Δευτέρα 25 Ιουλίου 2022

Ο μακαριστός Γέρων Σωφρόνιος Σαχάρωφ , μάς νουθετεί περί τής προσευχής .

 


 


«...Κοπιώδης εἶναι ὁ ἀγών διά τήν προσευχήν. Ἐναλλάσσονται αἱ καταστάσεις τοῦ πνεύματος ἡμῶν: Ἐνίοτε ἡ προσευχή ρέει ἐν ἡμῑν ὡς ἱσχυρός ποταμός, ἄλλοτε δέ ἡ καρδία ἀποβαίνει ἀπεξηραμμένη. Ἄς εἶναι ὅμως πάσα ὕφεσις τῆς εὐχητικῆς δυνάμεως κατά τό δυνατόν βραχεῑα. Προσευχή σημαίνει πολλάκις νά ὁμολογῶμεν εἰς τόν Θεόν τήν ἀθλίαν ἡμῶν κατάστασιν: ἀδυναμίαν, ἀκηδίαν, ἀμφιβολίας, φόβους, λύπην, ἀπόγνωσιν, ἐν ἑνί λόγῳ, πᾶν ὅ,τι συνδέεται μετά τῶν συνθηκῶν τῆς ὑπάρξεως ἡμῶν. Νά ὁμολογῶμεν, μή ἐπιζητοῦντες καλλιεπεῖς ἐκφράσεις, οὐδέ εἰσέτι λογικόν εἱρμόν... Συχνάκις ὁ τρόπος οὗτος στροφῆς πρός τόν Θεόν ἀποβαίνει ἡ ἀρχή τῆς προσευχῆς-διαλόγου ...».
Ὁ Ἀρχιμανδρίτης Σωφρόνιος (Σαχάρωφ) ἐγεννήθη τό 1896 εἰς Μόσχαν. Ἐσπούδασεν εἰς τήν Κρατικήν Σχολήν Καλῶν Τεχνῶν τῆς γενετείρας αὐτοῦ καί ἐπεδόθη εἰς τήν ζωγραφικήν.
Μετά μικρᾶν περίοδον σπουδῶν εἰς τό Θεολογικόν Ἰνστιτοῦτον τοῦ Ἁγίου Σεργίου εἰς Παρισίους, ἀνεχώρησε τό 1925 διά τό Ἅγιον Ὅρος καί ἐγκατεβίωσεν εἰς τήν Ἱεράν Μονήν τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος. Ἐκεῖ ἐγνωρίσθη καί συνεδέθη στενῶς μετά τοῦ Ἁγίου Σιλουανοῦ.Ἡ συνάντησις τοῦ Γέροντος Σωφρονίου μετά τοῦ Ἁγίου ἀπετέλεσε βασικόν σταθμόν τῆς πνευματικῆς αὐτοῦ πορείας. Παρέμεινε πλησίον τοῦ Ἁγίου μέχρι τῆς τελευτῆς Αὐτοῦ καί ἀκολούθως λαβῶν τήν εὐλογίαν τοῦ Ἡγουμένου καί τῶν Γερόντων τῆς Ἱ. Μονῆς ἀπεσύρθη εἰς τήν ἔρημον τοῦ Ἁγίου Ὅρους. Παραμένων ἐκεῖ διηκόνει ὡς πνευματικός τῶν Ἱερῶν Μονῶν Ἁγίου Παύλου, Ὁσίου Γρηγορίου, Ὁσίου Σίμωνος Πέτρας, Ὁσίου Ξενοφῶντος, ὡς καί πολλῶν ἄλλων κελλίων καί σκητῶν.
Τό 1948 ἐξέδωκεν εἰς Γαλλίαν τά χειρόγραφα, τά ὁποῖα παρέδωκεν εἰς αὐτόν ὅ Ἅγιος Σιλουανός, ἐπισυνάπτων ἐκτενῆ ἀνάλυσίν τῆς διδασκαλίας ὡς καί τινα βιογραφικά στοιχεῖα τοῦ Ἁγίου.
Ἀπό τοῦ ἔτους 1959 ἐγκατεβίωσεν εἰς τήν ἕν Ἔσσεξ τῆς Ἀγγλίας Ἱεράν Πατριαρχικήν καί Σταυροπηγιακήν Μονήν τοῦ Τιμίου Προδρόμου, τῆς ὁποίας ὑπῆρξεν ἱδρυτής, κτίτωρ καί πνευματικός πατήρ».

   Τήν 11η Ἰουλίου 1993 ἐκοιμήθη ἐν Κυρίῳ ὁ μακαριστός Ἀρχιμανδρίτης Σωφρόνιος (Σαχάρωφ), ἱδρυτής, κτίτωρ καί πνευματικός πατήρ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Τιμίου Προδρόμου ἐν Ἔσσεξ Ἀγγλίας.

Τήν εὐχή του νά ἔχουμε.

[ΠΗΓΗ: «ΠΕΡΙ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ», «ΟΨΟΜΕΘΑ ΤΟΝ ΘΕΟΝ ΚΑΘΩΣ ΕΣΤΙ» Ἀρχ. Σωφρονίου – ἐκδόσεις Ἱερᾶς Μονῆς Τιμίου Προδρόμου - Ἔσσεξ Ἀγγλίας].

Αναδημοσίευση από τήν μαχητική ιστοσελίδα : Όρθρος

θεωρία “περί της υποστατικής αρχής εν τω Θείω Είναι και εν τω ανθρωπίνω είναι” στον γέροντα Σωφρόνιο Σαχάρωφ Δόγμα

 

Γράφει ο Δημήτριος Λυκούδης, θεολόγος

Η εποχή της μετανεωτερικότητας ως έξαρση και κυριαρχία του τεχνοπώλιου διακρίνεται από την ατομικότητά της. Αρνείται πεισματικά τον εγκλιματισμό της στην πολιτιστική παράδοση και πνευματική κληρονομιά και αποποιείται κάθε δεσμού με το παρελθόν και την ιστορική αναδρομικότητα αναζητώντας εφήμερες και πρόχειρες λύσεις δομημένες στην ηδονική εμπορευματοποίηση και στην εφάμαρτη πληροφόρηση της επικαιρότητας. Ως φυσικό επακόλουθο, η ανθρώπινη ύπαρξη αποδομείται και συρρικνώνεται, μαζοποιείται στην φαινομενική αποτύπωση της «ανάπτυξης της τεχνολογίας».

Η περιρρέουσα κατάσταση όμως της “Θεαματικής Κοινωνίας” καλλιεργεί την αποξένωση του ανθρώπου από την πατερική και ασκητική κληρονομιά και συμβάλλει καθοριστικά στην προσωπική του αλλοτρίωση. Η “μαζική κουλτούρα” ως αντανάκλαση και αποτύπωμα της πνευματικής ένδειας και πτώσεως, εγκλωβίζει τον άνθρωπο στον εαυτό του και τον οδηγεί σε τραγικό οντολογικό και υπαρξιακό αδιέξοδο. «Ἡ ἐκ τοῦ μή ὄντως προαγωγή τοῦ κτιστοῦ στόν ὄν δέν τοῦ ἐξασφαλίζει καί τήν ὄντως ζωή, ἐάν δέν μεταλαμβάνει αὐτῆς τῆς ζωῆς, γιατί φέρει ἀφεαυτοῦ ἐγγενῆ τήν τάση πρός τό μή ὄν.»[1]

Μόνη λύση η “χριστοποίηση” και κατά χάριν “θεοποίηση” του ανθρώπου μέσω της προσευχητικής αναγωγής του στον αγιοπνευματικό φωτισμό[2].
Χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου και της οδού “χριστοποίησης” του ανθρώπου, αποτελεί ο βίος και η διδασκαλία του χαρισματικού αγίου γέροντος Σωφρονίου Σαχάρωφ
[3]. Ο πατήρ Σωφρόνιος, με την θεωρία του «περί τῆς ὑποστατικῆς ἀρχῆς ἐν τῷ Θείω Εἶναι καί ἐν τῷ ἀνθρωπίνω εἶναι»[4], θέτει τους πνευματικούς πυλώνες για μια γνήσια και αυθεντική κοινωνία κτιστού – Ακτίστου για μια οντολογική προσέγγιση του υπερβατικού στην προσευχητική μέθεξη με το Απόλυτο.

«Τό ἀληθῶς ἀσάλευτο θεμέλιόν της θεογνωσίας ἐδόθη εἷς ἠμᾶς διά τοῦ σαρκωθέντος Λόγου τοῦ Πατρός, τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἑλκόμενοι πρός Αὐτόν διά τῆς ἀγάπης πάσχομεν βαθείαν μεταμόρφωσιν πάσης ἠμῶν τῆς ὑπάρξεως. Μεταδίδεται εἰς ἠμᾶς ἡ ἄπειρος Αὐτοῦ ζωή. Τό πνεῦμα ἠμῶν ἐκτείνεται μεταξύ δύο ἀντιθέτων πόλων: τῶν σκοτεινῶν ἐγκάτων τοῦ ἅδου ἀφενός, καί τῆς κατηυγασμένης ὑπό τοῦ ἀδύτου Ἡλίου Βασιλείας τοῦ Θεοῦ ἀφετέρου. Τό περιεχόμενον τοῦ εἶναι ἠμῶν εὐρύνεται ἀρρήτως. Ἡ ψυχή ἐν παραφόρω προσευχή ὁρμᾶ πρός τόν θαυμαστόν τοῦτον Θεόν. Μισοῦμεν ἑαυτούς, ὡς εἴμεθα. Θά περέλθη πολύς χρόνος ἕως ὅτου ἀντιληφθῶμεν ὅτι αὐτός ὁ ἴδιος προσεύχεται ἐν ἠμίν μεταδίδων εἰς ἠμᾶς τήν ἄναρχον Αὐτοῦ ζωήν. Δία τῆς θεοσδότου ταύτης προσευχῆς αἰνούμεθα ὑπαρκτικῶς μετά τοῦ Χριστοῦ: κατ’ἀρχήν ἐν τή ἀνεκδιηγήτως μυστηριώδει κενώσει καί καταβάσει Αὐτοῦ μέχρι καί τόν καταχθονίω, ὕστερον δέ ἐν τή Θεία Κεφαλαίω Αὐτοῦ Παντοδυναμία»[5]

Η ανθρώπινη υπόσταση, υποστηρίζει ο πατήρ Σωφρόνιος, ποθεί διακαώς και ακατάπαυστα την ένωση και κοινωνία με τον Θεό. Δεν αρκείται στη γήινη – κτιστή πραγματικότητα, αλλά προσδοκά να υπερβεί τα τείχη «του χωροχρόνου» και να προσλάβει το άπειρο ως πρόγευση της αιωνιότητας. Τότε υπεισέρχεται το ανθρώπινο πνεύμα στον κόσμο της θείας αιωνιότητας και συγκλονίζεται από το θαύμα της αποκεκαλυμμένης θείας θεωρίας. Και μαζί με τον άνθρωπο “μεταμορφώνεται” και ολόκληρη η οικουμένη, αφού ο άνθρωπος ως πρόσωπο αποτελεί αναπόσπαστο μέλος της. Γι’ αυτό η ανθρώπινη ύπαρξη, ως υποστατικό πνεύμα ανήκει στην αιώνια ὀντολογία, γιατί εἶναι “ἐν δυνάμει σεσωσμένη”, “ἐν Χριστῷ σεσωσμένη” βέβαια, ως αγιότητα και φορέας της Θείας αιωνιότητας καί “μύστης” της Αποκαλύψεως»[6].

«Ἡ Ὑπόστασις συνιστᾶ τήν ἐσωτάτην ἀρχήν τοῦ Ἀπολύτου Εἶναι, τήν ἀρχικήν καί τελικήν Αὐτοῦ διάστασιν: Ἐγώ εἰμί τό Α καί τό Ὤ (ἡ ἀρχή καί τό τέλος), λέγει Κύριος ὁ Θεός, ὁ Ὧν καί ὁ Ἤν καί ὁ Ἐρχόμενος, ὁ Παντοκράτωρ. Ἡ Ὑπόστασις τοῦ Θεοῦ ἐκφεύγει παντός ὁρισμοῦ, διότι εὑρίσκεται πέραν τῶν ὁρίων παντός ὅ,τι φέρει σφραγίδα οἱουδήποτε προσδιορισμοῦ. Ἀκατάληπτος εἰς τήν διάνοιαν, γνωρίζεται ὑπαρκτικῶς καί μόνον κατά τό μέτρον τῆς αὐτοαποκαλύψεως τοῦ Θεοῦ εἰς τόν ἄνθρωπον… Ὡς ὁ Θεός, οὕτω καί ἡ ἀνθρωπίνη ὑπόστασις μένει ἕως τέλους ἀδιαφανής ἐκ τῶν ἔξω, ἐκτός ἐάν ἡ ἴδια ἀποκαλυφθῆ εἰς ἑτέραν ὑπόστασιν. Ὁ Θεός εἶναι Θεός κεκρυμμένος. Ὁ ἄνθρωπος ὠσαύτως φέρει ἐν αὐτῶ βάθη κεκρυμμένα ἀπό ἀλλοτρίων ὀφθαλμῶν. Ἐν τῷ Θεῶ περικλύεται ἡ Ἀρχή τοῦ Εἶναι καί οὐχί ἐν τῷ Ἀνθρώπω. Ὁ τελευταῖος ὅμως οὕτως, ἐκτίσθη ἐν δυνάμει ἱκανός νά ἰδιοποιηθῆ καί νά φέρη ἐν ἐαυτῶ τήν ἄκτιστον Ζωήν τῆς Θεότητος»[7].

Το Θείο είναι δηλαδή, ως απροσδιόριστη Αρχή, αυτοαποκαλύπτεται στο ανθρώπινο είναι για να καταστήσει τον άνθρωπο “κατά χάριν” θεώ, διότι στην υποστατική αρχή του ανθρώπου ενυπάρχει «ἡ ὁμοίωσις πρός Ἐκεῖνον». Έτσι, ο άνθρωπος ποθεί την «ἀτελεύτητον ἕνωσιν μετά τοῦ Πατρός τοῦ ἐν τοῖς οὐρανοῖς»[8], δηλαδή “πάσχει” την θέωση, εξαιτίας της οποίας πραγματοποιείται στο ανθρώπινο “είναι” το πλήρωμα της “Θείας εικόνας”.

Ως αυτοαποκάλυψη του Θεϊκού Είναι, ο πατήρ Σωφρόνιος αναφέρεται στην θέα και θεωρία της δόξας του Θεού, στην οντολογική κοινωνία με την Αγία Τριάδα, στην υπαρξιακή διαμονή στον χώρο του Απολύτου:
«Ὁ τρόμος πρό τῆς αἰωνίου ἀπωλείας καί ὁ θρῆνος τῆς μετανοίας διά τινός μυστηριώδους τρόπου μετέβαλον ἐμέ ὅλον εἰς προσευχή, τό πνεῦμα μου ἐλευθέρως ἀνήρχετο εἰς κατάστασιν θεωρίας ἀγνώστων πρότερων πραγματικοτήτων. Τῆς ἀτέρμονος ἀβύσσου τοῦ εἶναι τῶν ζοφερῶν σκηνωμάτων τοῦ Ἅδου, ἀλλά καιτου ἀκτηυγασμένου ὑπό τοῦ ἀκτίστου φωτός οὐρανοῦ. Ἐνίοτε κατήρχετο αὔτη ἡ ψυχή μου μέχρι τῶν κατωτάτων του Ἅδου. Ἄλλοτε πρός στιγμήν ἀνεβίβαζεν αὐτήν ὁ Κύριος μέχρι τόν οὐρανόν. Κατά καιρούς ἵστατο αὔτη ἐπί τοῦ ἀκαθορίστου ἐκείνου μεθωρίου, ἀπό τοῦ ὁποίου ἐθεώρη καί τό φῶς τῆς θεότητος καί τό σκότος τό ἐξώτερον.

Ἐνώπιόν του πνεύματός μου ἀπεκαλύπτετο ἡ ἀγαθή αἰωνιότης, ἡ προσευχή τῆς μετανοίας ἐκυρίευε ἐμοῦ ὁλοτελῶς. Ἀστάθμητος ἀόρατος δύναμις μετέφερε ἐμέ εἰς νοητόν πνευματικόν διάστημα. Ἐκεῖ ἔμενον μόνος. Ἐξηφανίζετο ἡ γῆ, δέν ὑπῆρχον οὔτε ἥλιος, οὔτε ἀστέρες, οὔτε ἄνθρωποι, οὔτε ἄλλο κτίσμα. Δέν ἠσθανόμην οὔτε τό σῶμα μου. Συνέβαινε νά μή βλέπω τό φῶς ὡς τοιοῦτο ἀλλά ἐν τούτοις τό βλέμμα μου διειέδυεν εἰς ἀβυσσαλέα βάθη. Ἡ ψυχή ἔκραζε πρός τόν Θεόν ἐν ὀδυνηρά ἀπογνώσει. Ὄντως εἶμαι ἁμαρτωλός, ἀλλά διψῶ τόν Ἅγιον Θεόν».[9]
Και για α αναδείξει το χάρισμα και την επουράνια δωρεά της αγαπητικής κενώσεως μέσω της προσευχητικής κοινωνίας με την “Αρχή του Είναι” συμπληρώνει: 

«Ἡ τοιαύτη προσευχή κατέλαβεν ἐμέ μετά ἰδιαιτέρας δυνάμεως ἐν τή ἐρήμω. Ἐνθυμοῦμαι ὅμως ὅτι ὄτε ἡ ψυχή ἐπέστρεφε εἰς τήν συνήθη ἀντίληψη τοῦ ὑλικοῦ κόσμου, παρέμενεν μετ’ ἐμοῦ ἐν ἐμοί ἡ πνευματική αἴσθησις, τήν ὁποίαν ἠσθανόμην ἐκ τῆς προσευχῆς, ἐν ἐκείνη τή ἀταράχω καί ἀνεικάστω ἀβύσσω. Ἐν ἐκείνη τή ἀπειρότητι δέν ὑπῆρχε οὔτε ἄνω οὔτε κάτω, πρόσω ἤ ὀπίσω, δεξιά ἤ ἀριστερά. Καί ὅμως ἔφθανε στιγμή, κατά τήν ὁποίαν ἐφαίνετο εἰς ἐμέ ὅτι ἐκινούμην καί τήν κίνησιν ταύτην ἠσθανόμην ὡς τόσιν. Ἄφωνος δέ κραυγή ἐξέφευγεν ἀπό τοῦ στήθους Κύριε σῶσον μέ, σοί μόνος δύνασαι νά φθάσεις ἀκωλύτως ἐμέ εἰς οἱανδήποτε ἄβυσσον. Καί οὕτως ἔσωζεν. Ἀλλά διά τί ἠσθανόμην ὅτι ἐπιπτον; Δέν συνέβαινε ἄραγε τοῦτο ἐπειδή ὁ νοῦς μου δέν ἠδύνατο νά σταθεῖ πλέον εἰς τήν σφαίρα τοῦ αἰωνίου; Πάντως, μετά ταῦτα, ἡ ὅρασις ἐλάμβανε πέρας»[10].

Η θεοπτία στην διδασκαλία του γέροντος Σωφρονίου είναι συνάντηση του Υποστατικού Θεού, ως το Απόλυτο Πρωταρχικό Όν, με την “ὁμοίωση τοῦ Ἀπολύτου”, τον άνθρωπο. Εξαιτίας αυτής της συναντήσεως ενεργοποιείται “αγιοπνευματικά” στον άνθρωπο η υπόσταση με αποτέλεσμα το ανθρώπινο είναι να μετέχει στον αγιασμό και στην χάρη του “Θείου Είναι”. Με άλλα λόγια, η ανθρώπινη κλίση βαίνει συνεχώς προς την υποστατική μορφή του “είναι”, ως ασίγαστος πόθος να κοινωνήσει με τον υποστατικό Θεό. Έτσι, ο άνθρωπος υπερβαίνει τον περιορισμό του ατόμου, καθίσταται πρόσωπο και υπόσταση μέσω της αγιοπνευματικής συνεργείας και κληρονομεί την θεία μορφή υπάρξεως[11].

«Φερόμενοι Πνεύματι Θεοῦ πρός τήν ὑπέρ ὅλου του κόσμου προσευχήν, πρός συμμετοχήν εἰς τήν ἐν Γεθσημανή προσευχήν τοῦ Κυρίου, βλέπομεν αἴφνης ἐν ἐαυτοῖς Θεῖον θαῦμα: ἀνατέλει ἐντός ἠμῶν ὁ πνευματικός ἥλιος, τό ὄνομα τοῦ ὁποίου εἶναι ὑπόστασις (πρόσωπον). Τοῦτο εἶναι ἐν ἠμίν ἡ ἀρχή καινῆς μορφῆς ὑπάρξεως ἤδη ἀθανάτου. Τότε δεχόμεθα τήν Ἀποκάλυψιν τῆς Ὑποστατικῆς ἀρχῆς ἐν τή Ἁγία Τριάδι, οὐχί ἐπιφανειακῶς, οὐχί διανοητικῶς, ἀλλ’ ἐν τοῖς ἐγκάτοις τοῦ εἶναι ἠμῶν. Ἐνορῶμεν ἐν τῷ φωτί τό μέγιστον μυστήριον τοῦ Ἀνάρχου εἶναι: τόν Ὑποστατικόν Θεόν, τόν Ζῶντα? τόν Ἕνα ἐν Τριάδι Ὑποστάσεων? τόν Θεόν τῆς ἀγάπης, τόν Μόνον ἀληθινόν»[12].

Μάλιστα, μεταξύ άλλων προϋποθέσεων, ο άνθρωπος πρέπει να διακατέχεται από ανυπόκριτη και άδολη αγάπη για τη σωτηρία όλου του κόσμου και να την “ενσαρκώνει” βιωματικά μέσω της προσευχητικής επικοινωνίας – κοινωνίας[13]. Τηρουμένων αυτών των δύο προϋποθέσεων, υποστηρίζει ο πατήρ Σωφρόνιος, η υπόσταση περιβάλλει “αγαπητικά” ολόκληρο τον κόσμο και αναπτύσσοντας την δημιουργική ενέργειά της επειδιώκει την καθολική ενότητα (ad intra και ad extra). Έτσι, το ανθρώπινο είναι, μέσω της αγαπητικής κοινωνίας μετέχει στην Κοινωνία του Θεϊκού Είναι, διότι «ἐν τή ἀγάπη εὑρίσκεται ἡ ὁμοίωσις πρός τόν Θεόν, Ὅστις εἶναι ἀγάπη»[14].

«Ἡ προσευχή ὑπέρ τοῦ κόσμου. Μέ τήν ἐνέργεια τοῦ φωτός στήν ψυχή αὐτοῦ πού μετανοεῖ, τό Θεῖο Φῶς ἐνεργεῖ τόν ἀπίστευτο πλατισμό τῆς καρδιᾶς, ὥστε νά χωρέσει ὅλο τό θεανθρώπινο πλήρωμα. Τότε ὁ ἄνθρωπος, μέ τήν ὑποστατική προσευχή τοῦ προσάγει στόν Θεό ὅλο τό γένος τῶν ἀνθρώπων καί αὐτό εἶναι ἡ τελείωση τῆς εἰκόνας τοῦ Θεοῦ στόν ἄνθρωπο»[15].

Και προσθέτει: «Ἡ ἀγάπη πρός τούς ἐχθρούς, τό ἀποκορύφωμα καί τῶν δύο μεγάλων ἐντολῶν. Κατά τήν ὥρα τῆς ὁράσεως μεταδίδεται στόν ἄνθρωπο ἡ κατάσταση τοῦ ἰδίου τοῦ Χριστοῦ. Τότε γίνεται καί ἡ συμμόρφωση τοῦ πνεύματος τοῦ ἀνθρώπου πρός τό πνεῦμα Ἐκείνου πού ἅπλωσε τά χέρια πάνω στό σταυρό γιά τούς ἐχθρούς του, τούς ἁμαρτωλούς ἀνθρώπους. Τήν ἴδια εὐσπλαχνία καί ἀγάπη ἔχει καί αὐτός πού ἀξιώθηκε νά δεῖ τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ ἐν τῷ φωτί»[16].

Παράλληλα, η “αγαπητική κοινωνία”, μέσω της αναγωγής του ανθρωπίνου “είναι” προς το Θεϊκό είναι, καταδεικνύει την οντολογική κοινωνία της ανθρώπινης υπόστασης με το Υπερβατικό, καθώς η υπόσταση δεν έχει λόγο ύπαρξης και παρουσίας σε κατάσταση μοναξιάς και απομόνωσης. Η προσευχή «ὑπέρ ὅλου του κόσμου, εἴτε ὁ κόσμος οὗτος πάσχει εἴτε εὐτυχεῖ»[17], μεταμορφώνει τον άνθρωπο σε οντότητα θεοειδής, χριστοειδής και πνευματοειδής[18] και επιβεβαιώνει τη διαθεσιμότητα και τον δυναμισμό της ανθρώπινης φύσης, τη συγγένειά της με τις θείες ενέργειες, σύμφωνα με τις οποίες μπορεί να αντικατοπτρίζει και να αποκαλύπτει τον λόγο του Θεού μέσα στον κόσμο.[19]

Ο καθηγητής Μάριος Μπέγζος γράφει: «Τό πρωτεῖο τῆς ἀγάπης σημαίνει ὅτι τό Ἀπόλυτο γίνεται Σχετικό ἤ μᾶλλον ὅτι Ἀπόλυτο εἶναι τό Σχετικό. Ἀπόλυτο μέγεθος εἶναι μόνο ὅ,τι σχετίζεται, κοινωνεῖ, μετέχει, ἐνεργεῖ καί ἀναφέρεται πρός ἄλλα ὄντα, ὅμοια καί κυρίως ἀνόμοια. Ὑπαρκτό καί ὑποστατό εἶναι τό σχετικό, δηλαδή τό ἐν – σχέσει – ὑπάρχον. Τό ἄσχετο εἶναι ἀνύπαρκτο. Τό ἀμέτοχο κηρύσσεται ἀνυπόστατο. Τό ἀκοινώνητο κρίνεται ἀσήμαντο ὡς αἰωρούμενο μεταξύ πλάνης καί φαντασίας»[20].
Ακολούθως, ο πατήρ Σωφρόνιος τονίζει ότι το Υποστατικόν και Απεριόριστον Θεϊκό “Είναι” αποτελεί τον Αίτιο, την πηγή και αφετηρία της ανθρώπινης υπάρξεως στον κόσμο. Το θεϊκό “Είναι” αποκαλύπτεται ως Πρόσωπο , γεγονός που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η γνώση Αυτού, έστω και μερική, μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο μέσω της προσωπικής κοινωνίας μαζί Του. Μέσω της προσευχητικής προσέγγισης, το Θεϊκό “Είναι” αυτοαποκαλύπτεται μεταδίδοντας «τήν γνῶσιν περί Ἑαυτοῦ»
[21] μέσω των θείων ενεργειών Του.

Βέβαια αναφέρεται στην πνευματική γνώση «ὡς κοινωνία ἐν τή ὑπάρξει, ὡς ἕνωσις ἐν αὐτῶ τῷ εἶναι»[22] και υπογραμμίζοντας αυτή την ενότητα ως “πνευματική κατάκτηση” του ανθρώπου, καταλήγει στην σπουδαιότητα και πρωταρχικότητα της προσευχής, μέσω της οποίας το ανθρώπινο “είναι” αξιώνεται να αισθανθεί[23] την πνοή της θείας αιωνιότητας.

«Ἡ καθαρά προσευχή εἶναι ἡ ἀσφαλεστέρα ὁδός πρός τήν γνῶσιν τοῦ Θεοῦ. Ὁ οὕτω προσευχόμενος ἀπεκδύεται πάσας τάς ἐξωτερικᾶς γνώσεις καί τάς ἐμπαθεῖς εἰκόνας, ὥστε, κλίνας ἐνώπιον Ἐκείνου Ὅστις εἶναι ἡ Ἀρχή τοῦ παντός, νά λάβη τήν ἐξ Αὐτοῦ ἐκπορευομένην ζωήν. Ἄνευ λόγων, “στεναγμοῖς ἀλαλήτοις”, ἐκδυσωπεῖ τόν ἄγνωστον εἰσέτι Θεόν νά σώση αὐτόν, ὅπερ ἐν τελευταία ἀναλύσει σημαίνει νά δεχθῆ τό πνεῦμα αὐτοῦ εἰς αἰώνιον παραμονήν μετ’ Αὐτοῦ. Ἡ δέησις αὐτοῦ ἐνοῦται μετά τοῦ μακραίωνος στεναγμοῦ πάσης της κτίσεως. Αἵ κραυγαί αὐτοῦ συμβάλλουν εἰς τόν ἑνιαῖον χορόν τῆς οἰκουμένης, ἤτις ἱκετεύει διά τήν σωτηρίαν. Ἡ προσευχή αὐτή εἶναι ἀνέκφραστος, ἀπερίγραπτος. Δέν ἐνσαρκοῦται διά τῶν λόγων ἠμῶν. Ἡ ὀδύνη ἐπί τῆς ὁποίας θεμελιοῦται εἶναι βαθυτέρα παντός στεναγμοῦ»[24].

Το “ανθρώπινο είναι” πραγματοποιεί την ομοίωση προς το Απόλυτο και “θεοποιείται” μέσω της μετοχής του στις άκτιστες ενέργειες του “Θεϊκού Είναι”. Πλην όμως η επίτευξη αυτής της κοινωνίας δεν είναι αβίαστη και εύκολη. Στο ανθρώπινο “είναι” “συγκρούεται “η ανθρώπινη φύση με την υποστατική της αρχή. Η πρώτη «ἕνεκα τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος ὑπέστη οὐσιαστικήν ἀλλοίωσιν»[25] και αρκετές φορές αντιβαίνει στην θέληση του προσώπου, με αποτέλεσμα το ανθρώπινο “είναι” να αγωνίζεται αδιάκοπα να επέλθει απόλυτη ταυτότητα φύσεως και προσώπου (υποστάσεως), αλλιώς θα ήταν αδύνατη η θέωση στην “ακεραιότητα” και ολότητα της ανθρώπινης ύπαρξης.

Ο π. Σωφρόνιος Σαχάρωφ γράφει σχετικά: «Ἡ φύσις ἠμῶν, καίτοι ἡμέτερα, ἔρχεται εἰς σύγκρουσιν μετά τῆς ὑποστατικῆς ἠμῶν ἀρχῆς, ὅταν αὐτή ἀγωνίζηται διά τῆς τηρήσεως τῶν Εὐαγγελικῶν ἐντολῶν νά θεραπευτή εἰς ὅλα τά ἐπίπεδά της ὑπάρξεως, τουτέστι νά ἀποκαταστήση τήν διά τῆς πτώσεως διασπασθεῖσαν φύσιν ἠμῶν εἰς τήν πλήρη “ἀκεραιότητα” αὐτῆς. Μόνον διά τῆς συνεργίας τῆς χάριτος καί τῆς προσευχῆς, ὁ πνευματικός δυναμισμός τῆς ὑποστάσεως ἠμῶν ὑπερνικᾶ τήν ἐπιβολήν οἱουδήποτε περιορισμοῦ, οὐχί μόνον ἐκ τῆς πεπερασμένης πεπτωκυίας φύσεως, ἀλλά καί ἐκ τῶν κοσμικῶν δυνάμεων ἐν γένει. Ζωή ἐν τῷ κόσμω τούτω, συμφώνως πρός τήν διδαχή τοῦ Χριστοῦ, σημαίνει ἀδιάκοπον πάλην κατά τῶν παθῶν, ἄτινα παρεμποδίζουν τήν ἀπόκτησιν τῆς αἰωνίου ζωῆς ἐν τῷ Φωτί τοῦ Θεοῦ καί Πατρός ἠμῶν»[26].

Ο γέρων Σωφρόνιος Σαχἀρωφ, «μέγας ἡσυχαστής, ἐμπειρικός θεολόγος ἀλλά καί στοργικό, τρυφερός, Πνευματικός Πατέρας»[27] αποτυπώνει την θεωρία του «περί τῆς ὑποστατικῆς ἀρχῆς ἐν τῷ Θείω εἶναι καί ἐν τῷ ἀνθρωπίνω εἶναι», καρπό της πολύπαθης και αγιασμένης ορθόδοξης πολιτείας του, για να τονίσει τον ασίγαστο πόθο του ανθρωπίνου “είναι” να προσεγγίσει της Αρχἠ της ύπαρξής του. «Τό ὅμοιον γνωρίζεται ὑπό τοῦ ὁμοίου»[28] και η ανθρώπινη ύπαρξη κατευθύνεται “φυσικά”[29] προς το “Θεϊκό Είναι” γιατί ποθεί και πάσχει να μετέχει στην κοινωνία της θείας και Ζωαρχικής Του αιωνιότητας.

Ο άνθρωπος στρέφεται προς την «ἀμετάθετον αἰωνιότητα»[30] γιατί αβίαστα το ανθρώπινο “εἶναι” κινείται προς την “θείαν μορφή τοῦ εἶναι” και μέσω της προσευχητικής ενσάρκωσης της αγάπης αποδέχεται και λαμβάνει ως δώρο και χάρισμα από το Υπερβατικό την “εμπειρία της γνώσης”. Με άλλα λόγια, ο άνθρωπος μετέχει στην κοινωνία της δόξας του “Θεϊκοῦ Εἶναι” και εξαιτίας αυτής της μεθέξεως, ασφαλώς μέσω πάντοτε της αγιοπνευματικής διακρίσεως και θείου φωτισμού, εγκαταλείπει την κατηγορία της τυπικής λογοκεντρικής προσέγγισης των επιστητών και ανάγεται στην κατηγορία της «οντολογικής πρόσληψης»[31], στην κατηγορία δηλαδή του ίδιου του “εἶναι”, που εκφράζεται και συγκεκριμενοποιείται στο Πρόσωπο του Απόλυτου και “Απροσδιόριστου” Θεϊκού “Εἶναι”, στον «πρό πάντων τῶν αἰώνων ὄντως Ὄντα»[32].

Η παρατεταμένη προσευχή για όλη την κτίση με τον άγιο πόνο του αυτομίσους[33] εξαγιάζει το ανθρώπινο “είναι” και μαζί μ’ αυτό ολόκληρη την “συμπαντική πραγματικότητα”. Ο άνθρωπος τότε αξιώνεται να ζει αληθινά όλη την ανθρωπότητα «ὡς μίαν ζωήν, μίαν φύσιν ἐν τή πολλαπλότητι τῶν ὑποστάσεων». Αξιώνεται της θεωρίας του ίδιου του Θεού, που με το Άγιος Φως της δόξας Του επισκιάζει την ανθρώπινη ύπάρξη και εναποθέτει στα βάθη του “εἶναι” της τους λόγους του θεανθρώπου σφραγίζοντας την Θεότητά Του και “μεταμορφώνει” αυτήν (την ανθρώπινη ύπαρξη) άναρχη κατά τη δωρεά Του. Πείθει τον άνθρωπο ότι ο Χριστός είναι το ύψιστο, το «ἄναρχο γεγονός τοῦ εἶναι»[34].
«Ἐν προσευχή ὁμοία ἐκείνης τῆς ἐν Γεθσημανή δίδεται εἰς ἠμᾶς ἡ ὀντολογική πείρα τῆς “ὑποστάσεως”» ? ἡ ὁμοίωσις δέ τοῦ θανάτου ἠμῶν πρός τόν θάνατον τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ ὁδός τῆς “κενώσεως”. Ὅσον πληρεστέρα εἶναι ἡ τελευταία αὐτή, τοσούτον τελειοτέρα εἶναι ἡ ἀνάβασις τοῦ πνεύματος ἠμῶν εἰς τόν φωτοφόρον χῶρον τῆς Προαιωνίου Θεότητος. Καί ἀνεξαρτήτως ἐάν ὁ ἄνθρωπος ἐκφράζη διά λόγων ἤ οὐχί τήν πραγματικήν αὐτοῦ κατάστασιν, ζῆ αὐτήν ὡς ὑπαρξιακήν γνῶσιν: Νῦν ἐν Χριστῷ δύναται καί αὐτός ἄν εἰπῆ, “ἐγώ εἰμί”»
[35].

Παραπομπές:

[1] Νικολαΐδη Ν., Ανάλεκτα (Περί του όντως Όντος και των όντων), τόμος Α΄, Πουραναρά, Θεσσαλονίκη 2002, σελ. 41. Ο ίδιος συμπληρώνει: «Ὁ Θεός εἶναι ὁ “ἀπαρχῆς ὠν”, ὁ ὁποῖος ὡς αὐτοΰπαρξη παράγει “ἐκ τοῦ μή ὄντος” “πολλά ὄντα”. Ἔτσι, θεωρούμενος ὁ Θεός ὡς “ἀρχή καί ὑπεράρχιος” καί ὡς “ὧν καί ὑπερών” σέ καμιά περίπτωση δέν συναριθμεῖται μέ τά κτιστά γιατί ὁ κτιστός κόσμος πῆρε τήν ὕπαρξή του ἀπό τά μή ὄντα καί γι’ αὐτόν ἀκριβῶς τό λόγο φέρει μέσα τοῦ ἐγγενῆ τή ροπή καί τήν τάση πρός τό μή ὄν.» (Αυτόθι, σελ. 14-15).
[2] Ο πατήρ Σωφρόνιος Σαχάρωφ γράφει σχετικά: «Ἡ καλλιέργεια τῆς πτώσεως ὁδηγεῖ εἰς ἀποξένωσιν ἀπό τοῦ Θεοῦ: ὁ ἄνθρωπος ὑποβιβάζεται διά τῆς ἐν αὐτῶ ἀμαυρώσεως τῆς εἰκόνος τοῦ Θεοῦ. Ἀντιθέτως πρός τοῦτο, ἡ σύναξις τῶν ὑποστάσεων εἶναι “τό ἅλας τῆς γής καί τό Φῶς τοῦ κόσμου”. Τοῦτο πραγματοποιεῖται ἐν τή Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, μετ’ἰδιαιτέρας δεδυνάμεως ἐν τή λειτουργική πράξει. Ἐκεῖ ἀκριβῶς φανεροῦται ἡ ἀληθινή εἰκών τῆς Ἁγίας Τριάδος. Δί’ ὅλου του περιεχομένου τῆς Θείας Λειτουργίας, ὁ λειτουργός καλεῖται, ἐν τῷ πνεύματι τῆς ἐν Γεθσημανής προσευχῆς τοῦ Χριστοῦ, νά προσφέρη εἰς τόν Θεόν λατρείαν ἁρμόζουσαν εἰς τήν ὑπόστασιν», Σαχάρωφ Σωφρονίου (Αρχιμ), Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας, 1992, σελ. 314.
[3] Ο αρχιμανδρίτης Χερουβείμ Καράμπελας θυμάται: «Κοντά στόν πατέρα Σωφρόνιο γνώρισα πόσα πράγματι πλουτίζει τίς ψυχές ἡ ζωή τῆς ἡσυχίας καί τῆς προευχῆς. Ἀπήλαυσα τίς γνώσεις του, τήν πείρα του καί τήν ἁγιότητά του. Μέ εἶχε αἰχμαλωτίσει τό μεγαλεῖο της ψυχῆς αὐτῆς καί ποτέ δέν θά ἤθελα νά φύγω ἀπό τά καρούλια, ἄν καί ὑπῆρχαν τόσες δυσκολίες γιά μένα, σάν νέος, καί ἀρχάριος πού ἤμουν. Ὁ πατήρ Σωφρόνιος εἶχε τεραστία μόρφωση, γνώριζε πολλές γλῶσσες, ἀλλά περισσότερο τήν ἑλληνική καί μάλιστα τήν ἀρχαία. Δέν ἦταν ὅμως ἡ μόρφωσις ἐκείνη πού μέ σαγήνευε Περισσότερο μέ ἤλκυε ἡ ἀρετή, ἡ πνευματική ἀκτινοβολία του καί ἡ καλλιέργεια τῆς προσευχῆς. Μοῦ περιέγραψε πολλούς τρόπους προσευχῆς τῶν ἐρημιτῶν στά Καρούλια. Ἕνας τρόπος πού χρησιμοποιοῦσε ὁ ἴδιος ἦταν ἡ ἐπαναλληψις τῆς Κυριακῆς Προσευχῆς τοῦ “Πάτερ ἠμών”, μέ ἀνύψωση τῶν χεριῶν πρός τόν οὐρανό. Ἡ ἐπαναλληψις αὐτή γινόταν μέ ἀργό ρυθμό, συλλαβιστά, ὥστε νοῦς καί καρδιά νά συλλαμβάνουν καί νά κάνουν κτῆμα τοῦ τό περιεχόμενο τῆς κάθε λέξεως τῆς θεοδιδάκτους προσευχῆς, εἰσδύοντας στό βαθύτερο νόημά της. Ἄρχιζε τήν προσευχή ἀπό βραδίς καί τελείωνε μέ τήν ἀνατολή τοῦ ἡλίου. Ἀσφαλῶς ὁ πατήρ Σωφρόνιος θά ἐξασκοῦσε καί τήν νοερά, τήν καρδιακή προσευχή τοῦ Ἰησοῦ. Μοῦ γνωστοποίησε ὅμως καί τόν προηγούμενο τρόπο μέ τό “Πάτερ ἠμών” σάν ἕνα προστάδιο ἴσως καί μία προγύμνασι, γιά τήν τελεία, τήν πνευματική, τήν νοερά προσευχή», Καράμπελα Χερουβείμ (Αρχιμ), Από το Περιβόλι της Παναγίας, Νοσταλγικές Αναμνήσεις, Ι.Μ. Παρακλήτου, Ωρωπός 1997, σελ. 306 – 308.
[4] Βλ., σχ., Σαχάρωφ Σ, Ὀψόμεθα τόν Θεόν καθώς ἐστι, σελ. 293 – 347.
[5] Αυτόθι, σελ. 293.
[6] Αυτόθι, σελ. 294 – 295. Ο πατήρ Ιουστίνος Πόποβιτς παρατηρεί: «Ἡ ἁμαρτία διετάραξεν αὐτήν τήν ἐνυπάρχουσαν ἑνότητα τοῦ χρόνου καί τῆς αἰωνιότητας μέσα εἰς τό εἶναι τοῦ ἀνθρώπου καί ἤνηξε μέσα εἰς τόν ἄνθρωπον ἕνα φοβερόν χάσμα μεταξύ του ἐν χρόνω καί τοῦ αἰωνίου εἰς τό ὁπόιον χάσμα πνίγεται διαρκῶς ἡ σκέψις καί ἡ αἴσθησις τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ ἁμαρτία ὡς ἀντί – θεός καί ἀντί – λόγος (protivlogosna) δύναμις, ἅ – θεοποιεῖ, ἀπολογοποιεῖ (delogosira) τόν ἄνθρωπον καί τόν καθιστά χωρίς νόημα. Τοῦτο δέ σημαίνει: ἡ ἁμαρτία θανατώνει τόν ἄνθρωπον διότι τόν ἀπομακρύνει ἀπό τήν μοναδικήν πηγήν τῆς ζωῆς, τῆς ἀθανασίας, τῆς αἰωνιότητος, ἀπό τόν Θεόν», Πόποβιτς Ι. (Αρχιμ), Άνθρωπος και Θεάνθρωπος, Μελετήματα Ορθοδόξου Θεολογίας, Αστήρ, Αθήνα 1970, σελ. 22.
[7] Αυτόθι, σελ. 296 – 297. Ο καθηγητής Βασίλειος Γαϊτάνης τονίζει: «The “communication” of God with thw world is carried out via thw Incarnation of God’s Son and World. God “communicates” with the world so that the fallen man be able to communicate with God as a “by God’s grace” participant in the goodhood. Also the “communication” of God with the world via the Son os shaped at the same time to “communion of man” towards the Son and Word of God, provided the existence of the Filial relationship of people with God – Father is carried out and determined by their relation “to His Son”. The “Christ’s member” becomes also a self-realized entity in itself, since the participation of “sonship” in wich he belongs (as was par excellence being Holy-spirited and participating in the energies of the Holy Spirit), does not allow alienation or his influence by the alienating dimension of the pseudepigraph secular communication! The communion of God is always awareness of the person, since only “in God man is person”» (Γαϊτάνη Β., Fundamental structures and bases of Orthodox communicative theology, σελ. 20-21).
[8] Σαχάρωφ Σ, Ὀψόμεθα τόν Θεόν καθώς ἐστι, σελ 297.
[9] Ζαχαρία Αρχιμανδρίτου, Το άκτιστο φώς στη ζωή και τη διδασκαλία του Γέροντος Σωφρονίου, σελ.28 – 29.
[10] Αυτόθι, σελ. 29.
[11] Σαχάρωφ Σ, Ὀψόμεθα τόν Θεόν καθώς ἐστι, σελ. 296 – 297.
[12] Αυτόθι, σελ. 301.
[13] «Also man, via the participation in the heritage of the filial love, passes over to his fellow man symbolic “representation” of the God-Father’s love to the world via the Incarnation of Son. Man loving his fellow man represents pro rata the love of God to the world. Thus the “communication” of man with neighbor (who was being consolidated via sonship) is realized as participation in the “inheritance” of the Son towards the man and consequently it constitutes a type (by secular terms) earthy “representation”of the communion that the Son – Word has carried out to the people. The love of Son to the man should be carried out, as love of man to the fellow – man – neighbor, and the love to the man is his “communication” with “according to God’s grace” participation of the energies themselves of God. If God “is love”, the communion of love with the fellow man is aleady “communion of God” as well» (Γαϊτάνη Β., Fundamental Structures and bases of Orthodox communicative theology, σελ. 21)
[14] Σαχάρωφ Σ, Ὀψόμεθα τόν Θεόν καθώς ἐστι, σελ. 304, πρβλ., Α’ Ιωάνν. δ‘ 16.
[15] Ζαχαρίου Αρχιμ., Το άκτιστο φως στη ζωή και τη διδασκαλία του Γέροντος Σωφρονίου, σελ. 31.
[16] Αυτόθι, σελ. 31. Ο καθηγητής Μάριος Μπέγζος εύστοχα τονίζει: «Ἡ ἀγάπη ὑποστασιάζεται ἀπό τήν ἐλευθερία. Ἐπειδή εἶναι κάποιος ἐλεύθερος νά μήν ἀγαπᾶ, γι’αὐτό καί μόνο τότε ἔχει ἀξία, ἀντικρυσμα καί ὑπόσταση ἡ ἀγάπη του. Ἄν δέν εἶχε ἄλλη ἐπιλογή κι ἦταν ἀναγκασμένος νά ἀγαπᾶ, τότε ἡ ἀγάπη του θά ἦταν ἀνυπόστατη ὡς καρπός ἀνάγκης» (Μπέγζου Μάριου, Φαινομενολογία της Θρησκείας, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1995, σελ. 230).
[17] Σαχάρωφ Σ., Ὀψόμεθα τόν Θεόν καθώς ἐστι, σελ. 304.
[18] Πόποβιτς Ι., Άνθρωπος και Θεάνθρωπος, σελ. 19-20.
[19] Γιέφτιτς Αθανασίου (πρ. Επισκόπου Ζαχουρίου και Ερζεγοβίνης), Χριστός η Χώρα των ζώντων, Ίνδικτος, Αθήνα 2007, σελ. 157.
[20]Μπέγζου Μ., Φαινομενολογία της Θρησκείας, σελ. 230 – 231. «Τό “κοινωνικόν”, ὡς χαρακτηριστικόν στοιχεῖον τοῦ “κατ’ εἰκόνα”, κατέχει ὠσαύτως ἰδιαιτέραν σπουδαιότητα. Ὁ Θεός ἐδημιούργησε τόν ἄνθρωπον “μεταδούς αὐτῶ τῆς ἑαυτοῦ θείας χάριτος καί ἐν κοινωνία ἑαυτοῦ διά ταύτης αὐτόν ποιησάμενος”. Θά ἠδύνατο νά λεχθῆ ὅτι τοῦτο ἀποτελεῖ τήν κατακλείδα τῶν λειτουργιῶν τῶν ἄλλων χαρακτηριστικῶν του “κατ’ εἰκόνα”, ἤτοι τοῦ λογικοῦ, τοῦ αὐτεξουσίου καί τοῦ κυριαρχικοῦ. Ἐκ τῆς λειτουργίας αὐτῶν ἐπιτυγχάνεται ἡ ἐπικοινωνία καί κοινωνία τοῦ ἀνθρώπου ὄχι μόνον μετά τοῦ Θεοῦ, ἀλλά καί μετά τοῦ ἑαυτοῦ του, τοῦ συνανθρώπου καί τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος… Ἡ κοινωνία τοῦ ἀνθρώπου μετά τοῦ Θεοῦ λειτουργεῖ εἰς ἀπόλυτον συνάρτησιν μετά τοῦ λόγου, τοῦ αὐτεξουσίου καί τοῦ κυριαρχικοῦ της ἀνθρώπινης ὑπάρξεως τοῦ “κατ’ εἰκόνα”. Ἡ κοινωνία αὐτή τελεῖ ἐν ὑποταγή καί ὑπακοή εἰς τό θέλημα τοῦ Θεοῦ? εἶναι κοινωνία λογική, ἐλευθέρα, κυριαρχική του ἀνθρώπου, τοῦ ἐπιθυμοῦντος τήν πνευματικήν πρόοδον, τήν ἠθικήν ἀνέλιξην καί τήν σωτήριον παρά τοῦ Θεοῦ εὐδοκίμησιν», Ξεξάκη Νικολάου, Ορθόδοξος Δογματική Γ’, Η περι Δημιουργίας διδασκαλία, Έννοια, Αθήνα 2006, σελ. 170-171).
[21] Σαχάρωφ Σ., Ὀψόμεθα τόν Θεόν καθώς ἐστι, σελ. 311.
[22] Αυτόθι, σελ. 312.
[23] Ο π. Ιουστίνος Πόποβιτς παρατηρεί: «Δέν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι ἡ αἴσθησις εἶναι εὐλογία μόνον μέσα εἰς τήν χριστοαίσθησιν? ἄνευ αὐτῆς, ἡ αἴσθησις εἶναι μία κατάρα καί φρίκη. Ὁ ἄνθρωπος ἀκριβῶς ἐδημιουργήθη θεοειδῆς, χριστοειδῆς καί πνευματοειδής, διά νά γίνουν αἵ αἰσθήσεις τοῦ εἰς τήν οὐσίαν τῶν θεονοσταλγικαί, χριστονοσταλγικαί καί πνευματονοσταλγικαί» (Πόποβιτς Ι., Άνθρωπος και Θεάνθρωπος, σελ. 20).
[24] Σαχάρωφ Σ., Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 312 – 313.
[25]Αυτόθι, σελ. 319. Ο καθηγητής Νικόλαος Ξεξάκης τονίζει σχετικά με το προπατορικό αμάρτημα: «Τό ἐν τῷ ἀνθρώπω κατ’εἰκόνα δέν ἀπωλέσθη, δέν κατεστράφη, ἀλλ’ ὑπέστη ἀλλοίωσιν τινά, εἰς τά ἐπί μέρους χαρακτηριστικά αὐτοῦ. Ἡ ἐνδεχόμενη ἀπώλεια τοῦ κατ’εἰκόνα θά εἶχεν ὡς συνέπειαν τήν μετατόπησιν καί κατάταξιν τοῦ ἀνθρώπου εἰς τήν τάξιν τῶν ἀλόγων ζώων» καί «Ἡ κληρονομική μετάδοσις τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος βασίζεται ἐπί τοῦ ἑνιαίου της ἀνθρωπίνης φύσεως. Ἡ κατάστασις τῆς ἁμαρτωλότητος τῶν πρωτοπλάστων μετεδόθη κληρονομικῶς, βάσει τῆς ἑνότητος τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, εἰς ὅλον τό ἀκόλουθον ἀνθρώπινον γένος» (Ξεξάκη Ν., Ορθόδοξος Δογματική Γ’, σελ. 206 – 207 και 222).
[26] Αυτόθι, σελ 319.
[27] Βλάχου Ιεροθέου, Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου, ο Γέροντας Σωφρόνιος στην καθημερινή του ζωή, περιοδ. Πειραϊκή Εκκλησία, αρ. Φύλλου 191, Μάρτιος 2008, σελ. 26 (24-26).
[28] Σαχάρωφ Σ., Ὀψόμεθα τόν Θεόν καθώς ἐστι, σελ. 327.
[29] Αυτόθι, σελ. 335.
[30] Αυτόθι, 334 – 335.
[31] Αυτόθι, σελ. 340.
[32] Αυτόθι, σελ. 340.
[33] Ζαχαρία Αρχιμ., Το άκτιστο φως στη ζωή και τη διδασκαλία του Γέροντος Σωφρονίου, σελ. 30.
[34] Αυτόθι, σελ. 31.
[35] Σαχάρωφ Σ., Ὀψόμεθα τόν Θεόν καθώς ἐστι, σελ. 346 – 347.

Γέροντας Σωφρόνιος του Έσσεξ: «Όταν είστε αδύνατοι πνευματικά να λέτε αυτή την προσευχή..»


«Πώς να πολεμούμε εναντίον των κακών λογισμών»; δεν μου είναι δύσκολο να σας πω το πώς, διότι η απάντηση βρίσκεται στα γραπτά του Γέροντος Σιλουανού. Εξαρτάται από εμάς να αλλάξουμε μια σκέψη, αν συγκεντρώσουμε τον νου μας σε κάτι άλλο.

Αν σκέφτομαι ότι κάποιος από τους αδελφούς μου με πλήγωσε με τον λόγο του, αντί να ζήσω οδυνηρά αυτή την πληγή, σκέφτομαι κάτι άλλο και δεν επιτρέπω στον νου μου να «κολλήσει» σε αυτό που συνέβη. Αν είμαστε πραγματικά ενωμένοι εδώ στο μοναστήρι μας, αυτό που γράφει ο Σιλουανός είναι πολύ απλό:
«Σκέφτομαι κάτι άλλο».

Και έτσι απομακρύνουμε αυτό τον πόνο που συνδέεται με τον λόγο του αδελφού, και ζούμε μια άλλη πραγματικότητα. Αυτό εξαρτάται από μας. Αν δεν θέλουμε να αλλάξουμε τη σκέψη μας και αν δεν θέλουμε να προσευχηθούμε για τον αδελφό μας, κανένας δεν μπορεί να μας πιέσει να το κάνουμε. Ακόμη και ο Θεός δεν θα το κάνει. Αλλά αν εκδηλώσουμε τη θέλησή μας να αλλάξουμε, ο Θεός, το Πνεύμα το Άγιο, μπορεί να έρθει για να μας βοηθήσει.

Σήμερα ήθελα να σας πω ότι δεν εκπλήττομαι που υποφέρετε. Σκεφθείτε αυτό που σας λέω, όταν είστε μόνοι σας. Αν προσανατολίσουμε τον νου μας με αρνητικό τρόπο, κινδυνεύουμε να χάσουμε και τη ζωή μας και τη σωτηρία μας.

Όταν είστε αδύνατοι πνευματικά, να προσεύχεστε σαν για κάτι που δεν είναι παρά η συνέπεια των παθών μας. Να λέτε αυτή την προσευχή που σας συνέστησα πολλές φορές:

«Κύριε, θεράπευσε την καρδιά μου από αυτό τον πονηρό λογισμό, Κύριε, θεράπευσε τον νου μου, να μη σκέφτεται αυτό που είναι εναντίον του νόμου της αγάπης του Πατρός Σου.

Κύριε, θεράπευσε όλο μου το είναι, για να μπορέσω να πορευθώ με αυτό τον άγιο πόνο πίσω από τα βήματά Σου».

Αν προσεύχεσθε έτσι, θα εκπλαγείτε για την ευκολία της νίκης. (αρχιμανδρίτου Σωφρονίου Σαχάρωφ, Οικοδομώντας το ναό του Θεού και στους αδελφούς μας , τόμος Β, σελ. 342-343)

πηγή: iconandlight.wordpress.com
Tags:

Η Ακαδημαϊκή Θεολογία κατά τον Αρχιμανδρίτη Σωφρόνιο τού Έσσεξ Διπλωματική Μεταπτυχιακή εργασία π. Matthew Penney

 

 

Εικόνα: π. Σωφρόνιος Σαχάρωφ

Δεύτερο Κεφάλαιο: Οι προϋποθέσεις τής χαρισματικής γνώσεως

B. Η άσκηση της Εκκλησίας

Ο ασκητισμός είναι η μεθοδολογία της Εκκλησίας δια της οποίας εκφράζονται τα πρακτικά βήματα, στα οποία βαδίζοντας ο πιστός ακολουθεί τη διαδικασία την οποία ακολούθησαν οι πριν από αυτόν και πέτυχαν την ένωση με τον Θεό. Αυτό εννοούμε όταν λέμε "επόμενοι τοις Αγίοις Πατράσιν"· οφείλουμε να ακολουθήσου με όχι μόνο τις διδασκαλίες τους, αλλά και να μιμηθούμε τον τρόπο ζωής τους[101]. Από την πρακτική ενάσκηση των αρετών, υπό την καθοδήγηση ενός έμπειρου οδηγού, να καθαρθούμε, να οδηγηθούμε στο φωτισμό και τη θέωση όπως εκείνοι. [102]

Ωστόσο, όπως ο π. Ζαχαρίας (Ζάχαρος) επισημαίνει, «δεν υπάρχουν συνταγές» στην πνευματική ζωή[103]. Οι Πατέρες της Εκκλησίας περιγράφουν τη γενική ασκητική πορεία με την οποία κάποιος επιτυγχάνει τη σωτηρία και την ένωση με τον Θεό. Ο Θεός ωστόσο, ως Υπόστασις-Πρόσωπον και ως εκ τούτου εκφραζόμενος εν απολύτω ελευθερία, δίνει αυτά τα δώρα στο δικό Του χρόνο και σύμφωνα με την κρίση Του. Ο Χριστιανικός ασκητισμός δεν είναι κάποιο είδος επιχειρηματικής συναλλαγής κατά την οποία ο άνθρωπος κάνει θυσίες προς τον Θεό, με σκοπό την αντιμισθία. Αντίθετα, όπως ο άγιος Μάξιμος διδάσκει, ο στόχος του ασκητισμού είναι ο εξαγνισμός της αγάπης μας. [104] Αν αντιληφθούμε τον ασκητισμό σε αυτή την προοπτική, καθίσταται απαραίτητος ως προετοιμασία για την πρόσωπο με Πρόσωπο συνάντηση του κτιστού με το άκτιστο στη βάση της θεωρίας του Θεού. [105]

Στον π. Σωφρόνιο ωστόσο η θυσιαστική πλευρά του ασκητισμού δεν είναι απούσα. Γράφει:

"Συχνάκις κατά την διάρκειαν της ζωής αυτών, ποιηταί και ζωγράφοι, συγγραφείς και μουσικοί, υπομένουν προθύμως πάσαν στέρησιν εξ αγάπης προς την τέχνην. Ούτως, και έτι πλέον, εκείνοι εις τους οποίους εδόθη το προνόμιον να ψαύσουν της ουρανίου φλογός υφίστανται μετά χαράς τα πάντα". [106]

Καθώς ένα πρόσωπο αγωνίζεται για την προσωπική γνώση του Θεού, η θυσία για την αγάπη απαιτείται[107]. Πρόκειται για μια κατανόηση του ασκητισμού για την οποία ο π. Νικόλαος (Σαχάρωφ) σημειώνει «Γι' αυτόν [π. Σωφρόνιο], η θεολογία πηγάζει από τη θεωρία και, ως εκ τούτου, η πρώτη προϋποθέτει ασκητική προετοιμασία»[108].

 

1. Η τήρηση των εντολών

Κατά τις τελευταίες στιγμές με τους μαθητές Του ο Χριστός, λίγο πριν την σταύρωση, τονίζει ποια θα είναι η απόδειξη της αγάπης τους προς Αυτόν: «Εάν αγαπάτε με, τας εντολάς τας εμάς τηρήσατε» (Ιωάννης 14,15). Σε όλα τα γραπτά του π. Σωφρόνιου επισημαίνεται ότι η «θυσία της αγάπης» που απαιτείται από τον ασκητισμό είναι κυρίως η τήρηση των εντολών του Χριστού. [109] Ενδιαφέρον είναι το εξής χωρίο: «Δεν υπάρχει άλλη οδός προς τη γνώση αυτή [της βιωθείσας εμπειρίας] παρά η οδός της τηρήσεως όλων εκείνων τα οποία έθεσε ως εντολή ο Χριστός (βλέπε Ματθαίος κη' 20)». Η τήρηση των εντολών δεν είναι μόνο η σφραγίδα της πίστης στο Χριστό, ή η βασική προετοιμασία για την κοινωνία στο Είναι με τον Θεό. Πρωτίστως είναι η αυτοαποκάλυψη του Θεού.[110]  Ως εκ τούτου, οδηγούν τον άνθρωπο «στη μεθόριον» μεταξύ κτιστού και Ακτίστου:

"Αι εντολαί του Χριστού είναι κατά την ουσίαν αυτών αυτοαποκάλυψις Θεού· εκπεφρασμέναι δια γηΐνων λέξεων φαίνονται εις ημάς σχετικαί, αλλά θέτουν εκείνον, όστις τηρεί αυτάς, ως ώφειλεν, εις το μεθόριον μεταξύ του σχετικού και του απολύτου, του πεπερασμένου και του απείρου, του αιτιοκρατουμένου και του αυτεξουσίου".111

Σε αυτό το κατώφλι ο άνθρωπος δύναται να λάβει τη χαρισματική γνώση.112 Αυτό πραγματώνεται όχι εκ της λογικής του ανθρώπου αλλά εξαιτίας της ζωντανής μεταμόρφωσης ως το αποτέλεσμα της τήρησης των εντολών για τον πιστό. «Η πίστη … μάς καλεί στη γνώση των Θείων Μυστηρίων, όχι με τη χρήση της λογικής, αλλά με την παραμονή στις εντολές του Χριστού»113. Η προσωπικότητα του Αγίου Σιλουανού δίδει ένα πρωτότυπο παράδειγμα. Σύμφωνα με τον π. Σωφρόνιο:

"Δι' όλου του είναι αυτού ο Γέρων εμαρτύρει ότι η γνώσις των υψίστων πνευματικών αληθειών έγκειται εις την οδόν της τηρήσεως των ευαγγελικών εντολών και ουχί εις την "θύραθεν παιδείαν". Έζη εν τω Θεώ και άνωθεν[114] ελάμβανε τον φωτισμόν, η δε γνώσις αυτού δεν ήτο η αφηρημένη κατανόησις, αλλ' η υπαρκτική, τουτέστιν αυτή αύτη η ζωή". [115]

Καθίσταται σαφές ότι ο βασικός στόχος της ασκητικής ζωής, προϋπόθεση της χαρισματικής γνώσης, είναι η τήρηση των εντολών του Χριστού. Ο π. Σωφρόνιος το αντιλαμβάνεται αυτό ως γενική αρχή κάθε ασκητικής και γενικότερα εκκλησιαστικής πρακτικής. Στη συνέχεια θα αναλύσουμε τις ιδιαίτερες πτυχές ασκητικής πράξης που ο π. Σωφρόνιος προσδιορίζει.

 

2. Μνήμη θανάτου και φόβος του Θεού

Την αφόρμηση στην ανάλυσή μας από τη μνήμη θανάτου και τον φόβο του Θεού θα τη λάβουμε από τη σειρά, που ακολουθεί ο π. Σωφρόνιος, στο βιβλίο του Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί. Ορίζει τη μνήμη θανάτου:

"Είναι ιδιαιτέρα τις κατάστασις κατά την οποίαν η αιωνιότης κρούει την θύραν της καρδίας του διαμένοντος εν τω σκότει της αμαρτίας ανθρώπου. Τότε το Πνεύμα του Θεού μη γνωστόν εισέτι, ανεξιχνίαστον και κρυπτόμενον, μεταδίδει εις το πνεύμα του ανθρώπου την δυσερμήνευτον θεώρησιν του περιβάλλοντος κόσμου: Άπαν το κτιστόν είναι, εσφραγισμένον απ' αρχής δια της φθοράς, παρουσιάζεται άνευ νοήματος, βεβυθισμένον εις τον γνόφον του θανάτου". [116]

Σκοπός αυτής της κατάστασης είναι να αποσπάσει τον άνθρωπο από τον εφήμερο κτιστό κόσμο καθώς και να αφαιρέσει τις ψευδείς και παράλογες φαντασιώσεις του για τη σταθερότητα - μονιμότητα της φυσικής δημιουργίας. Αυτό αναγκάζει τον άνθρωπο να αντιμετωπίσει κατά πρόσωπο την ανυπαρξία, χωρίς να μπορεί να ξεφύγει απ' αυτήν[117]. Είτε ζει κανείς μια ώρα είτε χίλια έτη ο άνθρωπος που διακατέχεται από τη χάρη της μνήμης του θανάτου αντικρίζει μόνο την ανυπαρξία, που βρίσκεται αναπόφευκτα μπροστά του. Δίπλα στην αιωνιότητα, το εφήμερο ακόμη και χιλιάδων ετών ανθρώπινης ζωής μοιάζει μοναχά σα μια ανάσα. Προκειμένου για τον άνθρωπο που προσκολλάται τόσο μανιωδώς στη αυτοδιαφύλαξή του μετά την πτώση του Αδάμ για να απελευθερωθεί από τα δεσμά του και να ανοίξει τα μάτια του στην αιωνιότητα, ο Θεός δίνει τη χάρη της μνήμης του θανάτου118.

Εάν η μνήμη του θανάτου διδάσκει στον άνθρωπο να βλέπει μέσα στο χρόνο και την αιωνιότητα, να αντιλαμβάνεται τον κτιστό κόσμο και τη θέση του μέσα σε αυτόν ρεαλιστικά, ο φόβος Θεού καθαρίζει από τις αυταπάτες του μεταβλητού και επαναπροσδιορίζει οντολογικώς τη σχέση του ανθρώπου με τον Θεό. Ο π. Σωφρόνιος λέει ότι το πιο σημαντικό είδος φόβου του Θεού είναι «της "φρίκης" να αποδειχθώμεν ανάξιοι του Θεού»119. Αυτό μπορεί να φαίνεται απλό ή ακόμα και παιδαριώδες, αλλά προξενεί τέτοια αλλαγή στην ψυχή του ανθρώπου που ο ίδιος πλέον δεν ανησυχεί για τις επίγειες έγνοιες ούτε μεριμνά για την απόκτηση δόξας από τον συνάνθρωπό του120. Συνέπεια αυτής της συνειδητοποίησης είναι η είσοδος του ανθρώπου στην οδό προς την σοφία (Ψαλμ 111, 10), όπου βιώνει την κατάσταση της κάθαρσης που του επιτρέπει να αντικρίσει τόσο το θάνατο που επέφερε η αμαρτία του όσο και την πλήρη αγιότητα και τελειότητα του Θεού. Αληθινός φόβος Θεού, όπως και πραγματική μνήμη του θανάτου, είναι η χαρισματική εμπειρία της χάριτος, απαραίτητη για τον άνθρωπο να προσεγγίσει τον Τριαδικό Θεό:

Ο φόβος ούτος κατέρχεται εφ' ημάς Άνωθεν. Είναι πνευματική αίσθησις προ παντός του Θεού, ύστερον δε και ημών των ιδίων. Ζώμεν εν καταστάσει φόβου ένεκα της ζώσης παρουσίας του Ζώντος Θεού, έχοντες εν ταυτώ συνείδησιν της ρυπαρότητος ημών… άνευ της καθαρτικής αυτού ενεργείας [του φόβου Θεού] δεν θα αποκαλυφθή εις ημάς η οδός προς την τελείαν αγάπην του Θεού. 121

Το πρώτο στάδιο της πορείας του ανθρώπου προς τον Θεό είναι η αποκόλληση από τον κόσμο και την φανταστική ενατένιση της υπάρξεώς του, δια μέσου της μνήμης του θανάτου και του φόβου του Θεού.

 

3. Μετάνοια

Η μετάνοια είναι μία από τις πλέον σημαντικές πτυχές του ασκητισμού, αν όχι η σημαντικότερη, και θεμέλιό του. 122 Ο π. Σωφρόνιος γράφει στον Δαβίδ Μπάλφουρ ότι μετάνοια είναι «αληθινά η μόνη ορθή αρχή και βάση της πνευματικής ζωής… »123. Αποτελεί, μαζί με την πίστη, μία από τις κυριότερες προϋποθέσεις για τη Θεογνωσία, καθώς, «δια της χάριτος της μετανοίας…., η Αλήθεια εν τη πρωταρχική αυτής αγιότητι μεταδίδεται εις ημάς ως ζωή του Ιδίου του Θεού»124.

O π. Σωφρόνιος δίνει μια εξαιρετική περιγραφή της μετάνοιας:

"Η μετάνοια είναι το Θείον θαύμα δια την αποκατάστασιν ημών μετά την πτώσιν. Η μετάνοια είναι έκχυσις θείας εμπνεύσεως εφ' ημάς, δυνάμει της οποίας ανυψούμεθα προς τον Θεόν, τον Πατέρα ημών, ίνα ζήσωμεν αιωνίως εν τω φωτί της αγάπης αυτού. Δια της μετανοίας συντελείται η θέωσις ημών. Τούτο είναι γεγονός ασυλλήπτου μεγαλείου". 125

Ωστόσο ο άνθρωπος προτού να είναι σε θέση να ανέβει προς τον Θεό, βιώνει μια κατάσταση που παρομοιάζεται με τη κόλαση126, μετά την πτώση του διαστρεβλωμένου εαυτού του, και κατά τη διάρκεια του αγώνα να αποκατασταθεί. Και πάλι όμως βιώνει την κόλαση της αγάπης του Θεού και του πλησίον του, δηλαδή, νοιώθει ανάξιος της κενωτικής αγάπης του Θεού: «Καταυγασθέντες κατ' αρχάς υπό του Φωτός, καθοδηγηθέντες υπό της χειρός του Θεού εις νέαν, άγνωστον μέχρι τότε, και "υψηλήν" οδόν, συναντώμεν δύο μεγαλειώδεις βαθμίδας: Το όνομα της μιας είναι "Άδης μετανοίας", της άλλης δε "Άδης αγάπης"»127.

Η πορευτική διαδικασία δια της μετάνοιας εξηγείται πιο συγκεκριμένα από τον π. Σωφρόνιο.

"Εν τη αρχή της μετανοίας επικρατεί θλίψις, συντόμως όμως διαπιστούμεν ότι διεισδύει εντός ημών ενέργεια νέας ζωής, επιφέρουσα θαυμαστήν αλλοίωσιν του νου. Αυτή καθ' εαυτήν η κίνησις προς μετάνοιαν εμφανίζεται ως ανεύρεσις του Θεού της αγάπης. Ενώπιον του πνεύματος ημών διαγράφεται ευκρινέστερον η απεριγράπτως μεγαλοπρεπής εικών του Πρωτοπλάστου Ανθρώπου. Ατενίζοντες εις το κάλλος τούτο ανακαλύπτομεν οποίαν φοβεράν διαστροφήν υπέστη εν ημίν η πρωταρχική ιδέα του Δημιουργού περί ημών… Η χάρις της μετανοίας αποκαλύπτει εν ημίν την εικόνα του Υιού του Πατρός. Ω, πόσον οδυνηρά είναι η πορεία αυτή!128

Το σημαντικό αγαθό στην πορεία της μετάνοιας είναι ότι επαναφέρει στον άνθρωπο τη δυνατότητα να λάβει το άκτιστο Φως129. Αυτό περισσότερο από οτιδήποτε άλλο αποκαλύπτει την ανάγκη ο άνθρωπος να πορευτεί εντός της προσωπικής κοινωνίας στο Είναι και της Θεογνωσίας. Η οπτασία του φωτός πάντα προηγείται, «η άσκησις της μετανοίας, η καθαίρουσα ημας από των παθών»130. Κατόπιν δίδεται ως δώρο στον άνθρωπο η είσοδος στα μυστήρια του Θεού: «Ουχί άλλως, ει μη δια μετανοίας αφομοιούμεν υπαρκτικώς την Αποκάλυψιν, τίνι τρόπω συνελήφθη ο άνθρωπος εν τη προαιωνίω Βουλή του Τριαδικού Θεού προ καταβολής κόσμου»131. Επίσης, όπως σημειώσαμε, με τη μνήμη του θανάτου και το φόβο Θεού, η μετάνοια οδηγεί στο «μεθόριον» μεταξύ [132] Ακτίστου και κτιστού, όπου κάποιος δύναται να βιώσει υπαρξιακά μια «πρόγευσιν της Θείας παγκοσμιότητος»[133]. Η ανάγκη μετάνοιας ως της θεμελιώδους πτυχής του ασκητισμού, για τη είσοδο στη Θεογνωσία, είναι προφανής: «Η οδός προς την αγίαν θεωρίαν διέρχεται δια της μετανοίας»[134]. Καρπός της μετάνοιας είναι τα δάκρυα.

 

4. Δάκρυα

Τα δάκρυα ο π. Σωφρόνιος τα διακρίνει σε δύο κατηγορίες τα ψυχολογικά και τα πνευματικά. Τα πρώτα είναι μία φυσική κατάσταση του ανθρώπου οφειλόμενα στο συναίσθημα ή την περίσταση. Όταν προέρχονται από παροδικά γεγονότα, όπως είναι η κοινωνική ανέλιξη και καταξίωση, ο πλούτος, η υγεία, κ.λπ., χαρακτηρίζονται ως ντροπιαστικά. Αντίθετα, τα πνευματικά δάκρυα είναι ο καρπός εμπειρίας του Ακτίστου Θεού και ένα δώρο της θείας χάρης. [135] Επιπλέον, συντηρούν την ένταση στη μετάνοια. Τα πνευματικά δάκρυα δεν είναι μία παθητική κατάσταση, αλλά καλλιεργούνται ενεργά. Αποτελούν μία δυναμική έκφραση του ασκητισμού. Αυτή η θεώρηση τους δίδει πρωτεύοντα σημασία στη ζωή του Χριστιανού. «Είναι αφελής όστις νομίζει ότι είναι δυνατόν να ακολουθήση τα ίχνη του Χριστού άνευ δακρύων»[136], και «οι ασκητικοί πατέρες… επιμένουν εις το απαραίτητον των πνευματικών δακρύων, άνευ των οποίων δεν απαλύνεται η εκ των παθών πεπωρωμένη καρδία, η ανίκανος να αγαπήση δια της ευαγγελικής αγάπης»[137]. Αυτή η τολμηρή, θα λέγαμε, δήλωση είναι άκρως περιεκτική από πολλές απόψεις για τη γενιά μας για δύο τουλάχιστον λόγους: α') ο σύγχρονος άνθρωπος θεωρεί ντροπιαστική την εκδήλωση δια δακρύων για οποιοδήποτε λόγο και β') η απουσία τους αποκαλύπτει τη σκληροκαρδία του σύγχρονου Χριστιανού, η οποία πραγματικά εκπληρώνεται στα λόγια του Χριστού ότι «δια το πληθυνθήναι την ανομίαν ψυγήσεται η αγάπη των πολλών» (Ματθαίος 24,12).

Ο άνθρωπος, ο οποίος βιώνει τη χάρη των δακρύων μαζί με τη μνήμη του θανάτου και τη μετάνοια, είναι σε θέση να αντιμετωπίσει το βάρος της αμαρτίας ξεκινώντας τον αγιαστικό αγώνα της κάθαρσης από τα πάθη. Κατά την παράδοση της Εκκλησίας αυτό διατυπώνεται συχνά ως το «δεύτερο βάπτισμα». Στα γραπτά του π. Σωφρόνιου σχετίζεται κυρίως με την κάθαρση που προηγείται της υπαρξιακής κοινωνίας και του φωτισμού από τον Θεό: «Η ψυχή εν τω εντατικώ κλαυθμώ δι' εαυτήν, κατά την δωρεάν του Πνεύματος του Αγίου, εισάγεται οντολογικώς εις την ουσίαν της αμαρτίας η μών… Τούτο δεν είναι φιλοσοφικός στοχασμός, ούτε διανοητική θεολογία. Είναι δεδομένον του είναι ημών…»[138]. Βιώνεται ως αυτό που ο π. Σωφρόνιος αποκαλεί "κατάσταση" στο Είναι, η οποία έρχεται σε αντιπαράθεση με το φιλοσοφική στοχασμό. «Τι συμβαίνει όμως εις τον άνθρωπον, όστις προσφέρει την μετάνοιαν αυτού μετά κλαυθμού; Ζη την Αλήθειαν ουχί ως καρπόν των διαλογισμών αυτού, αλλ' ως κατάστασιν του πνεύματος αυτού, δοθείσαν εις αυτόν υπό του Πνεύματος του Θεού»[139]. Το αποτέλεσμα είναι ο άνθρωπος να οδηγείται μέσω των δακρύων της μετάνοιας στα δάκρυα της αγάπης, να φτάσει στο κατώφλι της υπαρξιακής γνώσης των μυστηρίων του Θεού: «Ο κλαυθμός εξ αγάπης… Διαρρηγνύει τον στενόν κλοιόν της γηΐνης υπάρξεως, εισάγον εις ουρανίους σφαίρας…»[140]. Το αποτέλεσμα των πνευματικών δακρύων και του πένθους είναι ίδια με αυτά που αναφέρθηκαν παραπάνω: προδιαθέτουν και προετοιμάζουν τον άνθρωπο για τη χαρισματική γνώση.

 

5. Ταπείνωση 

Το απόσπασμα που θα παραθέσουμε θα καταδείξει τη θέση που κατέχει η ταπείνωση στην ασκητική διδασκαλία κατά τον π. Σωφρόνιο: «… Οι Χριστιανοί ασκητές συγκεντρώνουν όλες τις δυνάμεις τους, στην προσπάθεια να αποκτήσουν την ταπείνωση εκείνη που ελκύει τη χάρη του Θεού»[141]. Αλλού, για τον Άγιο Σιλουανό, ο π. Σωφρόνιος γράφει, «από του νυν εγνώρισεν εν αληθείς ότι όλος ο αγών οφείλει να κατευθύνηται προς απόκτησιν της ταπεινώσεως»[142]. Είναι σαφές ότι ο π. Σωφρόνιος θεωρεί την ταπείνωση ως ένα ακόμη βασικό θεμέλιο της ασκητικής ζωής και της ζωής της Ορθοδόξου πίστεως γενικότερα.

Εξηγώντας τη μεταμορφωτική δύναμη της ταπείνωσης στη ζωή του ανθρώπου και του κόσμου, ο γέροντας χρησιμοποιεί το παράδειγμα της πυραμίδας. Στην βάση της τοποθετεί το πλήθος των ανθρώπων και της κοινωνίας που καταπιέζονται υπό την κοινωνική ανισότητα, που συντηρείται από την εξουσία και τον πλούτο των κοσμικών ηγεμόνων οι οποίοι καταλαμβάνουν την κορυφή της πυραμίδας. Με την ενσάρκωση του Θεού Λόγου και την πλήρη ταπείνωσή και αυταπάρνησή Του, ερχόμενος ως υπηρέτης όλων έτοιμος να πεθάνει για όλους, η πυραμίδα αντιστρέφεται, «ανεστραμμένης»[143] όπως ο π. Σωφρόνιος την περιγράφει. Αυτή η «ανεστραμμένη πυραμίδα» γίνεται το νέο μοντέλο ύπαρξης. Αυτός που είναι πρώτος, καλείται να γίνει ο έσχατος. Αυτός που θέλει να είναι σπουδαίος πρέπει να γίνει υπηρέτης όλων (Ματθ 20, 16, Μάρκος 8, 35). Η πρακτική της ταπείνωσης αποκτά μέγιστη σημασία καθώς αποτελεί ευαγγελική πρόσταγή. «Η θέωσις ημών τελείται εν άκρα θεοειδή ταπεινώσει»[144].

Ωστόσο, όπως και με τις άλλες πτυχές της ασκητισμού, η ταπείνωση αποτελεί μια απαραίτητη προϋπόθεση για την βίωση της χαρισματικής γνώσης. Ο π. Ζαχαρίας στα γραπτά του για την θεολογία του π. Σωφρόνιου σημειώνει τα εξής: «όταν η ταπεινή αγάπη του Χριστού εισδύσει στην καρδιά, φωτίζει το νου και εμπνέει διπλή θεωρία», και «θα λέγαμε ότι η πληρωματική αυτή γνώση της αρπαγής διέρχεται διαμέσου του Άδη της Θεοεγκαταλείψεως, οπότε ο άνθρωπος ταπεινώνεται μέχρι τέλους»145. Πρόκειται για τη θεοειδή γνώση που αυξάνει διαρκώς για τον άνθρωπο, ο οποίος μένει εντός των πλαισίων της ταπείνωσης. 146

 

6. Προσευχή

Άλλη σημαντική πτυχή της ασκητικής ζωής του Χριστιανού είναι η προσευχή. Χωρίς την προσευχή ο άνθρωπος δε μπορεί να επιτύχει την τελειότητα. Είναι η βασικότερη προϋπόθεση για την κοινωνία του ανθρώπου με τον Θεό. Ο Απόστολος Παύλος τονίζει «αδιαλείπτως προσεύχεσθε» (Θεσσ. Α΄ 5, 17). Ομοίως αποτελεί τη βάση της χαρισματικής γνώσης. Υπάρχουν πάμπολλα παραδείγματα στα γραπτά του π. Σωφρόνιου που μαρτυρούν το μεγαλείο της προσευχής και την αναγκαιότητα της για τη Θεογνωσία. Γράφει, λόγου χάρη:

"Απ' όλα τα πλησιάσματα προς τον Θεό το καλύτερο είναι η προσευχή, που σε τελευταία ανάλυση είναι το μόνο μέσον. Στην πράξη της προσευχής η ανθρώπινη διάνοια βρίσκει την ευγενέστερη έκφρασή της. Η πνευματική κατάσταση του επιστήμονα που ερευνά, του καλλιτέχνη που δημιουργεί έργα τέχνης, του διανοητή που φιλοσοφεί, ακόμα και του επαγγελματία θεολόγου που προβάλλει τις θεωρίες του, ολ' αυτά δεν μπορούν να συγκριθούν με τα πνευματικά βιώματα ενός ανθρώπου της προσευχής που έρχεται πρόσωπο με Πρόσωπο με τον ζωντανό Θεό". 147

Οι άνθρωποι, που δεν προσεύχονται, δεν μπορούν να καταλάβουν την πνευματική σφαίρα που αποκαλύπτεται στο πνεύμα του ανθρώπου μέσω της [148] προσευχής[149]. «Η προσευχή (ενν. Του Χριστιανού) αυτού γίνεται ως αστραπή διασχίζουσα ακαριαίως την οικουμένην απ' άκρου εις άκρον… Η εμπειρία του είδους αυτού [που γεννιέται από αυτήν την προσευχή] αποκαλύπτει εν βραχυτάτη χρονική στιγμή τοιαύτας σφαίρας του Είναι… »[150]. Επιπλέον, είναι «φυσικόν εις την προσευχήν να διαπερνά τους αχανείς χώρους του κοσμικού είναι»[151], διότι, όπως διευκρινίζει ο π. Σωφρόνιος, όταν το Άγιο Πνεύμα αυξάνει την κατανόησή μας, η προσευχή παίρνει κοσμικές διαστάσεις[152]. Το αποτέλεσμα αυτού είναι ότι «[ε]ν παρομοίω προσευχή ο νους ημών περικλείεται εν τω Νοί του Θεού και δέχεται την κατανόησιν πραγμάτων δια τρόπου όστις είναι αδύνατον να εκφρασθή καταλλήλως δια της καθ' ημέραν ημών γλώσσης»[153]. Με την προσευχή εισαγόμαστε στην όντως ύπαρξη και όχι με τη φιλοσοφία ή την φαντασία. [154] Με τον τρόπο αυτό ο πιστός είναι σε θέση «να αφομοιώση την αποκαλυφθεlσαν εις ημάς άναρχον Αλήθειαν»[155].

Η προσευχή αυτού του είδους συνοδεύεται πολλές φορές από οπτασία του Ακτίστου Φωτός[156], η οποία χαρίζει την κατανόηση[157]. Θα μπορούσε να συγκριθεί με τη γνώση ενός τυφλού αν ξαφνικά ήταν σε θέση να αντικρίσει τον κόσμο για την πρώτη φορά. Δεν θα μπορούσε να επεξεργασθεί όλες τις λεπτομέρειες αυτής της καινούριας γνώσης, του χρώματος, του σχήματος, του μεγέθους, της αρμονίας, που ενοποιεί για να παρέχει το νέο όραμα ενώπιόν του. Απλώς θα βίωνε το νέο θέαμα ως άμεση γνώση, κάτι που του ήταν εντελώς αδύνατο προηγουμένως. Κατά τον ίδιο τρόπο η κατάσταση της ζωής του Χριστού μεταδίδεται στον άνθρωπο δια της προσευχής ώστε να κάνει τα πρώτα του βήματα για να γίνει μια πραγματική υπόσταση, ένας πραγματικός άνθρωπος:

"Κατά την υπερτάτην εφικτήν εις την φύσιν ημών έντασιν προσευχής, όταν ο ίδιος ο Θεός προσεύχηται εν ημίν, δίδεται εις τον άνθρωπον θεοπτία υπερκειμένη πάσης εικόνος. Τότε η ανθρωπίνη υπόστασις προσεύχεται προς τον Άναρχον όντως πρόσωπον προς Πρόσωπον. Εν τη συναντήσει ταύτη μετά του Υποστατικού Θεού ενεργοποιείται εν ημίν εκείνο, όπερ εν αρχή υπήρχε μόνον δυνάμει, η υπόστασις". [158]

Με την προσευχή επιτυγχάνεται η αιώνια πραγματικότητα. Είναι εμφανές ότι η προσευχή συνδέεται με τις προαναφερθείσες πτυχές της ασκητισμού.

Πάνω απ' όλα τα είδη προσευχής ο π. Σωφρόνιος έχει κατά νου κυρίως μια μορφή· την ησυχαστική ή καθαρή προσευχή. Σημειώνει: «Η θεωρία είναι υπόθεση όχι λεκτικών τύπων αλλά ζωντανής πείρας· στην καθαρή προσευχή ο Πατέρας, ο Υιός και το Πνεύμα φαίνονται στην συνυποστατική τους ενότητα»159. Εάν η καθαρή προσευχή προσφέρει εμπειρικά την οπτασία περί της Αγίας Τριάδος, πώς μπορεί να εκτιμηθεί η σημασία της ησυχαστικής προσευχής ως θεμελιώδους προϋπόθεσης της χαρισματικής γνώσης; Η ίδια η φύση της προσευχής μέσα από την βίωση της μετάνοιας διεισδύει στη σφαίρα πέρα από την ανθρώπινη σοφία160.

Ο π. Σωφρόνιος περιγράφει τη διαδικασία αυτή με τα εξής λόγια:

"Ο νους παύει να διασκορπίζεται: Γίνεται όλος προσοχή. Η καρδία δε έρχεται εις κατάστασιν, την οποίαν δυσκόλως δυνάμεθα να περιγράψωμεν. Είναι αυτή πλήρης φόβου, αλλά ευλαβούς φόβου, ζωοποιού. Τότε ο άνθρωπος αναπνέει μετά συστολής: Ο Θεός οράται και εντός και εκτός· πληροί τα πάντα". 161 162

Ο καρπός της εμπειρίας αυτής, της καθαρή προσευχής, δίνει στον ασκητή την αυθεντική θεωρία[163]. Ελευθερώνει τον άνθρωπο από το «της γοητείας των "φασμάτων της αληθείας"» η οποία με πολύ ευκολία μολύνει τον διασκορπισμένο ανθρώπινο νου[164]. Από την χωρίς εικόνες προσευχή φτάνει κανείς στην αυθεντική θεολογία. Αυτό επιβεβαιώνεται στην περιγραφή της φράσης του Αγίου Σιλουανού (και άλλων Αγίων Πατέρων) από τον π. Σωφρόνιο: «Εάν είσαι θεολόγος, προσεύχεσαι καθαρώς. Εάν προσεύχεσαι καθαρώς, τότε είσαι θεολόγος»[165]. Η αναγκαιότητα της προσευχής, και ιδιαίτερα της καθαρής προσευχής, ως ασκητική προϋπόθεση της χαρισματικής γνώσης δεν θα μπορούσε να καταστεί σαφέστερη[166].

 

7. Αγάπη

Το τελευταίο γνώρισμα της ασκητικής ζωής είναι η αγάπη. Για τον π. Σωφρόνιο, «το ύστατον τέλος της Χριστιανικής ασκήσεως είναι η απόκτησις της αγάπης ταύτης»[167]. Ο Ν. Κόϊος σχολιάζοντας αυτήν την πτυχή της θεολογίας του γέροντα γράφει: «Η μετοχή στην θεία αγάπη ταυτίζεται με την Γνώση του Θεού. Το σύνολο των ασκητικών αγώνων έχει ως στόχο την μετοχή σε αυτήν την αγάπη»[168]. Η κοινωνία με τον Θεό εν τη αγάπη συνιστά την όντως Θεογνωσία και βιώνεται ως Θεογνωσία. Περαιτέρω ο γέροντας διευκρινίζει το "πώς;” της αποκτήσης αυτής της προσωπικής, υπαρξιακής κοινωνίας του ανθρώπου με τον Θεό στο Είναι. Είναι στην φύση της αγάπης να ενώνει, να ενώνει το αντικείμενο της αγάπης με αυτόν που το αγαπά. Η αγάπη, ευρισκόμενη στο επίκεντρο των εντολών του ευαγγελίου[169] (Α΄ Ιωάν. δ΄ 8), παρέχει τις οντολογικές προϋποθέσεις της θείας επιγνώσεως:

Όταν όμως γίνεται λόγος για την αυθεντική γνώση του Θείου κόσμου, τότε είναι απαραίτητο να συγκαταβεί ο Θεός ως την υπαρκτική ένωση μαζί μας. Η εντολή "αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της ισχύος σου" (Μάρκος 12,30) είναι η οδός προς τη γνώση αυτή, γιατί είναι χαρακτηριστικό στην αγάπη να ενώνεται στην ίδια την πράξη της ζωής. [170]

Αυτός ο "δρόμος προς τη γνώση" εξελίσσεται από θεία αγάπη σε γνώση του Θεού και στη συνέχεια στην αυτογνωσία. [171] Το περιεχόμενο αυτής της αγάπης γίνεται επίγνωση της θεωρίας του Θεού, θείο φως, θεία αγάπη. «Η κατάστασις της θέας είναι το φως της αγάπης του Θεού, και τη επενεργεία της αγάπης αυτής γεννώνται εν τη ψυχή νέα αισθήματα και νέαι σκέψεις περί Θεού και κόσμου»[172]. Από αυτήν οδηγείται κανείς «εις αβύσσους και ύψη απρόσιτα εις οιονδήποτε άλλον άνθρωπον… Ρίπτει αυτόν πολλάκις εις απερίγραπτον απειρότητα».

«Ημείς αγαπώμεν αυτόν, ότι αυτός πρώτος ηγάπησεν ημάς» (Α΄ Ιωάν. δ'4: 19). Σύμφωνα με τον π. Σωφρόνιο το μοντέλο του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου απεικονίζει τη διαδικασία μέσω της οποίας ο άνθρωπος γίνεται κοινωνός της αγάπης και της γνώσης του Θεού: «Όταν το Πνεύμα το Άγιον μεταδίδη εις η μας την αγάπην του Χριστού "αγαπάτε τους εχθρούς υμών", τότε ο νους - πνεύμα ηδύνεται υπό της Αληθείας της αγάπης ταύτης… [Γ]νωρίζομεν δι' όλης της υπάρξεως ημών ότι αυτή είναι η αιώνιος Αλήθεια»[173]. Από εκεί και πέρα στην καρδιά του πιστού γεννάται η αγάπη, και εκεί «θεωρεί το Είναι εν τω Φωτί της Θείας Αγάπης»174.

Είναι επίσης αξιομνημόνευτο ότι για τον π. Σωφρόνιο τα τελικά κριτήρια του βαθμού και της ακρίβειας στη Θεογνωσία είναι η αγάπη και κυρίως αυτή που εκφράζεται προς τον εχθρό. Παραθέτει ο γέροντας τα λόγια του Αγίου Σιλουανού: «Ο μακάριος Γέρων Σιλουανός έλεγεν: "Όστις δεν αγαπά τους εχθρούς, ούτος δεν εγνώρισεν εισέτι τον Θεόν ως οφείλει να γνωρίζη Αυτόν"»175.

Ο π. Ζαχαρίας συνοψίζει: «Κατ' αυτόν τον τρόπο η αγάπη προς τους εχθρούς αποβαίνει το απλανές κριτήριο της παρουσίας του Αγίου Πνεύματος και της αληθινής θεοκοινωνίας σε δύο επίπεδα: α) στο προσωπικό επίπεδο και β) στο εκκλησιολογικό η δογματικό επίπεδο»176.

Κλείνοντας θα καταθέσουμε την αιτιολόγηση γιατί τόσο συχνά ο π. Σωφρόνιος αναφέρεται στην αγάπη:

"Επαναλαμβάνομεν συνεχώς την λέξιν "Αγάπη", αλλ' εν αυτή περικλείεται οντολογικώς και η υπερκόσμιος σοφία, και το άπειρον εν τη ιδιαζούση αυτώ άκρα ταπεινώσει μεγαλείον, το τα πάντα υπερέχον κάλλος, και η βαθεία ειρήνη. Επισκεπτόμενος ο Θεός τον άνθρωπον, δι' αυτού τούτου του γεγονότος, καθιστά αυτόν κοινωνόν του απεριγράπτου δι' ανθρωπίνων λόγων Είναι αυτού. 177

Καθίσταται σαφής η αναγκαιότητα της πίστης στο Χριστό και της ζωντανής έκφρασής της, δηλαδή της ασκητικής ζωής της Εκκλησίας, ως προϋπόθεση για χαρισματική γνώση. Στο επόμενο κεφάλαιο θα εξετάσουμε με μεγαλύτερη σαφήνεια το περιεχόμενο της πίστης ως της υπέρτατης έκφρασης της αρθρωτής χαρισματικής γνώσης· τα δόγματα της Εκκλησίας. Αυτό είναι απαραίτητο για να κατανοήσουμε την διάκριση της γνώσης σε χαρισματική και φιλοσοφική, καθώς και τις επιπτώσεις της, σύμφωνα με την άποψη του π. Σωφρονίου, περί της ακαδημαϊκής θεολογίας. 178

 

Σημειώσεις:


101. Βλέπε Νικολάου Γ. Κόϊου, Θεολογία και εμπειρία κατά τον Γέροντα Σωφρόνιο, σελ. 71.

102. Ο π. Σωφρόνιος απέφυγε τη χρήση όρων όπως κάθαρσις, φωτισμός και θέωσις. Ανταυτού προτιμά να κάνει λόγο για τις περιόδους της επίσκεψης και της εγκατάλειψης της χάριτος. Αναλυτικότερα βλέπε, Αρχιμ. Ζαχαρία (Ζάχαρου), The Enlargement of the Heart: "Be ye also enlarged" (2 Corinthians 6:13) in the Theology of Saint Silouan the Athonite and Elder Sophrony of Essex, South Caanan, Pa, 2006, σελ. 53-54. Παράβαλλε Το βιβλίο του ιδίου, Remember Thy First Love (Revelation 2:4-5): The Three Stages of the Spiritual Life in the Theology of Elder Sophrony, South Caanan, Pa, 2010.

103. Αρχιμ. Ζαχαρία (Ζάχαρου), The Enlargement of the Heart, σελ. 135, 189, του ιδίου, The Hidden Man of the Heart (1 Peter 3:4): The Cultivation of the Heart in Orthodox Christian Anthropology, South Caanan, Pa, 2008, σελ. 36, 60, 63, και του ιδίου, Remember Thy First Love, σελ. 402, 414.

104. π. Andrew Louth, Maximos the Confessor, London, 1996, σελ. 38-41. Παράβαλλε Χρυσοστόμου Σταμούλη, «Επίψαυσις αιωνιότητος. Η γοητεία της ζωγραφικής και η ατελεύτητος δημιουργία της προσευχής», σελ. 390, «άσκηση της αγάπης».

105. Ο π. Σωφρόνιος αποδεικνύει ότι η αγάπη ως ένα θετικό χαρακτηριστικό του Ορθόδοξου ασκητισμού διαφοροποιείται από αυτήν του δυτικού Χριστιανισμού ή της μη Χριστιανικής Ανατολής: «Όπου δεν υπάρχει αγάπη, εκεί δεν υπάρχουν δάκρυα, έστω και εάν ο ασκητικός αγών λαμβάνει ακραίαν μορφήν: εντατικόν διαλογισμόν, παρατεταμένην νηστείαν, αυστηράς συνθήκας ζωής εν απομονώσει εκ του λοιπού κόσμου. Πολλά τοιαύτα παραδείγματα συναντώμεν και εις … Χριστιανικήν Δύσιν και εις την μη Χριστιανικήν Ανατολήν», Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 82(53). Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τις διαφορές μεταξύ Ορθοδόξου ασκητισμού και του μη Χριστιανικού ασκητισμού της Ανατολής, βλ: Περί προσευχής, σελ. 189(169).

106. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 141(90), και σελ. 273(177).

107. Βλέπε Ιερομον. Νικολάου Σαχάρωφ, Αγαπώ άρα υπάρχω, σελ. 36-37(26).

108. Ιερομον. Νικολάου Σαχάρωφ, Αγαπώ άρα υπάρχω, σελ. 78(57), και σελ. 84(62): «Έτσι, θα μπορούσαμε να ορίσουμε την ασκητική πρακτική ως τη ζώσα προετοιμασία για την αναδοχή της θεογνωσίας, η επίτευξη της οποίας αποτελεί προϋπόθεση της αληθούς θεολογίας. »

109. Βλέπε Περί προσευχής, σελ. 206(84), «Ο Κύριος Ιησούς είναι η απόλυτος οντολογική Αλήθεια. Δεν είναι δυνατόν να γνωρίση τις την Αλήθειαν ταύτην άλλως, ει μη ακολουθών την μέθοδον την οποίαν Αυτός ο ίδιος συνέστησεν: "Εάν υμείς μείνητε εν τω λόγω τω Εμώ, αληθώς μαθηταί Μου εστε, και γνώσεσθε την αλήθειαν…" (Ιωάννης 8,31)». Παράβαλλε άσκηση και θεωρία, σελ. 117.

110. Άσκηση και θεωρία, σελ. 124-25. Βλέπε Ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, σελ. 339(215), Άσκηση και θεωρία, σελ. 17, Αρχιμ. Ζαχαρία (Ζάχαρου), Αναφορά στη θεολογία του Γέροντος Σωφρονίου, σελ. 96(71), Γεωργίου Μαντζαρίδη, «Η μετοχή στην ενέργεια του Θεού ως όρος πραγματώσεως της υποστατικής αρχής στον άνθρωπο», Πρακτικά διορθόδοξου Επιστημονικού Συνεδρίου: Γέροντας Σωφρόνιος ο θεολόγος του Ακτίστου Φωτός, Ιερά Μεγίστη Μονή Βατοπαιδίου, Άγιον Όρος, 2008, σελ. 250.

111. Βλέπε Δημητρίου Τσελεγγίδη, Η Σημασία του δόγματος στους διαλόγους, σελ. 13, «Για να γίνει όμως ο άνθρωπος μέτοχος της άκτιστης δόξας "εν αισθήσει", οφείλει να τηρεί όλες τις εντολές του Θεού, εκφράζοντας με τον τρόπο αυτό πρακτικώς την αγάπη του προς τον Θεό. Τήρηση των εντολών σημαίνει απόλυτη συμφωνία μεταξύ μας, αφού τότε έχουμε ένα και το αυτό φρόνημα, που είναι το φρόνημα του Θεού, όπως εκφράζεται στο θέλημά του. Με τον πρακτικό αυτό τρόπο γινόμαστε ένα Πνεύμα με τον Θεό, "το έν φρονούντες"».

112. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 112(72), 233(149), 403-4 (228-29). Παράβαλλε Δημητρίου Τσελεγγίδη, Ορθόδοξη θεολογία και ζωή, σελ. 233, «Ο ίδιος ο Χριστός έθεσε ως προϋπόθεση της θεοφάνειας και θεοπτίας, αλλά και της ενοίκησης του Τριαδικού Θεού στον άνθρωπο, την αγαπητική πράξη της τηρήσεως των εντολών του Θεού».

113. Βλέπε Δημητρίου Τσελεγγίδη, Ορθόδοξη θεολογία και ζωή, σελ. 233, «Η πράξη, που συνδέεται άρρηκτα με την σωματική άσκηση και την κάθαρση των παθών, είναι το θεμέλιο της θεωρίας θεοπτίας, και με τον τρόπο αυτό γίνεται ο θεοδίδακτος τρόπος του απλανώς θεολογείν».

114. Άσκηση και θεωρία, σελ. 118. Παράβαλλε Αρχιμ. Αρσενίου (Adnan) Dahdal, Η θεολογική γνωσιολογία στον π. Σωφρόνιο Σαχάρωφ, σελ. 32. Στη σελ. 34 σημειώνει: «Όταν ο πιστός πορεύεται την οδό των εντολών του Χριστού, τότε ό,τιδήποτε ακατανόητο για την λογική μας, γίνεται με την Χάρη του Θεού κατανοητό, διότι δεν υπάρχει πια μέρος για το σκοτάδι, αφού το Φως το αληθινό φωτίζει την διάνοια και την άγνοιά μας… ».

115. Ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, σελ. 139(110).

116. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 156(99). Παράβαλλε Αγώνας Θεογνωσίας, σελ. 66-67 και Αρχιμ. Ζαχαρία (Ζάχαρου), Αναφορά στη θεολογία του Γέροντος Σωφρονίου, σελ. 112(87).

117. Για ένα ενδιαφέρον άρθρο για την σχέση της μνήμης θανάτου και της σημασίας του κτίστου κόσμου, βλέπε Χρυσοστόμου Σταμούλη, «Επίψαυσις αιωνιότητος. Η γοητεία της ζωγραφικής και η ατελεύτητος δημιουργία της προσευχής», σελ. 369-390.

118. Βλέπε Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 24(16).

119. Βλέπε Περί προσευχής, σελ. 114(75).

120. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 29(19).

121. Βλέπε Περί Πνεύματος και Ζωής, σελ. 81(59).

122. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 33, 34(21,22). Παράβαλλε Αγώνας Θεογνωσίας, σελ. 121, 98 και Περί προσευχής, σελ. 80(54-55).

123. Βλέπε Περί πνεύματος και ζωής, σελ. 33-34(25).

124. Αγώνας Θεογνωσίας, σελ. 70.

125. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 404(229). Βλέπε Αρχιμ. Ζαχαρία (Ζάχαρου), «Το άκτιστο φως στη ζωή και τη διδασκαλία του Γέροντος Σωφρονίου», Πρακτικά διορθόδοξου Επιστημονικού Συνεδρίου: Γέροντας Σωφρόνιος ο θεολόγος του Ακτίστου Φωτός. Σελ. 297: «Η δεύτερη απαραίτητη προϋπόθεση είναι η μετάνοια. ». Παράβαλλε Δημητρίου Τσελεγγίδη, Ορθόδοξη θεολογία και ζωή, σελ. 232. «Η χαρισματική θεολογία μπορεί να παρέχεται αυθεντικά μόνον από όσους πέρασαν στη θεοπτία ή το λιγότερο από όσους ανήκουν στη βαθμίδα της καθάρσεως από τα πάθη».

126. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 46(30). Παράβαλλε Γεωργίου Μαντζαρίδη, «Η μετοχή στην ενέργεια του Θεού ως όρος πραγματώσεως της υποστατικής αρχής στον άνθρωπο», σελ. 249.

127. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 54(35). Παράβαλλε Αρχιμ. Ζαχαρία (Ζάχαρου), Αναφορά στη θεολογία του Γέροντος Σωφρονίου, σελ. 241-42(179).

128. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 54-55(35-36).

129. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 71(46), 60(39). Παράβαλλε Αρχιμ. Ζαχαρία (Ζάχαρου), Αναφορά στη θεολογία του Γέροντος Σωφρονίου, σελ. 64(49).

130. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 94(60), «Δια του θρήνου της μετανοίας αποκαθίσταται η εκ της αμαρτίας αποκτανθείσα ικανότης ημών να προσλάβωμεν το εκ του Θεού… Εκπορευόμενον Άκτιστον Φως». Παράβαλλε Περί πνεύματος και ζωής, σελ. 36(26), Αρχιμ. Ζαχαρία (Ζάχαρου), Αναφορά στη θεολογία του Γέροντος Σωφρονίου, σελ. 265-66(195) και Αρχιμ. Αρσενίου (Adnan) Dahdal, Η θεολογική γνωσιολογία στον π. Σωφρόνιο Σαχάρωφ, σελ. 37.

131. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 259(168).

132. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 66-67(43). Παράβαλλε Αρχιμ. Ζαχαρία (Ζάχαρου), Αναφορά στη θεολογία του Γέροντος Σωφρονίου, σελ. 84(62).

133. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 138(88).

134. Περί προσευχής, σελ. 161(148). Βλέπε Αρχιμ. Ζαχαρία (Ζάχαρου), Αναφορά στη θεολογία του Γέροντος Σωφρονίου, σελ. 79(59) και Ιερομον. Νικολάου (Σαχάρωφ), Αγαπώ άρα υπάρχω, σελ. 84(61-62).

135. Βλέπε Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 75(49), 77(50), 85(55).

136. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 76(49).

137. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 85(55). Βλέπε Αρχιμ. Ζαχαρία (Ζάχαρου), Αναφορά στη θεολογία του Γέροντος Σωφρονίου, σελ. 116, 117(84), «Τα δάκρυα που γεννά το βαθύ αυτό κλάμα της μετάνοιας… Είναι και η πιο κατάλληλη προετοιμασία και προδιάθεση του πνεύματος του ανθρώπου, για να καταξιωθεί του Ακτίστου Φωτός». Παράβαλλε όπου πριν, σελ. 118-19(87).

138. Περί προσευχής, σελ. 247(114, 115).

139. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 404(229) και σελ. 404(229), «Η "κατάστασις" αυτή είναι γεγονός του Είναι, εκ του οποίου και αυτή αύτη η σκέψις ημών συλλαμβάνει δια του ιδιάζοντος εις αυτήν τρόπου την έννοιαν της Αληθείας».

140. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 83(54). Παράβαλλε Αρχιμ. Ζαχαρία (Ζάχαρου), Αναφορά στη θεολογία του Γέροντος Σωφρονίου, σελ. 113(84).

141. Το μυστήριο της Χριστιανικής ζωής, σελ. 225.

142. Ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, σελ. 52(43).

143. Βλέπε Αρχιμ. Ζαχαρία (Ζάχαρου), Αναφορά στη θεολογία του Γέροντος Σωφρονίου, σελ. 72-74 (54­55) και Γεωργίου Γαλίτη, «Ο παλαιός και ο καινός Αδάμ στη θεολογία του Γέροντος Σωφρονίου», Πρακτικά διορθόδοξου Επιστημονικού Συνεδρίου: Γέροντας Σωφρόνιος ο θεολόγος του Ακτίστου Φωτός, Ιερά Μεγίστη Μονή Βατοπαιδίου, Άγιον Όρος 2008.

144. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 103(67).

145. Αρχιμ. Ζαχαρία (Ζάχαρου), Αναφορά στη θεολογία του Γέροντος Σωφρονίου, σελ. 77(58).

146. Αρχιμ. Ζαχαρία (Ζάχαρου), Αναφορά στη θεολογία του Γέροντος Σωφρονίου, σελ. 168(123)

147. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 121(79).

148. Η ζωή Του ζωή μου, σελ. 75.

149. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 121(78-79).

150. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 157(100).

151. Περί προσευχής, σελ. 109(71).

152. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 182(113).

153. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 401-2(227). Παράβαλλε Αρχιμ. Ζαχαρία (Ζάχαρου), Αναφορά στη θεολογία του Γέροντος Σωφρονίου, σελ. 325(242).

154. Περί προσευχής, σελ. 72(49).

155. Περί προσευχής, σελ. 250(117).

156. Βλέπε Περί προσευχής, σελ. 140(134) & 151 -52(143), Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 270(175): «Αι εμφανίσεις του Ακτίστου Φωτός δεν είναι τοσούτον σπάνιαι, ως τινες νομίζουν».

157. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 267(173).

158. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 301(195). Παράβαλλε Αρχιμ. Ζαχαρία (Ζάχαρου), Αναφορά στη θεολογία του Γέροντος Σωφρονίου, σελ. 66(50).

159. Βλέπε Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 93(59).

160. Η ζωή Του ζωή μου, σελ. 36.

161. Βλέπε Περί προσευχής, σελ. 156(146), Περί πνεύματος και ζωής, σελ. 85(62), Αρχιμ. Αρσενίου (Adnan) Dahdal, Η θεολογική γνωσιολογία στον π. Σωφρόνιο Σαχάρωφ, σελ. 29, και Αρχιμ. Ζαχαρία (Ζάχαρου), Αναφορά στη θεολογία του Γέροντος Σωφρονίου, σελ. 34-35(25-26).

162. Περί προσευχής, σελ 169(154). Βλέπε Περί πνεύματος και ζωής, σελ. 65(48), 81(59).

163. Βλέπε Ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, σελ. 184(143).

164. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 49(32), Αρχιμ. Ζαχαρία (Ζάχαρου),Αναφορά στη θεολογία του Γέροντος Σωφρονίου, σελ. 227(168).

165. Ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, σελ. 178(138). Βλέπε Αρχιμ. Ζαχαρία (Ζάχαρου), Αναφορά στη θεολογία του Γέροντος Σωφρονίου, σελ. 326(242).

166. Ο π. Σωφρόνιος προειδοποιεί όσους επιδιώκουν τη γνώση του Θεού μέσα στον κόσμο της ακαδημαϊκής θεολογίας: «Η καθαρή προσευχή δε δίνεται σε όσους μελετούν πολύ. Υπό την έννοια αυτή, η οδός της θεολογικής επιστήμης δεν είναι καθόλου αποτελεσματική, και σπάνια οδηγεί στην καθαρά προσευχή,», Περί πνεύματος και ζωής, σελ. 55(40). Αντίθετα είναι καλύτερα κάποιος να επικεντρώνει την ακαδημαϊκή του καριέρα στην αύξηση της πίστης και της γνώσης που προέρχεται απ' αυτήν και να επιμελείται δια αυτής της πίστης την εντονότερη βίωση της ασκητικής ζωής.

167. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 79(52).

168. Νικολάου Γ. Κόϊου, Θεολογία και εμπειρία κατά τον Γέροντα Σωφρόνιο, σελ. 61. Βλέπε Η ζωή Του ζωή μου, σελ. 59: «Προικισμένος με αγάπη, ο άνθρωπος αισθάνεται συνδεδεμένος με τον αγαπημένο του Θεό. Με αυτό το σύνδεσμο γνωρίζει τον Θεό, και έτσι αγάπη και γνώση γίνονται μια ενέργεια». Παράβαλλε άσκηση και θεωρία, σελ. 131, Αρχιμ. Αρσενίου (Adnan) Dahdal, Η θεολογική γνωσιολογία στον π. Σωφρόνιο Σαχάρωφ, σελ. 34 και Αρχιμ. Ζαχαρία (Ζάχαρου), Αναφορά στη θεολογία του Γέροντος Σωφρονίου, σελ. 170(124).

169. Βλέπε άσκηση και θεωρία, σελ. 117, «Ο Θεός είναι Αγάπη, και δεν είναι δυνατόν να γνωρισθεί και να θεωρηθεί παρά μόνο με την αγάπη και μέσα στην αγάπη». Παράβαλλε Αρχιμ. Αρσενίου (Adnan) Dahdal, Η θεολογική γνωσιολογία στον π. Σωφρόνιο Σαχάρωφ, σελ. 71 και Αρχιμ. Ζαχαρία (Ζάχαρου), Αναφορά στη θεολογία του Γέροντος Σωφρονίου, σελ. 347(258).

170. Το μυστήριο της Χριστιανικής ζωής, σελ. 202. Βλέπε όπου πριν, σελ. 205, Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 91(58), 321(206), Η ζωή Του ζωή μου, σελ. 59, και Ιερομον. Νικολάου (Σαχάρωφ), Αγαπώ άρα υπάρχω, σελ. 63(45).

171. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 66(43).

172. Ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, σελ. 192(149).

173. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 81(53). Παράβαλλε Ιερομον. Νικολάου (Σαχάρωφ), «Ο μοναχικός βίος κατά τον Γέροντα Σωφρόνιο», Πρακτικά διορθόδοξου Επιστημονικού Συνεδρίου: Γέροντας Σωφρόνιος ο Θεολόγος του Ακτίστου Φωτός, σελ. 95.

174. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 411-412(234). Παράβαλλε Αρχιμ. Ζαχαρία (Ζάχαρου), Αναφορά στη θεολογία του Γέροντος Σωφρονίου, σελ. 75(56): «Η αγάπη δεν είναι φυσικό ιδίωμα του "ψυχικού" ανθρώπου, αλλά το οντολογικό περιεχόμενο της μακαρίας Ζωής των θείων υποστάσεων».

175. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 273(177). Βλέπε όπου πριν, σελ. 306(198).

176. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 411(233).

177. Αρχιμ. Ζαχαρία (Ζάχαρου), Αναφορά στη θεολογία του Γέροντος Σωφρονίου, σελ. 348(259).

178. Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σελ. 80(52).