Τρίτη 26 Μαΐου 2020

"Περί προσευχής" του γέροντα Θαδδαίου της Βιτόβνιτσα


Από τη στιγμή που παραβαίνουμε τον νόμο του Θεού, η συνείδησή μας αρχίζει να μας τύπτει. Δεν μας αφήνει σε ησυχία. Κι έτσι πρέπει να εκλιπαρήσουμε τον Κύριο με την προσευχή μας, να μας διδάξει την πιστότητα στο πρόσωπό Του με όλη μας την καρδιά και την ψυχή. Ξεχνάμε συχνά ότι δεν είμαστε παρά εφήμεροι επισκέπτες σ’ αυτή τη ζωή, και πρέπει κατά συνέπεια να κατοικούμε μέσα στην προσευχή αδιάκοπα, διότι η προσευχή είναι η ανάσα της ψυχής μας. Η προσευχή προσελκύει ενέργεια από την πηγή της Ζωής, τον Κύριο, ο οποίος περιφρουρεί , διαφυλάττει και τρέφει όλα τα όντα.
Κανείς άλλος πέρα από τον Θεό δεν γνωρίζει το επίπεδο της προσευχής  που έχει επιτύχει ένας άνθρωπος , διότι αν ήταν δυνατό να δει κανείς πόση Χάρη έχει ο διπλανός του, κάποιοι θα καταθλίβονταν [που δεν έχουν φτάσει σε τέτοιες καταστάσεις] . 
Είναι επιζήμιο για όσους ζουν σε απομόνωση και ηρεμία να ατενίζουν πρόσωπα άλλων ανθρώπων και να συζητούν μαζί τους. Είναι σαν το χαλάζι που πέφτει πάνω στους τρυφερούς καρπούς των δέντρων και τους αναγκάζει να μαραίνονται ή να πέφτουν. Κατά τον ίδιο τρόπο και τα συναπαντήματα με τους ανθρώπους , οσοδήποτε σύντομα κι αν είναι και όποια κι αν είναι η αιτία τους, εμποδίζουν την αποκομιδή των καρπών  της αρετής που άνθισε σε συνθήκες σιωπής και ηρεμίας. Ακριβώς όπως ο πάγος καίει τα τρυφερά βλαστάρια των λουλουδιών που ξεπετάχτηκαν από τη γη στην πρώιμη άνοιξη, έτσι και τα συναπαντήματα με τους ανθρώπους καίνε τον καρπό του νου, που ξεκίνησε να βλασταίνει αρετή. 

Υπάρχουν πολύ λίγοι άνθρωποι που έρχονται στα συγκαλά τους, πολύ λίγοι που κατανοούν τη ζωή. Προσευχόμαστε με τα χείλη μας μόνο και βιαζόμαστε να ξεφορτωθούμε τον κανόνας της προσευχής μας, κι έπειτα χάνουμε την ειρήνη μας. Η νηστεία και η προσευχή είναι μέσα διακόσμησης της ψυχής μας και επαναφοράς της στην αυθεντική της κατάσταση. Πρέπει να παλέψουμε , με τη βοήθεια του Θεού, να αποκτήσουμε τα ιδιώματα   του Χριστού Σωτήρα. Γνωρίζουμε ότι ήταν πράος  και αγαθός, και πρέπει να προσπαθήσουμε να Τον μιμηθούμε. Δεν έχουμε όμως τη δύναμη να το κάνουμε αυτό από μόνοι μας- γι’ αυτό και πρέπει να ζητήσουμε από τον Κύριο βοήθεια. Είναι αδύνατο να μας δώσει ο γλόμπος φως δίχως το ηλεκτρικό ρεύμα, και είναι αδύνατο για μας να ζήσουμε χωρίς Θεό∙ όπως είπε και ο Ίδιος: «Χωρὶς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν.» ( Ιωάν. 15, 5 ) . 
…
 Όταν βλέπουμε ένα συγκεκριμένο αντικείμενο , θέλουμε συχνά να το αποκτήσουμε, αλλά από τη στιγμή που το κάνουμε, χάνουμε γρήγορα το ενδιαφέρον μας γι’ αυτό. Από τη στιγμή που βλέπουμε κάτι άλλο, το επιθυμούμε, και η κατάσταση έτσι πηγαίνει ασταμάτητα. Είμαστε εξαιρετικά άστατοι. Αυτός είναι ο λόγος που ο Κύριος ήρθε να ενοικήσει ανάμεσά μας: για να μας συνάξει και να μας ενώσει μαζί, έτσι ώστε να είμαστε μία ποίμνη  κάτω από ένα Ποιμένα. Όταν Εκείνος μας εγκολπώνεται όλα είναι εύκολα. Τώρα οι λογισμοί μας περισπώνται. Δεν εστιάζουν σε αυτό που κάνουμε. Το μόνο αντίδοτο σ’ αυτό είναι η προσευχή. Κάθε έργο απαιτεί μια αυτοσυγκέντρωση του νου, ιδιαίτερα η προσευχή.
Οι Άγιοι Πατέρες κάνουν λόγο για προσευχή του νοός , την προσευχή του Ιησού. Υπάρχει μια σειρά από κανόνες σχετικά με το πώς μπορεί κανείς να επιδοθεί στην προσευχή του Ιησού, και πώς να κάνει τον νου του να κατέλθει στην καρδιά, αλλά είναι απαραίτητο να έχει κανείς έναν έμπειρο πνευματικό οδηγό, προκειμένου να μάθει σωστά την προσευχή του Ιησού. 
Πρέπει να εξασκούμαστε στην προσευχή συνεχώς. Κάθε κίνηση της καρδιάς πρέπει να είναι προσευχητική. Οι Άγιοι Πατέρες λένε ότι όπως ακριβώς ο παραμικρός κόκκος σκόνης μας εμποδίζει να δούμε, έτσι και η παραμικρή μέριμνα μας εμποδίζει να προσευχηθούμε. Για την αγνή προσευχή είναι απαραίτητη μια αμέριμνη ζωή. 
Η Υπεραγία Θεοτόκος εμφανίστηκε και μίλησε σε πολλούς ανθρώπους σε πρόσφατες εποχές. Είπε ότι μεσιτεύει στον Υιό της για μας, αλλά εμείς δεν μετανοούμε. Μας συμβούλευσε σε πολλές περιπτώσεις να μετανοήσουμε, διότι ο καιρός περνάει κι έρχονται δύσκολες μέρες για τους χριστιανούς. Μας λέει ότι πρέπει να μετανοήσουμε, έτσι ώστε να μην έχουμε την ίδια τύχη με εκείνους που απομακρύνθηκαν από τον Θεό.
Οι Άγιοι Πατέρες λένε ότι η γη προσέφερε το σπήλαιο για τη γέννηση του Σωτήρα και η ανθρωπότητα προσέφερε την Υπεραγία Θεοτόκο. Και αυτό έγινε προκειμένου ο Κύριος να κατέλθει ανάμεσά μας και να γίνει άνθρωπος για να μας σώσει. Πήρε πάνω του τη φύση μας για να μπορέσει να τη μεταμορφώσει και να την ανανεώσει. Και όλοι όσοι είναι εν Χριστώ Ιησού είναι καινή κτίση, νέοι άνθρωποι.
Η ζωή στη γη είναι πολύ μικρή, αφάνταστα μικρή. Αλλά μας έχουν δοθεί πολλά σ’ αυτή τη μικρή χρονική περίοδο της ζωής μας. Μας έχουν δοθεί προκειμένου να μπορέσουμε να στραφούμε προς τον Θεό εκ βάθους καρδίας. Εκείνος είναι ο Ένας που μπορεί να μεταμορφώσει και να αναστήσει τις ψυχές μας . Οι χριστιανοί είμαστε πράγματι πολύ τυχεροί που έχουμε την Υπεραγία Θεοτόκο να πρεσβεύει για μας ενώπιον του θρόνου του Θεού.
Μπορείτε επίσης να δείτε ότι εδώ, σ’ αυτή τη ζωή, όταν ζητάμε κάτι από τους γονείς μας , μας το δίνουν –αν φυσικά τους είμαστε υπάκουοι. Η Υπεραγία Θεοτόκος προσεύχεται αδιάκοπα στον Υιό της για μας. 
Ο Κύριος μας ακούει ακούραστα να παραπονιόμαστε όλη την ώρα. Έχει κουραστεί να μας βλέπει να αμαρτάνουμε , αλλά όχι να μας βλέπει να στρεφόμαστε προς το πρόσωπό Του για βοήθεια. Μας θέλει να τον καλούμε κάθε ώρα και στιγμή και να ξεχειλίζουν οι καρδιές μας προς το πρόσωπό Του . Η προσευχή δεν πρέπει να είναι κάτι που λέγεται και ξεχνιέται. Στέκεσαι μπροστά σε μια εικόνα, παπαγαλίζεις την προσευχή σου κι έπειτα συνεχίζεις την δουλειά σου. Αυτό δεν είναι προσευχή…
Από το βιβλίο : «ΟΙ ΛΟΓΙΣΜΟΙ ΚΑΘΟΡΙΖΟΥΝ ΤΗ ΖΩΗ ΜΑΣ
Βίος και διδαχές του γέροντα Θαδδαίου της Βιτόβνιτσα
Εκδόσεις : «Εν πλω»

Άφησε τον Θεό να σε οδηγήσει π Συμεών Κραγιόπουλος


Όλα τα κάνει ο Θεός· εμείς δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε. Τίποτε δεν μπορεί να κάνει ο άνθρωπος. Λάθος μεγάλο, όταν κανείς νομίζει ότι θα κάνω έτσι, θα κάνω αλλιώς κλπ. Ό,τι κάνουμε εμείς είναι, για να δείξουμε στον Θεό ότι θέλουμε Εκείνον. Ό,τι κάνουμε εμείς είναι, για να κάνουμε ακριβώς το ανθρώπινο. Όπως ο άλλος έχει το φαγητό, το καλό φαγητό. Αυτός το ‘χει, δεν το ‘χεις εσύ. Αλλά περιμένει να πας ν’ απλώσεις το χέρι να πάρεις. Περιμένει να πας ν’ απλώσεις το πιάτο, για να σου βάλει φαγητό μπόλικο, όσο θέλεις, αλλά πρέπει να πας εκεί, να πας μ’ ένα καθαρό πιάτο, μ’ ένα πλυμένο πιάτο. Θα πας, θα μείνεις στην ουρά να περιμένεις, όσο χρειάζεται· όχι για τίποτε άλλο, αλλά για να φανεί.
Αχ! Πώς δεν τα καταλαβαίνουμε αυτά τα πράγματα, και μερικοί αμέσως αρπάζονται, αμέσως παρεξηγούνται! Πολύ στραβά ο σημερινός άνθρωπος σκέπτεται, πάρα πολύ στραβά. Αυτό το πνεύμα που έχει μπει μέσα στα κεφάλια των ανθρώπων σήμερα –που ‘ναι δηλαδή απαιτητικός ο άνθρωπος και δεν ξεχνάει λίγο τον εαυτό του– μεγάλο κακό κάνει. Να τον ξεχάσει τον εαυτό του και να πει: «Για, να περιμένω τι θα πει ο Θεός».
Άφησε τον Θεό να σ’ οδηγήσει. Μα θα σε καθυστερήσει, θα σ’ αφήσει να περιμένεις πολύ, θα κάνει πως δεν σε βλέπει, θα σε αγνοήσει; Άφησε τον Θεό. Ξέρει εκείνος γιατί το κάνει. Κάτι δεν πάει καλά σε σένα, και γι’ αυτό φέρεται έτσι ο Θεός, ενεργεί έτσι, για να σε βοηθήσει να βρεις τον δρόμο σου. Έχουμε τέτοια παραδείγματα μέσα στο Ευαγγέλιο. Πόσες φορές ο Κύριος…
Ειδικότερα έχουμε την περίπτωση της Χαναναίας. Ο Κύριος δεν της δίνει καμιά σημασία και επιπλέον της λέει και βαριές λέξεις, που αν ήταν κανένας από τους σημερινούς χριστιανούς, αμέσως θα παρεξηγιόταν, αμέσως θα πικαριζόταν, αμέσως θα θιγόταν και θα έλεγε: «Έτσι είναι αυτός, κι εγώ άκουσα καλά λόγια γι’ αυτόν κι ήρθα εδώ να βρω κάτι; Έτσι είναι αυτός;» Και θα έφευγε. Αλλά αυτή είχε μυαλό, αν θέλετε να το πω έτσι.
Εμείς που κάνουμε τον έξυπνο και δεν ξέρουμε τι μας γίνεται, κάνουμε τέτοια λάθη και χάνουμε. Δεν θέλουμε τάχα να περιμένουμε, δεν θέλουμε τάχα να ελπίζουμε, δεν θέλουμε να αφήσουμε στον Θεό να μας πει ό,τι έχει να μας πει, να μας φερθεί, όπως θα μας φερθεί, να μας κτυπήσει, αν χρειάζεται κλπ., για να έρθει το καλό μέσα μας. Ναι· δεν θέλουμε να κάνουμε έτσι εμείς οι έξυπνοι. Εμείς θέλουμε να κουμαντάρουμε τον Θεό, να τον συμβουλεύσουμε, του βρίσκουμε και λάθη, τον διορθώνουμε κιόλας. Δεν γίνεται έτσι.
Η Χαναναία ήξερε με ποιον έχει να κάνει και καθόλου δεν λογάριαζε τον εαυτό της και δεν σκεπτόταν τάχα να περισώσει την προσωπικότητά της και την αξιοπρέπειά της και κέρδισε αυτό που δεν κέρδισε, θα έλεγε κανείς, κανένας άλλος. Ίσως είναι η μοναδική φορά που ο Κύριος είπε «ω γύναι, μεγάλη σου η πίστις» και πρόσθεσε «γενηθήτω σοι ως θέλεις» (Ματθ. 15:28). Μεγάλο πράγμα τελικά να σου πει ο Θεός «να γίνει όπως θέλεις». Τι θέλει όμως κανείς σ’ αυτή την περίπτωση; Θέλει αυτό που τελικά θέλει ο Θεός· δεν έχει δικό του θέλημα. Γι’ αυτό και «θέλημα των φοβουμένων αυτόν ποιήσει» » (Ψαλμ. 144:19).

Από το βιβλίο: π. Συμεών Κραγιοπούλου, “Συνάξεις Δωδεκαημέρου”, Πανόραμα Θεσσαλονίκης, 1999, σελ. 23.

Ο ζήλος για τον ναό της ψυχής και του σώματος Γέροντας Εφραίμ Φιλοθεΐτης


Το σώμα του ανθρώπου κατά τον απόστολο Παύλο είναι ο ναός του Θεού: «Ουκ οίδατε ότι ναός Θεού εστε και το Πνεύμα του Θεού οικεί εν υμίν;» (Α’ Κορ. 3:16). Από την στιγμή που αναγεννηθήκαμε πνευματικώς με την ιεροπραξία του Βαπτίσματος, το Πνεύμα του Θεού, το Πνεύμα το Άγιο ήρθε μέσα στην καρδιά μας και με τον πνευματικό μας αγώνα κατοικεί μέσα μας. Η Χάρη αυτή του Αγίου Πνεύματος δια του ιερού Βαπτίσματος κάνει το σώμα και την ψυχή του ανθρώπου ναό του Θεού.
Αυτή όμως η Χάρη, όταν δεν προσέξει ο άνθρωπος και αμαρτάνει, καταπλακώνεται, καταχώνεται βαθιά στην καρδιά, θάπτεται και η λαμπρότητά της δεν λάμπει στον νου του, ώστε η λάμψη και ο φωτισμός της να δώσει την δυνατότητα να γνωρίσει τον Θεό μέσα του. Διότι, όταν ο ναός του Θεού δεν είναι καθαρός, ο Θεός δεν τον επισκέπτεται, δεν μένει μέσα εκεί, αλλά φεύγει και τον αφήνει έρημο· και τότε γίνεται ένας τόπος βρώμικος και άχρηστος. Έρχονται όλα τα δαιμόνια και κατοικούν μέσα του· μένει ανοχύρωτος, απροστάτευτος, αφύλακτος και ερημώνεται από τον διάβολο.
Αυτό προσπαθεί συνεχώς να επιτύχει ο διάβολος της κακής επιθυμίας. Έρχεται και στέκει απέναντί μας, και κρατώντας στο χέρι αναμμένη την δάδα ζητεί ευκαιρία, ζητεί την κατάλληλη στιγμή, κατά τους Πατέρες, της αμελείας και της ραθυμίας, να την πετάξει επάνω μας, να μας δώσει “μπουρλότο”, να μας πυρπολήσει, να ανάψει την κακή επιθυμία μέσα μας, να μας αποξενώσει τελείως από τον Θεό, να εμπρήσει τον ναό του Θεού και να αποτεφρώσει τελείως κάθε υπόσταση θείου ναού και καθαρότητος της ψυχής.
Όταν όμως ο πνευματικός ζήλος περιβάλλει, περιπολεί και περιτριγυρίζει αυτόν τον ναό και υλακτεί σαν το σκυλί, τότε ο εχθρός, ο απέναντί μας, δεν βρίσκει την ευκαιρία να μας κάψει, να μας αχρηστεύσει, να μας ενοχοποιήσει μπροστά στα μάτια του Θεού! Και έτσι διατηρούμεθα καθαροί ενώπιον του Θεού, διότι η καθαρότητα η ψυχοσωματική του ανθρώπου, η καθαρότητα του ναού είναι η ευωδία και η ευπρέπεια του ναού του Θεού. «Αγίασον, Κύριε, τους αγαπώντας την ευπρέπειαν του Οίκου σου».
Όταν ο άνθρωπος είναι καθαρός, αγιάζεται στην ψυχή και στο σώμα και έρχεται όλος ο Θεός μέσα του. Τότε η Χάρη του Αγίου Πνεύματος ανακύπτει, έρχεται στην επιφάνεια και αποβάλλει όλη την “σαβούρα” της αμαρτίας, που είχε πριν επάνω του ο άνθρωπος. Τότε οι λαμπηδόνες της Χάριτος και οι ακτίνες του Αγίου Πνεύματος καταυγάζουν τον νου του και τον κάνουν θεοειδή.
Κι όταν ο νους και η ψυχή προσεύχεται, πετάει στον Θεό, πλησιάζει τον Θεό με την θεωρία και με την θεία μελέτη, ο ναός θυμιάζεται με το άρωμα της Χάριτος του Θεού. Το άρωμα είναι οι πράξεις και ο καρπός της προσευχής η ευωδία του θυμιάματος. Κι όταν ένας ναός είναι ευπρεπισμένος και καλλωπισμένος, θυμιάζεται και ευωδιάζεται, ο Θεός ευχαρίστως έρχεται και τον κάνει κατοικητήριό Του, και θυσιάζεται επάνω στο θυσιαστήριο της καρδιάς. Και η καρδιά αναπέμπει δοξολογίες και ευχαριστίες στον Θεό, που κάνει αυτό το Μυστήριο και δέχεται αυτήν την εξιλαστήριο θυσία.
Εμείς σαν μοναχοί, που κατά κάποιο τρόπο γνωρίζουμε καθαρότερα το θέλημα του Θεού, διδασκόμαστε συνέχεια από τους θεοφόρους Πατέρες, πώς πρέπει να αγωνισθούμε.  Η ζωή τους, το παράδειγμά τους, οι νουθεσίες τους, δεν είναι για τίποτε άλλο, παρά για να μας ανάψουν τον ζήλο, να τους μιμηθούμε στην αρετή τους και στην χάρη που απέκτησαν από τον αγώνα τους.
Και αυτοί ήταν άνθρωποι, είχαν πάθη και αδυναμίες, αλλά πρόσεξαν πολύ τον πνευματικό τους ζήλο. Δεν τον άφησαν να νυστάξει, να νεκρωθεί· τον διατήρησαν άγρυπνο και νηφάλιο κι έτσι σιγά-σιγά ο ναός της ψυχής και του σώματός τους έγινε άγιος, ο Θεός κατοίκησε μέσα τους και έγιναν αυτοί οι άγιοι της Εκκλησίας μας.
Τώρα ακολουθούμε εμείς. Ήρθαμε εμείς στη θέση τους, στον στίβο της πάλης, ήρθαμε στη ζωή που έζησαν αυτοί. Πρέπει να τους μιμηθούμε, και πρώτος εγώ, στον τρόπο που εζήλωσαν αυτοί τον νόμο του Θεού. Να έχουμε μεγάλη προσοχή, να νήφουμε και να θερμαίνουμε συνεχώς τον ζήλο και τον πόθο, πώς θα αγνίζουμε καθημερινώς ψυχοσωματικά τον εαυτό μας.


Από το βιβλίο: Γέροντος Εφραίμ Προηγουμένου Ι.Μ. Φιλοθέου, Η τέχνη της σωτηρίας. Έκδ. Ι.Μ. Φιλοθέου, Άγιον Όρος 2005. Ομιλία Η’, σελ. 134 (απόσπασμα)

Γέροντας Εφραίμ Ξηροποταμινός: Περί Προσευχής


Γέροντας Εφραίμ Ξηροποταμινός
Γέροντας Εφραίμ Ξηροποταμινός
«… Τὸ νά λέγωμε ἀφ’ ἑνός μέν ὅτι πιστεύουμε στόν Θεό καί εἴμεθα χριστιανοί καί ἀφ’ ἑτέρου νά μην προσευχώμεθα εἶναι δύο πράγματα ἀσυμβίβαστα. Το ἄν κανείς προσεύχεται, άποτελεῖ το ἀσφαλέστερο τεκμήριο τοῦ ἄν ζῆ συνειδητά ὡς χριστιανός. Ἡ χριστιανική Ἐκκλησία εἶναι Ἐκκλησία προσευχομένων. Ἄνθρωπος που δεν προσεύχεται, ἀκόμη και ἄν φαίνεται ὁ πλέον ἐνάρετος, δεν μπορεῖ να εἶναι πραγματικός χριστιανός, ὅσο και ἄν ἴσως θέλη να συγκαταλέγη τον ἐαυτό του με ἐκείνους. Πῶς μπορῆ να πιστεύη σ’ Αὐτόν που δεν γνωρίζει; Διότι ἡ παρουσία και ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ μόνο δια μέσου τῆς προσευχῆς μᾶς γίνονται αἰσθητές και γνωστές.
Ἄλλο λοιπόν ἡ πίστις στον Θεό και στο θέλημά του και ἄλλο προσευχή. Διότι «και τα δαιμόνια πιστεύουσι και φρίττουσι» ὅμως δεν προσεύχονται. Γι’ αὐτό και ὅποιος πιστεύει μεν, ἀλλά δεν προσεύχεται, ὁμοιάζει με τους δαίμονες, που εἶναι πνευματικά νεκροί, δυσώδεις και ἀποκομμένοι ἐντελῶς ἀπό τον Θεό. «Ὅπως το σῶμα αὐτό το δικό μας χωρίς την ψυχή εἶναι νεκρό και ἀποκρουστικό, ἐτσι και ἡ ψυχή που δεν κινεῖ τον ἐαυτό της σε προσευχή εἶναι νεκρή, ἄθλια και δυσώδης», μας βεβαιώνει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος. Εἶναι δηλαδή ἡ προσευχή ἡ ζωἠ και ἡ «ψυχή» τῆς ψυχῆς. Εἶναι ἄρα πιο ἀναγκαία και ἀπό αύτήν την ζωή του σώματος.
Ὁ Κύριος ὑποσχέθηκε να εμφανισθῆ σ’αὐτόν που τηρεῖ τις ἐντολές του: «ὁ ἔχων τας εντολάς μου και τηρῶν αὐτάς, ἐκείνος ἐστίν ὁ άγαπῶν με. ὁ δε ἀγαπῶν με ἀγαπηθήσεται ὑπό τοῦ Πατρός μου, καγώ ἀγαπήσω αὐτόν και ἐμφανίσω αὐτῶ ἐμαυτόν». Τι εἶναι δε τήρησις ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ; Το να ἀγαπήσωμε και να προσπαθήσωμε να ἀποκτήσωμε τις ἀρετές που μας δίδαξε ὁ Κύριος στο Ευαγγέλιο, ἀφοῦ προηγουμένως μισήσωμε και ἐκδιώξωμε ἀπό την ψυχή μας τις ἀντίστοιχες κακίες: στην θέσι τοῦ φθόνου να βάλωμε την ἀγάπη, στη θέσι τῆς φιλαργυρίας την ἐλεημοσύνη, στη θέσι τῆς ὀργῆς την πραότητα και στη θέσι τῆς ὑπερηφανείας την ταπεινοφροσύνη.
Ἔτσι και ἡ προσευχή, εἶναι εὐαγγελική ἐντολή που δόθηκε σε ὅλους τους ἀνθρώπους. Ὅπως δε στην ἄσκησι ὅλων τῶν ἄλλων ἀρετῶν οἱ λαϊκοί πρέπει να προσανατολίζωνται προς το παράδειγμα τῶν μοναχῶν -σύμφωνα με το ἅγιο Ἰωάννη τῆς Κλίμακος, «φῶς για τους μοναχούς εἶναι οἱ  Ἄγγελοι ἐνῶ φῶς για ὅλους τους ἀνθρώπους εἶναι ἡ μοναχική πολιτεία»- κατ’ ἀναλογίαν, αὐτό ἰσχύει και στην ἄσκηση τῆς προσευχῆς.
Γέροντας Εφραίμ Ξηροποταμινός
Γέροντας Εφραίμ Ξηροποταμινός
Πρέπει λοιπόν να ἐξασκοῦμε και με τα σωματικά ἔργα και με τον προφορικό λόγο και με τη σκέψι μας την δυνατή σ’ ἐμάς τώρα προσευχή συνεχῶς, μέχρις ὅτου ἐπιτύχουμε το «δῶρο». Ποιο εἶναι αὐτό το δῶρο; Εἶναι έκείνο το μυστικό και ἀπόρρητο δῶρο τῆς προσευχῆς που δίνει το Ἅγιον Πνεῦμα στον ἄνθρωπο και το ὀποῖο παραμένει μαζί του συνεχῶς (ὡς ἐνέργεια τῆς Νοερᾶς Καρδιακῆς Προσευχῆς). Αὐτό το δῶρο ἄλλοτε μεν ἔλκει μόνο του τον νοῦ, που ἀξιώθηκε να το λάβη, προς την πλέον ἄρρητη ἔνωσι και πηγάζει ἱερή εὐφροσύνη και ἄλλοτε πάλι συνοδεύει μυστικά τον νοῦ που ἀνυψώνεται προς τον Θεό και συμπροσεύχεται με αὐτόν σαν μια μουσική ὑπόκρουσι σε κάποιον που τραγουδᾶ, ἐναρμονίζοντας το τραγούδι του με αὐτήν. Το μυστικό δηλαδή αὐτό χάρισμα του Ἁγίου Πνεύματος εἶναι ἕνα εἶδος προσευχῆς ριζωμένης στην καρδιά του ἀνθρώπου που ἐνεργεῖ συνεχῶς κατά το ἱερό λόγιο: «Ἐγώ καθεύδω και ἡ καρδία μου ἀγρυπνεῖ».
Ὅσο λοιπόν και ἄν αὐτά φαίνονται παράξενα στον δικό μας σαρκικό νοῦ, ἀς μην ἀπιστήσωμε. Οἱ πατέρες τῆς  Ἐκκλησίας δεν κάνουν φιλοσοφικές θεωρίες, ἀλλά μιλούν με βεβαιότητα και κῦρος ἐκφράζοντας τα βιώματα τῆς χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, που τους εἶναι κοινά.
Ἄν κάνωμε μια σύγκριση τῶν διαφόρων ἐποχῶν, θα δοῦμε ὄτι καθῶς σιγά-σιγά πλεονάζει ἡ ἀμαρτία στον κόσμο και ἐνεργείται σταδιακά το «μυστήριον τῆς ἀνομίας» ἔτσι και ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ ὑπερπερισσεύει παρέχοντας πλουσιώτερα τα βοηθητικά μέσα σε ὄσους θέλουν να πλησιάσουν τον Θεό. Ἔτσι ἡ Θεολογία τῆς Ἐκκλησίας πλατύνεται και ἀποσαφηνίζεται, ἡ Λατρεία της ἐμπλουτίζεται, ἡ Πνευματικότης της κυρήσσεται «ἐν ταῖς πλατείαις» και «ἐπί τῶν δωμάτων».
Ἄς μην προσπαθοῦμε λοιπόν να σβήνωμε τη δίψα μας με «ζωγραφιστό νερό» μόνο, ὅπως πολύ χαρακτηριστικά λέγει ὁ Ἀββᾶς Ἰσαάκ ὁ Σύρος, σχετικά με την θεωρητική μόνο ἐνασχόλησι με τα νηπτικά θέματα, ἀλλά ἄς προσπαθήσωμε να πιοῦμε ἀπό αὐτά τα ἴδια ἄδολα νάματα «τῶν πηγῶν τοῦ σωτηρίου». Ἡ ἀνάγκη εἶναι ἐπιτακτική, ἀκριβῶς λόγῳ τῶν τῆς ἐποχῆς στην ὀποῖα ζοῦμε. Ἄν ἡ ἀποστασία ἔφθασε ἤδη, πῶς θα μπορέσουμε να ἀντιμετωπίσωμε ἐκείνον που θα προσπαθήση να πλανήση «εἰ δυνατόν και τους ἐκλεκτούς»; Μόνο ἄν ἔχωμε την «ἔννοιαν τοῦ Θεοῦ» το ὄνομα δηλαδή τοῦ Χριστοῦ «τυπωμένο στην ψυχή μας σαν μια σφραγίδα ἀνεξάλειπτη» ὅπως λέγει ὁ Μέγας Βασίλειος.
Εἵθε ἡ Χάρις και ἡ εὐλογία τοῦ Ἁγίου Θεοῦ να εἶναι ἀφθονοπάροχη σε ὄλους ὄσους ἐπιθυμοῦν και προσπαθοῦν να γευθοῦν κάτι ἀπό την πλούσια και ὑψηλή ἐν Χριστῷ ἐμπειρία τῶν Πατέρων μας. Ἀμην.
+Αρχ. Ἐφραίμ
Καθηγούμενος Ἱεράς Μονῆς Ξηροποτάμου
Αποσπάσμα από το βιβλίο “Πνευματικές Διαδρομές στους Μακαρισμούς” του π. Στεφάνου Αναγνωστοπούλου

Διάλογος περί προσευχής (Γέροντας Κλεόπας Ηλίε)


theologia
– Τι είναι η προσευχή και ποια τα είδη της, κατά τους αγίους Πατέρες;
– Προσευχή είναι η συνομιλία με τον Θεό. Είναι βλαστός της πραότητας και της αοργησίας, είναι καρπός της χαράς και της ευχαριστίας. Κατά τον Ευάγριο τον Ποντικό, είναι η αποδίωξη της λύπης και της απελπισίας. Είναι η ένωση και συνάφεια του ανθρώπου με τον Θεό και, κατά τους Πατέρες, η δύναμη του κόσμου, η συμφιλίωση με τον Θεό, η μητέρα των δακρύων και η θυγατέρα αυτών. Η προσευχή είναι το κλειδί της βασιλείας των ουρανών και, κατά τον Ρώσο άγιο Θεοφάνη τον Έγκλειστο, είναι η ανάβαση του νου και των σκέψεών μας στον Θεό.
Η προσευχή έχει τρεις βαθμούς: Στον πρώτο ανήκει η προφορική ή σωματική προσευχή, στον δεύτερο η νοερά και στον τρίτο η καρδιακή.

– Πώς γνωρίζει κάποιος ότι προσευχήθηκε αληθινά στον Θεό;
– Η αίσθηση της παρουσίας του Θεού στην προσευχή μας γίνεται κυρίως όταν ο προσευχόμενος δεν απαγγέλλει τίποτε με λόγια. Γι’ αυτό, όταν τα λόγια της ευχής φθάσουν στην καρδιά, τότε σίγουρα αυτή η προσευχή είναι αληθινή.

– Γνωρίζει ο άνθρωπος πότε πέρασε από τη μία βαθμίδα της προσευχής στην άλλη;
–Η μετάβαση του προσευχόμενου από την κατώτερη στην ανώτερη βαθμίδα της προσευχής, καθώς και η πνευματική του πρόοδος, δηλαδή η ανάβασή του σ’ αυτές τις τρεις πνευματικές βαθμίδες, κατά τους περισσότερους αγίους Πατέρες, δεν γίνεται γνωστή στον προσευχόμενο.
Η πνευματική ανάβαση στην προσευχή μοιάζει με την ανάπτυξη ενός φυτού· αυξάνεται αυτό χωρίς να γνωρίζει και να αντιλαμβάνεται τις στιγμές της αναπτύξεώς του. Μοιάζει με ένα παιδί που μεταβαίνει από τη μία ηλικία στην άλλη, χωρίς να μπορεί να ξέρει τον ακριβή καιρό της αναπτύξεώς του. Αυτή η πνευματική ανάβαση του ανθρώπου δεν είναι μόνο καρπός των κόπων του, αλλά περισσότερο δώρο της χάριτος και του θείου ελέους. Και είναι μυστική αυτή η πρόοδος από θεία οικονομία, για να μην πέσει ο άνθρωπος στην υπερηφάνεια στηριζόμενος στις δικές του δυνάμεις.
Ωστόσο ο αββάς Ισαάκ ο Σύρος μας φανερώνει μερικά σημεία με τα οποία μπορεί κανείς να καταλάβει σε ποια πνευματική βαθμίδα είναι. Λέει: «Ο άνθρωπος, όσο βρίσκεται στην αμέλεια, φρίττει την ώρα του θανάτου, και όταν πλησιάζει προς τον Θεό, φοβάται το αντίκρυσμα του δίκαιου Κριτή. Ενώ όταν φθάσει στο πλήρωμα της θείας αγάπης από την παρούσα ζωή, τότε δεν υπάρχουν αυτές οι δύο δυσκολίες».
– Τι είναι η νοερά και τι η καρδιακή προσευχή;
– Η νοερά προσευχή είναι εκείνη που γίνεται με στοχασμούς και ο νους συνηθίζει να βυθίζεται την ώρα της προσευχής, να τη λέει εξ ολοκλήρου μυστικά και χωρίς να διασκορπίζεται. Την περίοδο αυτή ο νους ειρηνεύει, ενώνεται με τις λέξεις της ευχής και την απαγγέλλει μυστικά. Η καρδιακή προσευχή είναι η προσευχή της νοερής αισθήσεως. Κατ’ αυτήν, όταν η εργασία της ευχής που γινόταν στον νου αρπαχθεί από την καρδιά, τότε η νοερά προσευχή που ήταν σκέψη, τώρα γίνεται νοερή αίσθηση, η οποία γίνεται πνευματική ανάγκη στον άνθρωπο. Όποιος έφθασε σ’ αυτή την προσευχή της καρδιάς, από όπου πηγάζουν τα αισθήματα του ανθρώπου, προσεύχεται χωρίς λόγια, επειδή ο Θεός είναι Θεός της καρδιάς. Απ’ αυτή τη βαθμίδα αρχίζει η αληθινή πρόοδος στην προσευχή. Αυτή την προσευχή μπορεί να την εξαφανίσει η πολλή ανάγνωση και η επιμονή ενός ακόμη λογισμού, ενώ η παραμονή σ’ αυτή την αίσθηση της προσευχής διαφυλάσσεται με τη συνεχή επίκληση μόνο των λέξεων της ευχής. Λοιπόν, από όσα σημειώσαμε μέχρι εδώ, πρέπει να θυμόμαστε ότι η νόηση και η αίσθηση είναι δύο δυνάμεις της προσευχής, κατά τον άγιο Θεοφάνη τον Έγκλειστο.
– Πώς μπορούν σήμερα οι άνθρωποι να εκτελέσουν την εντολή του αποστόλου Παύλου «Αδιαλείπτως προσεύχεσθε»;
–Μπορεί κανείς να προσεύχεται αδιάκοπα, αν βρίσκεται πάντοτε με τον νου και την καρδιά του ενώπιον του Θεού. Με τα χέρια του μπορεί να εργάζεται, ενώ με τον νου και την καρδιά του να υψώνεται στον Θεό. Και ακόμη αυτό έχω να προσθέσω, ότι το βασικό γνώρισμα αυτής της προσευχής είναι να υπάρχουν ενωμένα ο νους και η καρδιά μας και αχώριστα από τον Θεό, σ’ οποιοδήποτε τόπο και χρόνο βρισκόμαστε. Να έχουμε πάντοτε την αίσθηση της παρουσίας του Θεού. Αυτή η εργασία ισχύει για όλες τις τάξεις της προσευχής και θεωρείται μια προσευχή ακατάπαυστη, κατά τον άγιο Θεοφάνη τον Έγκλειστο. Αυτή την αίσθηση και συνεχή θεωρία του Θεού είχε ο μακάριος προφήτης Δαβίδ, όταν έλεγε: «Προωρώμην τον Κύριον ενώπιόν μου δια παντός, ότι εκ δεξιών μου εστίν, ίνα μη σαλευθώ» (Ψαλμ. 15:8).
Πρέπει λοιπόν να καταλάβουμε ότι η ζωή του ανθρώπου είναι μία αδιάκοπη προσευχή, όταν αυτός σκέπτεται νοερά πάντοτε τον Θεό.

– Υπάρχει άλλη βαθμίδα προσευχής μετά από την καρδιακή προσευχή;
–Υπάρχει η πνευματική προσευχή που γίνεται εν εκστάσει, γι’ αυτό και λέγεται εκστατική προσευχή και είναι πάνω από τα όρια της συνηθισμένης προσευχής. Αυτός που έφθασε σ’ αυτή τη βαθμίδα δεν προσεύχεται πλέον, αλλά η ψυχή του αισθάνεται και βιώνει τις θείες ενέργειες. Σ’ αυτή την προσευχή ένας μόνο από κάθε γενεά αξιώνεται να φθάσει με τη Χάρη του Θεού, όπως λέει ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος.
– Πώς μπορούμε να φθάσουμε στην πνευματική προσευχή;
–Μητέρα της προσευχής είναι η Χάρη του Αγίου Πνεύματος. Αυτή διδάσκει τον άνθρωπο να προσεύχεται, να προοδεύει στην προσευχή, μέχρι να φθάσει στην ύψιστη βαθμίδα, που είναι η εκστατική προσευχή. Διότι οκτώ είναι οι βαθμίδες της προσευχής, κατά τους αγίους Πατέρες: Η εν πνεύματι φυσική θεωρία, δηλαδή σκέψεις για την δημιουργία του Θεού, η προσευχή με τη γλώσσα (προφορική), η προσευχή με τον νου και το στόμα, όταν δηλαδή προσεύχεσαι προφορικά και προσέχεις με τον νου τα όσα λες. Κατόπιν είναι η καθαρὰ νοερή προσευχή, μετά η νοερή και καρδιακή συγχρόνως προσευχή, όταν δηλαδή προσεύχεσαι μυστικά με νήψη και με αίσθηση της καρδιάς σου· κατόπιν η καρδιακή προσευχή, όταν δηλαδή ο νους είναι κλεισμένος στην καρδιά με τη Χάρη του Θεού και από εκεί υψώνεται στον ουρανό, και η τελευταία βαθμίδα είναι η εκστατική προσευχή, κατά την οποία ο άνθρωπος δεν γνωρίζει αν είναι με το σώμα ή χωρίς το σώμα. Σ’ αυτή την προσευχή φθάνουν οι άγιοι με την Χάρη του Αγίου Πνεύματος.

(Από το άρθρο: «Διάλογοι περί προσευχής». Περιοδικό Ο ΟΣΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ, Έκδ. Ι. Μ. Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους, τ. 10 (1985), σελ. 46.)

Η άσκηση της προσευχής του Ιησού


Του μακαριστού Γέροντος και κτήτορος της Μονής του Τιμίου Προδρόμου Essex Σωφρονίου Σαχάρωφ από το βιβλίο “ΠΕΡΙ ΠΡΟΣΕΥΧΉΣ”, εκδ. Ι. Μ. Τιμίου Προδρόμου.
Εις το παρόν κεφάλαιον θα αποπειραθώ να εκθέσω κατά το δυνατόν συντομώτερον τας πλέον ουσιώδεις απόψεις περί της προσευχής του Ιησού, της μεγάλης αυτής ασκήσεως της καρδίας, ως και την πλέον υγιαίνουσαν περί της ασκήσεως ταύτης διδασκαλίαν την οποία συνήντησα εν Αγίω Όρει.
Επί πολλά έτη οι μοναχοί προφέρουν την προσευχήν αυτήν δια του στόματος, μη αναζητούντες τεχνητούς τρόπους ενώσεως του νου μετά της καρδίας. Η προσοχή αυτών συγκεντρούται εις την συμμόρφωσιν της καθ’ ημέραν ζωής αυτών προς τας εντολάς του Χριστού. Η αιωνόβιος πείρα της ασκήσεως ταύτης έδειξεν ότι ο νους ενούται μετά της καρδίας δια της  ενεργείας του Θεού, όταν ο μοναχός διέλθη την σταθεράν πείραν της υπακοής και της εγκρατείας, όταν ο νους αυτού, η καρδία και αυτό το σώμα του «παλαιού ανθρώπου» ελευθερωθούν επαρκώς εκ της εξουσίας της αμαρτίας.
Εν τούτοις και κατά το παρελθόν και κατά τον παρόντα καιρόν οι Πατέρες ενίοτε επιτρέπουν να προσφεύγωμεν εις την τεχνητήν μέθοδον εισαγωγής του νου εις την καρδίαν. Προς τούτο ο μοναχός, δίδων κατάλληλον θέσιν εις το σώμα και κλίνων την κεφαλήν προς το στήθος, νοερώς προφέρει την προσευχήν εισπνέων ησύχως τον αέρα μετά των λέξεων: «Κύριε, Ιησού Χριστέ, (Υιέ του Θεού)» και έπειτα εκπνέων τελειώνει την προσευχήν: «ελέησον με (τον αμαρτωλόν)». Κατά τον χρόνον της εισπνοής η προσευχή του νου κατ’ αρχάς  ακολουθεί την κίνησιν του εισπνεομένου αέρος και συγκεντρούται εις το άνω μέρος της καρδίας. Κατά την εργασίαν ταύτην επί τι χρονικόν διάστημα η προσοχή δύναται να διαφυλαχθή αδιάχυτος και ο νους να παραμείνη πλησίον της καρδίας, έτι δε και να εισέλθη εντός αυτής. Η πείρα θα δείξη ότι ο τρόπος ούτος θα δώση εις τον νουν την δυνατότητα να ίδη ουχί αυτήν την φυσικήν καρδίαν, αλλά εκείνο όπερ τελείται εν αυτή: Οποία αισθήματα εισδύουν εν αυτή· οποίαι νοεραί εικόνες προσεγγίζουν αυτήν εκ των έξω. Η τοιαύτη άσκησις θα οδηγήση τον μοναχόν να αισθάνηται την καρδίαν αυτού και να διαμένη εν αυτή δια της προσοχής του νοός μη προσφεύγων πλέον εις οιανδήποτε «ψυχοσωματικήν τεχνικήν».
Η τεχνητή μέθοδος δύναται να βοηθήση τον αρχάριον να ανεύρη τον τόπον, όπου οφείλει να σταθή η προσοχή του νοός κατά την προσευχήν και εν γένει εν παντί καιρώ. Εν τούτοις η πραγματική προσευχή δεν επιτυγχάνεται δια του τρόπου αυτού. Αύτη έρχεται ουχί άλλως, ει μη δια της πίστεως και της μετανοίας, αίτινες είναι η μόνη βάσις δι’αυτήν. Ο κίνδυνος της ψυχοτεχνικής, ως κατέδειξεν η μακρά πείρα, έγκειται εις το ότι υπάρχουν πολλοί άνθρωποι, οίτινες αποδίδουν καθ’υπερβολήν μεγάλην σημασίαν εις την μέθοδον καθ’εαυτήν. Προς αποφυγήν της επιβλαβούς παραμορφώσεως της πνευματικής ζωής του προσευχομένου συνιστάται από παλιών χρόνων εις τους αρχαρίους ασκητάς  άλλος τρόπος, κατά πολύ βραδύτερος, αλλ’ασυγκρίτως ορθότερος και ωφελιμώτερος και δη: να συγκεντρούται η προσοχή εις το Όνομα του Ιησού Χριστού και εις τους λόγους της ευχής.
Όταν η συντριβή δια τας αμαρτίας φθάση εις ωρισμένον βαθμόν, τότε ο νους φυσικώ τω τρόπω ενούται μετά της καρδίας.
Ο πλήρης τύπος της προσευχής είναι: «Κύριε, Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με τον αμαρτωλόν». Εις τους αρχαρίους ακριβώς αυτός ο τύπος προτείνεται. Εις το πρώτον μέρος της προσευχής ομολογούμεν τον Χριστόν-Θεόν, τον σαρκωθέντα δια την ημών σωτηρίαν. Εις το δεύτερον μέρος εν μετανοία αναγνωρίζομεν την πτώσιν ημών, την αμαρτωλότητα και την λύτρωσιν ημών. Ο συνδυασμός της δογματικής ομολογίας μετά της μετανοίας απεργάζεται την προσευχήν πληρεστέραν κατά το θετικόν αυτής περιεχόμενον. Είναι δυνατόν να καθορίσωμεν στάδια τινα εν τη αναπτύξει της προσευχής ταύτης:
Πρώτον, είναι η προφορική. Λέγομεν την προσευχήν δια των χειλέων, ενώ προσπαθούμεν να  συγκεκντρώσωμεν την προσοχήν ημών εις το Όνομα και τας λέξεις.
Δεύτερον, νοερά. Δεν κινούμεν πλέον τα χείλη, αλλά προφέρομεν το όνομα του Ιησού Χριστού και το λοιπόν περιεχόμενον της προσευχής νοερώς.
Τρίτον, νοερά-καρδιακή. Ο νους και η καρδία ενούνται κατά την ενέργεια αυτών· η προσοχή περικλείεται εντός της καρδίας και εκεί προφέρεται η ευχή.
Τέταρτον, αυτενεργουμένη. Η προσευχή στερεούται εν τη καρδία, και άνευ ιδιαιτέρας προσπαθείας της θελήσεως προφέρεται αφ’ εαυτής εντός της καρδίας, ελκύουσα προς τα εκεί την προσοχήν του νοός.
Πέμπτον, χαρισματική. Η προσευχή ενεργεί ως  τρυφερά φλοξ εντός ημών, ως έμπνευσις ’νωθεν, γλυκαίνουσα την καρδίαν δια της αισθήσεως της αγάπης του Θεού και αρπάζουσα τον νου εις πνευματικάς θεωρίας. Ενίοτε συνοδεύεται μετά της οράσεως του Φωτός.
Η βαθμιαία ανάβασις εν τη προσευχή είναι η πλέον αξιόπιστος. Εις τον εισερχόμενον εις το στάδιον του αγώνος δια την προσευχήν επιμόνως προτείνεται να αρχίζη δια της προφορικής προσευχής, έως ότου αύτη αφομοιωθή υπό του σώματος, της γλώσσης, της καρδίας και της διανοίας αυτού. Η διάρκεια της περιόδου ταύτης διαφέρει εις έκαστον. Όσον βαθυτέρα είναι η μετάνοια, τοσούτον συντομωτέρα η οδός.
Η άσκησις της νοεράς προσευχής δύναται προς καιρόν να συνδέηται μετά της ψυχοσωματικής μεθόδου, τουτέστι να φέρη χαρακτήρα ρυθμικής ή αρρύθμου προφοράς της ευχής δια του νοερού μέσου της εισπνοής κατά το πρώτον μέρος και της εκπνοής κατά το δεύτερον, καθώς περιεγράφη ανωτέρω. Η τοιαύτη εργασία δύναται να είναι ωφέλιμος, εάν έχωμεν πάντοτε κατά νουν ότι εκάστη επίκλησις του Ονόματος του Χριστού πρέπει να συνδέηται αδιαστάτως μετ’Αυτού, του Προσώπου του Χριστού-Θεού. Αλλέως η προσευχή μετατρέπεται εις τεχνητόν γύμνασμα και καταλήγει εις αμαρτίαν εναντίον της εντολής: «Ου λήψει το Όνομα Κυρίου του Θεού σου επί ματαίω» (Εξ. 20,7 και Δευτ. 5,11).
Όταν η προσοχή του νοός στερεούται εν τη καρδία, τότε είναι δυνατός ο πλήρης έλεγχος των τελουμένων εντός της καρδίας, η δε πάλη προς τα πάθη διεξάγεται μετά συνέσεως. Ο ευχόμενος βλέπει τους εχθρούς προσεγγίζοντας εκ των έξω και δύναται να εκδιώξη αυτούς δια της δυνάμεως του Ονόματος του Χριστού. Δια της ασκήσεως ταύτης η καρδία λεπτύνεται και γίνεται διορατική: Διαισθάνεται την κατάστασιν του προσώπου εκείνου, περί του οποίου προσφέρεται δέησις. Κατ’ αυτόν τον τρόπον τελείται η μετάβασις εκ της νοεράς προσευχής εις την νοεράν-καρδιακήν, μετά την οποίαν δίδεται η αυτενεργούμενη προσευχή.
Αγωνιζόμεθα να παρασταθώμεν ενώπιον του Θεού εν τη ενότητι και ολότητι της υπάρξεως ημών. Η εν φόβω Θεού επίκλησις του Ονόματος του Σωτήρος συνδεομένη μετά της ακαταπαύστου προσπαθείας τηρήσεως των εντολών , οδηγεί βαθμηδόν εις την μακαρίαν ενότητα όλων των δυνάμεων ημών, των πρότερον εξησθενημένων εκ της Πτώσεως. Κατά τον θαυμαστόν, αλλά δύσκολον και οδυνηρόν αυτόν αγώνα ουδέποτε πρέπει να βιαζώμεθα. Είναι σημαντικόν να αποβάλωμεν τον λογισμόν, όστις εισηγείται εις ημάς την επιτυχίαν του μεγίστου εις τον βραχύτερον δυνατόν χρόνον. Ο Θεός  δεν βιάζεται την θέλησιν ημών, αλλ’ ούτε εις Αυτόν είναι δυνατόν να επιβάλωμεν δια της βίας να πράξη ο,τιδήποτε. Τα επιτυγχανόμενα δια της βίας της θελήσεως μέσω της ψυχοσωματικής μεθόδου δεν διατηρούνται επί μακρόν, και το κυριώτερον, δεν οδηγούν εις την ένωσιν του πνεύματος ημών μετά του Πνεύματος του Ζώντος Θεού.
Εν ταις συνθήκαις του συγχρόνου κόσμου η προσευχή απαιτεί υπεράθρωπον ανδρείαν, διότι εις αυτήν ανθίσταται το σύνολον των κοσμικών ενεργειών. Διαμονή εν απερισπάστω προσευχή  σημαίνει νίκην εφ’ όλων των επιπέδων της φυσικής υπάρξεως. Η οδός αύτη είναι μακρά και ακανθώδης, αλλ’ έρχεται στιγμή κατά την οποίαν ακτίς του Θείου Φωτός διαπερά το πυκνόν σκότος και δημιουργεί ενώπιον ημών ρωγμήν, δια μέσου της οποίας βλέπομεν την Πηγήν του Φωτός τούτου. Τότε η προσευχή του Ιησού λαμβάνει κοσμικάς και υπερκοσμίους διαστάσεις.
«Γύμναζε δε σεαυτόν προς ευσέβειαν· η γαρ σωματική γυμνασία προς ολίγον εστίν ωφέλιμος, η δε ευσεβεία προς πάντα ωφέλιμος εστίν, επαγγελίαν έχουσα ζωής της νυν και της μελλούσης. Πιστός ο λόγος και πάσης αποδοχής άξιος· εις τούτο γαρ και κοπιώμεν... ότι ηλπίκαμεν επί Θεώ ζώντι, Ος εστί Σωτήρ πάντων ανθρώπων... Παράγγελλε ταύτα και δίδασκε» ( Α’ Τιμ. 4,7-11). Η τήρησις της διδαχής ταύτης του Αποστόλου αποτελεί την πιστοτέραν οδόν προς τον Αναζητούμενον. Είναι αδύνατον να διανοηθώμεν ότι δια τεχνητών μέσων αποκτάται η θέωσις. Πιστεύομεν ότι ο Θεός ήλθεν εις την γην, απεκάλυψε το μυστήριον της αμαρτίας και έδωκεν εις ημάς την χάριν της μετανοίας, ημείς δε προσευχόμεθα: «Κύριε, Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με τον αμαρτωλόν», επ’ ελπίδι της συγχωρήσεως και της καταλλαγής εν τω Ονόματι Αυτού. Τους λόγους «ελέησόν με τον αμαρτωλόν» δεν εγκαταλείπομεν καθ’ όλην την ζωήν ημών. Η τελεία νίκη επί της αμαρτίας είναι δυνατή ουχί άλλως, ει μη δια της ενοικήσεως εν ημίν του Ιδίου του Θεού. Τούτο αποτελεί την θέωσιν ημών, ένεκα της οποίας καθίσταται δυνατή η άμεσος θεωρία του Θεού «καθώς εστί». Το πλήρωμα της χριστιανικής τελειότητος είναι ακατόρθωτον εν τοις ορίοις της γης. Ο ’γιος Ιωάννης ο Θεολόγος γράφει: «Θεόν ουδείς εώρακε πώποτε· ο Μονογενής Υιός ο ων εις τον κόλπον του Πατρός Εκείνος εξηγήσατο» (Ιωαν. 1,18). Ο ίδιος δε διαβεβαιοί ημάς ότι εν τω μέλλοντι αιώνι θα συντελεσθή η θέωσις ημών, διότι «οψόμεθα Αυτόν καθώς εστί» (Α’ Ιωαν. 3,2). «Πας ο έχων την ελπίδα ταύτην... αγνίζει εαυτόν, καθώς Εκείνος αγνός εστί... πας ο εν Αυτώ μένων ουχ αμαρτάνει· πας ο αμαρτάνων ουχ  εώρακεν Αυτόν ουδέ έγνωκεν Αυτόν» (Α’ Ιωαν. 3,3 και 6). Είναι ωφέλιμον να διαποτισθώμεν υπό του περιεχομένου αυτής της Επιστολής, ίνα η επίκλησης του Ονόματος του Ιησού γένηται ενεργός, σωτήριος, ίνα «μεταβώμεν» εκ του θανάτου εις την ζωήν» (πρβλ. Α’ Ιωαν. 3,14) και λάβωμεν «δύναμιν εξ ύψους» (Λουκ. 24,49).
Εν εκ των πλέον θαυμασίων βιβλίων των ασκητών Πατέρων είναι η «Κλίμαξ» του αγίου Ιωάννου του Σιναΐτου. Αναγινώσκεται υπό των αρχαρίων μοναχών, αλλά χρησιμεύει και ως αυθεντικόν κριτήριον δια τους τελείους. (Είναι ίσως περιττόν να είπωμεν ότι η τελειότης επί της γης ουδέποτε είναι πλήρης). Παρόμοιόν τι δυνάμεθα να διαπιστώσωμεν και εις ό,τι αφορά εις την προσευχήν του Ιησού.
Δι’ αυτής προσεύχονται κατά την διάρκειαν πάσης εργασίας απλοί και ευσεβείς άνθρωποι· δι’ αυτής αντικαθίστανται αι εκκλησιαστικαί ακολουθίαι· αυτήν «νοερώς» προφέρουν οι μοναχοί , ευρισκόμενοι εν τω ναώ κατά τον χρόνον των ακολουθιών· αύτη συνιστά ωσαύτως το κατ’ εξοχήν έργον των μοναχών εν τοις κελλίοις και των ερημιτών-ησυχαστών.
Η εργασία της προσευχής ταύτης συνδέεται στενώτατα μετά της θεολογίας του Θείου Ονόματος. Έχει αύτη βαθείας δογματικάς ρίζας, ως και όλη η ασκητική ζωή των ορθοδόξων: Συμβολίζει αρμονικώς μετά της δογματικής συνειδήσεως. Η προσευχή εις τινας των μορφών αυτής γίνεται αληθώς πυρ καταναλίσκον τα πάθη (βλ. Εβρ. 12,29). Εν αυτή περικλείεται Θεία δύναμις, ήτις ανιστά τους νεκρωθέντας εκ της αμαρτίας. Είναι φως, όπερ λαμπρύνει τον νουν και μεταδίδει εις αυτόν την ικανότητα της διακρίσεως δυνάμεων αίτινες ενεργούν «εν τω κόσμω»· παρέχει ωσαύτως την δυνατότητα της θεωρίας των τελουμένων εντός του νου και της καρδίας ημών: «Διικνουμένη (αύτη) άχρι μερισμού ψυχής τε και πνεύματος, αρμών τε και μυελών και κριτική ενθυμήσεων και εννοιών καρδίας» (πρβλ. Εβρ. 4,12).
Η ευλαβής άσκησις της προσευχής ταύτης οδηγεί τον άνθρωπον εις συνάντησιν μετά πολλών εναντιουμένων ενεργειών κεκρυμένων εν τη ατμοσφαίρα. Προσφερομένη εν τη καταστάσει βαθείας μετανοίας διεισδύει εις τον χώρον, όστις κείται πέραν των ορίων «της σοφίας των σοφών και της συνέσεως των συνετών» (Α’ Κορ. 1,19). Εις τας πλέον εντατικάς εκδηλώσεις αυτής απαιτεί αύτη ή μεγάλην πείραν ή καθοδηγητήν. Είναι απαραίτητος εις όλους ανεξαιρέτως τους ασκούντας αυτήν η νηπτική περίσκεψις, το πνεύμα της συντριβής και του φόβου του Θεού, η υπομονή εις παν επερχόμενον επ’ αυτούς. Τότε γίνεται αύτη δύναμις, ήτις συνάπτει το πνεύμα ημών προς το Πνεύμα του Θεού, παρέχουσα την αίσθησιν της ζώσης παρουσίας της αιωνιότητος εντός ημών, έχουσα ήδη οδηγήσει ημάς δια μέσου αβύσσων σκότους εν ημίν κεκρυμένων.
Η προσευχή αύτη είναι μέγα δώρον του ουρανού προς τον άνθρωπον και την ανθρωπότητα.
Πόσο σημαντική είναι η διαμονή (ίνα μη είπω η άσκησις) εν τη προσευχή, μαρτυρεί και αυτή η πείρα. Θεωρώ επιτρεπτόν να παραβάλω ταύτην προς την φυσικήν ζωήν του κόσμου ημών και να φέρω παραδείγματα  εκ των γνωστών εις ημάς γεγονότων της συγχρόνου επικαιρότητος. Οι αθληταί, προετοιμαζόμενοι δια τους προκειμένους εις αυτούς αγώνας, επαναλαμβάνουν επί μακρόν τας αυτάς ασκήσεις, ώστε να εκτελέσουν κατά την στιγμήν της διεξαγωγής αυτών ταχέως και μετά βεβαιότητος, και τρόπον τινά μηχανικώς, πάσας τας κινήσεις, τας οποίας ήδη καλώς αφωμοίωσαν. Εκ του αριθμού των ασκήσεων εξαρτάται και η ποιότης της αποδόσεως. Ιδού, θα διηγηθώ εισέτι γεγονός, όπερ συνέβη εις κύκλον γνωστών εις εμέ προσώπων. Βεβαίως επαναλαμβάνω επί του προκειμένου εκείνα, άτινα ήκουσα εξ ενός εκ των πλησιεστέρων ανθρώπων προς τα πρόσωπα εις τα οποία αναφέρονται.
Εις ευρωπαικήν τινα πόλιν δύο αδελφοί ανυμφεύθησαν σχεδόν συγχρόνως δύο νέας. Η μία εξ αυτών ήτο ιατρός, άνθρωπος οξείας αντιλήψεως και ισχυρού χαρακτήρος. Η άλλη ήτο ωραιοτέρα, δραστήριος, ευγενής αλλ’ ουχί καθ’ υπερβολήν ευφυής. Ότε επλησίαζεν ο καιρός του τοκετού δι’ αμφοτέρας, απεφάσισαν να αποκτήσουν την πρώτην εμπειρίαν ακολουθούσαι την πρότινος εμφανισθείσαν μέθοδον του «ανωδύνου τοκετού». Η πρώτη, η ιατρός, ταχέως κατενόησεν όλον τον μηχανισμόν της πράξεως ταύτης και μετά δύο ή τρία μαθήματα της καθωρισμένης γυμναστικής εγκατέλειψε τας ασκήσεις, πεπεισμένη ότι κατενόησε τα πάντα και ότι κατά την στιγμήν της ανάγκης θα εφήρμοζε τας γνώσεις αυτής. Η άλλη δεν εγνώριζε πολλά περί της ανατομίας του σώματος ούτε διετίθετο να ασχοληθή μετά της θεωρητικής πλευράς της μεθόδου ταύτης, αλλά παρεδόθη απλώς μετά ζήλου εις την επανάληψιν του προδιαγεγραμμένου συμπλέγματος κινήσεων του σώματος. Αφομοιώσασα δε ταύτας επαρκώς, ότε έφθασεν η στιγμή, απήλθε δια το προκείμενον εγχείρημα. Και τί νομίζετε ότι συνέβη; Η μεν πρώτη κατά την στιγμήν του τοκετού εκ των πρώτων ήδη ωδινών δεν ενεθυμήθη τας θεωρίας και έτεκε μετά μεγάλης δυσκολίας, «εν λύπαις» (Γεν. 3,16)· η δε άλλη έτεκεν άνευ πόνων και σχεδόν άνευ δυσκολίας.
Ούτω θα συμβή και εις ημάς. Ο σύγχρονος και πεπαιδευμένος άνθρωπος είναι εις θέσιν να εννοήση τον «μηχανισμόν» της νοεράς προσευχής. Αρκεί να προσευχηθή δύο ή τρεις  εβδομάδας μετά τινός ζήλου, να αναγνώση ολίγα βιβλία, και ιδού, ο ίδιος δύναται ήδη εις τα γεγραμμένα βιβλία να προσθέση και το ίδιον αυτού. Κατά την ώραν όμως του θανάτου, όταν η όλη σύστασις ημών υποβάλληται εις βιαίαν διάσπασιν, όταν ο νους θολούται και η καρδία αισθάνηται ισχυρούς πόνους ή εξασθένησιν, τότε πάσαι αι θεωρητικαί ημών γνώσεις εκλείπουν και η προσευχή δύναται να απολεσθή.
Είναι αναγκαίον να προσευχώμεθα επί έτη. Να αναγινώσκωμεν ολίγον, και μόνον ό,τι κατά τον ένα ή τον άλλον τρόπον άπτεται της προσευχής και συνεργεί, κατά το περιεχόμενον αυτού, εις την ενίσχυσιν της έλξεως προς προσευχήν μετανοίας δια της εσωτερικής φυλακής του νοός. Εκ της μακροχρονίου επαναλήψεως η προσευχή γίνεται φύσις της υπάρξεως ημών, φυσική αντίδρασις εις παν φαινόμενον εν τη πνευματική σφαίρα, είτε τούτο είναι φως, είτε σκότος, είτε εμφάνισις αγίων αγγέλων ή δαιμονικών δυνάμεων, χαρά ή λύπη – εν ενί λόγω, εν παντί καιρώ και πάση περιστάσει.
Μετά τοιαύτης προσευχής η γέννησις ημών δια την ουράνιον ζωήν δύναται όντως να αποβή ανώδυνος.
Η βίβλος της Καινής Διαθήκης, ήτις αποκαλύπτει εις ημάς τα έσχατα βάθη του ανάρχου Όντος, είναι σύντομος, αλλά και η θεωρία της προσευχής του Ιησού δεν απαιτεί ανάπτυξιν εις πλάτος. Η δια του Χριστού φανερωθείσα τελειότης είναι ανέφικτος εν τοις ορίοις της γης· το πλήθος των πειρασμών, τους οποίους διέρχεται ο ασκών την προσευχήν ταύτην, είναι απερίγραπτον. Η άσκησις της προσευχής ταύτης οδηγεί κατά παράδοξον τρόπον το πνεύμα του ανθρώπου εις συνάντησιν μετά των κεκρυμμένων εν τω «Κόσμω» δυνάμεων. Η δια του Ονόματος του Ιησού προσευχή προκαλεί εναντίον αυτής επίθεσιν εκ μέρους των κοσμικών δυνάμεων, κάλλιον δ’ ειπείν, την πάλην μετά «των κοσμοκρατόρων του σκότους του αιώνος τούτου, των πνευματικών της πονηρίας εν τοις επουρανίοις» (πρβλ. Εφεσ.  6,12). Αύτη, ανυψούσα τον άνθρωπων εις σφαίρας κειμένας πέραν των ορίων της γηίνης σοφίας, εις τα υψίστας μορφάς αυτής, απαιτεί «άγγελον πιστόν οδηγόν».
Η προσευχή του Ιησού κατά την ουσίαν αυτής υπέρκειται παντός εξωτερικού σχήματος, εν τη πράξει όμως οι πιστοί ένεκα της ανικανότητος αυτών να σταθούν εν αυτή «καθαρώ νοΐ» επί μακρόν χρόνον, χρησιμοποιούν το κομβοσχοίνιον χάριν πειθαρχίας. Εν τω Αγίω Όρει του ’θω το πλέον διαδεδομένον κομβοσχοίνιον φέρει εκατό κόμβους διηρημένους εις τέσσαρα μέρη των είκοσι πέντε κόμβων. Ο αριθμός των προσευχών και των μετανοιών καθ’ ημέραν και νύκτα ορίζεται αναλόγως της δυνάμεως εκάστου και των πραγματικών συνθηκών της ζωής αυτού.

Αγίου Γρηγορίου Παλαμά: Περί του αγώνος της καθαράς προσευχής και των αποτελεσμάτων της στην ψυχή και το σώμα του πιστού




  «Πολλές φορές έχουμε μιλήσει για το γεγονός ότι με τις θείες εντολές καθαρίζεται η ψυχή από τα πάθη και βοηθείται στην καθαρή προσευχή. Οι αισθήσεις κινούνται από εξωτερικές ενέργειες, όμως όταν στρεφόμαστε προς τα εσωτερικά ειρηνεύουν τα πάθη και υψωνόμαστε προς τα πνευματικά. Εκείνοι που προσεύχονται πραγματικά πρέπει να είναι απερίσπαστοι και να έχουν αποτινάξει τη σχέση τους με τα πράγματα του κόσμου, γιατί έτσι μπορούν να πετύχουν καθαρή και χωρίς ενοχλήσεις προσευχή. Όταν ασχολούμαστε με εσωτερική δίψα για να πετύχουμε την καθαρή προσευχή, χρειαζόμαστε τον κόπο που προξενείται απο τη νηστεία και την αγρυπνία. Έτσι νεκρώνεται η αμαρτητική τάση του σώματος και οι λογισμοί που κινούν τα πάθη γίνονται ασθενέστεροι. Αυτός ο αγώνας προξενεί αρχικά την ιερή κατάνυξη και κάνει το Θεό αισθητό ως σπλαχνικό πατέρα και ευήκοο προς την παράκληση του πιστού. Σύμφωνα με τον Δαυίδ «καρδιά συντετριμμένη και ταπεινωμένη δεν την περιφρονεί ο Θεός». Και κατά τον Άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο «με τίποτε άλλο δεν θεραπεύεται ο Θεός τόσο, όσο με την κακοπάθεια». Γι’αυτό και ο Κύριος δίδαξε στο Ευαγγέλιο ότι έχει σπουδαία αποτελέσματα η προσευχή που συνδυάζεται με την νηστεία.

  Οι άνθρωποι συνήθως ευχαριστούνται να ασχολούνται με τα μάταια και δεν γνωρίζουν τίποτε απολύτως περί προσευχής. Εκείνοι όμως που τα καταξιώθηκαν να έχουν δίψα για την προσευχή, γνωρίζουν ότι δεν είναι ο αγώνας αυτός μια φαντασιώδης προσπάθεια, ούτε κάτι που άλλοτε υπάρχει και άλλοτε όχι. Έχουν την εμπειρία ότι η προσευχή φέρνει στον άνθρωπο ασταμάτητη ενέργεια, προκαλούμενη από την θεία χάρη, που εγκαθίσταται και μένει ριζωμένη μέσα στη ψυχή. Γίνεται μέσα στον άνθρωπο το θαύμα να αισθάνεται την προσευχή σαν πηγή που γεννά ευφροσύνη ιερή, η οποία προσελκύει προς τον εαυτό της τον νού, τον απομακρύνει από τα πολυειδή και υλικά φαντάσματα, τον βοηθεί να αδιαφορεί προς κάθε τι το σωματικό που διέρχεται μέσα από τις ηδονές και φτάνει στους λογισμούς, προσελκύοντας έτσι τον άνθρωπο προς την εμπαθή ηδονή. Ο αγωνιζόμενος για την καθαρή προσευχή αισθάνεται την ψυχή του να αποβάλει τις σαρκικές πονηρές ορέξεις και ανεβαίνει μαζί με αυτήν προς τα πάνω. Με τον αγώνα αυτόν όλος ο άνθρωπος γίνεται πνεύμα, σύμφωνα με αυτό που έχει γραφεί: «αυτός που έχει γεννηθεί από το πνεύμα είναι πνεύμα». Όλα αυτά γίνονται φανερά με την πείρα. Η αληθινή προσευχή προς τον Θεό με την αδιάλειπτη μνήμη του Θεού δίνει κατάλληλο τόπο στην ψυχή για να υποδεχτεί την χάρη του Αγίου Πνεύματος. Ο Κύριος λέει για τον Πατέρα ότι: «θα δώσει πνεύμα άγιο σε όσους τον παρακαλούν ημέρα και νύχτα».

  Κατά τον Άγιο Ιωάννη της κλίμακος  «τέλος της προσευχής είναι η αρπαγή προς τον Κύριο». Ο Άγιος Ισαάκ ονόμασε τον φωτισμό καρπό της προσευχής: «προσευχή είναι η καθαρότης του νού η οποία διασχίζεται από το φώς της αγίας τριάδος με τρόπο θαυμαστό». Η δύναμη της προσευχής ιερουργεί και τελεσιουργεί την ανάταση και την ένωση του ανθρώπου με τον Θεό. Είναι σαν σύνδεσμος των λογικών κτισμάτων προς τον κτίστη, με την προϋπόθεση ότι δια της θερμής προσευχής ο άνθρωπος θα υπερβεί τα πάθη και τους λογισμούς του, διότι είναι αδύνατο ο εμπαθής νούς να ενωθεί με το Θεό. Αυτός ο αγώνας είναι ο μεγαλύτερος κόπος κατά την προσευχή. Κάθε κόπος άλλης αρετής είναι μικρός και υποφερτός συγκρινόμενος με αυτόν. Γι’ αυτό πολλοί απογοητευμένοι από την στενότητα της αρετής που αποκτάται με την προσευχή, δεν προχωρούν και δεν πετυχαίνουν το πλάτος των χαρισμάτων της. Αυτοί που υπομένουν τον αγώνα της προσευχής υποδέχονται μεγαλύτερες θείες βοήθειες, προχωρούν μπροστά γευόμενοι την χαρά και την γλυκύτητα της. Αυτές οι εμπειρίες κάνουν πιο εύκολη την προσευχή και εμβάλουν στον άνθρωπο αγγελική ικανότητα. Δυναμώνουν την φύση μας και μας δίνουν τη βεβαιότητα ότι επικοινωνούμε με αυτά που υπάρχουν πάνω από την ανθρώπινη πραγματικότητα.

  Τέτοια είναι η φύση της προσευχής, η οποία ανεβάζει τον άνθρωπο από τη γή στον ουρανό. Τον παρουσιάζει στον ίδιο τον Θεό του παντός. Εκεί που για εξιλασμό του κόσμου προσφέρεται στον Θεό η αναίμακτη, μεγάλη και πραγματικά ευπρόσδεκτη θυσία. Η παραίνεση του Κυρίου για την ιδιαίτερη προσευχή μας στα σπίτια ή στα δωμάτια μας ενισχύει την προσευχή προς τον Θεό στην εκκλησία. Εκείνος που θέλει να προσεύχεται μονάχα όταν έρθει στο ναό του Θεού, δεν φροντίζει όμως καθόλου για την προσευχή στο σπίτι του και στους δρόμους και στις αγορές, στην πραγματικότητα δεν προσεύχεται ούτε όταν βρίσκεται στον ναό του Θεού. Αν όμως, πρίν από κάθε έργο που έχουμε να πραγματοποίησουμε στην ημέρα που αρχίζει, ασφαλίζουμε την ψυχή μας με τους ύμνους προς τον Θεό και τις προσευχές, ο αντίπαλος δεν θα έχει θέση μέσα μας. Θα απομακρυνθεί δε μαζί με αυτόν και όλη η γύρω του φατρία των κακών που μας κάνουν να βασανιζόμαστε. Ο Θεός θα κοσμήσει τις ψυχές μας με την καθημερινή προσευχή, και θα τις γεμίσει με συμμετρία και σωφροσύνη με δικαιοσύνη και πραότητα και ταπείνωση. Θα μας δώσει το χάρισμα να συνδεόμαστε μεταξύ μας δια της αγάπης. Θα ζήσουμε ειρηνική και ευλογημένη ζωή, έχοντας ανάμεσα μας τον Βασιλιά της ειρήνης Χριστό.
   Γι΄αυτόν ακριβώς τον λόγο, η Εκκλησία του Θεού κάθε πρωί πρίν από οποιοδήποτε άλλο έργο αρχίζει με τις ιερές κωδωνοκρουσίες ελκύοντας τους χριστιανούς και προσκαλώντας τους στις ιερές συνάξεις της προσευχής. Γιατί η καθημερινή συνομιλία προς τον Θεό με προσευχή και ψαλμωδία κατευνάζει τα πάθη του κόσμου, αναστέλλει την τάση προς την πλεονεξία, αμβλύνει τον εγωισμό μας και καθαιρεί τον φθόνο. Η καθημερινή προσευχή της Εκκλησίας, χαρίζει κάθε ειρήνη, ευνομία, αλλά και ευμάρεια στις πόλεις, στα σπίτια, στις ψυχές και στα σώματα. Ευλογεί η χάρη της προσευχής αυτούς που ζούν σε συζυγία, και όσους ακολουθούν το μοναχικό βίο και είναι γενικά η προσευχή έδρα και ασφάλεια όλων των καλών, και ανατροπή και λύτρωση κάθε κακίας και δυσχερείας».