Δευτέρα 28 Δεκεμβρίου 2020

Η βίωση του Μυστηρίου της Εκκλησίας

 

Η βίωση του Μυστηρίου της Εκκλησίας

8 Μαρτίου 2012

1. Βίωμα και προσωπική εμπειρία

Η Εκκλησιολογία (ο λόγος περί της Εκκλησίας) πρέπει να είναι πρωταρχικό θέμα στη διδασκαλία των κατηχητικών σχολείων και γενικά στην όλη διδασκαλία της Εκκλησίας. Δυστυχώς, το θέμα της Εκκλησίας, αυτό που ονομάζουμε σήμερα Εκκλησιολογία, δεν αποτελεί ουσιαστικό μέρος της διδασκαλίας των κατηχητικών σχολείων. Πολύ λίγα πράγματα μαθαίνουν οι νέοι μας, για το τι είναι η Εκκλησία, και ίσως αυτό εξηγεί και μία απουσία εκκλησιολογικης ευαισθησίας, όπως και εκκλησιολογικής συνειδήσεως ακόμα, στους συγχρόνους μας Ορθοδόξους, οι οποίοι πέρασαν από τα κατηχητικά σχολεία. Και είναι γι’ αυτό πολύ σημαντικό, κατά τη γνώμη μου, να τονίσουμε ιδιαίτερα τη σημασία της Εκκλησίας στη διδασκαλία των κατηχητικών.

Ένας άλλος λόγος που κάνει πολύ σοβαρό αυτό το θέμα είναι ότι η Εκκλησία είναι ο κατεξοχήν χώρος, στον οποίο βιώνεται η πίστη μας. Ο Προτεσταντισμός έχει δημιουργήσει άλλους τρόπους βιώσεως της πίστεως, οι οποίοι είναι περισσότερο ατομικοί. Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν γνωρίζει άλλο τρόπο, για να βιωθεί η πίστη του Χριστιανού, πιο κατάλληλο, από την Εκκλησία, από το να είναι κανείς μέλος της Εκκλησίας. Με το να είναι κάποιος μέλος της Εκκλησίας βιώνει πραγματικά την πίστη του, ως Ορθόδοξος χριστιανός, κι αυτό γιατί η Ορθοδοξία, για την οποία πολύς λόγος γίνεται στις μέρες μας ιδιαίτερα, δεν είναι ιδεολογία· η Ορθοδοξία είναι Εκκλησία, είναι κοινότητα. Το σημαντικό δεν είναι το τι πιστεύει κανείς ως άτομο, αλλά το τι πιστεύει κανείς ως μέλος μιας κοινότητας, ως μέλος της Εκκλησίας. Και κινδυνεύει, δυστυχώς, στις μέρες μας να πάρει το χαρακτήρα της ιδεολογίας η Ορθοδοξία, και να ξεχαστεί ότι Ορθόδοξος δεν είναι αυτός που πιστεύει ορθά ως άτομο, αλλά ως μέλος της Εκκλησίας. Τέλος, το θέμα αυτό είναι σημαντικό, γιατί πρέπει να ξεφύγουμε από μία προκατάληψη, από μία εσφαλμένη αντίληψη που έχομε, ότι η Εκκλησία είναι ένας θεσμός και μόνο. Βεβαίως είναι θεσμός η Εκκλησία. Όταν λέμε θεσμός εννοούμε ένα ίδρυμα, το οποίο έχει ορισμένους κανόνες και ορισμένη δομή και κινείται βάσει ορισμένων αρχών, νόμων κ.λπ.. Αλλά δεν είναι μόνον αυτό, και θα έλεγα, δεν είναι κυρίως αυτό η Εκκλησία. Η Εκκλησία είναι ένας τρόπος υπάρξεως, ένας τρόπος με τον οποίο υπάρχει κανείς. Αυτό ίσως διαφωτισθεί περισσότερο στη συνέχεια.

Αλλά θα ήθελα πρώτα να ασχοληθώ με το ερώτημα: τί είναι αυτό που λέμε «βίωση»; Όταν λέμε ότι βιώνουμε κάτι,-τί εννοούμε ακριβώς; Ο όρος βίωση ή βίωμα έχει πάρει μία ψυχολογική και ηθική σημασία. Αυτό συνέβη κυρίως κάτω από την επίδραση της δυτικής «φιλοσοφίας των αξιών» και γενικά κάτω από την επίδραση της προτεσταντικής θεολογίας και της δυτικής φιλοσοφίας. Δόθηκε έμφαση σ’ αυτό που το άτομο βιώνει συναισθηματικά και ενεργεί βουλητικά, δηλαδή σε ό,τι αισθάνεται κανείς και ό,τι εκφράζει με την ενέργειά του, με την ηθική συμπεριφορά του. Αυτό λέγεται συνήθως βίωμα, και έτσι ο όρος έχει πάρει μια ηθική, ψυχολογική και ουσιαστικά μια ατομοκρατική σημασία. Ο όρος βίωμα σε σχέση με αυτές τις φιλοσοφίες αξιών που ανέφερα προηγουμένως, έχει συνδεθεί ιστορικά ιδιαίτερα με τον Προτεσταντικό ευσεβισμό, τον πιετισμό, ο οποίος αντιπαρέθεσε στη νοησιαρχία το συναισθηματικό βίωμα. Δηλαδή απ’ τη μια μεριά ο άνθρωπος σκέπτεται, νοεί, και όταν ο νους του, η σκέψη του ανθρώπου γίνει το κυρίαρχο στοιχείο της υπάρξεώς του, τότε έχουμε νοησιαρχία. Ενώ αντίθετα στον Πιετισμό η βιωματική προσέγγιση στη ζωή είναι αυτή που δεν συνδέεται τόσο πολύ με τον νου του ανθρώπου, όσο κυρίως με την καρδιά του και με τη βούλησή του. Αλλά όπως φαίνεται από ό,τι μόλις ανέφερα, αυτά είναι ορισμοί και αντιλήψεις περί βιώσεως και βιωμάτων, που αναπτύχθηκαν έξω από τον Ορθόδοξο χώρο, κυρίως στον Προτεσταντισμό. Μέσα στον Ορθόδοξο χώρο, στην ορθόδοξη αντίληψη των πραγμάτων, πώς αντιλαμβανόμαστε τη βίωση ή το βίωμα;

Πρώτο στοιχείο της Ορθόδοξης αυτής αντίληψης είναι αυτό που θα το ονομάζαμε προσωπική εμπειρία σε αντίθεση προς την απλή λογική ή διανοητική συγκατάθεση. Για παράδειγμα, όταν λέμε «πιστεύω», όπως αρχίζει το Σύμβολο της Πίστεως, μπορούν να νοηθούν δύο πράγματα. Το ένα είναι ότι προσυπογράφουμε, δεχόμαστε αυτά τα οποία λέει το Σύμβολο τής Πίστεως, ότι ο Θεός είναι Τριαδικός, ότι, ο Χριστός έχει δύο φύσεις, ή ό,τι άλλο έχει η Δογματική μας, το προσυπογράφουμε και έτσι λέμε ότι είμαστε Ορθόδοξοι πιστοί. Το άλλο που μπορεί να νοηθεί είναι ότι αυτό, στο οποίο ομολογούμε ότι πιστεύουμε, δημιουργεί μία προσωπική σχέση και προσωπική, δέσμευση. «Πιστεύω εις έναν Θεό» μπορεί να σημαίνει απλώς ότι δέχομαι τον μονοθεϊσμό, αλλά σε μια βιωματική προσέγγιση της πίστεως δεν αρκεί να λέει κανείς ότι δέχεται την ιδέα ότι ο Θεός είναι ένας, αντί της ιδέας ότι οι θεοί είναι πολλοί, όπως δέχονται οι ειδωλολάτρες. Πρέπει να προχωρήσει ή να εννοήσει λέγοντες «πιστεύω» τη δημιουργία μιας στενής, προσωπικής σχέσεως και δεσμεύσεως με αυτό που ονομάζει «ένα Θεό». Χωρίς δηλαδή την προσωπική σχέση δεν μπορεί να νοηθεί στην περίπτωση αυτή πίστη. Η πίστη, λοιπόν, μπορεί να είναι απλώς μία παραδοχή λογικών προτάσεων, αλλά να μην εμπεριέχει αυτή η παραδοχή μια προσωπική δέσμευση, μια προσωπική σχέση. Αυτή η δέσμευση και η σχέση η προσωπική, που διακρίνει τη βιωματική πίστη από τη διανοητική πίστη, είναι που χαρακτηρίζει ακριβώς αυτό που λέμε βίωμα κατά την Ορθόδοξη αντίληψη. Αυτό είναι ένα στοιχείο της Ορθόδοξης εννοίας του βιώματος.

Το άλλο είναι επίσης πάρα πολύ σημαντικό: είναι αυτό που θα το ονομάζαμε κοινωνική εμπειρία σε αντιδιαστολή με τήν ατομική εμπειρία. Δηλαδή, άλλο είναι να λες «πιστεύω», και να μπορείς να το λες αυτό, έστω και με την προσωπική δέσμευση που είπαμε πριν, ως άτομο, μόνος σου (στο σπίτι σου, στο δρόμο, στη δουλειά σου), και άλλο είναι να το λες αυτό ως μέλος μιας κοινότητος, να το ομολογείς μαζί με άλλους, να σε δένει δηλαδή αυτή η πίστη και με άλλους, όχι μόνο με τον Θεό ατομικά. Αυτό το είδος του βιώματος για να πραγματοποιηθεί προϋποθέτει μία κάθαρση· μία κάθαρση από τα πάθη, από όλα τα πάθη, διότι όλα τα πάθη έχουν ως ρίζα και κέντρο τους τον ατομισμό, τον εγωκεντρισμό. Για να αποκαθαρθεί κανείς, για να μπορέσει να πει κανείς ότι έχει κοινωνική εμπειρία της πίστεως, πρέπει οπωσδήποτε να καθάρει τον εαυτό του από τα πάθη αυτά, που τον δεσμεύουν με τον εαυτό του περισσότερο παρά με τους άλλους και με τον κατεξοχήν Άλλον, που είναι ο Θεός.

Αυτή η κάθαρση είναι η αρνητική πλευρά της κοινωνικής εμπειρίας. Τη θετική πλευρά τη συνιστά η ένταξη σ’ ένα πλέγμα σχέσεων, το οποίο δεν είναι εγωκεντρικό, αλλά θεοκεντρικό. Δεν αρκεί απλώς να πει κανείς ότι απελευθερώνεται από τον ατομισμό και από τα πάθη, που πηγάζουν από την εγωκεντρικότητα, αλλά πρέπει να προχωρήσει και στο θετικό βήμα, το οποίο θα το ονομάζαμε το βήμα της αγάπης, να συνδεθεί δηλαδή προσωπικά με τους άλλους και με το Θεό. Έτσι, η βίωση της πίστεως υπ’ αυτές τις προϋποθέσεις εισάγει τον άνθρωπο στο χώρο της Εκκλησίας.

Αλλά τί είναι η Εκκλησία και πώς βιώνεται; Αν απαλλαγούμε από την αντίληψη ότι η Εκκλησία είναι απλώς ένας θεσμός, και ενστερνισθούμε την πίστη ότι είναι ένας τρόπος υπάρξεως, τότε θα πρέπει να μείνουμε λίγο, στο σημείο αυτό, για να διαφωτίσουμε κάπως, αυτό το μεγάλο και δύσκολο θέμα.

 

2. Η βαπτισματική βίωση του μυστηρίου της Εκκλησίας.

Όταν λέμε ότι η Εκκλησία είναι ένας τρόπος υπάρξεως τί εννοούμε, σε τί συνίσταται αυτός ο τρόπος υπάρξεως; Το πρώτο πράγμα που θα ήθελα να επισημάνω είναι ότι η Εκκλησία είναι Μητέρα, που σημαίνει ότι γεννάει τέκνα. Η γέννηση, η εμφάνιση νέων ταυτοτήτων, νέων υποστάσεων, είναι αυτό που συμβαίνει κάθε φορά που με το βάπτισμα γίνεται κανείς μέλος της Εκκλησίας. Υπάρχουν πολλά πράγματα που μπορεί να πει κανείς για το άγιο Βάπτισμα, αλλά είναι ορισμένα πράγματα που συνήθως δεν τα λέμε ενώ είναι τα πιο ουσιαστικά. Το βάπτισμα προϋποθέτει ένα θάνατο και μια γέννηση· ένα θάνατο του παλαιού ανθρώπου και μια γέννηση ενός νέου. Αλλά τί είναι αυτός ο παλαιός άνθρωπος; Πρόκειται απλώς για ένα ηθικό ζήτημα, δηλαδή για αλλαγή και βελτίωση της συμπεριφοράς του ανθρώπου; Και εάν αλλάξει η συμπεριφορά του ανθρώπου, έχει γίνει ο άνθρωπος καινούργιος, έχει ξαναγεννηθεί; Πολλές φορές εκεί σταματούμε, και έτσι επιβεβαιώνονται όσα είπα στην αρχή σχετικά με την Προτεσταντική επίδραση στην αντίληψη που έχουμε περί βιώματος.

Το πρόβλημα όμως του θανάτου του παλαιού άνθρωπου δεν είναι ηθικό αλλά οντολογικό, διότι το πρόβλημα με τη βιολογική γέννησή μας δεν είναι απλώς ότι μας κάνει να έχουμε την αμαρτία μέσα στην ύπαρξή μας (όπως λέει ο ψαλμωδός, «εν ανομίαις εκίσσησέ με η μήτηρ μου»), δεν είναι απλώς το ότι φέρνουμε αυτό που λέμε προπατορικό αμάρτημα, αλλά είναι το ότι όλα αυτά μεταφράζονται στο γεγονός ότι φέρνουμε μία θνητή ύπαρξη, ότι γεννιόμαστε ως θνητά όντα. Και η ζωή, συνεπώς, που έρχεται από τη βιολογική γέννηση, από τους ίδιους τους νόμους της φύσεως και της βιολογίας, και γι’ αυτό οδηγεί αναπόφευκτα στο θάνατο. Επομένως, ο καινός άνθρωπος, αυτός που θα ξαναγεννηθεί, πρέπει να είναι ο άνθρωπος που θα ζήσει αιώνια, που δεν έχει απλώς τη θνητή ύπαρξη που μας έδωσε η βιολογική μας γέννηση. Η Εκκλησία με το Βάπτισμα γίνεται μητέρα που γεννάει αθάνατα παιδιά, ενώ η βιολογική μητέρα γεννάει θνητά παιδιά.

Έτσι στο Βάπτισμα έχουμε, όπως θα μπορούσε να πει κανείς, την πρώτη βίωση της Εκκλησίας. Αν ρωτήσουμε τον εαυτό μας, πότε βιώνουμε για πρώτη φορά το μυστήριο της Εκκλησίας, η απάντηση είναι: με το Βάπτισμα. Τότε διακόπτουμε τους δεσμούς μας με το θάνατο, και αποκτούμε μια ζωή, η οποία δεν δεσμεύεται από τους νόμους της βιολογίας, τους νόμους του θανάτου. Γι’ αυτό στο Βάπτισμα έχουμε μια ριζική μεταστροφή του ανθρώπου, την οποία δεν πρέπει να την ερμηνεύουμε απλώς ηθικά, δηλαδή σαν αλλαγή συμπεριφοράς, αφού όσο κι αν αλλάξει κανείς τη συμπεριφορά του παραμένει θνητός. Γι’ αυτό άλλωστε έκτος της Εκκλησίας μπορεί να βρει κανείς ανθρώπους που κατορθώνουν και αρετή και αλλαγή συμπεριφοράς, αλλά δεν κατορθώνουν να απαλλαγούν από τα δεσμά του θανάτου. Η στροφή, λοιπόν, που γίνεται στο Βάπτισμα, η στροφή, την οποία συμβολικά, τελετουργικά κάνει ο υποψήφιος κατά την ώρα των εξορκισμών, όταν τον στρέφουμε από την κατεύθυνση προς Δυσμάς, προς την κατεύθυνση προς Ανατολάς, αυτή είναι στροφή από το βασίλειο του σκότους και του θανάτου στο βασίλειο του φωτός και της ζωής. Έτσι το Βάπτισμα σημαίνει επίσης απελευθέρωση από οτιδήποτε στο παρελθόν δέσμευε τον άνθρωπο. Και αν ακόμα είναι νήπιος και δεν έχει προβλήματα ηθικής συμπεριφοράς, όπως οι ενήλικοι, το Βάπτισμα αποτελεί και γι’ αυτόν νέα γέννηση, διότι έχει αυτήν την θνητότητα, για την οποίαν μιλήσαμε προηγουμένως. Αν πάλι είναι μεγάλος, μετά το Βάπτισμα διαγράφονται οι αμαρτίες του παρελθόντος και έτσι πραγματοποιείται μια ριζική στροφή προς μια καινούργια ταυτότητα, η οποία δεν στηρίζεται πλέον σ’ αυτό που ήταν ο άνθρωπος στο παρελθόν αλλά σ’ αυτό που θέλει ο Θεός να είμαστε αιώνια. Έτσι στο Βάπτισμα βιώνεται αυτή η στροφή, η μεταστροφή από αυτό που είμασταν στο παρελθόν σ’ αυτό που θα είμαστε στο μέλλον.

Αλλά το Βάπτισμα περιλαμβάνει και ένα άλλο στοιχείο. Δεν είναι απλώς ο θάνατος ως προς το παρελθόν, που καταργείται, αλλά η ανάσταση σε μια νέα ζωή, η οποία όμως νέα ζωή εκφράζεται (και εδώ είναι το πολύ σημαντικό που πολλές φορές παραγνωρίζουμε) με την ενσωμάτωσή μας στο σώμα της Εκκλησίας. Δεν υπάρχει Βάπτισμα, το οποίο να μην συνεπάγεται αυτομάτως ενσωμάτωση στο σώμα της Εκκλησίας. Όταν έγραφε ο Απόστολος Παύλος ότι στο Βάπτισμα πεθαίνουμε συν Χριστώ και ανιστάμεθα, για να ενσωματωθούμε μέσα στο σώμα του Χριστού, αυτό μεταφράζεται πρακτικά στην ενσωμάτωσή μας στην κοινότητα της Εκκλησίας, πράγμα που σημαίνει πλέον ότι οι σχέσεις που καθορίζουν την ύπαρξή μας δεν είναι οι βιολογικές, αυτές δηλαδή που πήραμε από την πρώτη μας γέννηση, αλλά οι εκκλησιολογικές, αυτές που μας δίνει η Εκκλησία. Χαρακτηριστικά, ας θυμηθούμε αυτό που λέγεται κατ’ επανάληψη στα ιερά Ευαγγέλια ως προτροπή του Κυρίου, ότι Πατέρας σας δεν είναι πλέον ο πατέρας της οικογένειάς σας, αλλά «ο εν τοις ουρανοίς»: και «Πατέρα μη καλέσητε υμών επί της γης, εις γαρ έστιν ο Πατήρ υμών, ο εν τοις ουρανοίς». Όλα αυτά βγήκαν από την εμπειρία του Βαπτίσματος, την εμπειρία της εντάξεως πλέον μέσα σε ένα νέο πλέγμα σχέσεων που δεν είναι το βιολογικό. Από εκεί αντλεί τώρα την υπόσταση, την προσωπική του ταυτότητα, ο πιστός.

Ας κάνουμε εδώ μια παρένθεση λειτουργικής φύσεως. Για μας τους Ορθοδόξους είναι καίριας σημασίας το να επιμείνουμε στο ότι το Βάπτισμα, το Χρίσμα και η θεία Ευχαριστία αποτελούν μία ενιαία και αδιάσπαστη λειτουργική ενότητα, ενώ στη Δύση (τόσο στους Ρωμαιοκαθολικούς όσο και στους Προτεστάντες) αυτά τα τρία Μυστήρια έχουν διασπασθεί λειτουργικά και μεσολαβεί χρόνος μεταξύ Βαπτίσματος, Χρίσματος και Θείας Ευχαριστίας, με διάφορα επιχειρήματα βιωματικά, με την ατομική έννοια του βιώματος (ότι πρέπει το παιδί να μεγαλώσει, να καταλαβαίνει τι του γίνεται και μετά να προσέλθει). Για μας δεν ισχύουν τέτοια κριτήρια· αντίθετα, ισχύει το κριτήριο ότι έχομε μια οντολογική αλλαγή, ότι ο άνθρωπος πρέπει να μπει πλέον σε μια νέα σχέση με τον κόσμο. Δεν μπορεί να είναι κανείς βαπτισμένος και να είναι μακρυά από την βίωση της κοινότητος της Εκκλησίας, γι’ αυτό Βάπτισμα σημαίνει συγχρόνως και τοποθέτηση μέσα στην κοινότητα της Εκκλησίας και κοινωνία στη Θεία Ευχαριστία. Το ότι σήμερα οι Βαπτίσεις γίνονται εκτός της Θείας Ευχαριστίας, ή δίνουμε τη θεία Ευχαριστία στον νεοβάπτιστο ατομικά και εκτός της κοινότητος, τούτο είναι μία λύση ανάγκης, η οποία τουλάχιστον διατηρεί την ενότητα των τριών Μυστηρίων. Πάντως, ο σωστός τρόπος είναι να τελείται το Βάπτισμα στη Θεία Ευχαριστία, ώστε να μπορεί αμέσως η κοινότητα να υποδέχεται το νέο μέλος της, και αυτό να αισθάνεται ως μέλος της Εκκλησίας.

3. Η Ευχαριστιακή βίωση του μυστηρίου της Εκκλησίας.

Έκτος από το Βάπτισμα, όπως απ’ όσα είπαμε μέχρι τώρα. η Εκκλησία βιώνεται ως πρόγευση της Βασιλείας του Θεού. δηλαδή των σχέσεων εκείνων, που δίνουν ζωή και όχι θάνατο, διότι ο θάνατος είναι εγγενής μέσα στη βιολογική γέννηση του ανθρώπου -ας μην το λησμονούμε αυτό το πράγμα. Εγγενής αντίθετα, μέσα στη νέα γέννηση του ανθρώπου με το Βάπτισμα, είναι η ζωή, και αυτό δίνεται με τη θεία Ευχαριστία• διότι δεν μπορεί αυτός, που βιώνει την Εκκλησία ως βαπτισματική πραγματικότητα να μην την βιώσει αμέσως και ως ευχαριστιακή πραγματικότητα. Το σημαντικό εν σχέσει με την ευχαριστιακή εμπειρία της Εκκλησίας είναι ότι εισέρχεται πλέον ο άνθρωπος σε μια σχέση με τους άλλους και με τον κόσμο γενικά, η οποία έχει ως κέντρο της τον Χριστό. Έχει ως κέντρο της το σώμα Εκείνου, ο οποίος νίκησε το θάνατο, και αυτή η νίκη κατά του θανάτου, που έχει ο αναστημένος Χριστός, είναι αυτή, από την οποία πηγάζει η ζωή για όλα τα μέλη της Εκκλησίας. Αυτή η Χριστοκεντρικότητα της Θείας Ευχαριστίας είναι που την κάνει να διαφέρει από κάθε άλλη εμπειρία, που έχει ο πιστός ή γενικότερα ο άνθρωπος. Δεν υπάρχει απολύτως τίποτε που να είναι τόσο Χριστοκεντρικό όσο η Θεία Ευχαριστία. Καμία άλλη εμπειρία του πιστού δεν έχει τόσο άμεση σχέση με την σωματική παρουσία του άναστάντος Χριστού.

Το άλλο σημαντικό στοιχείο απ’ την εμπειρία της Θείας Ευχαριστίας είναι ότι κάνει τη σχέση του ανθρώπου με το Θεό σχέση που περνάει μέσα από τους άλλους. Μπορεί κανείς εύκολα να δημιουργήσει μια σχέση με τον Θεό, η οποία να παραγνωρίζει, να παραμερίζει τον πλησίον. Αυτή είναι μία επικίνδυνη κατάσταση, η οποία μπορεί εύκολα να συμβεί έξω από την ευχαριστιακή εμπειρία. Αλλά και στην ευχαριστιακή εμπειρία παρεισφρύει πολλές φορές η ευσεβιστική ατομοκρατία, και βλέπει κανείς πολλές φορές έναν πιστό να πηγαίνει στη Θεία Ευχαριστία και να απομονώνεται από το υπόλοιπο σώμα της Εκκλησίας, για να προσευχηθεί δήθεν καλύτερα, πράγμα που θα μπορούσε να το κάνει καλύτερα στο σπίτι του. Στη Θεία Λειτουργία δεν πηγαίνουμε για να προσευχηθούμε ως άτομα, πηγαίνομε για να προσευχηθούμε μαζί με τους άλλους, ως κοινότητα. Πρέπει λοιπόν να έχουμε διαρκώς συνείδηση ότι ο διπλανός μας είναι και αυτός μέλος του ίδιου σώματος και ότι διά μέσου τής σχέσεως αυτής με τον διπλανό μας επικοινωνούμε με τον Θεό.

Όμως η ευχαριστιακή εμπειρία έχει κι ένα άλλο χαρακτηριστικό: είναι εμπειρία ιεραρχική. Συνίσταται στην ύπαρξη διαφόρων λειτουργημάτων, καθένα από τα οποία προτυπώνει τα έσχατα, την Βασιλεία του Θεού μ’ έναν τρόπο διαφορετικό, που δεν μπορεί να επαναλάβει ένα άλλο λειτούργημα. Αυτή η ποικιλία των λειτουργημάτων διαφοροποιεί τα λειτουργήματα μέσα στην Εκκλησία και τα κάνει όλα, όπως τα αντιλαμβάνεται ο Απόστολος Παύλος στην Α΄ προς Κορινθίους Επιστολή, στο 12ο κεφάλαιο (που είναι ένα σπουδαίο εκκλησιολογικό κεφάλαιο), όταν αναλύει την έννοια του σώματος της Εκκλησίας. Εκεί λέγει ότι το σώμα αποτελείται από κεφάλι, από χέρια, από πόδια, και κάθε ένα από αυτά έχει μια λειτουργία, την οποία δεν μπορεί να επιτελέσει ένα άλλο μέλος. Γι’ αυτό και πρέπει οπωσδήποτε όλα τα μέλη να αναγνωρίζουν το ένα την σημασία του άλλου, αλλά και την ιδιαιτερότητα του καθενός.

Ο άνθρωπος, λοιπόν, βιώνει τα έσχατα, τη Βασιλεία του Θεού, στη θεία Ευχαριστία όπου όταν έχει αυτή την εικόνα των εσχάτων, που δημιουργεί η Θεία Λειτουργία, μάλιστα δε η Ορθόδοξη Θεία Λειτουργία, η οποία περισσότερο από κάθε άλλη ευχαριστιακή Λειτουργία εικονίζει τα μέλλοντα, εικονίζει τη Βασιλεία του Θεού. Εκεί, πλέον, βιώνομε τη Βασιλεία του Θεού μέσα στη Θεία Λειτουργία, σαν μια αποκάλυψη της μελλοντικής καταστάσεως των πραγμάτων. Γι’ αυτό εμείς οι Ορθόδοξοι βιώνουμε την Εκκλησία με τρόπους που πολλές φορές σκανδαλίζουν τους ετεροδόξους. Έχει, παραδείγματος χάριν, η Εκκλησία μας και η Θεία Ευχαριστία μια ιδιαίτερη λαμπρότητα: πολύ φώς, λαμπρά άμφια, ωραία ψαλμωδία, ωραίες εικόνες, ωραία χρώματα. Όλα αυτά αποβλέπουν σε έναν σκοπό: στο να απεικονίσουν την Βασιλεία του Θεού σε μας και να μας κάνουν να την προγευθούμε. Κάνουμε, λοιπόν, μεγάλο λάθος, όταν για διαφόρους λόγους {πολλές φορές κακώς νοούμενης ταπεινοφροσύνης και δήθεν απλότητος) αυτά τα πράγματα τα απλοποιούμε και στερούμε έτσι τη Θ. Λειτουργία από την λαμπρότητα που προσέδωσε η Εκκλησία στη Θεία Ευχαριστία διαμέσου των αιώνων. Βιώνοντας, λοιπόν, τη Θεία Ευχαριστία ως Χριστοκεντρική Σύναξη και ως εικόνα της Βασιλείας του Θεού, της συνάξεως δηλαδή όλων γύρω από το πρόσωπο του Χριστού, αποκτά ο Ορθόδοξος πιστός μια ιδιαίτερη εκτίμηση, ευλάβεια και σεβασμό προς τους λειτουργούς της Εκκλησίας, προς αυτούς που εικονίζουν τα έσχατα, και ιδιαιτέρως προς αυτούς που εικονίζουν το πρόσωπο του Χριστού, όπως είναι ο επίσκοπος, που είναι ο κατ’ εξοχήν προεστώς της ευχαριστιακής συνάξεως. Νομίζω ότι αυτή η παράδοση του λαού μας να αποδίδει ιδιαίτερη ευλάβεια στους λειτουργούς της Εκκλησίας, στον επίσκοπο κατεξοχήν, στους πρεσβυτέρους καί τούς διακόνους κατ’ επέκταση, είναι μέρος ουσιαστικό αυτού που λέμε «βίωση του μυστηρίου της Εκκλησίας». Και είναι κάτι που πρέπει να το διδάσκουμε στα παιδιά, και σε όλα τα μέλη της Εκκλησίας ως ουσιαστικό στοιχείο της πίστεως μας.

4. Συμπεράσματα

Κλείνοντας θα ήθελα συνοπτικά και συμπερασματικά να αναφέρω μερικούς συγκεκριμένους τρόπους, με τους οποίους βιώνουμε το Μυστήριο της Εκκλησίας εμείς οι Ορθόδοξοι.

1) Απ’ όσα είπαμε φάνηκε ότι η Εκκλησία βιώνεται διά των Μυστηρίων κατεξοχήν, κυρίως στο Βάπτισμα και στην Θεία Ευχαριστία. Τα άλλα Μυστήρια αποτελούν προεκτάσεις της Θείας Ευχαριστίας, και τελετουργικά ήδη στην αρχαία Εκκλησία ήταν ενωμένα με τη Θεία Ευχαριστία,

2) Η Εκκλησία βιώνεται ως ο χώρος της καθάρσεως από τα πάθη, τα οποία έχουν τη ρίζα τους στον εγωισμό και στην απάτη ότι η αληθινή ζωή είναι η βιολογική ζωή και ό,τι συνεπάγεται αυτή. Όλα τα πάθη έχουν αυτά τα χαρακτηριστικά. Μέσα στην Εκκλησία, λοιπόν, θεραπεύεται ο άνθρωπος από τα πάθη, θεραπεύεται κατά τρόπο θετικό, όχι απλώς με το να απαλλάσσεται από τα πάθη αυτά, αλλά με το να αντικαθιστά αυτά με τα αγαπητικά βιώματα, με αυτά που ονομάζει ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, «αγαπητικήν σχέσιν». Και η Εκκλησία είναι σε τελευταία ανάλυση τρόπος υπάρξεως επειδή ακριβώς είναι το Μυστήριο της Αγάπης, το Μυστήριο, στο οποίο βιώνουμε θετικά την ελευθερία μας από τα πάθη.

3) Ή βίωση τού Μυστηρίου τής Εκκλησίας, ενώ κατεξοχήν λαμβάνει χώρα μέσα στα Μυστήρια, προεκτείνεται και πέρα από τα Μυστήρια, στη ζωή του πιστού έξω από τα Μυστήρια, στις σχέσεις του με τους άλλους, στη σχέση του με τον υλικό κόσμο. Επειδή τα Μυστήρια, όπως είπαμε μας δίνουν την εικόνα της Βασιλείας του Θεού, μεταφέρουμε την εικόνα αυτή και την κάνουμε μόνιμο κριτήριο της ζωής μας· κάθε πράξη, κάθε απόφαση, κάθε ενέργεια της ζωής μας συγκρίνεται πλέον με αυτή την εικόνα των μελλόντων, της Βασιλείας του Θεού, και δημιουργείται μ’ αυτόν τον τρόπο μονίμως, θα έλεγε κανείς, η συναίσθηση της ανεπάρκειάς μας να ταυτίσουμε αυτή την εικόνα που δίνουν τα Μυστήρια με την πραγματικότητα της καθημερινής μας ζωής. Αυτή η συνειδητοποίηση της συγκρούσεως μεταξύ αυτού που παίρνουμε στα Μυστήρια και αυτού που είμαστε στην καθημερινή μας ζωή δημιουργεί το βίωμα της μετανοίας· και η μετάνοια είναι ακριβώς αυτή που θα μας κρατάει πάντοτε σε σωστή σχέση με την Εκκλησία. Διότι η Εκκλησία αποτελείται από αμαρτωλούς, από αμετανόητους όμως είναι δύσκολο να το εννοήσει κανείς. Έτσι αυτή η σύγκριση μάς οδηγεί στην αληθινή μετάνοια και στην ταπείνωση, και με τον τρόπο αυτό βιώνεται το Μυστήριο της Εκκλησίας ως Μυστήριο Μετανοίας, Μυστήριο ταπεινώσεως ειλικρινούς. Διότι, καταλαβαίνουμε ότι όλοι, μηδενός εξαιρουμένου, άλλος πολύ και άλλος λίγο, αποτυγχάνομε στο να ταυτίσουμε την εικόνα και εμπειρία των Μυστηρίων με την καθημερινή μας ζωή και, επομένως, δεν κρίνουμε τους άλλους, δεν κατακρίνουμε, αλλά μετανοούμε και αγαπούμε με ταπείνωση. Όλα αυτά πρέπει να τα δούμε όχι ως εντολές, αν και είναι βεβαίως εντολές, αλλά κυρίως ως συνέπειες της εμπειρίας που παίρνουμε μέσα στα Μυστήρια της Εκκλησίας. Τα Μυστήρια της Εκκλησίας φανερώνουν το εσχατολογικό, το τέλειο, και έτσι δίνουν το κριτήριο, με το οποίο θα κρίνουμε την καθημερινή μας ζωή. Έτσι η Εκκλησία βιώνεται κάθε στιγμή ως ελευθερία από το ψεύδος, την απάτη, την αυταπάτη, τον εγωισμό, τον ατομισμό και τελικά τη φθορά και το θάνατο. Και αυτό προϋποθέτει διαρκή αγώνα, διαρκή εγρήγορση του πιστού.

Αυτά είναι μερικές σκέψεις σχετικά με τον τρόπο, με τον οποίο βιώνεται το Μυστήριο της Εκκλησίας. Η βίωση του Μυστηρίου της Εκκλησίας είναι βεβαίως μεγάλο θέμα και όπως όλα τα θέματα αυτού του είδους προϋποθέτουν ανάλογη εμπειρία, για να μπορέσει κανείς να τα καταλάβει σωστά. Αλλά νομίζω ότι η εμπειρία, στην οποία πρέπει να βασιζόμαστε πάντοτε, όταν διδάσκουμε κάθε πιστό της Εκκλησίας, είναι αυτή την οποία κατεξοχήν γνωρίζουν όλοι οι πιστοί από τη μυστηριακή εμπειρία. Δεν λέγω ότι όλοι ζούμε την εμπειρία των Μυστηρίων με τον ίδιο τρόπο και σωστά, αλλά όλοι ξέρουμε περίπου για τί μιλάμε όταν μιλάμε γι’ αυτά τα πράγματα. Όπως γράφει ο άγιος Νικόλαος ο Καβάσιλας «Η Εκκλησία σημαίνεται εν τοις Μυστηρίοις». Τα Μυστήρια, συνεπώς, είναι ο καλύτερος τρόπος, για να γίνει βίωμά μας το Μυστήριο της Εκκλησίας, όχι μόνο κατά την τέλεσή τους, αλλά και έξω από αυτήν, στην καθημερινή μας ζωή.

(Ομιλία που δόθηκε προς τους μετεκπαιδευόμενους Κατηχητές στην Αποστολική Διακονία στις 19-3-1990)

Η ΕΝ ΧΡΙΣΤΩ ΖΩΗ & Η ΑΠΟΤΥΠΩΣΗ ΤΗΣ ΣΤΗΝ ΥΜΝΟΓΡΑΦΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

 



Η εισήγηση της καθηγήτριας του Τμήματος Θεολογίας στο Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο με θέμα «Η εν Χριστώ ζωή στην Ορθόδοξη Παράδοση» (Βουδαπέστη 28-29 Αυγούστου 2018)

Ο Νικόλαος Καβάσιλας[1] υπήρξε μέγας θεολόγος, μυσταγωγός με βαθειά θεολογική σκέψη. Στα συγγράμματά του και ανάμεσά τους στα δύο περισσότερο γνωστά, «Εις την θείαν λειτουργίαν» και «Περί της εν Χριστώ ζωής», αποτύπωσε την εμπειρία της Εκκλησίας, όπως αποκρυσταλλώθηκε στο πέρασμα των χρόνων. Λίγο νεώτερος του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, γεννήθηκε περί το έτος 1322 στη Θεσσαλονίκη, στη «Μητρόπολη των φιλοσόφων» όπως ο ίδιος την αποκαλεί, σε μία εποχή έντονων πνευματικών και κοινωνικοπολιτικών ζυμώσεων: έριδες Ησυχαστών-Βαρλαμιτών (1341-1368), διαμάχη μεγάλου δούκα Αλεξίου Απόκαυκου και μεγάλου δομέστικου Ιωάννου Καντακουζηνού για την επιτροπεία του θρόνου μετά τον θάνατο του Ανδρονίκου Γ’ (1341-1347), κίνημα Ζηλωτών στη Θεσσαλονίκη (1342-1349). Στη γενέτειρά του έλαβε την πρώτη του μόρφωση, την οποία επαύξησε στην Κωνσταντινούπολη με τα ανώτερα μαθήματα της εγκυκλίου παιδείας (Γραμματική, Ρητορική, Διαλεκτική, Αριθμητική, Γεωμετρία, Αστρονομία, Φυσική) και στη συνέχεια με τη Φιλοσοφία και τη Θεολογία.

Η «εν Χριστώ ζωή» είναι το εκτενέστερο και ίσως το πρώτο από τα μυσταγωγικά έργα του Νικολάου Καβάσιλα. Όπως ο ίδιος ορίζει, «εν Χριστώ ζωή», σημαίνει το «συναφθήναι Χριστώ».[2] Η σύναψη αυτή επιτελείται δια των ιερών μυστηρίων της Εκκλησίας. Πνευματική ζωή είναι η ζωή που ζούμε, οι κληρικοί, μοναχοί, λαικοί, όταν ζούμε μέσα στον Χριστό η όταν ο Χριστός ζει μέσα μας. Τότε με τη χάρη Του και τη δική μας συνεργία, η ψυχή και το σώμα μας, ο νους και η καρδιά μας, όλες οι αισθήσεις και λειτουργίες της ύπαρξής μας μεταμορφώνονται σε ψυχή, σώμα, νου, καρδιά, αισθήσεις και λειτουργίες Χριστού.[3]

Ο Θεός ενοίκησε στον κόσμο με τη συνεργία της Θεοτόκου. Ο ιερός συγγραφέας στη θεομητορική Ομιλία του «Εις τον ευαγγελισμόν της Θεοτόκου» τονίζει ότι ο «Λόγος σαρξ εγένετο», μόλις η Παρθένος έδωσε την απάντησή της στον Θεό και δέχτηκε αμέσως από αυτόν το Πνεύμα που δημιουργεί την ομόθεη εκείνη σάρκα. Και πλάθεται έτσι με λόγο μητρικό ο του Πατρός Λόγος. Και κτίζεται με τη φωνή του κτίσματος ο Δημιουργός. Κι όπως, μόλις είπε Θεός «γενηθήτω φως», έγινε αμέσως φως, έτσι αμέσως με τη φωνή της Παρθένου το αληθινό ανέτειλε Φως κι ενώθηκε με την ανθρώπινη σάρκα και κυοφορήθηκε αυτός που φωτίζει «πάντα άνθρωπον ερχόμενον εις τον κόσμον».[4]

Ο Απ. Παύλος δηλώνει στους Γαλάτες ότι «έχει σταυρωθεί με τον Χριστό και ότι πλέον δεν ζη ο ίδιος αλλά ζη μέσα του ο Χριστός και τη ζωή που τώρα ζη στο σώμα, τη ζη με πίστη στον Υιό του Θεού, ο οποίος τον ηγάπησε και παρέδωκε τον εαυτόν του προς χάριν του» (Γαλ. 2:19-20). Η αδιάψευστη αυτή μαρτυρία του Απ. Παύλου, που είναι κοινή εμπειρία όλων των αγίων του Θεού διαμέσου των αιώνων, κυριαρχεί σε όλο το κήρυγμα της Εκκλησίας, η οποία καλεί τους ανθρώπους να αγαπήσουν τον Ιησού και να τηρούν τον λόγο Του, ώστε να έλθει με τον Πατέρα Του να κατοικήσουν στην ύπαρξη του καθενός (Ιω. 14:23).

Οι βαπτισματικές κατηχήσεις, οι ερμηνευτικές ομιλίες, τα θεολογικά συγγράμματα ερμηνεύουν την ίδια θεμελιώδη αρχή. Ο Θεός ενοικεί μέσα στον καθένα, αλλά οι δωρεές Του γίνονται αντιληπτές και αποδίδουν πνευματικούς καρπούς μόνον με την ελεύθερη συνεργία του κάθε ανθρώπου. Γι αυτόν τον λόγο και η ποιμαντική προσπάθεια της Εκκλησίας είναι να οδηγούνται οι πιστοί, ώστε να προσλαμβάνουν το μέγα μυστήριο της πίστεως, δηλαδή τον Χριστό, το οποίο διαθλάται με τα ιερά μυστήρια της Εκκλησίας. Τα μυστήρια, επισημαίνει ο Καβάσιλας, ομοιάζουν με θυρίδες δια των οποίων εισέρχεται ο ήλιος της δικαιοσύνης στον σκοτεινό τούτον κόσμο ή ακόμη θα μπορούσαν να ονομαστούν και πύλες δικαιοσύνης.[5]

Η οδός που υπαγόρευσαν οι θεοφόροι διδάσκαλοι της Εκκλησίας για την πρόσληψη του ενοικούντος Θεού είναι η υπακοή στις εντολές του Χριστού, η εγκράτεια, η κάθαρση από την αμαρτία, η προσευχή, η συμμετοχή στα μυστήριά της, η οποία τελικώς οδηγεί στην ένωση με τον Χριστό.

Η υμνογραφία της Εκκλησίας από τον 4ο αιώνα και εξής αποτυπώνει τη διδασκαλία της και συγχρόνως προτρέπει τους πιστούς να οικειώνονται την εν Χριστώ σωτηρία. Ο ποιητικός λόγος, επί το πλείστον υψηλής ποιότητος, το περίτεχνο μουσικό μέλος, οι βιβλικές αναφορές και η θεολογία που αναπτύχθηκε στις Οικουμενικές Συνόδους ερμηνεύουν την αλήθεια του Ευαγγελίου στους πιστούς.[6] Στερεώνουν την πίστη τους στον Χριστό, τους αποτρέπουν από τις αιρέσεις και τους οδηγούν να Τον δεχτούν να ενοικήσει μέσα τους, ώστε το φως της θεότητας να καταυγάσει την ύπαρξή τους.

Στους άφθονους λειτουργικούς ύμνους της Εκκλησίας οι δύο βασικές προϋποθέσεις για την ἐν Χριστῷ ζωή, η συγκατάβαση του Θεού και η συνεργία του ανθρώπου απαντούν διάσπαρτες με ποικίλους εκφραστικούς τρόπους και κειμενικά συμφραζόμενα (context).

Στους ύμνους της Μ. Εβδομάδας που αναφέρονται στον ερχόμενο Νυμφίο Χριστό και στην εγρήγορση που οφείλουν να έχουν οι πιστοί για τη Βασιλεία των Ουρανών,[7] προβάλλονται οι προϋποθέσεις για τη συνάφεια με τον Χριστό, η οποία παραβάλλεται και με την απόλυτη αγαπητική σχέση των συζύγων. Όπως για παράδειγμα:

«Τον νυμφώνα σου βλέπω, Σωτήρ μου,
κεκοσμημένον και ένδυμα ουκ έχω,
ίνα εισέλθω εν αυτώ” λάμπρυνόν μου
την στολήν της ψυχής,
φωτοδότα, και σώσον με»

Στη ποιητική ατμόσφαιρα του ύμνου τονίζονται η παρουσία του Χριστού (νυμφώνας), οι προϋποθέσεις για τη συνάφεια του ανθρώπου μαζί του (συναίσθηση της αναξιότητας, η εκζήτηση του ελέους και του φωτισμού), ο στόχος που είναι η συνύπαρξη ( ίνα εισέλθω) και το αποτέλεσμα που είναι η σωτηρία.

Σε ένα άλλο τροπάριο από τον όρθρο της Μ. Δευτέρας ο υμνωδός στην αρχή αναφέρεται εν συντομία στη βιβλική διήγηση για όσα συνέβησαν πριν από τα πάθη του Χριστού Ερχόμενος ο Κύριος, προς το εκούσιον Πάθος, τοις Αποστόλοις έλεγεν εν τη οδώ. Ιδού αναβαίνομεν εις Ιεροσόλυμα, και παραδοθήσεται ο Υιός του ανθρώπου, καθώς γέγραπται περί αυτού.

Και στη συνέχεια προτρέπει τους πιστούς να τον ακολουθήσουν για να «συζήσουν» με αυτόν (ίνα συζήσωμεν αυτώ). Το ρήμα είναι χαρακτηριστικό της εν Χριστώ ζωής, που κι εδώ παραπέμπει στη στενή σχέση αγαπημένων συζύγων. Η μυστική συμπόρευση με τον Χριστό προϋποθέτει κάθαρση του νου (κεκαθαρμέναις διανοίαις), νέκρωση ως προς τις ηδονές του βίου (και νεκρωθώμεν δι” αυτόν), συσταύρωση (και συσταυρωθώμεν) και τελική συνανύψωση στην άνω Ιερουσαλήμ, η οποία, κατά τη διδασκαλία της Εκκλησίας, είναι η κατά χάριν θέωση του ανθρώπου. Το χάρισμα προέρχεται από τον Ιησού Χριστό, ο οποίος επλήρωσε όλο το μυστήριο της θείας οικονομίας, όπως ομολογούμε στη θεία λειτουργία: «και ουκ απέστης πάντα ποιων έως ημάς εις τον ουρανόν ανήγαγες και την βασιλείαν σου εχαρίσω την μέλλουσαν».[8]

Εξίσου χαρακτηριστικά είναι τα τροπάρια του Κανόνα της Μεταλήψεως, όπου υπογραμμίζεται η ενοίκηση του Χριστού μέσα στον άνθρωπο, με προϋποθέσεις τη συνεργία του ανθρώπου, που εκφράζεται με την εκζήτηση του ελέους του Θεού, τη συντριβή, τη συναίσθηση της αμαρτωλότητας, τα δάκρυα της μετανοίας, την κάθαρση από τις αμαρτίες. Όπως για παράδειγμα:

«Δακρύων μοι παράσχου, Χριστέ, ρανίδας, τον ρύπον της καρδίας μου καθαιρούσας, ως αν ευσυνειδότως κεκαθαρμένος, πίστει προσέρχωμαι και φόβω, Δέσποτα, εν τη μεταλήψει των θείων δώρων σου» (ωδή γ’).

Στην 8η ωδή του κανόνα ο πιστός με δέος παρακαλεί τον Χριστό να μείνει μέσα στην ύπαρξή του και ο ίδιος μέσα στον Χριστό.

«Υπό την σην καταφυγών ευσπλαγχνίαν, Αγαθέ, κράζω σοι φόβω· Εν εμοί μείνον, Σώτερ, καγώ, ως έφης εν σοι· ιδού γαρ, θαρρών τω ελέει σου, τρώγω σου το Σώμα και πίνω σου το Αίμα» (ωδή η’).

Η συνάφεια Χριστού – ανθρώπου είναι εφικτή με τη μετάληψη του Σώματος και του Αίματος. Η ευσπλαχνία και το έλεος του Θεού, ο προσδιορισμός «Αγαθός», η φράση «ως έφης» προσδιορίζουν την αμετάκλητη βούληση του Θεού για τη σωτηρία των ανθρώπων»

Στην 9η ωδή αποτυπώνεται με απέριττο γλωσσικό ύφος, με σχήμα ασύνδετο και κλίμακα των εννοιών η εν Χριστώ ζωή, η οποία αναφέρεται σε όλον τον ψυχοσωματικό άνθρωπο, «ψυχήν συν τω σώματι», τα στάδια που οδηγούν στην ενοίκηση του Θεού και η βεβαιότητα ότι το αίτημα θα γίνει αποδεκτό, εφόσον ο Δεσπότης στον οποίο απευθύνεται ο πιστός είναι ευεργέτης και πολυέλεος.

«Ψυχήν συν τω σώματι αγιασθείην, Δέσποτα, φωτισθείην, σωθείην, γενοίμην οίκός σου τη των Μυστηρίων μεθέξει των ιερών, ένοικόν σε έχων συν Πατρί και Πνεύματι, ευεργέτα Πολυέλεε» (ωδή θ΄).

Με τη μέθεξη των ιερών μυστηρίων ο πιστός εύχεται, ζητεί (συνεργεί) να εξαγιασθεί, να φωτισθεί, να σωθεί, να γίνει οίκος του Κυρίου, όπου θα κατοικήσει η Αγία Τριάδα (ένοικόν σε έχων συν Πατρί και Πνεύματι).

Ένα από τα τελευταία τροπάρια πριν από τη θεία μετάληψη επαναφέρουν τη σχέση της αμέτρητης αγάπης του Θεού (θείω έρωτι) προς τον άνθρωπο, που παραπέμπει και πάλιν στην παραβολική σχέση συζυγίας. Ο πιστός την αναγνωρίζει και ανταποκρίνεται με το ίδιο πάθος (έθελξας πόθω με, Χριστέ). Συναισθάνεται την αμαρτωλότητά του, ζητεί την άφεση των αμαρτιών και την απόλαυση της πρώτης και της δεύτερης παρουσίας του.

«Έθελξας πόθω με, Χριστέ, και ηλλοίωσας τω θείω σου έρωτι· αλλά κατάφλεξον πυρί αύλω τας αμαρτίας μου, και εμπλησθήναι της εν σοι τρυφής καταξίωσον, ίνα τας δύο σκιρτών μεγαλύνω, Αγαθέ, παρουσίας σου.

Το τελευταίο τροπάριο της ακολουθίας της Μεταλήψεως είναι το γνωστό που ψάλλεται και στην ακολουθία του Νυμφίου της Μ. Εβδομάδας:

«Εν ταίς λαμπρότησι των αγίων σου, πως εισελεύσομαι ο ανάξιος; Εάν γαρ τολμήσω συνεισελθείν εις τον νυμφώνα, ο χιτών με ελέγχει ότι ουκ έστι του γάμου, και δέσμιος εκβαλούμαι υπό των αγγέλων. Καθάρισον, Κύριε, τον ρύπον της ψυχής μου και σώσόν με, ως φιλάνθρωπος».

Στον ύμνο δεσπόζει η εικόνα του μυστικού γάμου και η απόλυτη συναίσθηση της αναξιότητας του πιστού να εισέλθει στον νυμφώνα. Ο πιστός ζητεί την κάθαρση και τη σωτηρία: «καθάρισον τον ρύπον της ψυχής και σώσον με». Ο Κύριος στον οποίο απευθύνεται αναμφισβήτητα είναι φιλάνθρωπος (ως φιλάνθρωπος) και συνεπώς η είσοδος στον νυμφώνα, δηλαδή η εν Χριστώ ζωή, είναι βεβαιωμένη. Άλλωστε, ο πιστός πριν προσέλθει «μετά φόβου θεού πίστεως και αγάπης» να μεταλάβει τα Τίμια Δώρα, συναισθανόμενος την αναξιότητά του, προσεύχεται στον Κύριο να μην κατακριθεί, παρακαλεί αυτά να συντελέσουν στον αγιασμό του, «Δέσποτα, φιλάνθρωπε, Κύριε ο Θεός μου, μη εις κρίμά μοι γένοιτο τα άγια ταύτα…» και στο τέλος καταλήγει με τον ψαλμικό στίχο (72:28): «Εμοί δε τω προσκολλάσθαι τω Θεώ αγαθόν εστι· τίθεσθαι εν τω Κυρίω την ελπίδα της σωτηρίας μου».[9]

Στο σημείο αυτό αξίζει να επισημάνουμε το ρήμα «προσκολλάσθαι» του ψαλμού, το οποίο στη Γένεση χρησιμοποιείται, για να προσδιορίσει την ταύτιση των συζύγων σε σάρκα μία: «ένεκεν τούτου καταλείψει άνθρωπος τον πατέρα αυτού και την μητέρα και κολληθήσεται τη γυναικί αυτού, και έσονται οι δύο εις σάρκα μίαν; ώστε ουκέτι εισί δύο, αλλά σαρξ μία». (Γεν. 2:24). Το ίδιο επαναλαμβάνεται αυτολεξεί από τον Κύριο (Μτ 19:5, Μρ 10:7) και από τον Απ. Παύλο στην προς Εφεσίους επιστολή 5:31, η οποία, ως γνωστόν, αποτελεί το αποστολικό ανάγνωσμα στην ιερουργία του μυστηρίου του γάμου.

Η εν Χριστώ ζωή, η μέθεξη θείου και ανθρώπινου, η μυστική συνύπαρξη Θεού στον άνθρωπο και του ανθρώπου στον Θεό είναι δυνατή με δύο βασικές προϋποθέσεις, μία αμετάβλητη και μία μεταβλητή. Η σωτηρία του ανθρώπου από τη φθορά στηρίζεται στην απέραντη φιλανθρωπία και το έλεος του Θεού, τα οποία είναι απαρασάλευτα. Η συναίνεση του ανθρώπου εξαρτάται από την ελευθερία του, την πνευματική του καλλιέργεια, τη μαρτυρία του ζώντος Θεού από τους πιστούς.

Ο Νικόλαος Καβάσιλας, βαθύς γνωστής της πατερικής παράδοσης και της κοσμικής σοφίας, πνεύμα ανήσυχο σε μία εποχή με πολλαπλές αναζητήσεις, πορεύτηκε παράλληλα με την ησυχαστική παράδοση και πρόβαλε τη λογική λατρεία στη θέση της μονολόγιστης ευχής. Στη θέση της θέας του ακτίστου φωτός των αναχωρητών ησυχαστών με τα πολύτιμα συγγράμματά του υπέδειξε στους αναγνώστες του, μέσα στον κόσμο, τη θεωρία του φωτός του Χριστού, η οποία χαρίζεται με τη μετοχή στα ιερά μυστήρια και κατ’ εξοχήν στη θεία ευχαριστία.[10]

Άλλωστε μετά τη θεία μετάληψη στο τέλος κάθε θείας λειτουργίας οι πιστοί ψάλλουν: «είδομεν το φως το αληθινόν ελάβομεν πνεύμα επουράνιον».

Στην εποχή μας που λαμπιρίζουν παντού ποικίλα τεχνητά, εκτυφλωτικά και αποπροσανατολιστικά φώτα, το αληθινό φως είναι ανάγκη να μεταδίδεται με ποικίλους τρόπους στους «εν σκότει και σκιά θανάτου». Πρόκειται πλέον για τη λειτουργία μετά τη Λειτουργία[11], που όλοι πιστοί καλούνται να επιτελούν, ώστε να λάμπει το φως του Χριστού σε όλους τους ανθρώπους και ολοένα και περισσότεροι να τον προσλαμβάνουν μέσα στην ύπαρξή τους και να ανταποκρίνονται στη θυσιαστική αγάπη Του: «Γεύσασθε και ίδετε, ότι Χριστός ο Κύριος»!

Παραπομπές:

[1] Βλέπε για τον ιερό συγγραφέα και το έργο του ενδιαφέρουσες μελέτες στα Πρακτικά Θεολογικού Συνεδρίου εις τιμήν και μνήμην του σοφωτάτου και λογιωτάτου και τοις όλοις αγιωτάτου Οσίου Πατρός ημών Νικολάου Καβάσιλα του Χαμαετού, Προνοία του Παναγιωτάτου Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης κκ Παντελεήμονος Β’, 17-20 Ιουνίου, Θεσσαλονίκη 1984. Σε όσα ακολουθούν αντλoύνται passim πληροφορίες από τις εισηγήσεις των Παναγιώτη Νέλλα, Εισαγωγικά στη μελέτη του αγίου Νικολάου Καβάσιλα, σελ. 67-86, Ιωάννου Φουντούλη, Νικόλαος Καβάσιλας ο Μυσταγωγός, σελ. 133-154, Βασιλείου Στογιάννου, Η ελευθερία κατά τον Νικόλαο Καβάσιλα, σελ. 189-203.

[2] Νικολάου Καβάσιλα, Περί της εν Χριστώ ζωής, Φιλοκαλία των Νηπτικών και Ασκητικών Πατέρων, Νικόλαος Καβάσιλας, Πατερικαί Εκδόσεις «Γρηγόριος Παλαμάς», Θεσσαλονίκη1979, Λόγος B΄ σελ. 310 «έστι δη Χριστώ συναφθήναι διά πάντων ελθούσι…».

[3] Λόγος Δ΄ passim.

[4] Βλέπε Νικολάου Καβάσιλα, Εις τον Ευαγγελισμόν της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών και Αειπαρθένου Μαρίας, Η Θεομήτωρ (Τρεις Θεομητορικές Ομιλίες), κείμενο, μετάφραση, εισαγωγή, σχόλια: Παν. Νέλλας, Σειρά «Επί τας Πηγάς», εκδ. Αποστολικής Διακονίας, Αθήναι 1995. http://users.uoa.gr/~nektar/orthodoxy/tributes/agios_nikolaos_kabasilas/eis_ton_eyaggelismon_ths_8eotokoy.htm

[5] Λόγος Α΄ σελ. 280, 284.

[6] Βλέπε σχετικά Δήμητρας Κούκουρα, Υμνολογώντας τη Γραφή και κηρύσσοντας τον Λόγο.

[7] Βλέπε Πρωτοπρ. Αλκιβιάδη Καλύβα, Η Μεγάλη Εβδομάδα και το Πάσχα στην Ελληνορθόδοξη Εκκλησία, Μτφρ. Δήμητρας Α. Κούκουρα, Εκδόσεις Πουρναρά, Θεσσαλονίκη,1991, σελ. 57-68.

[8] Λειτουργία Ιερού Χρυσοστόμου, ευχή της αναφοράς.

[9] Λειτουργία Ιωάννου Χρυσοστόμου, ευχή προ της θείας κοινωνίας.

[10] Βλέπε Ιωάννου Φουντούλη, Νικόλαος Kαβάσιλας ο Μυσταγωγός, Πρακτικά Θεολογικού… σελ. 152.

[11] Archbishop Anastasios, Mission in Christ’s Way, Holy Cross Orthodox Press Pubications, 2010, σελ. 94-98.

ΨΥΧΗ ΝΟΥΣ ΝΟΕΡΑ ΠΡΟΣΕΥΧΗ Π. ΜΑΡΚΕΛΛΟΣ - ΚΑΡΑΚΑΛΛΗΝΟΣ

 


Πνευματικές ανταύγειες από το Άγιον Όρος

Επίσκεψις νοερά, μυστική και ειλικρινής
εις τα βάθη της ψυχής κατευθυνομένη
και ελεγχομένη υπό του φωτός του νοός.

Η ψυχή είναι ζώσα ύπαρξις, απλή και ασώματος, αόρατος με τους σωματικούς οφθαλμούς κατά την φύσιν της, αθάνατος, λογική και πνευματική, άμορφος, που κατοικεί εις οργανικόν σώμα και παρέχει εις αυτό την ζωήν και την αύξησιν και την αίσθησιν. Η ψυχή έχει τον νουν, ο οποίος δεν είναι κάτι διαφορετικόν από τον εαυτόν της, αλλά ωσάν το καθαρώτερον στοιχείον της1. Όπως είναι ο οφθαλμός εις το σώμα, έτσι είναι και ο νους εις την ψυχήν. Είναι η ψυχή ελευθέρα, έχει θέλησιν και ενέργειαν, είναι μεταβλητή, δηλαδή μεταβάλλεται κατά την θέλησίν της, διότι είναι κτιστή. Όλα αυτά τα έχει λάβει κατά φυσικήν τάξιν από την Χάριν του δημιουργού της, από την οποίαν έχει λάβη και την ύπαρξιν και την φυσικήν κατάστασιν2.

Ας κατέλθωμεν ψυχή μου εις τα βάθη σου, εις τον οίκον σου, δια να θεωρήσωμεν το κατάλυμά σου. να ίδωμεν πως έχει η κατάστασις αυτού. να επιβλέψωμεν εις την επιμέλειαν και την φροντίδα που επέδειξες δια να αρέσης εις τον Νυμφίον και Κύριόν σου.

Ας κατέλθωμεν και ας εισέλθωμεν δια του καθαρού νοός εις τα βάθη σου ψυχή μου, κατευθυνόμενοι και στηριζόμενοι δια της ευχής και ας γίνωμεν θεωροί των τραυμάτων και του σκότους που υπάρχει εκεί και ας θρηνήσωμεν δια την κατάστασίν σου.

Ο Νυμφίος Σου κρούει την θύραν και θέλει να εισέλθη εντός σου, δια να μείνη μόνος εκεί, δια να ανακλιθή εκεί. δια να δειπνήση μαζί σου. δια να ενωθή πλήρως μαζί σου και να σου χαρίση δια της ενώσεως αυτής την αιώνιαν μακαριότητα και αγάπην. «Ιδού έστηκα επί την θύραν και κρούω...» (Αποκ. γ' 20).

Αλλά πώς θέλει να εισέλθει; Θέλει να είναι εκεί αυτός μόνος. Να μη μολύνη άλλος τον τόπον σου. Εάν δεν εύρη έτσι την ψυχήν σου, ο Άγιος Κύριος ο δορυφορούμενος και ανυμνούμενος υπό των Χερουβείμ, δεν εισέρχεται.

Μπορείς να ειπής μαζί με τον προφήτην Δαβίδ: «Ευλόγει, η ψυχή μου, τον Κύριον και, πάντα τα εντός μου, το όνομα το άγιον αυτού» (Ψαλ. 102, 1). Ανταποκρίνεσαι εις την αγάπην του Κυρίου, όπως ο ίδιος παραγγέλει: «αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εν όλη τη καρδία σου και εν όλη τη ψυχή σου και εν όλη τη διανοία σου» (Ματθ. κβ' 37). Αγαπάς και αναζητείς τον Νυμφίον σου Χριστόν όπως η ασματίζουσα Νύμφη, η οποία διακαώς επιποθεί αυτόν και λέγει: «εύρον ον ηγάπησεν η ψυχή μου. εκράτησα αυτόν και ουκ αφήκα αυτόν, έως ου εισήγαγον αυτόν εις τον οίκον μητρός μου και εις ταμείον συλλαβούσης με» ('Ασμα γ' 4) 3.

Ψάλλε τον αναβαθμόν και σκίρτα από χαρά: «Η καρδία μου προς σε Λόγε υψωθήτω. και ουδέν θέλξει με των του κόσμου τερπνών, προς χαμαιζηλίαν» (αντίφωνον γ' του δ' ήχου). Ω ενυπόστατε Λόγε και Υιέ του Θεού, εις εσένα ας υψωθή η καρδία μου. Τούτο θα γίνη όταν μελετάς το άπειρον ύψος της μεγαλειότητος του Θεού, το ακατάληπτον της σοφίας του, το μέγεθος της δυνάμεώς του, το απεριόριστον της αγαθότητός του, την υπέρ νουν ωραιότητά του και το γλυκύτατον και υπερούσιον φως του. Εάν τούτο πράξης δεν θα γλυκαίνεται η επιθυμία σου εις τα τερπνά του κόσμου τούτου, ούτε θα αγαπάς την ματαιότητα, αλλά θα ανάψης από τον πόθον και την αγάπην του θεού. Ποίος το βεβαιοί αυτό; Ο Μέγας Βασίλειος. «Μακάριοι οι του αληθινού κάλλους φιλοθεάμονες» (Ερμηνεία εις τον μδ' Ψαλμόν).

Όσον περισσότερον αγαπάς τον Άγιον Θεόν, τόσον περισσότερον γνωρίζεις αυτόν, και τότε ψυχή μου, ελκομένη εκ της θεϊκής αυτής ηδονής, θα αποστρέφεσαι ευκόλως και θα καταφρονής κάθε ηδονήν του κόσμου τούτου. Δια τούτο και ο Άγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης είπε: «Ο γευσάμενος των άνω, ευχερώς των κάτω καταφρονεί, ο δε εκείνων άγευστος, επί προσκαίροις αγάλλεται» (Λόγος ιστ' 15). Δια τούτο φρόντιζε να εξαλείψης από την φαντασίαν σου τις εικόνες και τα είδωλα του κόσμου τούτου. να εκριζώσης από τα βάθη σου τις προλήψεις και τις αμαρτωλές επιθυμίες και δια της επιστροφής του νοός σου εις τον οίκον σου και της λειτουργίας της νοεράς και αδιαλείπτου προσευχής να αρχίζης να τρέφεσαι από τα κάλλη του ουρανού.

Καθώς τώρα παρατηρώ τα βάθη σου ψυχή μου, βλέπω ότι πολύ απέχεις από την πρώτη εικόνα σου που σου εδώρησε ο Τριαδικός Θεός και εμόλυνες την καλλονήν σου. Σπεύσον τώρα να ευπρεπίσης και να καλλωπίσης αυτήν. Ετοιμάσου λοιπόν και λέγε μαζί με την Νύμφην: «Έχω βγάλει τον χιτώνα της αμαρτίας, πώς να τον φορέσω πάλιν; Έπλυνα τους πόδας μου, πώς να τους λερώσω πάλιν;» (Άσμα ε' 3).

Γνωρίζεις, ψυχή μου, ποίος είναι ο καλύτερος στολισμός σου; Μη νομίσης πως είναι άλλος από την ελευθερία του νοός σου. Όταν αυτός είναι ελεύθερος, τότε αποφασίζει μόνος του και ελέγχει τον οίκον σου και δεν αφήνει να εισέλθη κανείς εις αυτόν.

Τί σημαίνει ελευθερία του νοός;

Σημαίνει την απομάκρυνσιν εξ αυτού παντός νοήματος. Τότε μόνον ο νούς είναι ελεύθερος, όταν δεν έχει κανένα λογισμό και κατευθύνεται ορμητικά προς τον θεό και προσκυνεί και δοξολογεί το Άγιον Όνομα Αυτού. Αποτέλεσμα της ελευθερίας του νοός είναι η κάλυψις της ψυχής υπό της χάριτος του Αγίου Πνεύματος. Αυτός είναι ο πραγματικός στολισμός της ψυχής.
Όταν όμως υπάρχουν άλλοι ένοικοι μέσα σου ψυχή μου, τότε αυτοί αποκτούν δικαιώματα και σε αποσπούν από την ενότητά σου και σε κατευθύνουν όπου θέλουν. Αυτό ακριβώς επισημαίνει και ο Νικήτας ο Στηθάτος λέγων: «Έως ότου η ψυχή στασιάζει κατά του εαυτού της και κινούνται άτακτα οι δυνάμεις της και δεν έγινε ακόμη δεκτική των θεϊκών ακτίνων, ούτε αξιώθηκε να ελευθερωθή από την δουλεία του σαρκικού φρονήματος, ούτε απόλαυσε την ειρήνη» (Φιλ. Τόμος Γ', Β' εκατοντάδα των φυσικών κεφαλαίων, 65).

Τί πρέπει να επιδιώκουμε κατά την ώραν της προσευχής;

Τούτο άριστα μας το υποδεικνύει ο Άγιος Ιωάννης ο Καρπάθιος λέγων: «Αν θέλωμε πραγματικά να ευαρεστήσωμεν εις τον Θεόν και να συνάψωμεν μαζί του την τρισμακάριστη φιλία, ας παρουσιάσουμε τον νουν μας γυμνόν εις αυτόν, χωρίς να σέρνουμε μαζί μας κανένα πράγμα του αιώνος τούτου, ούτε τέχνη, ούτε νόημα, ούτε δικαιολογία, ακόμη και αν γνωρίζουμε όλην την σοφίαν του κόσμου» (Φιλοκ. Τόμ. Α', σελ. 286, μθ').

Κατά τον Άγιο Νείλο, είναι μακάριος ο νους ο οποίος κατά την ώραν της προσευχής έχει αποδιώξει τις μορφές και τα σχήματα. «Μακάριος είναι ο νους ο οποίος κατά την ώραν της προσευχής απέκτησε τελείαν αμορφίαν» (Φιλοκ. Τόμος Α', σελ. 187).

Αυτή η γυμνότης του νοός ή η αμορφία είναι η πραγματική ελευθερία του νοός και δια εσένα ψυχή μου είναι ο ωραιότερος στολισμός και αγιασμός. Όταν το επιτύχη αυτό ο νους τότε κατατρυφά απερισπάστως και ακορέστως το θείον κάλλος. «Μακάριος ο νους, ο πάντα τα όντα περάσας και της αιωνίου μακαριότητος κατατρυφών» (Φιλ. Τόμος Β', σελ. 5. Μαξίμου του Ομολογητού, περί αγάπης κεφάλαια, Εκατοντάς Πρώτη, ιθ').

Ποίον είναι το άριστον φάρμακον δια να επιτύχη
κανείς αυτήν την κατάστασιν;

Είναι ο εγκλεισμός του νοός εις το βάθος της ψυχής. Ποίοι μας το εδίδαξαν και το εφήρμοσαν αυτό;

Πρώτον μας το εδίδαξεν ο Κύριος: «συ δε όταν προσεύχη, είσελθε εις το ταμείον σου» (Ματθ. στ' 6). Ταμείον βέβαια εδώ εννοεί ο Κύριος το δωμάτιον, αλλά πολύ περισσότερον και το ενδότερον της καρδίας.

Την επιστροφήν αυτήν του νοός την διδάσκουν όλοι οι Νηπτικοί Πατέρες και λέγουν ότι πρέπει να γίνεται με την κλίσιν της κεφαλής και την κάμψιν του σώματος προς τα εμπρός. Ονομάζεται δε η επιστροφή αυτή υπό του Διονυσίου του Αεροπαγίτου κυκλική και απλανής κίνησις του νοός4.

Όπως η περιφέρεια του κύκλου έχει μια αρχή, αλλά επιστρέφει πάλι εις τον εαυτό της και ενώνεται, έτσι και ο νους, λέγοντας την ευχήν νοερώς, Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με, δια της κυκλικής αυτής κινήσεως ο νους επιστρέφει εις την καρδίαν και ενώνεται μετ' αυτής5. Δια τούτο και ο εξοχώτατος Διονύσιος είπε: «Ψυχής δε κίνησις εστι κυκλική, η εις εαυτήν είσοδος από των έξω και των νοερών αυτής δυνάμεων η ενοειδής συνέλιξις ώσπερ εν τινι κύκλω το απλανές αυτή δωρουμένη» (Κεφ. δ' περί θείων ονομάτων).

Και ο Μέγας Βασίλειος δια την επιστροφήν αυτήν του νοός και τον εγκλεισμόν εις τα βάθη της ψυχής λέγει τα εξής αξιοπρόσεκτα λόγια: «Νους ο οποίος δεν διασκορπίζεται προς τα έξω και δεν διαχέεται από τας αισθήσεις εις τον κόσμο, επιστρέφει προς τον εαυτόν του και δια του εαυτού του αναβαίνει εις την έννοιαν του Θεού. και με εκείνο το κάλλος περιλαμπόμενος και ελλαμπόμενος, λησμονεί ακόμη και την ίδια του την φύσι, δίχως να σύρεται η ψυχή του ούτε εις φροντίδα τροφής μήτε εις μέριμνα ενδυμάτων, αλλά, αφού παύση να ασχολήται με τις γήινες φροντίδες, όλην του την σπουδήν την μεταθέτει εις την απόκτησι των αιωνίων αγαθών» (Μ. Βασιλείου Έργα, ΕΠΕ, Τόμος 1, σελ. 67 - Επιστολή προς τον φίλον του Γρηγόριον).

Ο Αββάς Ισαάκ διδακτικώτατα προτρέπει: «Καταδίωξον τον εαυτόν σου και θέλει καταδιωχθή ο εχθρός σου από πλησίον σου. Ειρήνευσον μετά σου και έσεταί σοι ειρηνικός ο ουρανός και η γη. Σπούδασον να εισέλθης εντός του ταμείου της καρδίας σου και θέλεις ιδή το ταμείον το ουράνιον. διότι ένα είναι και τα δύο και δια μιας εισόδου συγχρόνως βλέπονται. επειδή η κλίμαξ εκείνης της Βασιλείας είναι εντός σου κεκρυμμένη» (Ασκητικοί Λόγοι, Αββά Ισαάκ, Λόγος Α', σελ. 110).

Εις αυτήν την επιστροφήν του νοός εις την καρδίαν χρειάζεται πολλή επιμονή και προσοχή, διότι ο νους καθώς είναι αγύμναστος, αποφεύγει αυτόν τον εγκλεισμόν και συνεχώς αποπηδά, επειδή είναι λεπτώτατος και ευκίνητος: «Ο νους εκείνων που μόλις πριν από λίγο μπήκαν εις αυτόν τον αγώνα και όταν συγκεντρώνεται, δραπετεύει συνεχώς και πρέπει αυτοί να προσπαθούν συνεχώς να τον επαναφέρουν. Τους διαφεύγει όμως καθώς είναι αγύμναστοι, διότι είναι πάρα πολύ δυσκολοπαρατήρητος και πιο ευκίνητος από οτιδήποτε άλλο» (Γρηγ. Παλαμά, Τόμος Δ', σελ. 127, Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων). Και συνεχίζει ο Άγιος Γρηγόριος:

«Ο εσωτερικός άνθρωπος, μετά την παράβασι του Αδάμ, συνηθίζει να εξωμοιώνεται με τα εξωτερικά σχήματα, δια τούτο πως δεν θα βοηθήση πολύ εκείνον που καταγίνεται με προθυμία να στρέψη τον νουν του εις τον εαυτόν του, έτσι που να μην ακολουθή την «κατ' ευθείαν», αλλά την κυκλική κίνησι που είναι απλανής, το να μην περιφέρει τα μάτια του εδώ και εκεί, αλλά και να στηρίζει όπως σε κάποιο στήριγμα εις το στήθος του. Συστρέφοντας δηλαδή όσο μπορεί εξωτερικά τον εαυτόν του σαν κύκλο, παρόμοια με την κυκλική κίνησι του νοός του που επιδιώκει μέσα του, με το σχήμα αυτό του σώματος θα στείλη μέσα εις την καρδιά και την δύναμι του νου που διαχέεται έξω με την όρασι».

Η επιστροφή αυτή προς τον εαυτόν του είναι πάρα πολύ δύσκολο και κοπιαστικό έργο. Αν όμως υπομείνη με πολύ ταπείνωσι εις την επιστροφή αυτή του νοός του εις την καρδίαν και τον εγκλεισμόν επί πολύν χρόνον εντός της καρδίας και επιτύχει την ανύψωσίν του προς τον Θεόν, εμποδίζοντας με ισχυρή βία την τάσι της διανοίας να ασχολήται με πολλά θέματα, τότε πλησιάζει προς τον Άγιο Θεό νοερά και γεύεται από τώρα την αιώνιο ζωή και τα αγαθά που χαρίζει ο Κύριος, όπως λέγει ο ιερός ψαλμωδός «γεύσασθε και ίδετε ότι χρηστός ο Κύριος» (Ψαλ. 33, 9).
Την δυσκολίαν του έργου αυτού, αλλά και τα αγαθά που αναμένουν όσους υπομείνουν αυτόν τον κόπον υπογραμμίζει σαφέστατα ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ο καθηγητής της νοεράς προσευχής, λέγων: «Οποιοσδήποτε κόπος άλλης αρετής είναι μικρός και ευκολότατος, αν συγκριθή με αυτόν. Δια τούτο και πολλοί που αφήνουν την προσπάθεια εξ αιτίας της στενοχώριας της προσευχητικής αρετής, δεν αξιώνονται να φθάσουν τον πλούτο των θείων χαρισμάτων. Εκείνοι όμως που υπομένουν, τους περιμένουν μεγαλύτερες εκδηλώσεις της θείας βοηθείας, σύμφωνα με τον λόγο του προφήτου: «Όσοι υπομένουν, θα βγάλουν φτερά. θα ανανεωθή η ισχύς τους» (Ησαΐας 40, 31)» (Γρηγορίου Παλαμά, Τόμος Δ' Περί προσευχής και καθαρότητος καρδίας, σελ. 133).

Μεγαλύτερος εργάτης του εγκλεισμού του νοός εις την καρδίαν και εκφραστής όλων των καταστάσεων της νοεράς προσευχής κατά τους νεωτέρους χρόνους, νομίζω, πως δεν είναι άλλος, παρά ο παππούς Ιωσήφ. Περιγράφει πολύ παραστατικά τον κόπον, αλλά και τον πόλεμον που εδέχετο από τα φοβερά δαιμόνια, επειδή ασκούσε αυτό το ιερό έργον: «Έκτοτε λοιπόν ήρχισαν οι άγριοι πόλεμοι, όπου δεν με άφηναν ησυχίαν ημέραν και νύκτα. Άγριοι πόλεμοι! Μήτε ώρα να ησυχάσω. Επίσης και εγώ μανίαν εις αυτούς. Εξ ώρας καθήμενος εις προσευχήν τον νουν δεν εσυγχώρουν να βγη από την καρδίαν. Από το σώμα μου ο ιδρώτας έτρεχεν ωσάν βρύσι. Ξύλον αλύπητα. Πόνος και δάκρυα. Νηστεία και ολονύκτιος αργυπνία. Και επί τέλους κατέπεσα.

Όλα οκτώ έτη κάθε νύκτα μαρτύριον. Έφευγαν οι δαίμονες και εφώναξαν. Μας έκαψε! Μας έκαψε! Όπου έτυχε μίαν νύκτα και τους ήκουσε και ο πλησίον μου αδελφός ξενιζόμενος, ποίοι ήσαν αυτοί όπου εφώναζαν» (Γέροντος Ιωσήφ, Έκφρασις Μοναχικής εμπειρίας, έκδοσις Ι. Μονής Φιλοθέου, σελ. 210).

Δια να έχη καρπόν αυτή η κατάστασις της νοεράς προσευχής χρειάζεται πολύ προσοχή και νήψι, δια τούτο και επισημαίνει: «Θα κουρασθής πολύ, έως ότου καταλάβης ότι προσευχή χωρίς προσοχή και νήψι είναι απώλεια χρόνου. κόπος χωρίς πληρωμήν. Πρέπει εις όλας τας αισθήσεις μέσα και έξω να στήσης φύλακα την προσοχήν. Διότι χωρίς αυτής ο νους και αι δυνάμεις της ψυχής διαχέονται εις τα μάταια και συνήθη, ωσάν, το άχρηστο νερό που τρέχει στους δρόμους» (Ενθ' ανωτέρω, σελ. 42).

Και ο Γέροντας Εφραίμ μας συμβουλεύει: «Τον νουν μας να τον τοποθετήσωμεν ωσάν φρουρόν, ωσάν επιστάτην, να παρακολουθή τον ενδιάθετον λόγον που λέγει την ευχή. επίσης να προσέχη την φαντασία, να μη δεχθή καμμία εικόνα» (Γέροντος Εφραίμ: Πατρικαί Νουθεσίαι, έκδοσις Ι. Μονής Φιλοθέου, σελ. 115).

Ο Γέροντας Εφραίμ επεξέτεινε και ανέλυσε περισσότερον την περιεκτικήν διδασκαλίαν του Γέροντός του Ιωσήφ και θεωρείται και πράγματι είναι σήμερα ο κυριώτερος διδάσκαλος της νοεράς προσευχής. Κατόρθωσε να μεταφέρη το έργον της Νηπτικής παραδόσεως του Αγίου Όρους εις πολλά του πνευματικά παιδιά εις τον κόσμον και κυρίως εις τα νέα φυτώρια των μοναστηριών που εφύτευσε εις Καναδά και Αμερικήν. Η Ιερά Μονή του Αγίου Αντωνίου εις την Αριζόνα, την οποίαν έχει καταστήση κέντρον του πνευματικού του έργου, μέλλει να αναδειχθή εις μια μεγάλη Λαύρα, της οποίας η προσφορά εις τον σύγχρονον κόσμον θα είναι ανυπολόγιστη.

Πατρικά, ο Γέροντας Εφραίμ μας νουθετεί: «Βιάζεσθε, παιδιά μου, εις την ευχήν του Ιησού μας. Αυτή θα γίνη τα πάντα. και τροφή και πόμα, και ένδυμα και φως και παρηγοριά και ζωή πνευματική. Τα πάντα γίνεται εις τον κατέχοντα ταύτην. Χωρίς αυτήν το κενόν της ψυχής δεν ικανοποιείται. Τον Χριστόν θέλετε να αγαπήσετε; Την ευχήν νοσταλγήσατε και την ταπείνωσιν εγκολπώσασθε και τότε θα γνωρίσητε ότι η Βασιλεία του Θεού εντός ημών εστίν» (Γέροντος Εφραίμ, Ενθ' ανωτέρω, σελ. 108).

Επίλογος

Ο νους εκ νεότητος είχε συνηθίσει να διασκορπίζεται εις τα πράγματα του κόσμου και οι φαντασίες και οι πονηροί λογισμοί ευρήκαν έτσι τη ευκαιρίαν να εισέλθουν εις την καρδίαν, με την αδράνειαν αυτήν του νοός. Δια τούτο ο άνθρωπος γίνεται όχι ναός της χάριτος του Αγίου Πνεύματος, αλλά εργαστήριον της ανομίας και καταγώγιον των πονηρών πνευμάτων.

Ο νους τώρα δια της νοεράς προσευχής εισέρχεται εις την καρδίαν. Δια της επιστασίας του κλείεται η θύρα του ενδιαθέτου λόγου6 και δεν αφήνει τα πονηρά πνεύματα να λέγουν δι' αυτού τους πονηρούς λογισμούς τους οποίους θέλουν. Δια τούτο είπε ο Ιωάννης της Κλίμακος: «Να κλείνης την θύρα του κελλιού σου για να μην εξέρχεται το σώμα σου, την θύρα της γλώσσης σου για να μην εξέρχωνται λόγια, και την εσωτερική πύλη της ψυχής σου για να μην εισέρχωνται τα πονηρά πνεύματα» (Ιωάννου του Σιναΐτου: Κλίμαξ, Λόγος ΚΖ', Περί ησυχίας, 17).
Η επιστροφή αυτή του νοός εις την καρδίαν και η επιμονή εις αυτήν την εργασίαν και η φυλακή και η τήρησις της νοεράς προσευχής καθιστούν τον νουν ικανόν να βλέπη τας κακάς κλίσεις της καρδίας του, τας πονηράς κινήσεις των λογισμών του, τας επιβουλάς και τας κλοπάς των πονηρών πνευμάτων.

Βλέπει εκεί εις το βάθος της καρδίας, όλα τα σφάλματά του καθαρά και επικαλείται τον Ιησούν εις βοήθειαν και πενθεί και μετανοεί και λυπείται και αποκτά ταπείνωσιν αληθινήν. Δια τούτο πάλι ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος είπε: «Την πνευματικήν σου κατάστασι θα σου την φανερώση η προσευχή σου. Οι θεολόγοι άλλωστε εχαρακτήρισαν την προσευχή καθρέπτη του μοναχού» (Ιωάννου του Σιναΐτου, Κλίμαξ, Λόγος ΚΗ', 38).

Την σπουδαιότητα της νοεράς προσευχής τονίζει και ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης με τα εξής γλαφυρά λόγια: «Παρακαλώ λοιπόν θερμώς, να καταγίνησαι και εις την καρδιακήν ταύτην και νοεράν προσευχήν. Και ταύτην έχε έργον αδιάλειπτον και παντοτινόν, λαλών εν τη καρδία σου, δια του ενδιαθέτου λόγου το γλυκύ και κοσμοπόθητον και παντοπόθητον όνομα του Ιησού. τον Ιησούν νοών δια του νοός σου. τον Ιησούν ποθών και ακολουθών (κυνηγών) δια της θελήσεώς σου. προς τον Ιησούν επιστρέφων όλας τας δυνάμεις της ψυχής σου. και το παρά του Ιησού εκζητών έλεος μετά συντριβής και ταπεινώσεως» (Νικοδήμου του Αγιορείτου: Συμβουλευτικόν εγχειρίδιον, σελ. 121).

Ο διάλογος αυτός της μετανοίας, ο οποίος έχει Γραφικήν και Πατερικήν κατοχύρωσιν, εγράφη δια την αμαρτωλήν μου ψυχήν, όπως έλθη εις αίσθησιν και ίδη την ιδίαν αυτής γύμνωσιν και τα τραύματα αυτής και τακτοποιήση τα του οίκου αυτής, δια να μη αισχυνθή εν ώρα της εξόδου και της μελλούσης κρίσεως.

Η εμή αδυναμία ταύτα εσημείωσε μ.
21η Ιανουαρ. 2002 του Αγ. Μαξίμου του Ομολογητού.

Επίμετρον

Πώς θεραπεύεται ο μετεωρισμός;

Δια του εγκλεισμού του νοός εις τα βάθη της ψυχής. Όταν εισέλθη εκεί ο νους απεργάζεται το πνευματικό μέλι. Όπως η μέλισσα μέσα στην κυψέλη εγκλείεται και παρασκευάζει το μέλι, έτσι και ο νους.
Εγκλειόμενος εκεί ο νους, δίδει χαράν και δύναμιν εις την ψυχήν, διότι γίνεται μία σύναξις των δυνάμεων της ψυχής.
Ο νους πολλές φορές βλέπει εκεί το σκότος της ψυχής και την ασθένειαν αυτής. Η όρασις αυτή του νοός φέρει πένθος εις την ψυχήν εκ του οποίου προκαλούνται δάκρυα δια των οποίων καθαρίζεται η ψυχή. Έτσι ολίγον κατ' ολίγον αρχίζει να καθαρίζεται και να αποκτά αυτογνωσίαν και αληθινήν ταπείνωσιν.

Διατί αμαρτάνομεν;

Διότι αγνοούμεν την αξίαν και το κάλλος της ψυχής. Όταν η ψυχή διατηρή την τάξιν αυτής και δεν εκπίπτει εκ της αξίας όπου την έθεσε ο ποιητής, απολαμβάνει όλες τις δωρεές του Ουρανίου Πατρός και δεν έχει ουδεμίαν άλλην ανάγκην. Έχει εσωτερικήν παρηγορίαν και παράκλησιν.
Όταν όμως αποκόπτεται από την επικοινωνίαν μετά του Ουρανίου Πατρός, αρχίζει να στρέφεται προς τα κτίσματα και δια των αισθήσεων να απολαμβάνη αυτά. Η στροφή και η επιθυμία προς τα κτίσματα εμπεριέχει πολλάκις την αμαρτία και τον εξ αυτής θάνατον.
Η ψυχή ελησμόνησε το θείον κάλλος και την θείαν αυτής ευγένειαν και στρέφεται προς τα κτίσματα να παρηγορηθή. Από το σημείον αυτό αρχίζει η εκτροπή της ψυχής εκ της αληθείας και γίνεται η αρχή της αμαρτίας.

* * *

1. «Πρόσεχε, λοιπόν, σεαυτώ». Δηλαδή, ούτε τα δικά σου, ούτε τα γύρω από εσέ, αλλά πρόσεχε μόνον τον εαυτόν σου. Διότι άλλο πράγμα είμεθα ημείς οι ίδιοι και άλλο πράγμα τα δικά μας και άλλο τα γύρω από εμάς. Ημείς είμεθα η ψυχή και ο νους, διότι έχομεν πλασθή σύμφωνα με την εικόνα του κτίστου μας. Μ. Βασιλείου Έργα, Τόμος 6ος, σελ. 223. «Ο λύχνος του σώματος εστιν ο οφθαλμός. Εάν ουν ο οφθαλμός σου απλούς η, όλον το σώμα σου φωτεινόν έσται...» (Ματθ. στ' 22).

2. Ι. Δαμασκηνού έργα, Ε.Π.Ε. Τόμος 1, σελ. 213.

3. Οίκος και ταμείον είναι η καρδία του ανθρώπου. Μήτηρ και συλλαβούσα είναι η Σοφία του Θεού, η οποία τα πάντα εποίησε, καθώς και την καρδίαν.

4. Μόνον η κυκλική αυτή κίνησις του νοός είναι απλανής, επειδή εις αυτήν δεν μπορεί να εισέλθη η πλάνη του διαβόλου. Εις τας δύο άλλας κινήσεις του νοός, την ευθείαν και ελικοειδή προχωρεί η πλάνη και η απάτη του διαβόλου. Κατά τον Διονύσιον Αεροπαγίτην.

Ευθεία κίνησις του νοός είναι: όταν ο νους από τις εικόνες των αισθητών πραγμάτων αναβιβάζεται εις την νοητήν αυτών θεωρίαν.

Ελικοειδής δε κίνησις του νοός είναι: όταν ο νους φωτίζεται τας θείας γνώσεις όχι νοερώς, αλλά συλλογιστικώς και μεταβατικώς. Αποτελεί δηλ. μικτήν κίνησιν κυκλικής και ευθείας.

Δια τούτο ασφαλεστέρα είναι η κυκλική κίνησις του νοός, η οποία επιτυγχάνεται δια της επιστροφής του νοός εις την καρδίαν και της νοεράς προσευχής που λέγεται ταυτοχρόνως.

5. Δια της προσευχής αυτής το σώμα λαμβάνει τρόπον τινά σχήμα κυκλικόν. Και ο προφήτης Ηλίας, όταν έλυσε εκείνην την πολυχρόνιον ξηρασίαν (Βλέπε Γ' Βασιλειών, ιη', 42) ανέβη εις το Καρμήλιον όρος, έσκυψε επί την γην και έθεσε το πρόσωπον αυτού ανάμεσα εις τα γόνατα αυτού. Δια ποίον λόγον; Δια να συγκεντρώση δια του τρόπου αυτού περισσότερον τον νουν του και φιλοπονώτερον να προσευχηθή προς τον Θεόν. (Φιλοκαλία τόμος Δ' Γρηγορίου του Παλαμά, Λόγος υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων σελ.127).

6. Ενδιάθετος λόγος είναι: Ο νους χρησιμοποιεί το λογιστικόν, δηλαδή τον ενδιάθετον λόγον της καρδίας, δια του οποίου σκεπτόμεθα, κρίνομεν και αποφασίζωμεν, χωρίς να λαλή το στόμα. Αυτόν τον ενδιάθετον λόγον χρησιμοποιεί τώρα ο νους και λέγει την ευχήν: Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με.

Περιοδικόν Ο Όσιος Φίλοθεος της Πάρου
Τεύχος 5 Μάιος - Αύγουστος 2002
Εκδόσεις "Ορθόδοξος Κυψέλη" 

Η ΩΦΕΛΕΙΑ ΤΗΣ ΝΟΕΡΑ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ Π. ΜΑΡΚΕΛΛΟΣ ΚΑΡΑΚΑΛΛΗΝΟΣ

 



«Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με τον αμαρτωλόν»

Επέρασαν χρόνια πολλά και από την απροσεξία του νοός μου η ψυχή μου εγέμισε από αμαρτωλές συγκαταθέσεις πονηρών λογισμών, από φαντασίες, προλήψεις και πολλές άλλες επιθυμίες. Ο νους που είναι το φως της ψυχής εσκοτίσθη και η εικόνα της ψυχής μου εμολύνθη «ει ουν τοι φως το εν σοι σκότος εστί, το σκότος πόσον;» (Ματθ. στ' 23).

Η άβυσσος της ψυχής τώρα δεν ελέγχεται εύκολα. Οι αναθυμιάσεις και η δυσωδία που εξέρχεται εξ' αυτής προκαλούν θλίψιν, ακηδίαν και πνευματικήν αναιμία.

«Εκ γάρ της καρδίας εξέρχονται διαλογισμοί πονηροί, φόνοι, μοιχείαι, πορνείαι, κλοπαί, ψευδομαρτυρίαι, βλασφημίαι. Ταυτά έστι τα κοινούντα (=μολύνοντα) το άνθρωπον» (Ματθ. ιε' 19).

Δια της ευχής όμως αρχίζει η αντίστροφος μέτρησις. Ο ιός της κακίας αποδιώκεται, οι συγκαταθέσεις περιορίζονται και το φως του νοός χαροποιεί τη ψυχή και ελέγχονται όλες οι κινήσεις αυτής.

Όταν λειτουργή η ευχή διακόπτεται κάθε πονηρός λογισμός και καταπαύει ο ψυχόλεθρος μετεωρισμός που διασκορπίζει εις τους δρόμους τον θησαυρόν τη ψυχής. Τότε η ψυχή μνημονεύει το γλυκύτατον του Κυρίου Όνομα. Τούτο γίνεται δια την ψυχήν πηγή πάσης χαράς και ευχαριστίας και δοξολογίας και αναβρύει θεία νοήματα τα οποία καθαρίζουν την συνείδησιν.
Γίνεται επομένως η ευχή το μοναδικόν της ψυχής ίαμα και δύναται η ψυχή να «αιχμαλωτίζη παν νόημα εις υπακοήν του Χριστού» (Β΄Κορ. Ι' 6).

Πόσον αδικούμε την ψυχήν μας όταν αδιαφορούμε δια την λειτουργίαν της ευχής! Αφού η ευχή είναι ο μεγαλύτερος πλούτος της ψυχής, διατί η ψυχή να ευρίσκεται εις αυτήν την πνευματικήν πτωχείαν; Διατί να γίνεται καταγώγιον των πονηρών λογισμών; Διατί να αισθάνεται θλίψιν και πόνον και ταραχήν και ακηδίαν, αφού είναι εικόνα του Επουρανίου Βασιλέως; Διατί να κρύπτεται εντός αυτής ο πονηρός διάβολος και να κινή όλα τα νοήματα και τις δυνάμεις αυτής;

Η ωραιότητα της ψυχής εξαρτάται από την καθαρότητα αυτής, «πάσα η δόξα της θυγατρός του βασιλέως έσωθεν» (Ψαλ. 44,14). Η ευχή είναι ο καλύτερος φύλακας του οίκου της ψυχής και ο ασφαλέστερος χορηγός των θείων χαρισμάτων αυτής. Το γλυκύτατον του Κυρίου όνομα είναι η αρχή κάθε χαρίσματος και κάθε ευλογίας. Ο Κύριος είναι «η οδός και η αλήθεια και η ζωή (Ιωαν ιδ.'6) και «ο άρτος ο εκ του ουρανού καταβάς» (Ιωαν. στ' 58).

Είναι δυνατόν η ψυχή που ακολουθεί πιστά τον Κύριον να εκτραπή εκ της ευθείας οδού και να ευρεθή εις τα σκοτεινά και δαιδαλώδη της αμαρτίας καταγώγια; Και πως είναι δυνατόν αυτός που γεύεται τον ουράνιον άρτον να μην αποστρέφεται τα ηδονικά διανοήματα και παρασκευάσματα;

Διατί λοιπόν ψυχή μου αμελείς δια το ωφελιμώτατον τούτο έργον; Διατί αδιαφορείς δι' αυτόν τον ουράνιον πλούτον; Διατί δεν μεριμνάς δια την σωτηρίαν σου;

Δεν γνωρίζω εάν υπάρχη καλύτερος τρόπος να αισθανθή κανείς την αιωνιότητα από την νοερά προσευχή. Δι' αυτής ο νους απλώνεται παντού και η καρδιά γεύεται αισθητά τις καταστάσεις εις τις οποίες αναβιβάζεται δια του νοός. Δι' αυτής γίνεται θεωρός πολλών θεωρημάτων και σιωπηλά και με πολλή ταπείνωση παρακολουθεί ότι ο Θεός αποστέλλει εις την ψυχήν κατά την καθαρότητα αυτής. Δι' αυτής η ψυχή αισθάνεται την παρουσία του Θεού, ζη εν Θεώ και απολαμβάνει τις δωρεές της αισθήσεως αυτής.

Άρα η λειτουργία της ευχής, Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με, καλύπτει τα πάντα, και όταν αυτή λειτουργεί εις την καρδίαν, η ψυχή δεν έχει καμίαν άλλην ανάγκην, διότι ζη εν Θεώ και αναπαύεται εις την θεωρίαν αυτού.

Η γνησιότης των του νοός αναβάσεων προσυπογράφεται από την πηγή των δακρύων.

* * *

Μερικές φορές η ψυχή μου κρύβει μέσα της πολλή αγάπη και θέλω να την στείλω και δεν γνωρίζω που να την στείλω. Και τότε την απευθύνω εις την Μανούλα μου, την Παναγία και την παρακαλώ αυτή να παρηγορήσει όποιον υποφέρει και βασανίζεται, όποιον τον πικραίνουν οι αυταρχικοί χαρακτήρες, όποιον φλέγουν τα πάθη.

Η αγάπη προς την Παναγία μας είναι κάτι το πολύ τρυφερό και άγιο. Δεν μπορείς να σκεφθής την Παναγία μας και να μη πλημμυρίσεις από συναισθήματα ιερά και άγια.

Η αγάπη προς την Παναγία μας διαπορθμεύει την ψυχή μας εις τον μέλλοντα αιώνα, δεν είναι εκ του κόσμου τούτου. Είναι κάτι που δεν εκφράζεται, αλλά σε κάνει να σκιρτάς από χαρά προς αυτή που είναι η κιβωτός της σωτηρίας και ταμείον των χαρισμάτων του Αγίου Πνεύματος.

Υπεραγία Θεοτόκε, βοήθει μοι

Χοϊκή χειρ, μ. Αγιορείτου

Εκδόσεις "Ορθόδοξος Κυψέλη" Θεσσαλονίκη 

ποιοι ειναι οι καρποι τησ ευχης ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΚΛΕΟΠΑΣ

 


Γέροντας Κλεόπας Ηλιέ

Ποιοι είναι οι καρποί της ευχής του Ιησού;

   Ο πρώτος καρπός της ευχής του Ιησού είναι η αποβολή των νοερών παραστάσεων από τις ματαιότητες του κόσμου, κατά τον άγιο Διάδοχο, ο οποίος λέγει: «Αυτά που είχαν μπει παλαιότερα στην καρδιά του ανθρώπου εξαφανίζονται μαζί με όλες τις ωραιότητες της ζωής».

   Ο δεύτερος καρπός της ευχής είναι η φοβερά θέα της ασω­τίας της ψυχής, η οποία εκδηλωνόταν με τις σωματικές αισθήσεις και τους κακούς λογισμούς. Απ' αυτή την θέα αποκτά ο άνθρωπος ταπείνωσι, πένθος, δάκρυα, όπως λέγη ο άγιος Γρηγόριος ο Παλα­μάς.

   Ο τρίτος καρπός της καρδιακής προσευχής είναι ότι, με την επιστροφή του νου στην καρδιά, τόσο ο νους όσο και η καρδιά του ανθρώπου, γίνονται σαν ένας καθαρός καθρέπτης στον οποίον ο ίδιος ο αγωνιστής γνωρίζει τις πονηρές κινήσεις των σκέψεών του και καλεί τον Ιησού σε βοήθεια.

   Ο τέταρτος καρπός είναι η αγνότης της φύσεως, καθότι το έργο της καθαρότητος της φύσεως είναι υπεράνω αυτής της φύσε­ως, ως δοσμένο από την Θεία Χάρι του Παναγίου Πνεύματος.

   Ο πέμπτος καρπός της προσευχής είναι ότι, μπαίνοντας ο νους στην καρδιά για να μιλήση εκεί με τον ενδιάθετο λόγο, κατα­κλύζεται από μεγάλη χαρά και πνευματική ευφροσύνη, όπως δηλώνη γι' αυτά ο Ιωσήφ Βρυένιος.

   Ο έκτος καρπός της ευχής είναι ότι με αυτή την προσευχή κατασκηνώνει η Χάρις του Θεού μυστικά μέσα στην καρδιά.

   Ο έβδομος καρπός είναι ότι με την αδιάλειπτη μνήμη του Ονόματος του Ιησού, γεννάται στην ψυχή η αγάπη προς τον Χρι­στό. (Βλέπε «Φυλακή των πέντε αισθήσεων» του αγίου Νικόδημου του Αγιορείτου).

  Άλλοι καρποί της προσευχής είναι: Η συμμάζωξις των λο­γισμών, η ευλάβεια, η προσοχή επί του εαυτού μας, η ταπείνωσις, ο φόβος του Θεού, η μνήμη του θανάτου, η ειρήνη της καρδιάς και των λογισμών, η συγκέντρωσις της προσοχής στην καρδιά και η πνευματική θερμότης.

Ιερομονάχου Κλεόπα Ηλιέ
«Πνευματικοί Λόγοι»
Εκδ. Ορθόδοξος Κυψέλη»
Θεσσαλονίκη 1992

Ο ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΚΛΙΜΑΚΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΣΙΝΑΪΤΟΥ

 

Α΄ μέρος
Σπυρίδωνος Δημ. Κοντογιάννη

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Ἡ μετά χεῖρας μελέτη μέ τόν τίτλο «Ὁ πνευματικός ἀγώνας κατά τήν Κλίμακα τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Σιναΐτου», ἀποτελεῖ ἀνεπτυγμένη μορφή ὁμότιτλης συνεπτυγμένης Ἀνακοινώσεώς μας στό Ι΄ Θεολογικό Συνέδριο τοῦ Μεταπτυχιακοῦ Φοιτητικοῦ Θεολογικοῦ Συνδέσμου τοῦ Τμήματος Θεολογίας τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Ἐθνικοῦ καί Καποδιστριακοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, τό ὁποῖο πραγματοποιήθηκε ἀπό 25-29 Ἰουνίου 2004 στή Χίο, ὑπό τήν αἰγίδα τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Χίου, Ψαρῶν καί Οἰνουσῶν κ. Διονυσίου .

Ὁ γενικός τίτλος τοῦ Συνεδρίου ἦτο «Ἡ ἔννοια τοῦ ἀγῶνα: Θεολογικές καί Φιλοσοφικές προσεγγίσεις», εἶχε δέ συνδιοργανωτές τή «Νομαρχιακή Αὐτοδιοίκηση καί Ν.Ε.Π. Χίου», καί τό «Ὁμήρειο Πνευματικό Κέντρο» τοῦ Δήμου Χίου, ἐνῶ πρόθυμοι χορηγοί αὐτοῦ ἦσαν ἡ «Ἱερά Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος», τό «Ὑπουργεῖο Ἐθνικῆς Παιδείας καί Θρησκευμάτων», ὁ «Δῆμος Χίου» καί οἱ κ.κ. Γεώργιος Ἁλμυρούδης, ἐπιχειρηματίας, καί Νικόλαος Φράγκος, ἐφοπλιστής, ἀμφότεροι ἔγκριτα μέλη τῆς κοινωνίας τῆς Χίου καί γνωστοί γιά τίς πρός τό νησί τους εὐεργεσίες «Μεγάλοι Εὐεργέτες».

Οἱ ἐργασίες τοῦ Συνεδρίου πραγματοποιήθηκαν στίς Αἴθουσες τοῦ «Ὁμηρείου Πνευματικοῦ Κέντρου» τοῦ Δήμου Χίου, ἔγιναν δέ 23 Εἰσηγήσεις-Ἀνακοινώσεις.

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Κλίμακα τοῦ Ὁσίου Ἰωάννου τοῦ Σίναΐτου (1) ἀποτελεῖ τό πολυτιμότερο βιβλίο μεταξύ τῶν ἀσκητικῶν βιβλίων καί τό πολυτιμότερο προϊόν τῆς ὁσιοτόκου καί ἁγιοτόκου Ἐρήμου καί κρίνεται ὡς ὑπερέχον βιβλίο (2) γιατί τό περιεχόμενό της ἀποτελεῖ καταγραφή ὅσων νοῦς καθαρός καί καρδιά φλεγόμενη ἀπό ἀγάπη πρός τόν Νυμφίο της Ἰησοῦ Χριστό καί φωτιζόμενη ἀπό τό φῶς αὐτῆς τῆς θείας ἀγάπης, καί μαρτύριο τῆς εὐσεβείας, ὑπογραμμός καί γνώμονας καί κανόνας γιά τήν ζωή ὅλων τῶν ἀνθρώπων. Γιά τούς λόγους αὐτούς μάλιστα πολλοί Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας καί ἄλλοι ἐκ τοῦ ἱεροῦ καταλόγου καί ἐκκλησιαστικοί συγγραφεῖς ὑπομνημάτισαν ἤ ἑρμήνευσαν τό ἔξοχο αὐτό βιβλίο, τῆς ὄντως μεγάλης καί κατά Θεόν φωτισμένης διάνοιας, τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῶν Ἰωάννου τοῦ Σιναΐτου, μέ τελευταία μετάφραση καί ὑπομνηματισμό ἀπό τόν μακαριστό Ἡγούμενο τῆς Ἱερᾶς Κτητορικῆς Μονῆς τοῦ Παρακλήτου ἀρχιμ. Ἰγνάτιο Πουλοπάτη (+ 6-12-1978) (3).

Περί τῆς ἀξίας τοῦ Ἱεροῦ Βιβλίου τῆς Κλίμακος τοῦ Ὁσίου Ἰωάννου τοῦ Σιναΐτου καί τήν ἀπό αὐτό προερχόμενη ὠφέλεια ὄχι μόνον στούς μοναχούς ἀλλά καί σέ ὅλους τούς χριστιανούς, ὁ μεταφραστής αὐτοῦ « Ἐκ τῆς Ἑλληνικῆς εἰς τήν κοινοτέραν τῶν καθ᾿ ἡμᾶς Ἑλλήνων διάλεκτον » Ἀρχιμανδρίτης Ἱερεμίας ὁ Σιναΐτης ὁ Κρής, ἀλλά καί ἐκδότης τῆς μεταφράσεώς του μέ τόν τίτλον « Ἡ Νέα Κλῖμαξ » Ἐν Βενετίᾳ 1774, στόν πρόλογό του ἔγραψε: « Ἀποδέξασθε, ἀδελφοί, εὐμενῶς καί ἀναγινώσκετε συνεχῶς, καί πάντως εὑρήσετε, ὅτι εἶναι ἡ ἄλλη τις ράβδος (=ἡ Κλῖμαξ) δι᾿ ἧς δύναται ὁ τῆς σωτηρίας ἑαυτοῦ ἐφιέμενος νά καταπλήξῃ τόν νοητόν Φαραώ (= τόν Διάβολον) καί νά καταστρέψῃ εἰς τό παντελές ὅλας τάς μηχανάς καί τούς πολέμους του. Μάννα καταγλυκαῖνον τάς πικρίας καί τά τῆς ἐλεεινῆς ἡμῶν ζωῆς βάσανα. Κιβωτός ἀπολυτροῦσα τούς εἰς τήν ἀνάγνωσιν αὐτῆς καταφεύγοντας, καί ἐλευθεροῦσα τοῦ καταποντισμοῦ τῶν ἁμαρτημάτων καἰ ποιοῦσα αὐτούς νά διαπλεύσουν ἀκινδύνως στά πολυτάραχα τοῦ βίου τούτου ὕδατα. Παράδεισος, ἐν ᾧ ἐνδιατρίβουσα πᾶσα φιλόθεος ψυχή, δύναται νά ἀποδρέψηται τά ἀθάνατα κάλλη τῆς ἀϊδίου μακαριότητος˙ καί τελευταῖον, εἷς σίφων οὐράνιος δυνάμενος νά ἀνασπάσηται τήν ψυχήν ἐκ τῆς τῶν ἁμαρτημάτων ἀβύσσου (ὥσπερ ἐκεῖνος τό ὕδωρ τοῦ θαλασσίου πυθμένος) καί νά τήν παραστήσῃ ἔμπροσθεν τοῦ Θεοῦ κεκαθαρμένην ἀπό ὅλους τούς ρύπους της˙ τόσον γάρ πολλοί καί ποικίλλοι εἰσίν οἱ τρόποι καί τά πλήθη τῶν νοημάτων καί τῶν ἐν αὐτῇ ὑποθέσεων, δι'ὧν διορθοῦσι τόν ἔσω ἄνθρωπον καί ἔξω, ὅπου, δύναμαι εἰπεῖν, ὅτι εὐκολώτερόν ἐστι νά ἐξαριθμήσῃ τις τούς ἀστέρας τοῦ οὐρανοῦ παρά να διηγηθῇ αὐτάς πρός ἀκρίβειαν.

»Διά τοῦτο θαρρούντως λέγω, ὅτι καθώς ὁ ἄρτος εἶναι τῷ σώματι πασῶν τῶν τροφῶν ἀναγκαιότερος, οὕτως ἔστι καί αὕτη τῷ ἐφιέμενῳ τῆς σωτηρίας αὐτοῦ ἀναγκαιοτέρα πολλῶν πατρικῶν ἄλλων βιβλίων, καί μᾶλλον σωτήριος, καί εἰπών, ὅτι ἐν τῷ μέσω τούτων αὕτη ἐπέχει τόν τόπον ὅν κέκτηται μεταξύ τῶν ἄλλων αἰσθήσεων ἡ ὅρασις, ἐρῶ ἅπασαν τήν ἀλήθειαν˙ἐπειδή αὕτη ἐκδιηγεῖται τά πανάγια τοῦ Θεοῦ θελήματα πολύ ἐκείνων θαυμασιώτερον καί ἐναργέστερον, καί ἔστιν οὐ μόνον τοῖς μοναχοῖς ἀλλά καί τῆς κοσμικοῖς γνώμων κάλλιστος καί κανών ἀκριβέστερος, ὁδηγοῦσα ἅπαντας πρός τά καθήκοντα, καί φέρουσα τούς ἀναγιγνωσκοντας αὐτήν διά τῶν σοφῶν αὐτῆς διδαγμάτων εἰς τοσαύτην κατάνυξιν καί πένθος καί δάκρυα... Δέν εἶναι δυνατόν νά διηγηθῇ κατ᾿ ἀξίαν γλῶσσα ἀνθρώπινος τάς θαυμασίως αὐτῆς χάριτας, καί τάς οὐρανίους δωρεάς μέ τάς ὁποίας ἀμοίβεται τούς ἐραστάς αὐτῆς καί ἀναγνώστας˙ τοσοῦτον δέ ἔτι προστίθημι, ὅτι καθώς ὁ προφήτης ἐκεῖνος ἀνάστησε νεκρόν τόν υἱόν τῆς χήρας καί δέδωκεν αὐτῷ ζωήν (4), οὕτω καί αὕτη ἀνιστᾷ τήν νεκρωθεῖσαν ὑπό τῆς ἁμαρτίας ψυχήν καί δίδωσιν αὐτῇ ζωήν τήν αἰώνιον. Τοιγαροῦν, ὅστις διψᾶ τήν σωτηρίαν του ἄς δράμῃ εἰς τοῦτον τόν γλυκύτατον ποταμόν καί πάντως ἐμπλησθήσεται καί εὐφρανθήσεται, ὅτι τούτου τοῦ ποταμοῦ εἰσί τῷ ὄντι ἐκεῖνα τά ὁρμήματα τά ὁποῖα εὐφραίνουσι τήν πόλιν τοῦ Θεοῦ (5), τοὐτέστι τούς πιστούς ἅπαντας. Καί ἤδη ἀναλαβοῦσα τά χρυσᾶ ἔπη τοῦ Σειράχ, βοᾶ διαπρυσίως συγκαλοῦσα αὐτούς καί λέγουσα˙ Προσέλθετε πάντες οἱ ἐπιθυμοῦντές μου, καί ἀπό τῶν γεννημάτων ἐμπλήσθητε, ὅτι ἐσθιοντές με ἔτι πεινάσουσιν, καί οἱ πινόντές με ἔτι οὐ διψήσουσι, καί οἱ ὑπακούοντές μου οὐκ αἰσχυνθήσονται, καί οἱ ἐργαζόμενοι ἐν ἐμοί οὐχ ἁμαρτήσουσι» (6).

Βεβαίως, εἶναι γνωστό, ὅτι ἡ ἁμαρτία μεθᾶ τόν ἄνθρωπο σέ βαθμό παραισθήσεως καί τόν κάνει νά θεωρῆ τή σπίλωση τῆς ψυχῆς του καί τήν ἀξιοπρέπειά του ὡς χαρά, ξεχνώντας ὅτι ἡ μέθη τῆς ἁματρίας ἀπό τήν φύση της δέν προσφέρει πλησμονή καί δέν χαρίζει ἱκανοποίηση, γι᾿ αὐτό καί ὁ ἄνθρωπος δοκιμάζει ὡς καρπό της βδελυγμία γιά ὅσα νόμιζε ὅτι τοῦ προσέφεραν ἡδονή καί τέρψη ἤ ἀπαγοήτευση ἀπό τήν χιμαιρική ἀναζήτηση χαρᾶς ἐκεῖ πού δέν ὑπάρχει καί μένει ἀνικανοποίητος καί ὁδηγεῖται τίς περισσότερες φορές στήν καταστροφή καί τόν εὐτελισμό τῆς προσωπικότητός του.

Ἡ Κλίμακα, λοιπόν, ἔναντι αὐτοῦ τοῦ δράματος τοῦ σύγχρονου ἀνθρώπου, ἔρχεται ὡς φιλάνθρωπη προσφορά καί ὑπόδειξη στόν ὁδοιπόρο τῆς ζωῆς τόν δρόμο καί τόν τρόπο τῆς μυστικῆς ἐκείνης ἀναβάσεως τοῦ ἀνθρώπου, διά τῆς ὁποίας αὐτός θά ἀποτοξινωθῆ ἀπό τόν μολυσμό τῆς ἁμαρτίας καί θά ἀπολαύση τήν ὄντως χαρά καί τήν γαλήνη τῆς ψυχῆς. Καί τοῦτο γιατί ἡ ἀξία τοῦ βιβλίου τῆς Κλίμακος καί ἡ μεγάλη καί βαθειά ἐπίδρασή του καταφαίνεται, ὅπως ἐλέχθη καί ἀνωτέρω, στίς πολλές της ἐκδόσεις καί τίς ἀναληφθεῖσες μεταφράσεις της διαμέσου τῶν αἰώνων. Ὅπως μάλιστα παρατηρεῖ ὁ ἀναγνώστης στό Προλογικό σημείωμα τῆς « Νέας Κλίμακος » τοῦ μεταφραστῆ καί ἐκδότη Σιναΐτη Ἀρχιμανδρίτη Ἱερεμία, ἡ Κλῖμαξ χαρακτηρίζεται ὡς « ράβδος δι᾿ ἧς δύναται ὁ τῆς σωτηρίας ἑαυτοῦ ἐφιέμενος νά καταπλήξη τόν νοητόν Φαραώ » (=τόν Διάβολο), « Μάννα καταγλυκαῖνον τάς πικρίας καί τά τῆς ἐλεεινῆς ἡμῶν ζωῆς βάσανα », « Κιβωτόν ἀπολυτροῦσαν », « Παράδεισον » καί « σίφωνα οὐράνιον δυνάμενον νά ἀνασπάσηται τήν ψυχήν ἐκ τῆς τῶν ἁμαρτημάτων ἀβύσσου καί νά τήν παραστήσῃ ἔμπροσθεν τοῦ Θεοῦ κεκαθαρμένην ἀπό ὅλους τούς ρύπους της » .

Ἡ Κλίμακα τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου, εἶναι ὁ ξεναγός καί ὁ διερμηνέας πού μᾶς ὁδηγεῖ σέ περιήγηση στόν μυστικό κῆπο τῶν Ἀσκητῶν τῆς Ἐρήμου, τῶν Νηπτικῶν Πατέρων καί ἀνάλογα μέ τίς δυνατότητες πού ἔχει ὁ καθένας μας κόβει ὅ,τι ἐπιθυμεῖ ἀπό τόν «κῆπο τῶν χαρίτων» καί αὐτό τό πράττει μέ τήν βεβαιότητα ὅτι αὐτά πού θά συλλέξη θά τόν βοηθήσουν στόν δύσκολο πνευματικό του ἀγῶνα γιά νά μπορέση κάποτε νά περπατήση στόν εὐλογημένο δρόμο τῆς ἁγιότητος, νά πλημμυρίση τήν ψυχή του, τήν καρδιά του καί τό νοῦ του μέ τό θεῖο φῶς να τόν φωτίζη, νά τόν θερμαίνη καί νά τόν ἀλλοιώνη καί νά τοῦ δείχνη συνεχῶς τόν δρόμο τῆς μετανοίας πού δέν σταματᾶ ποτέ μέσα στήν Ἐκκλησία καί οὔτε φυσικά σ᾿ ὁλόκληρη τή ζωή μας.

Δέν εἶναι ὀρθό νά προφασιζόμαστε ὅτι ἐκεῖνοι πού ζοῦν μέσα στόν κόσμο καί εἶναι γεμάτοι ἀπό φροντίδες κοσμικές (οἰκογένεια, ἐργασία, ἐπιδιώξεις, καριέρα, ἀδυναμίες κ.λπ) δέν εἶναι δυνατόν νά φθάσουν στήν τελειότητα καί τήν ἀρετή. Ὅσοι ζοῦμε στόν κόσμο, τούς πειρασμούς του καί τό κυνήγι τῆς ἐπιτυχίας, νέοι ἤ ἡλικιωμένοι, δέν εἶναι ὀρθό νά λέμε τώρα εἶμαι νέος καί ἀγωνίζομαι νά ζήσω, ὅταν γεράσω θά φροντίσω καί γιά τήν ψυχή μου. Οὔτε ἡ νεότητα βλάπτει, οὔτε ἐμποδίζει, ἀλλά οὔτε καί ἡ μεγαλύτερη ἡλικία μᾶς ὠφελεῖ ὅταν μέσα στή ψυχή μας λείπει ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ. Καί ποιός γνωρίζει ἄν καί πότε καί πῶς θά γεράση! Γι᾿ αὐτό, ὅπου ὑπάρχει ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ ἐκεῖ σίγουρα ὑπάρχει καί ἡ φύλαξη τῶν ἐντολῶν Του. Καί ὅπου λειτουργεῖ ἡ παραφυλακή τῶν θείων ἐντολῶν, ἐκεῖ ὑπάρχει καί ἡ καθαρότητα τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματος καί ὅπου ὑπάρχει αὐτή ἡ καθαρότητα ἐκεῖ ἐνθρονίζεται καί βασιλεύει ὁ Νυμφίος τῆς καρδιᾶς κάθε ἀνθρώπου ὁ Χριστός, φωτίζων καί ἁγιάζων τόν ὅλον ἄνθρωπο, ψυχή καί σῶμα. Καί αὐτό εἶναι ἡ μυστική ἕνωση τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θέο καί τό πράγμα γίνεται εὔκολο ὄχι μόνον γιά τούς ἀσκητές τῆς Ἐρήμου ἀλλά καί γιά τούς ἀνθρώπους πού ζοῦν στόν κόσμο, γιά τόν καθένα ἀπό ἐμᾶς.

Τά ὅσα ἀκολοθοῦν γιά τόν πνευματικό ἀγῶνα κατά τόν Ἅγιο Ἰωάννη τόν Σιναΐτη, τόν ἐκ τοῦ βιβλίου αὐτοῦ λαβόντα καί τήν ἐπωνυμία « ὁ Κλίμακος » ἤ «ὁ τῆς Κλίμακος», εὔχομαι ὁλόψυχα νά γίνουν ἀφορμή ὥστε ἡ Κλίμακά του νά ἀποτελέση γιά ὅλους μας προσφιλές ἀνάγνωσμα, νά φωτισθοῦμε, ὅπως ἐκεῖνος ὁ ἱερός Πατήρ ἀπό τό ἀκήρατο φῶς τῆς θεογνωσίας, νά καθαρίσουμε τίς καρδιές μας ἀπό τήν ἁμαρτία καί νά ἀντιδράσουμε κατά παντός ψυχοκτόνου κατακλυσμοῦ τῆς ἀσέβειας καί τῆς διαφθορᾶς πού ἀνελέητα στίς ἡμέρες μας εἰσορμοῦν ἀπειλητικά στίς ψυχές μας.

 

 

«Ο ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΚΛΙΜΑΚΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΣΙΝΑΪΤΟΥ»

Ἄν ὁ ἀγώνας τῆς ἐπιβιώσεως ἄρχισε σκληρός καί ἀδυσώπητος γιά τό ἀνθρώπινο γένος, μετά τήν παρακοή, ἀφοῦ, κατά τή δίκαιη καί φιλάνθρωπη ἀπόφαση τοῦ Θεοῦ, «ἡ γῆ ἀνέτειλε ἀκάνθας καὶ τριβόλους» (7) καί ὁ Ἀδάμ θά ἔπρεπε νά τρώγη τόν ἄρτο του «ἐν λύπαις» (8) καί «ἐν ἱδρῶτι τοῦ προσώπου» (9) του, ἡ ἐπιστροφή στήν προπτωτική ἀπάθεια καί ἡ μετοχή στήν ἄκτιστη καί αἰώνια δόξα τοῦ Τραδικοῦ Θεοῦ, ἡ κατά χάριν θέωση, γιά τήν ὁποία τόν προώριζε ἡ θεία ἀγάπη, ἔγινε δρόμος δύσβατος καί αἱματηρός, σπαρμένος μέ τίς ἄκανθες τῶν συμφύτων, πλέον, τῆς πεπτωκυίας ἀνθρωπίνης φύσεως παθῶν καί ναρκοθετημένος μέ τίς παγίδες καί τίς ἐνέδρες τῶν ληστῶν δαιμόνων.

«Εἰς τοῦτο ἡμᾶς πεποίηκεν ὁ Θεός», γράφει ὁ Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, «ἵνα γενώμεθα θείας κοινωνοὶ φύσεως καὶ τῆς αὐτοῦ ἀϊδιότητος μέτοχοι, καὶ φανῶμεν αὐτῷ ὅμοιοι (10) κατὰ τὴν ἐκ χάριτος θέωσιν». (11) Στό σκοπό αὐτό, τόν ὁποῖο ματαίωσε ὁ πόθος τῆς ἰσοθεΐας καί ἡ παρακοή, ἀποβλέπει τό σχέδιο τῆς Ἐνσάρκου Οἰκονομίας τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Τά μέσα γιά τήν πραγμάτωση τῆς ὑψίστης αὐτῆς προοπτικῆς τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου τά παρέχει ἡ Ἐκκλησία μας, διά τῆς διδασκαλίας, τῆς ζωῆς καί τῶν Ἱερῶν Μυστηρίων της, ἀπαιτεῖται, ὅμως, καί ἡ ἐλεύθερη βούληση καί ὁ προσωπικός ἀγώνας τῶν πιστῶν.

Στήν Ἁγία Γραφή καί στά πατερικά συγγράμματα ἡ ἔννοια τοῦ ἀγῶνος εἶναι ἀναπόσπαστα συνδεδεμένη μέ τήν κατά Θεόν ζωή τοῦ πιστοῦ. Ἡ δεδομένη ἐμπαθής κατάσταση καί ἡ ροπή μας πρός τό κακό δημιουργεῖ τήν ἀναγκαιότητα τῆς πάλης κατά τῶν παθῶν, γιά τήν μεταποίησή τους σέ ἀρετές. Ἀγώνας, βεβαίως, δέν σημαίνει δυνατότητα αὐτοσωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Χριστός καί μόνον ὁ Χριστός σώζει καί ἁγιάζει, ἀλλά ζητεῖ καί τήν ἀνθρώπινη συμβολή, μέ τήν πίστη, μέ τή συνειδητή συμμετοχή στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας καί μέ τήν αὐτοπροαίρετη καί συνεχῆ προσπάθεια βιώσεως τῶν Εὐαγγελικῶν ἐντολῶν. Χαρακτηριστικοί εἶναι οἱ λόγοι τοῦ Ἀποστόλου Παύλου: «ἀγωνίζου τὸν καλὸν ἀγῶνα τῆς πίστεως», (12) «τὸν ἀγῶνα τὸν καλὸν ἠγώνισμαι...» (13), «Τοιγαροῦν καὶ ἡμεῖς... δι᾿ ὑπομονῆς τρέχωμεν τὸν προκείμενον ἡμῖν ἀγῶνα, ἀφορῶντες εἰς τὸν τῆς πίστεως ἀρχηγὸν καὶ τελειωτὴν Ἰησοῦν». (14)

Στό βιβλίο «Κλῖμαξ», στό θαυμάσιο αὐτό ἀσκητικό σύγγραμμα τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Σιναΐτου, πού κατέχει ἐξέχουσα θέση στήν ἀσκητική γραμματεία, εἶναι κυρίαρχη ἡ ἔννοια τοῦ πνευματικοῦ ἀγῶνος. Ἡ συχνή χρήση, ἄλλωστε, τῶν ὅρων «πύκτης», «ἀθλητής», «πολεμιστής», «μάχαιρα», «ὅπλον», «ἀσπίς», «ξίφος», «ρομφαία», «τόξον», «βέλος» καί ὁ ὡραῖος τίτλος «Κλίμαξ» εἶναι ἐνδεικτικά τοῦ πῶς βιώνει ὁ Ὅσιος συγγραφέας -μοναχός ὁ ἴδιος- καί πῶς πραγματεύεται τά τῆς Μοναχικῆς Πολιτείας. Ἀπευθύνεται σέ μοναχούς, καί κυρίως σέ ὑποτακτικούς, ὅπως ὁ ἴδιος ἀναφέρει, (15) ἀλλά ὄχι λιγώτερη ὠφέλεια ἔχει νά προσφέρη καί σέ κάθε συνειδητό καί ἀγωνιζόμενο Χριστιανό. Ὁ χαρακτηρισμός τῆς πορείας πρός τήν τελείωση, ὡς κλίμακος, δηλώνει ὅτι ὁ ἀγωνιστής, μοναχός ἤ κοσμικός, δέν κατακτᾶ ἐξ᾿ ἀρχῆς καί ἀκόπως τήν ἁγιότητα, ὅπως κανείς δέν μπορεῖ νά ἀνεβῆ διά μιᾶς μιά σκάλα, ἀλλά βαθμιαία καί σταδιακά, μέ ἰσόβιους μόχθους καί ὑπομονή, ἀρχίζοντας ἀπό τήν ἐκκοπή τῶν παθῶν καί καταλήγοντας στήν ἀπάθεια καί στίς ἐλλάμψεις τῶν ὑπερφυσικῶν χαρισμάτων. «Οὐδεὶς κλίμακα ὑφ᾿ ἕν ποτε ἀνελθεῖν δεδύνηται». (16) «Χρόνῳ καὶ ὑπομονῇ καὶ κατὰ μικρὸν τὰ εἰρημένα ἐν ἡμῖν προσγίνονται καὶ τελειοῦνται». (17)

Ὁ ἀγώνας ἤ ἄλλως ἡ πνευματική ἐργασία ἀπαιτεῖ, κατά τόν Ἅγιο Ἰωάννη, ὡς βασικές προϋποθέσεις τήν προαίρεση καί τόν πόθο τῆς σωτηρίας ἐκ μέρους τοῦ ἀνθρώπου καί τήν βοήθεια ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ. Ἡ συνεργία τοῦ Θεοῦ εἶναι δεδομένη, ἀλλά μόνο ὅταν προηγηθῆ ἡ θέληση τοῦ ἀνθρώπου. Λέγει σχετικά στόν περί διακρίσεως λόγο: «Πάσης πνευματικῆς ἐργασίας ὁρωμένης τε καὶ νοουμένης προηγεῖται πρόθεσις οἰκεία καὶ πόθος ἄριστος, μετὰ συνεργίας Θεοῦ γινόμενα· τῶν γὰρ προτέρων μὴ καταβληθέντων τὸ δεύτερον ἐπακολουθεῖν οὐ πέφυκεν». (18) Βεβαίως ὁ Θεός δέν παύει νά μεριμνᾶ γιά τή σωτηρία ὅλων καί νά δίνη μέ ποικίλους τρόπους εὐκαιρίες μετανοίας στόν καθένα. Ἐδῶ ὁ Ἅγιος θέλει νά τονίση τόν σεβασμό τοῦ Θεοῦ πρός τήν ἐλευθερία τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου. Ὁ Θεός «πάντας ἀνθρώπους θέλει σωθῆναι καὶ εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν», (19) ἀλλά δέν ἀναγκάζει κανένα.

Σκοπός τῆς συγγραφῆς τοῦ ἔργου εἶναι ἡ πνευματική ὠφέλεια τῶν Μοναχῶν. Καί ἀποδεικνύεται ἄριστος καί διακριτικός παιδαγωγός ὁ Ἅγιος Ἰωάννης, μεθοδικός διδάσκαλος, φιλόστοργος πατέρας, χριστομίμητος ποιμένας καί σοφός ἰατρός, καθ᾿ ὅσον ὁ λόγος του εἶναι τό ἀπόσταγμα τῆς μακροχρόνιας μοναχικῆς του πείρας, τῶν ὑπέρ ἄνθρωπον ἀσκητικῶν του παλαισμάτων, τῆς ἀναβάσεώς του στήν κορυφή τῆς θεοδρόμου κλίμακος τῶν ἀρετῶν καί τῆς ἐμπειρίας τῆς ἐλλάμψεως τοῦ Ἀκτίστου Φωτός τῆς Θεότητος. «Διδάσκαλός ἐστιν ὄντως», λέγει «ὁ νοερὰν δέλτον γνώσεως δακτύλῳ Θεοῦ, ἤγουν ἐνεργείᾳ ἐλλάμψεως ἐξ αὐτοῦ κομισάμενος καὶ τῶν λοιπῶν βιβλίων ἀνενδεὴς γενόμενος». (20) Ὄντως τήν δέλτο τῆς γνώσεως ἔλαβε στό Πανεπιστήμιο τῆς Ἐρήμου ὁ Ἅγιος, ὑπογεγραμμένη «τῷ δακτύλῳ τοῦ Θεοῦ», γι᾿ αὐτό καί ὁ αὐθεντικός λόγος του ὁδηγεῖ μέ ἀσφάλεια τίς ψυχές στή σωτηρία.

Ἐμπειροπόλεμος πολεμιστής στά πεδία τῶν μαχῶν ὑπέρ τῆς ἐν Χριστῷ ἐλευθερίας καί ὀλοθρευτής τῶν δαιμόνων, προβάλλει μέσα ἀπό τό ἔργο του ὡς ἱκανώτατος στρατηγός, γιά νά καταρτίση στήν τέχνη τοῦ πνευματικοῦ πολέμου τήν παράταξη τῶν ἀγωνιστῶν τοῦ Χριστοῦ. Γνωρίζει τίς μεθοδεῖες καί τίς πανουργίες τοῦ παγκακίστου ἐχθροῦ τῆς σωτηρίας μας διαβόλου καί ἀποκαλύπτει τίς πονηρές παγίδες του. Μέ τόν φωτισμό τοῦ Παναγίου Πνεύματος ἀναδεικνύεται μοναδικός ἀνατόμος τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς καί, μέ τόν ἐντοπισμό τῶν παθῶν καί ἀδυναμιῶν, ἀλλά καί μέ τή γνώση τῶν μέτρων καί χαρισμάτων τῆς ψυχῆς, προτείνει κατάλληλα φάρμακα καί πνευματικά ἀγνωνίσματα. Στόν 26ο λόγο του συνιστᾶ στούς ἀγωνιζομένους τήν ἐπίγνωση τῆς πνευματικῆς τους καταστάσεως: «Ἐν πᾶσι τοῖς πάθεσι καὶ πάσαις ταῖς ἀρεταῖς ἑαυτοὺς ἐκζητοῦντες μὴ παυσώμεθα, ποῦ τυγχάνομεν· ἐν ἀρχῇ ἢ ἐν μεσότητι ἢ ἐν τέλει». (21) Καί σέ ἄλλο λόγο: «Κλίμακα ἀναβάσεως πεπελέκηκα· ἕκαστος δὲ λοιπὸν βλεπέτω ἐν ποίᾳ βαθμίδι ἕστηκεν». (22)

Ἐχθρός καί ἀντίπαλος στόν ἀγῶνα εἶναι ὁ παλαιός ἄνθρωπος, μέ τά πάθη καί τίς ἀδυναμίες πού ἔγιναν δεύτερη φύση, καί ὁ διάβολος πού διαρκῶς ἀντιστρατεύεται στό ἔργο τῆς σωτηρίας τῶν ἀνθρώπων. Ἡ πάλη δέ εἶναι ἰσόβια καί σκληρή, διότι «οὐκ ἔστιν ἡμῖν πρὸς αἷμα καὶ σάρκα, ἀλλὰ πρὸς τὰς ἀρχάς, πρὸς τὰς ἐξουσίας, πρὸς τοὺς κοσμοκράτορας τοῦ σκότους τοῦ αἰῶνος τούτου, πρὸς τὰ πνευματικὰ τῆς πονηρίας ἐν τοῖς ἐπουρανίοις». (23)

Δέν ἀγνοεῖ ὁ Ἅγιος ὅτι ὅλοι δέν φθάνουν στά ἴδια πνευματικά μέτρα. Ἄλλωστε, στήν παραβολή τοῦ σπορέως ὁ Κύριος μέ τίς εἰκόνες τῆς σπορᾶς παριστᾶ τίς διαβαθμίσεις τῆς πνευματικῆς κατάστάσεως στούς Χριστιανούς: «ὃ μὲν (καρποφορεῖ) ἑκατόν, ὃ δὲ ἑξήκοντα, ὃ δὲ τριάκοντα». (24) Ἀνάλογα εἶναι καί τά χωρία τῆς Κλίμακος: «Οὐ πάντας μὲν ἀπαθεῖς γενέσθαι δυνατόν· πάντας δὲ σωθῆναι καὶ Θεῷ διαλλαγῆναι οὐκ ἀδύνατον». (25) «Εἶδον τρεῖς ἀδελφοὺς ζημιωθέντας· καὶ ὁ μὲν ἠγανάκτει, ὁ δὲ ἔμενεν ἄλυπος, ὁ δὲ πολλὴν τὴν χαρὰν ἐκαρποῦτο». (26) «Εὐσεβῶν μὲν τὸ παντὶ αἰτοῦντι διδόναι, εὐσεβεστέρων δὲ καὶ τῷ μὴ αἰτοῦντι· τὸ δὲ ἀπὸ τοῦ αἴροντος μὴ ἀπαιτεῖν, καὶ μάλιστα δυναμένους, τάχα τῶν ἀπαθῶν μόνων ἴδιον καθέστηκεν». (27) «Τρεῖς ἔγωγε ὁμοθυμαδὸν ἑώρακα μοναχοὺς ἀτιμασθέντας· καὶ ὁ μὲν δέδηκται μὲν καὶ τετάρακται, σεσιώπηκε δέ· ὁ δὲ ἐχάρη μὲν ἑαυτοῦ χάριν, λελύπηται δὲ περὶ τοῦ λοιδορήσαντος· ὁ δὲ τρίτος τὴν τοῦ πλησίον βλάβην ἀνατυπώσας, ἐδάκρυσε θερμῶς· καὶ ἦν ἰδεῖν φόβου καὶ μισθοῦ καὶ ἀγάπης ἐργάτας». (28)

Εἶναι ἀπαραίτητο νά γνωρίζη ὁ ἀγωνιζόμενος τίς δυνάμεις του καί ἀναλόγως νά ἐπιχειρῆ τήν ἀνάβαση τῆς κλίμακος, μέ τούς τρόπους πού προσιδιάζουν στήν ἰδιοσυγκρασία καί στίς δυνάμεις του. Ἡ ἄκαιρη ἐπιμονή σέ ἀγῶνες ὑπέρ δύναμιν ἀσφαλῶς δέν εἶναι ἐκ Θεοῦ καί προδίδουν ὑπερηφάνεια καί ἐμπιστοσύνη στίς δυνάμεις μας. Ἡ ἐκ δεξιῶν κλοπή εἶναι συχνή παγίδα τοῦ διαβόλου, γιά νά παρασύρη σέ ἀδιάκριτη ἀνευλόγητη ἄσκηση καί νά ὁδηγήση τελικά στήν πλάνη. Ἀκόμη καί ἡ ἐπιλογή τοῦ πνευματικοῦ ὁδηγοῦ καί τοῦ τόπου ἀσκήσεως (προκειμένου περί Μοναχοῦ) συμβουλεύει νά γίνεται βάσει τοῦ χαρακτῆρος καί τῆς ἰδιοσυγκρασίας τοῦ προσερχομένου στήν Μοναχική ζωή. Σέ χαρακτῆρες σκληρούς καί ὑπερήφανους δέν ὠφελεῖ ἡ ὑποταγή σέ πρᾶο καί συγκαταβατικό Γέροντα, ἀλλά σέ ἐλεγκτικό καί ἀνυποχώρητο καί σέ Κοινόβιο μέ ἀπότομους ἀδελφούς, γιά νά καμφῆ τό ἀγέρωχο φρόνημα. (29) Οἱ ἐπιρρεπεῖς στή λαγνεία χρειάζονται ἀσκητικό καί αὐστηρό στή νηστεία Γέροντα. (30) Ὅσοι πολεμοῦνται ἀπό τό θυμό, τήν οἴηση, τήν ὑποκρισία καί τή μνησικακία δέν πρέπει νά τολμήσουν οὔτε «ἴχνος ἡσυχίας». (31)

Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης, ἄν καί «πεπελέκηκε» τήν Κλίμακά του σέ τριάντα βαθμίδες πνευματικῆς ἀναβάσεως, ἀνάλογες τῶν ἐπί μέρους ἀρετῶν, γιά νά διδάξη, ὅπως ὁ ἴδιος λέγει, «τὴν τῶν ἀρετῶν πνευματικὴν σύνθεσιν», (32) συγκεφαλαιώνει, συμφωνώντας καί μέ τούς ἄλλους νηπτικούς Πατέρες, ὅλα τά πάθη στά τρία πρωταρχικά, τήν φιληδονία, τήν φιλαργυρία καί τήν κενοδοξία, καί σέ τρία μέτωπα τόν ἀγῶνα γιά τήν θεραπεία τοῦ τριμεροῦς τῆς ψυχῆς, τοῦ ἐπιθυμητικοῦ, τοῦ θυμικοῦ καί τοῦ λογιστικοῦ, διά τῆς ἀποκτήσεως τῶν τριῶν βασικῶν μεγάλων ἀρετῶν, «τῶν μητέρων τῶν ἀρετῶν», (33) ἐγκρατείας, ταπεινοφροσύνης καί ἀγάπης. «Τῇ Τριάδι τῇ Ἁγίᾳ», λέγει, «κατὰ τῶν τριῶν διὰ τῶν τριῶν ὁπλισώμεθα».Ὁ συνετός ἄνθρωπος, συνεχίζει, ἀγωνίζεται περισσότερο νά ἀποκτήση τίς μητέρες τῶν ἀρετῶν, γιά ν' ἀκολουθήσουν, φυσικῷ τῷ τρόπῳ, καί οἱ θυγατέρες. (34)Θεωρεῖ δέ ὡς τό πιό ὀλέθριο πάθος, ὡς «πάντων τῶν κακῶν ἀρχηγὸν καὶ τελείωσιν» (35) τήν ὑπερηφάνεια ἤ ἄλλως οἴηση, στήν ὁποία ὁδηγεῖ αὐξανόμενη ἡ φιλοδοξία. Ἡ ὑπερηφάνεια, αὐτή καί μόνη, εἶναι ἱκανή νά ἀναπληρώση τόν τόπο ὅλων παθῶν στήν ψυχή ἐκείνου πού δέν θά τήν πολεμήση. (36)

Συνιστᾶ ἰδιαίτερη προσοχή στήν γνησιότητα καί καθαρότητα τοῦ ἀγῶνος ὁ Ἅγιος Ἰωάννης, δηλαδή, στό νά μήν νουθεύεται ἡ ἐργασία τῶν ἀρετῶν ἀπό ὑποκρυπτόμενα πάθη.«Ὥσπερ ὕδωρ ἐκ πηγῶν ἀπαντλοῦντες», λέγει, «ἔστιν ὅτε λεληθότως καὶ τὸν λεγόμενον βάτραχον συνηντλήσαμεν, οὕτω καὶ τὰς ἀρετὰς κατεργαζόμενοι, πολλάκις συμπεπλεγμένας αὐταῖς ἀφανῶς τὰς κακίας μετερχόμεθα. Οἷόν τι λέγω· τῇ ξενοδοχείᾳ ἡ γαστριμαργία συμπλέκεται, τῇ ἀγάπῃ ἡ πορνεία, τῇ διακρίσει ἡ δεινότης, τῇ φρονήσει ἡ πονηρία, τῇ πραΰτητι ἡ ὑπουλότης καὶ νωθρότης καὶ ὀκνηρία καὶ ἀντιλογία καὶ ἰδιορρυθμία καὶ ἀνηκοΐα, τῇ σιωπῇ τῆς διδασκαλίας ὁ ὄγκος, τῇ χαρᾷ ἡ οἴησις, τῇ ἐλπίδι ἡ ὀκνηρία, τῇ ἁγνείᾳ ἡ πικρία, τῇ ταπεινοφροσύνῃ ἡ παρρησία· τούτοις δὲ πᾶσιν, ὥσπερ κοινὸν κολλύριον, μᾶλλον δὲ δηλητήριον, ἡ κενοδοξία συνέπεται». (37)

Δέν ἀποκρύπτει ὁ Ἅγιος τήν δριμύτητα τοῦ ἀγῶνος καί τούς πόνους πού περιμένουν τούς ἀγωνιστές. Βία καί ἀκατάπαυστες ὀδύνες, ἰδιαίτερα στήν ἀρχή, μόχθος καί πολλή ἀόρατη πικρία. Σκληρός καί πιεστικός, ἀλλά καί ἐλαφρός συγχρόνως ὁ ἀγώνας, πικρό καί γεμᾶτο δάκρυα τό ποτήρι τῆς κατά Θεόν ζωῆς. (38) Προχωρώντας, ὅμως, ἡ εἰρήνη τῶν ἀρετῶν καί ἡ γλυκύτητα τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ κάνουν πιό εὔκολη τήν πνευματική ἐργασία, ἕως ὅτου νεκρωθῆ ἡ ἁμαρτία μέσα μας καί εἰσέλθουμε στό χῶρο τῆς μακαρίας ἀπαθείας, ὅπου «μετὰ πάσης χαρᾶς καὶ σπουδῆς καὶ πόθου καὶ φλογὸς ταύτας (τὰς ἀρετὰς) κατεργαζόμεθα». (39) Τό μάκρος τῆς ὁδοῦ, ὁ κόπος, τό εὐόλισθο τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, οἱ πειρασμοί καί οἱ πλεκτάνες τοῦ διαβόλου δέν πρέπει νά φοβίζουν τόν ἀγωνιστή. Ὁ Χριστός, ὁ ἀγωνοθέτης, τό πρότυπο καί ὁ διδάσκαλος, (40) τό κέντρο τῆς ζωῆς μας, ὁ σκοπός καί ὁ στέφανος τοῦ ἀγῶνος μας εἶναι καί ὁ ἀνίκητος σύμμαχός μας στόν ἀδυσώπητο πόλεμο κατά τῆς ἁμαρτίας. Μέ ἀδίστακτη πίστη καί ἀνάθεση τῆς ἀδυναμίας μας στήν δική του παντοδυναμία νά ζητοῦμε τήν βοήθειά Του καί θά τήν ἔχουμε, καί μάλιστα πολύ περισσότερο ἀπ᾿ ὅσο ἀξίζουμε. (41) Παιδαγωγός καί ἀλείπτης στόν ἀγῶνα μας εἶναι κατ' οὐσίαν ὁ ἴδιος ὁ Θεός. Παρακολουθεῖ ἄγρυπνα τήν πορεία μας, μᾶς ἐνισχύει καί δέν ἐπιτρέπει στόν διάβολο νά μᾶς πειράξη περισσότερο ἀπ' ὅσο ἀντέχουμε. Γιά τήν κάθε ἀγωνιζόμενη ψυχή, ἐν τῇ πανσοφίᾳ καί ἀγάπῃ Του, βρίσκει τά κατάλληλα μέσα βοηθείας καί παιδαγωγίας. Ἐνδεικτικά ἀναφέρουμε σχετικά χωρία τῆς Κλίμακος: «Κρύπτει ὁ Θεὸς ἐξ ὀφθαλμῶν ἡμῶν πολλάκις καὶ ἅπερ κεκτήμεθα καλά», (42) γιά νά μᾶς προφυλάξη ἀπό τήν κενοδοξία, προλαβαίνει, ἐνίοτε, καί ἐκπληρώνει αἰτήματα ὑπερηφάνων, πρίν τά ζητήσουν, γιά νά μήν τά λάβουν μέ τήν προσευχή καί αὐξήσουν τήν οἴησή τους. (43)

Ὁ μεθοδικός διδάσκαλος τῆς ἀρετῆς Ἅγιος Ἰωάννης ὁδηγεῖ τούς ἀγωνιζομένους σταδιακά καί ὁμαλά ἀπό τίς χαμηλότερες βαθμίδες τῆς κλίμακος πού ἀντιπροσωπεύουν τίς πρακτικές λεγόμενες ἀρετές, δηλ. ἀποταγή, ὑπακοή, νηστεία, ἀγρυπνία καί ἄλλες ἐπί μέρους ἀρετές, στίς ὑψηλότερες, ὅπως ἀοργησία, ταπεινοφροσύνη, ἀρρέμβαστη προσευχή κ.λπ., καί ἐν τέλει στήν κορυφή τῆς κλίμακος, ὅπου θά ἀπολαύσουν τούς καρπούς τῶν κόπων τους, τήν ἀπάθεια, τήν θεοποιό ἀγάπη, τήν θεωρία τοῦ Θεοῦ καί ὅλα τά ὑπέρ φύσιν χαρίσματα. Ἀλλά καί στήν προσπάθεια γιά τήν κατάκτηση τῆς κάθε ἐπί μέρους ἀρετῆς παρατηρεῖται ἡ ἴδια βαθμιαία πρόοδος. Δέν εἶναι δυνατόν νά φθάση κανείς ἀπό τήν ἀρχή στήν τέλεια ἀνεξικακία ἤ στήν ἀπόλυτη καθαρότητα τῶν λογισμῶν κ.ο.κ. Στόν λόγο περί ἀοργησίας ἀναφέρεται σχετικά: «Ἀρχὴ μὲν ἀοργησίας, σιωπὴ χειλέων ἐν ταραχῇ καρδίας· μεσότης δέ, σιωπὴ λογισμῶν ἐν ψιλῇ ταραχῇ ψυχῆς· τέλος δὲ, πεπηγμένη γαλήνη ἐν πνοῇ ἀνέμων ἀκαθάρτων». (44)

 

Στό πρῶτο λόγο περί ἀποταγῆς θέτει τά θεμέλια καί τίς προϋποθέσεις τοῦ ἀγῶνος. Ἀποταγή γιά τούς μοναχούς εἶναι ἡ ἄρνηση τοῦ κόσμου καί ἡ προσέλευση στό στάδιο τῆς μοναχικῆς ἀσκήσεως. Γιά τούς ἐν τῷ κόσμῳ πιστούς θά μπορούσαμε νά θεωρήσουμε ὡς ἀποταγή γενικῶς τό εἰσαγωγικό Μυστήριο τοῦ Ἁγίου Βαπτίσματος, κατ᾿ οὐσίαν δέ, ἰδιαίτερα σήμερα πού πολύ λίγοι Χριστιανοί ἔχουν συναίσθηση τοῦ τί σημαίνει Βάπτισμα καί χριστιανική ἰδιότητα, τήν μετάνοια καί τήν ἀνάληψη συνειδητοῦ ἀγῶνος γιά τήν σωτηρία, ὑπό τήν καθοδήγηση Πνευματικοῦ πατρός.

Ἀξιοπρόσεκτη εἶναι ἡ ἀναφορά τοῦ Ἁγίου στίς τρεῖς ἀποταγές. Ἡ πρώτη εἶναι ἡ ἀποταγή ὅλων τῶν πραγμάτων καί τῶν ἀνθρώπων, καί αὐτῶν ἀκόμη τῶν γονέων, δεύτερη ἡ ἐκκοπή τοῦ ἰδίου θελήματος καί τρίτη ἡ ἀποταγή τῆς κενοδοξίας. Οἱ τρεῖς αὐτές ἀποταγές ἰσχύουν ἔν τινι μέτρῳ καί γιά τούς Χριστιανούς τοῦ κόσμου, διότι συμφωνοῦν μέ τόν λόγο τοῦ Κυρίου «ὁ φιλῶν πατέρα ἢ μητέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστι μου ἄξιος» καί «..ὃς οὐ λαμβάνει τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθεῖ ὀπίσω μου οὐκ ἔστι μου ἄξιος». (45) Τήν ὁλοκληρωτική καί μοναδική ἀγάπη πρός Ἐκεῖνον πάνω ἀπ᾿ ὅλα κι ἀπ᾿ ὅλους, καί τήν ἀπάρνηση τοῦ ἁμαρτωλοῦ ἐγώ τήν ἀπαιτεῖ ὁ Χριστός ἀπό κάθε Χριστιανό.

Πρωταρχικῆς σημασίας γιά τήν πνευματική πρόοδο εἶναι ἡ βάση, στήν ὁποία θά στηρίξη ὁ ἀγωνιζόμενος, μοναχός ἤ κοσμικός, τήν κλίμακα τῆς πνευματικῆς του ἀναβάσεως. Μέ ποιά κίνητρα, δηλαδή, καί γιά ποιό σκοπό ἀναλαμβάνει τόν ἀγῶνα του. Τρεῖς κατηγορίες ἀγωνιστῶν διακρίνουν οἱ Ἅγιοι Πατέρες, τῶν δούλων, τῶν μισθωτῶν καί τῶν υἱῶν. Σύμφωνα μέ τόν Ἅγιο Μάξιμο τόν Ὁμολογητή, δοῦλοι εἶναι ὅσοι τηροῦν τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ ἀπό τόν φόβο τῶν τιμωριῶν τῆς κολάσεως, μισθωτοί ὅσοι ἀγωνίζονται γιά τήν μέλλουσα ἀνταπόδοση καί υἱοί ἐκεῖνοι πού εἶναι ἑνωμένοι μέ τόν Θεό ἀπό ἀγάπη πρός Αὐτόν καί ἀπό τήν διάθεση καί ἕξη τῆς ψυχῆς τους πρός τό ἀγαθό. (46) Τήν αὐτή διάκριση συναντοῦμε καί στόν Ἅγιο Ἰωάννη, ὁ ὁποῖος μᾶς τίς περιγράφει μέ τήν ἀπαράμιλλη παραστατικότητά του: «Ὁ μὲν ἐκ φόβου τὴν ἀποταγὴν ποιησάμενος, ἴσως τῷ καιομένῳ θυμιάματι ἕοικεν, ἐν ἀρχαῖς μὲν ἐξ εὐωδίας ἀρξαμένῳ, ὕστερον δὲ εἰς καπνὸν καταλήξαντι· ὁ δὲ δι᾿ ἐλπίδα μισθοῦ, ὀνικὸς μύλος καθίσταται, διὰ παντὸς ὡσαύτως κινούμενος· ὁ δὲ ἐξ ἀγάπης θείας τὴν ἀναχώρησιν ποιησάμενος, εὐθέως πῦρ ἐν προοιμίοις κέκτηται· καὶ ἴσως ἐν ὕλῃ βληθέν, κατὰ πρόσω τὴν πυρὰν σφοδροτέραν ἐξάψειεν». (47)

Βασικά, ἐπίσης, γνωρίσματα τοῦ ἀγῶνος, ἀπαραίτητα γιά τήν νικηφόρα ἔκβασή του, θεωρεῖ ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τό θάρρος, τήν ἀνδρεία καί τόν ἐνθουσιασμό. Διότι, ὅπως λέγει, «...τοῖς εὐτόνως πολεμοῦσι οἱ τῆς εἰρήνης καὶ γαλήνης περιεπλάκησαν στέφανοι». (48) Ἡ χαυνότητα, καί μάλιστα στήν ἀρχή τοῦ ἀγῶνος, προδιαγράφει τήν ἀποτυχία. Ἡ εἴσοδός στήν πνευματική παλαίστρα νά εἶναι ἀποφασιστική, θαρραλέα καί ὁρμητική, μέ ζῆλο καί μέ χαρά, χωρίς δειλία, ἀμφιβολία ἤ πλαδαρότητα. Διότι ὅταν ἡ ψυχή ἀρχίση μέ ἀνδρεία τόν ἀγῶνα, κι ἄν ἀκόμη στήν πορεία της πρός τήν κορυφή τῆς κλίμακος συμβῆ νά ἀτονήση ἡ ἀγωνιστική της διάθεση, ἡ ἀνάμνηση τοῦ πρώτου ζήλου θά τήν κεντᾶ σάν κεντρί καί θά τήν ἀναθερμαίνη. Μοιάζουν τέτοιες ψυχές μέ ἀετούς πού ἀνανεώθηκαν τά πεσμένα τους φτερά. Συνιστᾶ δέ ὁ Ἅγιος σ᾿ αὐτούς πού συνέβη νά ψυχρανθῆ ὁ ἀγωνιστικός τους ζῆλος, νά ἐρευνοῦν σέ ποιές αἰτίες ὀφείλεται αὐτό. Καί μόνο ἄν κλείσουν οἱ θύρες τῆς ψυχρότητος, δηλαδή ἄν διορθωθοῦν τά σφάλματα πού προξένησαν τή συστολή τῆς Θείας Χάριτος ἤ ἀποτιναχθῆ ἡ ἀμέλεια καί ἡ ραθυμία, οἱ ὁποῖες συνήθως μειώνουν τόν ζῆλο, θά ἐπανέλθουν στήν πρώτη δυναμική κατάσταση. (49) Ἡ πίστη, ἐπίσης, καί ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ, ἡ βεβαιότητα ὅτι Ἐκεῖνος μᾶς στρατολογεῖ στόν πόλεμο κατά τοῦ παλαιοῦ ἑαυτοῦ μας καί κατά τοῦ διαβόλου καί ὁ λίγος χρόνος τῆς ἐπί γῆς ζωῆς μας ὑποδαυλίζει τό ζῆλο καί τήν προθυμία στόν ἀγῶνα. (50)

Ἡ σταθερότητα στήν ἀπόφαση ἀπαλλαγῆς ἀπό τά πάθη εἶναι μία ἀπό τίς βασικές προϋποθέσεις τῆς πνευματικῆς προόδου. Μέ τίς εἰκόνες τῆς γυναικός τοῦ Λώτ, πού ἔγινε στήλη ἅλατος ὅταν στράφηκε πρός τά πίσω, καί τῶν Ἑβραίων πού ἐλευθερώθηκαν ἀπό τή δουλεία τοῦ Φαραώ καί φεύγουν ἀπό τήν Αἴγυπτο γιά τή Γῆ τῆς Ἐπαγγελίας παριστάνεται ἡ ψυχή πού μέ τήν μετάνοια καί τόν συνεχῆ ἀγῶνα φεύγει ἀπό τήν δουλεία τῆς ἁμαρτίας καί πορεύεται πρός τήν Ἄνω Ἱερουσαλήμ. (51) Γιά νά μήν ἐγκαταλείψη τόν ἀγῶνα ὁ ἐργάτης τῆς ἀρετῆς ἔχει ἀνάγκη μεγάλης ὑπομονῆς. (52) Διότι ὁ πνευματικός πόλεμος δέν ἔχει ἀνακωχή, οὔτε τέλος στήν ἐπί γῆς ζωή.

Ἀξιοσημείωτη εἶναι ἡ προτροπή τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου ὁ πνευματικός ἀγώνας νά ἀρχίζη ἀπό τά νεανικά χρόνια. Κατά τήν νεότητα οἱ σωματικές καί ψυχικές δυνάμεις βοηθοῦν σέ ἐντατικό καί σκληρό ἀγῶνα, τά πάθη δέ εἶναι εὐκολοθεράπευτα, διότι δέν τά ἔχει ἀκόμη ἰσχυροποιήσει καί αὐξήσει ἡ μακροχρόνια ἱκανοποίησή τους. Ἔτσι ὁ ἀγωνιστής συναθροίζει γιά τό γῆρας του καί κυρίως γιά τήν αἰώνια ζωή θησαυρούς ἁγιότητος. (53)

Δεῖγμα γνησιότητος τοῦ ἀγῶνος εἶναι τό νά γίνεται ἐν κρυπτῷ καί νά ἀποφεύγη τόν ἔπαινο τῶν ἀνθρώπων. Μεγαλύτερη δέ ἀξία ἔχει ὁ ἀγώνας πού γίνεται γιά τήν κάθαρση τοῦ ἔσω ἀνθρώπου ἀπό τήν ὑπερηφάνεια καί τά λοιπά ψυχικά πάθη καί γιά τήν ἀπόκτηση τῆς ταπεινοφροσύνης, τῆς «μητέρας τῶν χαρισμάτων», (54) μέ ἄγρυπνη προσοχή, ὥστε νά ἐντοπίζονται καί τά παραμικρά κινήματα τῆς καρδιᾶς, (55) ἀπό τήν ἄσκηση τῶν πρακτικῶν ἀρετῶν, ὅπως νηστεία, χαμευνία κ.ἄ. Ἀσφαλῶς, ὅλα συντείνουν στόν αὐτό σκοπό, στήν ἁγιότητα, ἀλλά τά σωματικά ἔργα, χωρίς τήν ἐσωτερική καθαρότητα ἀποβαίνουν ματαιοπονία. Πολλοί, παρατηρεῖ ὁ Ἅγιος, «τὰ ἑαυτῶν σώματα εἰκῆ κατατρίβουσιν, λαθόντες οἱ τάλανες ὡς οὐ πόνοι, ἀλλὰ μᾶλλον ταπείνωσις τῶν τοιούτων μήτηρ καθέστηκεν». (56)

Ὁ ἀγωνιστής ἐπινοεῖ τρόπους γιά νά πολεμήση τά πάθη του καί νά βοηθήση τόν ἑαυτό του στήν πορεία τῆς σωτηρίας. Διδακτικώτατα καί ὡραῖα παραδείγματα μεγάλων «πυκτῶν» μᾶς παραθέτει ἡ Κλίμακα, ὅπως τοῦ μαγείρου ἑνός μεγάλου Κοινοβίου. Ὁ μακάριος ἐκεῖνος ἔκρινε τόν ἑαυτό του ἀνάξιο γιά κάθε εἴδους ἀνάπαυση, στά πρόσωπα τῶν ἀδελφῶν ἔβλεπε τόν Θεό καί ἡ φωτιά τοῦ μαγειρείου τοῦ ἐνθύμιζε διαρκῶς τό αἰώνιο πῦρ τῆς κολάσεως. Μέ τόν τρόπο αὐτό ἀπέτρεπε κάθε λογισμό πικρίας γιά τό ἐπίπονο διακόνημα πού τοῦ εἶχε ἀνατεθῆ καί διατηροῦσε στήν καρδιά του τό χαροποιό πένθος. (57)

Ἰδιαίτερα βοηθητική στήν πνευματική πάλη εἶναι ἡ συνοίκηση καί συναναστροφή μέ ὁμόφρονες ἀγωνιζομένους ἀδελφούς γιά νά συναμιλλῶνται στά ἀθλήματα τῆς ἀρετῆς καί ὁ ἕνας νά ἐνισχύη, νά παρακινῆ καί νά στηρίζη τόν ἄλλο στίς δυσκολίες. (58)

Ὁ σύντομος χρόνος τῆς ἐπίγειας ζωῆς μᾶς δόθηκε γιά ν᾿ ἀγωνισθοῦμε καί νά κερδίσουμε τή μέλλουσα αἰώνια ζωή. Ὁ πολύτιμος αὐτός χρόνος, πού εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ, ἀξιοποιεῖται μόνο ἄν τόν χρησιμοποιήσουμε γιά τόν ἁγιασμό μας. Χαμένη θεωρεῖται στήν Κλίμακα ἡ ἡμέρα, κατά τήν ὁποία δέν πενθεῖ κανείς γιά τίς ἁμαρτίες του, ἀφοῦ τό κατά Θεόν πένθος εἶναι μιά ἄλλη ἔκφραση τῆς μετανοίας, ἡ ὁποία πρέπει νά εἶναι διαρκής ἐσωτερική κατάσταση. (59) Θαυμάσια εἶναι ἡ περιγραφή καί τό ἐγκώμιο τῆς μετανοίας στήν Κλίμακα. Ἀνανέωση τοῦ Βαπτίσματος, συμφιλίωση μέ τόν Θεό, καθαρισμός συνειδήσεως, ἀπόσβεση τοῦ χρέους τῶν ἁμαρτιῶν, ἐλπίδα, ἀμεριμνησία γιά τά φθαρτά πράγματα τοῦ κόσμου καί βέβαιη σωτηρία. Γνώρισμα τῆς μετανοίας εἶναι ἡ κακοπάθεια (νηστεία, ἀγρυπνία, κόποι), ἡ ἑκούσια ὑπομονή στίς θλίψεις καί στίς ἀτιμίες καί ὁ ἀποκλεισμός κάθε σωματικῆς παρηγορίας. (60) Ἡ μετάνοια εἶναι τό κατ᾿ ἐξοχήν ἔργο τῶν Μοναχῶν, ἀλλά καί ἡ βασική προϋπόθεση τῆς σωτηρίας γιά ὅλους.

Γέννημα τῆς μετανοίας εἶναι τό χαροποιό πένθος, ἡ «ὁσία λύπη» (61) στό ὁποῖο ἀφιερώνεται ὁ ἕβδομος λόγος. Στό κατά Θεόν πένθος ὁδηγεῖ ἡ συναίσθηση τῶν ἁμαρτημάτων, πού ἔγιναν αἰτία νά λυπήση ἡ ψυχή τόν Θεό, καί ἡ μνήμη τοῦ αἰωνίου πυρός. (62) ««Γίνου σύννους», (63) συμβουλεύει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὅποιον ἐπιθυμεῖ τήν ἀληθινή χαρά, διότι «εἴ τις τὸ μακάριον καὶ κεχαριτωμένον πένθος ὥσπερ διπλοΐδα νυμφικὴν ἐνεδύσατο, οὗτος τὸν τῆς ψυχῆς πνευματικὸν ἐγνώρισε γέλωτα», (64) καί «κατέχων κάτεχε τὴν μακαρίαν τῆς ὁσίας κατανύξεως χαρμολύπην, καὶ μὴ παύσῃ τῆς ἐν αὐτῇ ἐργασίας, ἄχρις οὗ μετάρσιον ἐκ τῶν ἐντεῦθεν καὶ καθαρὸν τῷ Χριστῷ παραστήσει σε». (65) Στήν καλλιέργεια τοῦ πένθους καί στήν ἀπόκτηση τῆς ἁγνείας συντελεῖ μεγάλως ἡ ἐνθύμηση τῆς Μελλούσης Κρίσεως καί τῶν τιμωριῶν τῆς Κολάσεως. (66)

Τόν ἀγῶνα τῆς μετανοίας καί τοῦ πένθους βοηθεῖ πολύ, ἐπίσης, ἡ μνήμη τοῦ θανάτου, πού εἶναι μιά σπουδαία ἐσωτερική ἐργασία καί κρατᾶ τόν ἀγωνιζόμενο σέ διαρκῆ νήψη καί ἐγρήγορση. Ἀναγκαιότερη ἀπό ὅλες τίς πνευματικές ἐργασίες τήν θεωρεῖ ὁ Ἅγιος Ἰωάννης καί μέσο τελειώσεως, γέννημα, ἀλλά καί μητέρα τῆς λεπτολόγου ἐξετάσεως τῶν ἁμαρτιῶν, τῆς εὐχάριστης ἀποδοχῆς τῆς ἀτιμίας, τῆς προσευχῆς καί τῆς φυλακῆς τοῦ νοός, (67) καί ἰσχυρό πολέμιο τῆς πνευματικῆς ἀναισθησίας. (68) Θεωρεῖ δέ σπουδαῖο ἀγωνιστή ἐκεῖνον πού περιμένει καθημερινά τόν θάνατο καί ἅγιο ἐκεῖνον πού τόν ἐπιθυμεῖ. (69) Ὅποιος παραμένει προσκολλημένος στά γήϊνα δέν εἶναι δυνατόν νά διατηρῆ τή μνήμη τοῦ θανάτου, ἐνῶ ἐκεῖνος πού τήν κάθε μέρα τή θεωρεῖ ὡς τήν τελευταία τῆς ζωῆς του δέν ὑποπίπτει εὔκολα σέ ἁμαρτίες. (70)

 

Ἡ συνείδηση εἶναι ἀνεκτίμητος σύμβουλος καί πρέπει νά τήν ἔχουμε, μετά τόν Θεό, φρουρό καί γνώμονα στόν πνευματικό ἀγῶνα. (71) Συμβαίνει, ὅμως, ἐνίοτε νά παύη τόν ἔλεγχο καί τότε ἐφιστᾶται ἡ προσοχή, μήπως αὐτό ὀφείλεται σέ κόπωση καί ἄμβλυνσή της, λόγῳ πλήθους ἁμαρτημάτων καί ὄχι σέ καθαρότητα. (72)

Ἰδιαίτερη σημασία ἔχει, ἐπίσης, ἡ αὐτογνωσία. Ὅποιος τήν ἀπέκτησε δέν ξεγελιέται νά ἐπιχειρήση κάτι πού ὑπερβαίνει τίς δυνάμεις του, (73) διακρίνει τά πάθη του καί γνωρίζει ποιά ἀπό αὐτά εἶναι ἰσχυρότερα μέσα του, γιά νά στρέψη τόν ἀγῶνα του πρῶτα ἐναντίον αὐτῶν. (74)

Κάθε πάθος, λέγει ὁ Ἅγιος, ἔχει πολλές καί διάφορες αἰτίες, ἀλλά καί διαφορετικό τρόπο ἀντιμετωπίσεως. Κι ὅπως γιά τήν θεραπεία μιᾶς ἀσθενείας προηγεῖται ἡ διάγνωση καί ἀκολουθεῖ ἡ ἀνάλογη θεραπευτική ἀγωγή, ἔτσι καί γιά τήν ἐκκοπή τῶν παθῶν χρειάζεται πρῶτα ἡ διάγνωση καί ἐν συνεχείᾳ ἡ κατάλληλη θεραπεία καί ἡ ἀποφυγή τῶν αἰτίων πού τά γεννοῦν καί τά αὐξάνουν. (75) Ὑπάρχουν πάθη, τά ὁποῖα βοηθεῖ καί ἡ ἴδια ἡ φύση μας, ὅπως τά σαρκικά πάθη καί τόν θυμό, (76) ὁπότε χρησιμοποιοῦμε σάν θεραπευτικά μέσα τήν σωματική κακοπάθεια. Γιά τήν θεραπεία τῆς μνησικακίας, εἶναι πολύ βοηθητική ἡ ἀνάμνηση τῶν Παθῶν τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. (77) Στήν ἐκκοπή τοῦ πάθους τῆς καταλαλιᾶς συντελεῖ ἡ σκέψη ὅτι πολλοί ἁμαρτωλοί μέ τήν μετάνοια ἔγιναν Ἅγιοι, (78) ἡ ἐπίρριψη τῆς κατηγορίας, ὄχι στόν ἄνθρωπο πού ἁμάρτησε, ἀλλά στόν δαίμονα πού τόν ἐξαπάτησε, (79) καθώς καί ἡ ἐπίγνωση τῆς δικῆς μας ἁμαρτωλότητος (80) καί ὁ φόβος ὅτι σύντομα θά ὑποπέσουμε στά παραπτώματα, τά ὁποῖα κατακρίναμε. (81) Τήν πολυλογία πολεμᾶ τό πένθος καί ἡ μνήμη τοῦ θανάτου, (82) πολλές φορές δέ καί ἡ θλίψη τῆς κοιλίας, (83) ἡ νηστεία δηλαδή, τήν ὁποία βοηθεῖ πολύ ἡ ἐνθύμηση τῆς κολάσεως. (84) «Νευροῦται γὰρ γλῶσσα», τονίζει ὁ Ἅγιος, «ὑπὸ πλήθους ἐδεσμάτων». (85) Ἀπό τό πάθος τοῦ ψεύδους, πού τό γεννᾶ κυρίως ἡ ὑποκρισία, ἀποξενώνει τήν ψυχή ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ καί ὁ ἔλεγχος τῆς συνειδήσεως. (86) Τήν ἀκηδία, πού εἶναι ἕνα ὀλέθριο πάθος, (87) περιέχει ὅλα τά κακά καί εἶναι ψυχικός θάνατος γιά τόν Μοναχό, (88) θεραπεύει ἡ ὑπακοή, (89) τό κατά Θεόν πένθος, (90) ἡ μνήμη τῶν ἁμαρτιῶν, (91) ἡ ψαλμωδία, τό ἐργόχειρο καί ἡ προσδοκία τῶν μελλόνων ἀγαθῶν. (92)

Ἡ σωματική κακοπάθεια εἶναι ἕνα ἀπαραίτητο μέσο γιά τήν πνευματική ἀνάβαση. Δέν εἶναι, ὅμως, εὔκολος ὁ ἀγώνας τῆς νηστείας καί τῆς ἀγρυπνίας, διότι ἀπαιτεῖ «βία φύσεως». (93) Ἰσχυρό ὅπλο ἐναντίον τῆς κοιλίας εἶναι οἱ σωματικοί κόποι, (94) ἡ ἀγρυπνία, (95) ἡ μνήμη τοῦ θανάτου καί τῆς κρίσεως (96) καί ἡ ἐνθύμηση τῶν ἁμαρτημάτων. (97) Ἐκεῖνο, ὅμως, πού καταργεῖ τελείως τήν γαστριμαργία εἶναι ἡ Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Τά παραδείγματα μεγάλων ἀσκητῶν πού ἔφθασαν νά δοκιμάζουν τροφή ἅπαξ τῆς ἑβδομάδος ἤ καί κατά ἀραιότερα διαστήματα -πρᾶγμα ἀδύνατο γιά τά κοινά ἀνθρώπινα μέτρα- εἶναι τρανή ἀπόδειξη τῆς ἀλήθειας αὐτῆς. Τήν ἄσκηση τῆς ἀγρυπνίας, στήν ὁποία ὁ ἀγωνιστής πρέπει νά ἐπιμείνη ἀπό τήν ἀρχή τῆς ἀποταγῆς του, (98) ἐνισχύει ἡ ψαλμωδία, ἡ μνήμη τοῦ θανάτου, ἡ ἀνάγνωση τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, (99) συχνά δέ καί τό ἐργόχειρο. (100)

Γιά τήν ἀπόκτηση τῆς ἁγνείας, ἡ ὁποία δέν εἶναι ἀνθρώπινο κατόρθωμα, (101) προτείνονται ὡς βοηθητικά μέσα ἡ ἐγκράτεια, ἡ ἀγρυπνία, ἡ προσευχή, (102) ἡ ταπεινοφροσύνη καί ἡ ἀοργησία. (103) Εἰδικά, ὅμως, στό ὑπέρ φύσιν αὐτό ἄθλημα ἡ ἐμπιστοσύνη στίς δυνάμεις μας (104) καί ὁ ἀντιρρητικός πόλεμος κατά τοῦ διαβόλου, ἀποδεικνύεται ματαιοπονία. (105) Ἐδῶ χρειάζεται κυρίως ἡ βοήθεια τοῦ Κυρίου, στόν ὁποῖο ὁ ἀγωνιστής θά ἀναθέση τήν ἀδυναμία τῆς φύσεώς του καί θά στηρίζη τήν ἐλπίδα του. (106) Πολύ σπουδαία εἶναι ἡ παρατήρηση τοῦ Ἁγίου σχετικά μέ τήν ἀπάθεια τοῦ σώματος, δηλαδή τήν ἁγνεία, πού ἀποκτᾶται μέ τήν ἡσυχία καί μέ αὐτή πού εἶναι γέννημα τῆς ὑπακοῆς: «Ἡ μὲν ἐξ ἡσυχίας κατορθουμένη τοῦ σώματος ἀπάθεια, κόσμῳ πολλάκις πλησιάζουσα, οὐκ ἀσάλευτος ἔμεινεν· ἡ δὲ ἐξ ὑπακοῆς προσγινομένη, πανταχοῦ δόκιμος καὶ ἀκράδαντος». (107)

Ἡ δειλία, γέννημα τῆς κενοδοξίας καί τῆς ἀπιστίας, εἶναι πάθος πού ἐνοχλεῖ συνήθως τούς ἡσυχαστές, (108) λόγῳ ἀπουσίας, προφανῶς, ἀνθρώπινης παρηγορίας. Ὅπως ὅλα τά πάθη, ἔτσι καί ἡ δειλία, δέν μπορεῖ νά νικηθῆ διά μιᾶς. Ὡς θεραπευτικό μέσο συνιστᾶ ὁ Ἅγιος τό πένθος καί τήν προσευχή, (109) καθώς καί τήν μετάβαση τοῦ πολεμουμένου ἀπό τό νηπιῶδες αὐτό πάθος στούς τόπους, ὅπου συνηθίζει νά φοβᾶται, πρίν ἀκόμα ξημερώσει. (110)

«Θησαυρό ἀσφαλισμένο σέ ὀστράκινα σκεύη» (111) χαρακτηρίζει τήν ταπείνωση ὁ Ἅγιος Ἰωάννης. Γνωρίσματά της ἡ εὐχάριστη ἀποδοχή τῆς ἀτιμίας, ἡ ἐξαφάνιση τοῦ θυμοῦ καί τέλος ἡ ἔφεση γιά μάθηση καί ἡ «τῶν οἰκείων καλῶν ἀπιστία πιστή». (112) Εἶναι ἡ μόνη ἀρετή πού δέν μποροῦν νά μιμηθοῦν οἱ δαίμονες, (113) ἡ συντομώτερη ὁδός γιά τήν ἀπάθεια, (114) «σίφων οὐράνιος, ἐξ ἀβύσσου ἁμαρτημάτων εἰς οὐρανὸν ἀνενεγκεῖν ψυχὴν δυνάμενος» (115) καί σύμμαχος στόν πόλεμο ἐναντίον ὅλων τῶν παθῶν. (116)

 

Στόν ἀγῶνα γιά τήν κατάκτηση τῆς ὑψηλῆς αὐτῆς βαθμίδος τῆς πνευματικῆς κλίμακος, οἱ σφοδρότεροι ἀντίπαλοι εἶναι ἡ κενοδοξία καί ἡ ὑπερηφάνεια, «τὸ τέλος τῶν ἀκαθάρτων παθῶν». (117) Ἡ κατατρόπωση τῶν πολυκεφάλων αὐτῶν θηρίων εἶναι ἡ μόνη ὁδός πρός τήν μακαρία ἀρετή τῆς ταπεινοφροσύνης.

Τό πάθος τῆς κενοδοξίας τρέφουν καί αὐξάνουν οἱ ἔπαινοι καί στήν ἀντιμετώπιση αὐτοῦ τοῦ πειρασμοῦ πρέπει ἰδιαιτέρως νά στρέψη ὁ ἀγωνιζόμενος τήν προσοχή του, διότι προξενεῖ μεγάλη βλάβη. Μόνο οἱ Ἅγιοι καί οἱ Ὅσιοι μποροῦν νά παρέρχονται χωρίς βλάβη τούς ἐπαίνους. (118) Ἡ προφύλαξη τοῦ στόματος, ἡ ἀγάπη τῆς ἀτιμίας, ἡ ἀποφυγή τῶν ἔργων πού ὑποβάλλουν οἱ λογισμοί τῆς κενοδοξίας, ἡ ἐνθύμηση τῶν ἁμαρτιῶν, τό πένθος εἶναι ἰσχυρά ὅπλα κατά τῆς κενοδοξίας. (119) Ἄν δέν πολεμηθῆ τό πάθος τῆς κενοδοξίας, αὐξάνεται καί γεννᾶ τήν ὑπερηφάνεια πού εἶναι «πλούτου καί ἱδρώτων ἀπώλεια», (120) ἀλλά καί πρόξενος αἰώνιας καταδίκης. Ἡ ὑποταγή, ἡ ἀνάγνωση τῶν κατορθωμάτων τῶν Ἁγίων, ἡ ἀτιμωτική καί σκληρή συμπεριφορά ἐκ μέρους τῶν πνευματικῶν ὁδηγῶν, (121) ἡ αὐτομεμψία καί ἡ σκέψη ὅτι τίποτα δέν μποροῦμε νά κατορθώσουμε μόνοι μας καί ὅλα ὅσα ἔχουμε μᾶς δωρήθηκαν ἀπό τόν Θεό εἶναι τά κατάλληλα θεραπευτικά μέσα τοῦ θανατηφόρου ἰοῦ τῆς ὑπερηφανείας. Ἡ ὑπερήφανη ψυχή εἶναι πρόσφορο ἔδαφος καί στούς λογισμούς τῆς βλασφημίας. (122) Συνήθης αἰτία, ἐπίσης, τῶν βλασφήμων λογισμῶν εἶναι ὁ φθόνος τῶν δαιμόνων γι᾿ αὐτό καί συνιστᾶται ἡ περιφρόνησή τους, βοηθεῖ ὅμως καί ἡ ἀκατακρισία στόν ἐναντίον τους πόλεμο . (123)

Ὅποιος ἀγωνίζεται νά φθάση στό λιμάνι τῆς ταπεινοφροσύνης χρησιμοποιεῖ τρόπους καί ἐπιτηδεύματα, εὐχές καί προσευχές, λέγει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης. (124) Ἡ αὐτογνωσία, (125) ἡ ἐνθύμηση τῶν ἁμαρτιῶν, παρ᾿ ὅλο πού ἔχουν συγχωρηθῆ, (126) ἡ ἀνάμνηση τοῦ Πάθους τοῦ Χριστοῦ, (127) ἡ ἀποφυγή τῆς πολυλογίας, ἡ ἀπόκρυψη τῆς σοφίας καί τῶν χαρισμάτων, ἡ ἁπλῆ ὁμιλία, (128) ἡ διαρκής μνημόνευση τοῦ λόγου τοῦ Κυρίου «ὅταν ποιήσητε πάντα τὰ διαταχθέντα ὑμῖν, λέγετε ὅτι δοῦλοι ἀχρεῖοι ἐσμεν· ὃ ὀφείλομεν ποιῆσαι πεποιήκαμεν» (129) καί ἄλλα διάφορα ἐπαινετά τεχνάσματα γιά τήν ἀπόκτηση τοῦ θησαυροῦ τῆς ταπεινοφροσύνης. Μιά πολύ σημαντική παρατήρηση τοῦ Ἁγίου εἶναι ὅτι τό κατόρθωμα τῆς ταπεινοφροσύνης ἀνήκει μόνο πιστούς Ὀρθοδόξους. Στούς ἑτεροδόξους εἶναι ἀδύνατο νά βρεθῆ ταπείνωση, ὅπως εἶναι ἀδύνατο νά προέλθη φλόγα ἀπό τό χιόνι. (130)

 

Στόν ἀγῶνα ἡ διάκριση διαδραματίζει οὐσιαστικό ρόλο καί σέ ὅλα τά πράγματα μᾶς χρειάζεται ὁ λύχνος της. (131) «Διακρίσει πολλῇ χρησώμεθα, πότε μὲν ἵστασθαι, καὶ ἐν ποίοις καὶ ἕως τίνος προσπαλαίειν ταῖς τῶν παθῶν ὕλαις ὀφείλομεν, πότε δὲ ὑπεξίστασθαι· ἔστι γὰρ καὶ φυγὴν προκρῖναι διὰ τὴν ἀσθένειαν, ἵνα μὴ ἀποθάνωμεν». (132) Ἡ διάκριση διδάσκει τό μέτρο καί τόν καιρό τοῦ κάθε ἀγωνίσματος, ὅπως καί τόν κατάλληλο τρόπο θεραπείας γιά κάθε πάθος. Ὅταν ἡ ψυχή καταβάλλεται ἀπό ἁμαρτίες θά ἐνισχυθῆ ἀπό τήν ἐνθύμηση τῆς εὐσπλαγχνίας τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ ἡ μνήμη τῆς κολάσεως θά τήν ἀπελπίση. Τόν καιρό, ὅμως, πού τήν πολεμᾶ τό πάθος τῆς ὑπερηφανείας, χρειάζεται ὁ φόβος τῆς Κρίσεως. (133) Ὅπως ἡ χρήση τῶν φαρμάκων γιά τίς σωματικές ἀσθένειες ποικίλλει ἀναλόγως τῶν περιστάσεων, ἔτσι καί ἡ χρήση τῶν πνευματικῶν φαρμάκων γιά τή θεραπεία τῶν παθῶν. Τό ἴδιο παρασκεύασμα στόν ἴδιο ἄνθρωπο, ὅταν προσφέρεται στόν κατάλληλο καιρό καί στήν ἀπαιτούμενη ποσότητα εἶναι φάρμακο, ἄν ὄχι γίνεται δηλητήριο. (134) Π.χ. ἡ ψαλμωδία, ὅταν εἶναι μέτρια καταπραΰνει τό θυμό, ὅταν, ὅμως, εἶναι ἄμετρη καί ἄκαιρη δημιουργεῖ φιληδονία. (135) Ὁ ἀγωνιστής πού διαθέτει διάκριση δέν θά ἐπιχειρήση ἀγῶνες καί ἀπόκτηση χαρισμάτων πρό καιροῦ. «Μὴ τοίνυν», συμβουλεύει ὁ Ἅγιος, «τὰ τοῦ καιροῦ ζητήσωμεν πρὸ καιροῦ, ἐξ ὑπερηφάνου προθυμίας ἀπατώμενοι· μὴ ἐν Χειμῶνι τὰ τοῦ θέρους· μὴ ἐν σπόρῳ τὰ τῶν δραγμάτων· ἐπειδὴ καιρὸς τοῦ σπεῖραι πόνους καὶ καιρὸς τοῦ θερίσαι χάριτας τὰς ἀρρήτους· εἰ δὲ μὴ, οὐδὲ ἐν τῷ καιρῷ τὰ τοῦ καιροῦ οἰκεῖα κομισόμεθα». (136)

Στήν ἀρετή τῆς ὑπακοῆς ἀφιερώνεται ἕνας ἐκτενέστατος λόγος στήν Κλίμακα καί δικαιολογημένα, ἀφοῦ τό σύγγραμμα διαλαμβάνει τά τῆς Μοναχικῆς πολιτείας. Τήν χαρακτηρίζει μάλιστα, μαζί μέ τήν εὐθύτητα τῆς καρδιᾶς, ὡς δρόμο καί ἀφορμή γιά τήν ἀπόκτηση τῶν ἀρετῶν. (137) Ὅσο ὅμως εἶναι θεμελώδης μοναχική ἀρετή ἡ ὑπακοή, ἐξ ἴσου ἀπαραίτητη εἶναι καί γιά τούς ἐν τῷ κόσμῳ πιστούς. Διά στόματος τοῦ Γέροντος ἤ τοῦ Πνευματικοῦ γνωρίζεται στόν ὑποτακτικό καί ἐξομολογούμενο τό θέλημα τοῦ Θεοῦ καί ἡ ὑπακοή, μέσῳ αὐτοῦ, ἀναφέρεται στόν Θεό. Ὁ πνευματικός ὁδηγός εἶναι ὁ Μωϋσῆς πού ἐξάγει τόν χειραγωγούμενο ἀπό τήν Αἴγυπτο τῶν παθῶν. Ἡ ὑπακοή εἶναι στοιχεῖο γνησιότητος τοῦ ἀγῶνος, διότι μέ τήν ὑπακοή ἡ ἄσκηση γίνεται κατά τήν κρίση ἐκείνου πού ἔχει ἀναλάβει ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ τήν εὐθύνη τῆς ψυχῆς μας καί ὄχι κατά τό οἰκεῖο, συνήθως ἁμαρτωλό καί ἐγωϊστικό θέλημα. «Πύκται καὶ ἀθληταὶ τοῦ Χριστοῦ» (138) καί «ἀνδρεῖοι πολεμισταί» (139) χαρακτηρίζονται οἱ ὑποτακτικοί, πού μέ ἀσπίδα τήν πίστη στό Θεό καί τήν ἀδίστακτη ἐπιστοσύνη στόν γυμναστή τους καί μέ περικεφαλαία τίς εὐχές τοῦ Γέροντά τους, γίνονται εὐκατάνυκτοι, γλυκομίλητοι, ἐγκρατεῖς, μέ ἀγωνιστικό ζῆλο, μέ πνευματική θερμότητα, ἀπολέμητοι ἀπό τά πάθη. (140) Ἡ διαρκής ἐκκοπή τοῦ ἰδίου θελήματος καί οἱ παιδαγωγικοί ἐξευτελισμοί ἀπό τόν Πνευματικό Πατέρα ὁδηγοῦν τούς ὑποτακτικούς στήν μητέρα τῶν ἀρετῶν, τήν ταπεινοφροσύνη. Ὑπακοή σημαίνει ἄρνηση τοῦ ἑαυτοῦ μας, ἀλλά καί ἀσφάλεια τήν πνευματική πορεία. Ἡ ἐμπιστοσύνη στόν λογισμό μας καί στήν διάκρισή μας σημαίνει βέβαιη καταστροφή, ἐνῶ ἡ ἀνάθεση τοῦ φορτίου μας στούς ὤμους κάποιου ἄλλου, εἶναι τραχεῖα μέν, ἀλλά σύντομη καί ἀσφαλής ὁδός σωτηρίας. (141)

Στήν ἐνίσχυση τῆς ἐμπιστοσύνης πρός τόν Πνευματικό μας πατέρα συντελεῖ ἡ ἐνθύμηση τῶν ἀρετῶν του καί τῶν πνευματικῶν του κατορθωμάτων, (142) ἐνῶ ἡ λεπτολόγος ἐξέταση τῶν ἀνθρωπίνων ἀδυναμιῶν του τήν κλονίζει. Γι᾿ αὐτό, συνιστᾶ ὁ Ἅγιος, νά φεύγης μακριά σάν ἀπό πορνεία ἀπό τόν λογισμό πού σοῦ ὑποβάλλει νά κρίνης τόν Γέροντα. (143)


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

(1)Σύντομη βιογραφία τοῦ Ὁσίου Ἱωάννου τοῦ Σιναΐτου γραμμένη ἀπό τόν μοναχό Δανιήλ τῆς Μονῆς τῆς Ραϊθοῦ καί σύγχρονο τοῦ Ὁσίου Ἰωάννου Βλ. ἐν ΙΓΝΑΤΙΟΥ ΠΟΥΛΟΠΑΤΗ, Ἀρχιμ., τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῶν Ἰωάννου τοῦ Σιναΐτου Κλῖμαξ. Εἰσαγωγή-Κείμενον-Μετάφρασις-Σχόλια-Πίνακες. Ἐκδοσις Ἱερᾶς Μονῆς τοῦ Παρακλήτου, Ὡρωπός Ἀττικῆς 1978, σελ. 17-31.

(2)Περί τῆς δομῆς, τοῦ ὕφους καί τῆς γλῶσσας, τῆς διδασκαλίας, τῆς ἀξίας, τῶν πηγῶν, τῶν ἐπιδράσεων, τοῦ corpus , τῶν στίχων καί ἐπιγραμμάτων, τῶν σχολίων, τῶν ἐξηγητικῶν ἔργων, τῆς μεταφράσεως, τῆς χειρογράφου παραδόσεως καί τῶν ἐκδοσεων τῆς Κλίμακος Βλ. ΙΓΝΑΤΙΟΥ ΠΟΥΛΟΠΑΤΗ, Ἀρχιμ., ὅπ. π., σελ. 1-15.

(3)Σχετικ ή περί τοῦ Ὁσίου Ἰωάννου τοῦ Σιναΐτου καί τοῦ Βιβλίου τῆς Κλίμακος αὐτοῦ βιβλιογραφία. Βλ. ἐν ΙΓΝΑΤΙΟΥ ΠΟΥΛΟΠΑΤΗ, Ἀρχιμ., ὅπ. π., σελ. 454-455. ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ ΔΗΜ. ΚΟΝΤΟΓΙΑΝΝΗ, Γενική Βιβλιογραφία περί Σινᾶ, τεύχη Α΄, Ἀθῆναι 1972· Β΄, Ἀθῆναι 1972· Γ΄, Ἱεροσόλυμα 1979. ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ, Τοῦ Ἐπισκόπου Παραμυθίας Παϊσίου «Περιγραφή τοῦ Ἁγίου καί Θεοβαδίστου Ὄρους Σινᾶ », Ἀθῆναι 1978. ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ, Τό Σιναϊτικόν Ζήτημα ΙΣΤ΄-ΙΘ΄ αἰ. (Διδακτορική Διατριβή), Ἀθῆναι 1987. ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ, Ἡ Βιβλιοθήκη τῆς Ἱερᾶς Μονῆς τῆς Ἁγίας Αἰκατερίνης στό Σινᾶ, Ἀθῆναι 20022. ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ, Βυζαντινά Παράτιτλα, ΙΙΙ (Ν-Ω), Ἀθῆναι 2004, σελ. 121-127. COMUNITÀ MONASTICA DI BOSE ( ἔκδ ), Giovanni Climaco e il Sinai. Atti del IX Convegno Oecumenico Internazionale ( Edizioni « Quiquajon» ), Bose 2001, ἔνθα καί τοῦ ὑποσημειουμένου Ἀνακοίνωση « La Bibliotheca del Monastero di Santa Caterina del Sinai », pp . 3390380. Νεώτερη δέ βλ. ἐν JOHN CHRYSSAVGIS , John Climacus . From the A e gyptian Desert to the Sinaite Mountain , Ashgate Publishing Aldershot H a mpshire , England 2004.

(4)Ἀναφέρεται στό γεγονός τῆς ἀναστάσεως τοῦ υἱοῦ τῆς χήρας, ἡ ὁποία φιλοξένησε τόν προφήτη Ἠλία στά Σαρεπτά τῆς Σιδωνίας, ὅταν αὐτός ἐδιώκετο ὑπό τῆς βασιλίσσης Ἰεζάβελ, Βασιλειῶν Γ΄ ιζ΄, 1-24.

(5)« Το ποταμοῦ τα ὁρμήματα εὐφραίνοντα τήν πόλιν τοῦ Θεοῦ », Ψαλμ . με΄ ( μστ΄ ), 5.

(6)Τό ἐν λόγῳ ἁγιογραφικό χωρίο , καταγράφεται μᾶλλον ὑπο μνήμης διότι ἐν τῇ Π . Δ ἔχει ὡς ἐ ξῆς : « Πρσέλθετε πρός με οἱ ἐπιθυμοῦντες μου , καί ἀπό τῶν γεννημάτων μου ἐμπλήσθητε ˙ τό γάρ μνημόσυνό μου ὑπέρ τό μέλι γλυκύ καί κληρονομία μου ὑπέρ μέλιτος κηρίον ˙ οἱ ἐσθίο ν τές με ἔτι πεινάσουσιν , καί οἱ πινόντές με ἔτι διψήσωσιν ˙ ὑπακούων μου ούκ ἀισχυνθήσεται , καί οἱ ἐργαζόμενοι ἐν ἐμοί οὐχ ἀμαρτήσουσι », Σοφία Σειράχ κδ΄ , 19-22.

(7)Γένεσις γ΄, 18

(8)Γένεσις γ΄, 17

(9)Γένεσις γ΄, 19

(10)Πρβλ. Ἰωάννου Α΄ Καθολική Ἐπιστολή γ΄, 2: «Ἀγαπητοί, νῦν τέκνα Θεοῦ ἐσμέν, καί οὕπω ἐφανερώθη τί ἐσόμεθα· οἴδαμεν δέ ὅτι, ἐάν φανερωθῆ, ὅμοιοι αὐτῷ ἐσόμεθα, ὅτι ὀψόμεθα αὐτόν καθώς ἐστι» .

(11)ΜΑΞΙΜΟΥ ΤΟΥ ΟΜΟΛΟΓΗΤΟΥ, Κεφάλαια διάφορα Θεολογικὰ τε καὶ Οἰκονομικὰ Ἑκατοντάς Ι΄, μβ΄, ἐν J . P MIGNE , Patrologia Graeca , τόμ. 90, στ. 1193. Βλ. καί ΦΙΛΟΚΑΛΙΑ ΤΩΝ ΙΕΡΩΝ ΝΗΠΤΙΚΩΝ, συνερανισθεῖσα παρά τῶν ἁγίων καί θεοφόρων Πατέρων, ἐν ᾗ διά τῆς κατά τήν πρᾶξιν καί θεωρίαν ἠθικῆς φιλοσοφίας ὁ νοῦς καθαίρεται, φωτίζεται καί τελειοῦται καί εἰς ἥν προσετέθησαν τά ἐκ τῆς ἐν Βενετίᾳ ἐκδόσεως ἐλλείποντα κεφάλαια τοῦ μακαρίου Πατριάρχου Καλλίστου. Τόμος Β΄ (Ἐκδοτικός οἶκος «Ἀστήρ» Ἀλ. καί Ε. Παπαδημητρίου), Ἀθῆναι ͵αϠνη΄ (= 1958), σελ. 98.

(12)Τιμ.Α΄ στ΄, 12.

(13)Β΄ Τιμ. Δ΄ 7.

(14)Ἑβρ. ιβ΄ 1-4.

(15)«Ἐπεὶ δὲ ὁ λόγος εἰς τοῦτο περιῆλθεν ἡμῖν, ἀνάγκη καὶ περί τῶν ἐν ὑποταγῇ διαλαβεῖν ἐνταῦθα· πρὸς αὐτοὺς γὰρ ὁ λόγος μάλιστα ἀποτείνεται». ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΣΙΝΑΪΤΟΥ, Κλίμαξ, Ἔκδ. Ἱ.Μ.Παρακλήτου, Ὠρωπός Ἀττικῆς 1986, Λόγος ΚΖ΄ , ζ΄, σελ.343.

(16)Κλίμαξ, Λόγος ΚΕ΄, μβ΄, σελ. 275-276.

(17)Κλίμαξ, Λόγος Ζ΄ κβ΄, σελ. 144.

(18)Κλίμαξ, Λόγος ΚΣΤ΄, νη΄, σελ. 300.

(19)Α΄, Τιμ. β΄, 4.

(20)Κλίμαξ, Λόγος Ἕτερος Εἰς τόν Ποιμένα, σελ. 381-382.

(21)Κλίμαξ, Λόγος ΚΣΤ΄ μη΄, σελ. 298.

(22)Κλίμαξ, Λόγος ΚΖ΄ Β΄ β΄, σελ. 341-342.

(23)Ἐφεσ. στ΄, 12.

(24)Ματθ. ιγ΄, 8.

(25)Κλίμαξ, Λόγος ΚΣΤ΄, νδ΄, σελ. 299.

(26)Κλίμαξ, Λόγος ΚΣΤ΄ λε΄, σελ. 293.

(27)Κλίμαξ, Λόγος ΚΣΤ΄, μζ΄, σελ. 298.

(28)Κλίμαξ, Λόγος Η΄, κθ΄, σελ. 164.

(29)«Εἴ τις ἑαυτόν ὑπό οἰήσεως καί ὀξυχολίας, πονηρίας τε καί ὑποκρίσεως εὐχερῶς ἡττώμενον θεάσαιτο, καί διά τοῦτο μάχαιραν πραότητος καί ἀνεξικακίας δίστομον κατ᾿ αὐτῶν ἐσκέψατο σπάσασθαι, οὗτος πορευθείς παραγένηται, ὥσπερ ἐν κναφείῳ σωτηρίας, ἐν συνοδίᾳ ἀδελφῶν, καί μάλιστα σκληρωτάτων, εἴπερ αὐτά τελείως ἐκδύσασθαι βούλεται· ἵνα ἐκεῖσαι ἐξ ὕβρεων καί ἀτιμιῶν, προσέτι δέ καί τῶν δι' ἀδελφῶν τρικυμιῶν τεινόμενος καί νοερῶς τυπτόμενος ἤ τάχα, που καί αἰσθητῶς ξεόμενός τε καί λακτιζόμενος καί πατούμενος τόν τῇ αἰσθῆτι τῆς ψυχῆς αὐτοῦ ἐνυπάρχοντα ρύπου ἀποπλύνῃ». Λόγος Η΄, κη΄, 163.

(30)«Ἔστω σοι περί τό λάγνον ρέποντι, γυμναστής ἀσκητής καί ἀπαράκλητος πρός τροφήν, καί μή μᾶλλον θαυματοποιός καί ἕτοιμος πᾶσιν εἰς ὑποδοχήν καί τράπεζαν. Ἔστω σοι ὑψαύχενι ὄντι, ὀξύς καί ἀπαραχώρητος, ἀλλά μή πρᾶος καί φιλάνθρωπος». Κλίμαξ, Λόγος Δ΄, ρκβ΄, 112.

(31)Κλίμαξ, Λόγος ΚΖ΄, ε΄, σελ. 343.

(32)Κλίμαξ, Λόγος Λ΄, ιη΄, σελ. 379.

(33)Κλίμαξ, Λόγος ΚΣΤ΄, Β΄, κη΄, σελ. 314.

(34)Κλίμαξ, Λόγος ΚΣΤ΄, Β΄, κη΄, σελ. 314.

(35)«Σκώληξ πολλάκις αὐξηθεὶς, πτεροφυήσας ἀνηνέχθη εἰς ὕψος· καί κενοδοξία τελεσθεῖσα ὑπερηφανίαν ἔτεκε, τὴν πάντων τῶν κακῶν ἀρχηγὸν καὶ τελείωσιν». Κλίμαξ, Λόγος ΚΑ΄, λστ΄, σελ. 245.

(36)«Ὑπόθου μοι εἶναι δώδεκα τὰ πάθη τῆς ἀτιμίας, τινὸς τετιμημένου ἀκήκοα φήσαντος· ἐὰν ἕν τούτων, λέγω δὴ τὴν οἴησιν, ἀγαπήσῃς θελήματι, ἐκεῖνο ἀναπληρώσῃ τὸν τόπον τῶν ἕνδεκα». Κλίμαξ, Λόγος ΚΒ΄, στ΄, σελ. 247.

(37)Κλίμαξ, Λόγος ΚΣΤ΄, λζ΄, σελ. 294.

(38)«Βίας ἀληθῶς καὶ ἀπαύστων ὀδυνῶν, οἱ εἰς τὸν οὐρανὸν μετὰ σώματος ἀνελθεῖν ἐπιχειρήσαντες δέονται· καὶ μάλιστα ἐν προοιμίοις αὑτῶν τῆς ἀποταγῆς, ἄχρις οὗ τὸ φιλήδονον ἡμῶν ἦθος καὶ ἡ ἀνάλγητος καρδία εἰς φιλοθεΐαν καὶ ἁγνισμὸν διὰ πένθους ἐναργοῦς κατασταθῶσι. Μόχθος γὰρ ὄντως, μόχθος καὶ πολλὴ καὶ ἀόρατος ἡ πικρία..Γινωσκέτωσαν πάντες οἱ τῷ καλῷ ἀγῶνι τούτῳ τῷ σκληρῷ καὶ στενῷ τῷ σκληρῷ καὶ ἐλαφρῷ προσερχόμενοι, ὡς εἰς πῦρ προσεληλύθασιν εἰσπηδῆσαι...». Κλίμαξ, Λόγος Α΄, ιστ΄-ιη΄, σελ. 41.

(39)«Ἐν αὐταῖς ταῖς ἀρχαῖς τῆς ἀποταγῆς πάντως μετὰ κόπου καὶ πικρίας τὰς ἀρετὰς κατεργαζόμεθα· προκόψαντες δὲ λοιπὸν, ἀλύπως ἐν αὐταῖς ἢ καὶ μικρὸν λυπούμενοι διακείμεθα· ὅταν δὲ τὸ θνητὸν ἡμῶν φρόνημα καταποθῇ καὶ κυριευθῇ ὑπὸ τῆς ἐν ἡμῖν προθυμίας, τότε λοιπὸν μετὰ πάσης χαρᾶς καὶ σπουδῆς καὶ πόθου καὶ φλογὸς ταύτας κατεργαζόμεθα». Κλίμαξ, Λόγος Α΄, κθ΄, σελ. 44.

(40)Κλίμαξ, Λόγος Γ΄, ιθ΄, σελ. 59.

(41)«...πλὴν θαρσῶμεν οἱ ἐμπαθεῖς καὶ ἀδύνατοι, πίστει ἀδιστάκτῳ τὴν ἡμετέραν ἀσθένειαν καὶ τὴν ψυχικὴν ἀδυναμίαν τῇ χειρί ἡμῶν τῇ δεξιᾷ Χριστῷ προσφέροντες καὶ ἐξομολογούμενοι· καὶ πάντως τὴν αὐτοῦ βοήθειαν καὶ ὑπὲρ τὴν ἑαυτῶν ἀξίαν κομισόμεθα» Κλίμαξ, Λόγος Α΄, ιζ΄, σελ. 41.

(42)Κλίμαξ, Λόγος ΚΑ΄, η΄, σελ. 239.

(43)«Εἰσί πάντως καί κενόδοξοι, ἔν τισιν αἰτήμασιν αὐτῶν εἰσακουσθῆναι παρά Θεοῦ ὀφείλοντες, ὧν ὁ Κύριος προκαταλαμβάνειν τάς εὐχάς καί τάς δεήσεις πέφυκεν, ἵνα μή δι᾿ εὐχῆς εἰληφότες τῇ ἑαυτῶν οἰήσει προσθῶσιν». Κλίμαξ, Λόγος ΚΑ΄, λδ΄, σελ. 245.

(44)Κλίμαξ, Λόγος η΄, δ΄, σελ. 157.

(45). Ματθ. ι΄,37-38

(46). «Δοῦλοι γάρ εἰσι πιστοὶ οἱ φόβῳ τῶν ἠπειλημένων ἐκπληροῦντες τοῦ δεσπότου τὰς ἐντολὰς καὶ τοῖς πιστευθεῖσιν εὐνοϊκῶς ἐπεξεργαζόμενοι· μίσθιοι δὲ οἱ πόθῳ τῶν ἐπηγγελμένων ἀγαθῶν βαστάζοντες μεθ᾿ ὑπομονῆς τὸ βάρος τῆς ἡμέρας καὶ τὸν καύσωνα...Υἱοὶ δὲ, οἱ μήτε φόβῳ τῶν ἠπειλημένων, μήτε πόθῳ τῶν ἐπηγγελμένων, ἀλλὰ τρόπῳ καὶ ἕξει τῆς πρὸς τὸ καλὸν κατὰ γνώμην τῆς ψυχῆς, ροπῆς τε καὶ διαθέσεως, μηδέποτε τοῦ Θεοῦ χωριζόμενοι». Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, Μυσταγωγία, Φιλοκαλία, Πατερικαὶ Ἐκδόσεις «Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς», τόμ. 14, σελ. 150.

(47). Κλίμαξ, Λόγος Α΄, κδ΄, σελ. 43.

(48). Κλίμαξ, Λόγος ΚΖ΄, α΄, σελ. 335.

(49). «Μισητὸν ἀληθῶς καὶ ἐπικίνδυνον εὐθὺς ἐκ εἰσόδου τῆς πάλης χαυνωθῆναι τὸν παλαίοντα, πᾶσι διδόναι τεκμήριον τῆς ἑαυτοῦ σφαγῆς. Ἔσται ἡμῖν πάντως ἐκ τῆς στερρᾶς ἀρχῆς καὶ ἐν τῇ μετ᾿ αὐτὴν χαυνώσει ὠφέλεια· ψυχὴ γὰρ ἀνδρισαμένη, καὶ αὖθις ὑποχαλάσασα, ὑπὸ τῆς μνήμης τῆς ἀρχαίας σπουδῆς ὡς ὑπὸ κέντρου πλήσσεται· διὸ καὶ ἐκ τούτου τινὲς πολλάκις ἑαυτοὺς ἀνεπτέρωσαν· ἦσαν γὰρ ὡς ἀετοὶ πρεροβολήσαντες. Ὁπόταν ἡ ψυχὴ ἑαυτὴν προδοῦσα τὴν θέρμην ἀπολέσῃ τὴν μακαρίαν καὶ ἐπέραστον, ζητησάτω ἐπιμελῶς ἐκ ποίας αἰτίας ταύτης ἐστέρηται, καὶ κατ᾿ ἐκείνης ὅλον τὸν πόλεμον καὶ τὴν σπουδὴν ἀναλαβέτω· οὐκ ἔστι γὰρ δι᾿ ἑτέρας πύλης αὐτὴν ἐπαναστρέψαι, εἰμὴ δι᾿ ἧς ἐξελήλυθεν». Κλίμαξ, Λόγος Α΄,κα΄-κγ΄, σελ. 42-43.

(50). «..Ὡς ὑπὸ Θεοῦ καὶ βασιλέως κληθέντες, προθύμως δράμωμεν· μήπως ὀλιγοχρόνιοι ὄντες, ἐν ἡμέρᾳ θανάτου ἄκαρποι εὑρεθῶμεν, καὶ τῷ λιμῷ τελευτήσωμεν. Εὐαρεστήσωμεν τῷ Κυρίῳ, ὡς στρατιῶται βασιλεῖ· μετὰ γὰρ τὴν στρατείαν τότε τὴν ἀκριβῆ δουλείαν ἀπαιτούμεθα. Φοβηθῶμεν τὸν Κύριον ὡς τὰ θηρία· εἶδον γὰς ἄνδρας συλῆσαι πορευθέντας, καὶ Θεὸν μὲν οὐκ ἐφοβήθησαν, κυνῶν δὲ φωνὴν ἐν τῷ τόπῳ ἀκούσαντες, εὐθέως ὑπέστρεψαν· καὶ ὅπερ φόβος Θεοῦ οὐκ ἐποίησε, τοῦτο φόβος θηρίων ἴσχυσεν. Ἀγαπήσωμεν τὸν Κύριον, ὡς τοὺς φίλους σεβόμεθα...». Κλίμαξ, Λόγος Α΄,κδ΄, κστ΄,κζ΄, κη΄, σελ. 43-44.

(51). «Μή τήν γυναῖκα, ἀλλά αὐτόν τόν Λώτ μιμεῖσθαι σπουδάσωμεν· ψυχή γάρ στραφεῖσα ὅθεν ἐξῆλθεν, ὡς τό ἅλας μωρανθήσεται, καί ἀκίνητος μενεῖ τοῦ λοιποῦ. Φεῦγε Αἴγυπτον ἀμεταστρεπτί· αἱ γάρ στραφεῖσαι καρδίαι ἐκεῖ, τήν γῆν τῆς ἀπαθείας Ἱερουσαλήμ οὐκ ἐθεάσατο». Κλίμαξ, Λόγος Γ΄, ιγ΄-ιε΄, σελ. 58-59.

(52). «... ὑπομονῆς ὁ ἐργάτης δέεται...». Κλίμαξ, Λόγος ΚΖ΄, λη΄-λθ΄, σελ. 350-351.

(53). Κλίμαξ, Λόγος Α΄, μγ΄, σελ. 47.

(54). Κλίμαξ, Λόγος ΚΑ΄, κε΄, σελ. 242.

(55). «Δίδου κόπους νεότητός σου προθύμως Χριστῷ, καί χαρίσῃ ἐν γήρᾳ ἐπί πλούτῳ ἀπαθείας· τά ἐν νεότητι συναγόμενα, ἐν τῷ γῆρᾳ τούς ἐξατονήσαντας τρέφουσι καί παραμυθοῦνται· κάμωμεν νέοι ζεόντως· δράμωμεν νηφόντως· ὁ γάρ θάνατος ἄδηλος». Κλίμαξ, Λόγος Δ΄, οδ΄-οε΄, σελ. 98.

(56). Κλίμαξ, Λόγος ΚΑ΄, κε΄, σελ. 242.

(57). Κλίμαξ, Λόγος Δ΄, ιζ΄, σελ. 73.

(58). Κλίμαξ, Λόγος Δ΄, ιστ΄, σελ. 71-72.

(59). Κλίμαξ, Λόγος Ε΄, ιε΄, σελ. 131.

(60). «Μετάνοιά ἐστιν, ἀνάκλησις βαπτίσματος. Μετάνοιά ἐστι, συνθήκη πρός Θεός δευτέρου βίου. Μετανοῶν ἐστι, ταπεινώσεως ἀγοραστής. Μετάνοιά ἐστι, σωματικῆς παρακλήσεως διηνεκής ἀνελπιστία. Μετάνοιά ἐστιν, αὐτοκατάκριτος λογισμός καί ἀμέριμνος αὐτομέριμνος. Μετάνοιά ἐστι, θυγάτηρ ἐλπίδος καί ἄρνησις ἀπελπισίας. Μετανοῶν ἐστι, κατάδικος ἀκαταίσχυντος. Μετάνοιά ἐστι, διαλλαγή Κυρίου, διά τῆς τῶν ἐναντίων τοῖς πταίσμασιν ἀγαθοεργίας. Μετάνοιά ἐστιν, ἑκούσιος πάντων τῶν θλιβερῶν ὑπομονή. Μετανοῶν ἐστι, δημιουργός οἰκείων κολάσεων. Μετάνοιά ἐστι, θλῖψις γαστρός ἰσχυρά, καί ψυχῆς πλῆξις ἐν αἰσθήσει κραταιᾷ». Κλίμαξ, Λόγος Ε΄, β΄, σελ. 115.

(61). «Πένθος ἐστι, κέντρον χρύσεον ψυχῆς, πάσης προσηλώσεως καί σχέσεως γυμνωθέν, καί ἐν ἐπισκοπῇ καρδίας ὑπό τῆς ὁσίας λύπης καταπηχθέν». Κλίμαξ, Λόγος Ζ΄, β΄, σελ. 140.

(62). Κλίμαξ, Λόγος Ζ΄, κγ΄, σελ. 144.

(63). «Γίνου σύννους, ἀφιλένδεικτος (=νά μήν ἀγαπᾶς νά ἐπιδεικνύεσαι) πρός τήν σεαυτοῦ καρδίαν ἐξεστηκώς· δεδοίκασι γάρ σύννοιαν οἱ δαίμονες, ὡς οἱ κλέπται τούς κύνας». Κλίμαξ, Λόγος Ζ΄, ιη΄, σελ. 143.

(64). Κλίμαξ, Λόγος Ζ΄, μα΄, σελ. 147.

(65). Κλίμαξ, Λόγος Ζ΄, ια΄, σελ. 142.

(66). Κλίμαξ, Λόγος Ζ΄, ιβ΄, σελ. 142.

(67). Κλίμαξ, Λόγος Στ΄, ε΄-στ΄, σελ. 134-135.

(68). Κλίμαξ, Λόγος ΙΖ΄, ε΄, σελ. 225-226.

(69). «Τοῦτο ἀληθές τεκμήριον τῶν ἐν αἰσθήσει καρδίας μνημονευόντων τοῦ θανάτου, ἡ πρός πᾶσαν τήν κτίσιν ἑκούσιος ἀπροσπάθεια καί τοῦ ἰδίου θελήματος παντελής ἐγκατάλειψις. Δόκιμος μέν πάντως ὁ καθ΄ ἡμέραν τοῦτον προσδεχόμενος· ἅγιος δέ, ὁ καθ' ὥραν τούτου ἐφιέμενος...». Κλίμαξ, Λόγος Στ΄, η΄ , σελ. 135.

(70). Στόν φιλοσοφικό διάλογο τοῦ Πλάτωνος «Φαίδων», ὁ ἑτοιμοθάνατος Σωκράτης λέγει: Οἱ ὀρθῶς φιλοσοφοῦντες ἀποθνήσκειν μελετῶσι, καί τό τεθνάναι ἥκιστα αὐτοῖς ἀνθρώπων φοβερόν» (Πλάτωνος, Φαίδων, 67 e ). «Οὐκ ἐστι, φησί τις, οὐκ ἔστι τήν ἐνεστῶσαν ἡμέραν εὐσεβῶς διεξιέναι, εἰμί αὐτήν ἑσχάτην παντός βίου λογισόμεθα. Καί θαῦμα ὄντως, πῶς καί Ἕλληνές τι τοιοῦτον ἐφθέγξαντο· ἐπεί καί φιλοσοφίαν τοῦτο εἶναι ὁρίζονται, μελέτην θανάτου». Κλίμαξ, Λόγος ΣΤ΄, κστ΄, σελ. 139.

(71). Κλίμαξ, Λόγος ΚΣΤ΄, ε΄, σελ. 282.

(72). «Πρόσχωμεν μήπως οὐκ ἐκ καθαρότητος, ἀλλά περικακῆσαν ὥσπερ τό συνειδός, τοῦ ἐλέγχειν ἐπαύσατο». Κλίμαξ, Λόγος Ε΄, κα΄, σελ. 131.

(73). «...Ὁ γνούς ἑαυτόν, οὐδέποτε ἐμπαιχθείς ἐν τοῖς ὑπέρ ἑαυτόν ἐπιχειρήσει, ἀλλά βέβηκεν ἀσφαλῶς τόν πόδα ἐπί τῆς μακαρίας ταύτης τρίβου λοιπόν». Κλίμαξ, Λόγος ΚΕ΄, με΄, σελ. 276.

(74). «Ὅστις ἑαυτόν ὑπό τινος πλεονεκτούμενον πάθους θεάσασθαι, κατ' αὐτοῦ καί μόνον πρό πάντων ἑαυτόν ὁπλισάτω· καί μάλιστα τοῦ ἐμφυλίου πολεμίου τε καί ἐχθροῦ· τούτου γάρ μή καθαιρεθέντος, οὐδέν ἐκ τῆς τῶν λοιπῶν ὠφελούμεθα νίκης...». Κλίμαξ, Λόγος ΙΕ΄, λθ΄, σελ. 202.

(75). «Πρώτη δ᾿ ἄν εἴη θεραπεία, τῆς ἑαυτοῦ ἀλγηδόνος τήν αἰτίαν ἐπιγνῶναι· τῆς γάρ αἰτίας εὑρεθείσης, πρός ταύτην καί τό βοήθημα τῆς ἐμπλάστρου ἐκ προνοίας Θεοῦ καί ἰατρῶν πνευματικῶν οἱ νοσοῦντες ληψόμεθα». Κλίμαξ, Λόγος Η΄, λ΄, σελ. 164.

(76). Κλίμαξ, Λόγος Η΄, ιη΄, σελ. 160.

(77). «Μνῆμαι παθημάτων Ἰησοῦ, ἰάσονται μνησικακοῦσαν ψυχήν ἐκ τῆς αὐτοῦ ἀνεξικακίας ἰσχυρῶς αἰσχυνομένην». Κλίμαξ, Λόγος Θ΄, ιβ΄, σελ. 168.

(78). Κλίμαξ, Λόγος Ι΄, δ΄, σελ. 171.

(79). Κλίμαξ, Λόγος Ι΄, στ΄, σελ. 171.

(80). Κλίμαξ, Λόγος Ι΄, ια΄, σελ. 172.

(81). Κλίμαξ, Λόγος Ι΄, ι΄, σελ. 172.

(82). Κλίμαξ, Λόγος ΙΑ΄, ζ΄, σελ. 177.

(83). Κλίμαξ, Λόγος ΙΑ΄, στ΄, σελ. 176.

(84). Κλίμαξ, Λόγος ΙΔ΄, ιε΄, σελ.188.

(85). Κλίμαξ, Λόγος ΙΔ΄, ιθ΄, σελ.189.

(86). Κλίμαξ, Λόγος ΙΒ΄, ε΄, σελ. 179.

(87). Κλίμαξ, Λόγος ΙΓ΄, η΄, σελ. 183.

(88). «Τά μέν λοιπά πάθη, μιᾷ τινι ἀρετῇ καταργεῖται καθ' ἕκαστον· ἀκηδία δέ τῷ μοναχῷ περιεκτικός θάνατος». Κλίμαξ, Λόγος ΙΓ΄, στ΄, σελ. 182.

(89). Κλίμαξ, Λόγος ΙΓ΄, β΄, σελ. 181.

(90). «Ὁ ἑαυτόν πενθῶν ἀκηδίαν οὐκ εἶδεν». Κλίμαξ, Λόγος ΙΓ΄, θ΄, σελ. 183.

(91). Κλίμαξ, Λόγος ΙΓ΄, ι΄, σελ. 183.

(92). Κλίμαξ, Λόγος ΙΓ΄, ι΄, σελ. 184.

(93). Κλίμαξ, Λόγος ΙΔ΄, λα΄, σελ. 191.

(94). Λόγος ΙΔ΄, κβ΄, σελ. 189.

(95). Λόγος ΙΔ΄, κβ΄, σελ. 189.

(96). Κλίμαξ, Λόγος ΙΔ΄, κη΄, σελ. 190-191.

(97). Κλίμαξ, Λόγος ΙΔ΄, λβ΄, σελ. 193.

(98). Κλίμαξ, Λόγος ΙΗ΄, β΄, σελ. 227.

(99). Κλίμαξ, Λόγος ΙΘ΄, α΄, σελ. 230-231.

(100). Κλίμαξ, Λόγος ΙΘ΄, α΄, σελ. 230-231, καί Λόγος ΙΔ΄, κγ΄, σελ. 189.

(101). Κλίμαξ, Λόγος ΙΕ΄, δ΄, σελ. 195.

(102). Κλίμαξ, Λόγος ΙΕ΄, η΄, σελ. 196.

(103). Κλίμαξ, Λόγος ΙΕ΄, ι΄, σελ. 196.

(104). Κλίμαξ, Λόγος ΙΕ΄, ιγ΄, σελ. 197.

(105). «Ὁ τήν ἑαυτοῦ σάρκα βουληθείς πολεμῆσαι ἤ νικῆσαι ἐξ ἑαυτοῦ, εἰς μάτην τρέχει· ἐάν γάρ μή Κύριος καταλύσῃ οἶκον σαρκός, καί οἰκοδομήσῃ οἶκον ψυχῆς, εἰς μάτην ἠγρύπνησε καί ἐνήστευσεν ὁ καταλύειν βουλόμενος». Κλίμαξ, Λόγος ΙΕ΄, κα΄, σελ. 198. Πρβλ. Ψαλμ. ρκστ΄, 1.

(106). «Ἀνάθου Κυρίῳ τήν τῆς φύσεως ἀσθένειαν, ἐπιγνούς εἰσάπαν τήν οἰκείαν ἀδυναμίαν καί λήψη χάρισμα σωφροσύνης ἀνεπαισθήτως». Κλίμαξ, Λόγος ΙΕ΄, κβ΄, σελ. 198.

(107). Κλίμαξ, Λόγος ΙΕ΄, λδ΄, σελ. 202.

(108). Κλίμαξ, Λόγος Κ΄, α΄, σελ. 234.

(109). Κλίμαξ, Λόγος Κ΄, ζ΄, σελ. 235.

(110). Κλίμαξ, Λόγος Κ΄, στ΄, σελ. 235.

(111). Κλίμαξ, Λόγος ΚΕ΄, β΄, σελ. 264.

(112). Κλίμαξ, Λόγος ΚΕ΄, η΄, σελ. 268.

(113). Κλίμαξ, Λόγος ΚΕ΄, ιστ΄, σελ. 270.

(114). Κλίμαξ, Λόγος ΚΕ΄, λε΄, σελ. 274.

(115). Κλίμαξ, Λόγος ΚΕ΄, ξγ΄, σελ. 280.

(116). Κλίμαξ, Λόγος ΚΕ΄, β΄, σελ. 264-265.

(117). Κλίμαξ, Λόγος ΚΕ΄, θ΄, σελ. 268.

(118). «Ὑψηλῶν μέν, τό ὑπενεγκεῖν γενναίως καί ἀσμένως ὕβριν· ἁγίων δέ καί ὁσίων, τό ἀβλαβῶς παρελθεῖν ἐπαίνους». Κλίμαξ, Λόγος ΚΑ΄, ι΄, σελ. 239.

(119). Κλίμαξ, Λόγος ΚΑ΄, λ΄-λα΄, σελ. 244.

(120). Κλίμαξ, Λόγος ΚΒ΄, ιγ΄, σελ. 248.

(121). Κλίμαξ, Λόγος ΚΒ΄, ιδ΄-κα΄, σελ. 248-249.

(122). Κλίμαξ, Λόγος ΚΓ΄, ε΄, σελ. 254.

(123). «Τοῦ κρίνειν καί τοῦ κατακρίνειν τόν πλησίον παυσώμεθα, καί λογισμούς βλασφημίας οὐ φοβηθησόμεθα· ἀφορμή γάρ καί ρίζα τοῦ δευτέρου τό πρότερον». Κλίμαξ, Λόγος ΚΓ΄, ιβ΄, σελ. 256.

(124). Κλίμαξ, Λόγος ΚΕ΄, λγ΄-λδ΄, σελ. 273.

(125). Κλίμαξ, Λόγος ΚΕ΄, κη΄, σελ. 272.

(126). Κλίμαξ, Λόγος ΚΕ΄, λδ΄, σελ. 273.

(127). «Τινές μέν τά προγεγονότα κακά καί μετά τήν ἄφεσιν τούτων εἰς ὑπόθεσιν ταπεινοφροσύνης ἕως τέλους ἐσχήκασι, δι᾿ ἐκείνων τό μάταιον οἴημα κολαφίζοντες· ἕτεροι δέ, τό τοῦ Χριστοῦ ἐννοοῦντες πάθος ἑαυτούς ἀεί χρεώστας λογίζονται. Ἄλλοι διά τῶν καθημερινῶν ἐλλείψεων ἑαυτούς εὐτελίζουσιν· ὄχλοι ἐκ συμβατικῶν πειρασμῶν καί νόσων καί πταισμάτων τήν ἔπαρσιν ἐπτωμάτισαν· ἕτεροι δι' ἔνδειαν χαρισμάτων τήν χαρισμάτων μητέρα ᾠκειώσαντο... τοῦτο ἡ ταπείνωσις, τοῦτο ἡ μακαριότης, τοῦτο τό τέλειον ἔπαθλον». Κλίμαξ, Λόγος ΚΕ΄, λδ΄, σελ. 273-274.

(128). Κλίμαξ, Λόγος ΚΕ΄, ξβ΄, σελ. 279.

(129). Λουκᾶ ιζ΄, 10.

(130). «Ἀμήχανον ἐκ χιόνος προϊέναι φλόγα· ἀμηχανώτερον δέ ἐν ἑτεροδόξοις ταπεινοφροσύνην ὑπάρχειν». Κλίμαξ, Λόγος ΚΕ΄, κα΄, σελ. 272-273. Παρέκκλιση δηλαδή ἀπό τήν Ὀρθοδοξία τῆς πίστεως σημαίνει διάζευξη ἀπό τή γνήσια πνευματικότητα ἡ ὁποία ἑδράζεται ἐπάνω στήν ταπεινοφροσύνη. Καί τοῦτο διότι κατά τόν ἱερό Πατέρα τό κατόρθωμα τῆς ταπεινοφροσύνης εἶναι «κατόρθωμα πιστῶν καί εὐσεβῶν (=ὀρθοδόξων) καί τούτων κεκαθαρμένων». Κλίμαξ, Λόγος ΚΕ΄, λα΄, σελ. 273.

(131). Κλίμαξ, Λόγος ΚΖ΄, λ΄, σελ. 349.

(132). Κλίμαξ, Λόγος ΚΣΤ΄, Β΄, ξε΄, σελ. 324.

(133). Κλίμαξ, Λόγος ΚΣΤ΄ Β΄, λα΄, σελ. 315.

(134). Κλίμαξ, Λόγος ΚΣΤ΄, κ΄, σελ. 288.

(135). Κλίμαξ, Λόγος Η΄, ιθ΄, σελ. 160.

(136). Κλίμαξ, Λόγος ΚΣΤ΄, νθ΄, σελ. 300-301.

(137). Κλίμαξ, Λόγος ΚΕ΄, νθ΄, σελ. 279.

(138). Κλίμαξ, Λόγος Δ΄, α΄, σελ. 65.

(139). Κλίμαξ, Λόγος Δ΄, β΄, σελ. 65.

(140). «Εἶδον ὑπηκόους εὐκατανύκτους, προσηνεῖς, ἐγκρατεῖς, σπουδαίους, ἀπολεμήτους, θερμοὺς ἐκ τῆς τοῦ πατρός σκέπης γεγονότας». Κλίμαξ, Λόγος Δ΄, νβ΄, σελ. 94.

(141). Κλίμαξ, Λόγος Δ΄, στ΄, σελ. 67.

(142). «Ἀνάγκη πᾶσα τοὺς βουλομένους πίστιν ἀδίστακτον ἔχειν διαπαντὸς εἰς τοὺς ἐπιστατοῦντας, τὰ τούτων κατορθώματα τηρεῖν ἐν τῇ ἑαυτῶν καρδίᾳ ἀείμνηστα καὶ ἀνεξάλειπτα». Κλίμαξ, Λόγος Δ΄, η΄, σελ. 68.

(143). «Ἐπάν σε ὁ λογισμὸς ἀνακρῖναι ἢ κατακρῖναι τὸν προηγούμενον ὑποβάλλῃ, ὡς ἀπὸ πορνείας ἀποπήδησον· μηδόλως τῷ ὄφει τούτῳ ἄδειαν παράσχου· μὴ τόπον, μὴ εἴσοδον, μὴ ἀρχήν». Κλίμαξ, Λόγος Δ΄, θ΄, σελ. 68.