Τρίτη 19 Φεβρουαρίου 2019

Ὁμιλία εἰς τὴν Δ΄ Κυριακή των Νηστειῶν. Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς




ΟΜΙΛΙΑ ΕΙΣ ΤΗΝ ΤΕΤΑΡΤΗ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗΣ
Ἔχει θέμα τὸ εὐαγγέλιο ποὺ ἀναγινώσκεται κατ’ αὐτὴν ὅπου γίνεται λόγος καὶ γιὰ τὴν ἐπιμέλεια τῶν ἐσωτερικῶν λογισμῶν

αρχείο λήψης (1)1. Πολλές φορὲς ὡμίλησα πρὸς τὴν ἀγάπη σᾶς περὶ νηστείας καὶ προσευχῆς, ἰδιαιτέρως μάλιστα αὐτὲς τὶς ἱερὲς ἡμέρες· ἐναπέθεσα ἀκόμη στὶς φιλοθέες ἀκοὲς καὶ ψυχὲς σᾶς ποιὰ δῶρα προσφέρουν στοὺς ἐραστᾶς των καὶ πόσων ἀγαθῶν πρόξενοι γίνονται σ’ αὐτοὺς ποὺ τὶς ἀσκοῦν, πράγμα ποὺ ἐπιβεβαιώνεται γι’ αὐτὲς κυρίως ἀπὸ τὴν φωνὴ τοῦ Κυρίου ποὺ ἀναγινώσκεται σήμερα στὸ εὐαγγέλιο.
Ποιὰ δὲ εἶναι αὐτά; Εἶναι μεγάλα, τὰ μεγαλύτερα ὅλων θὰ ἐλέγαμε· διότι ἐκτὸς ἀπὸ τὰ ἄλλα μποροῦν νὰ παράσχουν καὶ ἐξουσία κατὰ πονηρῶν πνευμάτων, ὥστε νὰ τὰ ἐκβάλλσυν καὶ νὰ τὰ ἀπελαύνουν, καὶ τοὺς δαιμονισμένους νὰ τοὺς ἐλευθερώνουν ἀπὸ τὴν ἐπήρειά τους. Ὅταν πραγματικὰ οἱ μαθηταὶ εἶπαν πρὸς τὸν Κύριο περὶ τοῦ ἀλάλου καὶ κωφοῦ δαιμονίου, ὅτι «ἐμεῖς δὲν μπορέσαμε νὰ τὸ ἐκβάλωμε», εἶπε πρὸς αὐτοὺς ὁ Κύριος· «τοῦτο τὸ γένος δὲν ἐκδιώκεται, παρὰ μὲ προσευχὴ καὶ νηστεία».
2. Ίσως γι’ αὐτό, μετὰ τὴν προσευχὴ ἐπάνω στὸ ὅρος καὶ τὴν κατ’ αὐτὴν ἐμφάνισι τῆς θεϊκῆς αὐγῆς, κατέβηκε ἀμέσως καὶ ἦλθε στὸν τόπο, ὅπου εὑρισκόταν ὁ κατεχόμενος ἀπὸ τὸν δαίμονα ἐκεῖνον. Λέγει δηλαδὴ ὅτι, ἀφοῦ παρέλαβε τοὺς ἐγκρίτους μαθητᾶς, ἀνέβηκε στὸ ὅρος νὰ προσευχηθῆ καὶ ἔλαμψε σὰν ὁ ἥλιος, καὶ ἰδοὺ ἐφάνηκαν νὰ συνομιλοῦν μὲ αὐτὸν ὁ Μωυσῆς καὶ ὁ Ἠλίας, οἱ ἄνδρες ποὺ περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλον ἄσκησαν τὴν προσευχὴ καὶ τὴ νηστεία, δεικνύοντας καὶ διὰ τῆς παρουσίας των στὴν προσευχὴ τὴν συμφωνία καὶ ἐναρμόνισι μεταξὺ προσευχῆς καὶ νηστείας, ὥστε κατὰ κάποιον τρόπο ἡ νηστεία νὰ συνομιλῆ μὲ τὴν προσευχὴ ὀμιλώντας πρὸς τὸν Κύριο. Ἐὰν ἡ φωνὴ αἵματος τοῦ φονευθέντος Ἄβελ βοᾶ πρὸς τὸν Κύριο, καθὼς λέγει αὐτὸς πρὸς τὸν Κάιν, ὅπως ἐμάθαμε ἀπὸ τὰ λόγια τοῦ Μωυσέως, πάντως καὶ ὅλα τα μέρη καὶ μέλη τοῦ σώματος, κακοπαθούντα μὲ τὴν νηστεία, θὰ βοήσουν πρὸς τὸν Κύριο καί, συνομιλώντας μὲ τὴν προσευχὴ τοῦ νηστεύοντος καὶ περίπου συμπροσευχόμενα, δικαίως θὰ τὴν καταστήσουν εὐπροσδεκτικώτερη καὶ θὰ δικαιώσουν αὐτὸν ποὺ ὑφίσταται ἑκουσίως τὸν κόπο τῆς νηστείας. Μετὰ λοιπὸν τὴν προσευχὴ καὶ τὴν κατὰ θεῖο τρόπο λάμψι, ἀφοῦ ὁ Κύριος κατέβηκε ἀπὸ τὸ ὅρος, ἔρχεται πρὸς τὸν ὄχλο καὶ τοὺς μαθητᾶς, στοὺς ὁποίους ὠδηγήθηκε ἐκεῖνος ὁ κατειλημμένος ἀπὸ τὸ δαιμόνιο, ὥστε, ὅπως ἔδειξε ἐπάνω στὸ ὅρος ὅτι ἐκεῖνο ἦταν βραβεῖο νηστείας καὶ προσευχῆς, ὄχι μόνο μεγάλο ἀλλὰ καὶ ἐπάνω ἀπὸ τὸ μεγάλο (πραγματικὰ ἔδειξε ὅτι ἡ θεία λαμπρότης ὑπῆρξε ἄθλον αὐτῶν), ἔτσι, ἀφοῦ κατεβῆ, θὰ ἐπιδείξη ὅτι ἔπαθλο τούτων εἶναι καὶ ἡ ἰσχὺς κατὰ τῶν δαιμόνων.
3. Αλλά, ἐπειδὴ κατὰ τὴν παροῦσα Κυριακή των ἱερῶν νηστειῶν εἶναι συνήθεια ν’ ἀναγινώσκεται στὴν ἐκκλησία ἡ διήγησις περὶ τοῦ θαύματος τούτου, ἃς ἐξετάσωμε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ὅλη τὴν εὐαγγελικὴ περικοπὴ ποὺ τὸ περιγράφει. Μόλις λοιπὸν ἦλθε ὁ Ἰησοῦς πρὸς τοὺς μαθητᾶς καὶ τοὺς παρευρισκομένους μὲ αὐτοὺς κι’ ἐρώτησε, τί συζητεῖτε, κάποιος ἀπὸ τὸ πλῆθος εἶπε· «διδάσκαλε, ἔφερα σὲ σένα τὸν υἱό μου ποὺ ἔχει πνεῦμα ἄλαλο καὶ ὅπου τὸν καταλάβη, τὸν συγκλονίζει καὶ αὐτὸς ἀφρίζει καὶ τρίζει τὰ δόντια του καὶ ξηραίνεται».

Ὁμιλία. Κυριακὴ Δ' τῶν Νηστειῶν. Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ



 (Μάρκ. θ΄, 17-31)
Ὁμιλία μὲ θέμα τὸ Εὐαγγέλιον τὸ ἀναγινωσκόμενον
κατ’αὐτὴν ὅπου γίνεται λόγος καὶ γιὰ τὴν ἐπιμέλεια
τῶν ἐσωτερικῶν λογισμῶν[1]
αρχείο λήψης (1)Ἄν καὶ πολλὲς φορὲς ὡμίλησα πρὸς τὴν ἀγάπη σας περὶ νηστείας καὶ προσευχῆς, καὶ μάλιστα κατὰ τὶς ἱερὲς αὐτὲς ἡμέρες, δὲν ἤρκεσαν γιὰ νὰ πληροφορήσω τὶς φιλόθεες ψυχὲς καὶ τὶς ἀκοὲς σας ποῖα δῶρα χαρίζουν στοὺς ἐραστὰς των καὶ πόσων ἀγαθῶν γίνονται πρόξενοι σὲ ἐκείνους ποὺ τὶς ασκούν· αὐτὸ γίνεται ἰδιαιτέρως φανερὸν ἀπὸ τοὺς λόγους τοῦ Κυρίου ποὺ ἀναγινώσκονται στὸ σημερινὸν Εὐαγγέλιο. Καὶ ποῖον εἶναι αὐτό; Μεγάλο, τὸ μεγαλύτερον ἀπὸ ὅλα θά ἐλέγαμε· διότι ἐκτὸς τῶν ἄλλων ἠμπορεὶ νὰ τοὺς παρέχη ἐξουσίαν ἐναντίον τῶν πονηρῶν πνευμάτων, ὥστε να τὰ ἐκβάλλουν καὶ νὰ τὰ ἐκδιώκουν, καὶ νὰ ἐλευθερώνουν τοὺς δαιμονιζομένους ἀπὸ τήν ἐπήρειά τους. Πράγματι, ὅταν οἱ μαθηταὶ εἶπαν πρὸς τὸν Κύριον περὶ τοῦ ἀλάλου καὶ κωφοῦ δαιμονίου, ὅτι «ἡμεῖς οὐκ ἠδυνήθημεν ἐκβαλεῖν αὐτὸ», ὁ Κύριος εἶπε πρὸς αὐτοὺς: «τοῦτο τὸ γένος οὐκ ἐκπορεύεται, εἰ μὴ ἐν προσευχῇ καὶ νηστείᾳ».
Αὐτὸς ἦταν καὶ ὁ λόγος, ὅπως φαίνεται, γιὰ τὸν ὁποῖο κατεβαίνοντας μετὰ ἀπὸ τὴν προσευχὴ ποὺ ἔκανε στὸ ὄρος Θαβὼρ καὶ τὴν κατὰ τὴν διάρκειὰ της ἐμφάνισι τῆς θεϊκῆς αὐγῆς, ἀμέσως ἦλθε στὸν τόπο ὅπου εὑρίσκετο ὁ κατεχόμενος ἀπὸ ἐκεῖνον τὸν δαίμονα. Λέγει δηλαδὴ ὅτι, ἀφοῦ παρέλαβε τοὺς προκρίτους τῶν μαθητῶν, ἀνέβη στὸ ὄρος γιὰ νὰ προσευχηθῆ καὶ ἔλαμψε σὰν τὸν ἥλιο, καὶ ἰδοὺ ἐπαρουσιάσθησαν ὁ Μωϋσῆς καὶ ὁ Ἠλίας οἱ ὁποῖοι συνομιλοῦσαν μαζὶ του[2].
Αὐτοὶ οἱ δὺο εἶχαν περισσότερο ἀπὸ ὅλους σχεδὸν τοὺς ανθρώπους ἀσκήσει τὴν προσευχὴ καὶ τὴν νηστεία, γι’αὐτό καὶ ἐπαρουσιάσθησαν κατὰ τὴν ὥρα τῆς προσευχῆς, γιὰ νὰ δείξουν ὅτι ἡ προσευχὴ καὶ ἡ νηστεία ἀγαποῦν νὰ εἶναι πὰντα μαζί, ὥστε ὅταν ἡ προσευχὴ ὁμιλῆ πρὸς τὸν Κύριο νὰ συμμετέχη καὶ ἡ νηστεία
στὴν συνομιλία. Πράγματι ἐὰν ἡ φωνὴ αἵματος τοῦ ἀδικημένου Ἄβελ βοᾶ πρὸς τὸν Κύριον, ὅπως ὁ ἴδιος εἶπε πρὸς τὸν Κάϊν, καθὼς ἐμάθαμε ἀπὸ τὸν Μωϋσῆ, ἄρα ὁπωσδήποτε καὶ ὅλα τὰ μέρη καὶ μέλη τοῦ σώματος, ὅταν κακοπαθοῦν μὲ τὴν νηστεία, θά βοήσουν πρὸς τὸν Κύριο· καὶ ἀπευθυνόμενα πρὸς τὸν Κύριον σὰν νὰ συμπροσεύχωνται μὲ τὴν προσευχὴ τοῦ νηστεύοντος, δικαίως θὰ τὴν καταστήσουν πλέον εὐπρόσδεκτο, δικαιώνοντας αύτὸν ποὺ ὑφίσταται ἑκουσίως τὸν κόπο τῆς νηστείας.
Ἀφοῦ λοιπὸν ὁ Κύριος προσηυχήθη καὶ ἔλαμψε θεοπρεπῶς, κατέβη ἀπὸ τὸ ὄρος καὶ ἦλθε πρὸς τὸν ὄχλο καὶ τοὺς μαθητάς, πρὸς τοὺς ὁποίους εἶχε προσαχθῆ ἐκεῖνος ποὺ εἶχε τὸ δαιμόνιον ὥστε, ὅπως ἔδειξεν ὅτι αὐτὸ ποὺ συνέβη στὸ ὅρος ἦταν βραβεῖο τῆς νηστείας καὶ τῆς προσευχῆς ὄχι ἁπλῶς μεγάλο ἀλλὰ περισσότερο ἀπὸ μεγάλο – ἐπειδὴ ἔδειξε ὅτι ἡ θεία λαμπρότης ἦταν ἔπαθλο αὐτῶν τῶν δύο – ἔτσι καὶ τώρα ποὺ κατέβη θὰ ἐπιδείξη ὅτι αὐτῶν ἔπαθλο εἶναι καὶ ἡ ἐξουσία κατὰ τῶν δαιμόνων.
Ἀλλὰ ἐπειδὴ κατὰ τὴν παροῦσα Κυριακὴν τῶν Ἱερῶν Νηστειῶν ἀναγινώσκεται στὴν Ἐκκλησία ἡ διήγησις τοῦ θαύματος αὐτοῦ, ἄς ἐξετάσωμε ἀπὸ τὴν ἀρχὴν ὅλη τὴν εὐαγγελικὴν περικοπὴ ποὺ τὸ περιγράφει.

Περί πίστεως, Α΄ Κυριακή Νηστειών. Νικηφόρου Θεοτόκη



Πιστεύεις; Μείζω τούτων ὄψει. (Ἰω. α´ 51)
ΠΡΟΒΑΛΛΟΝΤΑΣ σήμερον, ὦ χριστοφόροι λαοί, ἡ ἁγιωτάτη τῶν ὀρθοδόξων Ἐκκλησία πνευματέμφορον ὅρον τῆς ἁγίας οἰκουμενικῆς ἑβδόμης Συνόδου, καί τοὺς μὲν εὐσεβεῖς, καὶ ὀρθοδόξους μακαρίζοντας, τοὺς δὲ ἀπίστους καὶ κακοδόξους ἀναθεματίζοντας, ὑπέρμετρον τὴν ἐπιθυμίαν διὰ τὸν περὶ πίστεως λόγον εἰς τὴν καρδίαν τοῦ καθενὸς ἐγείρει, καὶ ἐξυπνᾷ. Ἀκούοντες σήμερον τόσους μακαρισμοὺς εἰς τοὺς πιστούς, τόσα ἀναθέματα εἰς τοὺς ἀπίστους, ὅλοι, φαίνεταί μου, πὼς ἐπιθυμᾶτε νὰ ἀκούσετε τί εἶναι, καὶ πῶς ἔλαβε τὸ εἶναι, καὶ ἐπάνω εἰς ποῖες ἀρχὲς θεμελιώνεται, καὶ μὲ ποῖον τρόπον παρασταίνεται, καὶ μὲ ποῖες ἀπόδειξες ἀποδείχνεται ἡ πίστις ὁποὺ πιστεύομεν.
Ἐπιθυμᾶτε ἴσως ὅλα ἐτοῦτα νὰ τὰ ἀκούσετε, μὰ ὄχι μὲ τὸν τρόπον ὁποὺ οἱ δογματικοὶ διδάσκαλοι τῆς Ἐκκλησίας μας διδάσκουσι τοὺς πιστούς, ἀλλὰ μὲ τὸν τρόπον ὁποὺ οἱ σχολαστικοὶ φιλόσοφοι καταπείθουσι τοὺς ἀπειθεῖς. Τώρα λοιπὸν ἐγνωρίζω πόσον μεγάλη εἶναι ἡ ὑπόθεσις ὁποὺ ἔχω ἔμπροσθέν μου σήμερον, πόσον βάθος ἔχει ἡ ὕλη, μέσα εἰς τὴν ὁποίαν ἐμβαίνω. Κανένας δὲν ἠμπορεῖ νὰ καταλάβῃ πρῶτον, καὶ καλὰ νοήσῃ τὸν ὁρισμὸν τοῦ πράγματος. Καὶ ἄν ἐγὼ ζητήσω τὸν ὁρισμὸν τῆς πίστεως, τὸν ἀκούω ναί, ἀπὸ τὸν θεῖον Ἀπόστολον. Μὰ οὐδὲ τὸν χωρεῖ ὁ νοῦς μου, οὐδὲ νὰ τὸν καταλάβω ἠμπορῶ. «Ἔστι δὲ πίστις ἐλπιζομένων ὑπόστασις, πραγμάτων ἔλεγχος οὐ βλεπομένων». Ἐτοῦτος εἶναι ἕνας ὁρισμός, τόσον ὑψηλός, καὶ ἀκατανόητος ὁποὺ ἀπὸ ὅλα του τὰ μέρη μὲ βιάζει, ὁλοτελῶς νὰ μὴν προσδιαλέγωμαι περὶ τῶν πραγμάτων τῆς πίστεως ἀλλὰ νὰ πιστεύω, καὶ νὰ σιωπῶ, ἐπειδή, ἄν ἡ πίστις ὑπόστασις εἶναι τῶν ἐλπιζομένων πραγμάτων, καὶ ἔλεγχος τῶν μὴ βλεπομένων, τί ἡμπορῶ ἐγὼ νὰ σᾶς παραστήσω διὰ τὰ ἐλπιζόμενα; Τὰ ὁποῖα, ἐπειδὴ «ὀφθαλμὸς οὐκ εἶδε, καὶ οὖς οὐκ ἤκουσε, καὶ ἐπὶ καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη», ἀκατάληπτα εἶναι, καὶ ἀκατανόητα. Ἄν ζητήσω τὸ ἱερογλυφικὸν τῆς πίστεως, διὰ νὰ σᾶς ὁμιλήσω κἂν συμβολικῶς, καὶ ἀλληγορικῶς, τὸ βλέπω εἰς τὴν ἀποκάλυψιν, καὶ πολὺ φοβοῦμαι, δειλιάζω ὅλος, καὶ ἀπορῶ. Εἶναι αὐτὸ ἕνα βιβλίον μὲ ἑπτὰ σφραγίδες ἐσφραγισμένον, τὸ ὁποῖον κανένας, οὐδὲ ἀπὸ τοὺς ἐν τῷ οὐρανῷ, οὐδὲ ἀπό τοὺς ἐν τῇ γῇ, οὐδὲ ἀπὸ τοὺς ἐν τοῖς καταχθονίοις νὰ ἀνοίξῃ, καὶ νὰ καταλάβῃ ἐδυνήθη παρὰ μόνον τὸ ἐσφαγιασμένον ἀρνίον τὸ γεννηθὲν ἐκ τῆς φυλῆς τοῦ Ἰούδα, ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς. «Καὶ οὐδεὶς ἠδύνατο ἐν τῷ οὐρανῷ, οὐδὲ ἐπὶ τῆς γῆς, οὐδὲ ὑποκάτω τῆς γῆς, ἀνοίξαι τὸ βιβλίον, οὐδὲ βλέπειν αὐτό». Πῶς θέλετε λοιπὸν νὰ τὸ ἀνοίξω ἐγὼ σήμερον, καὶ νὰ τὸ ἀνοίξω εἰς τρόπον ποὺ νὰ τὸ καταλάβω ἐγώ, νὰ τὸ καταλάβουν ὅσοι μὲ ἀκούουν, καὶ νὰ καταπεισθοῦν; Πῶς νὰ σᾶς παραστήσω τόσα μυστήρια, καὶ νὰ ἀνακαλύψω τόσα κεκαλυμμένα, καὶ νὰ φανερώσω τόσα ἀπόκρυφα, καὶ νὰ ἐρευνήσω τόσα βάθη, καὶ νὰ περιλάβω

Ὁμιλία εἰς τὴν Ε΄ Κυριακή των Νηστειῶν ὅπου γίνεται καὶ λόγος περὶ ἐλεημοσύνης. Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς





ceb5cf81cf87cebfcebcceb5cebdcebfcf82-cebf-cebacf85cf81ceb9cebfcf82-cf80cf81cebfcf82-cf84cebf-ceb5cebacebfcf85cf83ceb9cebfcebd-cf80ceb11. Υπάρχουν μερικὰ θαλάσσια μέρη ποὺ τρέφουν μεγάλα κητώδη θηρία. Ὅσοι λοιπὸν πλέουν σ’ αὐτὰ τὰ μέρη κρεμοῦν κώδωνες στὰ πλευρὰ τῶν πλοίων, ὥστε τὰ θηρία τρομαγμένα ἀπὸ τὸν ἦχο τους νὰ φεύγουν. Καὶ τοῦ δικοῦ μας βίου ἡ θάλασσα τρέφει πολλὰ καὶ φοβερώτερα θηρία, τὰ πονηρὰ πάθη δηλαδὴ καὶ τοὺς ἐφόρους τῶν παθῶν δαίμονες ποὺ εἶναι πονηρότεροι. Ἐπιπλέει σ’ αὐτὴ τὴ θάλασσα σὰν πλοῖο ἡ Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ κι ἀντὶ γιὰ κώδωνες ἔχει τοὺς πνευματικοὺς διδασκάλους, ὥστε μὲ τὸν ἱερὸ ἦχο τῆς διδασκαλίας τούτων ν’ ἀπομακρύνη τὰ νοητὰ θηρία. Αὐτὸ προφανῶς προτυπώνοντας ἡ στολὴ τοῦ Ἀαρῶν, εἶχε εὔηχους κώδωνες ραμμένους στὰ ἄκρα της καὶ σύμφωνα μὲ τὰ θέσμια ἔπρεπε ν’ ἀκούεται ἡ φωνή τους, ὅταν ἐλειτουργοῦσε ὁ Ἀαρῶν.
2. Εμείς δέ, μεταφέροντας καλῶς τὸ γράμμα στὸ πνεῦμα, ἃς ἠχήσωμε τώρα σὲ σᾶς πνευματικῶς, καὶ μάλιστα κατὰ τὸν καιρὸ τῆς νηστείας, ὁπότε ἐπιτίθενται ἀγρίως φανερὰ καὶ ἀφανῆ θηρία· φανερὰ μὲν ἡ γαστριμαργία, ἡ μέθη καὶ τὰ παρόμοια, ἄλλα δὲ ἀφανῶς ἐνεδρεύοντα, ἡ κενοδοξία καὶ ἡ ὑπερηφάνεια, ἡ ὑπεροψία καὶ ἡ ὑπόκρισις. Ὁ ἴδιος δὲ ἦχος εἶναι καὶ φυγαδευτήριο τῶν τοιούτων θηρίων καὶ φυλακτήριο τῶν ἀσκούντων τὴ νηστεία.
3. Είναι λοιπὸν ἡ νηστεία καὶ ἡ ἀκρασία ἀντίθετα μεταξύ τους, ὅπως ἡ ζωὴ καὶ ὁ θάνατος. Ἡ νηστεία εἶναι ἐντολὴ ζωῆς, ποὺ ἐϊναι συνομήλική της ἀνθρωπίνης φύσεως, ἀφοῦ ἐδόθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ στὸν Ἀδὰμ κατὰ τὴν ἀρχὴ στὸν παράδεισο, γιὰ διαφύλαξι τῆς ζωῆς καὶ τῆς θείας χάριτος ποὺ εἶχε δοθῆ σ’ αὐτὸν ἀπὸ τὸν Θεό. Ἡ δὲ ἀκρασία εἶναι συμβουλὴ γιὰ τὸν θάνατο σώματος καὶ ψυχῆς, ποὺ ἐδόθηκε δολίως ἀπὸ τὸν Διάβολο στὸν Ἀδὰμ διὰ τῆς Εὕας γιὰ ἔκπτωσι τῆς ζωῆς καὶ ἀπαλλοτρίωσί της ἀπὸ τὸν Θεὸ θείας χάριτος· διότι ὁ Θεὸς θάνατο δὲν ἐδημιούργησε οὔτε εὐχαριστεῖται μὲ τὴν ἀπώλεια τῶν ζώντων. Ποιὸς ἄνθρωπος λοιπὸν θέλει νὰ εὔρη ζωὴ καὶ χάρι στὸν Θεὸ ἀπὸ τὸν Θεό; Ἃς ἀποφύγη τὴν θανατηφόρο ἀκρασία κι ἃς προστρέξη στὴ θεοποιὸ νηστεία καὶ ἐγκράτεια, γιὰ νὰ ἐπανέλθη χαρούμενος στὸν παράδεισο.
4. Ο Μωυσῆς, νηστεύοντας ἐπάνω στὸ ὅρος σαράντα ἡμέρες, ἐπέταξε σὲ ὕψος θεοπτίας κι ἐδέχθηκε πλάκες θεοσέβειας· ὁ δὲ λαὸς τῶν Ἑβραίων κάτω μεθώντας, ἐξέπεσαν σὲ ἀσέβεια καὶ ἐχώνευσαν εἴδωλο μόσχου σὲ ὁμοίωμα τοῦ αἰγυπτίου θεοῦ Ἀπιδος, καν ἂν δὲν ἐστεκόταν μεσίτης πρὸς τὸν Θεό, ἀφοῦ μὲ τὴν ἀνηλεῆ ἐξόντωσι τῶν ὁμογενῶν του ποὺ προηγήθηκε τὸν ἐξιλέωσε, δὲν θὰ τοὺς ἐλυπόταν καθόλου ὁ Θεός. Ἂν λοιπὸν χρειαζώμαστε κι’ ἐμεῖς τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ, νὰ μὴ μεθοῦμε μὲ οἶνο, οὔτε νὰ βαρυνώμαστε ἀπὸ ὑπερκορεσμό, πράγματα στὰ ὁποῖα ὑπάρχει ἡ ἀσωτία καὶ ἡ ἀσέβεια, θεοπτης ἦταν καὶ ὁ Ἠλίας, ἀλλὰ ἀφοῦ καὶ αὐτὸς ἐκαθαρίσθηκε προηγουμένως μὲ νηστεία. Ἐπέτυχε καὶ ὁ Δανιὴλ θεοπτία καὶ ὀπτασία ἑνὸς ἀπὸ τοὺς ἀρχαγγέλους, ὁ ὁποῖος τοῦ παρεῖχε γνῶσι τῶν μελλόντων, ἀλλὰ ἀφοῦ προηγουμένως ἔμεινε ἄσιτος ἐπὶ εἴκοσι ὁλόκληρες ἡμέρες. Ἄλλος προφήτης ἐφονεύθηκε ἀπὸ λεοντάρι, ἀλλ’ ἀφοῦ ἔφαγε παρὰ τὴν ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ. Γνωρίζετε ὅλοι τὸν Ἠσαὺ υἱὸν τοῦ Ἰσαάκ, ὁ ὁποῖος λόγω γαστριμαργίας ἐξέπεσε καὶ ἀπὸ τὰ ἄλλα πρωτοτόκια καὶ ἀπὸ τὴν πατρικὴ εὐλογία. Ἃς φοβηθοῦμε μήπως κι ἐμεῖς, προσέχοντας σ’ αὐτὴν τὴν γαστριμαργία, ἐκπέσωμε ἀπὸ τὴν ὑπεσχημένη ἐκείνη εὐλογία καὶ κληροδοσία τοῦ ἀνωτάτου Πατρός. Δὲν ἀγνοεῖτε ἐπίσης τοὺς τρεῖς παῖδες, οἱ ὁποῖοι, παραδεδομένοι στὴ νηστεία, κατεπάτησαν μὲ ἄφλεκτα πόδια καὶ σώματα τὴν κάμινο στὴ Βαβυλώνα ποὺ εἶχε ἐκκαυθῆ ἐναντίον τοὺς ἑπταπλασίως.

Λόγος παραινετικός εἰς τήν εἴσοδον τῆς ἁγίας τεσσαρακοστῆς. Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου





Εὐλόγησον Πάτερ,
Χαίρω καὶ εὐφραίνομαι, βλέποντας σήμερον στολισμένην τὴν Ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ μὲ τὸ πλῆθος τῶν παιδιῶν της, καὶ ὅλους σας, ὅπου μὲ πολλὴν χαρὰν ἐσυντρέξατε. Διότι ὅταν ἀποβλέπω εἰς τὰ χαρούμενά σας πρόσωπα, ἔχω σημεῖον μεγαλώτατον τῆς ψυχικῆς σας ἡδονῆς, καθὼς ἔλεγε καὶ κάποιος σοφός? «Καρδίας εὐφραινομένης θάλλει πρόσωπον». Διὰ τοῦτο λοιπὸν καὶ ἐγὼ ἐσηκώθηκα σήμερον μὲ περισσοτέραν προθυμίαν, διὰ νὰ σᾶς μεταδώσω εἰς τὸν αὐτὸν καιρὸν αὐτὴν τὴν πνευματικὴν χαράν, καὶ νὰ σᾶς γένω μηνυτὴς τοῦ ἐρχομοῦ τῆς ἁγίας Τεσσαρακοστῆς, τοῦ ἱατρικού λέγω τῶν ψυχῶν μας. Διότι ὁ κοινὸς ἁπάντων ἠμῶν Δεσπότης, θέλων ὡς φιλόστοργος Πατὴρ νὰ ξεπλύνωμεν τὰς ἁμαρτίας, ὅπου ἐκάμαμεν εἰς ὅλον τὸν καιρόν, ἐπενόησεν εἰς ἠμᾶς τήν θεραπείαν, καὶ διὰ μέσου τῆς ἁγίας Τεσσαρακοστῆς.
Ἄς μὴ γίνεται λοιπὸν τὶς κατηφής, ἃς μὴ γίνεται τὶς σκυθρωπός, ἀλλ’ ἃς χορεύη, καὶ ἃς χαίρεται καὶ ἃς δοξάζη τὸν κηδεμόνα, καὶ ἐπιμελητὴν τῶν ψυχῶν μας, ὅπου μᾶς ἄνοιξεν αὐτὴν τὴν ἐξαίρετον στράταν, καὶ ἃς δεχθῆ μὲ πολλὴν χαρὰν τὸν ἐρχομόν της. Ἀς ἐντραπῶσιν οἱ Ἕλληνες, ἃς καταισχύνονται οἱ Ἐβραίοι βλεποντες τὴν ἀγάπην μας, ὅπου ἀποδεχόμεθα καὶ ἀσπαζόμεθα τὸν ἐρχομόν της μὲ ἱλαρὰν προθυμίαν, καὶ ἃς μανθάνωσι διὰ μέσου τῆς δοκιμῆς τῶν πραγμάτων, πόση διαφορὰ εἶναι ἀναμέσον ἠμῶν καὶ αὐτῶν. Καὶ ἀς ονομάζωσιν ἐκεῖνοι ἐορτᾶς καὶ πανηγύρεις τὴν μέθην καὶ ὄλας τὰς ἄλλας ἀκολασίας, καὶ ἀσχημοσύνας, ὅπου ἀπὸ ἐδῶ εἶναι πρέπον νὰ σύρουν εἰς τοῦ λόγου τους. Ἀλλὰ ἡ Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ ἃς ὀνομάζη ἑορτὴν τὰ ἐναντία ἐκείνων, τήν Νηστείαν, δηλαδή, τήν καταφρόνησιν τῆς κοιλίας, καὶ κάθε ἄλλην ἀρετήν, ὅπου ἀκολουθεῖ εἰς αὐτὴν διότι αὐτὴ εἶναι ἀληθινὴ ἑορτή. Ἐκεῖ ὅπου εἶναι σωτηρία ψυχῶν, ἐκεῖ ὅπου εἶναι εἰρήνη καὶ ὁμόνοια, ἐκεῖ ὅπου εἶναι ἀποδιωγμένη κάθε κοσμικὴ φαντασία· ἐκεῖ ὅπου εἶναι μακρὰ ἡ κραυγὴ καὶ ἡ σύγχυσις καὶ τὰ τρεξίματα τῶν μαγείρων, καὶ τὰ σφαξίματα τῶν ἄλογων ζώων καὶ ἀντὶ δι’ αὐτὰ πολιτεύεται κάθε ἡσυχία, καὶ γαλήνη, καὶ ἀγάπη, καὶ χαρά, καὶ εἰρήνη, καὶ πραότης λόγου καὶ ἄλλα ἀμέτρητα ἀγαθά.
Ἐλᾶτε λοιπὸν σᾶς παρακαλῶ νὰ διαλεχθῶμεν ὀλίγα τινὰ δι’ αὐτὴν πρὸς τὴν ἀγάπην σας, παρακαλώντας σας πρώτον τοῦτο νὰ δεχθῆτε μὲ πολλὴν ἡσυχίαν τοὺς λόγους μου, διὰ νὰ καρποφορηθῆτε κανένα ἄξιον, καὶ νὰ ἀναχωρήσετε ὕστερον εἰς τὰ ὀσπήτια σας. Διότι δὲν εἴμεθα ἐδῶ συναθροισμένοι ἁπλῶς καὶ ματαίως, διὰ νὰ ὁμιλήση ὁ ἕνας, καὶ ὁ ἄλλος νὰ κροτήση ἁπλῶς τὰ λεγόμενα, καὶ οὕτω νὰ ἀναχωρήσωμεν ἀπ’ ἐδῶ, ἀλλὰ διὰ νὰ λαλήσωμεν ἠμεῖς κανένα ὠφέλιμον, καὶ ἀπ’ ἐκεῖνα ὅπου συγκροτούσι τὴν σωτηρίαν μας, καὶ ἐσεῖς, ἀφ’ οὐ κερδήσετε ἀπὸ τὰ λεγόμενα, καὶ λάβετε πολλὴν ὠφέλειαν, οὕτω νὰ εὐγῆτε ἀπ’ ἐδῶ, ἐπειδὴ ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἰατρεῖον πνευματικὸν καὶ πρέπει ἐκεῖνοι ὅπου ἔρχονται ἐδῶ νὰ λαμβάνουσι τὰ ἁρμόδια ἰατρικά, καὶ νὰ τὰ βάνουσιν ἐπάνω εἰς τὰ τραύματά τους, καὶ οὕτω νὰ στρέφωνται εἰς τοὺς οἴκους των.

Λόγος εἰς τὴ Μεγάλη Τεσσαρακοστὴ. Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ



αρχείο λήψης (1)Ἀδελφοί μου,
Ποιὸς δὲν γνωρίζει ὅτι ὁ ἐγκρατὴς βίος εἶναι ὠφελιμώτατος σέ ψυχὲς καὶ σώματα μαζί; Ἐπειδὴ οἱ περισσότεροι τό γνωρίζουν καὶ μάλιστα καλά, ἀλλὰ ἡ ἐπιθυμία καὶ ὁ θυμὸς ἐπικρατοῦν τῆς καλῆς γνώσεως, γι’ αὐτὸ σᾶς προσφέραμε τὴν παρηγοριὰ τοῦ λόγου, γιὰ νὰ σᾶς ἀνυψώσουμε, ὤστε ἐπάνω στὸν ὀρθὸ λογισμό, νὰ ἐπιθέσωμε τὴν πράξι τοῦ ἀγαθοῦ, διότι αὐτὴ ἐπιφέρει τὸ ἀγαθὸ τέλος. «Δὲν εἶναι οἱ ἀκροαταί τοῦ νόμου δίκαιοι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ οἱ ποιηταὶ τοῦ νόμου». “Ἃς ἐπιληφθοῦμε λοιπὸν καὶ μὲ ἔργα, ἀδελφοί, τοῦ καλοῦ τῆς νηστείας καὶ τοῦ ἀγαθοῦ τῆς ἐγκράτειας, πού προσφέρει αὕτη ἡ εὐλογημένη περίοδος τῆς Τεσσαρακοστῆς. Ἡ νηστεία καὶ ἡ ἐγκράτεια ἀγνίζουν τό σῶμα καὶ κάνουν καθαρὴ καὶ ἀνεφελή τὴν διάνοια. Διπλὸ περιτείχισμα εἶναι ἡ νηστεία καὶ ἡ ἐγκράτεια καὶ ἡ ψυχὴ βρίσκεται σὲ ἀσφάλεια καὶ εἰρήνη.
Ὅμως, ὁ πολέμιος τῆς σωτηρίας μας, ὁ διάβολος, ἐπιχειρεῖ ποικιλοτρόπως ν’ ἄχρειωση τὴν νηστεία καὶ τὴν προσευχὴ αὐτῶν τῶν σαράντα ἡμερῶν. Διότι ὑπάρχει ἀδελφοί μου καὶ ἄλλος κορεσμὸς καὶ μέθη πονηρά, πού δὲν προέρχεται ἀπὸ τὰ φαγητά, οὔτε τὰ ποτὰ κι ἀπὸ τὴν ἀπόλαυση τούτων, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ὀργὴ καὶ τὸ μίσος πρὸς τὸν πλησίον καὶ τὴν μνησικακίαν καθὼς καὶ ἀπὸ τὰ κακὰ πού γεννῶνται ἀπὸ αὐτά. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ προφήτης Ἠσαΐας λέγει: «ἀλλοίμονο σ’ αὐτοὺς πού μεθοῦν χωρὶς κρασὶ» καὶ ὁ ἴδιος πάλι: «μὴ νηστεύετε γιὰ μάχες». «Ἀλλὰ καὶ πρὸς αὐτοὺς πού νηστεύουν ἔτσι λέγει σὰν ἐκ μέρους τοῦ Κυρίου: «ἂν κάμψης τὸν λαιμό σου σὰν κρίκο, καί πάλι δὲν θὰ εἶναι δεκτὴ μ’ αὐτὸ ἡ νηστεία σας καὶ ὅταν ἐκτείνετε τὰ χέρια σας πρὸς ἐμένα, θ’ ἀποστρέψω τοὺς ὀφθαλμούς μου ἀπό σας». Αὐτὴ λοιπὸν τὴν ἀπὸ τὸ μίσος μέθη τὴν περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλο αἰτία τῆς θείας ἀποστροφῆς, ἐπιχειρεῖ ὁ διάβολος νὰ ἐμβάλη στοὺς προσερχόμενους καὶ νηστεύοντας. Φέρνει στὴν μνήμη τὰ σφάλματα τῶν ἄλλων, ταράσσει τοὺς λογισμοὺς καὶ ὀξύνει τὴν γλώσσα ἐναντίον τους.
Ἀλλ’ ἐμεῖς ἀδελφοί, τὸν καιρὸ τῆς νηστείας καὶ τῆς προσευχῆς ἃς μὴ τὸν ἀφήσουμε ὡς λάφυρο στὸν ἐχθρό, κρατώντας γιὰ τὸν ἑαυτὸ μας μόνον τὸν κόπο καὶ τὴν καταδίκη. “Ἃς προσέξουμε κι ἃς φοβηθοῦμε τὸν κίνδυνο, διότι ὕπουλα μᾶς παγιδεύει καὶ ἀντὶ ἁγιασμοῦ κερδίζουμε τὴν κακία. Ἀπὸ τὴν ψυχὴ μας ἃς ἀφήσουμε ἂν ἀληθινὰ ἔχωμε ἤ νομίζωμε ὅτι ἔχομε κάτι ἐναντίον κάποιου καὶ ἃς δοθοῦμε ὁλοκληρωτικὰ στὴν ἀγάπη καὶ τὴν εὐσπλαχνία. Εἶναι καιρὸς ἀγαθοεργίας καὶ ἐφαρμογῆς τῆς εὐαγγελικῆς ἀγάπης. “Ἂν θέλωμε νὰ νηστεύωμε τὴν ἐπαινετὴ καὶ ἄψογη νηστεία, ἃς δείχνουμε βαθειὰ κατανόηση ὁ ἕνας πρὸς τὸν ἄλλον, συλλογιζόμενοι καὶ σκεπτόμενοι μέσα μας καλὰ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν ἀνθρώπων. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον μόνον γίνονται καὶ τὰ αἰτήματά μας πρὸς τὸν Θεὸν εὐπρόσδεκτα καὶ τότε μόνον μποροῦμε νὰ λέγωμεν πρὸς αὐτὸν μὲ παρρησία «Πάτερ, ἄφησέ μας τὶς ὀφειλές μας, ὅπως κι ἐμεῖς τὶς ἀφήνομε στοὺς ὀφειλέτας μας».

Αρχιμ. Σαράντης Σαράντος: Η νεοταξική δολοφονική μανία της κυβέρνησης κορυφώνεται



ΕΣΤΙΑ ΠΑΤΕΡΙΚΩΝ ΜΕΛΕΤΩΝ
Β. ΗΠΕΙΡΟΥ 47 ΜΑΡΟΥΣΙ
ΤΗΛ. 2108025211
estiapm@gmail.com
Ἡ νεοταξική δολοφονική μανία τῆς κυβέρνησης κορυφώνεται.
Οἱ ἅγιοι θεοφώτιστοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας ἰσχυρίζονται ὅτι, ὅταν ὁ διάβολος ὑποψιάζεται τήν ἧττά του, μαίνεται, ἀγριεύει ἔτι περισσότερο, πιστεύο-ντας ὅτι μέ τή γενίκευση τοῦ πολέμου του, θά καταφέρει νά γίνει κυρίαρχος ὅλων τῶν πτυχῶν τῆς ζωῆς τῶν ἀνθρώπων.
Αὐτή ἡ τακτική φάνηκε στήν προσπάθεια τῆς «κυβέρνησης» νά ματαιώσει τό συλλαλητήριο τῆς Κυριακῆς 20 Ἰανουαρίου 2019, κατεβάζοντας ἀρχικά τούς δικούς της ἀνθρώπους καλυμμένους μέ κουκοῦλες καί συνοδευόμενους ἀπό ἀκάλυπτους ἀστυφύλακες γιά νά ἐλέγχουν τάχα τή δύναμη καί τά καταστρεπτικά σχέδια τῶν κουκουλοφόρων.
Βλέποντας οἱ κυβερνῶντες νά γεμίζει τό κέντρο τῆς πρωτεύουσας μέ χιλιά-δες διαδηλωτές κατά τῆς συμφωνίας τῶν Πρεσπῶν, δέν μπόρεσαν νά συγκρατήσουν τή μανία τους καί ἔδωσαν διαταγές διασπορᾶς ληγμένων χημικῶν ἐνάντια στά πλήθη τῶν διαδηλωτῶν. Δέν ὑπολόγισαν τήν παρουσία μικρῶν παιδιῶν καί εὐαισθήτων ὑπερηλίκων. Πάρα πολλά παιδάκια ἀλλά καί οἱ χιλιάδες τῶν διαδηλωτῶν ὑπέστησαν τίς ἀναπνευστικές καί ὀφθαλμολογικές συνέπειες τῆς δια-χύσεως τόνων χημικῶν.
Αὐτή ἡ συμπεριφορά τῆς κυβερνητικῆς τυραννίας ἦταν ἀναμενόμενη. Ἔχουμε ἀποκτήσει βαθιά πλέον ἐμπειρία τῆς συμπεριφορᾶς τῶν κρατούντων. Δέν εἶναι ἁπλῶς ἄθεοι. Εἶναι μισόθεοι καί ἑπομένως καί μισάνθρωποι. Ἐφόσον δέν ἀγαποῦν ἤ ἔστω δέν σέβονται τόν Θεάνθρωπο, τόν Σταυρωθέντα καί Ἀναστάντα ὑπέρ ἡμῶν, ἡ κοινή ἀνά τούς αἰῶνες ἐμπειρία ἀποδεικνύει ὅτι εἶναι καί μισάνθρω-ποι. Τόν κενό ἀπό θεία Χάρη ἄθεο, σπεύδει τό ἀντίθετο πνεῦμα νά τόν ἐπισκεφθεῖ καί νά κατοικήσει μέσα του. Οἴκοθεν νοεῖται, ὅτι σύντομα θά σπεύσουν καί ὅλα τά ἄλλα πονηρά πνεύματα, γιά νά δημιουργήσουν ἀποικία καί ἀπό αὐτό τό «ἄντρο» νά ἐπεκταθοῦν σ’ ὅλην τήν κοινωνία τῶν ἀνθρώπων μυώντας ἀλληλοδιαδόχως πολλούς στόν ἀθεϊσμό, πού καταντάει τελικά μισόθεος καί μισάνθρωπος σέ ὅλα τά ἐπίπεδα ζωῆς. Ἀπέδειξαν οἱ πολιτικοί μας ἔμπρακτα, ὅτι δέν ἀγαποῦν τόν ἑλληνικό λαό, τόν ὁποῖο τάχα κυβερνοῦν, δέν ἐνδιαφέρονται γιά τό ἔνδοξο κομμάτι γῆς, τή Μακεδονία μας, ἀλλά ὡς ἀργυρώνητοι καλύπτουν καί ἐξυπηρετοῦν ἀλλότρια συμφέροντα. Ἀκόμα καί οἱ ἐλάχιστοι εἰς Χριστόν πιστεύοντες καί στηρίζοντες τήν κυβέρνηση, δέν δήλωσαν συμπαράσταση στούς ἔντιμους διαδηλωτές καί στίς ὑπέρ τῆς Μακεδονίας ὁμιλίες τους. Δήλωσαν τινές ἐξ αὐτῶν ὅτι δέν μποροῦν νά κάνουν κάτι ἀντίθετο ἀπό τή βούληση τῶν ἀρχηγῶν τῶν κομ-μάτων τους.
Τά ἑκατομμύρια τῶν πρώτων χριστιανῶν καθώς καί οἱ λεβέντες ἥρωες ἀγωνιστές γιά τήν ἀκεραιότητα τῆς Μακεδονίας μας, τί θά λένε τώρα στούς οὐρανούς γιά τήν δική μας κατάντια καί τήν προδοσία τῶν ὑπευθύνων ὅλων τῶν κομμάτων!
Θά ἔπρεπε ἡ ἴδια ἡ ἑλληνική κυβέρνηση καί τά λοιπά κόμματα, νά συνδιορ-γανώσουν συλλαλητήριο, πού θά δήλωνε τήν αὐτονόητη πανελλήνια ὑπεράσπιση, πολιτική καί εἰρηνική, τῆς ἐνδόξου Μακεδονίας μας, μέ ἀνανέωση τῶν ἱστορικῶν καί πολιτιστικῶν ἐπιχειρημάτων ὑπέρ τῆς ἱστορικῆς ἀλήθειας.
Τό ἔντονο ἐνδιαφέρον ἤ μᾶλλον τό ἄσπονδο μῖσος κατά τῆς Μακεδονίας ἔχει βαθύτερες αἰτίες. Ἐκτός ἀπό τά ἀσύλληπτα οἰκονομικά καί κομματικά συμφέροντα τῶν ξένων καί ντόπιων πολιτικῶν ἔχει τεράστια σημασία ἡ Μακεδονία γιά τήν ὁλοκλήρωση τῶν γεωπολιτικῶν σχεδιασμῶν τῆς Νέας Ἐποχῆς.
Ἡ Μακεδονία κατά τήν κλασσική ἀρχαιότητα καί λίγο πρό τῶν ἑλληνιστι¬κῶν χρόνων εἶχε ἀναπτύξει ἀξιολογότατο πολιτισμό. Ὁ βασιλιάς Φίλιππος καί κυρίως μετέπειτα ὁ υἱός του Ἀλέξανδρος, ἄξιος μαθητής σημειωτέον τοῦ Ἀριστοτέλη, μετέδωσαν τόν Ἑλληνικό πολιτισμό σέ ὁλόκληρη σχεδόν τήν Ἀσία μέχρι τίς Ἰνδίες. Γεμᾶτος ὁ Ἀλέξανδρος ἀπό τό πνεῦμα τοῦ ἀρχαιοελλη¬νικοῦ πολιτισμοῦ μέ κορυφαῖο ἐπίτευγμα τήν ἑλληνική γλῶσσα, ἐξάπλωσε αὐτόν τόν πάμπλουτο πολιτισμό σέ ὅλον τόν τότε γνωστό κόσμο. Ἔτσι ἑνοποιούμενος ὁ κόσμος μέσῳ τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας καί τοῦ ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ προπαρασκευάστηκε κατάλληλα γιά νά δεχθεῖ τό χριστιανικό μήνυμα.

Αγάπη προς τον πλησίον



Οσίου Ισαάκ του Σύρου
ΑΓΑΠΗ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΠΛΗΣΙΟΝ
Βίασε τον εαυτό σου, σαν συναντήσεις τον διπλανό σου, να τον τιμήσεις πα­ραπάνω από το μέτρο του. Φίλησε τα πόδια του και τα χέρια του, και κράτησέ τα πολλές φορές με πολλή τιμή, και βάλε τα επάνω στα μάτια σου, και παίνεψέ τον ακόμα και για κείνα που δεν έχει. Και σαν χωριστεί από σένα, πες γι' αυτόν κάθε καλό και τιμημένο, γιατί μ’ αυτά και με τέτοια τον τραβάς στο καλό και τον κάνεις να ντρέπεται από τα καλά τα λόγια που του είπες, και σπέρνεις σ’ αυτόν σπόρους της αρετής.
Κι’ από την τέτοια συνήθεια πού συνηθίζεις τον εαυτό σου, τυπώνεται μέσα σου τύπωμα καλό, και θ’ αποκτήσεις ταπείνωση μέσα σου, και χωρίς κόπο κα­τορθώνεις τα μεγάλα. Κι όχι μονάχα αυτό, μα κι αν έχει κάποια ελαττώματα, σαν τιμηθεί από σένα, εύκολα παραδέχεται από σένα τη γιατρειά του, επειδή ντρέπεται από την τιμή πού του έδωσες.
Τούτον τον τρόπο να ‘χεις πάντα, να γλυκομιλάς και να τιμάς όλους τούς ανθρώπους, και να μην ερεθίζεις κανέναν, είτε να τον πεισμώνεις, μήτε για την πίστη του, μήτε για τα κακά τα έργα του. Φύλαγε τον εαυτό σου να μην προσβάλεις κανένα σε κάποιο πράγμα. Γιατί έχουμε στον ουρανό κριτή πού δεν κοιτάζει πρόσωπο.
Οσίου Ισαάκ του Σύρου
Φίλοι φυλακισμένων
Σύλλογος συμπαραστάσεως κρατουμένων «Ο Ονήσιμος»
Τεύχος 11, Φθινόπωρο Χειμώνας 2010.

Αββάς Ισαάκ ο Σύρος: Ένας μεγάλος Ασκητής και δάσκαλος της Εκκλησίας μας


ΑΒΒΑΣ ΙΣΑΑΚ Ο ΣΥΡΟΣ: ΕΝΑΣ ΜΕΓΑΛΟΣ ΑΣΚΗΤΗΣ ΚΑΙ ΔΑΣΚΑΛΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΜΑΣ  
 ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού    
Οι ασκητική γραμματεία κατέχει μια πολύ σπουδαία θέση στη διδασκαλία και στη ζωή της Εκκλησίας μας. Πρόκειται για σπουδαιότατα κείμενα αγίων ασκητών, προϊόντα βαθύτατου πνευματικού στοχασμού και σοφίας. Περιέχουν την εμπειρία των αγίων γερόντων, οι οποίοι βίωσαν την ευλογημένη πορεία της ασκήσεως και των αρετών και την κατέγραψαν, για να είναι εσαεί στους πιστούς πολύτιμο βοήθημα μεθόδων άσκησης και πνευματικής προκοπής.
Στην κορυφή της ασκητικής γραμματείας βρίσκονται και το κείμενα ενός μεγάλου ασκητή της Εκκλησίας μας, του αββά Ισαάκ του Σύρου. Τα βαθυστόχαστα και ψυχωφελή του συγγράμματα είναι από τα κυριότερα αναγνώσματα των μοναχών και όλων όσων αγωνίζονται για την αρετή και την απαλλαγή από τα πάθη και τα άλγη της αμαρτίας.
Δυστυχώς γνωρίζουμε πολύ λίγα για το βίο και την προσωπικότητα του μεγάλου άνδρα, και αυτά από έμμεσες πηγές. Γεννήθηκε περί τα μέσα του 7ου αιώνα πιθανότατα στη Συρία. Κατ’ άλλους στη Νινευή της Μεσοποταμίας, και κατ’ άλλους στην αραβική χερσόνησο, στο σημερινό Κατάρ. Δε γνωρίζουμε τα ονόματα των γονέων του, ούτε για τα παιδικά του χρόνια. Εικάζουμε ότι οι γονείς του ήταν χριστιανοί και του εμπέδωσαν από μικρό την πίστη και την ευσέβεια. Μόνο που ανήκαν στους αιρετικούς νεστοριανούς, οι οποίοι αποσκίρτησαν από την Ορθόδοξη Εκκλησία μετά την καταδίκη του αρχηγού της αίρεσης πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Νεστορίου το 431.  Όταν έγινε έφηβος, αποφάσισε με τον αδελφό του να αφιερωθούν στη μοναχική ζωή. Έτσι αποσύρθηκαν στη Μονή του αγίου Μάρτυρα Ματθαίου. Ο Ισαάκ έδειξε ασυνήθιστη προσαρμογή και ζήλο για τον μοναχισμό. Σύντομα αναδείχτηκε ως ο πλέον  αξιοσέβαστος αδελφός της Μονής.

O Αββάς Ισαάκ ο Σύρος και η άσκηση στην ζωή μας


Αρχιμ. Κύριλλος Κεφαλόπουλος 
Ο ΑΒΒΑΣ  ΙΣΑΑΚ Ο ΣΥΡΟΣ
ΚΑΙ
Η ΑΣΚΗΣΗ ΣΤΗΝ ΖΩΗ ΜΑΣ
Ρώτησαν κάποτε ένα γέροντα οι υποτακτικοί του: ''Γέροντα, τι πρέπει να μελετούν οι αρχάριοι στην πνευματική ζωή; Και εκείνος τους απάντησε: Διαβάζετε Αγία Γραφή, το Ψαλτήρι και Αββά Ισαάκ. Τον ρώτησαν πάλι: και όσοι έχουν προχωρήσει κάπως στα πνευματικά, τι πρέπει να διαβάζουν; Ο γέροντας τους είπε: Διαβάζετε Αββά Ισαάκ. Και όταν πάλι για Τρίτη φορά τον ρώτησαν: Γέροντα, και όσοι έχουν εμβαθύνει στα θεία νοήματα και έχουν φθάσει ψηλά στα πνευματικά πράγματα, τι πρέπει να διαβάζουν; Τότε, ο γέροντας τους απάντησε: Διαβάζετε Αββά Ισαάκ. Και επειδή οι υποτακτικοί απόρησαν διότι ο γέροντας για Τρίτη φορά τους συμβούλευσε να διαβάζουν Αββά Ισαάκ, ζήτησαν να τους το εξηγήσει. Και ο σοφός γέροντας τους απάντησε:"Μην απορείτε. Τα ασκητικά κείμενα του Αββά Ισαάκ είναι ωφέλιμα και για όσους κάνουν τα πρώτα τους βήματα στην πνευματική ζωή, και για αυτούς που έχουν ξεπεράσει το στάδιο των αρχαρίων, αλλά και για εκείνους που αγωνίζονται και έχουν προχωρήσει πολύ στα πνευματικά, πάλι Αββά Ισαάκ να διαβάζουν. Από όταν ξεκίνησα ως δόκιμος μοναχός μέχρι σήμερα, όλα αυτά τα χρόνια ποτέ το βιβλίο του Αββά Ισαάκ δεν έλειψε από το προσκεφάλι μου, αυτό ήταν το πνευματικό μου ανάγνωσμα στο μικρό κελλί μου. Για όσους επιδιώκουν την άσκηση και την αρετή, για όσους αγωνίζονται κατά των πειρασμών και των λογισμών, ο Αββάς Ισαάκ είναι ο καλύτερος οδηγός για τα πνευματικά''.
Ο όσιος Ισαάκ, ο μεγάλος αυτός ασκητής και αγωνιστής των αρετών, ήταν συριακής καταγωγής. Δεν γνωρίζουμε πολλά για την ζωή του. Ωστόσο είναι εξακριβωμένο ότι σε νεαρά ηλικία μαζί με τον αδελφό του, εγκατέλειψαν τα εγκόσμια για να ενδυθούν το μοναχικό σχήμα, να ακολουθήσουν τον μοναχικό βίο, με πολλές γυμνασίες, ασκητικούς αγώνες και κόπους, διά των οποίων προέκοψε στην πρακτική αρετή και κατεπολέμησε τα πάθη, καθυποτάσσοντας την σάρκα στο πνεύμα. Αργότερα, έφυγε από το κοινόβιο για να ζήσει ερημική ζωή αφιερωμένος στην πνευματική θεωρία, την μελέτη των θείων νοημάτων και την νοερά προσευχή. Αναγκάσθηκε να διακόψει για λίγο τον ησυχαστικό βίο για να αναλάβει την επισκοπή της Νινευί. Αμέσως μετά την εις επίσκοπον χειροτονία του, εμφανίσθηκαν μπροστά στον όσιο Ισαάκ  δύο χριστιανοί Νινευίτες που είχαν κάποια διαφορά μεταξύ τους για να την επιλύσει ο επίσκοπος. Ο ένας είχε δανεισθεί από τον άλλον χρήματα και ο δανειστής πίεζε τον χρεωφειλέτη να του αποδώσει το ποσό. Όταν ο αββάς Ισαάκ τους υπενθύμισε το ανάλογο περιστατικό του Ευαγγελίου και ζήτησε από τον δανειστή να δείξει ευσπλαγχνία, εκείνος του απάντησε με αναίδεια, άφησε, πάτερ, το ευαγγέλιο κατά μέρος. Ακούοντας αυτά τα λόγια, ο όσιος Ισαάκ συλλογίσθηκε: ''Εάν αυτοί δεν υπακούουν στα προστάγματα του ευαγγελίου, τι λοιπόν ήρθα εγώ εδώ να πράξω;'. Και ανεχώρησε από την πόλη, επέστρεψε στο κελλί του όπου παρέμεινε έως το τέλος της ζωής του.
Τους ασκητικούς αγώνες που ανέλαβε ο αββάς Ισαάκ κατά του πονηρού και του θελήματος της σάρκας, τους πειρασμούς και τις δοκιμασίες, τα στάδια που διήλθε για να αποκτήσει την πρακτική και θεωρητική αρετή, τα χαρίσματα που αξιώθηκε από τον Θεό η αγιασμένη αυτή μορφή, μπορούμε να τα αντιληφθούμε καθώς διαβάζουμε τα ασκητικά του κείμενα. Τις εμπειρίες του αυτές από την πνευματική άσκηση ο όσιος Ισαάκ τις κατέγραψε, όπως λέει ο ίδιος ''αυτά έγραψα προς δική μου ανάμνηση, αλλά και για τον καθένα που θα διαβάσει το σύγγραμμα αυτό, καθώς τα έλαβα από την θεωρία των γραφών, και από τα αληθή στόματα (γερόντων διδασκάλων), και από την μικρή μου πείρα'' (Ασκητικά, Λόγος ΙΕ ), ''για πολύ καιρό δοκιμάζοντας πειρασμούς εκ δεξιών και εξ αριστερών, και τον εαυτό μου δοκίμασα και δέχθηκα από τον ενάντιο αναρίθμητες πληγές, και αφού αξιώθηκα μεγάλων αντιλήψεων, απεκόμισα για τον εαυτό μου πείρα από τα πολλά έτη, και αυτά έμαθε εν δοκιμασία και χάριτι Θεού'' (Λόγος Κ'). Από αγάπη και πνευματικό ενδιαφέρον για τους αδελφούς χριστιανούς που κάνουν τον δικό τους αγώνα είτε μέσα στον κόσμο είτε σε κάποια μονή, ο όσιος Ισαάκ κατέγραψε τους ασκητικούς αυτούς λόγους, όπως λέει ''διότι δεν υπομένω να φυλάξω το μυστήριο του Θεού στην σιωπή, αλλά γίνομαι άφρονας για την ωφέλεια των αδελφών. Διότι αυτή είναι η αγάπη η αληθινή, που δεν μπορεί να αποκρύβει κάποιο από τα μυστήρια του Θεού από αυτούς που αγαπούν αυτήν (δηλ. την αληθινή αγάπη, την χριστιανική του Θεού)''.
Γι' αυτό λοιπόν ο όσιος Ισαάκ, αν και ευρισκόμενος στην  έρημο, απεφάσισε να καταγράψει τις εμπειρίες του στον πνευματικό αγώνα ώστε με τις διδασκαλίες αυτές να ωφεληθούν πολλές ψυχές. Από τους θησαυρούς των Ασκητικών Λόγων του αββά Ισαάκ θα αντλήσουμε και εμείς πολύτιμα διδάγματα που θα βοηθήσουν και στην δική μας προσπάθεια.

Άγιος Ισαάκ ο Σύρος: Στις θλίψεις να εμπιστευόμαστε στη σοφία και στη δύναμη του Θεού



Άγιος Ισαάκ ο Σύρος
Στις θλίψεις να εμπιστευόμαστε στη σοφία και στη δύναμη του Θεού
1 Ούτε οι δαίμονες, ούτε τα θηρία που βλάπτουν τους ανθρώπους, ούτε οι κακοί άνθρωποι μπορούν να εκπληρώσουν το θέλημά τους, ώστε να αφανίσουν και να καταστρέψουν τους άλλους, αν δεν το επιτρέψει ο Θεός, που κυβερνά τον κόσμο, και αν δεν ορίσει μέχρι πιο σημείο μπορούν να βλάψουν. Γιατί ο Θεός δεν επιτρέπει να ενεργούν με απεριόριστη ελευθερία˙ γιατί αν γινόταν αυτό, δε θα μπορούσε να επιβιώσει κανένα ζωντανό πλάσμα. Ο Κύριος δεν αφήνει τα κτίσματά του να τα πλησιάσει η δύναμη των δαιμόνων και των κακών ανθρώπων και να τα βλάψουν κατά το θέλημά τους. Για τούτο να λες πάντα στην ψυχή σου: Έχω φύλακα το Θεό, που με φυλάει, και κανένα φθοροποιό κτίσμα δεν μπορεί να παρουσιασθεί μπροστά μου, παρά μόνο αν έχει την άδεια του Θεού. Πίστεψε ακόμη πως δεν τολμούν ούτε να φανούν στα μάτια σου, ούτε να σε κάνουν να ακούσεις με τ’ αυτιά σου τις απειλές τους. Γιατί, αν είχαν άδεια από το Θεό να ενεργούν απεριόριστα το κακό, δε θα χρειάζονταν τα λόγια τους για να σε φοβίσουν, αλλά θα εκπλήρωναν κατ’ ευθείαν το έργο τους σύμφωνα με το θέλημά τους

Αρχ. Παύλος Δημητρακόπουλος: Τριώδιον - Μεγάλη Τεσσαρακοστή



Τριώδιον-Μεγάλη Τεσσαρακοστή
Εν Πειραιεί τη 17η Φεβρουαρίου 2019
Αρχ. Παύλου Δημητρακοπούλου
Πρ. Ιερού Ναού Τιμίου Σταυρού Πειραιώς
Ήδη από σήμερα, Κυριακή του Τελώνου και Φαρισαίου, η αγία μας Εκκλησία μας εισάγει σε μια νέα περίοδο του εορτολογίου της, την περίοδο του Τριωδίου. Μας δίδει έτσι την αφορμή να στρέψουμε και πάλι την προσοχή μας προς το νόημα και το περιεχόμενό της και να προσεγγίσουμε κάποιες πτυχές της, που μπορούν να μας βοηθήσουν σε μια βαθύτερη κατανόηση της σημασίας της στην πνευματική μας ζωή.
Είναι μια πένθιμη και κατανυκτική περίοδος, που αρχίζει, όπως ελέχθη από την Κυριακή του Τελώνου και Φαρισαίου και φθάνει μέχρι τον εσπερινό του Μεγάλου Σαββάτου. Αυτήν διαδέχεται κατόπιν η χαρμόσυνη περίοδος του Πεντηκοσταρίου, που αρχίζει από την Κυριακή του Πάσχα και φθάνει μέχρι την Κυριακή των αγίων Πάντων. Είναι περίοδος εντονωτέρου πνευματικού αγώνος, στην οποία η Εκκλησία, με τα τροπάρια, τους ύμνους, τα αναγνώσματα, τις κατανυκτικές Προηγιασμένες Θείες Λειτουργίες, με την νηστεία, στην οποία θα εισέλθουμε σε λίγο, από την Καθαρά Δευτέρα και με την όλη κατάλληλη ατμόσφαιρα των ημερών αυτών, μας καλεί σε μια ακριβέστερη και βαθύτερη βίωση του μυστηρίου της μετανοίας, μας καλεί να παλαίψουμε και να σταυρώσουμε τα πάθη και τον παλαιόν άνθρωπον, που φέρουμε μέσα μας, έτσι ώστε συσταυρωμένοι και συναναστημένοι με τον Χριστό, να εορτάσουμε τα άγια Πάθη και την Ανάστασή του. Βέβαια αυτό δεν σημαίνει, ότι μετά την παρέλευση της περιόδου αυτής μπορούμε να χαλαρώσουμε τον πνευματικό αγώνα και να ικανοποιούμε τα πάθη, αλλά οφείλουμε πάντοτε να αγωνιζόμαστε με την ίδια ένταση, ή μάλλον με διαρκώς αυξανόμενη ένταση, σαν να ήταν όλη η ζωή μας ένα διαρκές και ισόβιο Τριώδιο. Αν μελετήσουμε τους βίους των αγίων, θα δούμε, ότι η ζωή τους ήταν ένας ακατάπαυστος αγώνας προς τα πάθη, μια ισόβια κατάσταση νηστείας, μια σταυροαναστάσιμη πορεία χαρμολύπης προς την Βασιλεία των Ουρανών. Επειδή ίδιον χαρακτηριστικό γνώρισμα της ανθρωπίνης φύσεως είναι το τρεπτόν και μεταβαλλόμενον, το γεγονός δηλαδή, ότι ο άνθρωπος παρουσιάζει διακυμάνσεις και αυξομειώσεις στην πνευματική του ζωή και, σήμερα μεν είναι δυνατόν να έχει ζήλο και προθυμία, αύριο όμως να περιπέσει σε κατάσταση αμελείας και ραθυμίας, πιεζόμενος και επηρεαζόμενος από την «ευπερίστατη αμαρτία», που κυριαρχεί γύρω του, γι’ αυτό καθιέρωσαν οι άγιοι Πατέρες, με πολλή σοφία και σύνεση, την ευλογημένη αυτή περίοδο του Τριωδίου, ώστε να αποτελέσει όχι μόνον στάδιο προετοιμασίας για τον εορτασμό του Πάσχα, αλλά και τρόπον τινά, εγερτήριον σάλπισμα, αφορμή ανανήψεως και ανανεώσεως του πνευματικού αγώνος.
Πήρε το όνομα «Τριώδιον» από το ομώνυμο λειτουργικό βιβλίο, το οποίο χρησιμοποιεί κατά την περίοδο αυτή, επειδή οι κανόνες των καθημερινών της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, που υπάρχουν στο βιβλίο αυτό, έχουν μόνο τρεις ωδές. Χωρίζεται σε τρία μέρη: Το πρώτο μέρος περιλαμβάνει τις τρείς πρώτες εβδομάδες, μέχρι την Κυριακή της Τυρινής. Έχει προκαταρκτικό χαρακτήρα και αποσκοπεί στο να μας προετοιμάσει σε μια σταδιακή είσοδο στη νηστεία, που επακολουθεί στη συνέχεια. Το δεύτερο μέρος αρχίζει από την Καθαρά Δευτέρα και φθάνει μέχρι την Κυριακή των Βαΐων. Κυρίαρχο γνώρισμά του είναι ο αγώνας προς τα πάθη με την βοήθεια της νηστείας υπό την διπλή της μορφή: Νηστεία των τροφών και νηστεία των παθών. Τέλος το τρίτο μέρος περιλαμβάνει την Μεγάλη Εβδομάδα, που είναι η τελική κατάληξη, η αποκορύφωση του Τριωδίου, όπου συμπορευόμαστε μαζί με τον Χριστό προς το άγιον Πάθος και βιώνουμε την λαμπροφόρο Ανάσταση ως ένα προσωπικό γεγονός.

Ηθικισμός στην Ορθοδοξία; Όχι ευχαριστώ! Η «αλλεργία στο Χριστιανισμό»


Έτσι γεννήθηκε ο νεώτερος αθεϊσμός όλων των αποχρώσεων [από τη βεβαιότητα ότι δεν υπάρχει Θεός (που συχνά εκφράστηκε επιθετικά, όπως στα κομμουνιστικά καθεστώτα) μέχρι την απλή αδιαφορία για σχέση με το Θεό, άσχετα αν υπάρχει ή όχι]. Γεννήθηκε από τη λανθασμένη ταύτιση του χριστιανισμού με τις νοσηρές δυτικές παραχαράξεις του (καθολικισμό και προτεσταντισμό), που ήταν φανερά αντίθετες στη διδασκαλία του Ιησού, όπως διατυπώνεται στην Καινή Διαθήκη, και συχνά έγιναν αφορμή να φερθούν με σκληρότητα στους ανθρώπους κάποιοι δήθεν «καθαροί», που τιτλοφορήθηκαν «αντιπρόσωποι του Θεού».
Ωστόσο, η «αλλεργία» που πιάνει το σύγχρονο άνθρωπο (και μάλιστα το νέο) όταν ακούει για χριστιανισμό και παπάδες, οφείλεται στην άγνοια στοιχείων του αρχαίου (των πρώτων χιλίων ετών) και του ορθόδοξου χριστιανισμού, όπως:
Ότι σκοπός του χριστιανικού ηθικού αγώνα δεν είναι η αποφυγή αμαρτωλών πράξεων (αφήνοντας την ψυχή να βράζει από καταπιεσμένες επιθυμίες, που γεννούν παθολογικές καταστάσεις και κάποτε εκρήγνυνται), αλλά η «νέκρωση των παθών», δηλαδή των εξαρτήσεων που, ριζωμένες στα βάθη της ψυχοσωματικής μας ύπαρξης (όχι μόνο στο σώμα ή μόνο στην ψυχή), εμποδίζουν τον άνθρωπο να ανοιχτεί με αγάπη προς το Θεό, το συνάνθρωπο και τα άλλα πλάσματα της δημιουργίας· στην πραγματικότητα, η «νέκρωση» αυτή δεν είναι ακρωτηριασμός της ανθρώπινης προσωπικότητας, αλλά μεταμόρφωση των ψυχοσωματικών δυνάμεων από εμπαθείς σε απαθείς, δηλαδή σε δυνάμεις που προωθούν την αγάπη προς τον άλλο (Θεό, συνάνθρωπο, άλλα όντα) αντί να συστρέφουν τον άνθρωπο προς τον εαυτό του.
Κατά τον άγιο Ιωάννη το Σιναΐτη (6ος αι. μ.Χ.), συγγραφέα της Κλίμακος και κατ’ εμέ πατέρα της επιστήμης της ψυχολογίας, τα πάθη δεν είναι «φυσικά στην ψυχή», αλλά εμείς μεταβάλαμε σε πάθη «τα φυσικά χαρακτηριστικά της». Αυτά δεν είναι κακά από μόνα τους, αφού «ο Θεός δε δημιούργησε τίποτα κακό», αλλά γίνονται κακά όταν χρησιμοποιούνται λάθος. Έτσι η «σπορά» (η εκσπερμάτωση και, κατ’ επέκτασιν, η σεξουαλική πράξη) διαστράφηκε σε πορνεία, ο θυμός, που προορίζεται κατά του όφεως (διαβόλου), στράφηκε κατά του πλησίον, ο ζήλος, αντί για τις αρετές, απευθύνεται στο κακό, η επιθυμία της δόξας, αντί για την ουράνια δόξα («δοξασμός» = μετοχή στο θείο Φως, γιατί «δόξα του Θεού» στη Βίβλο = το θείο Φως, εκ του εβραϊκού νεφές Γιαχβέ), στράφηκε προς την ανθρώπινη δόξα κ.ο.κ. (Κλίμαξ, Λόγος ΚΣΤ΄, Περί διακρίσεως – Β΄, 41). Βλ. Ιωάννου του Σιναΐτου, Κλίμαξ, έκδ. Ιεράς Μονής Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής 1994, σελ. 318. Βλ. επίσης π. Νικ. Λουδοβίκου,«Να μην χάσουμε τα πάθη. Να τα μεταβάλουμε», Αντί, 13.1.2007.
Αγνοεί επίσης όποιος πάσχει από την παραπάνω αλλεργία ότι το αποτέλεσμα αυτού του αγώνα δεν είναι κάποια «μετά θάνατον» ανταμοιβή, έναντι της ασκητικής στέρησης κάθε απόλαυσης στην παρούσα ζωή (πράγμα εξαιρετικά ύποπτο, αφού έτσι «η Εκκλησία σου πουλάει κάτι, που δε μπορείς να το ελέγξεις παρά μόνο μετά το θάνατό σου»), αλλά η εδώ και τώρα μεταβολή του ανθρώπου σε θείο ον, που μπορεί να συμβεί στον καθένα –με προσπάθεια φυσικά– και να επαληθευτεί άμεσα με έρευνα στους γνωστούς ζώντες αγίους κάθε γενιάς.

Λόγοι και νουθεσίες σοφών ανθρώπων


Καλύτερα κόσμος ν σ ξέρει ς μαρτωλό, παρά Θεός ν σ ξέρει ς ποκριτή. (Ανώνυμος)
Ἐὰν διαφορία γι τος λλους εναι ξιοκατάκριτη, πολ περισσότερο εναι ξιοκατάκριτη διαφορία γι τ παιδι μaς (γιος ωάννης Χρυσόστομος)
μέρα μας, μι συνεχής ξερεύνηση. Στά βουνά τς γάπης. (Ανώνυμος)
πως κα στ σπίτι μ κακή στέγη διεισδύει τ νερό, τσι κα στ δύνατο μυαλό διεισδύει πιθυμία.
Ετυχία δν εναι ν κάνεις πάντα ατό πο θέλεις, λλά ν θέλεις πάντα ατό πο κάνεις (Λέων Τολστόϊ)
Φοβερ εναι φτώχεια, πι φοβερς μως δικος πλοτος. (γιος Γρηγόριος Θεολόγος )
κενος πο μιλάει, πειδ τ θέλει Θεός, καλ κάνει. Κα κενος πο σιωπ, γιατ τ θέλει Θεός, πίσης καλ κάνει. (ββς Ποιμήν )
πό τν γάπη πρς τν δελφ ρχεται χάρις, κα δι τς γάπης πρς τν δελφ φυλάγεται. Ἐὰν μως δν γαπομε τν δελφόν, τότε κα γάπη το Θεο δν ρχεται στν ψυχή, νεκα τς κατακρίσεως το μίσους πρς τν δελφό. (γιος Σιλουανός)
Ἐὰν μασταν πλο σάν τ παιδιά, Κύριος θ δειχνε σ' μς τν παράδεισο, θ βλέπαμεν Ατν ν τ δόξ τν Χερουβμ κα τν Σεραφμ κα πασν τν πουρανίων δυνάμεων κα τν γίων. λλ δν εμαστε ταπεινοί, κα γι ατ βασανίζουμε κα τος αυτος μας κα τος λλους, σοι ζον μαζί μας. ( γιος Σιλουανός )
Ο άρρωστος άνθρωπος κάνει άρρωστες κοινωνίες και οι άρρωστες κοινωνίες αρρωσταίνσυν χειρότερα τους ανθρώπους. (αρχιμ. Γεώργιος Καψάνης)
πόρτα το ορανο εναι ταπείνωση. Κα ο Πατέρες μας, περνώντας μ χαρ μέσα π πολλς καταφρονήσεις, μπκαν στν πόλη το Θεο. ( ββς ωάννης )

Μόνιµον πρόβληµα ὁ χαρακτηρισµός τῶν Δυτικῶν «Ἐκκλησιῶν» Τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου π. Γεωργίου ∆. Μεταλληνοῦ


ΚΡΤΙΤΙΚΗ ΘΕΩΡΗΣΙΣ ΤΗΣ ΠΟΡΕΙΑΣ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΔΙΑΛΟΓΟΥ


1. «καθµᾶς Ἀνατολή»
 Ὁ ὅρος «Ἀνατολὴ» ὄχι τόσο στὴν γεωγραφική, ὅσο κυρίως στὴν πνευµατικὴ διάστασή του, ἔλαβε σάρκα καὶ ὀστὰ σἀντιπαράθεση πρὸς τὸν ὅρο «∆ύση», ὅταν καὶ αὐτός, ξεπερνώντας τὴν γεωγραφική του σηµασία, προσέλαβε πνευµατικὸ περιεχόµενο. Ἀνατολὴ σηµαίνει µετὰ τὸ σχίσµα τὸ γεωγραφικὸ καὶ πνευµατικὸ χῶρο τῆς Ὀρθοδοξίας, τῆς πατερικῆς δηλαδὴ παραδόσεως, ἐνῶύση τὸ γεωγραφικὸ καὶ πνευµατικὸ χῶρο τῆς ἀλλοτριωµένης Χριστιανοσύνης, τοῦ Παπισµοῦ καὶ τῆς Μεταρρυθµίσεως. Ἡ Ἀνατολὴ ταυτίσθηκε µὲ τὴ Ρωµαιοσύνη, ἐνῶ ἡ ∆ύση µὲ τὴ Φραγκοσύνη.
Στὴ γλώσσα, συνεπῶς, τοῦ Γένους µας ὁ ὅρος Ἀνατολὴ ἔλαβε πνευµατικὸ περιεχόµενο, χρησιµοποιεῖται δὲ καὶ ὡς ἐπίθετο γιὰ τὸν χαρακτηρισµὸ τῆς Ἐκκλησίας µας (Ἀνατολικὴ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία), ἡ ὁποία εἶναι κατὰ τὴν αὐτοσυνειδησία της ἡ µία καὶ µόνη Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ὁ Ὁποῖος ἐπίσης στὴν ἐκκλησιαστικὴ γλῶσσα ὀνοµάζεται «Ἀνατολή». Πρβλ. τὸ ἀπολυτίκιο τῶν Χριστουγέννων: «καὶ σὲ γιγνώσκειν ἐξ ὕψους Ἀνατολήν», ποὺ ἀναφέρεται στὸν «ἥλιον τῆς δικαιοσύνης» Χριστόν.
Πολὺ νεώτερος εἶναι ὁ ὅρος «ἡ καθ’ ἡµᾶς Ἀνατολὴ» γιὰ τὸν ἀκριβέστερο — γεωγραφικὸ καὶ πνευµατικὸ — ὁρισµὸ τῆς Ρωµηοσύνης- Ὀρθοδοξίας. ∆ηµιουργός του εἶναι ὁ ἀπὸ Τραπεζοῦντος ἀοίδιµος Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος (1938-41) Χρύσανθος (Φιλιππίδης). Στὸ σπουδαῖο ἔργο του «Ἡ Ἐκκλησία Τραπεζοῦντος» (1936), ἀλλὰ καὶ στὴν ὁµιλία του κατὰ τὴν ἐπίσηµη ὑποδοχή του ὡς µέλους τῆς Ἀκαδηµίας Ἀθηνῶν («Ἐκκλησία καὶ πολιτισµὸς ἐν τῇ καθ’ ἡµᾶς Ἀνατολῇ», 1940) δίνει τὶς γεωγραφικὲς καὶ πολιτιστικὲς συντεταγµένες τοῦ ὅρου. Γράφει: «Ἐννοῶ τὴν γεωγραφικὴν ἐκείνην µονάδα, ἥτις κέντρον ἔχει τὸ Αἰγαῖον καὶ ὅρια τὴν Ἀδριατικήν, τὴν Μεσόγειον, τὸν Κιλίκιον Ταῦρον, τὴν Μεσοποταµίαν, τὴν Ἀρµενίαν καὶ τὰ Καρπάθια, καὶ τῆς ὁποίας οἱ λαοὶ ἔχουσι τὸν αὐτὸν τρόπον τοῦ αἰσθάνεσθαι καὶ σκέπτεσθαι καὶ εὐλαβεῖσθαι καὶ ὑπὸ τὴν ἐπίδρασιν τοῦ ἀπὸ τοῦ Αἰγαίου ἐκπορευοµένου Ἑλληνικοῦ Πνεύµατος ἐδηµιούργησαν πάντοτε ἰδιαίτερον εἶδος πολιτισµοῦ. ∆ιάφορον τρόπον τοῦ αἰσθάνεσθαι καὶ σκέπτεσθαι καὶ εὐλαβεῖσθαι ἔχουν οἱ λαοὶ τῆς ∆ύσεως, οἵτινες ὑπὸ τὴν ἐπίδρασιν τοῦ Ρωµαϊκοῦ ἤ Λατινικοῦ πνεύµατος ἐδηµιούργησαν διάφορον εἶδος πολιτισµοῦ».

Η μεγάλη Σαρακοστή στη ζωή μας«Ας την πάρουμε στα σοβαρά...»


Έτσι, αν η Μεγάλη Σαρακοστή όπως είπαμε στην αρχή, είναι η ανακάλυψη της πίστης από τον άνθρωπο, είναι επίσης και ανόρθωση της ζωής του, του θεϊκού νοήματός της, του κρυμμένου βάθους της.

Με το να απέχουμε από την τροφή ξαναβρίσκουμε τη γλύκα της και ξαναμαθαίνουμε πώς να την παίρνουμε από το Θεό με χαρά και ευγνωμοσύνη. Με το «να μειώνουμε» τις ψυχαγωγίες, τη μουσική, τις συζητήσεις, τις επιπόλαιες κοινωνικότητες, ανακαλύπτουμε την τελική αξία των ανθρώπινων σχέσεων, της ανθρώπινης δουλειάς, της ανθρώπινης τέχνης.

Kαι τα ξαναβρίσκουμε όλα αυτά ακριβώς γιατί ξαναβρίσκουμε τον ίδιο το Θεό, γιατί ξαναγυρίζουμε σ' Αυτόν και δι' Αυτού σε όλα όσα Εκείνος μας έδωσε μέσα από την τέλεια αγάπη και το έλεός Του.Έτσι τη νύχτα της Ανάστασης ψέλνουμε:

Νυν πάντα πεπλήρωται φωτός,

ουρανός τε και γη και τα καταχθόνια.

Εορταζέτω γουν πάσα κτίσις,

την έγερσιν Χριστού, εν η εστερέωται.

Μη μας αποστερήσεις αυτής της προσδοκίας, φιλάνθρωπε Κύριε!

π.Αλέξανδρος Σμέμαν

Η Ανάσταση του Χριστού, προάγγελος της δικής μας Ανάστασης Λόγος του Λεμεσού π.Αθανάσιου


Λόγος του Λεμεσού π.Αθανάσιου
Η ανάσταση των νεκρών είναι ένα κεφαλαιώδες ζήτημα που δεν μπορεί να το προσπεράσει κανείς αβασάνιστα, όταν μάλιστα δηλώνει ότι θέλει να πάρει στα σοβαρά τη ζωή και την πίστη του. Η ανάσταση του Χριστού, και ως συνέπειά της η ανάσταση των νεκρών, αποτελεί τη μοναδικότητα του χριστιανικού κηρύγματος, αυτό που διαφοροποιεί την παράδοσή μας από άλλες θρησκείες και παραδόσεις. Τόσο κεντρική είναι η θέση της μέσα στην παράδοσή μας, ώστε ο απόστολος Παύλος να δηλώνει ότι αν βγάλει κανείς από την πίστη μας την ανάσταση του Χριστού η παράδοσή μας μένει κενή, κούφια (Α' Κορ. 15, 14).
Το ερώτημα για την ανάσταση των νεκρών ως υπαρξιακή και φιλοσοφική αναζήτηση του ανθρώπου είναι σκοτεινό, το ίδιο και η απάντησή του. Γίνεται όμως απλό, αν δεχτεί κανείς τον Ιησού ως θεάνθρωπο. Αυτόματα δέχεται και την Ανάστασή Του, αφού Αυτός είναι ο Αρχηγός της ζωής και του θανάτου, άρα και των ανθρώπων (Ματθ. 22, 29).
Όσον αφορά στην τοποθέτησή τους απέναντι στο θέμα της αναστάσεως, θα μπορούσαμε να διακρίνουμε τρεις κατηγορίες ανθρώπων:
Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η μεγάλη μάζα των συνανθρώπων μας το προσπερνά. Ή αδιαφορεί ή το αντιμετωπίζει τελείως επιδερμικά, επιφανειακά (Λουκ. 8, 5 - 6) - τουλάχιστον έτσι φαίνεται. Πρόκειται γι' αυτούς τους ανθρώπους που έχουμε συνηθίσει να αποκαλούμε «αδιάφορους» ή «άσχετους» ή «εκτός» (Εκκλησίας). Το εκπληκτικό όμως με αυτούς τους ανθρώπους, που είτε δηλώνουν εκτός εκκλησίας, είτε αυτό φανερώνει - μαρτυρεί η ζωή τους, είναι ότι ανάμεσά τους συναντάει πολλές φορές, κανείς ανθρώπους που έχουν εμπειρία αναστάσεως. Αρκούν δύο παραδείγματα γι' αυτό, παρμένα και τα δύο από την Καινή Διαθήκη : Το πρώτο είναι η πόρνη γυναίκα που αλείφει με μύρο τα πόδια του Χριστού και ο Ιησούς δηλώνει ότι το έκανε επειδή προέβλεψε τον ενταφιασμό του (Ματθ. 26, 12. Μάρκ. 14, 8. Ιω. 12, 7). Το άλλο είναι η κλασική περίπτωση του εκ δεξιών ληστή πάνω στον σταυρό, ο οποίος δεν παρασύρεται από το σκάνδαλο ότι δίπλα του συσταυρώνεται κάποιος ακόμη, αλλά μπορεί και διαβλέπει ότι αυτός είναι ο βασιλιάς της αιώνιας ζωής (Λουκ. 23, 42).
Tο ερώτημα που προκύπτει είναι πώς αυτοί οι άνθρωποι μπορούν και έχουν την εμπειρία της αναστάσεως του Χριστού. Αυτό κατ' αρχήν αποτελεί μυστήριο, ικανό ωστόσο να φανερώσει τη δύναμη του Θεού, αλλά και την ίση αγάπη του για OΛOΥΣ τους ανθρώπους που είναι όλοι παιδιά Του. Φαίνεται ακόμη ότι αυτοί οι άνθρωποι απέκτησαν μάτια για να βλέπουν πέρα και πίσω από τα φαινόμενα, επειδή πόνεσαν πολύ στη ζωή τους, είτε εκούσια είτε ακούσια. Και όλοι γνωρίζουμε, από την προσωπική του πείρα ο καθένας μας, πόσο πόνο έχει η αμαρτία μετά από την πρόσκαιρη χαρά που μας προσφέρει.
Μία δεύτερη ομάδα ανθρώπων είναι οι άγιοι της Εκκλησίας, οι παλιοί, αλλά και οι σύγχρονοι, αυτοί που ζουν ανάμεσά μας, χωρίς ίσως να τους ξέρουμε. Είναι αυτοί που ζουν από τώρα, από αυτήν εδώ τη ζωή μέσα στο φως και τη χαρά της Αναστάσεως, λουσμένοι μέσα στο φως της αιώνιας βασιλείας του Θεού, γιατί πρώτα βίωσαν το Γολγοθά του προσωπικού τους αγώνα κι ακόμα έκαναν δικό τους τον πόνο όλου του κόσμου. Aυτήν τη χαρά την εκπέμπουν χωρίς πρόχειρα κηρύγματα γύρω τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο Άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ με τον κλασικό χαιρετισμό του προς κάθε άνθρωπο που συναντούσε «Χριστός ανέστη, χαρά μου», ο οποίος ανακεφαλαιώνει συμπυκνωμένη ολόκληρη την ορθόδοξη παράδοση.

Μία τρίτη, τέλος, ομάδα ανθρώπων, είμαστε άνθρωποι που μπαινοβγαίνουμε σε κατηχητικά, κηρύγματα, κύκλους, ακολουθίες κλπ. Δηλώνουμε ότι πιστεύουμε στον Χριστό και την ανάστασή του, αλλά η ζωή μας φανερώνει το αντίθετο. Κλονιζόμαστε όπως ο Πέτρος πάνω στα κύματα (Ματθ. 14, 30). Δείχνουμε ότι δεν έχουμε συναντήσει προσωπικά στη ζωή μας τον Αναστημένο Χριστό. Μοιάζουμε με τους δύο μαθητές που τη μέρα της Αναστάσεως πορεύονται προς Εμμαούς και, απογοητευμένοι που είδαν όλα τα όνειρα και τις ελπίδες που είχαν επενδύσει στο δάσκαλό τους να γκρεμίζονται με τον θάνατο και την ταφή Του, δεν μπορούν να Τον αναγνωρίσουν κι ας συμπορεύεται με τη θλίψη τους (Λουκ. 24, 16). Ζούμε έτσι ένα είδος πνευματικής σχιζοφρένειας, μια διάσταση - ασυμφωνία λόγων και έργων, που αποτελεί το μεγάλο σκάνδαλο για τους άλλους και το κυριότερο εμπόδιο για να πλησιάσουν τον Χριστό και την εκκλησία.
Το διπλό ερώτημα που προκύπτει από τα παραπάνω και του οποίου η απάντηση είναι κεφαλαιώδης για τη ζωή μας είναι: Τι φταίει που δεν έχουμε την εμπειρία της αναστάσεως; Κι ακόμη, τι μπορεί να γίνει γι' αυτό;
Θα αποκτήσουμε εμπειρία αναστάσεως αν πρώτα αποδεχτούμε τον πόνο του Σταυρού. Κύριο στοιχείο της εποχής μας και του πολιτισμού μας είναι ότι όλοι και όλα γύρω μας μάς υπόσχονται χαρά, ευχαρίστηση, καλοπέραση. Πουθενά λόγος για πόνο και σταυρό. Την αρρώστια, τον πόνο και τον θάνατο τα απωθούμε στο περιθώριο της ζωής μας κι αφήνουμε τα αγαπημένα μας πρόσωπα να πεθαίνουν ξεχασμένα σε νοσοκομεία και ιδρύματα. O ίδιος πειρασμός μάς πολεμάει και στην πνευματική ζωή : Θέλουμε να αποκτήσουμε τα μεγάλα πνευματικά αγαθά ή ζηλεύουμε τις αρετές των άλλων χωρίς να είμαστε διατεθειμένοι να καταβάλουμε κόπο για να τα αποκτήσουμε. Θέλουμε να φτάσουμε κατ' ευθείαν στην ανάσταση χωρίς να περάσουμε από τον πόνο της Γεθσημανή και του Σταυρού. Αν είναι δυνατόν να βραχυκυκλώσουμε, να προσπεράσουμε τον πόνο.
Η ανάσταση όμως είναι άρρηκτα δεμένη με τον σταυρό. Είναι νόμος στην ασκητική παράδοση, αλλά και στη γενικότερη εμπειρία της εκκλησίας το «Δώσε αίμα, λάβε πνεύμα». Καλούμαστε κάθε στιγμή να βιώνουμε ταυτόχρονα τη Σταύρωση και την Ανάσταση, αυτό που στην παράδοσή μας ονομάζεται «χαρμολύπη» και που έχει κάτι από το ήθος της Μεγάλης Εβδομάδας, που τη Μεγάλη Παρασκευή κλείνει το «Σήμερον κρεμάται επί ξύλου» με το «Δείξον ημίν καί τήν ενδοξόν Σου ανάστασιν». Aκόμη και η Κυριακή του Πάσχα έχει μέσα της κάτι από τη θλίψη του Σταυρού, αφού ο Αναστημένος Χριστός είναι «κατάστικτος τους μώλωψι καί πανσθενουργός» (Κανόνας Όρθρου Μεγάλου Σαββάτου).

π. Γεώργιος Καψάνης -Ορθοδοξία: Η ελπίδα των λαών της Ευρώπης


Στο κείμενο αυτό επισημαίνεται ότι η Ορθόδοξος αυ­τοσυνειδησία δεν μας επιτρέπει να παρακάμπτωμε το γεγονός ότι η Ορθοδοξία δεν ημπορεί να συναποτελή μαζί με τον Δυτικό Χριστιανισμό μία ενιαία "χριστια­νική ταυτότητα", αλλά αντιθέτως μας υποχρεώνει να τονίσωμε ότι η Ορθοδοξία είναι η λησμονημένη από την Ευρώπη πρωτογενής της Πίστις, η οποία πρέπει κά­ποτε να αποτελέση εκ νέου την χριστιανική της ταυτό­τητα.
Η Ενωμένη Ευρώπη του 21ου αιώνος αναζητεί την ταυτότητα της. Η «ευρωπαϊκή ταυτότης» δεν αποτε­λούσε αντικείμενο σοβαρού προβληματισμού, εφ' όσον την διεμόρφωναν μόνον οικονομικοί και πολιτικοί πα­ράγοντες. Αφ' ότου όμως πολιτισμικοί και ιδίως θρη­σκευτικοί παράγοντες έπρεπε να ληφθούν υπ' όψιν κα­τά την αναζήτησί της, αναπτύχθηκαν σοβαρές συζητή­σεις, έντονες διαφωνίες και οξείες διαμάχες γύρω από την αναφορά ή μη του «Ευρωπαϊκού Συντάγματος» στην χριστιανική ταυτότητα της Ευρώπης.

Τί σημαίνει όμως «χριστιανική ταυτότης της Ευρώ­πης» για τους Ορθοδόξους λαούς μας; Πόσο χριστια­νική είναι η «χριστιανική ταυτότης της Ευρώπης»;
Όσοι καλοπροαίρετα αγωνίζονται για την ενίσχυσι της χριστιανικής ταυτότητος της Ευρώπης ομιλούν συ­νήθως γι' αυτήν ωσάν να πρόκειται για ένα ιστορικό δεδομένο ή έναν κώδικα χριστιανικών αρχών και αξιών, στις οποίες ημπορούν να συγκλίνουν οι χριστιανι­κοί λαοί με την βοήθεια των οικουμενικών επαφών και διαχριστιανικών διαλόγων. Οι Χριστιανοί της Ευρώ­πης επιδιώκουν να την εξασφαλίσουν θεσμικά, επειδή φοβούνται το ενδεχόμενο του θρησκευτικού αποχρωματισμού της ηπείρου των, την αλλοίωσι της χριστιανι­κής της ιδιοπροσωπίας λόγω των πληθυσμιακών μετα­βολών (μετανάστευσις κ.λπ.) ή τον αποκλεισμό των χριστιανικών "διεκκλησιαστικών" οργανισμών από τα κέντρα λήψεως αποφάσεων στην Ευρώπη. Ακολουθών­τας την ίδια λογική, και οι προτάσεις επισήμων Ορθοδόξων εκπροσώπων επικεντρώνονται στην ενίσχυσι μιας θεσμικής χριστιανικής παρουσίας στην Ευρώπη.
Στο κείμενο αυτό επισημαίνεται ότι η Ορθόδοξος αυ­τοσυνειδησία δεν μας επιτρέπει να παρακάμπτωμε το γεγονός ότι η Ορθοδοξία δεν ημπορεί να συναποτελή μαζί με τον Δυτικό Χριστιανισμό μία ενιαία "χριστια­νική ταυτότητα", αλλά αντιθέτως μας υποχρεώνει να τονίσωμε ότι η Ορθοδοξία είναι η λησμονημένη από την Ευρώπη πρωτογενής της Πίστις, η οποία πρέπει κά­ποτε να αποτελέση εκ νέου την χριστιανική της ταυτό­τητα.
* * *