Δευτέρα 25 Ιουλίου 2022

Άθεοι χριστιανοί και χριστιανοί άθεοι Dogma 25 Ιουλίου 2022

χριστιανοί

«Άθεοι χριστιανοί και χριστιανοί άθεοι», γράφει ο π. Ανδρέας Αγαθοκλέους

Είναι κάποιοι που διατείνονται ότι δεν πιστεύουν στο Θεό και, βέβαια, δεν προσεύχονται, δεν εκκλησιάζονται, δε νηστεύουν.  Όχι για να το «παίξουν άθεοι», προβάλλοντας στους άλλους την αθεΐα τους. Με σοβαρότητα χωρίς ειρωνεία για τους πιστούς, κατάληξαν σε αυτή την τοποθέτηση για κάποιους προσωπικούς τους λόγους.

Κι όμως, στη ζωή τους έχουν μια τέτοια συμμετοχή στον πόνο του συνανθρώπου τους, που παραπέμπει στη χριστιανική αλληλεγγύη.  Στην καθημερινότητά τους είναι τόσο κοινωνικοί, όχι με τις επιφανειακές κοινωνικές εκδηλώσεις αλλά με την ενότητα και τη συμμετοχή στη δυσκολία αλλά και στην ευημερία του διπλανού τους, που θυμίζει την εν Χριστώ κοινωνία των προσώπων.

Δεν ξέρουν την υποκρισία, δεν αγαπούν το ψέμα, δεν κρύβονται για να δείξουν άλλον εαυτόν.  Γίνονται θυσία για τους εμπερίστατους, αγκαλιάζουν τους μοναξιασμένους και απορριμένους της κοινωνίας.  Κατανοούν πλήρως το λόγο του Χριστού, κι ας μη γνωρίζουν ποιος το είπε, ότι «οι τελώνες και οι πόρνες θα είναι πιο μπροστά από τους θρήσκους».  Συνεννοούνται με τα «καθάρματα του κόσμου», γιατί, φαίνεται, έχουν την απλότητα και την ειλικρίνεια που ενώνει καρδιακά τους ανθρώπους ό,τι και να ’ναι.

Κι είναι κάποιοι χριστιανοί που λένε ότι πιστεύουν στο Θεό, προσεύχονται, εκκλησιάζονται, νηστεύουν. Ό,τι κάνουν το κάνουν «προς το θεαθήναι τοις ανθρώποις».  Είναι επιθετικοί στους μη πιστούς, λες και επιδιώκουν να γίνουν σωτήρες τους ή σωτήρες της εκκλησίας.

Στη ζωή τους έχουν τέτοια σκληρότητα στον ανθρώπινο πόνο, λες και δεν ένιωσαν ποτέ την αγάπη του Θεού που «κάνει το έλεός Του να γινόμαστε ελεήμονες» (Άγιος Ισαάκ ο Σύρος).  Στην καθημερινότητά τους έχουν τέτοια φιλαυτία που τους κάνει αντικοινωνικούς, ά-φιλους και εγωκεντρικούς ώστε να απωθούν τους γύρω τους.

Φαίνονται ατσαλάκωτοι, χωρίς πτώσεις και αμαρτίες, όλα καλά και τέλεια.  Διαχωρίζουν τους εαυτούς τους από τους άλλους, που δεν έχουν την ίδια με αυτούς εξωτερική εικόνα.  Δεν κλαίνε και δεν αποκαλύπτουν την αποτυχία τους.  Κοντά τους νιώθεις στεναχώρια, κάτι να σε απωθεί, καθόλου οικεία.

Από τη μια η θεωρητική αθεΐα αντιμάχεται την πρακτική πίστη.  Είναι χριστιανοί «κι ας έχουν θεωρηθεί άθεοι», κατά την αρχαία αντίληψη του σπερματικού λόγου.  Από την άλλη η θεωρητική πίστη αντιμάχεται την πρακτική αθεΐα.

Ο Χριστός αγκάλιασε τους πρώτους και μίλησε αυστηρά για τους δεύτερους.  Τότε και τώρα σημασία δεν έχει τι λέμε αλλά τι ζούμε.  «Στη βασιλεία του Θεού δε θα μπει όποιος μου λέει «Κύριε, Κύριε», αλλά όποιος κάνει το θέλημα του ουράνιου Πατέρα μου» (Ματθ. 7,21).

Ωστόσο,  την αλλαγή την ενεργεί το Πνεύμα το Άγιο που μιλά κατευθείαν στην καρδιά που ταπεινώνεται, ποθεί κι αναζητά, ακόμα κι αν τα λόγια λένε διαφορετικά.

Πηγή: Ησυχαστήριο Αγίας Τριάδος

Τετάρτη 30 Μαρτίου 2022

Η επιτυχία της προσευχής και η ολοκληρωτική προσκόλληση στον Θεό


527. Η απόδειξις του ελέους του Κυρίου ή της Υπεραγίας Μητρός του σε μας, κατόπιν ή κατά τη διάρκεια της προσευχής, είναι η ειρήνη της καρδιάς, ιδίως μετά την ενέργεια κάποιου πάθους, που έχει ως αποτέλεσμα την απουσία της πνευματικής ειρήνης. Μ’ αυτή την ειρήνη της καρδιάς και την κατάνυξι, μπορούμε επίσης να καταλάβουμε ότι η προσευχή μας εισακούσθηκε και η χάρις που ζητήσαμε μας δόθηκε. Η επιτυχία της προσευχής, εξ άλλου, αναγνωρίζεται και με την πνευματική δύναμι που αποκτάμε εσωτερικά για την εκπλήρωσι την χριστιανικών μας καθηκόντων, καθώς και με το εσωτερικό φως που κατακλύζει την ψυχή μας.

528. Ολόκληρος ο κόσμος δεν είναι ισοστάσιος με την πιστή ψυχή του ανθρώπου. Τι είναι ο υλικός κόσμος; Ένα σύνολο από αβεβαιότητες και φθορά. Δεν μπορούμε να τον εμπιστευθούμε σε τίποτε. Όλα είναι εύθραυστα και παροδικά. Η καρδιά μας λοιπόν δεν έχει πουθενά να στηριχθή εκτός από τον ένα Θεό, που δημιούργησε εκ του μηδενός τον κόσμο, τον συνέχει και του δίνει ζωή. Όπου αλλού και αν στηριχθής, εκτός του Θεού, θα νοιώσης τον θάνατο μέσα στην καρδιά σου. Ενώ η ολοκληρωτική προσκόλλησις στον Θεό είναι ζωή.

(Η εν Χριστώ ζωή μου - Αγ. Ιωάννου της Κροστάνδης, εκδόσεις Παπαδημητρίου, σελ. 219-220)

Βιώνοντας την αγωνία τής ανθρωπότητας μέσω τής υπέρ τού κόσμου προσευχής Αρχιμανδρίτου Σωφρονίου (Σαχάρωφ)

 

 

Πηγή: "Περί Προσευχής" Αρχιμανδρίτου ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ (Σαχάρωφ). Μετάφρασις εκ του Ρωσικού Ιερομονάχου Ζαχαρίου. Ιερά Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή Μονή Τιμίου Προδρόμου. Έσσεξ Αγγλίας 1993.

 

Από των νεανικών μου χρόνων ευρίσκομαι εν θλιβερά αμηχανία εκ της εκτυλισσομένης ενώπιον μου σκηνής. Υπήρξαν όμως ώραι παραδόξου θριάμβου, ότε η άκρα μωρία των πάντων διεβεβαίου εμέ περί της αναποφεύκτου παρουσίας ενός άλλου «πόλου» εν τω είναι του κόσμου – της Σοφίας. Δεν έφθασα Αυτήν, αλλ’ εξέχεεν Αύτη εις την ψυχήν μου την ελπίδα της μεταμορφώσεως όλης της κτίσεως, και η προσευχή περί του κόσμου παντός ανεζωπυρούτο εν τη καρδία μου και το ανέσπερον Φως εθεράπευε την ψυχήν μου.

 

Κατά την υπερ των ανθρώπων προσευχήν η καρδία αισθάνεται ενίοτε την πνευματικήν ή την ψυχικήν κατάστασιν εκείνων, περί των οποίων απευθύνει εις τον Θεόν την προσευχήν. Χάριν τούτου ο πνευματικός δύναται να βιώση τα «πεπρωμένα» αυτών: την ικανοποίησιν και την ευτυχίαν εν τη αγάπη, την εξάντλησιν εν τοις καμάτοις, τους φόβους εκ των επερχομένων επ’ αυτούς συμφορών, την φρίκην της απογνώσεως και τα όμοια αυτών. Μνημονεύων τους ασθενείς ενώπιον του Κυρίου ο πνευματικός κλίνει επί των κλινών εκατομμυρίων ανθρώπων, οίτινες καθ’ εκάστην στιγμήν αντιμετωπίζουν τον θάνατον και διατελούν εν μαρτυρική αγωνία. Στρέφων την προσοχήν αυτού προς τους αποθνήσκοντας, φυσικώ τω τρόπω, ο ιερεύς μεταφέρεται νοερώς εις εκείνον τον κόσμον και μετέχει ή της ησύχου παραδόσεως της ψυχής εις τον Θεόν ή του τρόμου αυτής ενώπιον του αγνώστου, όπερ πλήττει την φαντασίαν, πριν ή φθάση αυτό τούτο το γεγονός της αποχωρήσεως εκ του κόσμου τούτου. Και εάν η στάσις πλησίον της στρωμνής και μόνον ενός εν αγωνία αποθνήσκοντος δίδη εις ημάς όρασιν, ήτις συγκλονίζει δια της αντιθέσεως αυτής προς την αντίληψιν ημών περί του πρωτοκτίστου ανθρώπου, τότε η σκέψις του πνεύματος ημών περί όλων των πασχόντων επί της γης υπερβαίνει το μέτρον της αντοχής του ψυχισμού και του σώματος εισέτι.

Δια τον ιερέα και τον πνευματικόν είναι άκρως σημαντικόν το δίλημμα, τί να ποιήση: Να κλείση εις πάντα τους οφθαλμούς αυτού χάριν του φυσικού εις όλους ημάς ενστίκτου επιβιώσεως, ή να πορευθή περαιτέρω; Άνευ του προκαταρκτικού αγώνος της βαθείας μετανοίας κατά την άνωθεν δωρεάν τούτο το «περαιτέρω» είναι απρόσιτον εις τον άνθρωπον. Κατ’ ουσίαν πρόκειται περί του αν θα ακολουθήση τις τον Χριστόν εις τον κήπον της Γεθσημανή και τον Γολγοθάν, ίνα ζήση μετ’ Αυτού, δια της δυνάμεως Αυτού, την τραγωδίαν του κόσμου ως ιδίαν αυτού τραγωδίαν· ίνα υπεράνω του χρόνου και του χώρου περιπτυχθή εν τω πνεύματι της ελεήμονος αγάπης όλον το γένος ημών, όπερ κατήλθεν εις βυθόν αλύτων συγκρούσεων. Το ότι δεν ενθυμούμεθα, έτι δε και απερρίψαμεν την πρωταρχικήν ημών κλήσιν, συνιστά τον πυρήνα της παγκοσμίου τραγωδίας. Το πανωλέθριον πάθος της υπερηφανίας υπερνικάται μόνον δια της ολοκληρωτικής μετανοίας, δια της οποίας κατέρχεται επί του ανθρώπου η ευλογία της ταπεινώσεως του Χριστού, ήτις απεργάζεται ημάς τέκνα του ουρανίου Πατρός.

Ουχί μόνον η ψυχοφυσική σύστασις ημών αρνείται να περιληφθή εις την κοσμοσωτήριον προσευχήν και θυσίαν της αγάπης του Ιησού Χριστού, αλλά και το πνεύμα ημών φοβείται τούτο, και ο νους δεν είναι εις θέσιν να υψωθή «εκεί», εις το όρος, το πνευματικώς υψηλότερον όλων των άλλων ορέων, όπου ο Κύριος παρέδωκε το πνεύμα Αυτού εις τας χείρας του Πατρός. «Παρά ανθρώποις αδύνατον, αλλ’ ου παρά Θεώ· πάντα γαρ δυνατά εστι παρά τω Θεώ» (Μάρκ. 10,27). Η ανάβασις προς τα «εκεί» πραγματοποιείται άνευ προκαταρκτικής ιδέας περί του γεγονότος τούτου. Η ψυχή κατά φυσικόν τρόπον ανυψούται, θα έλεγε τις, δια προσευχής μετανοίας περί των ιδίων αυτής αμαρτιών, περί της ιδίας αυτής πτώσεως, ήτις ενοί δια της καταστάσεως αυτής την ψυχήν μεθ’ όλων των παρελθόντων αιώνων της ιστορίας της ανθρωπότητος. Και τούτο συμβαίνει αίφνης, απροσδοκήτως ακουσίως. Η ψυχή εν τω εντατικώ κλαυθμώ δι’ εαυτήν, κατά την δωρεάν του Πνεύματος του Αγίου, εισάγεται οντολογικώς εις την ουσίαν της αμαρτίας ημών –εν τη μεταφυσική αυτής διαστάσει– ως εκπτώσεως εκ της μακαρίας και ακηράτου ζωής εν τω Φωτί, τω εκπορευομένω εκ του Προσώπου του Πατρός των πάντων. Τούτο δεν είναι φιλοσοφικός στοχασμός, ούτε διανοητική θεολογία. Είναι δεδομένον του είναι ημών: Εν τη πτώσει του Αδάμ η ανθρωπότης απέρριψε τον Θεόν. Όντως είναι φοβερόν πράγμα το ότι εν τη τυφλώσει ημών δεν βλέπομεν την ιδίαν ημών αμαρτίαν. Η φύσις αυτής διανοίγεται εις ημάς δια της πίστεως εις την Θεότητα του Χριστού.

«Είπεν … ο Ιησούς· Εγώ υπάγω και ζητήσετε Με, και εν τη αμαρτία υμών αποθανείσθε· όπου Εγώ υπάγω, υμείς ου δύνασθε ελθείν … υμείς εκ των κάτω εστέ, Εγώ εκ των άνω ειμί· υμείς εκ του κόσμου τούτου εστέ, Εγώ ουκ ειμί εκ του κόσμου τούτου. Είπον ουν υμίν ότι αποθανείσθε εν ταις αμαρτίαις υμών· εάν γαρ μη πιστεύσητε ότι Εγώ ειμι (ο Ποιήσας υμάς), αποθανείσθε εν ταις αμαρτίαις υμών. Έλεγον ουν Αυτώ· Συ τίς εί; Και είπεν αυτοίς ο Ιησούς· την αρχήν ό,τι και λαλώ υμίν» (Ιωάν. 8,21-25).

Ούτω βλέπομεν ότι η προσωπική ημών αμαρτία είναι αμαρτία όλου του ανθρωπίνου γένους. Και η ιερατική προσευχή περί της αφέσεως των αμαρτιών του κόσμου είναι μετάνοια υπέρ όλης της ανθρωπότητος. Συγχωρήσατε μοι: Δεν δύναμαι να εκφράσω καταλλήλως εκείνο περί του οποίου γίνεται λόγος. Ο αληθώς μετανοών δια τα εγκλήματα αυτού εναντίον της Πατρικής αγάπης μεταφέρεται δια της δυνάμεως του Ιδίου του Θεού εις εκείνην την νυν μυστηριώδη δι’ ημάς σφαίραν. Είμαι μικρός άνθρωπος, αλλ’ ανήκω εις το μέγα σώμα της πανανθρωπότητος, και δεν δύναμαι να αποσπάσω εμαυτόν εξ εκείνου. Κατ’ αρχάς ζω την αμαρτίαν μου ως ιδίαν και μόνον· έπειτα δε αποκαλύπτεται εις εμέ ότι αύτη είναι η αμαρτία εκείνη, ήτις περιγράφεται εν τη Γραφή, εν τω βιβλίω της Γενέσεως (βλ. κεφ. 3). Είμαι μηδαμινός, αλλά το τελούμενον εν εμοί δεν είναι ασήμαντον· δεν είναι άνευ αξίας ούτε προ των οφθαλμών του Δημιουργού μου. Και Αυτός ο Ίδιος δεν «εκένωσεν» Εαυτόν μέχρις άκρας «εξουθενώσεως», ασυλλήπτου δι’ ημάς; Εποίησε τούτο ών κατά την φύσιν Αυτού απείρως μέγας Θεός· και τούτο, ίνα σώση ημάς.

Ιδού επί πολλά ήδη έτη προσπαθώ να πείσω τους προσερχομένους εις εμέ, όπως εκλαμβάνουν τας δοκιμασίας τας οποίας συναντούν ουχί μόνον εν τοις ορίοις της ατομικής αυτών υπάρξεως, αλλά και ως αποκάλυψιν περί του πώς ζη και έζη σύμπασα η ανθρωπότης κατά τας παρελθούσας χιλιετίας. Παν βίωμα και χαράς και πόνου, δύναται να αποβή δι’ ημάς νέα γνώσις, απαραίτητος δια την σωτηρίαν ημών. Όταν ζώμεν εντός ημών των ιδίων όλον το γένος των ανθρώπων, όλην την ιστορίαν της ανθρωπότητος, τότε διαρρηγνύομεν το κλειστόν κύκλωμα της «ατομικότητος» ημών και εξερχόμεθα εις τας πλατείας εκτάσεις της «υποστατικής» μορφής του είναι, γινόμενοι νικηταί του θανάτου, μέτοχοι της θείας απειρότητος.

Η θαυμαστή αύτη οδός εις ουδένα είναι γνωστή ει μη εις τους χριστιανούς. Κατ’ αρχάς η πείρα της τοιαύτης εξόδου εκ της στενής φυλακής του ατόμου δύναται να φανή παράδοξος. Ημείς οι ίδιοι είμεθα συντετριμμένοι υπό των ημετέρων παθημάτων, και πού θα ανεύρωμεν δύναμιν πνεύματος να περιβάλωμεν μετ’ ευσπλαχνίας τα εκατομμύρια εκείνα των ανθρώπων, άτινα καθ’ εκάστην δεδομένην στιγμήν πάσχουν ομοίως προς ημάς και ενδεχομένως πλείον ημών; Εάν έχωμεν χαράν, τούτο είναι τρόπον τινά ευκολώτερον δι’ ημάς, αλλ’ όταν δεν είμεθα ικανοί να αντεπεξέλθωμεν προς τον πόνον ημών, η ευσπλαγχνία προς το πλήθος των πασχόντων μόνον αυξάνει το ήδη αφόρητον μαρτύριον ημών. Παρά ταύτα επιχειρήσατε τούτο και θα ίδητε ότι εν τω βαθεί θρήνω της προσευχής δι’ όλην την πάσχουσαν ανθρωπότητα θα εμφανισθή ενέργεια άλλου είδους, ουχί εκ του κόσμου τούτου. Η νέα αύτη μορφή συμ-παθείας, κατερχομένη άνωθεν, διαφέρει της πρώτης, ήτις είναι ερμητικώς κεκλεισμένη εις εαυτήν, δια του ότι δεν αποκτείνει πλέον αλλά ζωοποιεί ημάς. Οι ορίζοντες της προσωπικής ημών ζωής πλατύνονται απείρως και πολλά χωρία του Ευαγγελίου και των Επιστολών γίνονται κατανοητά ως να επρόκειτο περί λόγου δι’ ημάς αυτούς … εισέτι δε: περί ημετέρου ήδη λόγου. Επί παραδείγματι: «Πάσα παιδεία προς μεν το παρόν ου δοκεί χαράς είναι, αλλά λύπης, ύστερον δε καρπόν ειρηνικόν τοις δι’ αυτής γεγυμνασμένοις αποδίδωσι δικαιοσύνης» (Εβρ. 12,11). Δια του ανοίγματος ημών εις μείζονα εν πνεύματι παθήματα υπερνικώμεν την ατομικήν ημών δοκιμασίαν. Ιδιαιτέρως θα συμβή ούτως εν τω τέλει: Δια του θανάτου νικάται ο θάνατος και επικρατεί η δύναμις της αναστάσεως.

Είναι απαραίτητον εις πάντας ημάς να προσευχώμεθα εκτενώς, ίνα δια της φλογεράς και πολυετούς προσευχής, ιδιαιτέρως της μετανοίας, μεταμορφώσωμεν την πεπτωκυΐαν ημών φύσιν τοσούτον ώστε να καταστή ικανή να αφομοιώση την αποκαλυφθείσαν εις ημάς Άναρχον Αλήθειαν. Και τούτο πριν ή απέλθωμεν του κόσμου τούτου. Ο Χριστός, ο αποκαλύψας εις ημάς εν τη σαρκί ημών την Αλήθειαν ταύτην, ελκύει ημάς προς Εαυτόν και καλεί ημάς να ακολουθήσωμεν οπίσω Αυτού. Η αιώνιος ημών μετ’ Αυτού διαμονή εν τη ασαλεύτω Βασιλεία εξαρτάται εκ της απαντήσεως ημών εις την κλήσιν Αυτού. Το άμετρον μεγαλείον του προ ημών ισταμένου έργου εμπνέει φόβον εις την καρδίαν και τον νουν ημών· φόβον αγάπης, διότι υπάρχει το ενδεχόμενον να αποδειχθώμεν τελείως ανάξιοι του Θεού· φόβον ενώπιον του οδυνηρού αγώνος, διότι «η Βασιλεία … βιάζεται» (Ματθ. 11,12). Η πάλη αύτη είναι απερίγραπτος. Τους ηττημένους υπό της πονηράς υπερηφανίας ή των χαμερπών παθών απειλεί το «σκότος το εξώτερον» (βλ. Ματθ. 8,12· 13,41-43). Εξ άλλου δε: «Ο νικών, δώσω αυτώ καθίσαι μετ’ Εμού εν τω θρόνω Μου, ως καγώ ενίκησα και εκάθισα μετά του Πατρός Μου εν τω θρόνω Αυτού. Ο έχων ούς ακουσάτω τί το Πνεύμα λέγει …» (Αποκ. 3,21-22).

Αναμένει ημάς μεγαλειώδης πάλη, αλλά πάλη ιδιαιτέρα, αγία, ανομοία προς τους αδελφοκτόνους πολέμους, οίτινες επλήρωσαν την ιστορίαν του κόσμου ημών από των χρόνων του πρώτου φόνου του Άβελ υπό του αδελφού αυτού Κάϊν. Ο κοινός και μόνος αληθινός εχθρός είναι η θνητότης ημών. Οφείλομεν να παλαίσωμεν μαρτυρικώς εναντίον του ζώντος εν ημίν θανάτου, βάλλοντες αρχήν εξ ημών των ιδίων. Το Ευαγγέλιον του Κυρίου ανήκει εις άλλο επίπεδον ανώτερον υπερκόσμιον: Τα πάντα εν αυτώ δεν είναι «κατά άνθρωπον», «ουδέ παρά ανθρώπου» (Γαλ. 1,11 και 12). Είναι εγκληματικόν να μειώσωμεν τας αιωνίους αυτού (του Ευαγγελίου) διαστάσεις, διότι τότε τούτο παύει να έχει δια τους ανθρώπους δύναμιν ελκτικήν, έτι δε και νόημα. Βεβαίως, αι εντολαί του Χριστού –«αγαπάτε τους εχθρούς υμών … έσεσθε … τέλειοι, ώσπερ ο Πατήρ υμών εν τοις ουρανοίς» (Ματθ. 5,44 και 48)– υπερέχουν τον νουν και την δύναμιν ημών. Ο Χριστός όμως εν τη σαρκί ημών εφανέρωσε την τελειότητα ταύτην: «Νενίκηκε τον κόσμον». Τούτο σημαίνει ότι και εις ημάς είναι δυνατόν να δοθή η νίκη εάν είμεθα μετ’ Αυτού. Ομιλών περί του λόγου Αυτού ο Χριστός ωνόμασε τούτον σπόρον: «Ο σπόρος εστίν ο λόγος του Θεού» (Λουκ. 8,11). Ας είναι ούτος εν ημίν ως σπόρος ουχί εκ του κόσμου τούτου. Μετά θάνατον, πεσών ούτος εις καταλλήλους δι’ αυτόν συνθήκας, θα δώση άφθαρτον καρπόν.

Δευτέρα 29 Νοεμβρίου 2021

Σύ Κύριε, ο Βασιλεύς µου και ο Θεός µου (Γ΄ Μέρος) Επιμέλεια σύνταξης: katanixi.gr

 



«Πρῶτος τρόπος προσκυνήσεως εἶναι ἐκεῖνος πού γίνεται κατά τή λατρεία» (Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός)

Επιμέλεια σύνταξης: katanixi.gr

Γ΄ Μέρος

«διαλείπτως προσεύχεσθε, ἐν παντί εὐχαριστεῖτε· τοῦτο γάρ θέλημα Θεοῦ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ εἰς ὑμᾶς» (Α΄ Θεσ. 5, 17-18).

Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης Δαμασκηνός, γράφει γιά τήν προσκύνηση πρός τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό ὅτι:

«Ἡ προσκύνηση λοιπόν εἶναι σημεῖο ὑποταγῆς, δηλαδή ὑποβιβασμοῦ καί ταπεινώσεως. (1)

Πόσοι, τρόποι προσκυνήσεως ὑπάρχουν;

Ὑπάρχουν πολλοί τρόποι προσκυνήσεως.

Πρῶτος τρόπος προσκυνήσεως εἶναι ἐκεῖνος πού γίνεται κατά τή λατρεία.

Τήν προσκύνηση αὐτή τήν προσφέρουμε μόνο στόν ἀπό τή φύση Του προσκυνητό Θεό, καί γίνεται μέ διάφορους τρόπους.

Πρῶτα κατά τόν τρόπο τῆς δουλείας γιατί τόν προσκυνοῦν ὅλα τά κτίσματα, ὅπως δοῦλοι τόν Δεσπότη, γιατί «διότι τά σύμπαντα εἶναι ὑποταγμένα σέ Σένα».

Καί Τόν προσκυνοῦν ἄλλοι ἑκούσια, καί ἄλλοι ἀκούσια.

Ἄλλοι δηλαδή Τόν προσκυνοῦν ἑκούσια μέ ἐπίγνωση, ὅπως οἱ εὐσεβεῖς, ἐνῶ ὅσοι ἔχουν ἐπίγνωση αὐτοῦ καί χωρίς νά θέλουν Τόν προσκυνοῦν ἀκούσια ὅπως οἱ δαίμονες.

Ἄλλοι πάλι χωρίς νά γνωρίζουν τόν κατά φύση Θεό, προσκυνοῦν ἀκούσια Αὐτόν πού ἀγνοοῦν.

Σύ Κύριε, ὁ Βασιλεύς µου καί ὁ Θεός µου!!!

Δεύτερος τρόπος προσκυνήσεως εἶναι ἐκεῖνος πού γίνεται ἀπό θαυμασμό καί πόθο.

Καί κατά τόν τρόπο αὐτόν προσκυνοῦμε τό Θεό γιά τή φυσική του δόξα γιατί εἶναι ὁ μόνος δοξασμένος, χωρίς νά ἔχει τή δόξα ἀπό κανέναν ἄλλο.

Καί εἶναι ὁ Ἴδιος αἴτιος κάθε δόξας καί κάθε ἀγαθοῦ, φῶς ἀκατάληπτο, γλυκασμός ἀσύλληπτος, κάλλος ἀπροσμέτρητο, ἄβυσσος ἀγαθότητας, σοφία ἀνεξιχνίαστη, καί δύναμη ἀπειροδύναμη.

Μόνος ἄξιος νά θαυμάζεται γιά τόν ἑαυτό Του καί νά προσκυνεῖται καί νά δοξάζεται καί νά ποθεῖται.

Σύ Κύριε, ὁ Βασιλεύς µου καί ὁ Θεός µου!!!

Τρίτος τρόπος εἶναι ἐκεῖνος πού γίνεται ἀπό εὐχαριστία, γιά τά ἀγαθά πού συμβαίνουν γιά χάρη μας.

Γιατί ὅλα τά ὄντα ὀφείλουν νά εὐχαριστοῦν τό Θεό καί νά Τοῦ προσφέρουν διαρκῆ προσκύνηση, ἀφοῦ ὅλα ἀπ’ Αὐτόν ἔχουν τήν ὕπαρξή τους καί σ’ Αὐτόν συγκροτοῦνται καί σέ ὅλα μεταδίδει ἄφθονα τίς δωρεές Του καί χωρίς τό ζητοῦν.

Καί θέλει ὅλοι νά σωθοῦν.

Καί νά μετέχουν στήν ἀγαθότητά Του.

Καί μακροθυμεῖ γιά μᾶς ὅταν ἁμαρτάνουμε, ἀνατέλλει τόν ἥλιο σέ δικαίους καί ἀδίκους καί βρέχει σέ πονηρούς καί ἀγαθούς.

Καί ὅτι ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ γιά μᾶς ἔγινε ὅτι εἴμαστε καί μᾶς ἔκανε κοινωνούς Θείας φύσεως, γιατί «θά γίνουμε ὅμοιοι μέ Αὐτόν», ὅπως λέει ὁ Ἰωάννης ὁ Θεολόγος στήν Καθολική Ἐπιστολή του”.

Σύ Κύριε, ὁ Βασιλεύς µου καί ὁ Θεός µου!!!

«Ἀδελφοί, προσεύχεσθε περί ἡμῶν» (Α΄ Θεσ. 5, 25).

Ἀδελφοί μου, ὁ καθένας μας μπορεῖ μέ τήν ἀπόκτηση τῆς ἀδιάλειπτης εὐχῆς καί νοερᾶς προσευχῆς, νά ἐπιτελέσει τό ἔργο τοῦ ἁγιασμοῦ καί τῆς ἑνώσεώς του μέ τόν Ἅγιο Τριαδικό Θεό.

Μέ τήν ὅσο τό δυνατόν συχνότερη ἐπίκληση τοῦ γλυκύτατου ὀνόματος τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἄς γεμίζει ἡ ψυχή μας μέ ἀγαλλίαση: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με»!

Ἀμήν, γένοιτο!

Συνεχίζεται…

  • 1. Τί εἶναι προσκύνηση; (Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός ΕΠΕ, Τρίτος Τόμος, Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ ἔργα). i-n-agioy-nikolaoy-toy-neoy.webnode.gr/

Σάββατο 10 Ιουλίου 2021

Ομφαλοσκοπία και ησυχαστές

 



Παρακλητικός Κανών εις τον Άγιο Γρηγόριο ο Παλαμάς Αρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης ο Θαυματουργός


†Εορτάζεται στις 14 Νοεμβρίου

Εΰλογήσαντος τοῦ ίερέως άρχόμεθα άναγινώσκοντες τον ΡΜΒ’ (142) Ψαλμόν.
Κύριε, εἰσάκουσον τῆς προσευχῆς μου, ἐνώτισαι τήν δέησίν μου ἐν τή ἀληθεία σου, εἰσάκουσόν μου ἐν τή δικαιοσύνη σού καί μή εἰσέλθης εἰς κρίσιν μετά τοῦ δούλου σου, ὅτι οὐ δικαιωθήσεται ἐνώπιόν σου πᾶς ζῶν. Ὂτι κατεδίωξεν ὁ ἐχθρός τήν ψυχήν μου, ἐταπείνωσεν εἰς γῆν τήν ζωήν μου, ἐκάθισε μέ ἐν σκοτεινοῖς ὡς νεκρούς αἰῶνος καί ἠκηδίασεν ἔπ ἐμέ τό πνεῦμά μου, ἐν ἐμοί ἐταράχθη ἡ καρδία μου. Ἐμνήσθην ἡμερῶν ἀρχαίων, ἐμελέτησα ἐν πάσι τοῖς ἔργοις σου, ἐν ποιήμασι τῶν χειρῶν σου ἐμελέτων. Διεπέτασα πρός σέ τάς χεῖράς μου, ἡ ψυχή μου ὡς γῆ ἄνυδρος σοί. Ταχύ εἰσάκουσόν μου, Κύριε, ἐξέλιπε τό πνεῦμά μου μή ἀποστρέψης τό πρόσωπόν σου ἄπ ἐμοῦ, καί ὁμοιωθήσομαι τοῖς καταβαίνουσιν εἰς λάκκον. Ἀκουστόν ποίησον μοί τό πρωί τό ἔλεός σου, ὅτι ἐπί  σοῖ ἤλπισα γνώρισον μοί, Κύριε, ὁδόν, ἐν ἤ πορεύσομαι, ὅτι πρός σέ ἤρα τήν ψυχήν μού ἐξελού μέ ἐκ τῶν ἐχθρῶν μου, Κύριε, ὅτι πρός σέ κατέφυγον. Δίδαξον μέ τοῦ ποιεῖν τό θέλημά σου, ὅτι σύ εἰ ὁ Θεός μού τό πνεῦμά σου τό ἀγαθόν ὁδηγήσει μέ ἐν γῆ εὐθεία. Ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός σου, Κύριε, ζήσεις μέ, ἐν τή δικαιοσύνη σου ἑξάξεις ἐκ θλίψεως τήν ψυχήν μου καί ἐν τῷ ἐλέει σου ἐξολοθρεύσεις τούς ἐχθρούς μου καί ἀπολεῖς πάντας τούς θλίβοντας τήν ψυχήν μου, ὅτι ἐγώ δοῦλός σου εἰμι.

Θεὸς Κύριος, καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.
Στίχος α’. Ἐξομολογεῖσθε τῷ Κυρίῳ, καὶ ἐπικαλεῖσθε τὸ ὀνομα τὸ ἅγιον αὐτοῦ.
Θεὸς Κύριος, καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.
Στίχος β’. Πάντα τὰ ἔθνη ἐκύκλωσάν με, καὶ τῷ ὀνόματι Κυρίου ἡμυνάμην αὐτοῦς.
Θεὸς Κύριος, καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.
Στίχος γ’. Παρὰ Κυρίου ἐγένετο αὕτη, καὶ ἔστι θαυμαστὴ ἐν ὀφθαλμοῖς ἡμῶν.
Θεὸς Κύριος, καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.

καὶ τὸ ἑξῆς·

Ἦχος δ΄. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ σταυρῷ.
Τοὺς παρεστῶτας τῇ σορῷ τῶν λειψάνων σου, καὶ ἐκ ψυχῆς ὀδυνηρᾶς δεομένους σου, ἐν συμπαθείᾳ οἴκτειρον σοὺς δούλους ἡμᾶς, κράζοντας καὶ λέγοντας· τὰς ἡμῶν ἱκεσίας, δέξαι καὶ ἀνάγαγε, εἰς τὸν Κτίστην τῶν ὅλων· μὴ ἀποστρέψῃς Ἅγιε κενούς, τοὺς σὲ μεσίτην πλουτοῦντας εὐπρόσδεκτον.

Δόξα. Καὶ νῦν. Θεοτοκίον.
Οὐ σιωπήσομέν ποτε Θεοτόκε, τὰς δυναστείας Σου λαλεῖν οἱ ἀνάξιοι· εἰμὴ γὰρ Σὺ προΐστασο πρεσβεύουσα, τίς ἡμᾶς ἐῤῥύσατο ἐκ τοσούτων κινδύνων; Τίς δὲ διεφύλαξεν, ἕως νῦν ἐλευθέρους; Οὐκ ἀποστῶμεν Δέσποινα ἐκ Σοῦ, Σοὺς γὰρ δούλους σώζεις ἀεί, ἐκ παντοίων δεινῶν.

Ὁ Ν΄ (50) Ψαλμός.
Ἐλέησόν με, ὁ Θεός, κατά τό μέγα ἔλεός Σου καί κατά τό πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν Σου, ἐξάλειψον τό ἀνόμημά μου. Ἐπὶ πλεῖον πλῦνόν με ἀπὸ τῆς ἀνομίας μου καί ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας μου καθάρισόν με. Ὅτι τήν ἀνομίαν μου ἐγώ γινώσκω καί ἡ ἁμαρτία μου ἐνώπιόν μου ἐστι διά παντός. Σοί μόνῳ ἥμαρτον καί τό πονηρόν ἐνώπιόν Σου ἐποίησα, ὅπως ἄν δικαιωθῇς ἐν τοῖς λόγοις Σου καί νικήσῃς ἐν τῷ κρίνεσθαί Σε. Ἰδοὺ γάρ ἐν ἀνομίαις συνελήφθην καί ἐν ἁμαρτίαις ἐκίσσησέ με ἡ μήτηρ μου. Ἰδοὺ γάρ ἀλήθειαν ἠγάπησας, τὰ ἄδηλα καί τὰ κρύφια τῆς σοφίας Σου ἐδήλωσάς μοι. Ῥαντιεῖς με ὑσσώπῳ καί καθαρισθήσομαι, πλυνεῖς με καί ὑπέρ χιόνα λευκανθήσομαι. Ἀκουτιεῖς μοι ἀγαλλίασιν καί εὐφροσύνην, ἀγαλλιάσονται ὀστέα τεταπεινωμένα. Ἀπόστρεψον τό πρόσωπόν Σου ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν μου καί πάσας τάς ἀνομίας μου ἐξάλειψον. Καρδίαν καθαράν κτίσον ἐν ἐμοί ὁ Θεός καί πνεῦμα εὐθὲς ἐγκαίνισον ἐν τοῖς ἐγκάτοις μου. Μὴ ἀποῤῥίψῃς με ἀπὸ τοῦ προσώπου Σου καί τό Πνεῦμα Σου τό Ἅγιον μὴ ἀντανέλῃς ἀπ’ ἐμοῦ. Ἀπόδος μοι τήν ἀγαλλίασιν τοῦ σωτηρίου Σου καί πνεύματι ἡγεμονικῷ στήριξόν με. Διδάξω ἀνόμους τάς ὁδούς Σου καί ἀσεβεῖς ἐπὶ σέ ἐπιστρέψουσιν. Ῥῦσαι με ἐξ αἱμάτων ὁ Θεός, ὁ Θεός τῆς σωτηρίας μου, ἀγαλλιάσεται ἡ γλῶσσα μου τήν δικαιοσύνην Σου. Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις καί τό στόμα μου ἀναγγελεῖ τήν αἴνεσίν Σου. Ὅτι, εἰ ἠθέλησας θυσίαν, ἔδωκα ἄν, ὁλοκαυτώματα οὐκ εὐδοκήσεις. Θυσίᾳ τῷ Θεῷ πνεῦμα  συντετριμμένον, καρδίαν συντετριμμένην καί τεταπεινωμένην ὁ Θεός οὐκ ἐξουδενώσει. Ἀγάθυνον, Κύριε, ἐν τῇ εὐδοκίᾳ Σου τήν Σιών καί οἰκοδομηθήτω τὰ τείχη Ἱερουσαλήμ. Τότε εὐδοκήσεις θυσίαν δικαιοσύνης, ἀναφορὰν καί ὁλοκαυτώματα. Τότε ἀνοίσουσιν ἐπὶ τό θυσιαστήριόν Σου μόσχους.

Εἶτα, ὁ Κανών.  

ᾨδὴ α΄. Ἦχος πλ. δ΄. Ὑγρὰν διοδεύσας.
Ὡς ὄργανον θεῖον τοῦ Παντουργοῦ, Γρηγόριε Πάτερ, ἱκετεύομεν σαῖς λιταῖς, ἀξίως ἀξίωσον ὑμνεῖν σε, τοὺς τὴν σορόν σου κυκλοῦντας τὴν πάντιμον.

Ψυχῶν καὶ σωμάτων τοὺς πειρασμούς, ἐξ ὕψους ἐλάσας, ἐν εἰρήνῃ διαβιοῦν, τὴν ποίμνην σου ταύτην ἧς προέστης, ἀδιαλείπτως Γρηγόριε πρέσβευε.

Χριστὸν ὁλοψύχως ἠγαπηκώς, παντὸς ἀντηλλάξω, μεγαλέμπορος γεγονώς· διὸ μιμητάς σου ἡμᾶς πάντας, τοὺς προσιόντας σοι πίστει ἀνάδειξον.

Θεοτοκίον.
Σωτῆρα τεκοῦσάν Σε καὶ Θεόν, δυσωπῶ Παρθένε, λυτρωθῆναί με τῶν δεινῶν, Σοὶ γὰρ νῦν προσφεύγων ἀνατείνω, καὶ τὴν ψυχὴν καὶ τὴν διάνοιαν.

ᾨδὴ γ΄. Οὐρανίας ἁψῖδος.
Φωταυγίας ἐκείνης τῆς ὑπὲρ νοῦν ἄνωθεν, ἧσπερ ἐνεπλήσθης ἀῤῥήτως, καὶ ὑπερέλαμψας, ὡς ἄλλος ἥλιος, ἐν τῷ τοῦ Ἄθωνος Ὄρει, καὶ ἡμᾶς ἀξίωσον, Πάτερ Γρηγόριε.

Τρικυμίαις τοῦ βίου κατακλυσθείς κράζω σοι· σοῦ τῇ μεσιτείᾳ παμμάκαρ, δεῖξον ἀνώτερον, τῆς καταιγίδος με, καὶ ἀγαθὸς κυβερνήτης, τοῦ λοιποῦ με γένοιο, Πάτερ Γρηγόριε.

Ὑψηλός σου ὁ βίος ἀσκητικῶς γέγονεν, ἡ δὲ σὴ σοφία ὑπέρλαμπρος, ὡς οὐράνιος· ὅθεν ἡ χάρις σε, εἰς τὴν λυχνίαν ἀνάγει, ὅπως φῶς τοῖς ἅπασιν, εἴης Γρηγόριε.

Θεοτοκίον.
Ἱκετεύω Παρθένε τὸν ψυχικὸν τάραχον, καὶ τῆς ἀθυμίας τὴν ζάλην, διασκεδάσαι μου, Σὺ γὰρ Θεόνυμφε, τὸν ἀρχηγὸν τῆς γαλήνης, τὸν Χριστὸν ἐκύησας, Θεομακάριστε.

Διάσωσον, ἀπὸ κινδύνους τοὺς δούλους σου θεοφόρε, ὅτι πάντες ἐν τοῖς δεινοῖς τὴν σορόν σου πλουτοῦμεν, ὡς ἄῤῥηκτον τεῖχος καὶ προστασίαν.

Ἐπίβλεψον, ἐν εὐμενείᾳ πανύμνητε Θεοτόκε, ἐπὶ τὴν ἐμὴν χαλεπὴν τοῦ σώματος κάκωσιν, καὶ ἴασαι τῆς ψυχῆς μου τὸ ἄλγος.

Αἴτησις και το Κάθισμα.
Ἦχος β΄. Πρεσβεία θερμή.

Πρεσβείαν θερμὴν καὶ κραταιὰν βοήθειαν, αἰτοῦμεν ἐκ σοῦ, οἱ θλίψεσι πυρούμενοι, ἐκτενῶς βοῶντες καὶ λέγοντες· εὐσυμπάθητε πρόφθασον, καὶ ἐκ κινδύνων λύτρωσαι ἡμᾶς, τοὺς πόθῳ τιμῶντας τὴν μνήμην σου.

ᾨδὴ δ΄. Εἰσακήκοα Κύριε.
Σοὶ προσπίπτομεν Ἅγιε, καὶ τὴν προστασίαν σου ἐξαιτούμεθα, δίδου πᾶσι τὰ αἰτήματα, καὶ πταισμάτων λύσιν Χριστομίμητε.

Παραμύθιον ἔχει σε, ὁ Θεσσαλονίκης λαὸς καὶ καύχημα· τὴν γὰρ μνήμην σου γεραίροντες, τοὺς ἐχθροὺς τροποῦνται τοὺς τῆς Δύσεως

Ῥωμαλαίῳ φρονήματα, πρὸς τοὺς ἐκ τῆς Ἄγαρ ἀχθεὶς ἐνήθλησας, καὶ ὡς Μάρτυρα ἀναίμακτον, ὁ Χριστὸς δοξάζει σε Γρηγόριε.

Θεοτοκίον.
Ἀπολαύοντες Πάναγνε, τῶν Σῶν δωρημάτων εὐχαριστήριον, ἀναμέλπομεν ἐφύμνιον, οἱ γινώσκοντές Σε Θεομήτορα.

ᾨδὴ ε΄. Φώτισον ἡμᾶς.
Ὄμβρησον ἡμῖν, ὑετοὺς τοὺς τῶν θαυμάτων σου, καὶ τὰς ἀρούρας τῶν ψυχῶν ἄρδευσον, ἵνα καρπόν, προσάγωμέν σοι τὴν εὐλάβειαν.

Ξένα καὶ φρικτά, ἡ πανίερος διήγησις, ἀνακηρύττει σου τὰ θαυμάσια, ἐξ ὧν μετάδος, τοῖς δούλοις σου Δέσποτα.

Νέον σε πλουτεῖ, κατὰ Παῦλον ἀρχιτέκτονα, ὁ λογικὸς τῆς Ἐκκλησίας ναός· ὅθεν κραυγάζω σοι· θεῖον κἀμὲ δεῖξον τέμενος.

Θεοτοκίον.
Ἴασαι Ἁγνή, τῆς ψυχῆς μου τὴν ἀσθένειαν, ἐπισκοπῆς Σου ἀξιώσασα, καὶ τὴν ὑγείαν, τῇ πρεσβείᾳ Σου παράσχου μοι.

ᾨδὴ στ΄. Τὴν δέησιν ἐκχεῶ.
Μωρίαν, τοῦ Βαρλαὰμ ἀπέδειξας, καὶ σαθρὰν τὴν ἐπιστήμην θεόφρον, τὴν ἐν Θαβώρ, καταστρέφουσαν δόξαν, καὶ τῷ φωτὶ τῶν δικαίων ἀνταίρουσαν, οὗ δέομαί σου ἐκτενῶς, τὴν ψυχήν μου ἀξίαν ἀνάδειξον.

Λαλεῖταί σου, πανταχοῦ τὸ ἔνθεον, καὶ πανίερον καὶ ἔνδοξον τέλος· καὶ γὰρ τὸ φῶς, ᾧ συνεῖπας εὐσθενῶς, τὴν σὴν σκηνὴν καταλάμψαν ἐδόξασε, καὶ ἔδειξεν ὡς ἀληθῶς, Πρωτομάρτυρος χρῶτα τὸ εἶδός σου.

Κακίστην, καὶ δυσσεβῆ ἀπήλεγξας, τὴν προσθήκην ἐν Συμβόλῳ τῷ θείῳ, θεολογῶν, καὶ δεικνύων ἀφύκτως, τὴν δυαρχίαν ἐντεῦθεν εἰσάγεσθαι· διδάσκαλον οὖν ἡ σεπτή, Ἐκκλησία πλουτεῖ σε Γρηγόριε.

Θεοτοκίον.
Ὡς τεῖχος, καταφυγῆς κεκτήμεθα, καὶ ψυχῶν Σε παντελῆ σωτηρίαν, καὶ πλατυσμόν, ἐν ταῖς θλίψεσι Κόρη, καὶ τῷ φωτί Σου ἀεὶ ἀγαλλόμεθα, ὦ Δέσποινα καὶ νῦν ἡμᾶς, τῶν παθῶν καὶ κινδύνων διάσωσον.

Διάσωσον, ἀπὸ κινδύνους τοὺς δούλους σου θεοφόρε, ὅτι πάντες ἐν τοῖς δεινοῖς τὴν σορόν σου πλουτοῦμεν, ὡς ἄῤῥηκτον τεῖχος καὶ προστασίαν.

Ἄχραντε, ἡ διὰ λόγου τὸν Λόγον ἀνερμηνεύτως, ἐπ’ ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν τεκοῦσα δυσώπησον, ὡς ἔχουσα μητρικὴν παῤῥησίαν.

Αἴτησις καὶ τὸ Κοντάκιον.
Ἦχος β΄. Προστασία τῶν Χριστιανῶν.

Προστασίαν ἐν τοῖς πειρασμοῖς σὲ κεκτήμεθα, σὲ μεσίτην πρὸς τὸν Ποιητὴν προβαλλόμεθα, οἱ κατάκριτοι καὶ ὑπεύθυνοι κακῶν πολλῶν, καὶ νῦν πρόφθασον, θεῖε Πάτερ, εἰς τὴν βοήθειαν ἡμῶν, τῶν θερμῶς κραυγαζόντων σοι· τάχυνον εἰς πρεσβείαν, καὶ ῥῦσαι παθῶν παντοίων, ποίμνην ὅλην δεομένην σου.

Προκείμενον.
Τὸ στόμα μου λαλήσει σοφίαν καὶ ἡ μελέτη τῆς καρδίας μου σύνεσιν.
Στ. Ἀκούσατε ταῦτα πάντα τὰ ἔθνη, ἐνωτίσασθε πάντες οἱ κατοικοῦντες τὴν οἰκουμένην.

Εὐαγγέλιον ἐκ τοῦ κατὰ Ἰωάννην (Κεφ. ι΄ 9-16).
Εἶπεν ὁ Κύριος· ἐγώ εἰμι ἡ θύρα· δι’ ἐμοῦ ἐάν τις εἰσέλθῃ, σωθήσεται καὶ εἰσελεύσεται καὶ ἐξελεύσεται καὶ νομὴν εὑρήσει. Ὁ κλέπτης οὐκ ἔρχεται εἰ μὴ ἵνα κλέψῃ καὶ θύσῃ καὶ ἀπολέσῃ· ἐγὼ ἦλθον ἵνα ζωὴν ἔχωσι καὶ περισσὸν ἔχωσιν. Ἐγώ εἰμι ὁ ποιμὴν ὁ καλός. Ὁ ποιμὴν ὁ καλὸς τὴν ψυχὴν αὐτοῦ τίθησιν ὑπὲρ τῶν προβάτων· ὁ μισθωτὸς δὲ καὶ οὐκ ὢν ποιμήν, οὗ οὐκ εἰσὶ τὰ πρόβατα ἴδια, θεωρεῖ τὸν λύκον ἐρχόμενον καὶ ἀφίησι τὰ πρόβατα καὶ φεύγει· καὶ ὁ λύκος ἁρπάζει αὐτὰ καὶ σκορπίζει τὰ πρόβατα. Ὁ δὲ μισθωτὸς φεύγει, ὅτι μισθωτός ἐστι καὶ οὐ μέλει αὐτῷ περὶ τῶν προβάτων. Ἐγώ εἰμι ὁ ποιμὴν ὁ καλός καὶ γινώσκω τὰ ἐμὰ καὶ γινώσκομαι ὑπὸ τῶν ἐμῶν· καθὼς γινώσκει με ὁ Πατὴρ, κἀγὼ γινώσκω τὸν Πατέρα καὶ τὴν ψυχήν μου τίθημι ὑπὲρ τῶν προβάτων. Καὶ ἄλλα πρόβατα ἔχω, ἃ οὐκ ἔστιν ἐκ τῆς αὐλῆς ταύτης· κἀκεῖνά με δεῖ ἀγαγεῖν καὶ τῆς φωνῆς μου ἀκούσουσι καὶ γενήσεται μία ποίμνη, εἷς ποιμήν.

Δόξα.
Ταῖς τοῦ Ἱεράρχου πρεσβείαις, Ελεήμον, εξάλειψον τα πλήθη των εμών εγκλημάτων.

Καὶ νῦν.
Ταῖς τῆς Θεοτόκου πρεσβείαις, Ελεήμον, εξάλειψον τα πλήθη των εμών εγκλημάτων.

Στίχ. Ἐλέησόν με, ὁ Θεός…
Προσόμοιον.
Ἦχος πλ. β΄. Ὅλην ἀποθέμενοι.

Μέγαν ἀντιλήπτορα, σὲ κεκτημένη καυχᾶται, Γρηγόριε Δέσποτα, ἡ σὴ ποίμνη ἔχουσα, τὴν σὴν λάρνακα, καὶ πιστῶς ᾄσμασι, τὴν σεπτὴν σήμερον, καταστέφει καὶ γεραίρει σου, μνήμην τὴν πάντιμον, καὶ τὴν εὐλογίαν καρποῦταί σου, ἄνωθεν καταβαίνουσαν, διὰ τὴν τιμὴν τῶν λειψάνων σου· θεῖε Ἱεράρχα, λαμπρότατε σοφώτατε φωστήρ, μὴ νῦν παρίδῃς τὴν δέησιν, τῶν παρακαλούντων σε.

Σῶσον ὁ Θεός τόν λαόν σου …..

ᾨδὴ ζ΄. Οἱ ἐκ τῆς Ἰουδαίας.
Κραταιόν σε προστάτην, ἐκ Θεοῦ εὑραμένη ἡ θεία ποίμνη σου, κατέχει σου ἐν κόλποις, ἐχέγγυον ἀγάπης, τὴν σορὸν τῶν λειψάνων σου, ἀναβοῶσα πιστῶς· ὁ Θεὸς εὐλογητὸς εἶ.

Θελητὴν τοῦ ἐλέους, σὺ ἐκήρυξας πᾶσι Χριστὸν τὸν Κύριον, ῥυσθῆναι γοῦν κινδύνων, λοιμοῦ καὶ ἀνομβρίας, τοὺς βοῶντας ἱκέτευε· ὁ τῶν Πατέρων ἡμῶν, Θεὸς εὐλογητὸς εἶ.

Ἡμέρας ἀνεσπέρου, καὶ φωτὸς ἀϊδίου υἱὸς γενόμενος, τοὺς πίστει προσιόντας, τῇ λάρνακί σου μάκαρ, ἀναμέλπειν καταύγασον· ὁ τῶν Πατέρων ἡμῶν, Θεὸς εὐλογητὸς εἶ.

Θεοτοκίον.
Θησαυρὸν σωτηρίας, καὶ πηγὴν ἀφθαρσίας τὴν Σὲ κυήσασαν, καὶ πύργον ἀσφαλείας, καὶ θύραν μετανοίας, τοῖς κραυγάζουσιν ἔδειξας· ὁ τῶν Πατέρων ἡμῶν, Θεὸς εὐλογητὸς εἶ.

ᾨδὴ η΄. Τὸν Βασιλέα.
Τῆς Ἐκκλησίας, τὸν οὐρανὸν καταλάμπων, ὡς ἀστὴρ ἀπλανὴς διασώζεις, τοὺς ὑπερυψοῦντας, Χριστὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.

Τῶν ἰαμάτων, σὲ ἐνεργὸν πᾶς τις ἔγνω, τῶν θερμῶς αἰτούντων σου τὴν χάριν, καὶ πιστῶς τιμώντων, τὰ λείψανά σου Πάτερ.

Θεσσαλονίκη, σὲ ὡς ποιμένα γεραίρει, Ἐκκλησία δὲ πᾶσα κηρύττει, καὶ ἀνακροτεῖ σοι, τοὺς θείους σου ἀγῶνας.

Θεοτοκίον.
Τὰς ἀσθενείας μου, τῆς ψυχῆς ἰατρεύεις, καὶ σαρκὸς τὰς ὀδύνας Παρθένε· ὅθεν Σὲ δοξάζω, εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας.

ᾨδὴ θ΄. Κυρίως Θεοτόκον.
Ἐῤῥέτωσαν καθάπαξ, οἱ θεομαχοῦντες, καὶ τὴν σὴν δόξαν ἐκδίκως ἐκβάλλοντες· ὁ γὰρ Χριστὸς σὲ δοξάζει, φρικτοῖς ἐν θαύμασι.

Λαμπρῶς ἡ Ἐκκλησία, ἄγει σου τὴν μνήμην, τῶν γὰρ ἐχθρῶν ἀπελέγχει τὸ δύσφημον, ὡς προτιθεῖσα τὴν λάρνακα, τῶν λειψάνων σου.

Ἑκάστῳ τὰς αἰτήσεις, τὰς πρὸς σωτηρίαν, τῶν σὲ τιμώντων ἐξ ὕψους κατάπεμψον, καὶ τῶν λυπούντων τὴν ποίμνην σου, ἐλευθέρωσον.

Θεοτοκίον.
Φωτός Σου ταῖς ἀκτῖσι, λάμπρυνον Παρθένε, τὸ ζοφερὸν τῆς ἁγνοίας διώκουσα, τοὺς εὐσεβῶς Θεοτόκον, Σὲ καταγγέλλοντας.

Ἄξιόν ἐστιν ὡς ἀληθῶς μακαρίζειν σε τὴν Θεοτόκον, τὴν ἀειμακάριστον καὶ παναμώμητον καὶ μητέρα τοῦ Θεοῦ ἡμῶν. Τὴν τιμιωτέραν τῶν Χερουβὶμ καὶ ἐνδοξοτέραν ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφίμ, τὴν ἀδιαφθόρως Θεὸν Λόγον τεκοῦσαν, τὴν ὄντως Θεοτόκον σὲ μεγαλύνομεν.

Καὶ τὰ παρόντα Μεγαλυνάρια,
Τὸν θεῖον Γρηγόριον οἱ πιστοί, πάντες συνελθόντες, εὐφημήσωμεν εὐσεβῶς, ὡς ὄντως ποιμένα, τοῖς πράγμασι φανέντα, καὶ στόμα ἀληθείας, καὶ φωτὸς κήρυκα.

Προσέλθωμεν ἄνθρωποι ἐκ ψυχῆς, ἁψώμεθα πάντες, μετὰ πίστεως τῆς σοροῦ, τῶν θείων λειψάνων, τὴν λύσιν ἐξαιτοῦντες, παντοίων ἀλγηδόνων, καὶ πάσης θλίψεως.

Φρούρησον τὴν ποίμνην σου ὁ καλός, ἄγρυπνος προστάτης, τὴν κυκλοῦσάν σου τὴν σορόν, καὶ ῥῦσαι κινδύνων, καὶ πάσης ἐπηρείας, Γρηγόριε τρισμάκαρ, ἀξιοθαύμαστε.

Ἵλεως γενοῦ μοι σοὶ ἐκβοᾷ, Θεσσαλονικέων, ὁ πιστότατός σου λαός, Γρηγόριε Πάτερ, ταῖς ἱεραῖς λιταῖς σου, μετὰ τοῦ Μυροβλήτου, ἡμᾶς περίσωζε.

Πᾶσαι  τῶν Ἀγγέλων αἱ στρατιαί, Πρόδρομε Κυρίου, Ἀποστόλων ἡ δωδεκάς, οἱ Ἅγιοι Πάντες μετά τῆς Θεοτόκου, ποιήσατε πρεσβείαν εἰς τό σωθῆναι ἡμᾶς.

Τὸ Τρισάγιον
Ἅγιος ὁ Θεός, Ἅγιος Ἰσχυρός, Ἅγιος Ἀθάνατος, ἐλέησον ἡμᾶς. (Τρίς).
Δόξα Πατρί, καί Υἱῶ, καί ἁγίῳ Πνεύματι,
καί νῦν, καί ἀεί, καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Παναγία Τριάς, ἐλέησον ἡμᾶς· Κύριε, ἱλάσθητι ταῖς ἁμαρτίαις ἡμῶν. Δέσποτα, συγχώρησον τάς ἀνομίας ἡμῖν· Ἅγιε, ἐπίσκεψαι καί ἴασαι τάς ἀσθενείας ἡμῶν, ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός σου.

Κύριε, ἐλέησον· Κύριε, ἐλέησον· Κύριε, ἐλέησον.
Δόξα Πατρί…

Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς, ἁγιασθήτω τό ὄνομά σου· ἐλθέτω ἡ βασιλεία σου· γενηθήτω τό θέλημά σου, ὡς ἐν οὐρανῷ, καί ἐπί τῆς γῆς. Τόν ἄρτον ἡμῶν τόν ἐπιούσιον δός ἡμῖν σήμερον· καί ἄφες ἡμῖν τά ὀφειλήματα ἡμῶν, ὡς καί ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν· καί μή εἰσενέγκῃς ἡμᾶς εἰς πειρασμόν, ἀλλά ῥῦσαι ἡμᾶς ἀπό τοῦ πονηροῦ.

Ὅτι σοῦ ἐστιν ἡ βασιλεία καί ἡ δύναμις καί ἡ δόξα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί
τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων.

καί τά Τροπάρια ταῦτα. Ἦχος πλ. β΄.
Ἐλέησον ἡμᾶς, Κύριε, ἐλέησον ἡμᾶς, πάσης γάρ ἀπολογίας ἀποροῦντες, ταύτην Σοι τήν ἱκεσίαν, ὡς Δεσπότῃ, οἱ ἁμαρτωλοί  προσφέρομεν, ἐλέησον ἡμᾶς.

Δόξα.
Κύριε ἐλέησον ἡμᾶς, ἐπί Σοί γάρ πεποίθαμεν. Μή ὀργισθῆς ἡμῖν σφόδρα, μηδέ μνησθῆς τῶν ἀνομιῶν ἡμῶν. Ἀλλ’ ἐπίβλεψον καί νῦν  ὡς  εὔσπλαχνος καί λύτρωσαι ἡμᾶς ἐκ τῶν ἐχθρῶν ἡμῶν. Σύ γάρ εἶ Θεός ἡμῶν καί ἡμεῖς λαός Σου, πάντες ἔργα χειρῶν Σου  καί  τό  ὄνομά Σου ἐπικεκλήμεθα.

Καί νῦν.
Τῆς εὐσπλαχνίας τήν πύλην ἄνοιξον ἡμῖν, εὐλογημένη Θεοτόκε, ἐλπίζοντες εἰς Σέ μή ἀστοχήσομεν, ῥυσθείημεν διά Σοῦ τῶν  περιστάσεων· Σύ γάρ ἡ σωτηρία τοῦ γένους τῶν Χριστιανῶν.

Ἐκτενὴς καὶ Ἀπόλυσις, μεθ’ ἣν ψάλλομεν το ἑξῆς.

Ἦχος β΄. Ὅτε ἐκ τοῦ ξύλου.
Ἱεραρχῶν τὸ θεῖον κειμήλιον, Πάτερ Ὅσιε, παμμάκαρ Γρηγόριε, τὴν ἱερὰν θήκην τῶν λειψάνων σου, ἐν τῇ μνήμῃ σου αἴροντας σήμερον, μὴ καταισχύνῃς ἡμᾶς, ἀναξίους ὄντας τῆς σῆς ἁγιότητος, ἀλλ’ ἀξίωσον ἀκατακρίτως αὐτῆς ἐφάπτεσθαι, τὸν πόθον ἀφοσιουμένους, ὃν πρὸς σὲ ἀνατείνομεν πάντες, ἐκλιπαροῦντες καὶ λέγοντες· μὴ παύσῃ πρεσβεύων Ἱεράρχα, ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.

Δέσποινα πρόσδεξαι, τὰς δεήσεις τῶν δούλων Σου, καὶ λύτρωσαι ἡμᾶς, ἀπὸ πάσης ἀνάγκης καὶ θλίψεως.

Τὴν πᾶσαν ἐλπίδα μου, εἰς Σὲ ἀνατίθημι, Μῆτερ τοῦ Θεοῦ, φύλαξόν με ὑπὸ τὴν σκέπην Σου.

Δι’ εὐχῶν τῶν Ἁγίων Πατέρων ἡμῶν.
Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ὅ Θεός ἡμῶν έλέησον ἡμᾶς.
’Ἀμήν.

Χαιρετισμοί εις τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ΄. Τῇ Ὑπερμάχῳ.
Τὸ τῆς σοφίας ἱερὸν καὶ θεῖον ὄργανον, θεολογίας τὴν λαμπρὰν συμφώνως σάλπιγγα, ἀνυμνοῦμέν σε Γρηγόριε Θεολόγε, ἀλλ ὡς νοῦς νοΐ τῷ πρώτῳ παριστάμενος, πρὸς αὐτὸν τὸν νοῦν  ἡμῶν Πάτερ ὁδήγησον, ἵνα κράζωμεν Χαῖρε, μύστα τῆς χάριτος.

Ἄγγελος τῶν ἀῤῥήτων ἐπὶ γῆς ἀνεφάνης, τὰ θεῖα τοῖς βροτοῖς ἐξαγγέλων (γ΄). Ταῖς τῶν Ἀσωμάτων φωναῖς, νοΐ ἐν ἀνθρωπίνῳ καὶ σαρκὶ χρώμενος, ἐξέστησας ἡμᾶς καὶ βοᾶν σοι θεοῤῥῆμον ἔπεισας ταῦτα:

Χαῖρε, δι οὗ τὸ σκότος ἠλάθη
χαῖρε, δι οὗ τὸ φῶς ἀντεισῆλθε.
Χαῖρε, τῆς ἀκτίστου θεότητος ἄγγελε
χαῖρε, τῆς κτιστῆς καὶ μωρᾶς ὄντως ἔλεγχε.
Χαῖρε, ὕψος ἀνεπίβατον, τὴν Θεοῦ δόξαν εἰπών
χαῖρε, βάθος δυσθεώρητον, τὴν ἐνέργειαν δηλῶν.
Χαῖρε, ὅτι τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ καλῶς εἶπας
χαῖρε, ὅτι τὰς δόξας τῶν κακούργων ἐξεῖπας.
Χαῖρε, φωστήρ, ὁ δείξας τὸν ἥλιον
χαῖρε, κρατήρ, τοῦ νέκταρος πάροχε.
Χαῖρε, δι οὗ ἡ ἀλήθεια λάμπει
χαῖρε, δι οὗ ἐσκοτίσθη τὸ ψεῦδος.

Χαίροις Πάτερ Γρηγόριε.

Βλέπων ἐπαιρομένους καὶ λαλοῦντας εἰς ὕψος, κατὰ Θεοῦ βλασφημίαν Βαρλαάμ, καὶ τοὺς περὶ αὐτόν, ζηλῶν ἐζήλωσας ζῆλον τὸν ἅγιον, ἐγερθεὶς οὖν πάντας ἀπέκτεινας, τῇ μαχαίρᾳ τοῦ Πνεύματος ψάλλων

Ἀλληλούϊα

Γέγονας ἐν μεθέξει τῆς ἀΰλου οὐσίας, νοΐ καθαρωτάτῳ σου Πάτερ, διὸ εἶναι μεθεκτὴν αὐτήν, ἐν χαρίσμασιν μόνον διδάσκεις φιμῶν ἀντιδοξοῦντας, διὸ καὶ ἡμεῖς σοι ἀναβοῶμεν

Χαῖρε, ἐχθροῦ τοῦ κοινοῦ διῶκτα
χαῖρε, πιστῶν κατ αὐτοῦ ἀλεῖπτα.
Χαῖρε, κακοτρόπων ὁ τρέπων τὰς φάλαγγας
χαῖρε, τῶν πιστῶν ὁ φρουρῶν τὰ συστήματα.
Χαῖρε, ὄντως ναῦς μυρίολβε, φόρτον φέρουσα Χριστόν
χαῖρε, φάρε, ὁδηγῶν ἡμᾶς, εἰς λιμένας γαληνούς.
Χαῖρε, χριστομιμήτως πειρασμοὺς ὑπομείνας
χαῖρε, ὁ ἀριστεύσας, ἐν καιροῖς τοῖς ἐσχάτοις.
Χαῖρε, σκηπτός, ὁ φλέξας κακόφρονας
χαῖρε, πρηστήρ, τεφρώσας ἀσέβειαν.
Χαῖρε, δι οὗ Βαρλαὰμ ἀπεκτάνθη
χαῖρε, δι οὗ ὁ Ἀκίνδυνος θλᾶται.

Χαίροις Πάτερ Γρηγόριε.

Δόξαν τῆς Ἐκκλησίας, στόμα θεολογίας, καινὴν ὁμολογίας τε  γλῶσσαν καὶ δογμάτων ὁρθῶν, ποταμὸν σὲ κηρύττομεν πρὸς ὃν ἄρδην ἐντυχὼν Βαρλαὰμ ἀπεπνίγη, μὴ εἰδὼς προσάδειν

Ἀλληλούϊα

Ἔγνωσταί σοι θεόθεν, τὸ μακάριον τέλος, ὀφθεὶς γὰρ παραδόξως, καθ ὕπαρ ὁ Χρυσόστομος μάκαρ, καὶ πρὸς ἑαυτὸν σὲ καλῶν σαφῶς, ὡς φίλον καὶ ὁμότροπον, ἐν ὕμνοις καταστέφω δὲ εἰκότως σοι προσεῖπε

Χαῖρε, τερπνὸς τῆς Τριάδος οἶκος
χαῖρε, φαιδρὸς Ἐκκλησίας λύχνος.
Χαῖρε, τοῖς ἀγῶσι τῶν Μαρτύρων ἐφάμιλλε
χαῖρε, τῶν Ἀγγέλων Θεοῦ ὁμοδίαιτε.
Χαῖρε, ὅτι ἐκ νεότητος, Χριστοῦ ἦρας τὸν ζυγόν
χαῖρε, πάθος τὸ σωτήριον, κολπωσάμενος φαιδρῶς.
Χαῖρε, ὁ τῶν βαρβάρων τὴν μανίαν μὴ δείσας
χαῖρε, ὀ τῶν ἀνόμων τὰς ἑνέδρας συντρίψας.
Χαῖρε, δεινῶν αἰρέσεων πέλεκυς
χαῖρε, δριμὺς ἀνόμων ὁ ἔλεγχος.
Χαῖρε, θερμὴ πρὸς Θεὸν μεσιτεία
χαῖρε, κοινὴ τῶν πιστῶν προστασία.

Χαίροις Πάτερ Γρηγόριε.

Ζηλωτὴς εὐσεβείας, μειωτὴς ἀσεβείας ἐφάνης ὦ Γρηγόριε Πάτερ, καὶ γὰρ τοὺς τολμήσαντας εἰπεῖν τῆς θεότητος, θείας ἐνεργείας εἶναι κτιστάς, ἀπεστόμωσας Συνόδων τετρακτύϊ κράζων

Ἀλληλούϊα

Ἤττηται κατὰ κράτος, θὴρ ἑσπέριος ὄντως, δυνάμει προσβαλών σου τῶν λόγων, τὸ γὰρ γλώττης σου πῦρ μὴ φέρων πρὸς Λατίνους, ὅθεν ἦκε φυγὰς ὤχετο, οὗ τῆς κακουργίας ῥύου Πάτερ τούς σοι ἐκβοῶντας

Χαῖρε, θηρὸς Βαρλαὰμ τὸ πλῆγμα
χαῖρε, διπλοῦν Ἀκινδύνου ξίφος.
Χαῖρε, τὴν ὀφρὺν ταπεινώσας τῆς Δύσεως
χαῖρε, τῆς ἑώας κρατύνας τὰ δόγματα.
Χαῖρε, γλῶσσα ἡ ἐλέγξασα, κακουργίας Δυτικῶν
χαῖρε, κῆρυξ ὁ νεοφανής, τἀληθῆ διατρανῶν.
Χαῖρε, ὅτι ὑπάρχεις, ἑσπερίων ἡ θραῦσις
χαῖρε, ὅτι ὑπάρχεις, τῆς ἑώας ἡ βάσις.
Χαῖρε, τοῦ σκότους πλήξας τὰ ἔκγονα
χαῖρε, φωτὸς υἱοὺς ὡς ἐλάμπρυνας.
Χαῖρε, δεινὰς ἐκτεμὼν γλωσσαλγίας
χαῖρε, σπορὰν ἐκριζῶν ζιζανίων.

Χαίροις Πάτερ Γρηγόριε.

Θεωθεὶς διανοίᾳ, θεοφόρος ἐγένου, διὸ καὶ καταλλήλως διδάσκεις, τὴν κρυπτὴν τῆς καρδίας εὐχήν, φυλακὴν νοός τε μυστικὴν θέωσιν, καὶ θεωρίαν ἄϋλον, βαβαί! Δι ἧς Θεῷ βοῶμεν

Ἀλληλούϊα

Ἰωάννης ὁ μέγας Θεολόγος, ὀφθείς σοι, Ἀγγέλων ἀρωγὴν τῆς Παρθένου, θεόθεν ἣν ἐζήτεις καμών, λύων τῆς ψυχῆς σου συνοχήν, καὶ θείας εὐφροσύνης ἐμπιπλῶν σε, ᾖδε ταῦτα, ὦ εὐλογήμενε

Χαῖρε, πτηνόν, τὸν πόλον βατεύων
χαῖρε, ἰχθύς, Ἰησοῦν συμβολίζων.
Χαῖρε, θεολόγων ἁπάντων ἀνάπτυξις
χαῖρε, τῶν κλεινῶν Ἀποστόλων ὁμότροπος.
Χαῖρε, πτόρθος ὁ τοῦ Ἄθωνος, μοναστῶν ἠ καλλονή
χαῖρε, Κόρης τῆς Θεόπαιδος, φίλος ὀ ἀγαπητός.
Χαῖρε, ὅτι ὑπάρχεις, τῶν δογμάτων ἡ στάθμη
χαῖρε, ὅτι ὑπάρχεις, ἁγιότητος τύπος.
Χαῖρε, ἀκίς, ἰχνεύων κακόφρονας
χαῖρε, λαμπτήρ, ἐκλάμπων τὰς χάριτας.
Χαῖρε, δι οὗ πιστῶν δῆμοι σκιρτῶσι
χαῖρε, δι οὗ ἐχθρῶν στίφη θρηνοῦσι.

Χαίροις Πάτερ Γρηγόριε.

Κύριλλον σὺν Μαξίμῳ, Ἀθανάσιον ὄντως, Βασίλειον σὺν τῷ Χρυσοστόμῳ, Γρηγορίους σὺν Δαμασκηνῷ, ἅπαντας Γραφῶν ἑρμηνευτάς, συνοδικῶς ἐκήρυξας, αἰσχύνας Βαρλααμίτας, κραυγάζων

Ἀλληλούϊα

Λόγοις σου θεοπνεύστοις, Παραδόσεις ἁγίας, κρατύνας Ἐκκλησίας στηρίζεις, κυρώσας δὲ πᾶσαν τῶν Ἱεραρχῶν Γραφήν, ἐξαίρεις τε συλλήβδην τὴν σεπτὴν θεολογίαν, διὸ νῦν ἀκούεις ταῦτα

Χαῖρε, ὁμότροπε Βασιλείου
χαῖρε, συνόμιλε τοῦ Κυρίλλου.
Χαῖρε, τὴν σοφίαν Μαξίμου κτησάμενος
χαῖρε, τοῦ Δουκὸς Δημητρίου συγκάθεδρε.
Χαῖρε, ὅτι τὸ χρυσόῤῥειθρον Χρυσοστόμου εὐμοιρεῖς
χαῖρε, των συνωνυμούντων σοι, τὴν ἀγχίνοιαν πλουτῶν.
Χαῖρε, Ἀθανασίῳ ὁ ὅμοιος ἀγῶσι
χαῖρε, τοῦ Δαμασκόθεν, ὁ ἐφάμιλλος ζήλῳ.
Χαῖρε, αὐτοὺς δοξάσας τοῖς λόγοις σου
χαῖρε, ὅτι αὐτῶν τὸν ζῆλον ἐζήλωσας.
Χαῖρε, τὸ θεῖον ἀντίτυπον τούτων
χαῖρε, τὸ κῦρος ἁπάντων Πατέρων.

Χαίροις Πάτερ Γρηγόριε.

Μονάδα τῇ οὐσίᾳ, καὶ Τριάδα προσώποις, τὴν ἄκτιστον ἐκήρυξας φύσιν, διαιρῶν ἀχωρίστως σοφέ, καὶ ἑνῶν ἀσυγχύτως τῇ θεοσοφίᾳ σου, διὸ καὶ ἀπεμώρανας τὰ Ἑλλήνων φρονοῦντας, κράζων

Ἀλληλούϊα

Νέος ἀστὴρ ἐφάνης, θαυμαστῶς ἀνατέλλων, ἐν Ὄρει τῷ σεπτῷ τῆς Παρθένου, Μοναστῶν ἐκλαμπρύνων χορούς, ἀρετῶν σου φέγγει θεῖε Γρηγόριε, ὑφ οὗ καὶ φωτιζόμενοι, ὑμνοῦσί σε οὕτω βοῶντες

Χαῖρε, δι οὗ κομπάζει ὁ Ἄθως
χαῖρε, δι οὗ αὐχοῦσι μονῶται.
Χαῖρε, τὸ ἡδύπνοον ἄνθος τοῦ Ἄθωνος
χαῖρε, Θεοτόκου θεράπων ὁ γνήσιος.
Χαῖρε, ἄστρον τὸ ἐξ Ἄθωνος, ἀπαστράψαν φαεινῶς
χαῖρε, σφαῖραν τὴν περίγειον, τὸ φωτίσας τηλαυγῶς.
Χαῖρε, ὁ κλεινὸς ὄρπηξ, τῆς ὐπεράγνου Κόρης
χαῖρε, ὁ θερμὸς αὖθις τῆς Θεόπαιδος λάτρις.
Χαῖρε, εἰκὼν ἡ βρύουσα χάριτας
χαῖρε, μορφή, ἀΰλων ἐμπνεύσεων.
Χαῖρε, αὐγὴ φεγγοβόλε τοῦ Ἄθω
χαῖρε, αὖχος ἀσκητῶν τε καὶ κλέος.

Χαίροις Πάτερ Γρηγόριε

Ξενοτρόπως ἐνήργει, ἐπὶ σὲ θεοφόρε, ἡ χάρις τῶν θαυμάτων τοῖς πᾶσι, καὶ γὰρ πίστει τοὺς νοσοῦντας οἱ λαοί, πρὸ τῶν ποδῶν σου ῥίπτοντες ἐλάμβανον αὐτίκα ὑγιαίνοντας, ὦ χάριτος! Θεῷ βοῶντες

Ἀλληλούϊα

Οἶκον φωτὸς ἁγίου, καὶ πηγὴν θαυμασίων, καὶ βρύσιν ἱερῶν χαρισμάτων, καὶ κοινὸν ἰατρεῖον τὸν ναόν σου ἐγνωκότες οἱ πιστοί, προστρέχοντες λαμβάνουσι τὴν ἴασιν, ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων, βοῶντες

Χαῖρε, κοινὸν ἰατρεῖον πάντων
χαῖρε, ἀκέστωρ δοτὸς θεόθεν.
Χαῖρε, Βυζαντίου βλαστὸς ἁγιώτατος
χαῖρε, τῆς κρυπτῆς προσευχῆς, ὀ διδάσκαλος.
Χαῖρε, ὅτι τὸν παράφρονα κατεβάλου Βαρλαάμ
χαῖρε, ὅτι τὸν Ἀκίνδυνον, πολυκίνδυνον δηλοῖς.
Χαῖρε, Θεσσαλονίκης κραταιὲ πολιοῦχε
χαῖρε, τῆς Ἐκκλησίας, ἀδιάῤῥητον τεῖχος.
Χαῖρε, Χριστοὺ ὁ πάνυ ἐράσμιος
χαῖρε, Πατέρων ὁ πολυέραστος.
Χαῖρε, πιστῶν τὸ ἀνέδρευτον ἔρκος
χαῖρε, πιστῶν ἀδιάψευστος πρέσβυς.

Χαίροις Πάτερ Γρηγόριε.

Πᾶσας ἐν τῇ ἀΰλῳ, βιοτῇ σου φυλάξας, τὰς θείας ἐντολὰς τοῦ Κυρίου, γεγονὼς δ ἐγκρατείας κανών, καὶ στάθμη ἁγιωσύνης πάνσοφε, ἐξέπληξας ἅπαντας καὶ κραυγάζειν ἤγειρας τῷ Κυρίῳ

Ἀλληλούϊα  

Ῥητορεύων καθεῖλες, δεινοὺς ῥήτορας πλάνης, φρονοῦντας τὰ Μαρκίωνος, ὅθεν καὶ πολλοὺς πλανηθέντας ἔπεισας, ἀεὶ εὔχεσθαι καὶ μὴ μόνον τὸ Πάτερ ἡμῶν, ὡς οὗτοι οἴοντο, ἡμεῖς ὅμως βοῶμεν

Χαῖρε, ποιμὴν τῆς Θεσσαλονίκης
χαῖρε, τὸ θαῦμα τῆς Θετταλίας.
Χαῖρε, τοὺς κομψοὺς ὁ φιμώσας Μαρκίωνος
χαῖρε, ἑσπερίων φαυλίσας τὴν ἄνοιαν.
Χαῖρε, νήψεως διδάσκαλε, ἀνεφίκτων ἑρμηνεῦ
χαῖρε, πρόβολε τῆς πίστεως, εὐσεβείας ὁδηγέ.
Χαῖρε, χριστομιμήτως πειρασμοὺς ὑπομείνας
χαῖρε, ὁ ἀριστεύσας ἐν ἐσχάτοις τοῖς χρόνοις.
Χαῖρε, σκηπτός, ὁ φλέξας κακόφρονας
χαῖρε, χιτών, πενήτων σωτήριος.
Χαῖρε, σεπτὲ χρυσολόγε ὡς ὄντως
χαῖρε, σοφὲ χριστοκῆρυξ θεόφρων.

Χαίροις Πάτερ Γρηγόριε.

Σώζεις τὴν Ἐκκλησίαν, δυτικῶν ἐκ τῆς πλάνης, καὶ ἐκ πάσης αἰρέσεως Πάτερ, πάνσοφα συγγράμματα αὐτῇ καταλελοιπώς, ἅπερ κατέχουσα, ἐνδυναμοῦται τρέπουσα ἐχθρῶν παρεμβολάς, καὶ ἐκβοῶσα

Ἀλληλούϊα

Τοῦ σοφοῦ Δημητρίου ὦ Γρηγόριε Πάτερ, ἐπλούτησας τὴν χάριν θεόθεν, καὶ τῷ μύρῳ σοφὲ νοητῶς, χρισθεὶς ἀρχιερεύς, τὴν ποίμνην αὐτοῦ ἄριστα ἐποίμανας πανάγιε, ὑφ ἧς ἱερουργὲ ἀκούεις

Χαῖρε, ὀσμὴ ἐξ Ἐδὲμ χυθεῖσα
χαῖρε, ῥοή, πανευόσμου μύρου.
Χαῖρε, λογογράφε, λογίων τοῦ Πνεύματος
χαῖρε, ἀρετῶν ἀπασῶν τὸ κειμήλιον.
Χαῖρε, ὅτι ἀνατέθεικας, Θεοτόκῳ σὴν ζωήν
χαῖρε, ὅτι ὡς ἐπόθησας, Αὐτὴν ἔσχες βοηθόν.
Χαῖρε, ὁ τὰς ἑνέδρας Βαρλαάμ, διαῤῥήξας
χαῖρε, ὁ σοφιστείας Ἀκινδύνου ἐλέγξας.
Χαῖρε, ζωῆς ἀμείνονος μέτοχε
χαῖρε, τρυφῆς ἀκηράτου ἐχέγγυε.
Χαῖρε, δι οὗ ἐναβρύνεται Ἄθως
χαῖρε, δι οὗ ἐπαινεῖται τὸ Ὄρος.

Χαίροις Πάτερ Γρηγόριε.

Ὑετὸν ἡμῖν ῥάνον, τῶν χαρίτων σου Πάτερ, καὶ δρόσον Ἀερμώνειον θείαν, καὶ γὰρ ὄρη Σιὼν νοητά, ἀρετῶν ὑψωθῆναι, οὐκ ἰσχύομεν ὡς δεῖ, ἐγκωμιάσαι σε οἱ τλήμονες ἡμεῖς, ὅμως βοῶμεν

Ἀλληλούϊα

Φωτὸς θείου πληροῦται, οἱ καλῶς μελετῶντες, τὰς θείας καὶ πανσόφους σου δέλτους, καὶ γὰρ ἄλλος καθάπερ Μωϋσῆς, ἔλιπες Δεκάλογον ἡμῖν, ὑφ οὗ πρὸς ζωὴν καθοδηγούμενοι, ὑμνοῦμέν σε βοῶντες οὗτω

Χαῖρε, τοῦ οὐρανοῦ ἡ διόπτρα
χαῖρε, τοῦ Πόλου ὁ πολυπράγμων.
Χαῖρε, ταπεινώσεως βάθος ἀμέτρητον
χαῖρε, τίμιον ἀρετῶν τὸ θησαύρισμα.
Χαῖρε, ὅτι τὸ Θαβώριον φῶς, ἀπρόσιτον σὺ φής
χαῖρε, ὅτι ἀπεστόμωσας, τοὺς ληροῦντας ὡς κτιστόν.
Χαῖρε, ὅτι ὑπάρχεις, Ἀρχιερέων τὸ κλέος
χαῖρε, ὅτι ὑπάρχεις, μοναζόντων προστάτης.
Χαῖρε, ψυχῶν ἡμετέρων, ἴασις
χαῖρε, παθῶν τῶν ἐχθίστων μείωσις.
Χαῖρε, λαῶν ἀταξίαν στορέσας
χαῖρε, εἰρήνην τοῖς πᾶσιν βραβεύσας.

Χαίροις Πάτερ Γρηγόριε.

Χάριν σὴν οἱ Λατίνων ποτὲ μάταιοι παῖδες, ὑβρίζοντες κατήλεγχον ἅμα, ἀγιότητα Πάτερ τὴν σήν, ἀλλ ἡ θεία δίκη ἐνδίκως φθάσασα, βυθῷ τούτους παρέδωκε, διδάξασα πολλοὺς Κυρίῳ ᾄδειν

Ἀλληλούϊα

Ψάλλει σοι θεῖον ὕμνον, ἡ σὴ ποίμνη θεόφρον, κυκλοῦσα τὴν σορὸν τῶν λειψάνων, ἀσπαζομένη τε πιστῶς, αἰτεῖ τὴν σεπτήν σου χάριν, Πάτερ Γρηγόριε, ἣν δαψιλῶς νῦν δώρησαι, ἵνα βοᾶ σοι σωζομένη ταῦτα

Χαῖρε, ὁ μύστης Θεοῦ σοφίας
χαῖρε, τῆς κρείττω θυσίας θῦτα.
Χαῖρε, ῥιζοτόμε αἰρέσεων ἄριστε
χαῖρε, φυτοκόμε ἐσθλῶν περιδέξιε.
Χαῖρε, θεῖον οἰκητήριον, προσευχῆς καρδιακῆς
χαῖρε, ἔσοπτρον ἐμφάσεων, τῆς Τριάδος ἀκραιφνές.
Χαῖρε, τοῦ φιλοσόφου Γρηγορᾶ καθαιρέτα
χαῖρε, θεομαχίαν τὴν αὐτοῦ, καταστρέψας.
Χαῖρε, ψυχὰς πλουτίζων ἐν πνεύματι
χαῖρε, πιστούς, ὁ ἄρδων χαρίσμασι.
Χαῖρε, ψυχῶν ἡμετέρων γαλήνη
χαῖρε, φρενῶν κακοτρόπων ἡ ζάλη.

Χαίροις Πάτερ Γρηγόριε.

Ὤ Γρηγόριε Πάτερ, θεολόγων ἀκρότης, κανὼν ἱερωσύνης καὶ δόξα (γ΄), τόνδε ὕμνον πενιχρὸν ἡμῶν, προσδεξάμενος λύτρωσαι ἡμᾶς.

Καὶ αὐθύς τὸ Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ΄. Τῇ Ὑπερμάχῳ.
Τὸ τῆς σοφίας ἱερὸν καὶ θεῖον ὄργανον, θεολογίας τὴν λαμπρὰν συμφώνως σάλπιγγα, ἀνυμνοῦμέν σε Γρηγόριε Θεολόγε, ἀλλ ὡς νοῦς νοΐ τῷ πρώτῳ παριστάμενος, πρὸς αὐτὸν τὸν νοῦν  ἡμῶν Πάτερ ὁδήγησον, ἵνα κράζωμεν Χαῖρε, μύστα τῆς χάριτος.

Κύριε ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστέ, διάνοιξον τὰ ὦτα καὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς τῆς καρδίας μου, τοῦ ἀκοῦσαί με τὰ λόγιά Σου καὶ συνιέναι καὶ ποιῆσαι τὸ θέλημά Σου, ὅτι πάροικός εἰμι ἐν τῇ γῇ.

Μὴ ἀποκρύψῃς ἀπ᾿ ἐμοῦ τὰς ἐντολάς Σου, ἀλλὰ ἀποκάλυψον τοὺς ὀφθαλμούς μου καὶ κατανοήσω τὰ θαυμάσια ἐκ τοῦ Νόμου Σου. Ἐπὶ σοὶ γὰρ ἐλπίζω ὁ Θεός μου, ἵνα Σύ μου φωτίσεις τὴν διάνοιαν· ὅτι εὐλογητὸς εἶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
Ἀμήν.