Παρασκευή 14 Φεβρουαρίου 2020

Η θεραπευτική της ακηδίας (Jean Claude Larchet)


theologia
Κατά την περιγραφή του πάθους της ακηδίας είδαμε την ιδιαιτερότητά του: καταλαμβάνει όλες τις δυνάμεις της ψυχής, κινητοποιεί σχεδόν όλα τα πάθη, και επομένως σημαίνει το θάνατο όλων των αρετών. Επίσης, σε αντίθεση με τα υπόλοιπα πάθη, η ακηδία δεν επιδέχεται θεραπεία και αντικατάσταση από κάποια αρετή, ειδικά αντίθετη προς αυτή. Διδάσκει σχετικά ο Άγιος Ιωάννης Σιναΐτης: «Τα μεν λοιπά πάθη, μια τινι αρετή καταργείται καθ’ έκαστον· ακηδία δε […] περιεκτικός θάνατος [Σ.τ.μ.: Θάνατος που περιέχει όλα τα κακά και περισφίγγει τον άνθρωπο απ’ όλες τις πλευρές] [εστίν]» (Κλίμαξ). Η συγκεκριμένη ιδιαιτερότητα απαιτεί μία πολύμορφη θεραπευτική, όπως υπογραμμίζει ο Άγιος Ιωάννης Κασσιανός: όποιος επιθυμεί να διεξάγει σύμφωνα με τους κανόνες τον αγώνα της τελείωσης οφείλει να […] μάχεται σ’ όλα τα μέτωπα το καταστροφικό τούτο πνεύμα [Σ.τ.μ.: Με την έννοια του πάθους] της ακηδίας (De institutis coenobiorum). Η θεραπευτική συνεπάγεται ό,τι η νόσος έχει εκδηλώσει τα συμπτώματά της και συνεπώς έχει διαγνωστεί· γιατί το συγκεκριμένο πάθος εμφανίζει το χαρακτηριστικό της απουσίας αιτίων με αποτέλεσμα συχνά να μη συνειδητοποιείται ή να μη γίνεται αντιληπτό. Τούτο επιτείνεται από το γεγονός ότι μια από τις κύριες δράσεις του είναι ότι τυφλώνει το νου και οδηγεί το σύνολο της ψυχής στο ζόφο. Γι’ αυτό, ο Άγιος Κασσιανός γράφει ότι, όποιος θέλει ν’ αγωνιοτεί εναντίον του, οφείλει να διακατέχεται από την επιθυμία να ξεριζώσει την κρυφή αυτή αρρώστια από την ψυχή του (De institutis coenobiorum). Από την πλευρά του ο Αββάς Ποιμήν σημειώνει: «Εάν γνωρίση αυτήν ο άνθρωπος, ότι αύτη εστίν, αναπαύεται» (ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ ΠΑΤΕΡΩΝ, Αλφαβητική συλλογή).
Ιδιαίτερα σ’ ό,τι αφορά τον ερημίτη, το πάθος χαρακτηρίζεται κατά ένα μέρος από την ανάγκη να εγκαταλείψει το κελί του, να μετακινηθεί και να έλθει σ’ επαφή με κάποιον άλλο. Πρέπει λοιπόν, κατά πρώτον ν’ αναγνωρίσει ότι οι δικαιολογίες, που ο άνθρωπος προβάλλει για να τεκμηριώσει αυτή την ανάγκη, αποτελούν απλώς φθηνές προφάσεις, που υπαγορεύονται από το ίδιο το πάθος. Το βήμα αυτό θα τον βοηθήσει να μη παραδοθεί στην ανάγκη. Όταν το πάθος εμφανίζεται υπό τη μορφή αυτή, οι Πατέρες πραγματικά ομόφωνα παραγγέλλουν να παλέψουμε ώστε να του αντισταθούμε, αγωνιζόμενοι σε πρώτη φάση να μη εγκαταλείψουμε τον τόπο που βρισκόμαστε με κανένα απολύτως πρόσχημα. Γράφει ο Ευάγριος: «Ου δει κατά τον καιρόν των πειρασμών καταλιμπάνειν την κέλλαν προφάσεις ευλόγους δήθεν πλαττόμενον, αλλ’ ένδον καθήσθαι και υπομένειν και δέχεσθαι γενναίως τους επερχομένους άπαντας μεν, εξαιρέτως δε τον της ακηδίας δαίμονα […]» (Λόγος πρακτικός). Και συμβουλεύει ακόμη: «Εάν πνεύμα ακηδίας αναβή επί σε, οίκόν σου μη αφής και μη εκκλίνης εν καιρώ πάλιν επωφελεί» (Προς μοναχούς). Ο Άγιος Ιωάννης Κασσιανός πάλι παρατηρεί ότι ο άνθρωπος οφείλει να πολεμάει το δαίμονα της ακηδίας έτσι ώστε να μη του επιτρέπει να τον καταδιώκει στον περίβολο του ερημητηρίου του σαν δραπέτη, με οποιοδήποτε ευλαβικό πρόσχημα (ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ, De institutis coenobiorum, ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΣ, Λόγος, NIL SORSKY, Regle).
Όταν η ακηδία εκδηλώνεται με τη μορφή κάποιας τάσης υπνηλίας, είναι καλό και πάλι να της αντισταθούμε, καταβάλλοντας προσπάθεια να μην παραδοθούμε στο λήθαργο ή τον ύπνο (ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ, De institutis coenobiorum). Σε κάθε περίπτωση, παρατηρεί ο Άγιος Ιωάννης Κασσιανός, η πείρα δείχνει ότι δεν ξεφεύγουμε από τον πειρασμό της ακηδίας τρεπόμενοι σε φυγή, αλλά πρέπει να τον κατανικήσουμε με την αντίσταση (De institutis coenobiorum).
Η υποχώρηση στην ακηδία θ’ αποτελούσε σε κάθε περίπτωση κακή λύση θα οδηγούσε απλώς σε επιδείνωση της νόσου. Σημειώνει ο Άγιος Ιωάννης Κασσιανός ότι, όταν η ταλαίπωρη ψυχή [Σ.τ.μ.: Δηλαδή ο άνθρωπος, κατά μετωνυμία] προσβάλλεται από τις πανουργίες του εχθρού και πολιορκείται από το πνεύμα της ακηδίας […], οδηγείται είτε στην παράδοση στον ύπνο είτε στην εγκατάλειψη των ορίων του κελλιού της και στην αναζήτηση ενός φαρμάκου για να νικήσει τον πειρασμό της με την επίσκεψη σ’ ένα αδελφό. Το φάρμακο, όμως, που χρησιμοποιεί τώρα, θα επιδεινώσει την ασθένειά της λίγο αργότερα. Γιατί ο αντίπαλος θα επιτεθεί βιαιότερα εναντίον εκείνου που γνωρίζει ότι πρόκειται να του γυρίσει τις πλάτες, μόλις αρχίσει η μάχη, και τον οποίο βλέπει να ελπίζει στη σωτηρία μέσω της φυγής και όχι μέσω της νίκης ή του αγώνα (De institutis coenobiorum). Σε άλλο σημείο, ο ίδιος αναφέρεται και πάλι σε όσους δέχονται την επίθεση της ακηδίας: αν είναι συμφιλιωμένοι με την ελευθερία της πολύ συχνής εξόδου, θα στρέψουν εναντίον τους φοβερότατη μάστιγα η οποία μάλιστα θα προέρχεται από εκεί που πιστεύουν ότι θα βρουν το φάρμακο. Κάποιοι τέτοιοι ασθενείς φαντάζονται ότι θα σβήσουν τον καύσωνα του πυρετού πίνοντας δροσερό νερό. Είναι προφανές όμως ότι έτσι αναζωπυρώνουν περισσότερο την εσωτερική φωτιά αντί να τη σβήνουν: τη στιγμιαία ανακούφιση θα διαδεχθεί εντονότερος πόνος (Conlationes).
Η αιτία της ακηδίας βρίσκεται στο εσωτερικό του ανθρώπου και όχι στην ιδιότητα του μοναχού. Αντίστοιχα, και η αρχή της θεραπείας του από τη νόσο έγκειται στην αναζήτηση της σχέσης του ανθρώπου με τον εαυτό του και όχι των σχέσεών του με τους άλλους. Συνεπώς, στη μεγάλη πλειονότητα των περιπτώσεων, η εντύπωση ότι θα μπορέσει να πάρει βοήθεια από τους άλλους είναι απατηλή και παραπλανητική. Γράφει σχετικά ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος: «Η υγεία τούτου [Σ.τ.μ.: Του ανθρώπου που όπως αναφέρει προηγουμένως ο Άγιος Ισαάκ βρίσκεται στο σκοτάδι] και η ιατρεία εκ της ησυχίας [Υπενθυμίζουμε ότι η λέξη “ησυχία” σημαίνει ταυτόχρονα σιωπή, ηρεμία (εξωτερική και εσωτερική) και ερημία] βρύει. Τούτο δε εστιν η παράκλησις αυτού. Εν τη συντυχία [Σ.τ.μ.: Με τις σχέσεις και τις δοσοληψίες] δε, ουδέποτε δέχεται το φώς τής παρακλήσεως, και εν ομιλίαις ανθρώπων [Σ.τ.μ.: Με τις συναναστροφές] ού θεραπεύεται, αλλά προς καιρόν αναπαύεται, και μετά ταύτα επανίσταται αυτώ ισχυρότερον […]. Μακάριος ο υπομένων εν τούτοις έσωθεν της θύρας» (Λόγος).
Οι Πατέρες βεβαίως δέχονται ότι σε κάποιες περιπτώσεις «δέεται [Σ.τ.μ.: Ο άνθρωπος που πολιορκείται από την ακηδία] αναγκαίως ανθρώπου πεφωτισμένου, του έχοντος πείραν εν τούτοις, φωτισθήναι παρ’ αυτού, και ενδυναμωθήναι εν παντί καιρώ της χρείας» (ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΣ, Λόγος, ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ, Ασκητικαί διατάξεις). Αλλ’ αυτό δεν ισχύει πάντοτε (ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΣ, Λόγος). Ο Άγιος Νείλος Σόρσκυ διατηρώντας πολλές επιφυλάξεις συμβουλεύει: υπάρχει ανάγκη ορισμένες φορές, όπως λέγει ο Μέγας Βασίλειος (Ασκητικαί διατάξεις), «τους βέλτιστους και ωφελιμοτάτους διά πολιτείας ακρίβειαν των αδελφών επισκέπτεσθαι»· καθώς μια επίσκεψη σε εύθετο χρόνο και με αγαθό σκοπό, μια μετρημένη συζήτηση μ’ ένα τέτοιο άνθρωπο χωρίς κενολογία ή φλυαρία, μπορούν καταρχήν να εκδιώξουν από την ψυχή την κρυμμένη σ’ αυτή ακηδία. Είναι επιπλέον δυνατόν να της προσφέρουν κάποια ανάπαυση και να της ξαναδώσουν δυνάμεις και ζήλο για τον αγώνα που ακολουθεί […]. Ωστόσο, οι Πατέρες αφού σκέφθηκαν το θέμα και με το φως της δικής τους πείρας, λέγουν ότι την ώρα του πειρασμού είναι προτιμότερο να παραμένει κάποιος στο κελλί του, χωρίς ν’ αποχορίζεται την ησυχία (NIL SORSKY, Regle). Ο άνθρωπος αποκομίζει το μεγαλύτερο όφελος (ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΣ, Λόγος) με τον κατά μόνος αγώνα [Σ.τ.μ.: Αναφέρεται ο συγγραφέας στην περίπτωση της ακηδίας] και την αντίσταση στο πάθος, γιατί στα πλαίσια αυτού του αγώνα η ψυχή του δοκιμάζεται και ενισχύεται. Γι’ αυτό ο Ευάγριος γράφει: «Εάν πνεύμα ακηδίας αναβή επί σε, οίκον σου μη αφής και μη εκκλίνης εν καιρώ πάλιν επωφελεί· ον τρόπον γαρ ει τις λευκάνοι άργυρον, ούτως λαμπρυνθήσεται η καρδία σου» (ΕΥΑΓΡΙΟΣ, Προς μοναχούς), και προσθέτει: «Ου δει κατά τον καιρόν των πειρασμών καταλιμπάνειν την κέλλαν […], αλλά […] δέχεσθαι γενναίως τους επερχομένους άπαντας μεν, εξαιρέτος δε τον της ακηδίας δαίμονα, όστις υπέρ πάντας βαρύτατος ων δοκιμωτάτην μάλιστα την ψυχήν απεργάζεται» (ΕΥΑΓΡΙΟΣ, Λόγος πρακτικός). Και ο Άγιος Ισαάκ αναφέρει: «Μακάριος ο υπομένων εν τούτοις έσωθεν της θύρας. Εις μόνην γαρ μεγάλην, και δύναμιν φθάσει μετά ταύτα, καθώς (sic) λέγουσιν οι πατέρες» (Λόγος).
Ωστόσο, η αντίσταση στο πάθος δεν παρέχει πάντοτε αμέσως τους καρπούς. Η νίκη επί της ακηδίας συνεπάγεται σχεδόν πάντα ένα μακράς διάρκειας και επίμονο αγώνα (ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΣ, Λόγος). Η θεραπευτική απαιτεί προπαντός να δείχνει κάποιος υπομονή και καρτερία. Ως ένα από τα κύρια φάρμακα για την αντιμετώπιση του πάθους εμφανίζεται η αρετή της υπομονής (ΜΑΚΑΡΙΟΣ ΑΙΓΥΠΤΙΟΣ, Κεφάλαια μεταφρασθέντα, ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ, ΒΑΡΣΑΝΟΥΦΙΟΣ, Επιστολή, ΔΩΡΟΘΕΟΣ ΓΑΖΗΣ, Διδασκαλία, NIL SORSKY, Regle). Γράφει επιγραμματικά ο Ευάγριος: «Ακηδίαν καταστέλλει υπομονή» (Προς μοναχούς). Ο Άγιος Μάξιμος δε, υπογραμμίζει ότι ο ίδιος ο Χριστός μας παρέδωσε αυτή τη θεραπευτική: «Η ακηδία, πασών των της ψυχής δυνάμεων επιδραττομένη [Σ.τ.μ.: Η οποία επιτίθεται], πάντα σχεδόν ομοθυμαδόν κινεί τα πάθη· διό και πάντων των άλλων παθών εστι βαρύτατον. Καλώς ουν ο Κύριος το κατ’ αυτής φάρμακον δεδωκώς: “Εν τη υπομονή υμών”, λέγει, “κτήσασθε τας ψυχάς υμών” (Λουκ. 21,19)» (ΜΑΞΙΜΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Αγάπης εκατοντάς).
Ως ένα άλλο βασικό φάρμακο που οφείλει να συνδέεται με την υπομονή, προβάλλεται η ελπίδα (ΜΑΚΑΡΙΟΣ ΑΙΓΥΠΤΙΟΣ, Κεφάλαια μεταφρασθέντα, ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ, NIL SORSKY, Regle). «Εύελπις […], ακηδίας σφάκτης [εστιν], εν μαχαίρα ταύτης εκείνην τροπούμενος», διδάσκει ο Άγιος Ιωάννης Σιναΐτης (Κλίμαξ). Και ο Ευάγριος συμβουλεύει: «Όταν τω της ακηδίας περιπέσωμεν δαίμονι, […] ελπίδας αγαθάς εαυτοίς υποσπείροντες και το του αγίου Δαυΐδ κατεπάδοντες: “ίνα τι περίλυπος ει, η ψυχή μου, και ίνα τι συνταράσσεις με; Έλπισον επί τον Θεόν, ότι εξομολογήσομαι αυτώ· σωτήριον του προσώπου μου και ο Θεός μου” (Ψαλμ. 41,6)» (Λόγος πρακτικός, Αντιρρητικός). Η ελπίδα, στην πράξη, είναι αυτή που απελευθερώνει και λυτρώνει, τον άνθρωπο -περισσότερο ή λιγότερο-, από το πάθος επί μακρόν· και του εξασφαλίζει την ηρεμία και την ανάπαυση (ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ ΠΑΤΕΡΩΝ, Παράρτημα – ελληνική συλλογή). Επιπλέον ανήκει στα μέλλοντα αγαθά και μάλιστα, όπως παρατηρεί ο Άγιος Ιωάννης Σιναΐτης, συνιστά την καταδίκη του πάθους τούτου (Κλίμαξ) και την τέλεια θανάτωσή του [Σ.τ.μ.: Ο Άγιος Ιωάννης Σιναΐτης αναφέρει ότι η ακηδία θανατώνεται πλήρως από το συνδυασμό της προσευχής και της ελπίδας] (Κλίμαξ).
Η μετάνοια, το πένθος και η κατάνυξη είναι το τρίτο βασικό φάρμακο. Ένας Γέροντας διδάσκει ότι αν ο άνθρωπος έχει μνήμη των αμαρτιών του, ο Θεός είναι βοηθός του σε όλα και έτσι δεν υποφέρει από την ακηδία (ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ ΠΑΤΕΡΩΝ, Παράρτημα – λατινική συλλογή). «Δεσμείσθω ούτος ο τύραννος υπό μνήμης πταισμάτων», συμβουλεύει από την πλευρά του ο Άγιος Ιωάννης Σιναΐτης, που προσθέτει: «Ο εαυτών πενθών ακηδίαν ουκ οίδεν» (Κλίμαξ). Τα δάκρυα που συνοδεύουν τη μετάνοια και το πνευματικό πένθος εμφανίζονται προφανώς ως ακόμη ισχυρότερο φάρμακο. «Βαρεία λύπη και ανυπόστατος ακηδία, δάκρυα δε προς Θεόν ισχυρότερα αμφοτέρων» (ΕΥΑΓΡΙΟΣ, Προς παρθένον, Λόγος πρακτικός), σημειώνει ο Ευάγριος που γράφει επιπλέον: «Δακρύων γαρ χύσις φάρμακον μέγα των νυκτερινών οραμάτων των εξ ακηδίας γεννωμένων· τούτο δε το φάρμακον και Δαβίδ ο προφήτης σοφώς τοις αυτού πάθεσι προσήγαγε λέγων: “Εκοπίασα εν τω στεναγμώ μου, λούσω καθ’ εκάστην νύκτα την κλίνην μου, εν δάκρυσίν μου την στρωμνήν μου βρέξω” (Ψαλμ. 6,7)» (Αντιρρητικός).
Σημαντικό είναι και το επόμενο φάρμακο, «η μνήμη θανάτου» [Σ.τ.μ.: Αποδίδουμε έτσι το «memoire de la mort» του γαλλικού κειμένου. Στο ελληνικό κείμενο ο Άγιος Ιωάννης Σιναΐτης κάνει λόγο για «πολέμου έννοιαν»] (Κλίμαξ). Πρόκειται για καθοριστικής σημασίας ασκητική πρακτική: ο άνθρωπος θυμάται διαρκώς ότι είναι θνητός και ότι ο θάνατός του είναι δυνατόν να συμβεί ανά πάσα στιγμή. Με τη «μνήμη θανάτου» συνάπτεται και η εξής συμβουλή, που συχνά διατυπώνεται από τους Πατέρες: «να ζεις την κάθε ημέρα σαν να είναι η τελευταία». Η συμβουλή αποβλέπει περισσότερο να βοηθήσει τον άνθρωπο να ζει ορθά παρά να τον προετοιμάσει να πεθάνει καλά. Πραγματικά, η κύρια λειτουργία της «μνήμης θανάτου» είναι να βοηθήσει τον άνθρωπο, ώστε να μη ξοδεύει ασυλλόγιστα τον πολύτιμο για τη σωτηρία χρόνο, δηλαδή να «εξαγοράζεται τον καιρό» όπως λέγει ο Απόστολος (Εφεσ. 5,16) και να ζει έτσι κάθε στιγμή με τη μέγιστη πνευματική «ένταση». Βοηθά επίσης τον άνθρωπο ν’ αποφεύγει την αμαρτία, να εφαρμόζει τις θείες εντολές και να εμπιστεύεται πλήρως το Θεό. Στην περίπτωση της ακηδίας η «μνήμη θανάτου» είναι ιδιαίτερα αποτελεσματική: στο βαθμό που το πάθος αναφέρεται σε κατάσταση πνευματικών, νωχέλειας, ληθάργου και οκνηρίας, κάνει τον άνθρωπο αμελή και αδιάφορο ως προς τη σωτηρία του, και που τον ωθεί σ’ έναν ακτιβισμό, σε άσκοπες μετακινήσεις και ατελέσφορες σχέσεις. Όλα τούτα εξ επόψεως πνευματικής συνιστούν εκτροπή [Σ.τ.μ.: Αν η λέξη φαίνεται αυστηρή μπορεί ν’ αντικατασταθεί από τη «διασκέδαση» με την έννοια του διασκορπισμού. Στο πρωτότυπο κείμενο: divertissement] και απώλεια χρόνου. Ένα Απόφθεγμα αναφέρει: «Ρωτήθηκε ένας Γέροντας: “Γιατί δεν χάνεις ποτέ το θάρρος σου”; Και απάντησε: “Γιατί κάθε μέρα περιμένω να πεθάνω”» (ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ ΠΑΤΕΡΩΝ, Παράρτημα – ελληνική συλλογή). Και ο Μέγας Αντώνιος διδάσκει: «Εις δε το μη ολιγωρείν ημάς καλόν το του Αποστόλου ρητόν μελετάν, το “καθ’ ημέραν αποθνήσκω” (A’ Κορ. 15,31). Αν γαρ και ημείς, ως αποθνήσκοντες καθ’ ημέραν, ούτως ζώμεν, ουχ αμαρτήσομεν. Έστι δε το λεγόμενον τοιούτον, ίνα, εγειρόμενοι καθ’ ημέραν, νομίζωμεν μη μένειν έως εσπέρας, και πάλιν μέλλοντες κοιμάσθαι, νομίζωμεν μη εγείρεσθαι» (ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ, Βίος Αντωνίου). Ο Ευάγριος στον Αντιρρητικό του συμβουλεύει ν’ αντικρούουμε τους λογισμούς της ακηδίας με τους εξής στίχους της Αγίας Γραφής: «Άνθρωπος, ωσεί χόρτος αι ημέραι αυτού, ωσεί άνθος του αγρού, ούτως εξανθήσει· ότι πνεύμα διήλθεν εν αυτώ, και ουχ υπάρξει και ουκ επιγνώσεται έτι τον τόπον αυτού» (Ψαλμ. 102, 15-16) και: «Σκιά εστιν ημών επί της γης ο βίος» (Ιώβ 8,9)· «η ουκ ολίγας εστίν ο χρόνος του βίου μου»; (Ιώβ 10,20). Ο ίδιος υπενθυμίζει τη σχετική διδασκαλία του πνευματικού του πατέρα: «Έλεγε δε ο άγιος και πρακτικότατος ημών διδάσκαλος: ούτω δει αεί παρασκευάζεσθαι τον μοναχόν ως αύριον τεθνηξόμενον […]». Τούτο «γαρ, φησί, τους της ακηδίας λογισμούς περικόπτει και σπουδαιότερον παρασκευάζει τον μοναχόν […]» (Λόγος πρακτικός). Αυτό εξηγείται με βάση τις προηγηθείσες παρατηρήσεις· δικαιολογείται όμως και από το γεγονός ότι, όπως παρατηρεί αλλού ο Ευάγριος, ο δαίμονας της ακηδίας «και χρόνον της ζωής υπογράφει [τω ανθρώπω] μακρόν» (Λόγος πρακτικός), επιζητώντας να του προκαλέσει έτσι κόπωση και αποστροφή φέρνοντας προ των οφθαλμών του τις μελλοντικές δυσκολίες και ιδιαίτερα «τους της ασκήσεως πόνους» (Λόγος πρακτικός).
Εξίσου ισχυρό αντίδοτο έναντι του πάθους τούτου συνιστά και ο φόβος του Θεού. Ο Άγιος Ιωάννης Σιναΐτης βεβαιώνει: «ουδέν ούτως ακηδίαν εκδιώκειν δύναται» (Κλίμαξ).
Μεταξύ των φαρμάκων που προτείνουν οι Πατέρες πρέπει ν’ αναφέρουμε επίσης το εργόχειρο (ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ, ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ, De institutis coenobiorum). Πραγματικά, είναι δυνατόν να βοηθήσει τον άνθρωπο ν’ αποφύγει την πλήξη, την αστάθεια, τη χαύνωση και την υπνηλία που, κατά ένα μέρος, συναποτελούν το συγκεκριμένο πάθος. Είναι δυνατόν να συνεισφέρει στην αποκατάσταση ή τη διατήρηση της επιμέλειας, της συνεχούς παρουσίας, της προσπάθειας και της προσοχής, τις οποίες προϋποθέτει η πνευματική ζωή και η ακηδία προσπαθεί ν’ ανατρέψει και να εξουδετερώσει. Επιπλέον η χειρωνακτική εργασία αντιτίθεται άμεσα στην αργία που αποτελεί μια από τις σπουδαιότερες μορφές που είναι δυνατόν να λάβει η ακηδία και η οποία αποτελεί πηγή αναρίθμητων κακών. Αναφερόμενος στη διδασκαλία του Αποστόλου Παύλου, ο Άγιος Ιωάννης Κασσιανός παρουσιάζει διεξοδικά την εργασία ως φάρμακο που αντιμετωπίζει ουσιαστικά την ακηδία και ιδιαίτερα την τελευταία μορφή της. Γράφει, ότι ο μακάριος Απόστολος προθυμοποιείται, όπως ένας αυθεντικός πνευματικός ιατρός να προλάβει τη νόσο με το σωτήριο φάρμακο των παραγγελμάτων του. Είτε έχοντας διαπιστώσει ότι, η συγκεκριμένη αρρώστια που γεννάται από το πνεύμα της ακηδίας, άρχιζε ήδη να εισχωρεί κρυφά και ύπουλα είτε με την αποκάλυψη του Αγίου Πνεύματος προέβλεψε την εξάπλωσή της και έγραψε πάντως σχετικά προς τους Θεσσαλονικείς. Καταρχήν καθησυχάζει, σαν ένας πολύ ικανός ιατρός, την αδυναμία των ασθενών του με την ελκυστική και πραεία θεραπευτική του λόγου του. Ξεκινάει κάνοντας λόγο για την αγάπη, και, στο σημείο αυτό, τους πλέκει το εγκώμιο έως ότου το θανάσιμο τραύμα αρχίσει να καταπραΰνεται από την μαλακτική θεραπευτική αγωγή, ώστε να μπορέσει να ανθέξει ευκολότερα τα δραστικότερα φάρμακα, ενώ ο ερεθισμός του όγκου υποχωρεί (De institutis coenobiorum). Αφού υπογράμμισε τη θεραπευτική προσέγγιση του Αποστόλου, ο Άγιος Ιωάννης Κασσιανός αποσαφηνίζει τις εντολές, oι οποίες συνιστούν τα προτεινόμενα φάρμακα: 1) Να «εργάζεσθε μετά ησυχίας» (πρβλ. Α’ Θεσ. 4,11), δηλαδή, σχολιάζει, να παραμένετε στα κελιά σας και να μη επιτρέπετε στις διάφορες φήμες να σας ενοχλούν…· 2) Να «πράσσετε τα ίδια» (πρβλ. A’ Θεσ. 4,11), δηλαδή να μη επιθυμείτε να ανακρίνετε με περιέργεια ότι συμβαίνει στον κόσμο ούτε, περιεργαζόμενοι τον τρόπο ζωής ορισμένων, ούτε ν’ αναλώνεστε μάλλον στην κριτική των αδελφών σας αντί να διορθώνεστε και να καταγίνεστε με τις αρετές· 3) Να «εργάζεσθε ταις ιδίαις χερσίν υμών, καθώς υμίν παρηγγείλαμεν» (πρβλ. Α’ Θεσ. 4,11). Στη συνέχεια ο Άγιος Ιωάννης Κασσιανός υπενθυμίζει και σχολιάζει (De institutis coenobiorum) το παράδειγμα που μας δίνει ο Απόστολος Παύλος στη δεύτερη προς Θεσσαλονικείς επιστολή του: «Αυτοί γαρ οίδατε πως δει μιμείσθαι ημάς, ότι ουκ ητακτήσαμεν εν υμίν. […] Εν κόπω και μόχθω, νύκτα και ημέραν εργαζόμενοι, προς το μη επιβαρήσαί τινα υμών» (Β’ Θεσ. 3,7-8). Και αφού αναφερθεί στη συνέχεια του συγκεκριμένου χωρίου, όπου ο Απόστολος Παύλος μνημονεύει «τινας περιπατούντας εν υμίν ατάκτως, μηδέν εργαζομένους, αλλά περιεργαζομένους» (Β’ Θεσ. 3,11), ο Άγιος Ιωάννης Κασσιανός επισημαίνει: ο Απόστολος προθυμοποιείται να προσφέρει τώρα τη διόρθωση που αρμόζει […]. Ακόμη μια φορά ξαναβρίσκει τη φιλόστοργη φροντίδα […] ενός συμπαθούς ιατρού και […] τους προσφέρει τη θεραπεία με την εξής σωτήρια συμβουλή: «Τοις δε τοιούτοις παραγγέλλομεν και παρακαλούμεν διά του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ίνα μετά ησυχίας εργαζόμενοι τον εαυτών άρτον εσθίωσιν» (Β’ Θεσ. 3,12). Με τη μοναδική σωτήρια εντολή της εργασίας, όπως ένας πολύ πεπειραμένος ιατρός, θεραπεύει την αιτία όλων αυτών των πληγών που αναπτύσσονται επί του εδάφους της αργίας. Επειδή γνωρίζει ότι όλα τα νοσήματα που προκύπτουν και αυξάνουν από ένα και το αυτό παθογόνο στέλεχος θα εξαφανιστούν σύντομα, μόλις εκλείψει η αιτία της αρχικής νόσου (De institutis coenobiorum). Ενώ υπογραμμίζει τη θεραπευτική αξία των σχετικών με τη σωματική εργασία συμβουλών του Αποστόλου Παύλου, ταυτόχρονα ο Άγιος Ιωάννης Κασσιανός δείχνει την προληπτική αξία τους: Εντούτοις, σαν ένας πολύ φρόνιμος και προνοητικός ιατρός, που δεν αρκείται ν’ αναζητεί μόνο τη θεραπεία των τραυμάτων των ασθενών, δίνει επίσης εντολές προσαρμοσμένες στους υγιείς, ώστε να μπορούν να διατηρούν την υγεία τους για πάντα (De institutis coenobiorum). Ολοκληρώνοντας τη σχετική διδασκαλία του, ο Άγιος Ιωάννης Κασσιανός αναφέρει το παράδειγμα του Αββά Παύλου, ο οποίος, αν και ζούσε σ’ ένα μέρος πολύ μακριά από την πόλη όπου θα μπορούσε να πουλάει τα προϊόντα της εργασίας του, επέβαλλε ωστόσο καθημερινά στον εαυτό του συγκεκριμένο όριο στην ποσότητα που παρήγαγε· όταν η σπηλιά του γέμιζε από τη συνολική παραγωγή του έτους, έβαζε φωτιά μια φορά το χρόνο στην παραγωγή εκείνη που του είχε κοστίσει τόση φροντίδα και κόπο· και συμπεραίνει: Έτσι εργαζόταν, για ν’ αποδείξει με σαφήνεια ότι, χωρίς τη σωματική εργασία, ο μοναχός δεν μπορεί ούτε νσ παραμείνει σταθερός ούτε να φθάσει κάποια μέρα στην κορυφή της τελειότητας, και μάλιστα χωρίς να έχει ανάγκη την εργασία για να συντηρηθεί. Στόχος του ήταν η κάθαρση της καρδιάς του, η αποφυγή της διάχυσης των λογισμών, η παραμονή στο κελί του με καρτερία και η ολοκληρωτική νίκη του επί της ακηδίας καθεαυτής (De institutis coenobiorum).
Τέλος, η προσευχή αποτελεί το πιο ουσιαστικό απ’ όλα τα φάρμακα έναντι της ακηδίας (ΕΥΑΓΡΙΟΣ, Περί προσευχής, ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ). Ο άνθρωπος μόνο με τη χάρη του Θεού έχει τη δυνατότητα ν’ απελευθερωθεί πλήρως από το πάθος τούτο· και λαμβάνει τη χάρη ζητώντας την με την προσευχή. Χωρίς το τελευταίο αυτό φάρμακο, όλα τα υπόλοιπα έχουν περιορισμένη αποτελεσματικότητα· και αντίστροφα, από αυτό έλκουν όλα τ’ άλλα τη δύναμή τους. Ο αγώνας εναντίον του πάθους, η αντίσταση που προβάλλουμε σ’ αυτό, η υπομονή που δείχνουμε, η ελπίδα που εκδηλώνουμε, το πένθος και τα δάκρυα, η μνήμη θανάτου και το εργόχειρο οφείλουν να συνοδεύονται από την προσευχή. Αυτή τα θεμελιώνει εν τω Θεώ και λειτουργεί έτσι ώστε να μην αποτελούν πλέον απλά ανθρώπινα μέσα.
Το γεγονός, ωστόσο, ότι η ακηδία ωθεί τον άνθρωπο να εγκαταλείψει την προσευχή και τον εμποδίζει να καταφύγει και πάλι σ’ αυτή, συνιστά ήδη μια δυσκολία. Είναι λοιπόν σημαντικό ν’ αντιστέκεται στον πειρασμό αυτό με όλες του τις δυνάμεις και να φυλάσσει την προσευχή αν δεν την έχει ήδη εγκαταλείψει, ή να την επανακτά αν την έχει ήδη χάσει. Η ταυτόχρονη πρακτική των γονυκλισιών [Σ.τ.μ.: Αναφέρεται εδώ ο συγγραφέας στις εδαφιαίες μετάνοιες] συνιστάται ιδιαίτερα στην περίπτωση της ακηδίας, καθώς επιτρέπει την άμεση συμμετοχή του σώματος στην προσευχή. Αφού μάλιστα το πάθος αμβλύνει ταυτόχρονα με το σώμα και την ψυχή, οι μετάνοιες εξάγουν και τα δύο από το λήθαργό τους. Ο Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος παραγγέλλει: «Γνους συν την αιτίαν και πόθεν σοι ταύτα επήλθον, σπουδαίως είσελθε εις τον συνήθη τόπον της προσευχής σου, και τω φιλανθρώπω Θεώ προσπεσών δεήθητι μετά στεναγμού και δακρύων εν οδύνη καρδίας σου την απαλλαγήν του βάρους της ακηδίας και των πονηρών λογισμών, και δοθήσεταί σοι εμπόνως κρούοντι και επιμένοντι η τούτων εν τάχει ελευθερία» (ΣΥΜΕΩΝ ΝΕΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ, Κεφάλαια διάφορα, NIL SORSKY, Regle).
Η ψαλμωδία αποτελεί μορφή προσευχής, ιδιαίτερα αποτελεσματική εναντίον της ακηδίας (ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ), όπως και η καρδιακή προσευχή που γίνεται με νήψη και προσοχή. Υπογραμμίζει σχετικά ο Άγιος Διάδοχος Φωτικής: «Τούτο το χλιαρόν και νωθροποιόν εκφευξόμεθα πάθος, εί γε εις στενούς άγαν όρους επιστήσομεν ημών την διάνοιαν, προς μόνην την μνήμην του Θεού αφορώντες· ούτω γαρ αν μόνον εις την εαυτού ο νους επαναδραμών θέρμην, της διαφορήσεως εκείνης αναχωρήσαι της αλόγου δυνήσεται» (Λόγος ασκητικός).
Η νίκη επί της ακηδίας επιτρέπει στον άνθρωπο κάποια μικρή ανάπαυλα στον πνευματικό αγώνα. Αφού η ακηδία εμπεριέχει με ορισμένο τρόπο όλα τα πάθη, κανένα πάθος δεν εμφανίζεται άμεσα μετά την αναίρεσή της. Ο Ευάγριος σημειώνει: «Τούτω τω δαίμονι άλλος μεν ευθύς δαίμων ουχ έπεται· ειρηνική δε τις κατάστασις μετά τον αγώνα την ψυχήν διαδέχεται» (ΕΥΑΓΡΙΟΣ, Λόγος πρακτικός, ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΣ, Λόγος, ΗΣΥΧΙΟΣ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΙΤΗΣ, Περί νήψεως).
Εκτός από την ειρήνη και την ανάπαυση, κύριο αποτέλεσμα της νίκης επί της ακηδίας είναι η «ανεκλάλητος χαρά», που γεμίζει την ψυχή (ΕΥΑΓΡΙΟΣ, Λόγος πρακτικός).

(Απόσπασμα από το βιβλίο «Η ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗ ΤΩΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΩΝ ΝΟΣΗΜΑΤΩΝ: Εισαγωγή στην ασκητική παράδοση της Ορθοδόξου Εκκλησίας», JEAN CLAUDE LARCHET (*), ΤΟΜΟΣ Β’, Εκδόσεις «Αποστολική Διακονία», Μετάφραση: ΧΡΙΣΤΟΣ ΚΟΥΛΑΣ)

(*) Ο Jean Claude Larchet γεννήθηκε το 1949 στη βορειοανατολική Γαλλία. Διδάκτωρ Φιλοσοφίας και διδάκτωρ Θεολογίας του Πανεπιστημίου του Στρασβούργου, είναι συγγραφέας δεκαπέντε βιβλίων και πολυάριθμων άρθρων που αφορούν τη θεολογία και την πνευματικότητα των Πατέρων της Εκκλησίας, τα οποία μεταφράστηκαν σε δώδεκα γλώσσες. Θεωρείται ως ένας από τους κορυφαίους Ορθόδοξους πατρολόγους και ένας σημαντικός εκφραστής της Ορθοδοξίας στην Ευρώπη. Ζει και εργάζεται ως καθηγητής στη Γαλλία. Διευθύνει, σε δύο γαλλικούς εκδοτικούς οίκους, μία συλλογή βιβλίων αφιερωμένων σε σύγχρονους πνευματικούς της Ορθόδοξης Εκκλησίας, ανάμεσα στους οποίους συγκαταλέγονται ο γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής, ο γέροντας Παϊσιος, ο γέροντας Εφραίμ Κατουνακιώτης, ο γέροντας Χαράλαμπος, ο γέροντας Πορφύριος.

Η θεραπευτική της γαστριμαργίας: Η εγκράτεια (Jean Claude Larchet)


theologia
Η θεραπευτική ενέργεια που αποσκοπεί στην ίαση του ανθρώπου από τα πνευματικά νοσήματά του καλείται πρωτί­στως να καταγίνεται με το πάθος της γαστριμαργίας για δύο λόγους: αφενός μεν γιατί το συγκεκριμένο πάθος είναι το πιο αδρό και πρωτόγονο, αφετέρου δε γιατί η νίκη πάνω σ’ αυτό αποτελεί, σε μεγάλο βαθμό, προϋπόθεση για την επιτυχή έκβαση του αγώνα και εναντίον των υπόλοιπων. Γι’ αυτό και ο Αγιος Γρηγόριος Μέγας γράφει ότι κανένα δεν μπορεί ν’ αποκτήσει πλεονέκτημα στον πνευματικό αγώνα, αν έχει κυ­ριαρχήσει πάνω του ο εχθρός με την (τεχνητή) απόκρυψη [Σ.τ.μ.: Δηλαδή το καμουφλάζ] των γαστρονομικών επιθυ­μιών. Είναι απάτη να θέλεις να δώσεις μάχη εναντίον δυνά­μεων που απέχουν πολύ, πτοείσαι και τα χάνεις από αυτές που είναι εντελώς δίπλα σου […]. Ωρισμένοι που αγνοούν ποια τακτική ν’ ακολουθήσουν στον αγώνα τους παραθεωρούν (το) να νικήσουν τη γαστριμαργία τους και ρίχνονται απερίσκεπτα στους πνευματικούς αγώνες: δεν εγκαταλεί­πουν μερικές φορές την πραγμάτωση σημαντικών στόχων που απαιτούν ισχυρό χαρακτήρα, αλλά κυριευμένοι από την κοιλιοδουλία, τα θέλγητρα της σάρκας τούς οδηγούν στην απώλεια κάθε οφέλους που είχαν αποκομίσει με θάρρος και καρτερία (ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΜΕΓΑΣ, ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ).
1) Μελετώντας το πάθος της γαστριμαργίας, είδαμε ότι συνίσταται κυρίως στην επιθυμία των εδεσμάτων, όχι με στό­χο τη θρέψη αλλά την ηδονή που προσφέρουν και μάλιστα, [ότι] αυτή επιζητείται είτε με το τέχνασμα της ποσότητας είτε με την πρόφαση της ποιότητας. Το γεγονός όμως αυτό και στις δύο περιπτώσεις αποτελεί αληθινή διαστροφή της θρε­πτικής λειτουργίας και μάλιστα μεταστροφή της εντελέχειάς της. Η θεραπευτική της γαστριμαργίας και η απόκτηση της αντίστοιχης αρετής, δηλ. της εγκράτειας (κατανοούμενης στη στενή έννοιά της: Η λέξη «εγκράτεια» χρησιμοποιείται σχεδόν αποκλειστικά με τη στενή έννοια της αρετής που είναι αντίθετη ειδικά στο πάθος της γαστριμαργίας, από ορισμένους συγγραφείς και Πατέρες, ιδιαίτερα τον ΕΥΑΓΡΙΟ και τον Άγιο ΒΑΡΣΑΝΟΥΦΙΟ), που αντιτίθεται στη γαστριμαργία, σημαί­νουν καταρχήν τη διαδικασία επιστροφής στο συγκεκριμένο τρόπο ζωής: με άλλα λόγια, στη λήψη της τροφής αποκλειστι­κά «δια την χρείαν», δηλαδή με μοναδικό σκοπό την εξασφά­λιση και τη στήριξη της ζωής και τη διατήρηση ή την αποκα­τάσταση της σωματικής υγείας, αποφεύγοντας αφενός μεν κάθε αναζήτηση αισθητής ηδονής αφετέρου δε κάθε υπερβο­λή σε αναφορά με την αυστηρή ανάγκη (Η διδασκαλία όλων των Πατέρων συγκεφαλαιώνεται ουσιαστικά στις συγκεκριμένες αρχές. Βλ. για παράδειγμα: ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, ΙΩΑΝΝΗΣ ΓΑΖΗΣ, ΕΥΑΓΡΙΟΣ, ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΜΕΓΑΣ). Έτσι ο Μέγας Βασίλειος γράφει: «[…[δει] φυλάσσειν καί ούτω τόν της εγκρα­τείας σκοπόν: τοις μέν ευτελεστέροις καί αναγκαίοις προς τό ζην μέχρι της χρείας προσδιατρίβοντα, καί εντούτοις τού κό­ρου τό βλαβερόν εκκλίνοντα, των δέ προς ηδονήν καθόλου απεχόμενον». Και στην ερώτηση: «Πώς η εγκράτεια μαραί­νει την επιθυμίαν;» ο Αγιος Μάξιμος απαντά με τον ίδιο τρόπο: «Επειδή απέχεσθαι ποιεί πάντων των μή χρείαν εκπληρούντων, αλλ’ ηδονήν εμποιούντων· καί ουδενός μετέχειν ποιεί, πλην προς τό ζην αναγκαίων· ουδέ τά ηδέα διώκειν αλλά τά ωφέλιμα, καί συμμετρείν δέ τή χρεία τά βρώματα καί τά πόματα» (Βλ. επίσης ΔΙΑΔΟΧΟΣ ΦΩΤΙΚΗΣ, Λόγος ασκητικός).
Η θεραπευτική της γαστριμαργίας και η εφαρμογή της εγκράτειας δεν θα έπρεπε λοιπόν να (περι)ορίζονται (σε) ως μία καθαρή και απλή αποχή από την τροφή. Δεν πρόκειται λοιπόν ν’ απέχουμε από την τροφή, – ο Μέγας Βασίλειος υπενθυμίζει ως προς αυτό ότι «παν κτίσμα Θεού καλόν [έστι]» και επομένως δε θα μπορούσε να είναι απόβλητο, αλλά να τη λαμβάνουμε απαθώς (ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ). Δεν πρόκειται επίσης να μισήσουμε την τροφή, αλλά μόνο τις εμπαθείς επιθυμίες, τις σχετικές προς αυτή. Ο Αγιος Διάδοχος Φωτικής γράφει σα­φέστατα: «Πάσας μέν τάς αλόγους επιθυμίας, ούτω δει μισείν τους αγωνιζομένους, ώστε εις έξιν τό προς αυτά μίσος κτήσασθαι. Τήν δέ επί των βρωμάτων εγκράτειαν, ούτως εχρήν διατηρείν, ίνα μή εις βδέλυξίν τινος αυτών έλθη τίς πο­τε. Τούτο γάρ καί επικατάρατόν εστι καί δαιμονιώδες ό­λον». Ο αγώνας εναντίον τού πάθους επαληθεύεται κυρίως με την απάρνηση της αισθητής ηδονής που το υποκινεί και το τρέφει. Η αποποίηση αυτή πραγματώνεται κατά πρώτο λόγο με την αποφυγή της «συνάντησης» μαζί του σε ειδικές, έκτα­κτες περιπτώσεις και με την άρνηση της επιζήτησης των ευχάριστων εδεσμάτων (ΔΩΡΟΘΕΟΣ ΓΑΖΗΣ, Διδασκαλία, ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ). Η δυσκολία όμως έγκειται στο γεγονός ότι η ηδονή είναι φυσικά συνδεδεμένη με τη θρεπτική λειτουργία. Πρέπει λοιπόν να καταβάλλουμε σκληρή προ­σπάθεια, όπως συμβουλεύει ο Αγιος Γρηγόριος ο Μέγας, ώστε ν’ αποσυνδέσουμε την ηδονή της ανάγκης και να μη την επισυνάψουμε στην πρώτη μορφή (ηδονής). Με το ίδιο νόημα και ο Αγιος Γρηγόριος Νύσσης γράφει: «Ίνα ούν μή τούτο γένηται, κανόνι χρηστέον τούτω προς τόν ίδιον βίον τω σώφρονι, τω μήποτε προσθέσθαι τινί κατά ψυχήν, ω δέλεάρ τι ηδονής παραμέμικται, καί πρό γε πάντων τήν επί της γεύσεως ηδονήν διαφερόντως φυλάττεσθαι […] Ως αν ούν μάλι­στα γαληναίον ημίν διαμένοι τό σώμα, μηδενί τών εκ του κό­ρου παθημάτων επιθολούμενον, προνοητέον της εγκρατε­στέρας διαγωγής μέτρον καί όρον της απολαύσεως ού τήν ηδονήν, αλλά τήν εφ’ εκάστου χρείαν ορίζειν. […] Ει δέ τή χρεία καί τό ηδύ πολλάκις συγκαταμέμικται […] ουκ απωστέον την χρείαν διά τήν επακολουθούσαν απόλαυσιν· ούτε μήν κατά τό προηγούμενον μεταδιωκτέον [Σ.τ.μ.: Ν’ αναζητείται επίμονα], τήν ηδονήν, αλλ’ εκ πάντων εκλεγομένους το χρήσιμον υπεροράν προσήκει τού τάς αισθήσεις ευφραίνοντος». Στο σημείο αυτό είναι προφανές ότι το αληθινά βλα­βερό δεν είναι η ηδονή καθεαυτή αλλά η αναζήτησή της και η προσκόλληση στα στοιχεία που συνιστούν το πάθος. Να για­τί ο Αγιος Ιωάννης Κασσιανός επισημαίνει ότι η απόλαυση που βρίσκουμε με φυσικό τρόπο στην τροφή δεν είναι ουσια­στικό κακό΄ αν δεν συνοδεύεται από την ακράτεια […] ή κά­ποια άλλη κακία, δεν μπορούμε να πούμε ότι αποτελεί κα­κό. Στην κυριολεξία, λοιπόν, η εγκράτεια συνιστά, περισσό­τερο από την αποχή από την ηδονή, τη μη αναζήτηση και τη μη προσκόλληση σ’ αυτή και βασικότερα την περιφρόνησή [Σ.τ.μ.: Με την έννοια να μην την προσέχουμε] της. Στο πνεύμα αυτό, ο Αββάς Ποιμήν συμβουλεύει: «Τρώγε χωρίς να τρως, πίνε χωρίς να πίνεις» (ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ ΠΑΤΕΡΩΝ, Συλλογαί διάφοροι, αιθιοπική).
Καθώς η γαστριμαργία δεν αφορά μόνο στην ποιότητα των τροφών, αλλά και στην ποσότητα επίσης, οι Πατέρες συμβουλεύουν ταυτόχρονα ν’ αποφεύγουμε κάθε υπερβολή (ΒΑΣΙΑΕΙΟΣ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ, Όροι κατά πλάτος, ΔΩΡΟΘΕΟΣ ΓΑΖΗΣ, Διδασκαλία) και δίνουν ως πρακτική αρχή εφαρμογής, όταν τρώγουμε και πίνουμε (Πρβλ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ, Όροι κατά πλάτος, ΕΥΑΓΡΙΟΣ, Λόγος πρακτικός, ΒΑΡΣΑΝΟΥΦΙΟΣ, Επιστολή), να μη φθάνουμε στον κορεσμό και να παραμένου­με πάντα λίγο πεινασμένοι και διψασμένοι (Πρβλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ, ΗΣΑΪΑΣ ΑΝΑΧΩΡΗΤΗΣ, Ασκητικόν). Ο Αγιος Ιωάν­νης Κασσιανός παρατηρεί σχετικά ότι ο γενικός κανόνας που ακολουθείται σ’ ό,τι αφορά την εγκράτεια είναι να τρώγουμε όσο χρειάζεται για να θρέψουμε το σώμα, όχι αρκετά όμως για να χορτάσουμε. Και αλλού σημειώνει, ότι η γνώμη των Πατέρων είναι επαρκώς τεκμηριωμένη και αποδεδειγμένη από την πείρα: μέτρο της εγκράτειας αποτελεί ο περιορισμός που επιβάλλεται στην ποσότητα της τροφής· και η τελείωση της συγκεκριμένης αρετής, στην οποία πρέπει να τείνουμε είναι η ίδια για όλους: να σταματήσουμε το φαγητό στην πο­σότητα που μας χρειάζεται ώστε να στηρίζουμε το σώμα μας παραμένοντας ακόμη πεινασμένοι. Και ο Αγιος Ιωάννης Γάζης διδάσκει παρόμοια: «Οι Πατέρες λέγουσι περί του μέ­τρου της εγκρατείας, τό είναι παραμικρόν, [Σ.τ.μ. Να είναι λίγο, να είναι μικρή η ποσότητα] είτε από του φαγείν είτε από του πιείν, τούτ’ έστι πεπληρωμένην τήν κοιλίαν μή έχοντα».
Η αποφυγή της βρώσης μέχρι κορεσμού συμβάλλει στον εξοστρακισμό της αισθητής ηδονής, της οποίας η αναζήτηση οδηγεί στην υπέρβαση των ορίων τού αναγκαίου (Πρβλ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΜΕΓΑΣ)· συντελεί επίσης στην παράκαμψη των ανεπιθύμητων επιπτώσεων στην ψυχική κατάσταση και στην υπερνίκηση των δυσκολιών που προβάλλονται στην πνευματική ζωή από την υπερβολικά άφθονη βρώση και πόση. Το να μη κορέσουμε την πείνα και τη δίψα επιτρέπει αντίστροφα, να επωφεληθούμε από ορι­σμένα θετικά αποτελέσματα της νηστείας, αν και στο σημείο αυτό δεν πρόκειται για τη νηστεία με την αυστηρή της σημα­σία (Πρβλ. ΔΙΑΔΟΧΟΣ ΦΩΤΙΚΗΣ, Λόγος ασκητικός). Ο Αγιος Ιωάννης Κασσιανός συνιστά κανείς […] να μη τρώγει για την ικανοποίηση και τον κορεσμό. Πράγματι, δεν είναι μόνο η ποιότητα, αλλά επίσης και η ποσότητα των τροφών που εξασθενεί το σφρίγος της καρδίας, (επι)βαρύνει το νου όσο και το σώμα και υποδαυλίζει την καιομένη εστία των κακιών. Αυτό συμβαίνει, συνεχίζει ο Αγιος Κασσιανός, γιατί ο νους παραφορτωμένος από το φαγητό, αδυνατεί πλέ­ον να τηρήσει τον κανόνα τής διάκρισης […]· το υπερβολικό φαγητό τον κάνει να κλυδωνίζεται και να χάνει τη σταθερό­τητά του.
Εάν ο κανόνας της μη επιδίωξης της ηδονής δεν δημιουρ­γεί κάποιο πρόβλημα, εκείνος που αναφέρεται στον περιορι­σμό στα όρια τού χρήσιμου, στον αυτοπεριορισμό στο ανα­γκαίο, στη διατήρηση του ορθού μέτρου δεν συμβαδίζουν μ’ αυτόν, καθώς οι έννοιες αυτές είναι σχετικές για τον καθένα. Ο Μέγας Βασίλειος παρατηρεί ότι είναι αδύνατο να οριστεί ένα πρότυπο καθολικής ισχύος: «Επί δε των βρωμάτων, ώσπερ αι χρείαι άλλαι άλλων εισί, κατά τε ηλικίας καί επιτηδεύματα, καί προς τήν του σώματος έξιν οικείως διαιρούμεναι, ούτω δή και τό μέτρον της χρήσεως διάφορον, καί ο τρό­πος. Ώστε ενί μέν κανόνι πάντα περιλαμβάνεσθαι τους εν τη γυμνασία τής ευσεβείας αδύνατον […]», και υπενθυμίζει γι’ αυτό το χωρίο των Πράξεων: «Διεδίδοτο εκάστω καθότι αν τις χρείαν είχεν» (Πράξ. 2, 45) (Πρβλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ). Το ερώτημα αρχίζει από τη στιγμή που θα μάθεις πώς ορίζεται το μέτρο τού χρήσιμου και του αναγκαίου: πού σταματάει το αναγκαίο, πού αρχίζει η υπερβολή; Στις παρούσες συνθήκες επαφίεται στη συνείδη­ση του καθενός η αξιολόγηση περί του πρακτέου για την πε­ρίπτωσή του. Γι’ αυτό και ο Αγιος Ιωάννης Κασσιανός παρατηρεί ότι οφείλουμε ν’ αναζητούμε την τελείωση της εγκράτειας […] καταρχήν μέσα από τη μαρτυρία τής συνείδη­σης· αυτή καλείται να εκδηλώσει τη διάκριση που είναι εντελώς απαραίτητη (Πρβλ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΜΕΓΑΣ). Στη σημασία αυτής της διάκρισης επι­μένει ο Αγιος Δωρόθεος Γάζης: «Έκαστος ουν θέλων καθαρισθήναι από των αμαρτιών […], θέλει πρώτον μεν φυλάττειν αυτόν από αδιαφορίας βρωμάτων [Σ.τ.μ.: Αφορά στην έλλει­ψη διάκρισης σχετικά με τις τροφές. Ο άνθρωπος κατανα­λώνει αδιάκριτα κάθε τροφή, θεωρώντας ότι όλες είναι το ίδιο]. Η γαρ αδιαφορία τών βρωμάτων, καθώς λέγουσιν οι Πατέρες, γεννά τω ανθρώπω πάν κακόν». Πράγματι, ανα­φέρεται στον προσδιορισμό, του εάν η τρέχουσα κατάσταση του σώματος ευνοεί την αγιοπνευματική ζωή ή συνιστά εμπό­διο γι’ αυτήν. Τα εμπόδια είναι αφενός μεν μια ισχυρότατη δύναμη του σώματος αφετέρου δε μια εντονότατη αδυναμία, που αποτελούν τα δύο άκρα και πρέπει ν’ αποφευχθούν. Αρμόζει λοιπόν να τρέφεται περισσότερο το σώμα, αν δείχνει άπειρο ν’ ασκεί το ρόλο του στην πνευματική ζωή κι αν, αντί να ενισχύει και να στηρίζει την ψυχή, την εξασθενεί, τη θλίβει και την εξουθενώνει· αν διασπά την προσοχή της, αντί να τη διεγείρει και να την προκαλεί. Αντίστροφα, πρέπει να περιστέλλεται η διατροφή του, αν με την υπέρμετρη δύναμή του, (επι)βαρύνει την ψυχή και ευνοεί την ανάδυση και την ανάπτυξη λογισμών και εμπαθών κινήσεων (Πρβλ. ΔΙΑΔΟΧΟΣ ΦΩΤΙΚΗΣ, Λόγος ασκητικός, ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΜΕ­ΓΑΣ). Ο Αγιος Υπάτιος διδάσκει: «Αλλ’ απαγγέλλομεν την κυβέρνησιν τω σώματι προσφέρειν, ίνα μήτε καταβαρυνθή εδέσμασι και την ψυχήν κατασπάση εις αμαρτίας, μήτε πάλιν εκπιεσθή και καταπέση καί εμποδίση εις τά πνευματικά τήν ψυχήν. Οφείλει δε η ψυχή δουλαγωγείν τό σώμα, ίνα όταν ατονήση, μικρόν αυτώ επιδώση [Σ.τ.μ.: Εισφέρει, συνεισφέρει] καί όταν πάλι στρηνιά [Σ.τ.μ.: Ασωτεύει, τρυφά] επισφίγξη» (ΚΑΛΛΙΝΙΚΟΣ, Βίος Υπατίου). Στο ίδιο πνεύμα κινούμενος, ο Αγιος Δωρόθεος Γάζης προσδιορίζει με ακρίβεια: «Το κατά χρείαν φαγείν εστιν, όταν ορίζει τις εαυτώ πόσον λαβείν της ημέρας και βλέπει ει εβάρησεν αυτόν εκείνο ο ώρισε, καί χρήζει επάραι [Σ.τ.μ.: Χρειάζεται ν’ αφαιρέσει κάτι] μικρόν εξ αυτού καί επαίρει, ή ουκ εβάρη­σεν αυτόν, ουκ εστάθη δέ επ’ αυτώ τό σώμα αυτού, καί χρήζει προσθείναι άλλο μικρόν, καί προστιθεί μικρόν. Καί ούτως δοκιμάζει καλώς τήν χρείαν αυτού, καί στοιχεί λοιπόν τω ωρισμένω, ού διά τήν ηδονήν, αλλά σκοπώ του στήσαι τήν δύναμιν του σώματος αυτού».
2) Μελετώντας το πάθος της γαστριμαργίας, είδαμε ότι ο παθολογικός του χαρακτήρας προκύπτει όχι μόνο από το γε­γονός ότι συνιστά διαστροφή και παρά φύση χρήση της θρε­πτικής λειτουργίας, αλλά επίσης και κυρίως από το γεγονός ότι εκτρέπει και απομακρύνει τον άνθρωπο από το Θεό. Είδαμε με ποιο τρόπο συνιστά κατά βάθος ειδωλολατρική στάση: ο άνθρωπος καθίστα τις λειτουργίες της γεύσης και της πέψης κέντρο της ύπαρξής του και την ικανοποίησή τους θέμα ενασχόλησης και μέριμνας. Και ορισμένες φορές μάλι­στα τις ανάγει σ’ ένα από τους βασικούς στόχους της ζωής του, δίνοντας σ’ αυτές τη θέση που φυσικά πηγαίνει στο Θεό.
Η θεραπευτική της γαστριμαργίας δεν είναι δυνατόν να συνίσταται στο σημείο αυτό παρά μόνο στη μεταστροφή και την αλλαγή στη στάση ζωής που επιτρέπει στον άνθρωπο να δώσει και πάλι την πρώτη θέση στην επιθυμία τού Θεού και στην προσοχή του Θεού. Του δίνει τη δυνατότητα ν’ αναγνω­ρίσει ότι ο Θεός αποτελεί γι’ αυτόν το μόνο απόλυτο, τον μο­ναδικό αληθινό σκοπό της ύπαρξής του, Αυτόν στον Οποίο ανήκει «πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις», και ότι τα πνευ­ματικά αγαθά που λαμβάνει από Αυτόν είναι τα μοναδικά που αρμόζουν αληθινά στη φύση του και είναι τέλεια. Να για­τί ο Αγιος Ιωάννης Κασσιανός λέγει ότι με την επιθυμία της τελειότητας ο άνθρωπος αγωνίζεται σκληρά για να μειώσει την ορμή της βρώσης· και συνεχίζει, λέγοντας ότι δεν είναι δυνατόν να ελευθερωθεί από την υποδούλωση στη σάρκα και να νικήσει το πάθος με τη συγκέντρωση του βλέμματός του στα πνευματικά. Και προσδιορίζει ότι πραγματικά, ουδέπο­τε θα μπορέσουμε να περιφρονήσουμε την ηδονή των επίγει­ων βρωμάτων, αν ο νους μας δεν προσκολλάται στη θεία θεω­ρία και δεν βρίσκει την ευτυχία του μάλλον στην αγάπη της αρετής και το κάλλος των θείων βρωμάτων. Και ο Αγιος Βαρσανούφιος παρατηρεί ότι εκείνος που «τα άνω ζητεί, τα άνω φρονεί [και] τα άνω μελετά» «ου δύναται αυτόν λαθείν το πόσον δει εσθίειν», με άλλα λόγια δεν εκδηλώνει καμιά προ­σκόλληση ούτε εστιάζει την προσοχή του στην τροφή.
Με την ευχαριστία του στο Θεό για την τροφή που του πα­ρέχει, ο άνθρωπος εκδηλώνει τις οφειλόμενες, τιμή και λα­τρεία στον ένα Θεό και έχει τη δυνατότητα να θέσει τέρμα στο πάθος. Είδαμε ότι πραγματικά στο πάθος της γαστριμαργίας, απολαμβάνει τις τροφές έξω από το Θεό, τις θεωρεί αυτόνομα και τις θέτει αποκλειστικά στην υπηρεσία της δικής του ηδονής. Επομένως οι τροφές είναι κτίσμα (άμεσο ή έμμεσο) του Θεού και δωρεά Του στους ανθρώπους· γι’ αυτό δεν έχουν αξία όταν αυτονομούνται, αλλά μόνο δια του Θεού και προορίζονται για ευχαριστιακή μετάληψη [Σ.τ.μ.: Να καταναλώνονται μετ’ ευχαριστίας]. Γι’ αυτό το λόγο ο Απόστολος Παύλος διδάσκει ότι «ο Θεός [τα] έκτισεν εις μετάληψιν μετά ευχαριστίας τοις πιστοίς και επεγνωκόσι τήν αλήθειαν» (Α’ Τιμ. 4,3). Ο άνθρωπος θεραπεύεται από το πάθος και ξαναβρίσκει την ενάρετη στάση ζωής με στροφή της διάθεσής του: παύει να θεωρεί την τροφή αυτόνομα και να τη θέτει στην υπηρεσία της δικής του ηδονής· τώρα πλέον τη θεωρεί «εν τω Θεώ», την αναφέρει σ’ Αυτόν και Τον ευχα­ριστεί. Να γιατί, ο Απόστολος Παύλος συμβουλεύει: «Είτε ούν εσθίετε είτε πίνετε είτε τι ποιείτε, πάντα εις δόξαν Θεού ποιείτε» (Α’ Κορ. 10, 31) (Πρβλ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ, Όροι κατά πλάτος, ΔΙΑΔΟΧΟΣ ΦΩΤΙΚΗΣ, Λόγος ασκητικός, ΔΩΡΟΘΕΟΣ ΓΑΖΗΣ, Διδασκαλία). Μεταλαμβάνοντας λοιπόν των τροφών ο άνθρωπος, τις αγιάζει (πρβλ. Α’ Τιμ. 4, 5), και δια­μέσου αυτών, όλο τον κτιστό κόσμο που αντιπροσωπεύουν. Ταυτόχρονα και ιδιαίτερα αγιάζεται και ο ίδιος, και όχι μόνο εξαφανίζει το φράγμα που η γαστριμαργία έθετε ανάμεσα σ’ αυτόν και το Θεό, αλλά ενώνεται ακόμη περισσότερο με το Θεό κάθε φορά που Τον ευχαριστεί.
Η γαστριμαργία δεν πηγάζει από τις ανάγκες τού σώμα­τος, αλλά από κάποιες επιθυμίες που προέρχονται από την καρδία, δηλαδή τον έσω άνθρωπο. Συνίσταται σε συγκεκρι­μένη στάση έναντι των τροφών και σε ιδιαίτερο τρόπο θεώ­ρησης της διατροφής. Στην ουσία σημαίνει την αναζήτηση της ηδονής που σχετίζεται με την ποιότητα ή και την ποσότη­τα των τροφών· η επίμονη αυτή προσπάθεια οδηγεί συχνά τον άνθρωπο στην υπερβολική κατανάλωση τροφής, δηλαδή πέρα και από τις ανάγκες του ακόμη. Γι’ αυτό ο αγώνας κατά του πάθους και η θεραπεία του περνούν, όπως είδαμε, από τη διάκριση, καθώς επίσης και από την κυριαρχία επί των λογι­σμών (Σχετικά με το τελευταίο αυτό σημείο, βλ. για παράδειγμα ΙΩΑΝΝΗΣ ΓΑΖΗΣ, Επιστολή, 161.163) που είναι ισοδύναμη της νήψης (Πρβλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ, ΙΩΑΝΝΗΣ ΓΑΖΗΣ).
Από την άλλη πλευρά όμως, η γαστριμαργία είναι αναμ­φίβολα «σωματικό πάθος», δηλαδή έχει άμεση και ουσιαστι­κή σχέση με το σώμα, όχι μόνο γιατί απαιτείται η μεσολάβη­σή του προκειμένου να εκδηλωθεί το πάθος, αλλά και επειδή συμβάλλει στην υποκίνησή του. Επομένως όλα αυτά τα πά­θη, [Σ.τ.μ.: Αυτά που ανήκουν στην ομάδα των σωματικών παθών] σύμφωνα με τον Αγιο Ιωάννη Κασσιανό, θεραπεύο­νται μόνο με διπλή θεραπεία (ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ). Με άλλα λόγια, η θεραπευτι­κή στην πράξη στο επίπεδο της ψυχής οφείλει να συμπληρω­θεί με μια θεραπευτική που εφαρμόζεται σ’ αυτό το ίδιο το σώμα. Γράφει σχετικά ο Αγιος Ιωάννης Κασσιανός ότι η γα­στριμαργία και η πορνεία […] πολλές φορές αφυπνίζονται, χωρίς να συμμετέχει η βούληση, αλλά με την υποκίνηση της σάρκας, που διεγείρει τις αισθήσεις· για να πετύχουν το στό­χο τους όμως, χρειάζονται ένα εξωτερικό αντικείμενο και φθάνουν σε αποτέλεσμα με τη βοήθεια κάποιας ενέργειας του σώματος […]. Ακριβώς επειδή ολοκληρώνονται με την αρωγή της σάρκας, τα δύο αυτά κακά (ο συγγραφέας υπενθυμίζει την πορνεία ταυτόχρονα με την γαστριμαργία), απαιτούν ειδικότερα, πέρα από την πνευματική θεραπευτική της ψυχής και την εφαρμογή της εγκράτειας στο σώμα. Αναφερόμαστε δηλα­δή σ’ αυτό που προηγουμένως ονομάσαμε σωματική άσκηση. Να γιατί οι νηστείες, οι αγρυπνίες, η σωματική εργασία (ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ) μπορούν ανάλογα με τις περιστάσεις και τα συμβάντα να συμβάλλουν στη θεραπεία της γαστριμαργίας.
Η ανάγνωση της Αγίας Γραφής (ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ), και η μνήμη του θανά­του (ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ) αποτελούν πολύτιμα ενισχυτικά της θεραπείας. Και, όπως στην πάλη εναντίον όλων των υπόλοιπων παθών, η κα­τάνυξη της καρδίας διαδραματίζει κρίσιμο ρόλο, καθώς, βέ­βαια και η προσευχή. Με την κατάνυξη, ο άνθρωπος κλαίει για τις πτώσεις του ενώπιον του Θεού, απεμπλέκεται από το πάθος και εκδηλώνει τη βούληση να το απαρνηθεί (ΙΩ­ΑΝΝΗΣ ΓΑΖΗΣ, Επιστολή, ΒΑΡΣΑΝΟΥΦΙΟΣ, Επιστολή). Με την προσευχή αιτείται τη βοήθεια του Θεού. Ο Αγιος Ιωάννης Σιναΐτης, μέσα από μια προσωποποίηση εμφανίζει τη γαστριμαργία ν’ αποκρίνεται: «Ο κτησάμενος Παράκλητον, τούτω εντυγχάνει [Σ.τ.μ.: Ικετεύει, θερμοπαρακαλεί] κατ’ εμού· Κακείνος δυσωπηθείς, εμπαθώς ουκ εά με ενεργείν». Τούτο συμφωνεί με την διαβεβαίωση του Αποστόλου Παύ­λου ότι η εγκράτεια αποτελεί «καρπόν τού [Αγίου] Πνεύμα­τος» (Γαλ. 5, 23).
Μελετώντας το πάθος της γαστριμαργίας, είδαμε, ότι αποτελεί την πηγή πολλών κακών, τόσο για την ψυχή όσο και για το σώμα τού ανθρώπου. Οι Πατέρες τη θεωρούν ως «προστάτην [Σ.τ.μ.: Επικεφαλής και εισαγωγική] των κακών ημών πολεμίων» (ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ) και ως «πάντων των κατ’ αρετήν γεννημά­των αναιρετικόν» (ΜΑΞΙΜΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Προς Θαλάσσιον) [Σ.τ.μ.: Καταστροφέας όλων των καρπών της αρετής]. Εναπόκειται σ’ εκείνον, η πρακτική εφαρμογή της αρετής της εγκράτειας ώστε να επιτρέπει την απόκρουση των συγκεκριμένων ασθενειών (ΚΑΛΛΙΝΙΚΟΣ, Βίος Υπατίου) και παθών (Πρβλ. ΜΑΞΙΜΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Αγάπης εκατοντάς, Ο ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΝΑΖΙΑΝΖΗΝΟΣ συμβουλεύει: «Γαστήρ μέτρα φέρουσα τάχ’ άν πάθεσιν ανάσση») και αντίστροφα να γίνεται «υγείας πρόξενος» (ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ, Όροι κατά πλάτος) και αρχή πλήθους αγαθών (ΚΑΛΛΙΝΙΚΟΣ, Βίος Υπατίου) και αρετών (Πρβλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Περί παρθενίας, ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΝΥΣΣΗΣ, Ασμα ασμάτων-ομιλία).
Παρατηρήσαμε καταρχήν ότι η γαστριμαργία θέτει σειρά εμποδίων στην πνευματική ζωή, καθώς έχει ως αποτέλεσμα να βυθίζει την ψυχή στη χαύνωση, να παχύνει και να βαρύνει το νου, να επιβραδύνει τις κινήσεις του, εμποδίζοντάς τον να κάνει τον αγώνα του όπως πρέπει, μειώνοντας και αλλοιώνοντας την ικανότητα διάκρισης και δυσκολεύοντας την προσευχή. Η εγκράτεια επιτρέπει την άρση των εμποδίων (Πρβλ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ, Όροι κατά πλάτος, ΚΑΛΛΙΝΙ­ΚΟΣ, Βίος Υπατίου) και μετά από αυτή καταλήγει εις «την των ψυχικών διακονημάτων ευκολίαν» (ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΝΥΣΣΗΣ, Περί παρθενίας). Ιδιαίτερα αυξάνει τη νήψη και το δυναμι­σμό τού νου, ενισχύει τις ικανότητες διάκρισης και αντίλη­ψης (ΚΑΛΛΙΝΙ­ΚΟΣ, Βίος Υπατίου) και ευνοεί την κατάνυξη και την προσευχή (Πρβλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ).
Είδαμε επίσης ότι η γαστριμαργία υποκινεί και τρέφει πολλά πάθη, στην πρώτη σειρά των οποίων βρίσκεται η πορ­νεία. Η εγκράτεια οδηγεί στο «τα πάθη τού σώματος δαμάζειν» (ΚΑΛΛΙΝΙ­ΚΟΣ, Βίος Υπατίου) και τελικά επιτρέπει στον άνθρωπο να τα περικόψει (ΕΥΑΓΡΙΟΣ, Λόγος πρακτικός, ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ, Όροι κατά πλάτος), συνεισφέρει επίσης στη μείωση των ψυχικών παθών και ιδι­αίτερα της κενοδοξίας (ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ), της υπερηφανίας και της φιλαυτίας (ΜΑΞΙΜΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Αγάπης εκατοντάς) και ευνοεί την επαναφορά των αντίθετων αρετών (ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Περί παρθενίας): της εγκράτειας και της σωφροσύνης (ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ, Όροι κατά πλάτος, ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑΪ­ΤΗΣ, Κλίμαξ, ΜΑΞΙΜΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Λόγος ασκητικός) σ’ ό,τι αφορά στην πορ­νεία, και της ταπείνωσης σ’ ό,τι άφορα την υπερηφανία. Ενώ η γαστριμαργία υποκινεί και θρέφει πολλούς εμπαθείς λογισμούς, η εγκράτεια συντελεί στο «απαθή τον νουν διατηρήσαι προς τε τά πράγματα καί προς τά τούτων νοήματα» (ΜΑΞΙΜΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Αγάπης εκατοντάς), στην αποκατάσταση της ησυχίας και της σταθερότητας στην ψυχή, στην κάθαρση της καρδίας (Πρβλ. ΚΑΛΛΙΝΙΚΟΣ, Βίος Υπατίου, ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ, ΜΑΞΙΜΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Αγάπης εκατο­ντάς, ΗΣΥΧΙΟΣ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΙΤΗΣ, Περί νήψεως). Όλα αυτά βοηθούν τον άνθρωπο να επιτύχει την καθαρή προσευχή και να ξαναβρεί την αληθινή γνώση (Πρβλ. ΚΑΛΛΙΝΙΚΟΣ, Βίος Υπατίου, ΚΛΗΜΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΥΣ, Στρωματείς, ΜΑΞΙΜΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Αγάπης εκατοντάς).
(Απόσπασμα από το βιβλίο «Η ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗ ΤΩΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΩΝ ΝΟΣΗΜΑΤΩΝ: Εισαγωγή στην ασκητική παράδοση της Ορθοδόξου Εκκλησίας», JEAN CLAUDE LARCHET (*), ΤΟΜΟΣ Β’, Εκδόσεις «Αποστολική Διακονία», Μετάφραση: ΧΡΙΣΤΟΣ ΚΟΥΛΑΣ)
(*) Ο Jean Claude Larchet γεννήθηκε το 1949 στη βορειοανατολική Γαλλία. Διδάκτωρ Φιλοσοφίας και διδάκτωρ Θεολογίας του Πανεπιστημίου του Στρασβούργου, είναι συγγραφέας δεκαπέντε βιβλίων και πολυάριθμων άρθρων που αφορούν τη θεολογία και την πνευματικότητα των Πατέρων της Εκκλησίας, τα οποία μεταφράστηκαν σε δώδεκα γλώσσες. Θεωρείται ως ένας από τους κορυφαίους Ορθόδοξους πατρολόγους και ένας σημαντικός εκφραστής της Ορθοδοξίας στην Ευρώπη. Ζει και εργάζεται ως καθηγητής στη Γαλλία. Διευθύνει, σε δύο γαλλικούς εκδοτικούς οίκους, μία συλλογή βιβλίων αφιερωμένων σε σύγχρονους πνευματικούς της Ορθόδοξης Εκκλησίας, ανάμεσα στους οποίους συγκαταλέγονται ο γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής, ο γέροντας Παϊσιος, ο γέροντας Εφραίμ Κατουνακιώτης, ο γέροντας Χαράλαμπος, ο γέροντας Πορφύριος.

Η θεραπευτική της οργής: Η πραότητα και η υπομονή (Jean Claude Larchet)


theologia
Με δεδομένο ότι η φιληδονία αποτελεί κύρια αιτία τής πα­θολογικής χρήσης τής θυμοειδούς δύναμης [Σ.τ.μ.: Υπενθυ­μίζεται ότι οι όροι θυμός, θυμικό, θυμοειδής δύναμη και θυμοειδές θα χρησιμοποιούνται εναλλακτικά για τη δήλωση του τμήματος τούτου του παθητικού μέρους τής ψυχής. Το αντίστοιχο πάθος θ’ αναφέρεται ως οργή. Μόνο στα κείμενα των Πατέρων και των εκκλησιαστικών συγγραφέων θα δια­τηρείται ο όρος «θυμός» για το πάθος, αν βεβαίως προσδιο­ρίζεται έτσι], είναι προφανές ότι καταρχήν αυτή πρέπει να ξεριζώσουμε, αν θέλουμε να θεραπευτούμε από το πάθος της οργής [ΕΥΑΓΡΙΟΣ, Λόγος πρακτικός, ΔΩΡΟΘΕΟΣ ΓΑΖΗΣ, Διδασκαλία. Το ζήτημα της θεραπευτικής τής οργής μελετήθηκε κατά ένα μέρος στο τέ­ταρτο τμήμα τού βιβλίου αυτού και στο δεύτερο κεφάλαιο (ενότητα τρία), μέ­σα από την προοπτική τής θεραπευτικής τής θυμοειδούς δύναμης, από την οποία προέρχεται άμεσα το πάθος τής οργής. Δείξαμε ειδικότερα, ότι η θερα­πευτική εντοπίζει ως αίτιο παθογενετικό παράγοντα την αναστροφή του θυμι­κού στοιχείου, η οποία συνίσταται στην απόκλιση από τον πλησίον και την προσαρμογή αποκλειστικά στον πονηρό, τους δαίμονες, τα πάθη και την αμαρτία. Στα πλαίσια της θεραπευτικής είναι δυνατό το πάθος – οργή να υπο­κατασταθεί από την ενάρετη οργή. Τώρα, δεν θα επανέλθουμε στο συγκεκρι­μένο θέμα. Θα αντιμετωπίσουμε όμως τη θεραπευτική τής οργής και τις αρε­τές που αντιτίθενται στο πάθος τούτο, υπό το πρίσμα τής σχέσης με τον πλη­σίον, μιας οπτικής γωνίας την οποία η προηγούμενη προσέγγιση δεν είχε λά­βει υπόψη]. Επειδή η φιληδονία συνδέεται βασικά με τις αισθητές επιθυμίες, η θεραπευτική της οργής προϋποθέτει τη νέκρωση της επιθυμίας (Πρβλ. ΕΥΑΓΡΙΟΣ, Περί προσευχής) [Σ.τ.μ.: Με την έννοια της ορμής και της ροπής]. Σημειώνει ο Αγιος Μάξιμος, ότι έτσι «τάς απρεπείς τού θυμού κατευνάζομεν υλακάς [Σ.τ.μ.: Γαβγίσματα], ουκ έχοντες έτι διεγείρουσαν αυτόν καί των οικείων ηδονών υπεραγωνίζεσθαι πείθουσαν τήν επιθυμίαν […]. Κατά φύσιν γάρ τής επιθυμίας υπάρχων έκδικος, ο θυμός τού μαίνεσθαι παύ-εσθαι πέφυκεν, οπηνίκα ταύτην ίδη νενεκρωμένην» (ΜΑΞΙΜΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Εις το Πάτερ ημών).
Για να θεραπευθεί λοιπόν από την οργή ο άνθρωπος, είναι απαραίτητο να έχει νικήσει τα πάθη που συνδέονται με την επιθυμία, και ιδιαίτερα την γαστριμαργία, την πορνεία και τη φιλαργυρία που αποτελούν συχνές αιτίες τού συγκε­κριμένου πάθους. Είναι επίσης σημαντικό να εφαρμόζει έμπρακτα τις αρετές που αντιτάσσονται σ’ αυτά. Οι Πατέρες επιμένουν ιδιαίτερα στον αγώνα εναντίον τής φιλαργυρίας και εμφανίζουν έτσι κατά παράδοξο τρόπο την ελεημοσύνη ως βασικό φάρμακο της οργής. Γράφει ο Ευάγριος: «Προσεκτέον ενταύθα τω ιατρώ των ψυχών, πώς διά τής ελεημοσύ­νης τόν θυμόν θεραπεύει» (Πονηροί λογισμοί). Ο Αγιος Μάξιμος σημειώνει: «Εισί τινα [φάρμακα] […] ελαττούντα [τά πάθη] καί εις μείωσιν άγοντα» και προσδιορίζει ότι για την οργή κατάλληλο φάρμακο είναι [μεταξύ άλλων και] η ελεημοσύνη: «η ελεη­μοσύνη τό θυμικόν μέρος τής ψυχής θεραπεύει» (ΜΑΞΙΜΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Αγάπης εκατοντάς, Πρβλ. ΙΩΑΝ­ΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ).
Εκτός αυτού, η ελεημοσύνη εμφανίζεται ως έκφραση της αγάπης, η οποία συνιστά ένα από τα κύρια αντίδοτα της οργής, καθώς η τελευταία επιτίθεται εναντίον τού πλησίον και εκδηλώνεται ως μίσος προς αυτόν (Σχετικά με τη συγκεκριμένη αντίθεση, βλ. για παράδειγμα ΕΥΑΓΡΙΟΣ, Λόγος πρακτικός). Ο Ευάγριος διαπιστώνει ότι «Τόν θυμόν [θεραπεύει] η αγάπη-» και συμπληρώνει: «Πλειόνων δέ παρά τήν επιθυμίαν ο θυμός [Σ.τ.μ.: Στο συ­γκεκριμένο απόσπασμα επιθυμία και θυμός αναφέρονται στα αντίστοιχα μέρη τής ψυχής, επιθυμητικό και θυμοειδές] δείται φαρμάκων, καί διά τούτο μεγάλη λέγεται η αγάπη (πρβλ. Α’ Κορ. 13, 13) ότι χαλινός εστι τού θυμού» (ΕΥΑΓΡΙΟΣ, Λόγος πρακτικός, Πρβλ. ΚΑΛΛΙΣΤΟΣ και ΙΓΝΑ­ΤΙΟΣ ΞΑΝΘΟΠΟΥΛΟΙ, Εκατοντάς πνευματική). Αυτό επιβεβαιώνει και ο Αγιος Μάξιμος: «Δυσκαταγώνιστά [εστι] […]τά τού θυμικού μέρους τής ψυχής πάθη […]. Διό καί μείζον τό φάρμακον κατ’ αυτού η εντολή τής αγάπης υπό τού Κυρίου εδόθη». Ο ίδιος αναφέρει: «Ο θυμός συνεχώς ταρασσόμενος […], ιάται δέ [τούτον] χρηστότης καί φιλανθρω­πία καί αγάπη καί έλεος». Ο Ευάγριος παρατηρεί ακόμη ότι η συμπόνια και το έλεος μειώνουν την οξυθυμία, και ση­μειώνει: «Ελεημοσύνη καί τόν όντα [θυμόν] μειοί». Ο Αγιος Δωρόθεος Γάζης διδάσκει ερωτώντας: «Όπου δέ συ­μπάθεια καί αγάπη […], τί δύναται ισχύσαι θυμός ή μνησικα­κία […];». Ο Αγιος Ιωάννης Σιναΐτης παραγγέλλει να συν­δέσουμε την αγάπη με την πραότητα και τη μακροθυμία και επιβεβαιώνει σαφώς τη δραστικότητα του φαρμάκου: «Ο κτησάμενος αγάπην, εξενίτευσε μήνιδος [Σ.τ.μ.: Βλέπε για τη διάκριση των μορφών τού πάθους: Μέρος 3, Κεφάλαιο 8, του παρόντος βιβλίου]»· «τράπεζα αγάπης [Σ.τ.μ.: Γεύμα αγά­πης στο οποίο έχουν προσκληθεί οι εχθροί], διέλυσε μίσος». Και ο Αγιος Μάξιμος, αναφερόμενος στη μνησικακία, γρά­φει: «Αγαπητικός γενόμενος καί φιλάνθρωπος, παντελώς εκ της ψυχής τό πάθος εξαφανίζεις». Και συμβουλεύει γενικό­τερα: «Νίκα εν τη αγάπη το μίσος».
Από την άλλη πλευρά, η οργή απορρέει από την υπερηφανία και την κενοδοξία· επομένως με επίθεση των δύο αυτών παθών, είναι δυνατόν να θεραπευτούμε από αυτή. Ο Αγιος Μάξιμος που παρουσιάζει την κενοδοξία από τους λόγους που «τον θυμόν πάλιν εκταράσσουσιν», υπογραμμίζει την ανάγκη να εξαλείψουμε τη συγκεκριμένη αιτία της νόσου· ο ίδιος επιβεβαιώνει ότι «ο μή καταφρονών δόξης», «τάς τού θυμού προφάσεις κόπτειν ου δύναται». Από την πλευρά του ο Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος επιμένει στον αιτιοπαθογενετικό ρόλο της υπερηφανίας και στην ανάγκη αντιμετώπι­σής της: «Όταν δέ καί νοσώμεν, διπλή τών λόγων η ανάγκη: μία μέν τό απαλλαγήναι τής νόσου· δευτέρα δέ, απαλλαγέντας μή περιπεσείν πάλιν. Ουκούν θεραπευτική μεθόδω διαλεγόμεθα νύν, ουχ υγιεινή πραγματεία. Πώς ούν άν τις τό κα­κόν τούτο εκκόψειαι πάθος; Πώς τόν σφοδρόν υποστείλειε πυρετόν; Ίδωμεν πόθεν ετέχθη, καί τήν αιτίαν ανέλωμεν. Πόθεν τίκτεσθαι είωθεν; Εξ αλαζονείας καί απονοίας πολ­λής. Ταύτην ούν ανέλωμεν τήν αιτίαν, καί συνανήρηται καί τό νόσημα». Επομένως η ταπείνωση συνιστά το αντίδοτο της κενοδοξίας και της υπερηφανίας, όπως θα δούμε. Για να θε­ραπευθούμε από την οργή, πρέπει λοιπόν ν’ αποκτήσουμε την ταπείνωση. Επειδή «ο [θυμός] πάσης οιήσεως υπάρχει τεκμήριον», «η επιστροφή πολλής δείται τής ταπεινώσεως», επισημαίνει ο Αγιος Ιωάννης Σιναΐτης, που σημειώνει επι­πλέον: η ταπείνωση οδηγεί στο «προκαταλαμβάνειν τόν πλη­σίον εν παροργισμοίς καί λύειν πρώτον τήν μήνιν». «Ως φωτός φανέντος υποχωρεί τό σκότος, ούτω καί εξ οσμής τα­πεινώσεως πάσα πικρία καί θυμός εξαφανίζεται». Σ’ ό,τι αφορά τον Αγιο Γρηγόριο Νύσσης γράφει (Εις Μακαρισμούς): «Οίον μήτηρ τις είναι τής κατά τό πράον έξεως η τής ταπεινοφροσύνης κατάστασις. Ει γάρ υφέλοις τού ήθους τόν τύφον, καιρόν ουκ έχει τό κατά θυμόν εγγενέσθαι πάθος [Σ.τ.μ.: Η κατά λέξη από­δοση τής ίδιας πρότασης του γαλλικού κειμένου είναι: «Αν κλείσεις την πόρτα στην υπερηφανία, η οργή δεν βρίσκει τρό­πο να μπει»]. Ύβρις γαρ και ατιμία τής τοιαύτης αρρώστίας τοίς οργισθείσιν αιτία γίνεται. Ατιμία δέ ουχ άπτεται τού εαυτόν ταπεινοφροσύνη παιδαγωγήσαντος». Και συνεχί­ζει: «Τό δέ ούτως έχειν ουδέν έτερον, ή εν έξει βαθεία τής τα­πεινοφροσύνης εστίν είναι, ής κατορθωθείσης, ουδεμίαν είσοδον ο θυμός κατά τής ψυχής έξει». Ο Αγιος Δωρόθεος Γάζης αναφέρει τους λόγους ενός Γέροντα: «Η ταπείνωσις ουκ οργίζεται δέ ου παροργίζει τινά».
Όποιος επίσης επιθυμεί να θεραπευτεί γρήγορα οφείλει όχι μόνο να δέχεται τις ταπεινώσεις, αλλά ακόμη και να τις επιζητεί και ν’ ασκείται να τις υπομένει, ωσότου πια δεν του κάνουν καμιά αίσθηση. «Αοργησία εστιν, έφεσις ατιμίας ακόρεστος», γράφει ο Αγιος Ιωάννης Σιναΐτης, και συνεχί­ζει: «Αοργησία εστι, φύσεως ήττα έν αναισθησία ύβρεων». Στη συγκεκριμένη προοπτική, αυτός που εκστομίζει ύβρεις, παίζει, χωρίς να το θέλει, το ρόλο του ιατρού της ψυχής, όπως επισημαίνει ένας Γέροντας· εντοπίζει το σύνδεσμο τούτης της θεραπευτικής μ’ εκείνες, που αναφέρθηκαν προηγουμέ­νως, της απόκρουσης της ηδονής αφενός και της αγάπης αφε­τέρου: «Άν ένας αδελφός σου σέ προσβάλει ή σέ θλίψει μ’ οποιοδήποτε τρόπο, προσευχήσου γι’ αυτόν όπως έχουν πει οι Πατέρες, με το λογισμό ότι σου προσφέρει μεγάλες ευερ­γεσίες καί γίνεται ιατρός πού θεραπεύει σέ σένα τή φιληδο­νία. Έτσι η οργή σου θά καταπραϋνθεί γιατί, κατά τους αγί­ους Πατέρες, η αγάπη αποτελεί το χαλινάρι της οργής» (ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ ΠΑΤΕΡΩΝ).
Η θεραπευτική δύναμη της ταπείνωσης ενισχύεται, όταν κάποιος τη συνδέει με τη μετάνοια και την κατάνυξη. Ο Αγιος Ιωάννης Σιναΐτης διδάσκει ότι η μετάνοια και τα δά­κρυα [Σ.τ.μ.: Ισοδύναμα, το πένθος] σχηματίζουν με την τα­πείνωση μίαν «τρίσειρον άλυσιν [Σ.τ.μ.: Αλυσίδα, που αποτε­λείται από τρεις μικρότερες αλληλοπλεκόμενες αλυσίδες] και προσδιορίζει: «ιδίωμα γάρ της καλής ταύτης καί αξιαγάστου τριάδος πρώτον μέν καί εξαίρετον, ατιμίας [Σ.τ.μ.: Η αρετή, όπου κάποιος δέχεται ύβρεις, προσβολές και περι­φρόνηση, δίχως να οργίζεται] υποδοχή ασμενεστάτη, υπτίαις χερσί ψυχής προσδεχομένη καί περιπτυσσομένη, ως καταπαύουσα καί καταφλεγούσα νόσους ψυχής καί αμαρτίας μεγάλας. Δεύτερον δέ, θυμού παντός απώλεια καί μετριότης εν τή τούτου κατευνάσει». Ο ίδιος εξάλλου επισημαίνει την ισχύ που έχουν τα δάκρυα της κατάνυξης να μειώνουν την οργή: «Ώσπερ ύδατος εν πυρί κατά μικρόν προστιθεμένου τελείως η φλόξ αποσβέννυται, ούτω καί τού αληθινού πέν­θους τό δάκρυον, πάσαν τήν φλόγα τού θυμού καί της οξυχολίας κατασβεννύειν πέφυκεν». Ο Αγιος Συμεών επανα­λαμβάνει την εικόνα αυτή: «Τίς δέ καθ’ εκάστην πενθών οργίλως ζών διαμείνη καί μή πραΰς γένηται; Ώσπερ γάρ φλόξ πυρός υπό ύδατος, ούτως υπό τού πένθους καί τών δα­κρύων ο θυμός της ψυχής σβέννυται: καί τοσούτον ως χρονίσαντά τινα εν τούτω εις ακινησίαν μετατεθήναι καί ελθείν τό θυμικόν τής ψυχής αυτού».
Όταν η ίαση γίνεται πραγματικότητα, η θλίψη λειτουργεί προφυλακτικά. Ο Αγιος Ιωάννης Σιναΐτης διαπιστώνει ότι «η εκ πένθους αοργησία […] ως εν χαλινώ τινι τω δακρύω δέδεται». Και ο Αγιος Ιωάννης Κασσιανός αναδεικνύει με τον ίδιο τρόπο τη δύναμη της κατάνυξης ν’ απομακρύνει κάθε ταραχή και ανησυχία εξαιτίας της οργής.
Σε όλα τα φάρμακα που αναφέρθηκαν προηγουμένως πρέπει προφανώς να προσθέσουμε την προσευχή. Ο Αγιος Ιωάννης Κασσιανός παρατηρεί ότι η οργή, όπως και το σύ­νολο των παθών θεραπεύεται με τη νοερά προσευχή. Ο Αγιος Νείλος διδάσκει ότι «προσευχή εστί πραότητος καί αοργησίας βλάστημα». Απ’ όλες τις μορφές τής προσευχής, η ψαλμωδία έχει τη μεγαλύτερη δύναμη να καταπαύει το θυ­μικό, όταν αυτό ταράζεται από την οργή (Πρβλ. ΕΥΑΓΡΙΟΣ, Λόγος πρακτικός). Και ο Μέγας Βα­σίλειος διαπιστώνει: «Ψαλμός γαλήνη ψυχών, βραβευτής ειρήνης, το θορυβούν και κυμαίνον των λογισμών καταστέλλων. Μαλάσσει μεν γάρ της ψυχής τό θυμούμενον, τό δε ακό­λαστον σωφρονίζει».
Σ’ ένα άλλο επίπεδο, η θεραπευτική της οργής συνίσταται, αναμφίβολα, στην έντονη προσπάθεια να μη τη χρησιμοποι­ούμε εναντίον τού πλησίον μας προς τον οποίο αυτόματα στρέφεται. Είναι η πρώτη συμβουλή που απευθύνει ο Αγιος Δωρόθεος Γάζης: «Ει [τις] ήν οργίλος, θέλει […] μή οργίζεσθαι». Για να το πετύχει αυτό, ο άνθρωπος πρέπει να έχει σαφή συνείδηση ότι τίποτε και ποτέ δεν δικαιολογεί την οργή κατά του πλησίον του. Γι’ αυτό και ο Αγιος Ιωάννης Κασσιανός γράφει ότι το τέλειο φάρμακο εναντίον αυτής της αρρώστειας είναι πρώτον να πιστέψουμε ότι δεν επιτρέπεται ποτέ να οργιζόμαστε, ανεξάρτητα αν η αιτία είναι ορθή ή όχι. Αυτός ο λόγος συνδέεται με τη διδασκαλία τού Χριστού που επιβεβαιώνει: «Εγώ δέ λέγω υμίν ότι πας ο οργιζόμενος τω αδελφώ αυτού εική ένοχος έσται τή κρίσει» (Ματθ. 5, 22).
Εξάλλου οι Πατέρες επιμένουν στο γεγονός ότι οι κατά περίπτωση κακόβουλες ενέργειες ή λόγοι τού συνανθρώπου εναντίον μας δε θα μπορούσαν με κανένα τρόπο να δικαιο­λογήσουν ή έστω να εξηγήσουν την οργή, της οποίας οφεί­λουμε ν’ αναζητήσουμε την αιτία αποκλειστικά σε μας τους ίδιους. Αυτό σημαίνει ότι η έρευνα για τους τρόπους εξόδου από την οργή οφείλει να στραφεί μέσα μας αντί να τους περι­μένουμε από τον άλλο. Παρατηρεί ο Μέγας Βασίλειος: «Ου τοίνυν τά ρήματα πέφυκε τάς λύπας κινείν, αλλ’ η κατά του λοιδορήσαντος ημάς υπεροψία, καί η εκάστου περί αυτόν φαντασία». Και ο Αγιος Κασσιανός συμβουλεύει να μη εξαρτάμε την πρόοδό μας στην εσωτερική ειρήνη από τη βού­ληση των άλλων, την οποία δεν μπορούμε ποτέ να ελέγξουμε. Πρέπει να εξαρτάται περισσότερο από μας τους ίδιους. Επί­σης η αοργησία μας δεν πρέπει να είναι απότοκος της τελειό­τητας του συνανθρώπου, αλλά της δικής μας αρετής, που αποκτάται με τη δική μας μακροθυμία και όχι μέσω της υπο­μονής των άλλων. Εκτός αυτού, επισημαίνει, ότι δεν αρκεί να απουσιάζει το πρόσωπο που προκαλεί την οργή μας, επει­δή […] είναι δυνατόν να οργιζόμαστε ακόμη και εναντίον των μη αισθητών. Γι’ αυτό, η αποφυγή τού άλλου δε θα μπο­ρούσε ν’ αποτελεί αξιόπιστη θεραπευτική, επειδή θα επέ­τρεπε να διατηρείται η αληθινή αιτία της οργής, που βρίσκε­ται μέσα μας.
Η αοργησία συνεπάγεται λοιπόν προπαντός μια προσπά­θεια να καταπνίξουμε την οξυθυμία «εν τη γενέσει της», ώστε να την υποχρεώσουμε να μη εκδηλωθεί. Ο Μέγας Βασίλειος συμβουλεύει: «Εάν πείσωμεν τόν θυμόν μή προλαμβάνειν τους λογισμούς, αλλά τούτου πρώτον επιμελώμεθα, ως μηδέποτε αυτόν προεκτρέχειν της διανοίας, έχωμεν δέ ώσπερ ίππον υπεζευγμένον ημίν, καί οίον χαλινώ τινι τω λόγω καταπειθή» [Σ.τ.μ.: Υπάκουος, υποτασσόμενος, πειθήνιος στη λογική].
Κατά πρώτον πρέπει να κυριαρχούμε σε πράξεις και λό­γους με τους οποίους συνήθως εκφράζεται η οργή: ο στόχος αυτός πετυχαίνεται ευκολότερα με τη σκληρή προσπάθεια να διατηρούμε τη σιωπή. Οι Αγιοι Κάλλιστος και Ιγνάτιος Ξανθόπουλοι υπενθυμίζουν τη σχετική διδασκαλία των Πατέρων: «Θυμού χαλινός, η εύκαιρος σιωπή», «Αρχή μεν αοργησίας, σιωπή χειλέων εν ταραχή καρδίας», διδάσκει από την πλευρά του ο Αγιος Ιωάννης Σιναΐτης, ο οποίος επι­πλέον παρατηρεί: «Δι’ ασθένειαν του εαυτού στόματος, […] ακρατώς προς θυμόν [έχει]» [Σ.τ.μ.: Η πρόταση αυτή προ­ήλθε από τη σύνθεση δύο διαφορετικών ημιστιχίων στην ίδια παράγραφο (27 Β1), όπου γίνεται διάκριση των ησυχιών. Γι’ άλλους ανθρώπους η ησυχία χαρακτηρίζεται λιμάνι, γι’ άλλους πέλαγος και γι’ άλλους βυθός, από τον Αγιο Ιωάννη Σιναΐτη. Η σύνθεση έγινε για να προσεγγίζει το γαλλικό κεί­μενο]. Ας σημειώσουμε πάνω στο χωρίο αυτό ότι η ησυχία συνιστά, με τον ίδιο τρόπο, την καλύτερη στάση που μπορεί να υιοθετήσει κάποιος έναντι της οργής τού συνανθρώπου· και ότι συμβάλλει πολύ αποτελεσματικά στον κατευνασμό της (Πρβλ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ, Κατά οργιζομένων).
Η συγκράτηση της οργής μολοντούτο δεν πρέπει να γίνε­ται μόνο με την αποφυγή των εξωτερικών εκδηλώσεών της και της έκφρασής της με λόγια και πράξεις. Οφείλει να πραγματώνεται πρωτίστως στο επίπεδο των λογισμών. Στη σιωπή των λόγων, πρέπει να προστίθεται και η «σιωπή [τών] λογισμών» (ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ). Πρέπει τότε να εφαρμόσουμε την εντολή τής Αγίας Γραφής: «Ου μισήσεις τόν αδελφόν σου τή διανοία σου» (Λευιτ. 19, 17), γιατί από τη διάνοια [Σ.τ.μ.: Ή την καρ­δία (Coeur κατά το γαλλικό κείμενο), αφού διάνοια και καρ­δία ταυτίζονται] προέρχονται τα φαύλα σχέδια, οι πονηροί λογισμοί (πρβλ. Ματθ. 15, 18-19. Μάρκ. 2, 21), και από αυτούς, στη συνέχεια, οι λόγοι και οι πράξεις. Στο συγκεκριμένο επίπεδο ο άνθρωπος μπορεί να κυριαρχεί άριστα στη διαδικασία τής οργής και ν’ αποφεύγει την εξέλιξη και τις συνέπειές της (Πρβλ. ΔΩΡΟΘΕΟΣ ΓΑΖΗΣ, Διδασκαλία). Γι’ αυτό ο Μέγας Βασίλειος συμβουλεύει: «Από τής πρώτης αρχής, […] τήν οργήν […] εξέλωμεν».
Η διαρκής προσοχή που πρέπει να επιδεικνύουμε είναι η προϋπόθεση του ότι δεν επιτρέπουμε καμία εκδήλωση της οργής στο επίπεδο των λογισμών και ακόμη περισσότερο στο επίπεδο των λόγων και των πράξεων. Σύμφωνα με τη διδα­σκαλία τού Αγίου Ιωάννου Κασσιανού η οργή είναι δυνατόν να θεραπευτεί μόνο με τη μακροχρόνια νήψη.
Έτσι καθοριστική σημασία να καταπνίγουμε τους ίδιους τους λογισμούς για δύο λόγους: (α) διότι αποτελούν την αρχή όλων των εκδηλώσεων της οργής, και (β) διότι το συγκεκρι­μένο πάθος είναι δυνατόν να οδηγεί σε μια αποκλειστικά εσωστρεφή ζωή, ιδιαίτερα όταν λαμβάνει τη μορφή τής πικροχολίας, της μήνης και της μνησικακίας. Συνεχίζει και τότε να υπάρχει και επιπλέον καταστρέφει ολοκληρωτικά τον ψυ­χικό βίο· και τούτο συμβαίνει σε μεγαλύτερο βαθμό, αν η οργή δεν καταφέρνει να εξωτερικεύεται. Έτσι ο Αγιος Ιω­άννης Κασσιανός διδάσκει: Δεν αρκεί να αφαιρέσουμε την οργή από τις ενέργειές μας, πρέπει επίσης να την ξεριζώσου­με εντελώς από τα βάθη τής ψυχής μας […]. Πραγματικά, ο ευαγγελικός λόγος εντέλλεται ν’ αποκόψουμε μάλλον τις ρί­ζες των κακών παρά τους καρπούς τους. Και το πνεύμα θα έχει τη δυνατότητα να παραμένει συνεχώς στην τέλεια υπο­μονή και αγιότητα, όταν η οργή θα έχει εκδηλωθεί πλήρως όχι από την εξωτερική συμπεριφορά, αλλά από το εσωτερικό των λογισμών.
Η κυριαρχία επί των λογισμών φαίνεται να είναι η κύρια θεραπευτική οδός στην περίπτωση που η οργή παίρνει την εσωτερικευμένη μορφή τού μίσους ή της μνησικακίας. Στο βαθμό που αυτές συνδέονται με υφιστάμενες προσβολές, η πρώτη στάση που πρέπει να υιοθετηθεί είναι «η λήθη των προσβολών» [Σ.τ.μ.: Ισοδύναμο της μνησικακίας], μ’ άλλα λόγια η συγχώρηση. Ο Αγιος Μάξιμος τη θεωρεί ως ένα από τα «φάρμακα» πρώτης γραμμής, τα οποία «ιστώσι [τον θυμόν] καί ούκ εώσιν αύξειν». Αυτή είναι άλλωστε και η σταθερή διδασκαλία τής Αγίας Γραφής: «Οδοί μνησικάκων εις θάνατον» (Παροιμ. 12, 28)· «ου μηνιείς τοις υιοίς τού λαού σου» (Λευιτ. 19, 18).
Με το συγκεκριμένο φάρμακο πρέπει να συνδυάζεται και ένα άλλο: η συμφιλίωση με τον πλησίον [Σ.τ.μ.: Η συνδιαλ­λαγή], σύμφωνα με την εντολή τού Χριστού: «Εάν ούν προσφέρης τό δώρον σου επί τό θυσιαστήριον κακεί μνησθής ότι ο αδελφός σου έχει τι κατά σου, άφες εκεί τό δώρον σου έμπροσθεν τού θυσιαστηρίου, καί ύπαγε πρώτον διαλλάγηθι τω αδελφώ σου, καί τότε ελθών πρόσφερε τό δώρον σου. Ίσθι ευνοών τώ αντιδίκω σου ταχύ έως ότου εί εν τή οδώ μετ’ αυτού» (Ματθ. 5, 23-25). Ο Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος επιμένει στη θεραπευτική αξία τής διδασκαλίας αυτής: Ο Χριστός, λέγει, «οίδε τό πάθος [τής οργής] πολλής δεόμενον τής ταχύτητος [Σ.τ.μ.: Ότι δηλαδή υπήρχε ανάγκη άμεσης χορήγησης του κατάλληλου φαρμάκου] καί καθάπερ σοφός ιατρός ου μόνον τά προφυλακτικά τών νοσημάτων τίθησιν, αλλά καί τά διορθωτικά· ούτω καί αυτός [Σ.τ.μ.: Ο Ιησούς Χριστός] ποιεί». Με το ίδιο νόημα ο Αγιος Ιωάννης Κασσιανός σχολιάζει την ίδια εντολή τού Χριστού: Ο ιατρός των ψυχών, που γνωρίζει τα κρυπτά των καρδιών μας, θέλοντας να ξεριζώσει ακόμη και τις αφορμές τής οργής, δεν περιορί­ζεται να μας παροτρύνει μόνο, μετά από κάποια προσβολή, να συγχωρούμε τους αδελφούς μας, να συμφιλιωνόμαστε μα­ζί τους και να σβήνουμε από τη μνήμη μας την ύβρη που δεχθήκαμε· επιπλέον μας δίνει την εντολή, αν γνωρίζουμε ότι έχουν κάποιο δικαιολογημένο ή όχι παράπονο εναντίον μας, ν’ αφήνουμε το δώρο μας, δηλαδή τις προσευχές μας και να τους παρέχουμε πρώτα ικανοποίηση. Και έτσι μόλις ο αδελ­φός μας ειρηνεύσει, τότε να προσφέρουμε θυσία στο Θεό τις προσευχές μας χωρίς ρύπο ή κηλίδα. Η συνδιαλλαγή μας με τον άλλο συνεπάγεται ότι εμείς αναλαμβάνουμε το μέρος τής ευθύνης που μας αντιστοιχεί σχεδόν πάντα όταν ο πλη­σίον παροργίζεται εναντίον μας. Να γιατί καταλληλότερες προπαντός είναι η αυτομεμψία (Πρβλ. ΔΩΡΟΘΕΟΣ ΓΑΖΗΣ, Διδασκαλία) και η μετάνοια στον αδελφό, επειδή γίναμε η αφορμή που του προκάλεσε την οργή.
Δεν αρκεί, ωστόσο, ν’ απαρνηθεί ο άνθρωπος κάθε μορφή οργής έναντι του πλησίον. Πρέπει να υποκαταστήσει το πά­θος με την αντίθετη προς αυτό αρετή. Επομένως, ως προς τον πλησίον η αρετή, η αντίθετη στην οργή, είναι καταρχήν η πραότητα (Βλ. για παράδειγμα ΔΩΡΟΘΕΟΣ ΓΑΖΗΣ, Διδασκαλία, ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΝΥΣΣΗΣ, Εις Μακαρισμούς). Ο Αγιος Δωρόθεος Γάζης πάλι, αφού συμβου­λεύσει «Ει [τις] ήν οργίλος, θέλει ου μόνον μή οργίζεσθαι», συμπληρώνει «αλλά καί πραότητα κτήσασθαι». Και ο Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος προσδιορίζει: «Πώς ένι μάχεσθαι [τόν θυμόν] φησίν; […] επιεικεία· μάχη γάρ εστι τό εξ εναντίας στήναι». Καθώς η οργή και η πραότητα δρουν ανταγωνιστικά, η μία αποκλείει την άλλη. Επισημαίνει ο Αγιος Γρηγόριος Νύσσης: «Σχίζεται γάρ πάντως πρός τάς εναντίας ορμάς, τό ανθρώπινον ήθος, […] θυμού πρός επιείκειαν αντιδιαιρουμένου». Όπως επίσης η οργή καταδιώκει την πραότητα, αντίστοιχα και η πραότητα έχει τη δύναμη να εξαφανίζει την οργή και ν’ αποτρέπει την επανεμφάνισή της. Ο Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος σημειώνει: «Πραότητι οργή λύεται». Με το νόημα υπογραμμίζει ο Ευάγριος: «Πραότης καί τόν όντα [θυμόν] μειοί» και συμβουλεύει: «[η ψυχή] τόν θυμόν διά πραΰτητος γαλινώση (sic)» και αλλού: «ταύτην τήν πραΰτητα εγχείρισον τοίς αδελφοίς σου βραδέ­ως, πρός τόν θυμόν μεταστρέφειν». Από την πλευρά του ο Αγιος Ιωάννης Σιναΐτης γράφει: «Πραΰτης εστίν, υπερκει­μένη τής τού θυμού θαλάσσης πέτρα, πάντα τά προσρήσσοντα κύματα διαλύουσα, καί μηδαμώς κλόνον υπομένουσα».
Η πνευματική πραότητα δεν σχετίζεται ούτε με την απά­θεια [Σ.τ.μ.: Με την έννοια της αδιαφορίας της νωθρότητας και της ραθυμίας] ούτε με την ατονία (Πρβλ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΝΥΣΣΗΣ, Εις Μακαρισμούς, ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥ­ΣΟΣΤΟΜΟΣ, Πράξεις). Είναι μια στάση όχι παθητική, αλλά ενεργητική. Αποτελεί κατάσταση σταθερότητας της ψυχής (ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΝΥΣΣΗΣ, Εις Μακαρισμούς), γαλήνης, προσέγγισης της απάθειας, όταν φθάσει στην ολοκλήρωση και την πραγμάτωσή της (Πρβλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ). Ο Α­γιος Ιωάννης Σιναΐτης την ορίζει ως εξής: «Πραότης εστίν, ακίνητος ψυχής κατάστασις, εν ατιμίαις [Σ.τ.μ.: Στις ταπει­νώσεις, στις περιφρονήσεις] και ευφημίαις [Σ.τ.μ.: Στους επαίνους] ωσαύτως έχουσα». Βλέπουμε λοιπόν ότι η αρετή αυτή αντιτάσσεται όχι μόνο στην οργή, αλλά και στα υπόλοι­πα πάθη, τα οποία στο πλαίσιο των σχέσεων με τον πλησίον, είναι δυνατόν να ταράξουν την ψυχή. Πρέπει όμως να προ­σθέσουμε ότι αποτελεί ακόμη θετική αρετή ως προς τον ίδιο τον πλησίον, όπως ερμηνεύεται με την προσευχή γι’ αυτόν και με τη γενική στάση ευσπλαχνίας και αγάπης. «Πραΰτης εστίν, εν ταραχαίς τού πλησίον ανεπαισθήτως καί ειλικρινώς υπέρ αυτού προσεύχεσθαι», λέγει ο Αγιος Ιωάννης Σιναΐτης που παρατηρεί επιπλέον: «Όρος ακροτάτης πραότητος, τό καί παρόντος τού ερεθίζοντος γαληνώς τη καρδία καί αγαπητικώς προς αυτόν διακείσθαι».
Η πραότητα μπορεί ν’ αποκτηθεί και να εφαρμοσθεί στην πράξη κυρίως με την προσευχή (ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ ΠΑΤΕΡΩΝ, Αλφαβητική συλλογή, Νείλος). Άλλες πηγές της αρετής είναι η αγάπη, της οποίας η πραότητα αποτελεί ιδιαίτερη μορφή, η νηστεία, η υπομονή (Πρβλ. ΚΑΛΛΙΣΤΟΣ και ΙΓΝΑΤΙΟΣ ΞΑΝΘΟΠΟΥΛΟΙ, Εκατοντάς πνευματική), η κατάνυξη και τα δάκρυα (Πρβλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ).
Δεν πρέπει, ωστόσο, να λησμονούμε ότι οι ανθρώπινες προσπάθειες για την απόκτησή της δεν επαρκούν· είναι δώρο του Θεού· ο Απόστολος Παύλος την συμπεριλαμβάνει στους καρπούς του Αγίου Πνεύματος (Γαλ. 5, 22). Το δώρο τούτο ο άνθρωπος το λαμβάνει μόνο με την προϋπόθεση ότι το επιζητεί (πρβλ. Α’ Τιμ. 6, 11. Κολοσ. 3, 12).
Εκτός από την οργή, η πραότητα αποτελεί φάρμακο και για όλα τα νοσήματα της ψυχής, σύμφωνα με τη διδασκαλία των Παροιμιών: «Πραΰθυμος ανήρ καρδίας ιατρός» (Παροιμ. 14, 30). Πέρα από την οργή, τη λύπη, την ακηδία, την κε­νοδοξία ή την υπερηφανία, ξεριζώνονται επίσης με την πρα­ότητα η ηδονή και συγχρόνως όλες οι κακίες, γράφει ο Αγιος Ιωάννης Κασσιανός· και υπογραμμίζει επιπλέον την προφυλακτική ισχύ της αρετής: Όποιος διατηρεί την πραό­τητά του ούτε φλέγεται από την οργή ούτε μαραζώνει από τις αγωνίες της ακηδίας και της λύπης ούτε διαλύεται από τις άκαρπες αναζητήσεις της κενοδοξίας ούτε υψώνεται με την έπαρση της υπερηφανίας.
Συμβάλλοντας στην εκρίζωση των διαφόρων παθών της ψυχής και πρωτίστως της οργής, η πραότητα λυτρώνει την ψυχή από την ταραχή που αυτά της προκαλούν και την προ­στατεύει από κάθε μελλοντική ταλαιπωρία (Πρβλ. ΜΑΞΙΜΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Αγάπης εκατοντάς), ενώ την καθι­στά άτρωτη σε κάθε ύβρη και προσβλητικό λόγο (ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ).
Συνιστά επίσης σημαντική τροχοπέδη στη δαιμονική δρά­ση (ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ), και ο Ευάγριος (Πονηροί λογισμοί) επιβεβαιώνει ότι τούτη την αρετή φο­βούνται περισσότερο να συναντήσουν στον άνθρωπο οι δαί­μονες. Τούτο γίνεται κατανοητό ιδιαίτερα από το γεγονός ότι η οργή αποτελεί ιδιαίτερο χαρακτηριστικό γνώρισμά τους· και ο οργισμένος άνθρωπος τους μοιάζει (Πρβλ. ΕΥΑΓΡΙΟΣ, Κεφάλαια γνωστικά) (πρβλ. Ψαλμ. 57, 5). Αντίθετα η πραότητα τον απομακρύνει από τη δαιμονική κατάσταση και τον φέρνει κοντά στην αγγελική (ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ).
Συμβάλλοντας στη θεραπεία του ανθρώπου από διάφορα πάθη, η πραότητα του επιτρέπει να αποκτά πρόσβαση, αντί­στοιχα, σε πληθώρα αγαθών.
Γίνεται λοιπόν αρχή και πηγή εσωτερικών αγαθών, ηρε­μίας, ανάπαυσης και ειρήνης (Πρβλ. ΣΥΜΕΩΝ ΝΕΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ, Κατηχήσεις, ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Ματθαίος, ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΝΥΣΣΗΣ, Εις Μακαρισμούς). Κάνει την ψυχή ισχυρότερη, ιδιαίτερα απέναντι στις επιθέσεις του άλλου (Πρβλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Εβραίοι). Αυξάνει την εμπιστοσύνη του ανθρώπου στην προσευχή (ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ). Παρουσιάζεται ιδιαίτερα ως πνευματικό θεμέλιο και «υπόθεσις [Σ.τ.μ.: Θεμέ­λιο, βάση, στήριξη] διακρίσεως», όπως σημειώνει ο Αγιος Ιωάννης Σιναΐτης: «[Ο Κύριος] οδηγήσει πραείς εν κρίσει (Ψαλμ. 24, 9) μάλλον δέ εν διακρίσει». Αποτελεί επίσης πη­γή σοφίας. Πράγματι, έχει γραφεί ότι ο Θεός «οδηγήσει· πραείς εν κρίσει, διδάξει πραείς οδούς Αυτού» (Ψαλμ. 24, 9). Ο Ψαλμωδός λέγει ακόμη: «Επήλθε πραΰτης εφ’ ημάς καί παιδευθησόμεθα» (Ψαλμ. 89, 10). Γράφει σχετικά ο Ευάγριος προς έναν από τους παραλήπτες των επιστολών του: «Πέπεισμαι γάρ ότι η πραΰτης σου αιτία πολλής γνώσεώς σοι εγένετο, ότι ουδεμία των αρετών ως η πραΰτης σοφίαν γεννά, η καί Μωϋσής επηνέσθη (sic) ως πραΰς παρά τούς ανθρώπους».
Πολλές είναι οι αρετές, οι απότοκες της πραότητας: είναι «αγάπης θύρα, μάλλον δε μήτηρ», «υπομονής στήριγμα», «υπακοής συνεργός» (ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ), πηγή σωφροσύνης (Πρβλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ), καθώς και «πά­σης ταπεινοφροσύνης πρόδρομος» (ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ). Με την τελευταία αυτή αρετή, η πραότητα συνδέεται στενότατα· συμβάλλει άλλωστε και στην απόκτησή της (Πρβλ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΝΥΣΣΗΣ, Εις Μακαρισμούς).
Η πραότητα αποτελεί για την ψυχή μια πηγή πνευματικής χαράς (Πρβλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Ματθαίος), πρώτο καρπό του Μακαρισμού, ο οποίος σύμφωνα με το λόγο του Χριστού επαγγέλλεται για τους πραείς: «Μα­κάριοι οι πραείς, ότι αυτοί κληρονομήσουσι τήν γήν» (Ματθ. 5, 5). «Τήν γήν», τί σημαίνει αυτό; «Τήν καρδίαν, καρποφο­ρούσαν εν χάριτι» σχολιάζουν οι Αγιοι Κάλλιστος καί Ιγνάτιος Ξανθόπουλοι, ή ακόμη: την Βασιλείαν των ουρα­νών (Πρβλ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΝΥΣΣΗΣ, Εις Μακαρισμούς), την οποία οι άγιοι προγεύονται ήδη κατά ένα μέρος από (τη ζωή) εδώ κάτω. Το τέλος και ο σκοπός της πραότη­τας, γράφει ο Αγιος Γρηγόριος Νύσσης είναι ο «μακαρισμός καί [η] ουρανίας γης κληρονομία, εν Χριστώ Ιησού». Πραγματικά, με την πραότητα, ο άνθρωπος ομοιώνεται με το Χριστό (ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ), καθώς είναι η κατεξοχήν χριστοειδής αρετή (πρβλ. Ματθ. 11, 29· 21, 5. Β’ Κορ. 10, 1).
Συχνά οι Πατέρες συνάπτουν στην πραότητα την υπομο­νή, η οποία διαθέτει την ίδια δύναμη ν’ αντιμετωπίζει την οργή και να προστατεύει την ψυχή από αυτή. Έτσι ο Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος επισημαίνει: «Οργή μάλιστα πύρ εστι, φλόξ εστι, συναρπάζει, αναιρεί, κατακαίει· αλλ’ ημείς τη μακροθυμία τη ανοχή αυτήν σβέσωμεν». Και ο Αγιος Ιωάννης Σιναΐτης συμβουλεύει: «Δεθήτω λοιπόν θυμός ο τύ­ραννος εν δεσμοίς πραότητος […] τυπτόμενος υπό μακροθυμίας». Ο Αγιος Μάξιμος πάλι βλέπει στις δύο αυτές αρε­τές να συνδυάζονται οι θεραπευτικές μέθοδοι και η πρόλη­ψη: «Εισί τινά [φάρμακα] ιστώνται τα πάθη της κινήσεως και μη εώντα προβήναι εις αύξησιν καί […] ελαττούντα […]. Καί επί θυμού […] μακροθυμία […] και πραότης ιστώσιν αυτόν καί ουκ εώσιν αύξειν». Σ’ ό,τι αφορά τον Αγιο Ιωάννη Κασσιανό, συνδυάζει πρακτικά και τις δύο σ’ ένα και μονα­δικό φάρμακο: είναι προφανές ότι το δραστικότερο φάρμα­κο για την ανθρώπινη καρδιά είναι η μακροθυμία σύμφωνα με τη ρήση του Σολομώντα: «Πραΰθυμος ανήρ καρδίας ια­τρός» (Παροιμ. 14, 30). Μετά την επισήμανση ότι η μακροθυ­μία εκδιώκει την οργή, καθώς και άλλα πάθη, συνεχίζει: όποιος είναι πάντα πράος και ήρεμος δεν εξάπτεται από την οργή […]. Αλήθεια, έχει δίκιο ο σοφός που λέγει: «Κρείσσων ανήρ μακρόθυμος ισχυρού, ο δε κρατών οργής κρείσσων καταλαμβανομένου πόλιν» (Παροιμ. 16, 32). Θεωρεί επίσης τη μακροθυμία ως την αρετή που αντιτίθεται στην οργή: αν η οργή αφανίζει τη μακροθυμία, αντίθετα και η υπομονή εκδιώκει την οργή: είθε οι κακίες να «παραχωρούν» τη νίκη στο λαό του Ισραήλ, δηλαδή στις αντίθετες προς αυτές αρε­τές […], και η μακροθυμία να διεκδικεί τη θέση της οργής.
Η μακροθυμία συνίσταται στο να υπομένουμε με ηρε­μία τα κακά που προκαλούνται από συμβάντα, ή από τους άλλους ανθρώπους· ιδιαίτερα, στην τελευταία αυτή περίπτω­ση, σημαίνει ν’ αντέχουμε χωρίς ταραχή τις κριτικές, τις ύβρεις, τις προσβολές ή άλλες λεκτικές επιθέσεις (ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ). Ο Αγιος Μάξιμος δίνει τον εξής ορισμό για «τό μακροθυμείν»: «Τό εγκαρτερείν τοίς δεινοίς καί τό υπομένειν πονηρά· καί τό αναμένειν τό τέλος τού πειρασμού, καί τό μή εξάγειν θυμόν ως έτυχε· μηδέ λόγον λαλείν εν αφροσύνη, μηδέ υπονοείν τι ή εννοείν τών μή πρεπόντων θεοσεβεί. [Σ.τ.μ.: Ανάξια για έναν άνθρωπο που φοβείται το Θεό]. Και ο Αγιος Κασσιανός λέγει ότι κανείς δεν αγνοεί ότι ετυμολογικά η «patientia» προέρχεται από τις λέξεις «pati» και «sustinere» [Σ.τ.μ.: Χρησιμοποιούμε τις λατινικές λέξεις, γιατί το συγκεκριμένο έργο του Αγίου Κασσιανού έχει γραφεί στη λατινική. Οι λέ­ξεις αποδίδονται ως εξής: patientia – υπομονή, μακροθυμία, pati (απρμ. αποθ. patior) – πάσχειν, Sustihere (απρμ.) υπομένειν, υφίστασθαι. Εντούτοις είναι προφανές, ότι άξιος να χαρακτηρίζεται μακρόθυμος [Σ.τ.μ.: Ισοδύναμα: υπομονετι­κός] είναι μόνο εκείνος που υπομένει αδιαμαρτύρητα την κα­κή συμπεριφορά που του δείχνει (ο άλλος) (ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ). Από την πλευ­ρά του ο Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος παρατηρεί: «Ο [μακρόθυμος] φέρων γενναίως, πάντα υποστήσεται ευκό­λως»· «ο [μακρόθυμος] ώσπερ εν λιμένι καθήμενος, βαθείας απολαύει γαλήνης· κάν ζημία περιβάλης, ουκ εκίνησας τήν πέτραν, κάν ύβριν επαγάγης ουκ έσεισας τόν πύργον, κάν πληγάς προστρίψης, ουκ έπληξας τόν αδάμαντα». Η αρετή της μακροθυμίας αποκτάται πρωτίστως μέσω της αγάπης του Θεού, η οποία οδηγεί τον άνθρωπο ιδίως να έχει ως πρότυπο για όλα το Χριστό, ο οποίος «[…] αχαριστούμενος καί βλασφημούμενος εμακροθύμει καί τυπτόμενος υπ’ αυτών καί φονευόμενος υπέμενε, μηδενί τό σύνολον τό κακόν λογιζόμενος». Γράφει αλλού ο Αγιος Μάξιμος (Αγάπης εκατοντάς): «Ο τήν θείαν αγάπην εν εαυτώ κτησάμενος ου κοπιά κατακολουθών οπίσω Κυρίου τού Θεού αυτού, κατά τόν θείον Ιερεμίαν· αλλά πά­ντα πόνον, ονειδισμόν τε καί ύβριν φέρει γενναίως, μηδενί τό σύνολον κακόν λογιζόμενος».
Η μακροθυμία απορρέει εξίσου και από την αγάπη προς τον πλησίον (ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Πράξεις), όπως επίσης και πρωτίστως από την ταπείνω­ση, σε τέτοιο βαθμό μάλιστα ώστε ο Αγιος Ιωάννης Κασσιανός να επιβεβαιώνει ότι δεν έχει καμιά άλλη πηγή.
Η μακροθυμία είναι από τις αρετές που συμβάλλουν κα­θοριστικά στη σωτηρία του ανθρώπου. «Εν τη υπομονή υμών κτήσασθε τάς ψυχάς υμών», διδάσκει ο Χριστός (Λουκ. 21, 19). Αποτελεί φάρμακο «πρώτης επιλογής» για όλα τα νο­σήματα της ψυχής (Πρβλ. Κυπριανός Καρθαγένης), και όχι μόνο για την οργή. Είναι προφα­νές ότι το δραστικότερο φάρμακο για την ανθρώπινη καρδιά είναι η μακροθυμία. Διαθέτει επίσης αξιόλογη προφυλα­κτική ισχύ. Δεν διασφαλίζει μόνο αυτό που είναι αγαθό για μας· μας προστατεύει και από το ενάντιο , σημειώνει ο Αγιος Κυπριανός. Και ο Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος παρατηρεί: «τήν ψυχήν απαλλάττει πνευμάτων πονηρών» και την προστατεύει από τα ίχνη τους.
Ενώ ταυτόχρονα λυτρώνει και προστατεύει τον άνθρωπο από το πονηρό, αποτελεί γι’ αυτόν «τό πάντων αίτιον τών αγαθών». Συνεισφέρει λοιπόν σε μεγάλο βαθμό στην απο­κατάσταση της υγείας στην ψυχή.
Πρωτίστως παρέχει στην ψυχή την απαραίτητη ενέργεια για να μάχεται και να καταβάλλει την αναγκαία προσπάθεια για την πνευματική της πρόοδο (Κυπριανός Καρθαγένης). Παρατηρεί σχετικά ο Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος ότι του δίνει ακαταγώνιστη δύναμη. Καθώς απελευθερώνει την ψυχή από την οργή και από την ταραχή που προκαλούν τα υπόλοιπα πάθη στην ελάττωση των οποίων [Σ.τ.μ.: Της οργής και της ταραχής] συμβάλλει, προσφέρει επιπλέον στην ψυχή την ειρήνη και τη σταθερότητα.
Αντίστοιχα εμφανίζεται και ως η αρχή και η αφετηρία πολλών αρετών (Πρβλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Ολυμπιάς). Συντελεί ιδιαίτερα στην ανάπτυξη της σω­φροσύνης (Πρβλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ, ΚΥΠΡΙΑΝΟΣ ΚΑΡΘΑΓΕΝΗΣ). «Εγκράτειαν ακλινή [Σ.τ.μ.: Στερεά, αμετακί­νητη] ποιεί» (Πρβλ. ΕΥΑΓΡΙΟΣ, Λόγος πρακτικός). Εμφανίζεται επίσης ως αρετή που ενώνει, αποκαθιστά και διατηρεί την ομόνοια και την αρμονία μετα­ξύ των ανθρώπων (Πρβλ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΜΕΓΑΣ, ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΣ­ΣΙΑΝΟΣ, ΚΥΠΡΙΑΝΟΣ ΚΑΡΘΑΓΕΝΗΣ), όπως φανερώνει και η συμβουλή του Αποστόλου Παύλου: «Ανεχόμενοι αλλήλων εν αγάπη, σπου­δάζοντες τηρείν τήν ενότητα τού Πνεύματος, εν τω συνδέσμω τής ειρήνης» (Εφεσ. 4, 2). Τέλος από την υπομονή, προέρχο­νται οι πνευματικές, παράκληση και χαρά. Ο Αγιος Ισαάκ Σύρος γράφει σχετικά: «Όταν πληθυνθή η υπομονή εν ταις ψυχαίς ημών, σημειόν εστιν, ότι ελάβομεν εν τω κρυπτώ τήν χάριν της παρακλήσεως. Η ισχύς της υπομονής ισχυροτέρα εστί τών εννοιών τής χαράς τών εμπιπτουσών εν τή καρ­δία».
Οι Πατέρες εντέλλονται στην πραότητα και την υπομονή να συνάψουμε την αγάπη, που γίνεται έτσι η τρίτη αρετή που αντιτίθεται στο πάθος της οργής (Πρβλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ).
Σημειώνουμε τη στενή σχέση που υπάρχει μεταξύ της αγά­πης και της μακροθυμίας. Αφενός, η αγάπη συνεπάγεται τη μακροθυμία, καθώς η δεύτερη συνιστά ιδιότητα της πρώτης, όπως επισημαίνει ο Απόστολος Παύλος που γράφει: «Η αγάπη μακροθυμεί» (Α’ Κορ. 13, 4). Στο ερώτημα λοιπόν: «Πώς η αγάπη ημεροί τόν θυμόν;» ο Αγιος Μάξιμος απαντά: «Επειδή έχει τό ελεείν και τό ευεργετείν τόν πλησίον, καί τό μακροθυμείν επ’ αυτόν καί τό υπομένειν τά υπ’ αυτού επαγό­μενα […]. Ταύτα ούν έχουσα η αγάπη, ημεροί τόν θυμόν τού κεκτημένου αυτήν». Σχολιάζοντας ο Αγιος Κυπριανός τη διατύπωση του Αποστόλου Παύλου, υπογραμμίζει από την πλευρά του, ότι η αγάπη δεν είναι δυνατόν να διατηρηθεί σταθερή παρά μόνο με την προϋπόθεση ότι θα εμποτιστεί στη δοκιμασία της υπομονής. Αφετέρου, η μακροθυμία συνε­πάγεται την αγάπη για να είναι πραγματικά ενάρετη, διότι όπως σημειώνει ο Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος είναι δυ­νατόν: «τινές, […] τη μακροθυμία […] κεχρήσθαι […] εις τήν άμυναν τών παροξυνάντων, διαρρηγνύντες εαυτούς», «τήν φλόγα ανάψαι των υπό της οργής εκκαιομένων» και ακόμη «εις μνησικακίαν εμπεσείν». Το γεγονός αυτό επιτρέπει να πούμε ότι «άν μή η χρηστός [ο μακρόθυμος], πονηρία τό πράγμα γίνεται». Γι’ αυτό ο Απόστολος αφού έχει πει: «Η αγάπη μακροθυμεί», προσθέτει, «χρηστεύεται» και ακόμη «η αγάπη ου ζηλοί» (Α’ Κορ. 13, 4), και σε άλλο σημείο συμ­βουλεύει: «Ανεχόμενοι αλλήλων εν αγάπη» (Εφεσ. 4, 2).
Ο αμεσότερος τρόπος για να κατορθώσουμε να φθάσου­με σε τούτη την αγάπη προς τον πλησίον είναι η προσευχή γι’ αυτόν. Γράφει ο Αγιος Μάξιμος ότι εάν «συνέβη σοι πειρα­σμός εκ τού αδελφού καί η λύπη εις μίσος σε ήγαγε, μή νικώ υπό τού μίσους, αλλά νίκα εν τή αγάπη τό μίσος. Νικήσεις δέ τρόπω τοιούτω: προσευχόμενος υπέρ αυτού γνησίως πρός τόν Θεόν». Ο ίδιος συμβουλεύει ακόμη: «Εάν μέν σύ μνη­σικακής τινι, προσεύχου υπέρ αυτού καί ιστάς τό πάθος τής κινήσεως». [Σ.τ.μ.: Θα σταματάς την εξέλιξη του πάθους]. Και αλλού λέγει: «Επί [του πάθους] της μνησικακίας, προ­σεύχου υπέρ τού λυπήσαντος καί απαλλάττη».
Σε ό,τι άφορα τη φύση και τα αποτελέσματα της αγάπης, θα τα εξετάσουμε όταν θα έλθει η στιγμή να εξετάσουμε την αρετή αυτή στο σύνολό της.
(Απόσπασμα από το βιβλίο «Η ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗ ΤΩΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΩΝ ΝΟΣΗΜΑΤΩΝ: Εισαγωγή στην ασκητική παράδοση της Ορθοδόξου Εκκλησίας», JEAN CLAUDE LARCHET (*), ΤΟΜΟΣ Β’, Εκδόσεις «Αποστολική Διακονία», Μετάφραση: ΧΡΙΣΤΟΣ ΚΟΥΛΑΣ)
(*) Ο Jean Claude Larchet γεννήθηκε το 1949 στη βορειοανατολική Γαλλία. Διδάκτωρ Φιλοσοφίας και διδάκτωρ Θεολογίας του Πανεπιστημίου του Στρασβούργου, είναι συγγραφέας δεκαπέντε βιβλίων και πολυάριθμων άρθρων που αφορούν τη θεολογία και την πνευματικότητα των Πατέρων της Εκκλησίας, τα οποία μεταφράστηκαν σε δώδεκα γλώσσες. Θεωρείται ως ένας από τους κορυφαίους Ορθόδοξους πατρολόγους και ένας σημαντικός εκφραστής της Ορθοδοξίας στην Ευρώπη. Ζει και εργάζεται ως καθηγητής στη Γαλλία. Διευθύνει, σε δύο γαλλικούς εκδοτικούς οίκους, μία συλλογή βιβλίων αφιερωμένων σε σύγχρονους πνευματικούς της Ορθόδοξης Εκκλησίας, ανάμεσα στους οποίους συγκαταλέγονται ο γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής, ο γέροντας Παϊσιος, ο γέροντας Εφραίμ Κατουνακιώτης, ο γέροντας Χαράλαμπος, ο γέροντας Πορφύριος.

Η θεραπευτική του φόβου: Ο φόβος του Θεού (Jean Claude Larchet)


theologia
Ο φόβος και οι καταστάσεις που συνδέονται ενδεχομένως μ’ αυτόν, όπως η δειλία, η ανησυχία, το άγχος, η αγωνία, η φο­βία, έχουν ουσιαστική σχέση, όπως είδαμε, με την προσκόλ­ληση στα αισθητά αγαθά. Δεν είναι λοιπόν δυνατόν να θερα­πευτεί ο άνθρωπος απ’ αυτόν παρά μόνο αν (απο)χωριστεί από τον κόσμο τούτο (Πρβλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Ομιλία-ανδριάντες), αν αποθέσει όλη του τη μέριμνα στο Θεό, με σταθερή την ελπίδα, ότι μέσω της Πρόνοιάς Του, θα φροντίσει για όλες του τις ανάγκες. Αυτό διδάσκει και ο ίδιος ο Χριστός: «Μη ουν μεριμνήσητε λέγοντες, τι φάγωμεν ή τι πίωμεν ή τι περιβαλώμεθα; πάντα γάρ ταύτα τα έθνη επιζη­τεί· οίδε γαρ ο Πατήρ ημών ο ουράνιος ότι χρήζετε τούτων απάντων. Ζητείτε δε πρώτον την Βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην Αυτού, και ταύτα πάντα προστεθήσεται υμίν. Μή ουν μερμνήσητε εις την αύριον» (Ματθ. 6, 31-34). Στην ίδια προοπτική ο Αγιος Ισαάκ ο Σύρος συμβουλεύει: «Εάν πιστεύης, ότι ο Θεός πρόνοιάν σου ποιήται, τί μεριμνάς και φροντίζεις περί προσκαίρων, και των της σαρκός σου χρειών; […]. Επίρριψον επί Κύριον την μέριμνάν σου, και Αυτός σε διαθρέψει. Και ου μη πτοηθής πτόησιν επερχομένην σοι», «έγγισον, φησίν, εις το ελπίσας εις εμέ, και αναπαύη εκ του έργου και του φόβου».
Η έλλειψη πίστης είναι, όπως είδαμε, η πρώτη πηγή του φόβου· αυτός υπάρχει λοιπόν σε καταστολή στην ψυχή του ανθρώπου κατά το μέτρο της πίστης του στο Θεό. Ο Ευάγριος παρατηρεί: «Πίστις ουκ εκκλίνουσα, […] υποψίαν φό­βου ου δέχεται» (Κεφάλαια γνωστικά). Όποιος έχει ακλόνητη πίστη στο Θεό και την Πρόνοιά Του είναι βέβαιο ότι θα λάβει απ’ Αυτόν σε κά­θε περίσταση βοήθεια και προστασία και δεν πρέπει πλέον να φοβάται ούτε τις συγκυρίες ούτε τους αντιπάλους ούτε ακόμη και τον ίδιο τον θάνατο. Ο Απόστολος Παύλος υπεν­θυμίζει ότι «Αυτός γαρ είρηκεν· ου μη σε ανώ ουδ’ ου μη σε εγκαταλίπω» και ότι «θαρρούντας ημάς λέγειν· Κύριος εμοί βοηθός, και ου φοβηθήσομαι» (Εβρ. 13, 5-6). Ο Ψαλμωδός σημειώνει: «Κύριος φωτισμός μου και σωτήρ μου· τίνα φοβη­θήσομαι; Κύριος υπερασπιστής της ζωής μου· από τίνος δειλιάσω; […]. Εάν παρατάξηται επ’ εμέ παρεμβολή, ου φοβηθήσεται η καρδία μου» (Ψαλμ. 26, 1.3). «Εάν πορευθώ εν μέσω σκιάς θανάτου, ου φοβηθήσομαι κακά, ότι συ μετ’ εμού ει» (Ψαλμ. 22,4). Και οι Παροιμίαι αναφέρουν: «Και ου φοβηθήση πτόησιν επελθούσαν, ουδέ ορμάς ασεβών επερχομένας· ο γαρ Κύριος έσται επί πασών οδών σου και ερείσει σόν πόδα, ίνα μη σαλευθής».
Μόνη της η πίστη δεν απελευθερώνει τον άνθρωπο από το φόβο· ο Θεός είναι εκείνος που απαντώντας στην πίστη του, του προσφέρει τη βοήθειά Του και την αρωγή Του (Πρβλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΓΑΖΗΣ, Επιστολή, ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΣ, Λόγος). Ο Αγιος Ισαάκ Σύρος γράφει: «Εάν η καρδία γαλήνη μη έχη από του φόβου και τρόμου, τήνικαύτα νοείτω, και γινωσκέτω, ότι ούτος ο φόβος της καρδίας αυτού δηλοί, και εμφαίνει, ότι ενδεής εστι πάντως ετέρου τινός βοηθούντος. […] Η γαρ του Θεού βοήθεια, φησίν, εστιν η σώζουσα».
Ο άνθρωπος οφείλει να ζητήσει τη βοήθεια τούτη μέσω της προσευχής, με την πίστη ότι ο Θεός μπορεί να του την πα­ράσχει και με την ελπίδα ότι θα του την προσφέρει. Πρέπει να σημειωθεί ότι το πιο δραστικό και αποτελεσματικό φάρ­μακο είναι η «προσευχή του Ιησού» που στρέφεται εναντίον του φόβου και όλων των συγγενών παθών (δειλίας, τρόμου, άγχους, αγωνίας). Ο Αγιος Ιωάννης Σιναΐτης συμβουλεύει: «Ιησού ονόματι μάστιζε πολεμίους· ου γαρ εστιν εν τω ουρανώ και επί της γης ισχυρότερον όπλον. Απαλλαγείς της νό­σου, [Σ.τ.μ.: Του φόβου και της δειλίας] ανύμνει τον λυτρωσάμενον· ευχαριστούμεος γαρ, εις αιώνας σκεπάσει σε» (Κλίμαξ). Και ο Ευάγριος παρατηρεί: «Ψόφους μεν και κτύπους και φωνάς και οικισμούς [Σ.τ.μ.: Προσβολές, βλάβες, βασανι­σμοί] εκ δαιμόνων ακούσεται ο καθαράς επιμελούμενος προσευχής, αλλ’ ου συμπετείται [Σ.τ.μ.: Δεν θα πετάξει μαζί δηλ. δεν θα συμπορευτεί με τις προκλήσεις των δαιμόνων], ουδέ προδώσει τον λογισμόν λέγων προς τον Θεόν: “Ου φο­βηθήσομαι κακά, ότι συ μετ’ εμού ει”, και τα όμοια» (Περί προσευχής). Ο ίδιος επιπλέον διαπιστώνει: «Ούτινος ο νους δια παντός προς τον Κύριόν εστι και ο ζήλος αυτού της μνήμης πλήρης και η επι­θυμία αυτού όλη προς Αυτόν εκτείνεται, τούτω το τους έξω των σωμάτων ημών περιφερομένους πολεμίους ανυποτά­κτους όντος ου φοβείσθαι εγγύς εστί» (Κεφάλαια γνωστικά). Η καρδιακή προσευχή δίνει πραγματικά τη δυνατότητα στον άνθρωπο να παραμένει μόνιμα ενωμένος με το Θεό και ν’ αποκομίζει διαρκώς οφέλη από τη βοήθειά Του· οπότε πλέον καμιά αιτία φόβου δεν μπορεί να τον αιφνιδιάζει. «Είπεν γέρων: “Καθεύδοντός σου ή εγειρομένου, ή άλλο τι ποιούντος, εάν η ο Θεός προ οφθαλμών σου, εν ουδενί δύναταί σε ο εχθρός εκφοβήσαι, εάν δε ο λογισμός ούτος εμμείνη εν τω Θεώ, και η δύναμις του Θεού μενεί εν αυτώ» (ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ ΠΑΤΕΡΩΝ, Συλλογαί διάφοροι). Όσο μάλιστα η προ­σευχή του είναι καθαρότερη, τόσο λιγότερο βιώνει ο άνθρω­πος το φόβο. Γράφει ο Αγιος Βαρσανούφιος: «Το σημείον δε, ότι ήψατο αυτού, [εστίν] ότι ουκ έτι ταράσσεται εάν πειράση αυτόν όλος ο κόσμος». [Σ.τ.μ.: Εάν συγκρουστεί]. Η εξαφάνιση του φόβου και των συναφών παθών προκύπτει στην περίπτωση τούτη ως αποτέλεσμα της συνεχούς παρου­σίας της θείας δύναμης στον άνθρωπο χάρη στην αδιάλειπτη προσευχή. Είναι δυνατόν όμως ο άνθρωπος να λυτρωθεί από τα πάθη του και με κάποια ειδική προσευχή. Γράφει σχετικά ο Αγιος Ιωάννης ο Ερημίτης ότι με το αίτημα που διατυπώ­νουμε στο Χριστό μπορούμε να πάρουμε δύναμη βοήθεια για (ν’ αντιμετωπίσουμε) όλες τις αγωνίες και τους φόβους μας. Ένα απόφθεγμα αναφέρει ότι «ηρώτησέ τις τον αββάν Θεόδωρον: “Εάν άφνω γένηταί τις πτώσις, και συ φοβή αββά”; Λέγει αυτώ ο γέρων: “Εάν κολληθή [Σ.τ.μ.: Απόδειξη ότι ισχύουν και έχουν γίνει κατανοητά αυτά, που αναφέρει πα­ραπάνω ο Αγιος Βαρσανούφιος είναι η αταραξία του αν­θρώπου έναντι κάθε πειρασμού, δοκιμασίας και επίθεσης από μέρους του κόσμου. Και γράφει αμέσως πριν ο Αγιος: «Οδηγεί εις [την τελείαν ευχήν] τον άνθρωπον […], το έχειν τον νουν τω Θεώ παριστάμενον και λαλούντα αυτώ. Επιγινώσκεται δε η ευχή, όταν απαλλάσσηται ρεμβασμού και βλέπη ότι ευφραίνεται ο νους φωτισθείς εν Κυρίω» (Επιστο­λή, 79). Γίνεται κατανοητή λοιπόν από την παράθεση όλου του χωρίου, η αντίστροφα ανάλογη σχέση της τέλειας προ­σευχής και του φόβου) ο ουρανός τη γη, Θεόδωρος ου φοβείται”. Ην γαρ δεηθείς του Θεού, ίνα αρθή απ’ αυτού η δει­λία» (ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ ΠΑΤΕΡΩΝ, Αλφαβητική συλλογή, Θεόδωρος ο της Φέρμης).
Αντίστοιχα, η θεραπευτική του φόβου προϋποθέτει την απάρνηση του ιδίου θελήματος εκ μέρους του ανθρώπου και την ταπεινόφρονα συμπεριφορά. Έτσι σ’ ένα αδελφό που ρωτάει: «πώς δύναμαι σωθήναι εις τον καιρόν τούτον, ότι λο­γισμός δειλίας ανέβη εις την καρδίαν μου;» ο Αγιος Βαρσα­νούφιος απαντά: «Κατά πάντα καιρόν εάν δύνηται ο άνθρω­πος κόπτειν το εαυτού θέλημα εν πάσι, και έχειν ταπεινήν καρδίαν […], δύναται σωθήναι χάριτι Θεού· και όπου εάν η, ου κατακυριεύει αυτού η δειλία». Ο φόβος, όπως είδαμε, συνδέεται με την υπερηφανία· όσο περισσότερο ο άνθρωπος εμπιστεύεται τις δυνάμεις του, τόσο υποδουλώνεται στο συγκεκριμένο πάθος. Για να καταφέρει να το νικήσει με τη δύ­ναμη του Θεού, για να πάρει τη δύναμη αυτή και να την κρα­τήσει, ο άνθρωπος οφείλει ν’ απαρνηθεί τον εαυτό του, ν’ αναγνωρίσει την ανεπάρκειά του, αλλιώς η ενέργεια του Θε­ού δεν θα μπορέσει να βρεί πεδίο δράσης μέσα του. Ο Αγιος Ισαάκ συνιστά σ’ όποιον θέλει ν’ απαλλαγεί από το φόβο να προσεύχεται κυρίως για την απόκτηση της ταπείνωσης: «Όσον [τις τας ευχάς] πληθύνει, ταπεινούται η καρδία […]. Όταν δε ταπεινωθή ο άνθρωπος, παραυτίκα κυκλοί αυτόν το έλεος, και τότε αισθάνεται η καρδία της θείας βοηθείας. Διό­τι ευρίσκει δύναμίν τινα πεποιθήσεως κινουμένην εν αυτή».
Ο άνθρωπος είναι δυνατόν να νικήσει το φόβο και με την αγάπη, η οποία τον εκδιώκει, σύμφωνα με το λόγο του Αγίου Αποστόλου Ιωάννου: «Φόβος ουκ έστιν εν τη αγάπη αλλά η τελεία αγάπη έξω βάλλει τον φόβον» (Α’ Ιωάν. 4, 18). Μετά τη διαπίστωση ότι «κατά το μέτρον της ελλείψεως [της αγά­πης], ενυπάρχει φόβος», ο Αγιος Ιωάννης Σιναΐτης διδά­σκει σε συμφωνία με τον Αγιο Ιωάννη ότι «ο φόβου χωρίς, αγάπης πεπλήρωται» (Κλίμαξ). Αυτό έχει εφαρμογή στην αγάπη προς τον πλησίον: όποιος αγαπά τον αδελφό του δεν τον φοβάται πλέον. Αφορά όμως ουσιαστικότερα την προς τον Θεό αγάπη που αποκλείει όλες τις μορφές του εγκόσμιου φό­βου και ιδιαίτερα το φόβο του θανάτου, που συχνά βρίσκεται στην κορυφαία θέση (Πρβλ. ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΣ, Λόγος). Μέσω της αγάπης του Θεού, ο άνθρω­πος δέχεται «δύναμιν τινά πεποιθήσεως», που νικά κάθε φό­βο (Πρβλ. ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΣ, Λόγος). Ενώνεται μ’ Αυτόν στον Οποίο υποτάσσονται τα πάντα και τίποτε δεν μπορεί να τον βλάψει (Πρβλ. ΒΑΡΣΑΝΟΥΦΙΟΣ, Επιστολή). Από τώρα και στο εξής, με την αγάπη, ο άνθρωπος ζει, σε στενή σχέση με το Θεό, απομακρυσμένος απ’ όλα τα γήϊνα, τα εξωτερικά ή τα εσωτερικά, – που μπορεί να υποδαυλίσουν το φόβο -, και απολαμβάνει τα πνευματικά αγαθά, τα οποία δεν είναι δυνα­τόν να του τα λεηλατήσει ή να του αφαρπάσει κάποιος. Ο Αγιος Βαρσανούφιος παρατηρεί: «Όσον ει μετά των ανθρώπων προσδόκησον θλίψεις και κινδύνους και προσβολήν των νοητών ανέμων, όταν δε φθάσης εις τα ητοιμασμένα σοι, τότε άφοβος έση».
Πρέπει να υπογραμμιστεί, ωστόσο, ότι αν ο άνθρωπος οφείλει να τείνει στη θεραπεία του πάθους του φόβου, δεν πρέπει πάντως ν’ απορρίπτει κάθε φόβο από την ψυχή του, διότι «ουχ ο πας φόβος πάθος» (ΚΛΗΜΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΥΣ, Στρωματείς). Υπάρχει, όπως είδαμε, ο ενάρετος φόβος, τον οποίο ο Θεός έδωσε στον άνθρωπο, ως μέσο σωτηρίας, και τον οποίο οι Πατέρες ονομάζουν για το λόγο τούτο «σωτήριον φόβον»· χρησιμοποιούν ακόμη και άλλες παρόμοιες εκφράσεις. Ο συγκεκριμένος φόβος συνι­στά αυτό που η ασκητική παράδοση ονομάζει «φόβον Θε­ού». Ο φόβος-πάθος πρέπει να εξαφανίζεται και να παρα­χωρεί τη θέση του στον ενάρετο φόβο. Και οι δύο μορφές του θεμελιώνονται πραγματικά στην ίδια φυσική τάση του ανθρώπου να φοβάται [Στοιχείο που επιτρέπει σε πολλούς Πατέρες να συμβουλεύουν: «Φοβηθώμεν τον Κύριον ως τα θηρία». Η διατύπωση αυτή χρησιμοποιείται ιδιαί­τερα από δύο από τους μεγαλύτερους δασκάλους της άσκησης: τους Αγίους Μακάριο Αιγύπτιο (ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ ΠΑΤΕΡΩΝ, Συλλογαί διάφοροι, Αιθίο­πες Πατέρες) και Ιωάννη Σιναΐτη (Κλίμαξ). Βλ. επίσης: ΑΠΟΦΘΕΓ­ΜΑΤΑ ΠΑΤΕΡΩΝ, Παράρτημα, ελληνική συλλογή]. Στην πρώτη περίπτωση όμως ανα­φέρεται σ’ αυτό τον κόσμο, αντί ν’ αναφέρεται στο Θεό, σύμ­φωνα με την επιθυμία της ίδια της φύσης του. Εναπόκειται στον άνθρωπο να τη μεταστρέψει και να την κατευθύνει και πάλι προς το Θεό. Οι δύο φόβοι αποκλείουν ο ένας τον άλλο, επειδή θεμελιώνονται στην ίδια ροπή: ο φόβος-πάθος απο­βάλλει το φόβο του Θεού και ο τελευταίος, όταν ο άνθρωπος τον αποκτά, αποβάλλει τον πρώτο. Να γιατί ένα από τα κύρια φάρμακα του φόβου-πάθους είναι ο φόβος του Θεού που, όταν βαθμιαία αυξάνει στον άνθρωπο, περιορίζει το πάθος καταλαμβάνοντας τη θέση του. Έτσι ο Σειραχίδης διαπιστώ­νει: «Ο φοβούμενος Κύριον ουδέν ευλαβηθήσεται ου μη δειλιάση» (Σοφ. Σειρ. 34, 14). Και ο Αγιος Ιωάννης Σιναΐτης [Σημ.: Στη συνάφεια αυτή, ο Αγιος Ιωάννης Σιναΐτης χαρα­κτηρίζει ως «άφοβον φόβον» την «τελείαν του θανάτου αίσθησιν», που εκτοπίζει κάθε άλλο φόβο από τον άνθρωπο], υπενθυμίζοντας το φόβο του Θεού γράφει ότι ο φόβος τούτος αποβάλλει κάθε άλλο φόβο (Κλίμαξ). Ο ίδιος παρατηρεί επι­πλέον: «Ο δούλος Κυρίου γενόμενος τον οικείον Δεσπότην και μόνον φοβηθήσεται· ο δε τούτον ούπω φοβούμενος, την εαυτού σκιάν πολλάκις πεφόβηται» (ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ, Πρβλ. ΕΥΑΓΡΙΟΣ, Περί προ­σευχής). Ο Αββάς Σεραπίων επισημαίνει ότι «ο άνθρωπος, εάν […] προσέχη ενώπιον [του Θεού] εν φόβω πάση ώρα, ουδέν του εχθρού δύναται αυτόν εκφοβήσαι» (ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ ΠΑΤΕΡΩΝ, Αλφαβητική συλλογή, Σεραπίων). Από την πλευρά του ο Αγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος διαπιστώνει: «Ο φοβούμενος τον Θεόν δαιμόνων ορμάς ου φοβείται ουδέ τας ασθενείς εφόδους αυτών αλλ’ ουδέ ανθρώπων πονηράς απειλάς» (Κεφάλαια διάφορα).
Ο φόβος του Θεού είναι δυνατόν να θεωρηθεί θεμελιώ­δης αρετή από πολλές επόψεις. Στην Αγία Γραφή συναντάμε συχνές νύξεις για την αρετή αυτή (Για την Καινή Διαθήκη, βλ.: Λουκ. 18,2.4· 23,40. Πράξ. 9,31· 10,2.22· 13,16.26. Ρωμ. 3,18. Β’ Κορ. 5,11-7,1. Εφεσ. 5,21. Φιλιπ. 2,12. Α’ Πέτρ. 1,17-2,17. Αποκ. 14,7· 15,4· 19,5), οι Πατέρες πάλι παρου­σιάζουν ως προϋπόθεση σωτηρίας το να τη διαθέτει ο άνθρωπος (Βλ. για παράδειγμα, ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ ΠΑΤΕΡΩΝ, Αλφαβητική συλ­λογή, Ευπρέπιος). Ο Αγιος Κασσιανός γράφει ότι αρχή της σωτη­ρίας μας και της σοφίας μας αποτελεί, σύμφωνα με την Αγία Γραφή, «ο φόβος του Κυρίου». Και ο Αγιος Βαρσανούφιος αναφέρει: «Εάν μη έργοις φανερώσωμεν την μνήμην του φό­βου του Θεού και την εκ ταύτης κατάνυξιν, κατακρινόμεθα». Από την πλευρά του, ο Αγιος Ισαάκ ο Σύρος βεβαιώνει: «Αρ­χή της αληθινής ζωής του ανθρώπου, ο φόβος του Θεού».
Αντίστοιχες προς τις δύο βαθμίδες της αρετής αυτής (Πρβλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ, ΔΩΡΟΘΕΟΣ ΓΑΖΗΣ, Διδασκαλία) είναι και οι δύο μορφές του φόβου του Θεού (Πρβλ. ΜΑΞΙΜΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Αγάπης εκατοντάς, ΙΩ­ΑΝΝΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ, ΔΩΡΟΘΕΟΣ ΓΑΖΗΣ, Διδα­σκαλία):
α) Η πρώτη μορφή πηγάζει από το φόβο της θείας κρίσης, τόσο της παρούσας (Πρβλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ) όσο και της μέλλουσας [ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ ΠΑΤΕΡΩΝ, Αλφαβητική συλλογή, Ηλίας: «Εγώ τρία πράγματα φοβούμαι: όταν μέλλη η ψυχή μου εξελθείν από του σώματος, και όταν μέλλω τω Θεώ απαντήσαι, και όταν μέλλη η απόφασις εξελθείν κατ’ εμού»] και των βασά­νων που είναι δυνατόν να προκύψουν από αυτή (Πρβλ. ΜΑΞΙΜΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Αγάπης εκατοντάς, ΙΩ­ΑΝΝΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ, ΔΩΡΟΘΕΟΣ ΓΑΖΗΣ, Διδασκα­λία, ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΝΥΣΣΗΣ, Ασμα ασμάτων, ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙ­ΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ). Περιγρά­φεται συχνά από τους Πατέρες με τη χρήση της λέξης «κόλασις». Δείξαμε αλλού ότι με τον όρο αυτό δεν πρέπει να κα­τανοείται η τιμωρία / ποινή που ένας εκδικητής και άσπλα­χνος Θεός θα επέβαλλε σ’ όσους παραβαίνουν το νόμο Του, αλλά οι εσωτερικές οδύνες που συνδέονται με τη διακοπή της κοινωνίας με το Θεό και με τη στέρηση των θείων αγαθών. Ο ίδιος ο άνθρωπος καταδικάζει τον εαυτό του, με την αμαρτία, στα βάσανα αυτά· η θεία κρίση απλώς αποκαλύπτει το εύρος της αμαρτίας (Βλ. σχετικά ΚΛΗΜΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΥΣ, Παιδαγωγός, ΕΙΡΗΝΑΙΟΣ ΛΥΩΝ, Κατά αιρέσεων).
Η πρώτη αυτή μορφή είναι ο «εισαγωγικός φόβος», που χαρακτηρίζει τους αρχάριους (ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ, ΔΩΡΟΘΕΟΣ ΓΑΖΗΣ, Δι­δασκαλία, ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ, Όροι κατά πλάτος). Για το λόγο αυτό, έχει γραφεί: «Αρχή σοφίας φόβος Κυρίου» (Ψαλμ. 110, 10· πρβλ. Παροιμ. 1, 7 9,10). Οι Πατέρες αναφέρουν ότι τρεις αιτίες είναι δυνατόν ν’ αποστρέψουν τον άνθρωπο από το πονηρό και να τον ενώ­σουν με το Θεό: ο φόβος της τιμωρίας, η ελπίδα των μελλό­ντων αγαθών και η αγάπη προς το Θεό (Πρβλ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ, Όροι κατά πλάτος, ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ, ΔΩΡΟΘΕΟΣ ΓΑΖΗΣ, Δι­δασκαλία). Οι δύο πρώτες απο­τελούν ιδιότητα των ανθρώπων που αναζητούν την πρόοδο, [Σ.τ.μ.: Στον πνευματικό αγώνα] χαρακτηρίζουν ακόμη και τους δούλους (πρβλ. Γαλ. 4, 1). Η τρίτη είναι ίδιον του Θεού και όσων έχουν φθάσει στην ομοίωσή Του· χαρακτηρίζει τους τελείους στους οποίους συγκαταλέγονται όχι πλέον οι δούλοι Του, αλλά οι φίλοι Του και οι υιοί Του (πρβλ. Γαλ. 4, 7). Γράφει ο Αγιος Ιωάννης ο Κασσιανός: Αν λοιπόν κά­ποιος θέλει να φτάσει στην τελειότητα, ξεκινώντας από την πρώτη βαθμίδα, αυτή του φόβου, όντας κυριολεκτικά δουλοπρεπής, […] θ’ ανέλθει προοδεύοντας συνεχώς μέχρι τις υψη­λότερες οδούς της ελπίδας και κατόπιν από εκεί στην τρίτη βαθμίδα, αυτή της αγάπης […]. Ας προσπαθήσουμε λοιπόν με ζήλο ν’ ανέβουμε από το φόβο στην ελπίδα και από την ελπίδα στην αγάπη του Θεού και των αρετών.
Βλέπουμε ότι όταν οι Πατέρες επιβεβαιώνουν ότι η πρώτη μορφή του φόβου χαρακτηρίζει τους αρχάριους, εννοούν όσους δεν έχουν φτάσει ακόμη στην τελειότητα και δεν είναι ακόμη υγιείς. Επομένως τούτο το φόβο, ακόμη και όσοι έχουν προχωρήσει πνευματικά είναι δυνατόν και οφείλουν να τον δοκιμάζουν (Ο Αγιος ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΉΣ το επιβεβαιώνει συχνά και με ζωντανή ορολογία. Βλ. Κλίμαξ). Χωρίς δισταγμό, ο Αγιος Δωρόθεος Γάζης λέγει προς τους μοναχούς του: «Ο εισαγωγικός φόβος της καταστάσεως ημών εστίν» (Διδασκαλία).
Ωστόσο, ο φόβος αυτός καλείται να καταργηθεί και να ξεπεραστεί στο πλήρωμα της αγάπης, όπως διδάσκει ο Απόστολος Αγιος Ιωάννης: «Φόβος ουκ έστιν εν τη αγάπη, αλλ’ η τελεία αγάπη έξω βάλλει τον φόβον, ότι ο φόβος κόλασιν έχει, ο δε φοβούμενος ου τετελείωται εν τη αγάπη» (Α’ Ιωάν. 14, 18). Στη συνέχεια ο Αγιος Μάξιμος γράφει: «Τον πρώτον φόβον έξω βάλλει η τελεία αγάπη της ψυχής της κε­κτημένης αυτήν, μηκέτι την κόλασιν φοβουμένην» (ΜΑΞΙΜΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Αγάπης εκατοντάς, Πρβλ. ΙΩΑΝ­ΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ). Έτσι ο Μέγας Αντώνιος μπορεί να λέγει: «Εγώ ουκέτι φοβούμαι τον Θεόν, αλλ’ αγαπώ α[Α]υτόν. Η γαρ αγάπη έξω βάλλει τόν φόβον» (ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ ΠΑΤΕΡΩΝ, Αλφαβητική συλλογή, Αντώνιος).
Πρέπει να σημειωθεί ότι μόνο με την τέλεια αγάπη, όπως υπογραμμίζουν σκόπιμα ο Απόστολος Αγιος Ιωάννης και οι Πατέρες, οδηγεί το φόβο αυτό στην υποχώρηση [Σ.τ.μ.: Και τελικά στην εξαφάνιση]. Όσο ο άνθρωπος δεν καθαρί­ζεται εντελώς από τα πάθη του, δεν αποκτά την απάθεια και δεν φθάνει στο πλήρωμα της αγάπης, ο φόβος διατηρεί το λό­γο της ύπαρξής του και αποδεικνύεται χρήσιμος. Ο Αγιος Διάδοχος Φωτικής γράφει με σαφήνεια: «Ο μεν φόβος των έτι καθαριζομένων εστί δικαίων μετά μεσότητος αγάπης· η δε τελεία αγάπη των ήδη καθαρισθέντων, εν οις ουκ έστι φό­βος· “η γαρ τελεία αγάπη”, φησίν [η Γραφή], “έξω βάλλει τον φόβον” (Α’ Ιωάν. 4, 18). […]. Δια τούτο πη μεν λέγει η Γρα­φή, “φοβήθητε τον Κύριον πάντες οι άγιοι αυτού” (Ψαλμ. 33, 10)· πη δε, “αγαπήσατε τον Κύριον πάντες οι όσιοι αυτού” (Ψαλμ. 30, 24)· ίνα μάθωμεν σαφώς, ότι των μεν έτι καθαριζομένων δικαίων εστίν ο φόβος του Θεού, μετά μεσότητος, ως είρηται, αγάπης· των δε καθαρισθέντων η τελεία αγάπη. Εν οις ουκ έστιν έτι έννοια φόβου τινός, αλλ’ έκκαυσις άπαυστος και κόλλησις της ψυχής προς τον Θεόν, δια της ενεργείας του Αγίου Πνεύματος» (Λόγος ασκητικός).
Όσο η αγάπη δεν έχει φτάσει στην τελείωσή της, ο φόβος έχει λόγο ύπαρξης: συμβάλλει κατά μεγάλο μέρος στην κά­θαρση του ανθρώπου και στην εν συνεχεία απόκτηση της απάθειας, η οποία προϋποθέτει την τελείωση τούτη. Τούτο συμβαίνει σε τέτοιο σημείο, ώστε να μπορούμε να πούμε ότι χωρίς προηγουμένως να έχει αποκτήσει το συγκεκριμένο φό­βο (η απόκτησή του εξάλλου αφεαυτής συνεπάγεται την κά­θαρση σε κάποιο βαθμό), ο άνθρωπος δεν είναι σε θέση να φτάσει στην τέλεια αγάπη. Κατηγορηματική είναι η διαβε­βαίωση του Αγίου Ισαάκ, που εντοπίζει ιδιαίτερα στο φόβο το δείκτη και τον οδηγό της μετάνοιας, το κυριότερο όργανο της κάθαρσης της ψυχής: «Ώσπερ ου δυνατόν εστι περάσαι την θάλασσαν την μεγάλην χωρίς πλοίου και καράβου, ούτως ου δύναταί τις περάσαι χωρίς φόβου προς την αγάπην. Την θάλασσαν την οζομένην την τεθείσαν μεταξύ ημών και του νοερού παραδείσου, δια καράβου της μετανοίας παρελθείν δυνάμεθα της εχούσης τους κωπηλάτας του φόβου. Εάν δε οι κωπηλάται ούτοι του φόβου ου κυβερνώσι το πλοίον τούτο της μετανοίας, δι’ ης διερχόμεθα την θάλασσαν του κόσμου τούτου προς τον Θεόν, καταποντιζόμεθα εν τη οζομένη θαλάσση· η μετάνοια εστί το πλοίον· ο φόβος δε, ο κυβερνήτης αυτού, η αγάπη, ο λιμήν ο θεϊκός». Από την πλευρά του ο Αγιος Μάξιμος σημειώνει ότι «δια [τον φόβον] […] η απά­θεια, εξ ής η αγάπη, κατά τάξιν ημίν εγγίνεται» (Αγάπης εκατοντάς). Και ο Αγιος Διάδοχος Φωτικής γράφει σχετικά, ακόμη σαφέστε­ρα: «Ουδείς δύναται μη πρότερον φοβηθείς τον Θεόν εν αισθήσει καρδίας, αγαπήσαι αυτόν εν όλη καρδία· δια γαρ της ενεργείας του φόβου αγνιζομένη και απαλυνομένη ώσπερ η ψυχή, εις αγάπην ενεργουμένην έρχεται· ουκ αν δε τις εις φόβον έλθη Θεού τω ειρημένω τρόπω, ει μη πασών των βιοτικών έξω γένηται φροντίδων. Ότε γαρ εν ησυχία πολλή και αμεριμνία γένηται ο νους, τότε αυτώ οχλεί ο φόβος του Θεού, καθαρίζων αυτόν εν αισθήσει πολλή από πάσης της γεώδους παχύτητος· ιν’ ούτως αυτόν εις πολλήν αγάπην αγάγη της αγαθότητος του Θεού» (Λόγος ασκητικός). Και καταλήγει στο συ­μπέρασμα: «Έστω ουν ημίν εις καύχημα καυχημάτων άπαυστον, πρώτον μεν ο φόβος του Θεού· λοιπόν δε η αγάπη το πλήρωμα του νόμου της εν Χριστώ τελειότητος» (Λόγος ασκητικός).
Ο Αγιος Γρηγόριος Παλαμάς υπογραμμίζει πάλι τον κα­θοριστικής σημασίας παιδευτικό και καθαρτικό ρόλο του φόβου και εντοπίζει σ’ αυτόν την αρχή και την προϋπόθεση της προσέγγισης στην αγάπη και επομένως στην ίδια τη θεω­ρία του Θεού: «Της καθαιρούσης την ψυχήν παιδείας […], αρχή μεν [εστιν] ο φόβος του Θεού (πρβλ. Παροιμ. 1, 7), παρ’ ού δέησις […] συνεχής προς τον Θεόν γεννάται εν τη κατανύξει και η των ευαγγελικών θεσπισμάτων φυλακή. Δια τούτων δε καταλλαγής γεγονυίας προς Θεόν, ο φόβος εις αγάπην με­ταβάλλει και το της ευχής οδυνηρόν εις τερπνόν μετενεχθέν του φωτισμού το άνθος ανατέλλει» (Τριάδες). Ο Αγιος Ισαάκ ο Σύ­ρος διδάσκει ότι ο φόβος είναι η αναγκαία και ικανή προϋ­πόθεση της τελειότητας του ενάρετου βίου, της αγάπης και της γνώσης του Θεού και συνεπώς η πνευματική οδός που «υποχρεώνονται» ν’ ακολουθήσουν όσοι θέλουν να καταφέρουν το στόχο: «Η πνευματική γνώσις δευτέρα εστί τη φύσει της εργασίας των αρετών. Προηγείται δε αμφοτέρων ο φό­βος και η αγάπη, και πάλιν προηγείται της αγάπης ο φόβος. Πας τις αναιδώς λέγων, ότι δυνατόν κτήσασθαι τας τελευταί­ας προ της των πρώτων εργασίας, πρώτον ανενδοιάστως θεμέλιον απωλείας τη εαυτού ψυχή τέθεικεν. Αυτή γαρ εστίν η οδός του Κυρίου. Ότι αύται [Σ.τ.μ.: Η εργασία των αρετών και η πνευματική γνώση] υπ’ εκείνων [Σ.τ.μ.: Το φόβο και την αγάπη] γεννώνται».
β) Η δεύτερη μορφή του φόβου είναι σύμφυτη με την τέ­λεια αγάπη (Πρβλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ, ΜΑΞΙΜΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Αγάπης εκατοντάς). Απορρέει από την αγάπη του Θεού, ενώ το πρώτο είδος του φόβου εκτοπίζεται από αυτή. Είναι ο φόβος της αποκοπής ή της απομάκρυνσης από το Θεό, ο φόβος της στέρησης της «δια την αγάπην παρρησίας». Όπως προσ­διορίζει ακριβέστατα ο Κλήμης Αλεξανδρέας «φοβείται τις ου τον Θεόν, αλλά το αποπεσείν του Θεού» (Στρωματείς). «Ούτός εστιν», εξηγεί ο Αγιος Δωρόθεος Γάζης, «ο έχων την αληθινήν αγά­πην, ην λέγει ο Αγιος [Σ.τ.μ.: Ο Απόστολος και Ευαγγελι­στής Ιωάννης (Α’ Ιωάν. 4, 18)] “τελείαν”, και αύτη η αγάπη φέρει αυτόν εις τον τέλειον φόβον. Φοβείται γαρ ο τοιούτος και φυλάττει το θέλημα του Θεού, […] αλλ’ ώσπερ είπομεν γευσάμενος αυτής της γλυκύτητος του είναι μετά του Θεού, φοβείται μη εκπέση αυτής, φοβείται μη στερηθή αυτής» (Διδασκαλία). Ο Αγιος Ιωάννης Κασσιανός περιγράφει διεξοδικότατα το φόβο, αναφέροντας τα χωρία της Αγίας Γραφής που κάνουν σχετική μνεία αυτού: Θεμελιωμένος στην τελειότητα της αγά­πης, θ’ ανέλθει στην αμέσως υψηλότερη και ανώτερη βαθμίδα, το φόβο της αγάπης. Αυτός δεν γεννάται από τη φρίκη ή τον τρόμο της κόλασης ούτε από την επιθυμία της ανταμοι­βής, αλλά από το ίδιο το μεγαλείο της αγάπης. Πρόκειται για το φόβο που προκύπτει ως κράμα του σεβασμού και της τρυ­φερής αγάπης που εκδηλώνει ο γιος για τον πατέρα τον γεμάτο επιείκεια, ο αδελφός για τον αδελφό του, ο φίλος για το φίλο του, η σύζυγος για το σύζυγό της. Δεν υποχωρεί ούτε στα κτυπήματα ούτε στις κατηγορίες· φοβάται μόνο να μη πληγώσει την αγάπη, μη προκαλέσει ακόμη και το μικρότερο και πιο επιπόλαιο τραύμα. Σε κάθε πράξη, ακόμη και σε κά­θε λόγο, τον βλέπουμε σταθερά έκπληκτο από στοργή και ευαισθησία, με τρόμο μήπως η θέρμη και ο ζήλος της αγάπης χλιαρύνουν, έστω και ελάχιστα.
Η δεύτερη αυτή μορφή του φόβου εμφανίζεται έτσι ως ο «τέλειος φόβος» [Βλ. ΔΩΡΟΘΕΟΣ ΓΑΖΗΣ (Διδασκαλία) του οποίου η σχετι­κή διδασκαλία αντιστοιχεί σε κάποιο βαθμό με την αντίστοιχη του Αγίου Ιω­άννου Κασσιανού], «των αγίων […] των τελειωθέντων, των φθασάντων, εις το μέτρον της αγίας αγάπης». Οι άγιοι, πα­ρατηρεί ο Αγιος Δωρόθεος Γάζης, «ουκ έτι δια φόβον κολάσεως […] ποιούσι το θέλημα του Θεού, αλλά αγαπώντες, […] φοβούμενοι ποιήσαι τι παρά το θέλημα του αγαπητού […]. [Οι άγιοι] ουκ έτι γαρ από φόβου ποιούσιν, αλλ’ έκ του αγαπάν φοβούνται». Ο Αγιος Ιωάννης Κασσιανός και πά­λι, επισημαίνει ότι τους αγίους, και όχι τους αμαρτωλούς κα­λούν οι προφητικοί λόγοι να φοβούνται: «Φοβήθητε τον Κύριον πάντες οι άγιοι αυτού», λέγει ο Ψαλμωδός, «ότι ουκ έστιν υστέρημα τοις φοβουμένοις α[Α]υτόν» (Ψαλμ. 33, 10). Τόσο βέβαιο είναι ότι δεν χάνει τίποτε από την τελειότητα εκείνος που φοβάται τον Κύριο με τέτοιου είδους φόβο. […]. Για το φόβο της αγάπης κάνει λόγο και ο προφήτης, όταν πε­ριγράφει το επτάμορφο Πνεύμα που κατέρχεται ανενδοία­στα στο Θεάνθρωπο κατά την οικονομία της Ενανθρωπήσεως: «Και αναπαύσεται», λέγει, «επ’ α[Α]υτόν πνεύμα του Θεού, πνεύμα σοφίας και συνέσεως, πνεύμα βουλής και ισχύος, πνεύμα γνώσεως και ευσεβείας» (Ησ. 11, 2), και κατόπιν στο τέλος, ως επιστέγασμα όλων αυτών των δωρεών: «εμπλήσει α[Α]υτόν πνεύμα φόβου Θεού» (Ησ. 11, 3). Σχετικά με το στίχο αυτό, παρουσιάζει ενδιαφέρον κυρίως να λάβουμε υπόψη ότι ο προφήτης δεν λέγει: «Και πνεύμα φόβου Θεού αναπαύσεται επ’ α[Α]υτόν», όπως είχε κάνει με τις προηγού­μενες δωρεές, αλλά «εμπλήσει α[Α]υτόν πνεύμα φόβου Θε­ού». Και τούτο το Πνεύμα ξεχειλίζει πραγματικά με τέτοια αφθονία, ώστε να καταλαμβάνει μια ψυχή ολοκληρωτικά και όχι μόνο τμηματικά. Είναι λογικό. Καθώς γίνεται ένα με την αγάπη που ποτέ δεν θα εκλείψει, όχι μόνο πληρώνει [Σ.τ.μ.:Γεμίζει], αλλά κατέχει αχώριστα και για πάντα αυτή [Σ.τ.μ.: Την ψυχή] που έχει κατακτήσει […]. Τέτοιας φύσης είναι ο φόβος των τελείων, για τον οποίο έχει λεχθεί, ότι εκπλήρωσε το Θεάνθρωπο [Σ.τ.μ.: Αναφορικά με την αγωνία του Θεανθρώπου στη Γεθσημανή πριν τη σύλληψή του]. Αυτόν που δεν ήλθε μόνο για να μας εξαγοράσει, αλλά και γιατί έπρεπε να μας δώσει «εν τω προσώπώ Του» υπογραμμό της τελειότητας και υπόδειγμα των αρετών (ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ).
Μόνο ο Αγιος Δωρόθεος Γάζης επιμένει στο σημείο αυτό· κανείς δεν είναι σε θέση να πετύχει τον τέλειο φόβο χω­ρίς να έχει προηγουμένως γνωρίσει την πρώτη μορφή του: «Αδύνατον έστιν ελθείν τον τέλειον φόβον, ει μη δια του εισαγωγικού», «λέγει γαρ: “Αρχή σοφίας φόβος Κυρίου” (Ψαλμ. 110, 10), και πάλιν λέγει: “Αρχή και τέλος εστίν ο φό­βος του Θεού” (πρβλ. Παροιμ. 1, 7· 9, 10· 22, 4)».
Η αναζήτηση της απόκτησης του εισαγωγικού φόβου αρμόζει επίσης και για εκείνον που δεν έχει φτάσει ακόμη στην υγεία μέσα από την απάθεια ούτε στην τελειότητα μέσα από την αγάπη. Γιατί αντίθετα με το φόβο – πάθος, ο φόβος του Θεού δεν έρχεται αυτόματα, δεν είναι αυτοφυής [Σ.τ.μ.: Αυθόρμητος, αυτόματος, εγγενής] στον άνθρωπο, αλλά απο­τελεί μια αρετή για την οποία οφείλει ν’ αγωνιστεί σκληρά προκειμένου να την αποκτήσει με τη βοήθεια του Θεού. Γι’ αυτό σε άλλο σημείο γίνεται το αντικείμενο εντολής: «Τον Θεόν φοβού […] ότι τούτο πας ο άνθρωπος» (Εκκλ. 12, 13)· «Μετά φόβου και τρόμου την εαυτών σωτηρίαν κατεργάζεσθε» (Φιλιπ. 2, 12)· «Εν φόβω τον της παροικίας υμών χρόνον αναστράφητε» (Α’ Πέτρ. 1, 17). Ο άνθρωπος δεν θα μπορούσε να προχωρήσει στην οδό της «πράξεως», χωρίς να «τροφοδοτείται» μόνιμα από τη συγκεκριμένη εσωτερική διάθεση, όπως παρουσιάζει με εικόνες ο Αγιος Βαρσανούφιος: «Όταν θέλη τις αποδημήσαι, φορεί τα υποδήματα. […] Από της σαρκικής προετοιμασίας οφείλει νοήσαι την πνευματικήν και λαβείν τα πνευματικά υποδήματα, τουτέστι την ετοιμασίαν του φόβου του Θεού, και μνησθήναι ότι πάντα κατά φόβον του Θεού, οφείλει διαπράξασθαι» (Επιστολή).
Ποιές είναι οι προϋποθέσεις της απόκτησης του φόβου του Θεού; «Ο φόβος του Θεού […] λέγεται είναι γέννημα της πίστε­ως» (ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΣ, Λόγος, ΣΥΜΕΩΝ ΝΕΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ, Κε­φάλαια διάφορα). Από την άλλη πλευρά συνδέεται άμεσα με την εφαρμο­γή των εντολών (Πρβλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Ομιλία-Ψαλμός 111, 1. Ομιλία-Ψαλμός 127, 1), όπως δείχνει ο Ψαλμωδός: «Μακάριος ανήρ ο φοβούμενος τον Κύριον, εν ταις εντολαίς αυτού θελή­σει σφόδρα» (Ψαλμ. 111, 1)· «Μακάριοι πάντες οι φοβούμε­νοι τον Κύριον, οι πορευόμενοι εν ταις οδοίς αυτού» (Ψαλμ. 127, 1), και ο Εκκλησιαστής: «Τον Θεόν φοβού και τας εντολάς αυτού φύλασσε» (Εκκλ. 12, 13). Σε τέτοιο σημείο μάλι­στα ώστε οι Πατέρες συχνά να κατανοούν ως φόβο του Θεού την εφαρμογή των εντολών (Βλ. για παράδειγμα ΜΑΞΙΜΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Προς Θαλάσσιον). Επειδή ο άνθρωπος εκδηλώνει ότι κατέχει πραγματικά τούτη την αρετή μόνο με την συμμόρ­φωση και την υπακοή του στο θέλημα του Θεού, όπως αυτό εκφράζεται στις εντολές. Οι ίδιοι οι δαίμονες, επίσης, φοβούνται το Θεό, αλλά ο φόβος τους δεν είναι ενάρετος, διότι τούτο θα σήμαινε την αναγνώριση της παντοδυναμίας Του· ο δαιμονικός φόβος δεν συνοδεύεται από την πραγμάτωση του θελήματός Του.
Μία άλλη προϋπόθεση (Πρβλ. ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΣ, Λόγος, ΔΙΑΔΟΧΟΣ ΦΩΤΙΚΗΣ, Λόγος ασκη­τικός) αποτελεί ο αποχωρισμός από τις περισπάσεις του κόσμου τούτου, η πνευματική αμεριμνία έναντι των γήινων πραγμάτων. Επίσης την απόκτηση του κα­τά Θεόν φόβου ευνοούν εξίσου η μνήμη του θανάτου (Πρβλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ, ΔΩΡΟΘΕΟΣ ΓΑΖΗΣ, Δι­δασκαλία) και του τελικού στόχου (Πρβλ. ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΣ, Λόγος, ΔΩΡΟΘΕΟΣ ΓΑΖΗΣ, Διδασκαλία) καθώς και η ησυχία (Πρβλ. ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΣ, Λόγος), που συνδέονται στενά με τις προηγούμενες στάσεις. Παρόμοια λειτουργούν και η τακτική επισκόπηση της συνείδησης (Πρβλ. ΔΩΡΟΘΕΟΣ ΓΑΖΗΣ, Διδασκαλία)75, η επίγνωση της αμαρτωλότητάς του (Πρβλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ), το πένθος (Πρβλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΓΑΖΗΣ, Επιστολή) και τα δάκρυα (Πρβλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ). Σε όσους επιζητούν την απόκτηση της συγκεκριμένης αρετής, οι Πατέ­ρες συνιστούν τη συχνή συναναστροφή με έναν πνευματικό άνθρωπο που ήδη τη διαθέτει (Πρβλ. ΔΩΡΟΘΕΟΣ ΓΑΖΗΣ, Διδασκαλία, ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ ΠΑ­ΤΕΡΩΝ, Αλφαβητική συλλογή, Ποιμήν).
Δεν πρέπει, ωστόσο, να λησμονούμε ότι ο φόβος του Θεού ως αρετή αποτελεί εκδήλωση της χάρης και ότι αν οι προ­σπάθειες του ανθρώπου είναι απαραίτητες για την απόκτησή του, είναι και παραμένει πάντοτε ένα δώρο του Θεού· οφεί­λει λοιπόν να του το ζητήσει με την προσευχή (Πρβλ. ΔΙΑΔΟΧΟΣ ΦΩΤΙΚΗΣ, Λόγος ασκητικός, ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΣ, Λόγος, ΒΑΡΣΑΝΟΥΦΙΟΣ, Επιστολή). Μέσω αυτής κυρίως, ο άνθρωπος είναι σε θέση να εξαγνιστεί. Το γεγονός αυτό του επιτρέπει να συνέχεται από το φόβο του Θεού· για­τί είναι ανίκανος να τον δοκιμάσει, ακόμη και στις εισαγωγι­κές βαθμίδες του, όσο παραμένει εντελώς υποδουλωμένος στα πάθη. Γι’ αυτό ο «εισαγωγικός φόβος» αφεαυτού συνε­πάγεται ήδη κάποια πνευματική ανάπτυξη και παρουσιάζε­ται έτσι ως αρετή που τη διαθέτουν πολύ περισσότερο οι προ­χωρημένοι παρά οι αρχάριοι, για να κυριολεκτούμε. Με χρή­ση, -άμεσα-, ιατρικής ορολογίας, ο Αγιος Διάδοχος γράφει: «Ώσπερ τα συμβαίνοντα τω σώματι τραύματα, όταν μεν κεχερσωκότα ή και ανεπιμέλητα [Σ.τ.μ.: Εκτεθειμένα σε παθο­γόνους παράγοντες, ανοικτά και χωρίς τη στοιχειώδη ιατρι­κή φροντίδα, καθαρισμό, απολύμανση, ενδεχομένως επίδε­ση κ.λπ.] του προσαγομένου αυτοίς φαρμάκου υπό των ιατρών ουκ αισθάνεται· καθαρισθέντα δε, της ενεργείας αισθάνεται του φαρμάκου, εις ίασιν τελείαν εντεύθεν ερχό­μενα· ούτω και η ψυχή, έως μεν ανεπιμέλητος τυγχάνη και υπό της λέπρας της φιληδονίας [Σ.τ.μ.: Των παθών, στο γαλ­λικό κείμενο] όλη κεκαλυμμένη, αισθάνεσθαι του φόβου ου δύναται του Θεού, καν απαύστως αυτή τις το φοβερόν και δυνατόν κριτήριον καταγγέλλη του Θεού. Επειδάν δε άρξηται δια της πολλής προσοχής καθαίρεσθαι, τότε ως φαρμάκου τι­νός όντος ζωής, του θείου φόβου αισθάνεται· καίοντος αυτήν ώσπερ, τη ενεργεία των ελέγχων, εν πυρί απάθειας» (Λόγος ασκητικός).
Ιδιαίτερα πολλά και σημαντικά είναι τα αποτελέσματα του φόβου του Θεού (Στη συνέχεια, θα συναντήσουμε κυρίως τα αποτελέσματα της πρώτης μορφής φόβου, καθώς η δεύτερη υπερβαίνει το πλαίσιο της πράξεως), στο βαθμό που συνιστά μια από τις βά­σεις και τις προϋποθέσεις της πνευματικής ζωής. Σε τέτοιο σημείο μάλιστα που ο Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος δια­βεβαιώνει: «Έχεις του Θεού τον φόβον, πάντων χρημάτων ευπορώτερον θησαυρόν» (Λόγος-καλένδες).
Πρωτίστως αποστρέφει (Πρβλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ) τον άνθρωπο από το κακό, όπως διδάσκει και ο Σολομώντας (Παροιμ. 15, 27· πρβλ 8, 13). Τον εξαγνίζει από κάθε αμαρτία και πάθος (Πρβλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Ομιλία-ανδριάντες, ΙΩΑΝ­ΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ), και δικαιολογημέ­να παρουσιάζεται ως καθολικό «φάρμακον» [Η λέξη χρησιμοποιείται από τον Αγιο ΙΩΑΝΝΗ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ, Ομιλία-ανδριάντες. Από την πλευρά του ο Αγιος ΔΙΑΔΟΧΟΣ ΦΩΤΙ­ΚΗΣ χαρακτηρίζει το φόβο του Θεού ως «φάρμακον ζωής» (Λόγος ασκητι­κός)]. [Σ.τ.μ.: Απο­δίδουμε έτσι το remede global, που χρησιμοποιεί ο συγγρα­φέας. Θα μπορούσε επιτυχέστερα ίσως να χρησιμοποιηθεί ο όρος πανάκεια· επειδή όμως ο συγγραφέας παραπέμπει στον Αγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο (Ανδριάντες, 15, 2), που γράφει «λαβών το φάρμακον ούτως επάνεισιν», διατη­ρήσαμε τη λέξη φάρμακο θέτοντας το επίθετο καθολικό. Λι­γότερο ορθό: παμφάρμακο]. Ο Αγιος Ιωάννης Κασσιανός τον θεωρεί ως τον σταυρό πάνω στον οποίο ο ασκητής οφείλει να πεθάνει για τον κόσμο. Και ο Αγιος Διάδοχος Φωτικής, υπογραμμίζοντας τη θεραπευτική του αξία, σημειώνει: «[Του φόβου του Θεού] ως φαρμάκου τινος όντος ζωής […] καίοντος [την ψυχήν] τη ενεργεία των ελέγχων […]. Όθεν [η ψυχή] κατά μέρος λοιπόν καθοριζομένη εις το τέλειον του καθαρισμού φθάνει» (Λόγος ασκητικός). Ο Αγιος Γρηγόριος Παλαμάς εντο­πίζει σ’ αυτόν «την αρχήν […] της καθαιρούσης την ψυχήν παιδείας» (Τριάδες), και συμπληρώνει: «πάντων απαλλάξας την ψυ­χήν και […] καταλεάνας, επιτήδειον οίον πυξίον [Σ.τ.μ.: Ξύλινη πινακίδα στην οποία αρχικά εζωγράφιζαν και κατόπιν έθεταν χωριστά το κάθε χρώμα. Παλέττα] ποιεί [ταύτην] προς καταγραφήν των χαρισμάτων του Πνεύματος» (Τριάδες).
Η θεραπευτική δράση του φόβου του Θεού αποκαλύπτε­ται ιδιαίτερα αποτελεσματική έναντι των παθών που ναρκώ­νουν την ψυχή και παραλύουν την πνευματική ζωή: της ακηδίαςουδέν γαρ ούτως ακηδίαν εκδιώκειν δύναται», διδά­σκει ο Αγιος Ιωάννης Σιναΐτης, Κλίμαξ), «της τε λήθης και αμελεί­ας», της ολιγοψυχίας και της χαυνότητας, της σκληροκαρδίας (ΒΑΡΣΑΝΟΥΦΙΟΣ, Επιστολή) με την ασκητική σημασία της πνευματικής αναισθησίας.
Εξαγνίζει και καθαίρει επίσης την ψυχή από τις σαρκικές επιθυμίες (Πρβλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Ομιλία-ανδριάντες, ΙΩΑΝ­ΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ) και από όλους τους πονηρούς λογισμούς (Πρβλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Ομιλία-ανδριάντες, ΙΩΑΝ­ΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ) και φαντασιώσεις (Πρβλ. ΒΑΡΣΑΝΟΥΦΙΟΣ, Επιστολή). Εξαλείφοντας πάντως όλα αυτά από την ψυχή, προστατεύει τον άνθρωπο από την επάνοδό τους. Γρά­φει ο Μέγας Βασίλειος: «[Ο] φόβος εξωθεί πάσαν εμπαθή διάνοιαν […]. Όπου φόβος Θεού, πάντα εξελήλαται τα του πάθους σπιλώματα [Σ.τ.μ.: Κυριολεκτικά η ελιά στο δέρμα. Μεταφορικά τα ηθικά στίγματα που δημιουργούν τα πάθη στη διάνοια και κατ’ επέκταση στον άνθρωπο] εκ της διανοί­ας ημών» (ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ, Ανθρώπου γένεσις, Πρβλ. ΔΩΡΟΘΕΟΣ ΓΑΖΗΣ, Διδασκαλία). Την προληπτική/προφυλακτική λειτουργία του φόβου υπογραμμίζει με τον ίδιο τρόπο ο Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος: «Ένθα φόβος εστίν, […] επιθυμία κατέσταλται πονηρά, άπαν αλόγιστον εξώρισται πάθος· και καθάπερ εν οικία στρατιώτου διηνεκώς ωπλισμένου ου ληστής, ου τοιχωρύχος [Σ.τ.μ.: Ο κλέφτης που εισέρχεται στο σπίτι για να κλέψει, μέσα από άνοιγμα που δημιουργεί σε κάποιο τοίχο], ουκ άλλος τις των τα τοιαύτα κακουργούντων τολμήσει φανήναι πλησίον, ούτω και φόβου τας ημετέρας κατέχοντος ψυχάς, ουδέν των ανελευθέρων παθών επεισέρχεται ραδίως ημίν· αλλά πάντα δραπευτεύει και φυγαδεύεται τη τυραννίδι του φόβου πάντοθεν εξελαυνόμενα» (Ομιλία-ανδριάντες). Ο φόβος απομακρύ­νει από την ψυχή και κάθε άλλη γήινη μέριμνα και ασχολία (ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ).
Ο φόβος [του Θεού] συνεισφέρει λοιπόν στο σημαντικό έργο της φυλακής της καρδίας, που αποτελεί προϋπόθεση της καθαράς προσευχής, της τέλειας αγάπης και της αλη­θινής θεωρίας του Θεού. Ο Ωριγένης φθάνει μέχρι του ση­μείου να γράφει: «Ουδέν ούτω φυλάσσει την καρδίαν ημών ως ο φόβος του Θεού» (Ψαλμοί-εξηγητικά). Ο Αγιος Βαρσανούφιος υπενθυμίζει ότι «των τελείων εστί των δυναμένων κυβερνάν τον νουν και εις τον φόβον του Θεού έχειν, του μη πλαγιάσαι και βυθισθήναι εις μετεωρισμόν βαθύτατον ή φαντασίαν» (ΒΑΡΣΑΝΟΥΦΙΟΣ, Επιστολή, Πρβλ. ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΣ, Λόγος).
Ο φόβος του Θεού «ου γαρ δη τα πονηρά ημών απελαύνει πάθη μόνον, αλλά και πάσαν εισάγει μετά πολλής ευκολίας την αρετήν» (ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Ομιλία-ανδριάντες). Ο Αββάς Ιάκωβος διδάσκει: «Ώσπερ λύ­χνος εν φωτεινώ κοιτώνι φωτίζει, ούτως και ο φόβος του Θε­ού, όταν έλθη εις καρδίαν ανθρώπου, φωτίζει αυτόν, και δι­δάσκει πάσας τας αρετάς» (ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ ΠΑΤΕΡΩΝ, Αλφαβητική συλλογή, Ιάκωβος). Και ο Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος διαβεβαιώνει: «Ουδέν γαρ ούτω […], αρετήν αύξεσθαι ποιεί και θάλλει, ως διηνεκής φόβου φύσις» (Ομιλία-ανδριάντες).
Ο φόβος του Θεού εμφανίζεται ως η προϋπόθεση και η αρχή της ενάρετης ζωής στο σύνολό της (Πρβλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Ομιλία-ανδριάντες, ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΣ, Λόγος). Προηγείται του έργου των αρετών και οι αρετές γεννώνται από αυτόν επο­μένως η απόκτηση των αρετών δεν είναι δυνατή χωρίς το φό­βο, επιβεβαιώνει με σαφήνεια ο Αγιος Ισαάκ ο Σύρος. Ο Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος διδάσκει και πάλι: «Τον μη συζώντα φόβω αδύνατον κατορθούσθαι [αρετήν], ώσπερ ουν τον εν φόβω, ζώντα αδύνατον διαμαρτείν» (Ομιλία-ανδριάντες).
Στο μέτρο που αποστρέφει τον άνθρωπο από το κακό και τον εξαγνίζει, αντίστοιχα του επιτρέπει να προοδεύει στο αγαθό, όπως δείχνει ρητά ο Απόστολος Παύλος που συμβου­λεύει: «Καθαρίσωμεν εαυτούς από παντός μολυσμού σαρκός και πνεύματος, επιτελούντος αγιωσύνην εν φόβω Θεού» (Β’ Κορ. 7,1). Ακόμη θετικότερο είναι το γεγονός, ότι ο φόβος ευνοεί την εφαρμογή των εντολών (Πρβλ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ, Όροι κατά πλάτος, Προοίμιον. ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ, Τριάδες, ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ ΠΑΤΕΡΩΝ, Αλ­φαβητική συλλογή, Ιάκωβος). «Μακάριος ανήρ ο φο­βούμενος τον Κύριον», λέγει ο Ψαλμωδός (Ψαλμ. 111, 1). «Δια τί; Ότι εν ταις εντολαίς αυτού θελήσει σφόδρα» απα­ντά ο Μέγας Βασίλειος επαναλαμβάνοντας τη συνέχεια του Ψαλμού. Διότι «ου τοίνυν εστί των φοβουμένων το παριέναι [Σ.τ.μ.: να παραβεί] τι των εντεταλμένων, ή αμελώς ποιείν» (Όροι κατά πλάτος, Προοίμιον).
Ο φόβος του Θεού «την πίστιν βεβαιοί» (ΕΥΑΓΡΙΟΣ, Λόγος πρακτικός, Πρόλογος)· [Σ.τ.μ.: Ενι­σχύει, ενδυναμώνει, στερεώνει γερά] απορρέει από αυτή την πίστη, η οποία αποτελεί το καθεαυτό θεμέλιο της πνευμα­τικής ζωής. Συνάπτεται μάλιστα μ’ αυτή και δίνει στον άνθρωπο ισχύ ώστε «πάντα δραν και αυτά τα δοκούντα τοις πολλοίς δυσχερή και αδύνατα», τον κάνει σταθερό και αποφασιστικό στην πορεία του (ΣΥΜΕΩΝ ΝΕΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ, Κεφάλαια διάφορα), ενισχύει την καρδιά του (ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ)· και όλα αυτά ισχύουν σε μεγαλύτερο βαθμό, όσο ο φόβος του παρέχει αταλάντευτη εμπιστοσύνη στο Θεό (Πρβλ. ΜΑΞΙΜΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Αγάπης εκατοντάς). Συμπερασμα­τικά, ο άνθρωπος αποκομίζει μεγάλη εσωτερική σταθερότη­τα χάρη σ’ αυτόν, τόσο απέναντι στους πόνους και τα βάσανα του βίου τούτου όσο και απέναντι στους εχθρούς που κα­λείται ν’ αντιμετωπίσει κατά τη διάρκεια της πνευματικής του πορείας. Στην αντίθετη περίπτωση κυριαρχείται όλο και πε­ρισσότερο από την αλλοίωση και την αποξένωση που του αφήνει ο φόβος (Πρβλ. ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΣ, Λόγος).
Η μετάνοια, η κατάνυξη και τα δάκρυα ευνοούν το φόβο, ο οποίος ανατροφοδοτεί τις συγκεκριμένες στάσεις μετανοί­ας. Λειτουργεί ως ένας παράγοντας που τις αναπτύσσει και τις ενισχύει (Πρβλ. ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΣ, Λόγος, ΒΑΡΣΑΝΟΥΦΙΟΣ, Επιστολή, ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Ομιλία-ανδριάντες, Φιλιππήσιοι-ομιλία).
Ο φόβος ενθαρρύνει και βοήθα την προσευχή· την κάνει ένθερμη (Πρβλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Ομιλία-ανδριάντες). Αυξάνει την καρποφορία της προσευχής-αίτησης: «Χαρά εστί μεγάλη το αιτείν τινα πράγμα κοντά φόβον Θεού, ο τοιούτος θαρρήσει, ότι γενήσεται αυτού η αίτησις», γράφει ο Αγιος Βαρσανούφιος (Επιστολή). Και η προσευχή – δοξολο­γία πηγάζει από το φόβο· αναφέρεται στην Αγία Γραφή: «Αινείτε τον Θεόν ημών πάντες […] οι φοβούμενοι αυτόν» (Αποκ. 19, 5)· «φοβήθητε τον Κύριον και δότε αυτώ δόξαν» (Αποκ. 14, 7). Παρατηρεί ο Αγιος Γρηγόριος Παλαμάς: «Παρά [του φόβου του Θεού] δέησις εν κατανύξει συνεχής προς τον Θεόν γεννάται και η των ευαγγελικών θεσπισμάτων φυλακή» (Τριάδες). Γεννώντας στην ψυχή τη νήψη, ο φόβος συντελεί στο να καταστήσει καθαρή κάθε μορφή προσευχής (ΜΑΞΙΜΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Λόγος ασκητικός).
Ο φόβος του Θεού εμφανίζεται ειδικά ως μια θεμελιώδης πηγή της ταπεινοφροσύνης (Πρβλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ). Είναι χαρακτηριστικό ότι σ’ ένα αδελφό που τον ερωτά: «Ποίω τρόπω έρχεται άνθρωπος εις ταπεινοφροσύνην»; ο Αββάς Κρόνιος απαντά: «Διά του φόβου του Θεού» (ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ ΠΑΤΕΡΩΝ, Αλφαβητική συλλογή). Όπως όμως εξηγήσαμε προηγουμένως, ο φόβος οδηγεί ιδιαίτερα τον άνθρωπο στην αγάπη, την κο­ρωνίδα όλων των αρετών (Πρβλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ, ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΣ, Λόγος).
Από τον εξαγνισμό από τα πάθη, από την απάθεια, και σε συνάρτηση με την εφαρμογή των εντολών και τον «κατ’ αρετήν» βίο, -με κορυφαία την αρετή της αγάπης-, απορρέει η πνευματική γνώση. Επιπρόσθετα, ο φόβος του Θεού εμφα­νίζεται έμμεσα ως καθοριστικής σημασίας προϋπόθεση και αρχή της τελευταίας, και ειδικότερα του πρώτου σταδίου της, της σοφίας. Να για ποιο λόγο επαναλαμβάνεται συχνά στην Αγία Γραφή ότι «αρχή σοφίας φόβος Κυρίου» (Ψαλμ. 110, 10. Παροιμ. 1, 7· 9, 10) και γιατί ο Ψαλμωδός συμπληρώ­νει: «Σύνεσις δε αγαθή πάσι τοις ποιούσιν αυτήν» (Ψαλμ. 110, 10). Στη συγκεκριμένη προοπτική κινείται ο Αγιος Ιω­άννης ο Χρυσόστομος που διαβεβαιώνει κατηγορηματικά: «Ο ενάρετος και φόβον έχων Θεού, πάντων εστί συνετώτερος» και ακόμη: «Το φοβείσθαι τον Θεόν, σοφία εστίν» (Ιωάννης-ομιλία). Ο Αγιος Γρηγόριος Παλαμάς εντοπίζει στο φόβο του Θεού την αρχή όχι μόνο της θείας σοφίας αλλά και της πνευματικής θε­ωρίας επιπλέον (Τριάδες). Ο Αγιος Ισαάκ ο Σύρος μάλιστα δείχνει καθαρά τη διαδικασία με την οποία ο φόβος οδηγεί στη γνώ­ση: «Εκ του πιστεύσαι τίκτεται ο φόβος του Θεού. Και ότε ακολουθήσει (sic) τοις έργοις, και προς μικρόν ανέλθη προς εργασίαν, τίκτει την γνώσιν την πνευματικήν […]. Και η πίστις ποιεί εν ημίν τον φόβον, και αναγκάζει ημάς ο φόβος μετανοήσαι, και εργάσασθαι.. Και ούτω δίδοται η πνευματική γνώσις τω ανθρώπω, ήτις εστίν αίσθησις των μυστηρίων, ήτις γεννά την πίστιν της αληθούς θεωρίας. Ουχ απλώς δε ούτως εκ πίστεως μόνης ψιλής γεννάται η γνώσις η πνευματική, αλλ’ η πίστις φόβον Θεού γεννά, και εν τω φόβω του Θεού, όταν αρξώμεθα ενεργείν εν αύτω, εκ της ενεργείας του φόβου του Θεού τίκτεται η γνώσις η πνευματική, καθάπερ είπεν ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος· ότι «ότε τις κτήσεται θέλημα ακόλουθον τω φόβω του Θεού, και τη ορθή φρονήσει, ταχέως λαμβάνει την αποκάλυψιν των κρυπτών» [Σ.τ.μ.: Των μυ­στηρίων]. Και ο Αγιος Ιωάννης Κασσιανός υπογραμμίζει ότι ο φόβος του Θεού είναι απαραίτητος τόσο για την από­κτηση της γνώσης όσο και για τη διαφύλαξή της: Ένας από τους προφήτες έχει διατυπώσει πολύ καλά το μέγεθος· «εν θησαυροίς η σωτηρία ημών, εκεί σοφία και επιστήμη και ευσέβεια» [Σ.τ.μ.: Με την έννοια του φόβου. Στο γαλλικό κεί­μενο: «la crainte»] προς τον Κύριον «ούτοί εισιν θησαυροί δικαιοσύνης». (Ησ. 33, 6). Δεν θα μπορούσε να καθορίσει με πιο εμφανή τρόπο την αξία και την τιμή της· λέγει μόνο ότι οι θησαυροί της σωτηρίας μας, δηλαδή η αληθινή σοφία και γνώση του Θεού, προφυλάσσονται μόνο από το φόβο [Σ.τ.μ.: Από το αντίστοιχο ελληνικό κείμενο των Ο’, όπως παρατίθεται κάτι τέτοιο δεν είναι άμεσα κατανοητό. Εύκολα όμως γίνεται κατανοητό από το γαλλικό κείμενο που έχει ως εξής: «Les richesses du salut, sont la sagesse et la science; mais la crainte du Seigneur en est le tresor»].
Είναι σαφές ότι η πνευματική γνώση δεν αποτελεί τον καρπό αυτού του ίδιου του φόβου του Θεού· εμφανίζεται όμως ως μία δωρεάν προσφορά του Θεού που έρχεται ως απάντηση στην προσευχή και σ’ όλες τις ασκητικές προσπά­θειες του ανθρώπου. Και στο έργο τούτο, όπως είδαμε, ο φό­βος διαδραματίζει πρωταρχικό ρόλο. Γι’ αυτό και ο Αγιος Ισαάκ ο Σύρος φροντίζει επιμελώς να προσδιορίσει: «Ουχ ο φόβος του Θεού τίκτει ταύτην την γνώσιν την πνευματικήν, […] αλλά δόσις δίδοται αύτη η γνώσις τη εργασία του φόβου του Θεού».
(Απόσπασμα από το βιβλίο «Η ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗ ΤΩΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΩΝ ΝΟΣΗΜΑΤΩΝ: Εισαγωγή στην ασκητική παράδοση της Ορθοδόξου Εκκλησίας», JEAN CLAUDE LARCHET (*), ΤΟΜΟΣ Β’, Εκδόσεις «Αποστολική Διακονία», Μετάφραση: ΧΡΙΣΤΟΣ ΚΟΥΛΑΣ)
(*) Ο Jean Claude Larchet γεννήθηκε το 1949 στη βορειοανατολική Γαλλία. Διδάκτωρ Φιλοσοφίας και διδάκτωρ Θεολογίας του Πανεπιστημίου του Στρασβούργου, είναι συγγραφέας δεκαπέντε βιβλίων και πολυάριθμων άρθρων που αφορούν τη θεολογία και την πνευματικότητα των Πατέρων της Εκκλησίας, τα οποία μεταφράστηκαν σε δώδεκα γλώσσες. Θεωρείται ως ένας από τους κορυφαίους Ορθόδοξους πατρολόγους και ένας σημαντικός εκφραστής της Ορθοδοξίας στην Ευρώπη. Ζει και εργάζεται ως καθηγητής στη Γαλλία. Διευθύνει, σε δύο γαλλικούς εκδοτικούς οίκους, μία συλλογή βιβλίων αφιερωμένων σε σύγχρονους πνευματικούς της Ορθόδοξης Εκκλησίας, ανάμεσα στους οποίους συγκαταλέγονται ο γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής, ο γέροντας Παϊσιος, ο γέροντας Εφραίμ Κατουνακιώτης, ο γέροντας Χαράλαμπος, ο γέροντας Πορφύριος.