Δευτέρα 19 Αυγούστου 2019

ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΕΡΗΜΙΤΗΣ ΠΟΥ ΖΕΙ ΣΤΙΣ ΡΑΧΕΣ ΤΟΥ ΟΛΥΜΠΟΥ, ΜΕ ΤΟΥΣ ΛΥΚΟΥΣ ΚΡΟΥΕΙ ΤΟΝ ΚΩΔΩΝΑ …!!!



orgi-theou«Ζούμε τις έσχατες ημέρες. Έρχεται η οργή του Θεού»
Εγκατέλειψε τα εγκόσμια όταν ο Ανδρέας Παπανδρέου υπέγραφε το Σύμφωνο Σένγκεν και σήμερα δηλώνει: «Οι άγριοι λύκοι είναι εδώ, στο βουνό ζω κοντά στον Θεό»

Του Μάκη Βραχιολίδη
vrachiolidis@yahoo.gr
Ο Σπυρίδων Νάκος είναι ένας σύγχρονος ερημίτης. 25 χρόνια ζει μακριά από τα εγκόσμια, πάνω στις ράχες του ψηλότερου βουνού της Ελλάδος, στον Όλυμπο. Σε συνθήκες που σε μας φαίνονται πολύ άγριες, παρέα με τους λύκους και τις απότομες αλλαγές του καιρού, μες στα κρύα και τα χιόνια, ωστόσο ο κύριο Νάκος δηλώνει με σιγουριά: «Οι άγριοι λύκοι είναι εδώ, μέσα στις πόλεις και ορίζουν τις τύχες του λαού. Στο βουνό, εγώ ζω κοντά στον Θεό, μακρυά από τους επίγειους λύκους»
Ξαφνιάστηκα όταν πριν από μερικές ημέρες άκουσα τον κύριο Νάκο στην άλλη γραμμή της τηλεφωνικής γραμμής, να  ζητά να συναντηθεί μαζί μου.
erimitis-ston-olumpoΝάκος: Μου μίλησαν για σένα και θέλω να σε δω από κοντά, να τα πούμε.
Τιμή μου, του απάντησα και σε λίγη ώρα συναντήθηκα από κοντά με τον σύγχρονο ερημίτη που κατέβηκε από το βουνό των Ολύμπιων θεών για να μου πει κάτι που θεωρούσε σημαντικό.
Πώς αισθάνεστε που βρίσκεστε στην Αθήνα;
Νάκος: Σαν το ψάρι που σπαρταράει έξω από το νερό. Αν μείνω 2-3 μέρες ακόμη εδώ, θα είναι μαρτύριο για μένα. Σα να μην έχω οξυγόνο.
Προτιμάτε δηλαδή να ζείτε μέσα στις άγριες συνθήκες του Ολύμπου;
Νάκος: Άγριες είναι οι συνθήκες εδώ, στην Αθήνα, στον πλασματικό κόσμο στον οποίο ζει ο περισσότερος κόσμος.
Μα, με τους λύκους δεν ζείτε;
Νάκος: Οι άγριοι λύκοι είναι εδώ, στην πρωτεύουσα. Στη φύση ζουν τα ζώα όπως τα έπλασε ο Θεός, δεν υπάρχουν όπως εδώ, πολλοί άνθρωποι  που μεταμορφώνονται σε άγρια θηρία. Οι λύκοι στο βουνό δεν είναι σαν τους λύκους με προβιά που παίρνουν αποφάσεις για τον κόσμο για να τον συνθλίψουν. Η ζωή που ζείτε στα εγκόσμια είναι πλασματική, ψεύτικη. Εγώ, με τη Χάρη του Θεού ζω καθημερινά κοντά στη φύση και τον Ιησού Χριστό.  
Πόσα χρόνια ζείτε ως ερημίτης;
Νάκος: Πάνω από 25 χρόνια. Εγκατέλειψα τα εγκόσμια από τότε που ο Ανδρέας Παπανδρέου υπέγραψε τη συμφωνία Σένγκεν. Ήμουν κτηνίατρος, είχα τη δουλειά μου αλλά μετά από την υπογραφή της συμφωνίας Σένγκεν συνειδητοποίησα πού πήγαιναν το πράγμα. Κατάλαβα ότι παρέδιδαν την κυριαρχία της χώρας στους ξένους και μας υποδούλωναν στους εβραιομασόνους!
Μέσω της συμφωνίας Σένγκεν κύριε Σπύρο;
Νάκος: Ναι και με όλα αυτά που ακολούθησαν της συμφωνίας Σένγκεν. Ο Ανδρέας Παπανδρέου από την μια μεριά έλεγε «η Ελλάδα ανήκει στους Έλληνες» και από την άλλη παρέδιδε την κυριαρχία της χώρας στους ξένους. Κορόιδευε τον κόσμο. Βλέπεις πού έχουμε φτάσει με τα ψέματα και την εξαπάτηση του λαού! Και πού θα μας πάνε ακόμη!
Πώς επιβιώνετε στο βουνό;
Νάκος: Μέσα σε ένα σπιτάκι, φτιαγμένο από νάιλον σακούλες.
Και με το έντονο κρύο, τα χιόνια; Πώς τα καταφέρνετε και επιβιώνετε; Σας προστατεύουν οι νάιλον σακούλες;
Νάκος: Με προστατεύει η χάρις του Θεού.
Υπάρχουν και άλλοι ερημίτες εκεί κοντά σας;
Νάκος: Άλλοι δύο.
Τι ακριβώς θα θέλατε να μου πείτε;
Νάκος:  Ότι ζούμε τις έσχατες ημέρες όπως έχουν ειπωθεί στην ιερά Αποκάλυψη του Ιωάννου, την οποία έχω ερμηνεύσει. Η αμαρτία κοχλάζει, η αποστασία οργιάζει και η αντίχριστη ανθρωπότης αποπνέει δυσωδία από Σόδομα και Γόμορρα. Η γη λεηλατείται συνεχώς από αιματηρούς πολέμους, σεισμούς, τυφώνες, καύσωνες, πλημμύρες, ξηρασίες, πείνες, επιδημίες, οικολογικές καταστροφές, ανεργίες. Όλες αυτές οι θεομηνίες είναι σημεία της Ιεράς Αποκαλύψεως. Έρχεται η οργή του Θεού.
Δεν είναι άσχημο να ακούγεται ότι ο Θεός οργίζεται και τιμωρεί; Ο Θεός της απέραντης αγάπης πώς μπορεί να οργίζεται και να τιμωρεί ως εκδικητής;
Νάκος:  Ο Θεός δεν είναι εκδικητής και η «οργή» έχει συμβολική σημασία. Έρχεται ως συνέπεια της κατάπτωσης του ανθρώπου στον βούρκο της αμαρτίας. Ο συμβολισμός υπάρχει στην ορθόδοξη πίστη μας. Όταν κοινωνούμε το Σώμα και Αίμα του Χριστού αναφερόμαστε στο συμβολισμό του σώματος και αίματος του Χριστού. Στην μετουσίωση. Το ίδιο και η οργή του Θεού. Είναι φυσικό επακόλουθο της συντριβής του ανθρώπου στον βούρκο της αμαρτίας. Και οι εποχές αυτές είναι πολύ χειρότερες από εκείνες που προηγήθηκαν της ελεύσεως του Ιησού Χριστού στη γη. Διότι τότε ο άνθρωπος δεν γνώριζε ούτε είχε ακούσει τον Λόγο του Θεού, τώρα όμως κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι δεν γνωρίζει τον Λόγο Του.
Θέλατε να μου πείτε και για τον αριθμό 666 που αναφέρεται στην Αποκάλυψη του Ιωάννου;
Νάκος:  Αυτό τον αριθμό προσκυνούν σήμερα, τον ψευδομεσσία αντίχριστο «666». Το χάραγμα όμως του θηρίου 666 είναι πνευματικό και γίνεται «εν ακαθάρτω πνεύματι αλητείας», όπως Πνευματικό είναι και το Άγιο Βάπτισμα πού γίνεται «εν Αγίω Πνεύματι Αληθείας». Γι’ αυτό όσοι βαπτισθήκαμε στο Όνομα του Ιησού Χριστού πήραμε ένα όνομα, με το οποίο γραφτήκαμε στο ουράνιο βιβλίο της αιωνίου ζωής. Αλλά όσοι δέχονται τον αριθμό Μητρώου Κοσμοκρατορίας Αντιχρίστου 666=Α.Μ.Κ.Α. είναι σα να αρνούνται πνευματικώς το Άγιο Βάπτισμα και να βλασφημούν το Άγιο Πνεύμα, πού τούς δώρισε το όνομα, αλλάζοντάς το με έναν αριθμό πού έχει κωδικό τον αριθμό του θηρίου, το 666.
Φεύγοντας, ο ερημίτης Σπύρος Νάκος μου παρέδωσε κι ένα άρθρο που έγραψε ο ίδιος και αφορά στην «Πνευματική φωνή της Ιεράς Αποκαλύψεως» το οποίο με παρεκάλεσε να δημοσιεύσουμε. Θα το κάνουμε σε επόμενο τεύχος της «Ε.Ω.».
  “Ελεύθερη Ώρα, Νέοι Άνθρωποι”

Αόρατοι ορθόδοξοι ασκητές στον κόσμο – του Θοδωρή Ρηγινιώτη


Με αφορμή τη γιορτή των γυμνών αγίων Ονουφρίου και Πέτρου του Αθωνίτη (12 Ιούνη). Επιμέλεια: Θεόδωρος Ι. Ρηγινιώτης.
«Σύμφωνα με μια παράδοση διακοσίων και πλέον χρόνων, ζουν στο Άγιο Όρος οι αόρατοι (ή «γυμνοί» ή «θαυματουργοί») μοναχοί. Ασκητές, που εμφανίζονται ξαφνικά χωρίς τους περιορισμούς του χώρου, που τους συνοδεύει η θεία Χάρη και έχουν τη δύναμη να «διαβάζουν» τον κάθε προσκυνητή. Πρόκειται για μια ομάδα ασκητών (επτά ή εννέα ή δώδεκα), που ζουν με άκρα άσκηση και μοναδικό έργο την αδιάλειπτη προσευχή υπέρ όλου του κόσμου. Ζουν άοικοι [=χωρίς σπίτι] και γυμνοί, αόρατοι από τους οφθαλμούς των ανθρώπων.
»Σύμφωνα με την παράδοση, αυτοί οι ερημίτες μοναχοί και άγιοι θα πραγματοποιήσουν την τελευταία θεία λειτουργία στην κορυφή του Άθωνα, στη Ναό της Μεταμορφώσεως, πριν επέλθει η Δευτέρα Παρουσία, όπως την περιγράφει η Βίβλος. Ακόμα, οι αόρατοι εκείνοι μοναχοί της έσχατης γενιάς δεν θα αποβιώσουν φυσικά, αλλά θα μεταμορφωθούν και τα σώματά τους θα γίνουν άφθαρτα και αθάνατα [όπως διδάσκει η ορθοδοξία για τους πιστούς της γενιάς που θα ζει κατά τη Δευτέρα Παρουσία]. Λέγεται ότι τις νύχτες αγρυπνούν προσευχόμενοι όρθιοι, ενώ μετά τις μεσονύκτιες ώρες, που αποκάμνουν, στηρίζονται με σχοινιά, δεμένοι από τις μασχάλες και κρέμονται από δοκάρια. Όταν πεθάνει κάποιος από αυτούς, τη θέση του έρχεται να συμπληρώσει κάποιος άλλος ενάρετος αγιορείτης μοναχός κατόπιν δικής τους πρόσκλησης, διατηρώντας έτσι αναλλοίωτο τον αριθμό τους και τη δύναμη της ομαδικής προσευχής τους» (Νίκος Χειλαδάκης, «Οι Αόρατοι Ερημίτες του Άθωνα, που προσεύχονται αδιάλειπτα υπέρ του κόσμου», περιοδικό Τρίτο Μάτι, Απρίλιος 2009, σελ. 36-41).
Για τους αγίους αυτούς καταγράφονται μαρτυρίες του αγίου Γέροντα Παϊσίου, ενώ πολλές από τις υπάρχουσες μαρτυρίες βλ. στο βιβλίο του Αγιορείτη μοναχού Βλασίου Οι Αόρατοι Ερημίτες του Άθωνα, εκδ. Τέρτιος, καθώς και στο ιστολόγιο http://gymnoi-askites.blogspot.com.
Γενικές παρατηρήσεις
Ήδη από την αρχή του χριστιανικού μοναχισμού εμφανίζονται κάποιες ιδιαίτερες προσωπικότητες, που ακροβολίζονται στα βάθη της ερήμου και ζουν αφανείς, φτάνοντας στα ανώτατα στάδια πνευματικής προόδου, δηλαδή αγιότητας. Οι ασκητές αυτοί, άντρες και γυναίκες, είναι «αόρατοι», με δύο έννοιες: α) αποφεύγουν να εμφανίζονται στους ανθρώπους, με συνέπεια ο τόπος και ο τρόπος της ζωής τους να παραμένουν άγνωστα, β) καθώς φαίνεται σε μερικές περιπτώσεις, έχουν από το Θεό το χάρισμα της αορασίας, ώστε να γίνονται κυριολεκτικά αόρατοι.
Μιλώντας για τους μεγάλους αυτούς διδασκάλους της χριστιανικής ζωής, είναι απαραίτητες μερικές διευκρινίσεις:
Α) Παρά τις επιφανειακές ομοιότητες, οι χριστιανοί αόρατοι ασκητές δεν έχουν ουσιαστικά κοινά σημεία με τους προχωρημένους ασκητές των ανατολικών θρησκειών. Οι χριστιανοί άγιοι επιτυγχάνουν την τιθάσευση των αναγκών και των επιθυμιών τους (τη θεωρούν βέβαια χάρισμα του Θεού και όχι δικό τους κατόρθωμα), αλλά δεν επιδιώκουν την τελείωση μέσω της «πληρέστερης κατανόησης του εαυτού τους» ή της ανάπτυξης «ανώτερης συνειδητότητας», ούτε και την ανάδειξη «εσωτερικών δυνάμεων» του ανθρώπινου νου. Η τελείωση για το χριστιανό έρχεται μόνο με ένωση με τον Τριαδικό Θεό διά του Χριστού, που προϋποθέτει την κάθαρση της καρδιάς, δηλαδή τη διαρκή πρόοδο στην αγάπη. Έτσι, η ίδια η άσκηση και τα αποτελέσματά της σχετικοποιούνται. «Υπάρχει ακραία άσκηση και εκ του πονηρού» διδάσκει στο Γεροντικό η οσία Συγκλητική, η μεγάλη μητέρα των ασκητριών της αιγυπτιακής ερήμου (4ος αι. μ.Χ, εορτάζει 5 Ιανουαρίου).
Β) Ο αρχαίος χριστιανισμός και η ορθόδοξη συνέχειά του δεν αγαπούν την ακρότητα, αλλά προτείνουν τη μεσότητα, που τη χαρακτηρίζουν «βασιλική οδό». Επομένως, η αναχώρηση ενός ανθρώπου από το σπίτι του κατευθείαν για τα βάθη της ερήμου δεν συνιστάται. Υπάρχουν και τέτοιες περιπτώσεις, αλλά είναι εξαιρέσεις. Ο «εραστής της ερήμου» θα πρέπει να ενταχθεί πρώτα στην κοινότητα ενός μοναστηριού, να μαθητεύσει σε έναν σοφό και, κατά το δυνατόν, άγιο πνευματικό διδάσκαλο («γέροντα»), στον οποίο θα εξομολογείται ακόμη και τους λογισμούς του (τις σκέψεις του), με σκοπό να γίνει η καρδιά του απόλυτα διαυγής. Μπορεί να φύγει για την έρημο μόνον όταν ο γέροντάς του θα του δώσει τη σχετική ευλογία, όταν δηλαδή θα κρίνει ότι είναι έτοιμος γι’ αυτό. Και είναι έτοιμος, όταν θα έχει γίνει πνευματικά αρκετά ισχυρός, ώστε να μην πεθάνει από τις κακουχίες της ερήμου, και ώριμος (δηλ. ταπεινός), ώστε να μην πέσει σε παγίδες του εχθρού (διαβόλου), που έντεχνα θα προσπαθήσει να τον πείσει ότι έχει φτάσει σε υψηλά μέτρα αγιότητας και να τον πλανέψει με τον εγωισμό.
1. Επώνυμοι «αόρατοι ασκητές» στο αγιολόγιο
Α) Ο όσιος Ονούφριος ο Αιγύπτιος
Αρχικά μοναχός σε μοναστήρι της Θηβαΐδας της Αιγύπτου, στη συνέχεια αποχώρησε και ασκήτεψε στα βάθη της ερήμου κάτω από μια φοινικιά, μη βλέποντας άνθρωπο για δεκαετίες. Τα ρούχα του έλιωσαν και ζούσε εντελώς γυμνός, σκεπασμένος ολόκληρος με λευκές τρίχες, που κατά θεία παραχώρηση είχαν σκεπάσει το σώμα του για να τον προστατεύουν από τις καιρικές συνθήκες.
Τον ανακάλυψε τυχαία το 400 μ.Χ. ο όσιος Παφνούτιος, μετά από πορεία 17 ημερών στα ενδότερα της ερήμου. Έτσι έγινε γνωστός ο βίος του. Την ημέρα εκείνη ο όσιος Ονούφριος κοιμήθηκε και ο όσιος Παφνούτιος έσχισε το ένδυμά του, τον τύλιξε και τον έθαψε σε σχισμή βράχου.
Η μνήμη του τιμάται στις 12 Ιουνίου, μαζί με του αγίου Πέτρου του Αθωνίτη.
Ας σημειωθεί εδώ ότι το όνομα του αγίου στα αιγυπτιακά είναι Αμπού Νουφάρ, που σημαίνει «Χορτοφάγος πατέρας». Έτσι, όπως γράφει κάποιος, «ο άγιος μπορεί να θεωρηθεί ως προστάτης άγιος των κατά Θεόν χορτοφάγων», δηλ. εκείνων που δεν τρέφονται με κρέας λόγω της αφοσίωσής τους στο Θεό και όχι εξαιτίας άλλων επιρροών (αναφέρεται στο ιστολόγιο http://misha.pblogs.gr/2009/05/agios-onoyfrios-h-abu-nufar-o-gymnhths-hortofagos.html).
Απολυτίκιον. Ήχος α΄. Της ερήμου πολίτης.
Των Αγγέλων τον βίον εν σαρκί μιμησάμενοι, ώφθητε ερήμου πολίται, και χαρίτων κειμήλια, Ονούφριε Αιγύπτου καλλονή, και Πέτρε των εν Άθω ο φωστήρ· δια τούτο τους αγώνας υμών αεί, τιμώμεν αναμέλποντες· δόξα τω ενισχύσαντι υμάς, δόξα τω στεφανώσαντι, δόξα τω ενεργούντι δι’ υμών πάσιν ιάματα.
Πηγή: Ωρολόγιον το Μέγα (λειτουργικό βιβλίο)
Β) Η οσία Μαρία η Αιγυπτία
Την 5η Κυριακή των νηστειών (της Μεγάλης Σαρακοστής) τιμάμε τη μνήμη της οσίας Μητέρας μας Μαρίας της Αιγυπτίας, η οποία εορτάζεται και κατά την 1η Απριλίου. Το Ωρολόγιο (λειτουργικό βιβλίο) γράφει ότι «Πλησιάζοντας το τέλος της αγίας Σαρακοστής, τάχθηκε να εορτάζεται σήμερα η αγία προς τόνωση των ραθύμων και αμαρτωλών σε μετάνοια».
Όταν ήταν δώδεκα ετών, η αγία έφυγε μακριά από τους γονείς της και πήγε στην Αλεξάνδρεια όπου έζησε για 17 χρόνια ασώτως. Έπειτα από περιέργεια ξεκίνησε με πολλούς προσκυνητές για τα Ιεροσόλυμα, να παραβρεθεί στην ύψωση του Τιμίου Σταυρού, όπου όμως συνέχισε την ακολασία και παρέσυρε πολλούς στην απώλεια.
Θέλησε μάλιστα να μπει στην Εκκλησία τη μέρα της υψώσεως του Τιμίου Σταυρού, αλλά αισθάνθηκε τέσσερις φορές κάποια αόρατο δύναμη να την εμποδίζει να εισέλθει στο Ναό, ενώ όλοι οι άλλοι έμπαιναν ανεμπόδιστα. Πληγώθηκε αφάνταστα η καρδιά της από το γεγονός αυτό και παρεκάλεσε τη Παναγία να της επιτρέψει και ότι θα αλλάξει ζωή. Αμέσως μπήκε μέσα, προσκύνησε το Τίμιο Ξύλο και έφυγε από τα Ιεροσόλυμα, πέρασε τον Ιορδάνη και προχώρησε στα βάθη της ερήμου, προσευχόμενη και ζώντας σκληρή ζωή μετανοίας για 47 χρόνια.
Όταν έφθασε το τέλος της ζωής της συνάντησε ένα άγιο ερημίτη που τον έλεγαν Ζωσιμά, στον οποίο ζήτησε και εξομολογήθηκε όλη τη ζωή της και τον παρεκάλεσε να τη κοινωνήσει των Αχράντων Μυστηρίων. Η οσία ζούσε εντελώς γυμνή, γιατί τα ρούχα της είχαν διαλυθεί με τα χρόνια. Ήταν άγνωστη. Ο όσιος Ζωσιμάς, στο χώρο όπου εκείνος μόναζε, αντιμετώπισε τον πειρασμικό λογισμό: «Άραγε σε τι μέτρο αγιότητας έχω φτάσει;». Τότε έλαβε μήνυμα από το Θεό: «Προχώρησε στα βάθη της ερήμου, και θα δεις κάποιον που έχει φτάσει σε πολύ υψηλότερο μέτρο αγιότητας από σένα». Έτσι ταξίδεψε και ανακάλυψε την αγία.
Το επόμενο έτος τη Μεγάλη Πέμπτη ο όσιος ήρθε ξανά και την κοινώνησε. Το μεθεπόμενο έτος επανήλθε, αλλά την βρήκε νεκρή και με ένα σημείωμα που έγραφε: «Αββά Ζωσιμά, θάψε μου εδώ το σώμα της αθλίας Μαρίας. Πέθανα την ίδια μέρα που με κοινώνησες των Αχράντων Μυστηρίων. Να εύχεσαι για μένα». [Άρα είχε μείνει και άφθαρτη για ένα χρόνο].
Επειδή δεν είχε μαζί του κάτι, που θα τον βοηθούσε να σκάψει τάφο, ο όσιος ανησυχούσε. Εμφανίστηκε όμως ένα λιοντάρι, που έσκαψε ένα λάκκο με τα νύχια του και έφυγε. Στο λάκκο αυτό ο όσιος έθαψε την οσία. Η κοίμησή της τοποθετείται στο 378 μ.Χ. ή, κατ’ άλλους, το 437.
Γ) Ο άγιος Πέτρος ο Αθωνίτης ο Θεοφόρος
Ο όσιος έζησε τον 9ο αιώνα. Καταγόταν από την Κωνσταντινούπολη και ήταν αξιωματικός του στρατού. Σε μια μάχη κατά των Τούρκων (;) συνελήφθη αιχμάλωτος και ταλαιπωρήθηκε πολύ στις φυλακές. Απελευθερώθηκε θαυμαστά και ταξίδεψε στη Ρώμη, όπου εκάρη μοναχός. Στη συνέχεια έφτασε στον Άθωνα, όπου έζησε 53 χρόνια με άφταστη ασκητικότητα, γυμνός, λόγω των πολλών ετών, μέσα σε μια σπηλιά. Κοιμήθηκε το 890 μ.Χ.
Η μνήμη του τιμάται στις 12 Ιουνίου, μαζί με του αγίου Ονουφρίου.
Πηγή: Ωρολόγιον το Μέγα
Δ) Η οσία Θεοκτίστη της Λέσβου
Ήταν μοναχή ενάρετη από τη Μήθυμνα της Λέσβου και έζησε στα χρόνια του βασιλιά του Λέοντα του Σοφού (816 μ.Χ.). Παιδί ακόμα έμεινε ορφανή και ανατράφηκε σε παρθενώνα της πόλης. Κάποια μέρα πήγε να επισκεφθεί την αδελφή της, που ζούσε σε μια κοντινή κωμόπολη. Τότε συνελήφθη μαζί με τους κατοίκους της κωμόπολης αυτής από τους Άραβες πειρατές της Κρήτης και μεταφέρθηκε με τους άλλους αιχμαλώτους στην Πάρο για πώληση. Εκεί κατόρθωσε να δραπετεύσει και να κρυφτεί στα βουνά, όπου και παρέμεινε μόνη 35 χρόνια, τρεφόμενη με χόρτα. Ανακαλύφθηκε τυχαία από έναν κυνηγό, ο όποιος, μετά από παράκληση της, έφερε σ’ αυτή τα θεία μυστήρια [θεία Μετάληψη]. Όταν κοινώνησε των Άχραντων Μυστηρίων, πέθανε και τάφηκε εκεί από τον ίδιο κυνηγό. [Επειδή η οσία ήταν γυμνή, πριν εμφανιστεί στον κυνηγό τού ζήτησε να της ρίξει το ένδυμά του, για να τυλίξει το σώμα της]. Για την Οσία αυτή, υπάρχει και μια διήγηση του μονάχου Συμεών του Πάριου, που μοιάζει πολύ με αυτή της οσίας Μαρίας της Αιγύπτιας και είναι εντελώς φανταστική.
Η μνήμη της τιμάται στις 9 Νοεμβρίου.
Απολυτίκιο. Ήχος γ΄. Την ωραιότητα.
Η Λέσβος βλάστημα, θείον σε κέκτηται, τοις δε αγώσι σου, Πάρος ηγίασται, και τω σκήνει τω σεπτώ, πεπλούτισται Ικαρία. Όθεν ως παρθένον σε, και Οσίαν γεραίρομεν, και επιβοώμεθα, την θερμήν προστασίαν σου, ην δίδου τοις βοώσί σοι Μήτερ, χαίροις Οσία Θεοκτίστη.
Ε) Η Αγία Αναστασία η Πατρικία
Η Αγία Αναστασία έζησε στην Κωνσταντινούπολη κατά τους χρόνους του αυτοκράτορα Ιουστινιανού του Μεγάλου (527-565 μ.Χ.) και καταγόταν από πλούσιους και ευγενείς γονείς. Ήταν πρώτη Πατρικία του βασιλέως και φοβούμενη τον Θεό. Οι αρετές της κίνησαν σε φθόνο την βασίλισσα και έτσι η Αγία αναγκάστηκε να παραλάβει μέρος της περιουσίας της και να καταφύγει στην Αλεξάνδρεια, όπου έκτισε στην θέση που καλείται Πέμπτον μονή, η οποία ονομάστηκε και της Πατρικίας, και ζούσε ασκητικά. Όταν πληροφορήθηκε ότι ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός την αναζητεί, εγκατέλειψε την μονή και προσήλθε στην σκήτη του αββά Δανιήλ, στον οποίο εμπιστεύθηκε τα κατ’ αυτήν. Ο αββάς την έντυσε με ανδρικά ενδύματα και την μετονόμασε σε Αναστάσιο. Όρισε δε και έναν από τους υποτακτικούς της σκήτης, για να προσκομίζει σε αυτήν τα απαραίτητα, έτσι ώστε να μην εξέρχεται από το σπήλαιο μέσα στο οποίο ασκήτευε.
Εκεί η Αγία Αναστασία παρέμεινε κλεισμένη επί είκοσι οκτώ ολόκληρα χρόνια. Όταν προείδε το τέλος της, προσκάλεσε τον αββά Δανιήλ και αφού κοινώνησε των Αχράντων Μυστηρίων κοιμήθηκε με ειρήνη. Η μνήμη της τιμάται στις 10 Μαρτίου.
Στ) Ο Άγιος Βαρσανούφιος ο Μέγας
Ο άγιος Βαρσανούφιος έζησε τον 4ο αιώνα στη μονή του αγίου Σερίδου, στην Παλαιστίνη. Έζησε έγκλειστος πενήντα χρόνια σε ένα μικροσκοπικό κελί και, με μεγάλους ασκητικούς αγώνες, αλλά και υπομένοντας φοβερές ασθένειες και άλλες δοκιμασίες, έφτασε να γίνει «όχι μόνο υιός Θεού, αλλά και αδελφός του Ιησού Χριστού», προικισμένος με όλα τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος – των ιαμάτων, της προφητείας, ακόμη και της άφεσης των αμαρτιών (χωρίς να είναι ιερέας). Όλα αυτά τα χρόνια δεν τον είδε κανείς, μόνο κάποιος του έφερνε τρία ψωμιά την εβδομάδα, που στη μεγάλη ακμή της πνευματικής του προόδου δεν τα κατανάλωνε ολόκληρα.
Χιλιάδες άνθρωποι ζητούσαν την ευλογία, τις προσευχές ή τις συμβουλές του και τα μηνύματά τους του τα μετέφερε ο μαθητής του, άγιος Ιωάννης ο Προφήτης. Κάποια στιγμή ο πατριάρχης Ιεροσολύμων Ευστόχιος με μια ομάδα ακολούθων του επιχείρησε να ανοίξει τον τοίχο του κελιού του αγίου για να τον δει με τα μάτια του, αλλά φωτιές που ξεπήδησαν θαυματουργικά τον απέτρεψαν από την ολοκλήρωση της προσπάθειάς του.
Ο άγιος κοιμήθηκε ειρηνικά και, μαζί με τον άγιο Ιωάννη, τιμάται στις 6 Φεβρουαρίου. Πολλές από τις απαντήσεις που έδωσε κατά καιρούς συγκεντρώθηκαν σε βιβλίο, ήδη από την εποχή του, το οποίο κυκλοφόρησε σε πολλές εκδόσεις και αναδείχθηκε σε κλασικό και αγαπημένο ανάγνωσμα των χριστιανών (Βίβλος Βαρσανουφίου και Ιωάννου).
2. Αρχαίοι αόρατοι ασκητές στην αιγυπτιακή Θηβαΐδα
Μακαρίου του Αιγυπτίου του Αλεξανδρέως τα ευρισκόμενα πάντα. Αποφθέγματα, 238-240. Στο Migne, Patrologia Graeca, τ. 34, 237-240:
«Ήλθε ποτέ Μακάριος ο Αιγύπτιος από Σκήτεως εις το όρος της Νιτρίας, εις την προσφοράν του αββά Παμβώ. Και λέγουσιν αυτώ οι γέροντες: Ειπέ ρήμα τοις αδελφοίς, πάτερ. Ο δε είπεν: Εγώ ούπω γέγονα μοναχός, αλλ’ είδον μοναχούς. Καθημένω γαρ μοι ποτέ εν τω κελλίω εις Σκήτιν, ώχλησάν μοι οι λογισμοί λέγοντες: άπελθε εις την έρημον και ίδε τι βλέπεις εκεί. Έμεινα δε πολεμών τω λογισμώ πέντε έτη, λέγων μήπως από δαιμόνων εστίν. Και ως επέμεινεν ο λογισμός, απήλθον εις την έρημον. Και εύρον εκεί λίμνην υδάτων και νήσον εν μέσω αυτής. Και ήλθον τα κτήνη της ερήμου πιείν εξ αυτής. Και είδον εν μέσω αυτών δύο ανθρώπους γυμνούς. Και εδειλίασε το σώμα μου. Ενόμισα γαρ ότι πνεύματα εισίν. Αυτοί δε με ως είδον δειλιώντα, ελάλησαν προς με: Μη φοβού, και ημείς άνθρωποι εσμέν.
»Και είπον αυτοίς: πόθεν εστέ, και πώς ήλθετε εις την έρημον ταύτην; Και είπον: Από κοινοβίου εσμέν. Και γέγονεν ημίν συμφωνία και εξήλθομεν ώδε. Ιδού τεσσαράκοντα έτη, και ο μεν είς Αυγύπτιος, ο δε έτερος Λυβικός υπάρχει. Και επηρώτησάν με και αυτοί λέγοντες: Πώς ο κόσμος; Και ει έρχεται το ύδωρ κατά καιρόν αυτού, και ει έχει ο κόσμος την ευθηνίαν αυτού, και είπον αυτοίς: ναι. Καγώ αυτούς ηρώτησα: πώς δύναμαι γενέσθαι μοναχός; Και λέγουσί μοι: Εάν μη αποτάξηται τις πάσι τοις του κόσμου, ου δύναται γενέσθαι μοναχός. Και είπον αυτοίς: Εγώ ασθενής ειμί και ου δύναμαι ως υμείς. Και είπον μοι και αυτοί: Και εάν ου δύνασαι ως ημείς, κάθου εις το κελλίον σου, και κλαύσον τας αμαρτίας σου. Και ηρώτησα αυτούς: Όταν γίνηται χειμών, ου ριγάτε; Και όταν γίνηται καύμα, ου καίεται τα σώματα υμών; Οι δε είπον: Ο Θεός εποίησεν ημίν την οικονομίαν ταύτην, και ούτε τω χειμώνι ριγώμεν, ούτε τω θέρει το καύμα ημάς αδικεί.
Διά τούτο είπον υμίν ότι ούπω γέγονα μοναχός, αλλ’ είδον μοναχούς. Συγχωρήσατέ μοι, αδελφοί».
Νεοελληνική απόδοση:
Κάποτε ο Μακάριος ο Αιγύπτιος ήρθε από τη Σκήτη στο όρος της Νιτρίας, στον αββά Παμβώ. Και οι γέροντες του λένε: «Πες ένα λόγο στους αδελφούς, πάτερ». Και εκείνος είπε: «Εγώ δεν έχω γίνει ακόμη μοναχός, αλλά είδα μοναχούς. Διότι, κάποτε, ενώ καθόμουν στο κελλί μου, με ενόχλησαν οι λογισμοί λέγοντας: “Πήγαινε στην έρημο, να διαπιστώσεις τι θα δεις εκεί”. Έμεινα αντιστεκόμενος στο λογισμό πέντε χρόνια, διστάζοντας μήπως προέρχεται από δαίμονες. Καθώς όμως επέμεινε ο λογισμός, πήγα στην έρημο. Και εκεί βρήκα μια λίμνη και ένα νησί στη μέση της. Και ήρθαν τα ζώα της ερήμου να πιουν νερό, και είδα ανάμεσά τους δύο ανθρώπους γυμνούς. Και δείλιασε το σώμα μου, γιατί νόμισα ότι είναι πνεύματα. Εκείνοι όμως, όταν με είδαν να δειλιάζω, μου είπαν: “Μη φοβάσαι, κι εμείς άνθρωποι είμαστε”.
»Και τους είπα: “Από πού είστε και πώς ήρθατε σ’ αυτή την έρημο;” Και είπαν: “Είμαστε από ένα κοινόβιο. Και κατόπιν κοινής συμφωνίας ήρθαμε εδώ. [Ζούμε εδώ] σαράντα χρόνια και είμαστε ο ένας Αυγύπτιος και ο άλλος Λίβυος”. Και με ρώτησαν και αυτοί: “Σε τι κατάσταση βρίσκεται ο κόσμος; Βρέχει στην ώρα του και έχει ο κόσμος την αφθονία του;” Και τους είπα: “Nαι”. Κι εγώ τους ρώτησα: “Πώς μπορώ να γίνω μοναχός;” Και μου λένε: “Εάν δεν απαρνηθεί κάποιος όλα τα του κόσμου, δε μπορεί να γίνει μοναχός”. Και τους είπα: “Εγώ είμαι αδύναμος και δε μπορώ σαν εσάς”. Και μου είπαν και αυτοί: “Και εάν δε μπορείς σαν εμάς, να κάθεσαι στο κελλί σου και να θρηνείς τις αμαρτίες σου”. Και τους ρώτησα: “Όταν γίνεται χειμώνας, δεν κρυώνετε; Και όταν γίνεται καύσωνας, δεν καίγονται τα σώματά σας;”. Εκείνοι είπαν: “Ο Θεός μας έκανε αυτή τη χάρη, και ούτε το χειμώνα κρυώνουμε, ούτε το καλοκαίρι μας βασανίζει ο καύσωνας”.
»Γι’ αυτό σας είπα δεν έχω γίνει ακόμη μοναχός, αλλά είδα μοναχούς. Συγχωρέστε με, αδελφοί».
3. Νεότερες μαρτυρίες για αόρατους ασκητές σε διάφορους τόπους
Πόντος
Στο βιβλίο Ασκητές μέσα στον κόσμο, Ησυχαστήριο «Άγ. Ιωάννης ο Πρόδρομος», Μεταμόρφωση Χαλκιδικής 2008, σελ. 23-24, αναφέρεται το εξής:
[…] Στα γειτονικά βουνά του Πόντου ζούσε κάποιος άγιος ερημίτης που δεν διασώθηκε το όνομά του. Μια νύχτα του παρουσιάστηκε Άγγελος Κυρίου και του είπε: «Ήρθε ο καιρός να αναπαυθής από τους κόπους της ασκήσεώς σου. Ο Κύριος σε καλεί κοντά Του. Την Μεγάλη Παρασκευή το βράδυ θα έρθεις στον Παράδεισο. Να προετοιμασθής και να κοινωνήσης των Αχράντων Μυστηρίων τρεις Κυριακές συνεχόμενες».
Ο ερημίτης, αφού βεβαιώθηκε ότι πράγματι είναι Άγγελος Κυρίου και όχι δαιμονική πλάνη, έκανε ό,τι του υπέδειξε ο Άγγελος και πήγε στον παπα-Βασίλη, τον εφημέριο του Τσατ. Του διηγήθηκε όσα συνέβησαν και ζήτησε την θεία Κοινωνία. Και πράγματι ο παπα-Βασίλης τον κοινώνησε. Ο ερημίτης είπε ότι θα ξανάρθει την επόμενη Κυριακή να κοινωνήση.
Ο παπα-Βασίλης θέλοντας να δοκιμάση την αγιότητα του ερημίτου, το βράδυ της Κυριακής που τον περίμενε κλείδωσε καλά τις πόρτες βάζοντας τις αμπάρες και άφησε ελεύθερα τα άγρια μαντρόσκυλά του. Μόλις νύχτωσε παρουσιάστηκε ο άγιος ασκητής και αμέσως ανοίχθηκαν μόνες τους μπροστά του οι αμπαρωμένες πόρτες. Τα δε σκυλιά ούτε γαύγισαν ούτε κουνήθηκαν από την θέση τους.
Ο παπα-Βασίλης, που τον περίμενε, τον ρώτησε πώς άνοιξαν οι πόρτες. «Για μας οι κλειδαριές δεν ισχύουν. Πάμε στην εκκλησία να με κοινωνήσης», είπε. Αφού τον κοινώνησε, τον ρώτησε: «Άγιε του Θεού, πες μας πού μένεις, για να έρθουμε να φροντίσουμε για την ταφή σου».
«Δεν χρειάζεται» του απαντά ο ασκητής. «Υπάρχουν τα λιοντάρια του Θεού, που θα έρθουν να μας σκάψουν τον τάφο».
«Τι τρώτε εσείς;» ρωτά ο παπα-Βασίλης. [σσ.: ο πληθυντικός αριθμός φανερώνει ότι υπονοείται ολόκληρη μυστική κοινωνία ασκητών στα βουνά].
«Μάννα εξ ουρανού μας στέλνει ο Θεός και μας τρέφει».
«Την άλλη Κυριακή που θά ’ρθεις, φέρε μας και ένα κομμάτι σαν αντίδωρο, για να έχουμε και εμείς την ευλογία του Θεού, καθώς και ένα από τα βιβλία που διαβάζετε, για να το έχω ενθύμιο σ’ αυτόν τον ψεύτικο κόσμο».
Την άλλη Κυριακή ξανάρχεται ο άγιος ερημίτης. Τον κοινώνησε για τελευταία φορά ο παπα-Βασίλης και πριν αποχωριστούν του δίνει ο ερημίτης το κομμάτι της τροφής του λέγοντας: «Πάρε αυτό το μάννα. Να φας ένα κομμάτι και το άλλο να το βάλης στο αμπάρι των γεννημάτων του σπιτιού σου [σσ.: των σιτηρών], να έχη την ευλογία του Θεού, να είναι πάντα γεμάτο αγαθά και να μην λείψη ποτέ το ψωμί από το σπίτι σου».
Ύστερα βγάζει από τον κόρφο του ένα βιβλίο δερματόδετο και δίνοντάς το στον παπα-Βασίλη του λέει: «Πάρε αυτό το βιβλίο και όσους θα δένεις να είναι δεμένοι και όσους θα λύνεις να είναι λυμένοι». [υποσημείωση: Πρόκειται για το Ευχολόγιο της Εκκλησίας στην καραμανλίδικη γραφή (δηλ. τούρκικη γλώσσα με ελληνικά στοιχεία), που σώζεται μέχρι σήμερα ως κειμήλιο]. Μαζί με αυτό ο ερημίτης του έδωσε την ευχή του και τρόπον τινά τον έκανε κληρονόμο των χαρισμάτων που του είχε δώσει ο Θεός, και από τότε δεν ξαναφάνηκε.
Σημείωση:
Ο άγιος ιερέας Βασίλειος Κοντζικλής έζησε στην Καππαδοκία της Μικράς Ασίας το 19ο αιώνα. Ήταν ένας έγγαμος και πολύτεκνος ιερέας, πολύ πιστός, που είχε μαθητεύσει για ένα διάστημα σε κάποιους από τους αγίους ασκητές της Καππαδοκίας. Εκεί υποθέτω ότι θα είχε μάθει όχι μόνο να είναι ταπεινός και εγκρατής, αλλά και την επιστήμη της νοεράς προσευχής στο όνομα του Ιησού, με καθαρή καρδιά και απερίσπαστο νου, πράγμα που σίγουρα θα είχε καθοριστική σημασία για την πνευματική του εξέλιξη.
Σώζεται ένας κρεμαστός σταυρός με το όνομά του και τη χρονολογία 1830, καθώς και το Ευχολόγιο (λειτουργικό βιβλίο) σε καραμανλίδικη γραφή, δώρο του εν λόγω αγίου ασκητή, που ο π. Βασίλειος το χρησιμοποιούσε όταν προσευχόταν για τη θεραπεία κάποιου. Ο Θεός του είχε δώσει το προορατικό και το ιαματικό χάρισμα και είχε τελέσει αμέτρητες θεραπείες, τόσο σε χριστιανούς όσο και σε μουσουλμάνους.
Κρήτη
Οι ασκητές του Αγιοφάραγγου
Στο Αγιοφάραγγο, νότια του νομού Ηρκαλείου Κρήτης (Αστερούσια Όρη) υπάρχουν πολλά παλαιά ερημητήρια σε σπηλιές. Εκεί λένε πως ζουν και σήμερα ακόμη αόρατοι ασκητές, που έχουν το χάρισμα να παραμένουν αθέατοι, αν θέλουν, ακόμη κι αν κάποιος περάσει δίπλα τους.
Σύμφωνα με παράδοση, που μας είχε αφηγηθεί η γερόντισσα Συγκλητική, μεγαλόσχημη μοναχή στο Ρέθυμνο (ηγουμένη στο μικροσκοπικό μοναστήρι της Αγίας Τριάδας, στο λόφο του Τιμίου Σταυρού, εντός της πόλης του Ρεθύμνου), οι ασκητές αυτοί είναι υπεραιωνόβιοι, αφού παίρνουν παράταση από το Θεό να ζήσουν όσα χρόνια θέλουν. Η ίδια γερόντισσα μας είπε ότι με μια αόρατη ασκήτρια από το Αγιοφάραγγο είχε επικοινωνία ο άγιος γέροντας Κύριλλος Παναγιωτάκης από τα Ακούμια Ρεθύμνης (κοιμήθηκε 1986), εφημέριος της ίδιας μονής.
Θρύλους γι’ αυτούς αναφέρει ο Νίκος Ψιλάκης στο βιβλίο του Μοναστήρια και ερημητήρια της Κρήτης, Ηράκλειο 1994, τόμ. Α΄, σελ. 236. Παραθέτουμε τρεις:
  • Στο Γουμενόσπηλιο έρχονταν μια φορά το χρόνο οι ασκητές, από τον Πρέβελη ώς τον Κουδουμά [μοναστήρια, το ένα νότια Ρεθύμνου, το άλλο νότια Ηρακλείου]. Είχε 300 πέτρες γύρω γύρω και καθένας καθόταν στη δική του. Μετρούσανε κεφαλές και, αν έλειπε κανείς, ελέγανε: «Ο Θεός να τόνε συχωρέσει». Μόνο τότε, κάθε Λαμπρή, εθωρούσε ο ένας τον άλλο.
  • Σ’ ένα σπήλιο στο Μάρτσαλο εζούσε ένας ασκητής. Πηγαίνανε και του ζητούσαν ευλογία οι ανθρώποι, αλλά αυτός δεν εμφανιζότανε ποτέ. Έβγαζε μόνο το δαχτυλάκι του από μια τρύπα και σταύρωνε. Άνθρωπος δεν είδε ποτέ το πρόσωπό του.
  • Στον Άγιο Αντώνιο στο Αγιοφάραγγο μαζώνονται κάθε νύχτα οι ασκητές και λειτουργούνε. Τυχερός όποιος τους δει. Ένας παλιός ηγούμενος της Οδηγήτριας σηκωνότανε τα μεσάνυχτα, πήγαινε και λέγανε πως πολλές φορές έπαιρνε κι αντίδωρο.
Ρουμανία
Στις 2 Δεκεμβρίου 1998 ολοκληρώνει την επίγεια ζωή του ο πνευματικός πατέρας της σύγχρονης Ρουμανίας γέροντας Κλεόπας Ελίε (1912-1998), παιδί φτωχής οικογένειας με δέκα παιδιά, τα πέντε από τα οποία ακολούθησαν το μοναχικό βίο. Ο ίδιος μόνασε με κέντρο τη μονή της Παναγίας της Συχαστρίας, όπου κατέληξε ηγούμενος (ο προκάτοχός του τον όρισε διάδοχο και αρχικά αντιμετώπισε αντιδράσεις, γιατί ήταν απλός βοσκός της μονής), ενώ πολλές φορές αναγκάστηκε να καταφύγει στην «έρημο των δασών» διωκόμενος από το ρουμανικό καθεστώς, από το οποίο επίσης συνελήφθη και φυλακίστηκε θεωρούμενος άδικα ως αντικαθεστωτικός. Απειλούμενος από τους ληστές των δασών, τους οποίους αντιμετώπιζε με συνεχή προσευχή (πράγμα που έχει μείνει ως τάξη στη μονή Συχαστρίας μέχρι και σήμερα), βρέθηκε σε στενή σχέση με τα ζώα και τα πουλιά του δάσους, και καταγράφεται ότι πολλές φορές γνώρισε εμπειρίες που ξεπερνούν τη δική μας καθημερινότητα.
Στο βίο του αναφέρονται δύο περιπτώσεις «αόρατων» ασκητών:
α) Καταγράφεται συνάντησή του με ερημίτη των δασών, που του συστήθηκε ως ιεροδιάκονος Χριστόφορος ο Ησυχαστής. Ζούσε σε μια κρυφή σπηλιά στα δάση της Σύχλας και είχε πάντα μαζί του το κρανίο του οσίου Παύλου, πνευματικού της Αγίας Θεοδώρας της Σύχλας, ο οποίος του είχε αποκαλύψει σε όραμα τη θέση των λειψάνων του. Του είχε ζητήσει να πάρει μαζί του την αγία κάρα, αλλά να αφήσει τα υπόλοιπα λείψανα εκεί όπου βρίσκονταν.
β) Καταγράφεται επίσης η επικοινωνία του με έναν άγνωστο ασκητή από τα Καρπάθια, πρώην επίσκοπο (που «δραπέτευσε» από το επισκοπικό αξίωμα γιατί τον τραβούσε η άσκηση των βουνών), που τον επισκεπτόταν συνοδευόμενος από ζώα του δάσους και έδινε σημεία ζωής μέχρι το 1955 περίπου. Από τότε χάθηκαν τα ίχνη του (προφανώς «εκοιμήθη») και το όνομά του έμεινε άγνωστο σε όλους, εκτός ίσως από τον ίδιο τον π. Κλεόπα.
Πηγές: Βλ. αρχιμ. Ιωαννίκιου Μπαλάν, Η ζωή και οι αγώνες του Γέροντος Κλεόπα, εκδ. Ορθόδοξος Κυψέλη, Θεσσαλονίκη χ.χ., καθώς και Κλείτου Ιωαννίδη, Γεροντικό του 20ού αιώνα, εκδ. Παναγόπουλος, Αθήνα 1999, σελ. 504-512.
Ρωσία
Στην κλασική συλλογή εκτενών βιογραφιών μεγάλων αγίων ασκητών του ρωσικού βορρά, που εκδόθηκε από την Αδελφότητα του Αγίου Γερμανού της Αλάσκας με τον τίτλο Η Θηβαΐδα του Βορρά (μετάφραση στα ελληνικά και επιμέλεια έκδοσης Πέτρου Μπότση) αναφέρονται «αόρατοι ασκητές» το 16ο-17ο αιώνα, ιδίως στα νησιά Σολόφκυ. Ιδιαίτερη σχέση με κάποιους από αυτούς είχε ο άγιος Διόδωρος του Γιουριγκόρσκυ (σελ. 226 και εξής). Παραθέτω ένα μικρό απόσπασμα (σελ. 229):
[…] Κάποτε ένας μοναχός του Σολόφκυ περιφερόταν στο νησί για κάποιες υποθέσεις του μοναστηριού. Όταν κουράστηκε, θέλησε να ξεκουραστεί σ’ έναν απότομο λόφο. Θέλοντας να ξαπλώσει στο έδαφος έκανε το σταυρό του και πρόφερε δυνατά την προσευχή του Ιησού («Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με τον αμαρτωλόν»). Ξαφνικά απ’ την κορυφή του λόφου, μέσα από μια σχισμή άκουσε «Αμήν». Μη πιστεύοντας στ’ αυτιά του πρόφερε την προσευχή για δεύτερη και τρίτη φορά και πάλι άκουσε το ίδιο «Αμήν».
-Ποιος είσαι συ, άνθρωπος ή πνεύμα; Ρώτησε ξαφνιασμένος ο μοναχός.
-Είμαι ένας αμαρτωλός, απάντησε η αόρατη φωνή, και κλαίω για τις αμαρτίες μου.
-Ποιο είναι το όνομά σου και πώς ήρθες εδώ;
-Το όνομά μου και πώς ήρθα εδώ, μόνο ο Θεός γνωρίζει.
-Μόνος σου είσαι εδώ;
-Εδώ κοντά μου ζουν άλλοι δυο γέροντες. Υπήρχε κι ένας τρίτος, αλλά αποδήμησε στον Κύριο και τον θάψαμε.
-Και πώς ζεις εδώ;
-Θυμήσου, αδελφέ, τους λόγους του Κυρίου: «Ουκ επ’ άρτω μόνω ζήσεται άνθρωπος, αλλ’ επί παντί ρήματι εκπορευομενω διά στόματος Θεού» (Ματθ. δ΄ 4). Αυτός εκτρέφει και θερμαίνει τον εσωτερικό άνθρωπο. […] Εάν θέλεις να διαπιστώσεις πώς ο Κύριος τρέφει το φθαρτό σώμα μου, πάρε αυτό.
Και μ’ αυτά τα λόγια πέταξε έξω ένα κομμάτι που ο μοναχός το πήρε και το έφαγε. Ήταν από ξεραμένα βρύα και κούμαρα […].
Αντί επιλόγου
Αόρατοι ασκητές, καθώς φαίνεται, υπάρχουν πάντα και πιθανόν σε όλους τους τόπους, όπου ζουν ορθόδοξοι χριστιανοί. Ίσως και δίπλα μας. Ποτέ δεν ξέρεις πού μπορεί να αγωνίζεται ένας ασκητής. Ως έφηβος άκουγα μια πληροφορία για έναν αόρατο ασκητή στο νομό Ηρακλείου, αλλά δεν είμαι σίγουρος αν ήταν έγκυρη (ξέρουμε όμως πως και στο νομό και στην πόλη του Ρεθέμνους έχουν ζήσει, στα χρόνια μας, αγιασμένες μορφές, που μερικές φορές επιτελούσαν και θαύματα με την προσευχή τους – και ζουν ακόμη τέτοιοι άνθρωποι, αν έχουμε τα μάτια μας ανοιχτά να τους δούμε).
Εκτός από το ενδεχόμενο να ζει δίπλα μας ένας ασκητής εντελώς αθέατος και άγνωστος, αναλογίσου ότι ο γείτονάς σου ή ο συνεργάτης σου στη δουλειά ή ο υπάλληλός σου ή ένας «τρελός» ρακένδυτος ζητιάνος, που σε ενοχλεί με τη δυσωδία του, μπορεί να είναι ένας κρυφός άγιος. Ας μην είμαστε εύπιστοι, αλλά ούτε και κακόπιστοι. Οι μαρτυρίες για αφανείς και άγνωστους αγίους ασκητές «δίπλα μας» μπορεί να αμφισβητηθούν, όμως, αν μη τι άλλο, δεν επιτρέπεται να αγνοηθούν. Ας έχουμε την ευχή τους.

Αγιος Ανδρέας ο ερημίτης-Χαλκιόπουλο Βάλτου



Την Κυριακή 15 Μαΐου γιορτάζει ο Άγιος Ανδρέας ο Ερημίτης.
Γράφει ο Καθηγητής Χρήστος Γερ. Σιάσος
Κάθε ημέρα του χρόνου η Ορθόδοξη Εκκλησία μας τιμά τη μνήμη ενός ή περισσοτέρων Αγίων. Θεωρεί τους Αγίους μεγάλες προσωπικότητες, που διέπρεψαν σε αρετή, σε αγώνα και σε διάκριση. Για τους πιστούς οι Άγιοι είναι οι φωτεινοί αστέρες, που δείχνουν τη Θέωση και τον Ουρανό. Όλοι τους δίδαξαν τον λόγο του Θεού και μαρτύρησαν για την πίστη τους στον τριαδικό Θεό της αγάπης.
Σήμερα που κυριαρχεί η ισοπέδωση των πάντων, η υποτίμηση των αξιών θα πρέπει να μελετήσουμε περισσότερο του Μεγάλους Αυτούς παιδαγωγούς και μάρτυρες της Εκκλησίας μας προσφέροντας στους εαυτούς μας και στα παιδιά μας, άξια πρότυπα αρετής.
Την Κυριακή 15 Μαΐου, η τοπική μας εκκλησία γιορτάζει τον Άγιο Ανδρέα τον Ερημίτη. Όπως κάθε χρόνο έτσι και φέτος, ανήμερα της εορτής πραγματοποιείται Αρχιερατική Θεία Λειτουργία χοροστατούντος του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Αιτωλίας και Ακαρνανίας κ.κ. Κοσμά.
Κοντά στη λίμνη των Κρεμαστών στο χωριό Χαλκιόπουλο, στην περιοχή του Βάλτου και πέντε χιλιόμετρα βορειοανατολικά του χωριού συναντάμε το σπήλαιο του Αγίου Ανδρέα του Ερημίτη. Από το χωριό ως το σπήλαιο ο προσκυνητής θα πρέπει να περάσει από βατό χωματόδρομο και να φθάσει στη σπηλιά του Αγίου. Η απόσταση είναι περίπου είκοσι λεπτά και η διαδρομή φανταστική αφού θα αντικρίζει τη λίμνη των Κρεμαστών.
Το ιερό σπήλαιο όπου έμεινε ο Άγιος, έχει βάθος 200 μέτρων και πλάτος πέντε περίπου μέτρων˙ κάποιοι σπηλαιολόγοι λένε ότι η σπηλιά φθάνει μέχρι το χωριό Εμπεσός. Υπάρχει ο χώρος του Ιερού Βήματος, Αγία Τράπεζα όπου δεσπόζει η Πλατυτέρα και ο κύριος Ναός. Στο σπήλαιο υπάρχουν τοιχογραφίες που το κοσμούν, όπως οι τέσσερις Ιεράρχες Γρηγόριος ο Θεολόγος, ο Άγιος Αθανάσιος, ο Μέγας Βασίλειος και ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Ξεχωριστή θέση έχει ο Πρωτομάρτυρας Στέφανος και ο Άγιος Επιφάνιος.
Στο σπήλαιο υπάρχει η θαυματουργή εικόνα του Αγίου, η οποία χρονολογείται από το 1875. Η αρχική εκλάπη, αντίγραφο βρίσκεται στον Ιερό Ναό του Τιμίου Ιωάννου Προδρόμου στο χωριό Χαλκιόπουλοι, όπου βρίσκεται και η λειψανοθήκη.
Ο βίος του Αγίου Ανδρέα του Ερημίτη
Ο Ανδρέας, γεννήθηκε το 1209 στο Μονοδένδρι της Ηπείρου, καταγόταν από φτωχή οικογένεια και εργαζόταν στα κτήματα του πατέρα του.
Μετά από τις δουλειές παρακολουθούσε όλες τις ακολουθίες της εκκλησίας. Όταν μεγάλωσε παντρεύτηκε και απέκτησε πολλά παιδιά. Δημιούργησε μια χριστιανική οικογένεια και φρόντιζε για την σωστή ανατροφή των παιδιών με στόχο να βαδίζουν στο δρόμο του Θεού.
Ο Ανδρέας, αγαπώντας την ασκητική ζωή, εγκατέλειψε την οικογένειά του για να βρεθεί στην έρημο για περισσότερη προσευχή, άσκηση και ησυχία. Η ζωή του «γέμισε» από θλίψη, στεναχώρια, πείνα και κακουχίες˙ όλα αυτά τα υπέμεινε για να σώσει την ψυχή του.
Αφού γύρισε κάποια ιστορικά για την εποχή μοναστήρια εγκαταστάθηκε σε σπηλιά ψηλά στο βουνό Καλάνα, σε ύψος 1520 μέτρων, κοντά στο χωριό Χαλκιόπουλο.
Στη σπηλιά αυτή ο Άγιος έζησε τριάντα ολόκληρα χρόνια, τρέφονταν με καρπούς δένδρων και άγρια χόρτα, μέλημά του ήταν πάντα οι ολονύκτιες προσευχές, νηστείες και η μελέτη των βίων των Αγίων Πατέρων της εκκλησίας.
Ο διάβολος άρχισε να τρομοκρατεί τον Άγιο με διάφορους τρόπους, όμως αυτός με τη δύναμη του Σταυρού έδιωχνε τους δαίμονες από τη σπηλιά, νικούσε τον κάθε πειρασμό. Η Αγιότητά του εξαπλώθηκε σε όλη την περιοχή του Βάλτου και της Ακαρνανίας. Χριστιανοί, καθημερινά, πήγαιναν στη σπηλιά για να πάρουν την ευλογία του και να του ζητήσουν μια συμβουλή.
Με ταπείνωση, αγάπη και στοργή μιλούσε σε όλους και για όλους ήταν ο πνευματικός πατέρας, ο Θεοφόρος δάσκαλος, ο γιατρός των ψυχών. Τα χρόνια περνούσαν και ο Άγιος ένιωσε τις δυνάμεις του να τον εγκαταλείπουν ώσπου μια μέρα σταμάτησε και να μιλά˙ ήταν η 15η Μαΐου 1282, όταν ο Άγιος παρέδωσε το πνεύμα του σε ηλικία 73 ετών.
Θαύμα μεγάλο έγινε όπου στον ουρανό φάνηκαν αναμμένες λαμπάδες που σταματούσαν στο σπήλαιο πάνω από το λείψανο του Αγίου. Ήταν πραγματικά ένα θαύμα, και όλο το θέαμα έγινε αντιληπτό σε όλα τα γύρω χωριά έως την μακρινή Άρτα.
Στο Δεσποτάτο της Ηπείρου, Βασίλισσα ήταν η ευσεβής Θεοδώρα, μετέπειτα η Αγία Θεοδώρα της Άρτας, και όταν έμαθε το γεγονός με συνοδεία αξιωματούχων και πιστών πήγαν στο σπήλαιο, ασπάστηκαν το λείψανο του Αγίου παίρνοντας την ευλογία του και στη συνέχεια το κήδεψαν με τιμές εκεί, στο σπήλαιο της μετανοίας του. Μετά από όλα αυτά, η Βασίλισσα Θεοδώρα έδωσε εντολή και κτίστηκε ο Ιερός Ναός του Αγίου Ανδρέα του Ερημίτη στο χωριό.
Τα άγια και ιερά λείψανα του Αγίου, το 1794, ο ευλαβής ιερέας Ιωάννης Γεροδήμος τα πήρε και με τις οδηγίες του τότε Επισκόπου Αγράφων Δοσίθεου, τα μετέφερε στο Καρπενήσι προκειμένου να τοποθετηθούν σε αργυρές θήκες.
Στη συνέχεια, ο ιερέας επέστρεψε στο χωριό και με την προτροπή του Αγίου έγινε η ανακομιδή των λειψάνων του τα οποία δόθηκαν στα Μοναστήρια του Προσσού, της Αγίας Παρασκευής Σαρδηνίων, της Τατάρνης, της Βαρετάδας και Ρέθα.
Τα θαύματα του Αγίου Ανδρέα.
Θαύματα του Αγίου φθάνουν μέχρι στις ημέρες μας. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση κάποιου πιστού, ο οποίος επικαλούμενος τον Άγιο Ανδρέα έγινε καλά από το άγχος και το φόβο που είχε. Μάνα που αρρώστησε το παιδί της προσευχήθηκε πάνω από τον τάφο του Αγίου και το παιδί της έγινε καλά.
Απολυτίκιο του Αγίου Ανδρέα.
Επί γης βιοτεύσας ως ουράνιος άνθρωπος
Και ευαρεστήσας τον Κτίστην
Τοις απαύστοις καμάτοις σου,
Ανδρέα ερημίτα, κοινωνός
Εγένου των άυλων στρατιών.
Δια τούτο την σην μνήμην
Περιχαρώς τιμώντες ανακράξομεν
Δόξα τω σε δοξάσαντι Χριστώ,
Δόξα τω σε στεφανώσαντι,
Δόξα τω δωρουμένω δια σού
Πάσιν ιάματα.
Παραθέτουμε και ενα βίντεο του Ανδρέα Κουτσοθανάση με εκπληκτικές εικόνες απο τον χώρο του σπηλαίου.

Το ραντεβού με το Θεό


Ένας ερημίτης προσευχόταν πολύ σκληρά και επίμονα, ζητώντας να συναντηθεί με τον Θεό. Επιτέλους κατάφερε να “κλείσει” ένα ραντεβού μαζί του. “Αύριο, πάνω στο όρος” του είπε ένας άγγελος.
Την επόμενη ημέρα ο ερημίτης σηκώθηκε πολύ πρωί και κοίταξε το όρος, ήταν τελείως καθαρό από σύννεφα.
Ξεκίνησε , λοιπόν, χαρούμενος και με δέος, προς την κορυφή του βουνού. Κάποια στιγμή , εκεί που περπάταγε κατά μήκος του μονοπατιού συνάντησε έναν άνθρωπο που είχε πέσει κάτω μέσα στα αγκάθια και του ζήτησε βοήθεια. “Λυπάμαι, βιάζομαι, έχω “ραντεβού” με τον Θεό” απάντησε ο ερημίτης και συνέχισε τον δρόμο του.
Λίγο πιο κάτω συνάντησε μια γυναίκα που έκλαιγε δίπλα στο άρρωστο παιδί της “Βοήθησε με σε παρακαλώ”.”Λυπάμαι, δεν έχω χρόνο, ο Θεός με περιμένει στην κορυφή του βουνού.”
Προχώρησε ακόμα πιο γρήγορα για να μην αργήσει, αλλά εκεί που το μονοπάτι έγινε πιο δύσκολο, είδε ένα ηλικιωμένο εξαντλημένο, που του έδινε ένα ασκί “Δεν μπορώ να συνεχίσω άλλο, σε παρακαλώ πήγαινε να μου γεμίσεις το ασκί με νερό από την πηγή εδώ πιο κάτω.”Κάνε υπομονή, καλέ μου άνθρωπε, έχω ένα ραντεβού με τον Θεό και δεν θέλω να αργήσω!”
Όταν ο ερημίτης έφτασε επιτέλους στην κορυφή του βουνού, στην πόρτα της καλύβας, όπου επρόκειτο να συναντηθεί με τον Θεό , βρήκε κρεμασμένο ένα μήνυμα:” Συγχώρεσε με που δεν είμαι εδώ, αλλά πήγα να βοηθήσω εκείνους που δεν βοήθησες εσύ στο διάβα σου.”

Αυτοί λοιπόν είναι οι ξενύχτηδες του Θεού!


προσευχή
Κάποιοι ερημίτες, μοναχοί, άγνωστοι σε μας αλλά γνωστοί στο Θεό διανυκτερεύουν προσευχόμενοι για σένα.
Απόψε στο Άγιο Όρος και σε άλλα μοναστικά-πνευματικά κέντρα της Ορθοδοξίας σε όλο τον κόσμο, κάποιοι ταπεινοί άνθρωποι αγρυπνούν κάνοντας προσευχή για όλο τον κόσμο.
Κάποιοι ερημίτες σε δάση και σπηλιές, κάποιοι μοναχοί σε μικρά κελλιά, άγνωστοι σε μας αλλά γνωστοί στο Θεό, πιθανόν όμως και ολόκληρες μοναστικές αδελφότητες, διανυκτερεύουν προσευχόμενοι για σένα, αδελφέ μου, αδελφή μου, για μένα, για τους δικούς μας, για όλη την ανθρωπότητα.
Δεν προσεύχονται μόνο για να σώσουν την ταπεινή ψυχούλα τους, αλλά για τη βοήθεια, την ευλογία και τη σωτηρία όλου του κόσμου. Αυτό είναι το έργο των μοναχών στην Ορθοδοξία –και δευτερευόντως κάνουν και πολλά άλλα πνευματικά και κοινωνικά έργα.
Αλλά και ιερείς μέσα στον κόσμο, καθώς και λαϊκοί, δηλ. όχι ιερείς και μοναχοί, υπάρχουν, που προσεύχονται με φλόγα αγάπης για όλο τον κόσμο και κάποιοι απ’ αυτούς ξενυχτούν απόψε για σένα, χωρίς να σε γνωρίζουν. Ξενυχτούν για τον πονεμένο, το δυστυχισμένο, τον αδικημένο, για κάθε ψυχή.
Και ο Θεός ακούει. Η Παναγία ακούει. Οι άγιοι ακούνε. Μπορεί να φαίνεται πως δεν ακούνε, αλλά όταν φανεί ότι ακούνε, θα φανεί για τα καλά, όπως αναφέρει το pentapostagma.gr.
Ο Άγιος Πορφύριος έβλεπε τις νυχτερινές προσευχές των Αγιορειτών ν’ ανεβαίνουν στον ουρανό σαν καπνοί λιβανιού.
Ο γέροντας Σωφρόνιος, κατά την προσευχή του υπέρ όλου του κόσμου, ένιωθε την κακία των ανθρώπων να βαραίνει σα σκοτεινό σύννεφο την καρδιά του. Πρόσθετε όμως ότι, αν δεν υπήρχαν άνθρωποι που προσεύχονται με ένταση υπέρ του κόσμου, η «εξουσία του σκότους» θα ισχυροποιούσε την κυριαρχία της σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό απ’ ό,τι σήμερα (Περί προσευχής, 1994, σελ. 93-94).
Ο άγιος Βαρσανούφιος είχε πει πως οι προσευχές τριών αγίων της εποχής του εμπόδιζαν την καταστροφή του κόσμου: κάποιου από τους Αγίους Τόπους, ενός Ηλία από την Κόρινθο και ενός Ιωάννη από τη Ρώμη.
Αυτοί λοιπόν είναι οι ξενύχτηδες του Θεού. Οι ξενύχτηδες που φροντίζουν όχι να λυθούν ως διά μαγείας αυτόματα τα προβλήματά μας, αλλά να μένει κάποιο Φως ανοιχτό, για να βρίσκουμε το δρόμο μέσα στη Νύχτα και να τον δείχνουμε και σε άλλους με την αγάπη και την ιεραποστολή μας. Οι ξενύχτηδες κάθε νύχτας…
Μη σταματάς, αδελφέ μου, αδελφή μου, ένωσε την προσευχή σου μαζί τους. Ένωσε την αγάπη σου με τη δική τους, ένωση την καρδιά σου με τη δική τους. Η Νύχτα προχωράει και χρειάζομαι το Φως σου κι εσύ το δικό μου και όλοι μαζί το Φως των προσευχών εκείνων των αφανών ορθόδοξων πνευματικών εργατών και –πάνω απ’ όλα– το Φως στο οποίο οδηγούν όλα αυτά τα μικρά Φώτα των προσευχών μας: το Φως του Χριστού, το Φως Που Δεν Είναι Φως Και Γνωρίζει Το Όνομά Μας.
Αναρωτιέμαι αν στις διάφορες αιρέσεις που έχουν γίνει μόδα και χιονοστιβάδα στην εποχή μας υπάρχουν πολλοί, ή έστω και ένας, που ξενυχτάει απόψε προσευχόμενος αθόρυβα και ταπεινά για όλο τον κόσμο… Αν υπάρχει, ο Θεός ας τον ελεήσει κι ας λάμψει μέσα του το Φως της Αλήθειας και της Αγάπης.

Οι τρεις ερημίτες

Φωτογραφία για Οι τρεις ερημίτες
Ένας επίσκοπος ταξίδευε με καράβι [...]. στο ίδιο πλοίο επέβαιναν κι ένα πλήθος προσκυνητές [...]. Ανέβηκε και ο επίσκοπος στο κατάστρωμα και, καθώς περπατούσε πάνω κάτω, είδε μερικά άτομα που έστεκαν κοντά στην πλώρη και άκουγαν έναν ψαρά που έδειχνε τη θάλασσα και κάτι τους έλεγε. [...]

«Μην ενοχλείστε από την παρουσία μου», είπε ο επίσκοπος. «Ήρθα ν’ ακούσω τι έλεγε τούτος ο καλός άνθρωπος».

«Ο ψαράς μας έλεγε για τους ερημίτες», αποκρίθηκε κάποιος [...]

«Ποιους ερημίτες;» ρώτησε ο επίσκοπος [...]. «Πες μου γι’ αυτούς. Θα ’θελα να μάθω. Τι έδει- χνες;».

«Έδειχνα ένα μικρό νησί που μπορείτε να το δείτε τώρα εκεί πέρα», απάντησε ο άνδρας [...]. «Αυτό είναι το νησί όπου ζουν οι ερημίτες, με σκοπό τη λύτρωση των ψυχών τους».

[...] «Θα επιθυμούσα να τους δω», είπε ο επίσκοπος, «και θα σε πληρώσω για τον κόπο σου και για την καθυστέρηση. Δώσε μου μια βάρκα, σε παρακαλώ».

[...] Όταν έφτασαν σε μικρή απόσταση από το νησί, είδαν τρεις γέροντες, έναν ψηλό με ένα κομμάτι ψαθιού ζωσμένο στη μέση του, έναν κοντότερο μ’ ένα κουρελιασμένο αγροτικό χιτώνιο κι έναν πολύ γηραλέο, καμπουριασμένο από τα χρόνια, που φορούσε ένα παλιό ράσο — και οι τρεις να στέκονται πιασμένοι χέρι χέρι.

Οι άνδρες [...] σταμάτησαν τη βάρκα χρησιμοποιώντας τον γάντζο, ενώ ο επί- σκοπος κατέβαινε στη στεριά.

Οι γέροντες υποκλίθηκαν μπροστά του, κι εκείνος τους έδωσε την ευλογία του, κάτι που τους έκα- νε να υποκλιθούν βαθύτερα. Κατόπιν ο επίσκοπος άρχισε να τους μιλά.

«Άκουσα», είπε, «ότι εσείς, οι θεοσεβείς άνθρωποι, ζείτε εδώ για να σώσετε τις ψυχές σας και προσεύχεστε στον Κύριο Ημών Ιησού Χριστό για τον πλησίον σας. Εγώ, ένας ανάξιος υπηρέτης του Χριστού, κλήθηκα, ελέω Θεού, να φυλάξω και να διδάξω το ποίμνιό Του. Θέλησα να δω κι εσάς επίσης, τους δούλους του Θεού, και να κάνω ό,τι μπορώ για να σας μεταφέρω το λόγο Του».

Οι τρεις γέροντες αλληλοκοιτάχτηκαν χαμογελώντας, αλλά παρέμειναν σιωπηλοί.

«Πείτε μου», είπε ο επίσκοπος, «τι κάνετε για να σώσετε τις ψυχές σας και πώς υπηρετείτε τον Θεό σ’ αυτό το νησί;»

Ο δεύτερος ερημίτης αναστέναξε και κοίταξε τον γηραιότερο, τον πιο μεγάλο απ’ όλους. Ο τελευ- ταίος χαμογέλασε και είπε:

«Δεν ξέρουμε πώς να υπηρετήσουμε τον Κύριο. Εμείς απλώς υπηρετούμε και υποστηρίζουμε ο ένας τον άλλον, δούλε του Θεού».

«Ναι, αλλά πώς προσεύχεστε στον Θεό;» ρώτησε ο επίσκοπος.

«Προσευχόμαστε ως εξής», αποκρίθηκε ο ερημίτης. «Τριάς εσύ, Τριάς εμείς, ελέησον ημάς». [...] Ο επίσκοπος χαμογέλασε.

«Φαίνεται πως κάτι ακούσατε για την Αγία Τριάδα», είπε. «Αλλά δεν προσεύχεστε σωστά. [...]

Ακούστε και επαναλάβετε μετά από μένα: “Πάτερ ημών”».

Και ο πρώτος γέροντας είπε μετά απ’ αυτόν, «Πάτερ ημών», είπε και ο δεύτερος «Πάτερ ημών» και συμπλήρωσε και ο τρίτος «Πάτερ ημών».

«Ο εν τοις ουρανοίς», συνέχισε ο επίσκοπος.

Ο πρώτος ερημίτης είπε, «Ο εν τοις ουρανοίς», αλλά ο δεύτερος πρόφερε αδέξια τις λέξεις και ο τρίτος δεν μπόρεσε να τις πει σωστά. [...]

Ο επίσκοπος δεν έφυγε παρά αφού τους έμαθε όλη την Κυριακή Προσευχή, ώστε να μην την επα- ναλαμβάνουν μόνο μετά απ’ αυτόν, αλλά να τη λένε μόνοι τους. [...]

[...] Μόλις ο επίσκοπος έφτασε στο καράβι και επιβιβάστηκε, βίραραν την άγκυρα και ξεδίπλωσαν τα πανιά. [...]

Ο επίσκοπος δεν ήθελε να κοιμηθεί αλλά καθόταν μόνος στην πρύμνη. [...] Ευχα- ρίστησε τον Θεό που τον έστειλε να διδάξει και να βοηθήσει τους τρεις θεοσεβούμενους. [...]

Ξαφνικά είδε κάτι λευκό και λαμπερό, πάνω στο φωτεινό μονοπάτι που χάραζε το φεγγάρι στη θάλασσα. [...] Σηκώθηκε και είπε στον τιμονιέρη:

«Κοίταξε εκεί, τι να ’ναι τούτο, φίλε μου; Τι να ’ναι τούτο;» επανέλαβε ο επίσκοπος, αν και τώρα έβλεπε καθαρά τι ήταν — οι τρεις ερημίτες που έτρεχαν πάνω στο νερό κι άστραφταν πάλλευκοι, τα γκρίζα γένια τους έλαμπαν και πλησίαζαν το καράβι θαρρείς κι αυτό δεν κινούνταν καθόλου.

Ο τιμονιέρης κοίταξε και παράτησε τρομαγμένος το τιμόνι.

«Ω, Κύριε των Δυνάμεων! Οι ερημίτες τρέχουν ξοπίσω μας πάνω στο νερό θαρρείς και πατάνε σε στεριά!»

Οι επιβάτες που τον άκουσαν πετάχτηκαν πάνω και στριμώχτηκαν στην πρύμνη. Είδαν τους ερη- μίτες να καταφτάνουν, πιασμένους χέρι χέρι, και τους δύο ακρινούς να κάνουν νόημα στο πλοίο να σταματήσει. Και οι τρεις γλιστρούσαν πάνω στο νερό χωρίς να κουνάνε τα πόδια τους. Προτού μπορέσει το καράβι να σταματήσει, οι ερημίτες το είχαν φτάσει και, σηκώνοντας τα κεφάλια τους, άρχισαν και οι τρεις να μιλούν με μια φωνή:

«Ξεχάσαμε αυτά που μας έμαθες, δούλε του Θεού. Όσο τα επαναλαμβάναμε τα θυμόμασταν αλλά, μόλις σταματήσαμε να τα λέμε για λίγο, μας ξέφυγε μια λέξη και τώρα τις χάσαμε όλες. Δεν μπορούμε να θυμηθούμε τίποτα. Δίδαξέ μας ξανά».

Ο επίσκοπος έκανε το σταυρό του και σκύβοντας πάνω από την κουπαστή είπε:

«Η δική σας προσευχή είναι που θα φτάσει στον Κύριο, άγιοι άνθρωποι. Εγώ δεν είμαι σε θέση να σας μάθω προσευχές. Προσευχηθείτε εσείς για μας τους αμαρτωλούς».

Και ο επίσκοπος υποκλίθηκε βαθιά μπροστά τους τρεις γέροντες. κι εκείνοι γύρισαν και επέστρε- ψαν πίσω, πάνω από τη θάλασσα. Κι ένα φως έλαμπε, μέχρι το χάραμα, στο σημείο όπου είχαν χαθεί.

Τολστόι, Λ. (2006). Οι τρεις ερημίτες. Μτφρ. Γ. Κονδύλης.
paraklisi

Όσιος Ιωάννης ο Ερημίτης και οι 98 Πατέρες


Όσιος Ιωάννης ο Ερημίτης και οι 98 Πατέρες


Οι 99 Πατέρες, φύλακες και προστάτες της Κρήτης, με πρώτο τον Ιωάννη τον Ερημίτη τιμούνται από την Εκκλησία μας και ιδιαίτερα της Κρήτης στις 7 Οκτωβρίου.
Ο Όσιος Ιωάννης καταγόταν από την Αίγυπτο και μαζί μ' άλλους 36 όσιους πατέρες αναχώρησαν για την Κύπρο. Από την Κύπρο τους ακολούθησαν άλλοι 39 Πατέρες, από διάφορα μέρη που ζούσαν εκεί ασκητικά και έφτασαν οι 36+39=75 στην Ατάλλεια της Μικράς Ασίας.
Εκεί ενώθηκαν μ' άλλους 24 μοναχούς, έτσι συμπληρώθηκε ο αριθμός (36+39+24= 99) Πατέρες, με 100ο και οδηγό τους τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό.

Από την Αττάλεια στη Γαύδο
Από την Αττάλεια μπήκαν σε πλοίο με προορισμό την Κρήτη, όμως ο άνεμος τους ανάγκασε ν' αγκυροβολήσουν στη Γαύδο, ύστερα από μεγάλη θαλασσοταραχή.
Στη Γαύδο παρέμειναν 24 ημέρες και στη συνέχεια έφυγαν για την Κρήτη και αποβιβάστηκαν στην Παλαιόχωρα, όμως τότε είδαν ότι απουσίαζε ο Ιωάννης, που ο Θεός θέλοντας να δείξει τη δύναμή του τον άφησε στη Γαύδο.
Τότε οι 98 Πατέρες με πίστη στον Θεό άρχισαν να φωνάζουν:
«Αδερφέ Ιωάννη, έλα κοντά μας και μη φοβάσαι», ψάλλοντας διάφορα τροπάρια.
Ο Ιωάννης πήγε στην παραλία της Γαύδου και αφού έκανε το σημείο του σταυρού άπλωσε το ράσο του και σε λίγο ήταν κοντά με τους άλλους 98 Πατέρες.
Τότε αναχώρησαν όλοι για τα βουνά της Κρήτης για να βρουν σπήλαια να μείνουν. Ήρθαν κοντά στο χωριό Αζωγυρέ, μοιράστηκαν σε δύο ομάδες και επέρασαν το υπόλοιπο της ζωής τους σε δύο σπήλαια προσευχόμενοι στον Θεό.
Ο Ιωάννης θέλοντας να μείνει μόνος του, φανέρωσε στους αδερφούς του την πρόθεσή του, τους αποχαιρέτησε και πήγε ν' ασκητεύσει σ' άλλο μέρος, με περισσότερη ησυχία, στη Σπηλιά Κισσάμου, για να καταλήξει αργότερα στο Ακρωτήρι Χανίων.
Η τροφή του ήταν χόρτα, σκινόκαρπος και χαρούπια, αποτέλεσμα να είναι πολύ αδύνατος και να μην μπορεί να σταθεί όρθιος.

Πληγώθηκε θανάσιμα από κυνηγό
Μια μέρα στις 6 Οκτωβρίου πηγαίνοντας σκυφτός, θεωρήθηκε άγριο ζώο από κάποιο βοσκό-κυνηγό, που τον χτύπησε βαριά. Πληγωμένος ο Ιωάννης σύρθηκε μέχρι τη σπηλιά του όμως ο βοσκός ακολουθώντας τις κηλίδες αίματος ήρθε στη σπηλιά όπου είδε τον Ιωάννη με σταυρωμένα τα χέρια. Κατάλαβε αμέσως το λάθος και κλαίγοντας τον παρακάλεσε να τον συγχωρέσει.
Ο Ιωάννης του είπε: «Ο Θεός παιδί μου να σε συγχωρέσει» και αμέσως παρέδωσε την ψυχή του στο Θεό. Ο βοσκός στη συνέχεια σ' όλα τα Χανιά έλεγε το σφάλμα του, αλλά και για τον Άγιο που έγινε γνωστός σ' όλη την Κρήτη και πολλοί πιστοί πήγαιναν στο μέρος αυτό να προσκυνήσουν.
Όλοι οι άλλοι Άγιοι 98 Πατέρες μόλις το έμαθαν παρακάλεσαν τον Θεό να τους αναπαύσει όλους την ίδια εκείνη μέρα.
Όσο και να φαίνεται παράδοξο και απίστευτο στους ανθρώπους όλοι οι Πατέρες πέθαναν την ίδια μέρα ακουμπώντας τα ραβδιά τους ο ένας πάνω στον άλλο, έγερναν τα κεφάλια τους στους ώμους και προσευχόμενοι παρέδωσαν το πνεύμα τους από τις 3-7 η ώρα, την ίδια μέρα στις 6 Οκτωβρίου.
Προς τιμήν του γιορταζόταν στις 6 Οκτωβρίου μέχρι το 1632, όπου μετατέθηκε στις 7 Οκτωβρίου από τον πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Κύριλλο, επειδή την ημέρα αυτή τιμάται ο Απ. Θωμάς.

Απολυτίκιον
Η μεγαλόνησος Κρήτη ευφραίνεται, ότι εν όρεσιν αυτής ενίκησαν τον πολυμήχανον εχθρόν, Πατέρες οι Θειότατοι, δάκρυσι νη στείαις τε, προσευχαίς και δεήσεσιν' όθεν και τα πνεύματα συν αγγέλοις αγάλλονται, τα λείψανα τα θεία δε τούτων ρώσιν χαρούζουσι τοις κάμνουσι.

Η Μονή Γδερνέτου Χανίων
Σε απόσταση περίπου 20 χλμ. από τα Χανιά και στο ΒΑ μέρος του Ακρωτηρίου, υπάρχει η ιστορική Σταυροπηγιακή (υπαγόταν απ' ευθείας στο Πατριαρχείο) μονή Γουβερνέτου.
Για να φτάσουμε εκεί, περνούμε πρώτα από την Ι.Μ. Αγίας Τριάδας και ανηφορίζοντας μέσα από βραχώδεις λόφους φτάνουμε στη Μ. Γουβερνέτου, φρουριακής μορφής 40x50 μ., με 50 θολωτά κελιά. Τιμάται η Κυρία των Αγγέλων (Εισόδια), ενώ έχει δύο παρεκκλήσια Αγ. Ιωάννη Ερημίτη (7 Οκτωβρίου) και Αγ. Δέκα (23 Δεκεμβρίου). Η χρονολογία της εισόδου αναφέρει το 1537, όμως πιστεύεται ότι ιδρύθηκε τον 11ο αιώνα, τότε που οι πειρατές στα παράλια της Κρήτης ανάγκασαν τους μοναχούς της Μονής Καθολικού, που ήταν κοντά στη θάλασσα να την εγκαταλείψουν και να εγκατασταθούν σε ασφαλέστερο μέρος.
Λέγεται ότι ύστερα από μια θανατηφόρο νόσο οι περισσότεροι καλόγεροι της μονής πέθαναν, ενώ είχαν αρχίσει το κτίσιμο πολυτελούς μονής στη θέση Γδερνέτο.
Το τοπωνύμιο προέρχεται από το επίθετο Γδερνέτος (από το γδέρω - εκδέρω).
Φαίνεται πως από εκεί πήρε την ονομασία Γουβερνέτο.
Η Μονή στη θέση αυτή εγκαταλείφθηκε μισοτελειωμένη, υπάρχουν και σήμερα ίχνη της οικοδομής, για δύο λόγους: Εξαιτίας της θανατηφόρου νόσου, που θεωρήθηκε τιμωρία του Αγίου, επειδή εγκατέλειψαν τη Μονή του Καθολικού και επειδή στο μεταξύ οι Τούρκοι κατέλαβαν την Κρήτη.
Η Μονή καταστράφηκε από πυρκαγιά πριν το 1765. Στην Επανάσταση του 1821 έσφαξαν τους περισσότερους καλόγερους και κατέστρεψαν τη Μονή.
Γι' αυτό δεν έχει πολύτιμα κειμήλια και λείψανα, μόνο θήκες λειψάνων και τμήμα της Κάρας Αγ. Ιωάννη Ερημίτη.

Η Μονή Αγ. Ιωάννη Ερημίτη
Σε μικρή απόσταση προς βορρά της Μονής Γουβερνέτου, μέσα σ' ένα άγριο και μεγαλόπρεπο φαράγγι, που το λένε Αυλάκι, είναι κρυμμένη, αόρατη από τη θάλασσα κι από τα γύρω υψώματα, η Μονή του Αγίου Ιωάννου του Ερημίτη, περισσότερο γνωστή με το όνομα: Καθολικό. Μια γραφική γέφυρα 50 μ. μήκους, 30 μ. ύψους και 15 μ. πλάτους ενώνει τη βαθιά και αφιλόξενη χαράδρα, που φθάνει μέχρι τη θάλασσα και το κατάστρωμα της γέφυρας αποτελεί την αυλή της Μονής.
Η εκκλησία του Αγίου Ιωάννου διαστάσεων 6x4μ. είναι λαξευμένη στο βράχο και μόνο η δυτική πρόσοψη είναι κτισμένη με τοιχοποιία.
Γύρω στην αυλή υπάρχουν τα κελιά, αλλά και στην απότομη πλαγιά υπάρχουν σκήτες, όπου ασκήτεψαν αναχωρητές, οι οποίοι τρέφονταν με τρόφιμα που τους κρεμούσαν σε καλάθια.
Πιστεύεται ότι είναι η πρώτη Μονή που ιδρύθηκε στην Κρήτη τον 6ο ή 7ο αιώνα. Πιστεύεται ακόμα ότι η Μονή ιδρύθηκε από τον ίδιο τον Άγιο Ιωάννη τον Ερημίτη, όπου πέρασε εκεί τα περισσότερά του χρόνια και «κοιμήθηκε» μέσα στο σπήλαιο.
Το Καθολικό ερημώθηκε, γιατί πέθαναν οι περισσότεροι καλόγεροι και όσοι απέμειναν έφυγαν.
Στην απομονωμένη Μονή του Καθολικού, της οποίας ηγούμενος ήταν τότε ο Ανανίας Καλυβιώτης, αποφάσισαν οι ριζάρχες της Δυτικής Κρήτης να επαναστατήσουν κατά της Βενετίας και να ιδρύσουν ελεύθερη κρητική πολιτεία. Πρόκειται για τη γνωστή Επανάσταση του Καντανολέον, που τόσο αμφισβητήθηκε.
Δίπλα και προς τα αριστερά της εκκλησίας, βρίσκεται η είσοδος του σπηλαίου, όπου έζησε κι απέθανε ο Άγιος Ιωάννης.
Το σπήλαιο ήταν κοίτη ποταμού και έχει βάθος 135 μ., έκτασης 1.500 τ.μ., με υδατοδεξαμενή, που το νερό πιστεύεται ότι είναι αγίασμα. Εκεί μέσα κοιμήθηκε ο Άγιος.

Σε 10 σπήλαια χτίστηκαν ναοί του
Στην περιοχή Μαραθοκεφάλα στη Σπηλιά Κισάμου, 25 χλμ. δυτικά των Χανίων βρίσκεται το σπήλαιο Αγ. Ιωάννη, μέρος όπου έζησε ένα διάστημα. Κάθε χρόνο την ημέρα της γιορτής του, 7 Οκτωβρίου τιμάται η μνήμη του, ενώ τα μεσάνυχτα των Χριστουγέννων γίνεται Αναπαράσταση της Γέννησης του Κυρίου. Σε 10 συνολικά σπήλαια των Χανίων χτίστηκαν ναοί, προς τιμήν του, μέρη στα οποία έζησε κατά τον 16ο αιώνα.

Μη φοβάσαι δεν είσαι μόνος! Dogma

μόνος

Μόνος είναι εκείνος που δεν γνωρίζει τον Θεό ακόμα και αν όλοι οι άνθρωποι συναναστρέφονται μαζί του.

Μόνος είναι εκείνος που  και στην πιο πολυάριθμη κοινωνία, θα έλεγε- όπως και τώρα λένε κάποιοι- «βαριέμαι, δεν ξέρω τι θέλω να κάνω με τον εαυτό μου, όλα είναι βαρετά».
Αυτές είναι ψυχές άδειες από τον Θεό, φλοίδες χωρίς κουκούτσι, στάχτη χωρίς κάρβουνο. Αλλά εσύ δεν είσαι μόνος αφού είσαι πλάι στον Κύριο και ο Κύριος δίπλα σου.
Άκουσε πώς ο μεγάλος Παύλος , ο απόστολος της οικουμένης, ήταν κάποτε εγκαταλελειμμένος απ” όλους, και πώς μιλά: «᾿Εν τῇ πρώτῃ μου ἀπολογίᾳ οὐδείς μοι συμπαρεγένετο, ἀλλὰ πάντες με ἐγκατέλιπον· μὴ αὐτοῖς λογισθείη· ὁ δὲ Κύριός μοι παρέστη καὶ ἐνεδυνάμωσέ με, ἵνα δι” ἐμοῦ τὸ κήρυγμα πληροφορηθῇ καὶ ἀκούσῃ πάντα τὰ ἔθνη· καὶ ἐρρύσθην ἐκ στόματος λέοντος.» ( Β” Τιμ. 4, 16-17 ) .

Βλέπεις, λοιπόν, πόσο άγια σκέφθηκε και μίλησε ο δούλος του Χριστού Παύλος σ” εκείνες τις πρώτες μέρες, όταν στον κόσμο δεν υπήρχε ακόμα ούτε ένας χριστιανικός ναός, ούτε ένας χριστιανός άρχοντας! Ενώ σήμερα όλη η γη είναι στολισμένη με χριστιανικούς ναούς και οι χριστιανοί απαριθμούνται σε κάτι εκατοντάδες εκατομμύρια.
Μη λυπάσαι, λοιπόν, επειδή αισθάνεσαι μοναξιά στον δικό σας τόπο. Αν αισθάνεσαι σαν να είσαι στην έρημο, όπως γράφεις, γνώριζε ότι πολλοί στην έρημο σώθηκαν. Αλλά όλοι αυτοί οι ερημίτες του Θεού ανήλθαν στη μεγάλη κοινωνία του Θεού και των αγγέλων του Θεού.
Υπήρχαν άνθρωποι που για πενήντα ολόκληρα χρόνια δεν είδαν ανθρώπινο πρόσωπο και όμως δεν έλεγαν «είμαστε μόνοι»! Αφού ο Θεός ήταν μαζί τους και αυτοί με τον θεό. Μπορείς να ζήσεις χωρίς κανέναν και χωρίς τίποτα∙ χωρίς τον Θεό όμως δεν μπορείς. Αυτή είναι η δική τους μαρτυρία που την παρέδωσαν στην Εκκλησία ως κάποιο κεφάλαιο δικό της.
Δεν είναι γνωστό εάν κάποιος άθεος μπόρεσε να επιζήσει επί πενήντα χρόνια σε πλήρη μοναξιά στην έρημο. Αυτό δεν έχει σημειωθεί στην ιστορία του ανθρώπινου γένους. Δεν είναι σε θέση ένας άθεος να πράξει κάτι τέτοιο.
Σ ε κάποιον σαν αυτόν είναι βαρετό να ζει μέσα στην κοινωνία των ανθρώπων και ακόμα πιο μονότονο- ακόμα και αδύνατο- έξω από την κοινωνία. Διότι ο άθεος αναζητά τους ανθρώπους για να τους κεντρίσει την καρδιά με την αθεΐα του και να θρέψει τον εαυτό του με τον πόνο τους.

Αλλά στην έρημο ποιόν να βρει να φάει παρά μόνον τον ίδιο του τον εαυτό; Και με ποιανού τον πόνο να τραφεί παρά με τον δικό του;
Γι’ αυτό απογείωσε τις σκέψεις σου στα πνευματικά ύψη όπου κατοικεί Εκείνος που μόνος Του είναι η μεγαλύτερη και τρυφερότερη κοινωνία από κάθε ανθρώπινη κοινωνία. Εκείνον να υπηρετείς, μ” Εκείνον να συναναστρέφεσαι, σ’ Εκείνον να μιλάς, για Εκείνον αγωνίσου, Εκείνον αγάπα με όλη σου την καρδιά, με όλον τον νου σου.
Εκείνος θα βρει τρόπους να ανοίξει τα μάτια των γειτόνων σου και την καρδιά τους, ώστε να εμφανίσει σ” αυτούς τη ζωντανή πίστη σ” Αυτόν. Τότε στον τόπο σου θα ψάλλεται η δόξα του Θεού όχι μόνον από έναν σολίστ, όπως τώρα, αλλά από μία χορωδία.
Ειρήνη και υγεία από τον Θεό.
Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς
Από το βιβλίο: «Δεν φτάνει μόνο η πίστη»
Πηγή: esperinos.gr
Tags: ,

Μοναχός Θεόκτιστος: Ο Άγιος Ερημίτης του 20ου αιώνα Πάτμος: Το Ιερό Νησί της Θείας Αποκαλύψεως


Πάτμος:
Το Ιερό Νησί της Θείας Αποκαλύψεως


Το 1875 μ.Χ., χίλια επτακόσια ογδόντα χρόνια μετά από το Κοσμοϊστορικό αυτό Γεγονός (της Συγγραφής του Βιβλίου της Ιεράς Αποκαλύψεως από τον Άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο), φτάνει στον Αγιασμένο αυτό Τόπο ένας άγνωστος προσκυνητής, για τον οποίο κανένας δεν γνώριζε τίποτα μέχρι τότε, που έμελλε όμως να παραμείνει εκεί για πάντα και να προσθέσει το όνομά του μέσα στην Αθάνατη Ιστορία της Αγίας μας Εκκλησίας, ως ένας από τους Αγίους Ερημίτες Της, ως ο Ερημίτης της Πάτμου Θεόκτιστος. Τα στοιχεία που μας επέτρεψε ο ίδιος να γνωρίζουμε για το προηγούμενο κομμάτι της ζωής του είναι απειροελάχιστα. Ήταν σε ηλικία 45 ετών (γεννήθηκε δηλαδή το 1830), όταν με μία βάρκα που τον έφερε από την γειτονική Κω είχε έλθει στην Πάτμο προσκυνητής. Φαινόταν Ιεροπρεπής, ρωμαλέος άνδρας με αυστηρό πρόσωπο και μάτια γεμάτα φως, που ξέχυναν σ’αυτό μια μυστική γλυκήτητα.
Οι Πατέρες στη Μεγάλη Μονή της Χώρας τον δέχτηκαν με τιμή. Ήταν ο εραστής της αδιάλλειπτης προσευχής και της ερήμου. Υπήρχε γι’αυτόν μία φήμη ότι ήταν Επίσκοπος. Ο ίδιος δεν θα κάνει ποτέ λόγο ούτε καν για Ιερωσύνη. Θα αρκεσθεί μόνο να απαντήσει στο γενικό σιωπηλό ερώτημα, σχετικά με το ποιος ήταν και γιατί ήλθε να ασκητέψει στο Νησί αυτό, που ακούστηκε η Φωνή του Θεού «ως ήχος υδάτων πολλών»: «Αφιερώθηκα στον Θεό. Όταν ήμουν στον κόσμο συνάντησα ανθρώπους, που προσπαθούσαν να κάνουν το καλό αλλά αμαρτάνοντας. Δυστυχώς και εγώ το ίδιο έκανα. Έτσι αποφάσισα να φύγω μόνος μου κάπου, ώστε τουλάχιστον να μην πληγώνω κανέναν. Προσεύχομαι ώστε ο Θεός να μου συγχωρήσει όλα μου τα αμαρτήματα. Θα πεθάνω και πρέπει να παρουσιασθώ μπροστά Του και σκέπτομαι τι θα Του απαντήσω».
Τα λόγια του είχαν βαθύ σεβασμό και ο τρόπος του σεμνός και ειλικρινής όπως ήταν, εντυπωσίαζε. Εφοδιασμένος με Πατριαρχική άδεια από την Κωνσταντινούπολη, εγγράφεται στην Ιερά Μονή του Θεολόγου, αλλά παρά τις παρακλήσεις των Πατέρων φεύγει στην έρημο, ψάχνοντας ήσυχο τόπο για ασκητήριο. Θα διατηρεί πάντα καλούς δεσμούς με το Μοναστήρι, θα παρακολουθεί τις Αγρυπνίες, θα μένει κατά διαστήματα στο κελλί που ισόβια του παραχώρησαν και που σώζεται μέχρι σήμερα. Οι Πατέρες όλοι και ο Ηγούμενος προσηκώνονταν και του προσέφεραν το στασίδι τους, από τη στιγμή που τον αντιλαμβάνονταν να μπαίνει στο Ναό κατά τις Ακολουθίες. Εκείνος όμως δεν δέχεται ποτέ την τιμή, ούτε θορυβείται. Ήσυχα και σταθερά θα πει: «Εσύ είσαι ο Ηγούμενος, στη θέση σου! Ή καλώς για Ευλογία ή κακώς για τιμωρία, ο Θεός σε έβαλε». Και θα αποσυρθεί σεμνά σε μία γωνία. Η δε γνώμη του ήταν σεβαστή από όλους.
Η πρώτη του ασκητική κατοικία γίνεται επί μία τετραετία το «κάθισμα του Απολλώ», μια αληθινή άβατη έρημος αντίκρυ στο Ικάριο και τα βραχώδη πλευρά του όρους Γερανού. Ο Θεόκτιστος είναι ο ασκητής που δεν φοβάται τη δουλειά. Πάντα θα σκάβει τη γη, θα κουβαλάει πέτρες, θα χτίζει. Εργάζεται και προσεύχεται τόσο απορροφημένος από την Ευχή του Ιησού (το «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με τον αμαρτωλόν»), που οι επισκέπτες διστάζουν να τον διακόψουν, αλλά τα πουλιά που συντροφεύουν με κελαηδήματα τη δουλειά και την προσευχή του Ερημίτη, φεύγουν να κρυφτούν στα δέντρα και από αυτό τους αντιλαμβάνεται και διακόπτει για να τους καλοδεχτεί. Είναι καταδεκτικός και φιλόξενος. Τον χαρακτηρίζει η αρετή της διακρίσεως. Παρά την επιβλητική και αυστηρή του εμφάνιση οι άνθρωποι τον αγαπούν βαθειά και τον ευλαβούνται. Τρέχουν να ακουμπήσουν τις θλίψεις και τις αμαρτίες τους. Κι εκείνος ποτέ δεν αποπαίρνει κανέναν. Γλυκής, ευγενής, σοβαρός, ακούει με προσοχή και προσεύχεται, συμβουλεύει με αληθινή σοφία και αγάπη. Πότε-πότε αφήνει και το ασκητήριο όταν τον παρακαλούν και έρχεται στη Χώρα, για να συμφιλιώσει εχθρούς, για να φέρει στα σπίτια την ειρήνη. Κι όταν ο Παράκλητος επιπνεύσει στην καθαρή και αγία του καρδιά, έρχεται και απρόσκλητος. Χτυπάει την πόρτα εκείνων που ο πειρασμός τους αναταράζει και ρωτάει: «Θέλετε να με δεχθείτε; Ο Χριστός με έστειλε. Αν δεν θέλετε, να με διώξετε, αλλά θα λυπηθεί ο Χριστός». Όταν άκουγε μια κακή φήμη έλεγε: «Φταίτε όλοι, από τον πιο μικρό ως τον πιο μεγάλο» και η βροντώδης φωνή του τους συνετάραζε όλους.
Με το μεγάλο κομποσχοίνι του έκανε δύο χιλιάδες μετάνοιες γονατιστές την ημέρα και έκλαιγε για τις αμαρτίες τις δικές του και όλων των ανθρώπων. Στο ερημητήριό του ήταν ανυπόδητος και η διατροφή του λιτότατη. Μόνο Σάββατο και Κυριακή κατέλυε το λάδι. Μελετούσε πολύ την «Φιλοκαλία» και Μετελάμβανε συχνά των Αχράντων Μυστηρίων, γνωρίσματα των γνήσιων «Κολλυβάδων».
Στο σημείο αυτό αξίζει να αναφερθούμε λίγο στους «Κολλυβάδες», τους Αγίους αυτούς Πατέρες της Εκκλησίας μας που εμφανίστηκαν τον 18ο αιώνα και ήταν γνήσια Γεννήματα του Αγίου Όρους. Τους ονόμασαν έτσι χλευαστικά από τα «Κόλλυβα», διότι όπως πολύ σωστά υποστήριζαν (στηριζόμενοι πάντα στην Ιερά Παράδοση της Αγίας μας Εκκλησίας), τα Ιερά Μνημόσυνα δεν πρέπει ποτέ να τελούνται την ημέρα της Κυριακής, αλλά την ημέρα του Σαββάτου. Κι αυτό γιατί κάθε Κυριακή εορτάζουμε την Ανάσταση και δε γίνεται να ασχολούμαστε συγχρόνως και με το νικημένο θάνατο. Το δε Σάββατο, το οποίο είναι αφιερωμένο από την Εκκλησία μας στους κεκοιμημένους, αυτό αποτελεί την κατάλληλη ημέρα για την τέλεση των Ιερών Μνημοσύνων.
Κι όμως, για τη στάση τους αυτή υπέστησαν ταπεινώσεις και διωγμούς από το ίδιο το Πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως! Παρόλα αυτά οι «Κολλυβάδες» δεν πτοήθηκαν και κράτησαν την Ορθοδοξία ανόθευτη και ακέραιη, αντιδρώντας σθεναρά σε όλες τις αιρέσεις και τις κακοδοξίες της εποχής τους (όταν η πνευματική αποσύνθεση των Ρωμαιοκαθολικών αλλά και γενικότερα της Δύσης, είχε πια επηρεάσει επικίνδυνα τις Ορθόδοξες χώρες της Ανατολής), όπως για παράδειγμα στις κακοδοξίες του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού (που έκανε θραύση στην Ευρώπη την εποχή εκείνη), ο οποίος προωθούσε ένα μοντέλο ανθρώπου που δεν θα στηριζόταν ούτε θα υπολόγιζε τον Θεό, αλλά μόνο τις δικές του δυνάμεις, σε αντίθεση με την Ελληνορθόδοξη Τοποθέτηση του ανθρώπου κάτω από την Σκέπη του Θεού και την εξάρτησή του από την Σώζουσα Χάρη Του.
«Πρύτανής» τους θεωρείται ο πνευματικός ογκόλιθος της Ορθοδοξίας (αλλά και της Χριστιανοσύνης γενικότερα) Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, ενώ γνωστότερες Μορφές μεταξύ άλλων υπήρξαν ο Άγιος Αθανάσιος ο Πάριος ο Θαυματουργός και ο Άγιος Μακάριος ο Επίσκοπος Κορίνθου ο Νοταράς. Τα οστά πολλών από αυτούς Ευωδίασαν και Θαυματούργησαν. Μ’ένα λόγο σ’εκείνους χρωστάμε το ότι υπάρχει ακόμα Ορθοδοξία σήμερα στην Ελλάδα, αλλά και αλλού, όπως για παράδειγμα στη Ρωσία και τη Ρουμανία.
Ας επιστρέψουμε όμως στον Ερημίτη της Πάτμου, ο οποίος όπως προαναφέραμε ελάμπρυνε ακόμα περισσότερο τον βίο του με τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα των «Κολλυβάδων». Ο Άγιος αυτός ασκητής θα αλλάξει πολλούς τόπους διαμονής, αναζητώντας πάντα την απαράκλητη έρημο, το απερίσπαστο και το να είναι μόνος με το Θεό. Μετά το «κάθισμα του Απολλώ» τον συναντάμε στη Ζαρροή, ένα μέρος με άφθονα ύδατα. Εδώ θα εργάζεται με τα χέρια στη γόνιμη γη και θα λέει αδιάλειπτα την Προσευχή των ησυχαστών: «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με τον αμαρτωλόν». «Αισθάνομαι τόση γλυκήτητα, ώστε δεν μπορώ να κοιμηθώ το βράδυ. Όταν λέω την Ευχή είναι σα ν’ακούω χιλιάδες Αγγέλους να ψάλλουν» εκμυστηρεύτηκε κάποτε.
Στον τόπο αυτό το περιβόλι του θα έχει μια αληθινά Ευλογημένη παραγωγή. Οι τέσσερις-πέντε ντοματιές του βγάζουν 200 οκάδες ντομάτες. Το αμπέλι του έγινε το καλύτερο της περιοχής. Οι αμπελουργοί του κάμπου έρχονται να το δουν και να το θαυμάσουν. Τότε είναι που ο Θεόκτιστος τα εγκαταλείπει όλα και φεύγει! Ο ίδιος έλεγε στον εαυτό του: «Θεόκτιστε έχεις πολλά αγαθά, φάγε, πίε και ευφραίνου!». «Γιατί φεύγεις;» τον ρωτούσαν. «Πειρασμός!» ήταν η λακωνική του απάντηση. Η επιτυχία ήταν γι’αυτόν αιτία πειρασμού.
Ο Όσιος Ερημίτης Θεόκτιστος, μετά την Ζαρροή, θα καταφύγει στο νησάκι που είναι απέναντι από τον Κάβο του Γερανού, το Κεντρονήσι. Θα μείνει κι εδώ μόνο δύο χρόνια για λόγους που μόνον ο ίδιος γνώριζε. Στη συνέχεια θα περάσει από το Μονύδριο των Ασωμάτων, όπου και θα πάρει την μεγάλη απόφαση να κατοικήσει στη σπηλιά του Γένουπα, τόπος ερημικός και άγονος που είχε τη φήμη του φοβερού! Τότε που ο Απόστολος Ιωάννης ο Θεολόγος βρισκόταν εξόριστος στο νησί της Πάτμου, ο μάγος Κύνωψ (εχθρός του Ευαγγελιστή Ιωάννη και του Χριστού) είχε εκεί το καταφύγιό του. Οι άνθρωποι στη ροή του χρόνου, πίστευαν ότι ο δαίμων τον είχε διαδεχθεί σ’αυτό το σπήλαιο και συνέχιζε να κάνει το κακό. Τόσος ήταν ο φόβος των ανθρώπων για το σπήλαιο του Γένουπα (Γένουπας = παραφθορά της ονομασίας του μάγου Κύνωπος), ώστε ως τότε στη Χώρα μόλις σουρούπωνε, οι κάτοικοι έκλειναν τα παράθυρα που έβλεπαν προς το μέρος αυτό που προκαλούσε φρίκη.
Κι έρχεται ο Θεόκτιστος, πρώτος οικιστής και εξορκιστής στα άβατα βράχια, για να διώξει τον δαίμονα και να αγιάσει το άντρο. Πρώτη του δουλειά είναι να στήσει έναν Σταυρό και να αρχίσει να κατασκευάζει δεξαμενή, για να συγκεντρώνει τα νερά της βροχής, μιας και δεν υπήρχε πουθενά γύρω από το σπήλαιο πηγή. Η δουλειά είναι δύσκολη. Αναγκάζεται να πάρει και δύο εργάτες για να σκάψει το δάπεδο. Τότε όμως θα ανακαλύψουν ένα σωρό από ανθρώπινα οστά, λύχνους δακρυδόχους, πήλινα αγγεία και πλήθος οβολών. Μόλις μαθεύτηκε το πράγμα οι αρχές διέταξαν έρευνα και οι περίεργοι κατέφθασαν... Έπρεπε και πάλι ο Θεόκτιστος να φύγει...
Όμως δεν θα πάει μακρυά. Ακριβώς αντίκρυ από το φοβερό σπήλαιο, σ’ένα άλλο σπήλαιο επίμηκες, λίγο βαθύ, σαν ένας εξώστης ανοικτός στα νοτιοδυτικά που κυριαρχούσε στη θάλασσα. Κτίζει έναν τοίχο με μεγάλες πέτρες για να προστατεύεται από τους ανέμους και την υγρασία, φτιάχνει στέρνα για νερό, λαξεύει στο βράχο μια πεζούλα για κρεββάτι. Κάποτε ομολογούσε ταπεινά ότι άκουγε μέσα στην ησυχία του ερημητηρίου, αντί για τη βοή των ανέμων, τη μουσική αρμονία των Ουρανίων Δυνάμεων.
Εδώ θα μείνει για πέντε χρόνια. Ξεθαρρεύουν οι άνθρωποι, αρχίζουν να ανοίγουν με τα πόδια τους δρόμο μέσα από τα απάτητα εκείνα (επί αιώνες) μέρη... Έρχονται να εξομολογηθούν, να τον συμβουλευθούν, να βρουν παρηγοριά στις θλίψεις τους. Κι όπως πάντα ο Θεόκτιστος, ανοίγει στοργικά την αγκαλιά του και τους δέχεται όλους με απέραντη ευσπλαχνία. Εδώ θα συμβεί να δουν οι επισκέπτες του ένα φίδι να σέρνεται προς το πόδι του Ερημίτη και ενώ τρομαγμένοι σηκώνουν το ραβδί να το σκοτώσουν, ο Θεόκτιστος τους εμποδίζει φωνάζοντας: «Μη! Αυτοί είναι οι φίλοι μου! Κάθε βράδυ μια ντουζίνα από αυτά έρχονται να κοιμηθούν μαζί μου στη σπηλιά». Και οι άνθρωποι έβλεπαν με τα έντρομα μάτια τους, τη χαμογελαστή και γεμάτη έλεος (για όλη την κτίση) μορφή του Θεοκτίστου, στην προπτωτική κατάσταση του Αδάμ.
Λαϊκοί και Κληρικοί έβρισκαν λιμάνι στον ασκητή του Θεού... Κι εκείνος ήταν τόσο απλός μαζί τους και με βαθειά κατανόηση, φωτισμένος από το Άγιο Πνεύμα. Στους διστακτικούς έλεγε χαριτωμένα: «Ελάτε να τα πούμε κι εγώ αμαρτωλός είμαι». Όταν αναχωρούσαν τους κατευόδωνε με απέραντη καλωσύνη και χαρά: «Να πάτε στην Ευχή της Παναγίας και στην Ευλογία του Χριστού».
Όμως είτε από τις αναθυμιάσεις του σπηλαίου, είτε από την υγρασία, προσεβλήθη η όρασή του. Και πάλι ο Θεόκτιστος φυγάς! Κι αυτήν τη φορά όμως θα κάνει τολμηρό άλμα προς την φίλη ησυχία! Στο Πετροκάραβο! Είναι ένα ξερονήσι χωρίς νερό και βλάστηση, αλίμενο, με απότομες ακτές 60 οργιές ύψος. Παλαιότερα ήταν τόπος ασκητών, όπως μαρτυρούν απομεινάρια από αρχαία κελλιά και Ναΐδριο.
Εδώ έρχεται προσκυνητής και συνεχιστής της ηρωϊκής άσκησης. Του λείπει όμως η κράμβη που είχε συνηθίσει σαν βασική τροφή. Όμως ο Θεός οικονομεί για τον δούλο Του. Από τα θαλασσοπούλια έπεσαν σπόροι και φύτρωσε για πρώτη φορά εκεί η κράμβη, που εξακολουθεί μέχρι σήμερα να φυτρώνει. Στον καιρό μάλιστα του πολέμου, οι άνθρωποι την μάζευαν κι έζησαν μ’αυτήν – την Ευλογία του Οσίου – κατά τη διάρκεια του λιμού.
Στον απροσπέλαστο αυτό βράχο που έμενε, ήταν προφυλαγμένος από επισκέπτες, όχι όμως και από τον δαίμονα. Στο Πετροκάραβο κατέφευγαν οι πειρατές (γιατί το είχαν κρυσφύγετό τους) και άφηναν εκεί τα κλοπιμαία. Ο Θεόκτιστος τους συμβούλευε να μετανοήσουν. Η Μονή όμως έκρινε ότι έπρεπε να εγκαταλείψει τον επικίνδυνο αυτό βράχο, που ήταν κλεπταποδοχή. Κι έτσι επανέρχεται στη στεριά, στην Αποκάλυψη, όπου και θα σκάψει με τα χέρια του τον τάφο του για μνήμη θανάτου, αλλά και για την τελευταία του σωματική κατοικία.
Σύντομα θα βγει σε μια απροσπέλαστη βραχώδη ακτή που καταλήγει στο ακρωτήρι Ψαλίδα, αναζητώντας την ποθητή ησυχία. Ο κόσμος όμως πάντα τον αναζητεί και τον ανακαλύπτει όπου κι αν πάει. Κι εκείνος γέρασε πια για να φεύγει... Η όρασή του σχεδόν έσβησε. Κινδυνεύει να τσακιστεί στα βράχια. Ο Θεόκτιστος είναι πια γέρων και αδύναμος. Τις νύχτες του χειμώνα τρέμει από το κρύο. Τότε καταφεύγει στα Βραστά, ένα παλιό ασκητήριο που ανήκει στη Μεγάλη Μονή, με κλίμα θερμό, προφυλαγμένο από τους ανέμους και υψηλούς βράχους. Σώζεται μέχρι σήμερα η λεμονιά που φύτεψαν τα άγια και ακούραστα χέρια του Ερημίτη.
Εδώ είναι πλέον τυφλός. Το βήμα του δεν είναι πια σταθερό και το άλλοτε ρωμαλέο κορμί του έχει γείρει. Η Μονή που τον περιέβαλλε πάντα με σεβασμό και αγάπη δεν θα τον αφήσει περισσότερο από έναν χρόνο εδώ. Τον μεταφέρει για ασφάλεια κάτω στους «Κήπους του Οσίου Πατρός» (του Οσίου Χριστοδούλου) και σύντομα στην Αποκάλυψη, στην παλιά Πατμιάδα. Στους «Κήπους» υπέφερε από εντερικά. Το ίδιο και εδώ. Γιατρό όμως δεν ήθελε. Είχε τέτοια και τόση Πίστη στον Θεό, που αξιώθηκε να γνωρίζει ότι δεν θα ωφελούσε σε τίποτα να τον δει γιατρός. «Γιατρός είναι ο Κύριος» έλεγε.
Τρεις ημέρες πριν από την κοίμησή του, είδε τον Άγγελό του που τον πληροφόρησε: «Ετοιμάσου, σε τρεις ημέρες θα φύγουμε μαζί»! Όταν τον ρώτησαν «τι είδες;» απάντησε: «Την Μεγάλη Τρίτη θα πεθάνω»! Ως τις τελευταίες του ώρες συμβούλευε: «Να αγαπάτε τον Χριστό. Να διαβάζετε το Ευαγγέλιο. Να έχετε το Νόμο Του σαν Φυλαχτό». Όταν πλησίαζε το τέλος λέει σ’εκείνον που τον διακονούσε: «Δόξα Σοι ο Θεός! Τώρα να μη μου μιλήσεις πλέον». Ακολούθως απήγγειλε ολόκληρη την Θεία Λειτουργία, αρχίζοντας από την Προσκομιδή. Ήταν Ιερέας; Μάλλον ήταν και το έκρυβε. Ίσως και Επίσκοπος!
Όπως Κοινωνούσε των Αχράντων Μυστηρίων καθημερινά, έτσι και τώρα Μετέλαβε για τελευταία φορά... Στη δύση του ηλίου της Μεγάλης Τρίτης, την 28η Μαρτίου του 1917, σε ηλικία 87 ετών, έκλινε το κεφάλι και μ’ένα χαμόγελο που φώτιζε το Ιερό και γλυκό Πνευματικό του πρόσωπο, έφυγε ειρηνικά μαζί με τον Άγγελό του (όπως του το προείπε) για την Αιώνια Πατρίδα, για να συναντήσει τον Κύριο που αγάπησε εξ’όλης της ψυχής του.
Θρήνος έγινε στο νησί, όταν η είδηση της κοιμήσεώς του διαδόθηκε σαν αστραπή στη Χώρα, στη Σκάλα, στον Κάμπο, στους Ξωμάχους, παντού. Πού θ’ακουμπούσαν τώρα τον πόνο τους και τα κρίματά τους; Ποιος θα τους στήριζε; Μετά από 42 χρόνια αγάπης, στοργής και σοφίας, έχασαν τον Πατέρα. Δεν ήταν δυνατόν να παρηγορηθούν.
Το σκήνωμά του το εναπέθεσαν στον τάφο που ο ίδιος είχε ετοιμάσει πριν χρόνια στην Αποκάλυψη. Σημάδι της Αγιοσύνης του ήταν το ότι ένιωσαν ξαφνικά, καθώς το κατέβαζαν, να γίνεται εκείνο το ασκητικό αλλά βαρύ σώμα, ελαφρύ σαν ξερό φύλλο! Στον τάφο του φύτρωσε από μόνο του δεντρολίβανο. Στα τρία χρόνια, στις 19 Απριλίου του 1920, άνοιξαν τον τάφο του για την ανακομιδή. Ουράνια Ευωδιά ξεχύθηκε από τα Χαριτόβρυτα Λείψανά του.
Αυτός ήταν ο Μοναχός Θεόκτιστος, ο Ερημίτης του 20ου αιώνα. «Ο τύπος του Αρχαίου Ερημίτου της Άνω Θηβαΐδος της Αιγύπτου»! Ας έχουμε την Ευχή του. Αμήν.