοι Κολλυβάδες, που αναμείχθηκαν φανερά στην έριδα και έμειναν γνωστοί στην ιστορία, άφησαν να φανεί ότι στο Άγιον Όρος, το προπύργιο και την ιερά κιβωτό της Ορθοδοξίας στους αιώνες, δεν είχε χαθεί η πατερική-παραδοσιακή γραμμή, την οποία ένας αρκετά μεγάλος αριθμός μοναχών, που τάχθηκε αμέσως στο πλευρό τους, την ακολουθούσε.
Σε αυτούς ανήκει η τιμή ότι κράτησαν την πατερική συνέχεια στην Εκκλησία μας, τη νοερά προσευχή και τον ησυχασμό, την άσκηση και την εμπειρία, που συνιστούν την ταυτότητα της Ορθοδοξίας στους αιώνες.
Σ’ όλους αυτούς ανήκει αυτή η τιμή, και προπάντων στους πρωταγωνιστές του πνευματικού αυτού αγώνα, οι οποίοι είναι:
α) Ο Άγιος Μακάριος ο Νοταράς (1731-1805). Γόνος γνωστής βυζαντινής οικογένειας, γεννημένος στην Κόρινθο, και Μητροπολίτης Κορινθίας (1765-1769). Είναι ο «εμψυχωτής» του κινήματος.
β) Ο Όσιος Νικόδημος ο Αγιορείτης (1749-1809), που ανακηρύχθηκε επίσημα Άγιος το 1955. Ήταν ο «θεολόγος» του κινήματος των Κολλυβάδων. Ανάστημα πατερικό, μεγάλος ασκητής-ησυχαστής και δοκιμότατος συγγραφέας, που άφησε περί τα 100 ογκώδη συγγράμματα, στα οποία αναχωνεύεται ολόκληρη η αγιοπατερική σοφία, ώστε να μπορούμε ανεπιφύλακτα να πούμε ότι όποιος διαβάζει τα έργα του Αγίου Νικοδήμου είναι σαν να έχει μελετήσει ολόκληρη την πατερική παράδοσή μας. Δεν θεωρώ, έτσι, περιττό να πω, και από τη θέση αυτή, ότι σε όσους δεν έχουν άλλες προϋποθέσεις, για να μπορέσουν να μελετήσουν τους ίδιους τους αρχαίους εκκλησιαστικούς Πατέρες, συνιστώ τα έργα του Αγίου Νικοδήμου, τα οποία βοήθησαν και τον Ελληνισμό της Τουρκοκρατίας να γνωρίσει την ησυχαστική παράδοσή του. Ιδιαίτερα το «Συμβουλευτικόν Εγχειρίδιον» του είναι το αντιπροσωπευτικότερο νεότερο έργο για την ορθόδοξη πνευματικότητα.
γ) Ο Αθανάσιος ο Πάριος (1722-1813), ο μαχητικότερος από τους Κολλυβάδες αλλά και μαρτυρικότερος, Άγιος και αυτός (1995) της Εκκλησίας μας. Ανάμεσα στα χρόνια 1776-1781 έμεινε καθηρημένος ως αιρετικός για την ανάμειξή του στο κίνημα.
Πολέμησε με ιερό πάθος το βολταιρισμό και τον αθεϊσμό και κατηγορήθηκε ως σκοταδιστής, γιατί συνιστούσε στους γονείς να μη στέλνουν τα παιδιά τους, που θα γίνονταν ιερείς, να σπουδάζουν στη Δύση.
Αυτός, όμως, δεν πολεμούσε την παιδεία, που όταν είναι σωστή, οδηγεί στην Ορθοδοξία, αλλά τα άθεα γράμματα και την έπαρση της κοσμικής σοφίας, που θυσιάζει τη θεία αλήθεια στον Μολώχ της δήθεν παντοδυναμίας του ανθρώπινου λογικού. Αυτοί πρωτοστάτησαν στον αγώνα.
Και μόνο το γεγονός πως είναι αναγνωρισμένοι Άγιοι της Εκκλησίας μας αποδεικνύει την απήχηση και την εκ των υστέρων καταξίωση του αγώνα τους στη συνείδηση του ορθόδοξου πληρώματος.
Οι Κολλυβάδες άσκησαν μεγάλη επίδραση στην εποχή τους αλλά και στις μεταγενέστερες γενεές.
Ο ιστορικός Σέργιος Μακραίος, ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης και ο Αλέξανδρος Μωραϊτίδης είναι άμεσα επηρεασμένοι από τους Κολλυβάδες.
Η αναβίωση της αγιοπατερικής ορθόδοξης πνευματικότητας οφείλεται σ’ αυτούς. Ακόμη και οι άλλες ορθόδοξες χώρες (Ρωσία, Ρουμανία κ.λπ.), άμεσα ή έμμεσα, δέχθηκαν την ευεργετική επίδραση των Κολλυβάδων, όπως φαίνεται στην αναγέννηση του ησυχασμού και στις χώρες αυτές.
Οι Κολλυβάδες γίνονται και σήμερα πνευματικοί οδηγοί μας για την επανεύρεση και τη σωστή συνέχιση της ελληνορθόδοξης πορείας μας.
(Από την Εφημερίδα “Εκκλησιαστική Αλήθεια)
ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ δικό μας:
Οι σημαντικότεροι Κολλυβάδες Πατέρες, συνεχιστές της Ιεράς Εκκλησιαστικής μας Παραδόσεως:
1.των Αγίων Αποστόλων (1ος αιών)
2.των Αποστολικών Πατέρων (2ος -4ος αιών)
3.των Μεγάλων Πατέρων και διδασκάλων και των μεγάλων Συνόδων (4ος -14ος αιών) και
4. των Ησυχαστών Πατέρων και των μεγάλων Πατριαρχικών Συνόδων  (14ος – 17ος αιών)
ΗΤΑΝ:
18ος αιών: Ιεροδιάκονος Νεόφυτος Καυσοκαλιβίτης (…-1780), Ιερομόναχος Αθανάσιος ο Πάριος (1722-1813), Ιερομόναχος Χρυστόφορος Προδρομίτης ( 1822-1916), Μοναχός Αγάπιος ο Κύπριος (2ο ήμισυ 18ου αιώνος), Ιερομόναχος Ιερόθεος ο Πνευματικός, μοναχός Παύλος ο Ερημίτης, μοναχός Θεόδωρος ο Εσφηγμενίτης, μοναχός Κύριλλος ο Πάριος, Ιερομόναχος Ηλίας ο Ηπειρώτης, μοναχός Αρσένιος ο Πάριος, ο Όσιος Νήφων ο Χίου, ο Ιερομόναχος Παΐσιος και ο Γέρων αυτού Θεοφάνης, ο μοναχός Γαβριήλ Ιάκωβος ο Πελοποννήσιος, μοναχός Παρθένιος ο Αγιογράφος (…-1802), μοναχός Παΐσιος ο Καλλιγράφος, Όσιος Νικόδημος ο Αγιορείτης (1749-1809), Άγιος Μακάριος ο Κορίνθου ( 1731-1805), Όσιος Διονύσιος Στατιστέας ( …-1794) και άλλοι.
Άλλες μορφές που επηρεάσθηκαν από τους Κολλυβάδες και ζουν τον
19ον αιώνα: Κωνσταντίνος ο Οικονόμος, Κοσμάς ο Φλαμιάτος, Χριστόφορος Παναγιωτόπουλος (παπουλάκος), Ιγνάτιος Λαμπρόπουλος, Άγιος Νικόλαος Πλανάς, Όσιος Παΐσιος Βελιτσκόφσκυ (Ρουμανία-Ρωσία) και άλλοι.