Τρίτη 30 Μαρτίου 2021

Μικρή ἐπιστολιμαῖα πραγματεία περί νοερᾶς προσευχῆς


  

Επιστολή
Αγαπητόν τέκνον εν Χριστώ Ν.,
χαίρετε εν Κυρίω.
Έλαβα την επιστολή σου και χάρηκα ιδιαιτέρως για τις ερωτήσεις σου και το ενδιαφέρον σου περί νοεράς προσευχής.
Θα προσπαθήσω να σου απαντήσω, εκ πείρας μου απ’ όσα εγεύτηκα ο ίδιος, όσα χρόνια αξιώθηκα στην υπακοήν και καθοδήγησιν του αγίου μου Γέροντα Ιωσήφ και όσα άλλα χρόνια ασκήτευα μόνος μου, αλλά και με συνοδεία κατόπιν μοναχών.
α) Ρωτάς αν η νερά προσευχή είναι για όλους τους χριστιανούς ή μόνο για τους μοναχούς.
Απ’ ό, τι γράφουν οι άγιοι πατέρες , αλλά και από την πείρα ως πνευματικός, λέγομεν ότι η νοερά προσευχή είναι για όλους τους χριστιανούς. Όχι όμως εννοώ και για τους αιρετικούς. Ακόμα πιο χειρότερα για τους αλλόθρησκους. Να εξηγήσω και το γιατί.

Ο άνθρωπος πριν βαπτιστεί, με την παράβασιν του Αδάμ έδιωξεν από μέσα του την χάριν. Η χάρις ξανάρχεται μέσα μας με το άγιο βάπτισμα. Αλλά πώς είναι δυνατόν χωρίς Την χάριν του βαπτίσματος να βρης μέσα σου τον Θεόν;
Όμως και η μέθοδος που μεταχειρίζονται οι αλλόθρησκοι είναι πλανεμένη.
Επέρασεν πρόσφατα ένας δικός μας ( Έλληνας) από την Γερμανία. Εζήτησε να μιλήσουμε για την νοεράν προσευχήν. Τον εδέχτηκα. Μου λέει:
– Είμαι κι εγώ πάτερ μυστικιστής, σαν κι εσάς.
– Βρε λέω˙ εσύ μυστικισμόν; Και πού τον έμαθες;
– Είμαι χρόνια τώρα στην Γερμανία. Εκεί εγνώρισα κι άλλες θρησκείες. Έχουν κι αυτοί πολλά παρόμοια μ’ εμάς. Εκείνο που μου άρεσε πιο πολύ, αυτοσυγκεντρώνονται στην προσευχή. Και το σπουδαίο, έρχονται σε εκστάσεις και θεωρίες, όπως τον Απ. Παύλον.
– Βρε, λέω, μακρυά˙ μη πιστεύεις ˙ είναι πλανεμένοι.
– Όχι, πάτερ, αφού κι εγώ ασχολήθηκα κι έχω ο ίδιος πείραν.
Όχι ότι επείστηκα, αλλά από περιέργειαν ερώτησα:
– Για πες μου, τι αυτοσυγκέντρωσις είναι τούτη που κάμνεις;
– Κάθομαι κάτω με τα πόδια σταυρωτά και γυρίζω το κεφάλι στον ουρανόν. Εδώ κατάλαβα ότι τον ίδιον Θεόν πιστεύουμεν όλος ο κόσμος. Οι Ινδουιστές παρακαλούν τον Θεόν τους˙ οι βουδιστές το ίδιο. Εμείς μπορούμε να παρακαλούμε τον Χριστό.
– Και πώς παρακαλάτε, αν επιτρέπεται;
– Α, λέει, εδώ είναι το μυστικό. Εσείς δεν το ξέρετε. Φαντάζεσαι με τον νου σου, ότι πετάς μέχρι τους ουρανούς. Ότι βλέπεις αγγέλους να πετούν. Βλέπεις χρυσά παλάτια, φώτα, λάμψιν κλπ. Και τέλος βλέπεις τον Χριστόν ολόφωτον, να κάθεται σ’ ένα πύρινο θρόνο. Συγκεντρώνουμε όλη μας την προσοχή σ’ αυτά που φανταζόμαστε .
– Βρε ,πλανεμένε, του λέω˙ εσύ μ’ αυτά θα χάσης και το μυαλό σου˙ έτσι προσεύχονται;
– Ε, στάσου να θαυμάσης, και τότε να κατηγοράς. Αφού βιάσουμε την φαντασία μας όσο μπορούμε, ωπ˙ βγαίνουμε απ’ αυτήν τη σφαίρα. Κατόπιν, αυτά όλα που φανταζόμασταν, τώρα τα βλέπουμε. Ξέρεις τί θα πη να βλέπης τον Χριστόν , τους αγγέλους, τους αγίους και πολλά άλλα θαυμαστά!
Του λέω:
– Θέλεις παιδί μου να με ακούσης; Παράτα τα όλα αυτά, για να μην χάσης και το μυαλό σου. Εμείς για να βρούμε τον Χριστό μέσα μας, κλείνομεν όλες τες πόρτες της φαντασίας. Με την φαντασίαν ανοίγεις όλες τις πόρτες του σατανά. Διαβάζεις Αγίαν Γραφήν; Πιστεύεις ότι έχει εξουσίαν να παρουσιαστή σαν άγγελος φωτός ή ακόμα και σαν αυτόν τον Χριστόν;
– Μα δεν πιστεύεις; Σας είπα˙ εμείς βλέπουμε τον Χριστό με τα μάτια. Όχι στον ύπνον. Ακόμα και τον Βούδα μια φορά είδα. Είναι μεγάλος, αλλά όχι σαν τον Χριστό.
Τον λυπήθηκα ˙ του λέω:
– Ρε παιδί μου, κρίμα˙ σε κοροϊδεύει ο σατανάς. Θα χάσης και την πίστι σου.
– Όχι, όχι , πάτερ δεν σε πιστεύω. Δεν συμφωνούμε.
Έφυγε και ακόμα μονολογούσε: «Όχι, δεν συμφωνώ. Ο Θεός δεν είναι μονοπώλιο στους καλογήρους», και άλλα. Ακούεις τέκνον πόσες πλάνες και πόσοι κίνδυνοι υπάρχουν;
Λοιπόν, αγαπητέ, λέγομεν ότι ο Χριστιανός όταν βαπτιστεί βάζει μέσα του την θείαν χάριν˙ βάζει μέσα του τον Χριστόν. όμως με την αμαρτίαν , τον διώχνει πάλιν έξω. Χριστός και αμαρτία πράματα αντίθετα.
Γι’ αυτό είναι αδύνατο να βρούμε μέσα μας τον Θεόν, όσον στέκει μπροστά σαν τοίχος η αμαρτία. Όμως, ευτυχώς, η Εκκλησία έχει το κατάλληλο φάρμακο, για να πέση αυτός ο τοίχος. Αυτό είναι μετάνοια και εξομολόγησις.
΄Ερχονται πολλοί και ενδιαφέρονται για νοεράν προσευχήν. Εμείς πρώτα λέγομεν: «Εξομολογήθηκες καμιάν φοράν; Κοινωνάς; Ζεις χριστιανικά;», κλπ. Αν πη ναι, τότε προχωρούμε. Αν όχι, μη χάνουμε λόγια άδικα.
Πρώτα, λοιπόν, τέκνον, βάζομεν αρχήν με την μετάνοιαν και την εξομολόγησιν. Κατόπιν ακολουθούμεν την συμβουλήν ενός κατάλληλου δασκάλου της νοεράς προσευχής.
Τώρα, για την ερώτησι, αν μπορούν οι κοσμικοί να λένε νοεράν προσευχήν, λέγομεν ότι: Μπορούν να λένε την ευχήν, ασχέτως πόσο θα προοδέψουν. Έχουμεν εξαιρέσεις κοσμικών , που προχώρησαν πιο πολύ από εμάς τους μοναχούς. Όμως αυτές είναι εξαιρέσεις.
Άλλωστε, αν ήταν εύκολο μέσα στον κόσμο, δεν ήταν ανάγκη να βγούμε στα μοναστήρια και στα βουνά. Στο ευαγγέλιο λέει ο Χριστός στην Μάρθαν: «Μεριμνάς και τυρβάζη περί πολλά».
Οι κοσμικοί είναι όπως η Μάρθα. Όσοι ζουν χριστιανικά, υπηρετούν τον Χριστόν,  αλλά πιο πολύ στα υλικά. Ο γνήσιος μοναχός , είναι όπως η Μαρία, που κάθεται στα πόδια του. Απολαμβάνει την δόξαν του. Γίνεται φίλος με τον Χριστόν, όπως ο Λάζαρος, και σαν φίλος έχει και τα μέσα. Έχει θάρρος να ζητήση ό,τι θέλει.
Έχουμεν όμως και περιπτώσεις κοσμικών, που μοιάζουν πιο πολύ με την Μαρίαν, αλλά και μοναχούς που δεν μοιάζουν ούτε και της Μάρθας.
Εξομολογώ ανδρόγυνο από την Θεσσαλονίκη . Έχουν τέτοιαν ακρίβειαν που τους εθαύμασα. Το σπίτι τους μοιάζει σαν μοναστήρι. Η γυναίκα όλο στο σπίτι. Βγαίνει έξω, μόνο για ψώνια και ό,τι άλλο απαραίτητο. Έχουν τρία παιδιά. Μόλις φύγουν τα παιδιά στο σχολείο και ο άνδρας για δουλειά, κάθεται μια-δυό ώρες και λέγει ευχήν. Κατόπιν σηκώνεται. Αρχίζει δουλειές του σπιτιού και εν τω μεταξύ η ευχή, σαν μηχανή, δουλεύει ασταμάτητα ,πότε με το στόμα , πότε με τον νουν.
Ο άνδρας, μόλις γυρίσει από την δουλειάν ,αμέσως θ’ αλλάξη και θα πάη για προσευχή και μελέτη.
Αυτήν την τάξιν, εσυνήθισαν και τα παιδιά τους. Άκου τι έγραφε τις προάλλες η μάνα: «Τα παιδιά μας έμαθαν να λένε την ευχήν και στο σχολείο. Όταν γυρίζουν από το σχολείο, εγώ έχω τελειωμένες και τις δουλειές και το φαγητό. Κάθομαι ξανά στο προσευχητάρι. Τα παιδιά με περιέργεια: «Τι κάνεις εκεί μαμά;». «Προσεύχομαι στον Χριστούλη για να μας φυλάει». «Μαμά, μπορούμε κι εμείς να προσευχόμαστε μαζί σου;». «Βεβαίως, παιδιά μου. Ο Χριστούλης σας αγαπά και θέλει να μιλάτε μαζί του». Έτσι λοιπόν, κάναμε συνήθεια και το μεσημέρι προσευχόμαστε όλοι μαζί δεκαπέντε-είκοσι λεπτά και ύστερα τρώμε.
Όταν το βράδυ γυρίσει και ο μπαμπάς, καθόμαστε όλοι μαζί. Άλλοτε διαβάζουμε μαζί βιβλία της εκκλησίας, άλλοτε τους διηγούμαι ιστορίες από κανένα βιβλίο που διάβασα.
Κάποτε μας τυχαίνει κανένας ξένος και μας χαλά λίγο την σειρά ˙ ωστόσο οι πιο πολλοί , μας έμαθαν και είτε έρχονται για ν’ ακούσουν καμιά ωφέλιμη κουβέντα, είτε πάνε σε άλλους φίλους τους, που ταιριάζουν στα φρονήματα.
Την νύχτα, όσος χρόνος περισσέψει, τον χρησιμοποιούμε για προσευχή και μελέτην.
Την Κυριακή, όλοι οικογενειακώς θα εκκλησιαστούμε και θα κοινωνήσουμε. Με την χάριν του Κυρίου και τα παιδιά μας, προσαρμόστηκαν και μας ακολουθούν χωρίς προβλήματα. Παρ’ όλον ότι οι φίλοι τους στο σχολείο δεν νηστεύουν, όμως ευτυχώς δεν παρασύρονται».
Τελειώνοντας , γράφει αυτή η χαριτωμένη γυναίκα:
«Κατ’ αυτόν τον τρόπον κυλά η ζωή μας. Αν και έχουμε πολλούς πειρασμούς από τον φθόνον του εχθρού, όμως αισθανόμαστε ότι στο σπίτι μας βασιλεύει ο Χριστός και είμαστε πολύ χαρούμενοι κι ευτυχισμένοι».
Να , τέκνον ,ένα παράδειγμα από μέσα στον κόσμον, για να εννοήσης , ότι ο Θεός δεν είναι προσωπολήπτης . Δίνει την χάριν του παντού. Όμως για να φθάση ένας σε μεγάλα μέτρα, είναι πολύ δύσκολο μέσα στον κόσμον…

Εσύ ζης μέσα στον κόσμο. Στο σπίτι, στην υπηρεσία σου, να είσαι συνεπής και τυπικός με όλους. Απόφευγε όσους μπορούν να σε βλάψουν. Πρόσεχε μόνο μη δείχνης μπροστά τους ιδιαίτερη φιλία με άλλους. Θα το προσέξουν και θα βρης τον μπελά σου.
Γράφεις , ότι μέσα σου αισθάνεσαι κάποτε ένα πόνο στο στήθος, που σου φέρνει στενοχώριαν και πνιγμό. Αυτό, παιδί μου, να το προσέξης πολύ. Άλος πόνος είναι από την δίψαν της προσευχής. Άλος προέρχεται από κάποιο δικαίωμα και από ακαταστασίαν.
Επρόσεξες αν καμμιά φορά αργήσης να φας, πώς η κοιλιά σου διαμαρτύρεται και πονά; Το ίδιο και η ψυχή , για όσους την συνήθισαν στην πνευματικήν τροφήν. Εγώ, αυτό το παθαίνω πολύ συχνά. Αν τύχουν μέριμνες και αναποδιές και δεν συγκεντρωθώ στην κανονική μου ώρα στην προσευχή, η καρδιά μου αισθάνεται τόσον πόνον, τόση δίψα, ώστε να υποφέρω χωρίς να με πειράξη κανένας . Αναγκαστικά τρέχω στο δωμάτιο. Σκύβω το κεφάλι στην καρδιά˙ ακριβώς εκεί που πονά. Κρατώ την αναπνοή μου όσον αντέχω, λέγοντας λαίμαργα συνέχεια την ευχή. Και 100 και 200 φορές μπορώ να πω σε μιαν εισπνοή…
… Είπαμεν όμως, ότι έχουμε και ένα άλλο είδος πόνου. Αυτό είναι της ακαταστασίας και του πειρασμού. Θα το προσέξης αυτό, αν σου τύχει από απροσεξίαν ή και δαιμονικήν συνέργειαν, να στεναχωρέσης κάποιον αδελφόν. Μόλις αυτός μέσα του τα βάζει μαζί σου, αμέσως μέσα στο στήθος σου αισθάνεσαι έναν πόνο ανακατεμένο με σύγχυση και ταραχή. Αν έχεις άδικο τρέξε αμέσως, βάλε μετάνοια, ζήτα συγνώμη. Μαλάκωσε του άλλου την καρδιά, αν θέλης να μαλακώση ο Θεός και την δική σου.
Κάποτε ενώ έχουμε και το δίκαιο με το μέρος μας, ο άλλος νομίζει ότι φταίμε. Ακόμα και σ’ αυτήν την περίπτωσι , συμμετέχουμε από την δαιμονικήν ακαταστασίαν του άλλου. Και πάλι θα βάλουμε μετάνοια. Θέλουμε δεν θέλουμε, θα πάρουμε πάνω μας το σφάλμα, αν θέλουμε να γαληνέψη η ψυχή μας. Ο Θεός φυλάξη μην τύχη κανένας δαιμονισμένος να τα βάλη μαζί μας. Εκεί πρέπει να είσαι πολύ δυνατός να τα βγάλης πέρα…
… Ύστερα απ’ όσα σου έγραψα γι’ αυτό το θέμα, εξέτασε μόνος σου τον εαυτό σου και θα βρης από πού προέρχεται κάθε πόνος μέσα σου. Μόνο πρόσεχε. Να κλείεσαι όσο μπορείς στον εαυτό σου, για να μη δίνης δικαίωμα σε κανέναν.
Ερωτάς γιατί εγώ συστήνω να λέγης όρθια την ευχήν, ενώ γράφει στα πατερικά, ότι καλύτερα γίνεται συγκέντρωσις καθιστά σ’ ένα σκαμνάκι.
Το σκαμνάκι καλό είναι˙ όμως δεν είναι για σένα. Ούτε και για μένα ακόμα που κοντεύω να γεράσω. Παρατηρώ, όταν κάμνω όρθιος προσευχή , η ευχή τρέχει γρήγορα και καθαρά. Φέρνει κατάνυξι, δάκρυα, θεωρία και άλλα που δεν μπορείς τώρα να καταλάβης. Πολλές φορές ,τόση ευωδία βγαίνει από το στήθος, όπου και το κελλί ακόμα μοσχοβολάει. Το ίδιο συμβαίνει και στον Γέροντα Αρσένιον. Είδες αυτό το Γεροντάκι; Να ‘ξερες τι χάριν έχει! Πολλές φορές σε τέτοιαν ηλικίαν, τόσο μεγάλη γλυκύτητα αισθάνεται σαν προσεύχεται και τόσην ευωδίαν, ώστε ξεχνιέται όρθιος ώρες ολόκληρες. Το αντίθετο συμβαίνει με τον π. Πρόδρομο. Ας είναι νέος, όταν κουραστή από την ορθοστασία, θολώνει το μυαλό του…
… Γράφεις, ότι λέγεις την ευχήν κάμποσην ώραν προφορικά. Όμως σου συμβαίνει κάτι σαν ενδοστρέφεια. Σε τραβά να κλείσης το στόμα, να λέγης μέσα σου με τον νουν. Αυτό είναι σημάδι μικρής προόδου. Όταν φωνάξουμε πολλήν ώραν με το στόμα, βάζοντας βία για να κατανοήσωμεν τα λεγόμενα, σιγά-σιγά μπαίνει η ευχή στην καρδιά˙ έρχεται αυτή η ενδοστρέφεια˙ πνίγεται ο λαιμός˙ δεν μπορεί να μιλήση το στόμα. Εν τω μεταξύ σφίγγουμε τον νουν˙ κρατούμε όσο αντέχουμεν την αναπνοήν και λέμε όσο μπορούμε πιο καθαρά την ευχήν. Αν μπορούσες να κατορθώσης την καθαράν προσευχήν και ν’ αποκτήσης εκείνα τα γλυκά δάκρυα που πηγάζουν κατόπιν αβίαστα, τότε θα σου ‘λεγα και πάρα κάτω…

Από το βιβλίο: «Ιωσήφ Μ.Δ.
ΠΑΠΑΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΔΙΟΝΥΣΙΑΤΗΣ
Ο απλοϊκός ηγούμενος και διδάσκαλος
της νοεράς προσευχής»
Δ΄ΕΚΔΟΣΙΣ 

http://agiosmgefiras.blogspot.gr/2014/05/blog-post_6659.html

Χειρόγραφο ἀνωνύμου ἡσυχαστοῦ, 1851: Πότε μᾶς ἐπισκέπτεται μυστικά στήν προσευχή ἡ Ἁγία Τριάς, πότε ἡ Παναγία καί πότε οἱ Ἅγιοι;


 

ΑΠΟ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΟ ΤΟΥ 1851
ΤΗΣ Ι.Μ. ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ
****
ΑΝΩΝΥΜΟΥ ΗΣΥΧΑΣΤΟΥ
ΝΗΠΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ, 2001, σελ. 98–103*
Λόγος έβδομος
Περί του πότε επισκέπτεται η Θεία Χάρις εκείνον που προσεύχεται νοερά στον Θεό απ΄ την καρδιά του και ποια είναι τα πνευματικά σημάδια αυτής της επισκέψεως.
Ευλόγησον πάτερ

Όταν λοιπόν αγαπητέ προσεύχεσαι νοερά από το βάθος του εαυτού σου για πολύ, να ξέρεις ότι  κάποια θεία επίσκεψη σε επισκέπτεται αοράτως για αγιασμό της ψυχής σου και για παρηγοριά της καρδιάς σου και για θεία στήριξη όλων των ψυχικών και σωματικών σου αισθήσεων.
Έτσι άλλοτε σε επισκέπτεται η Χάρις της Αγίας Τριάδος και τούτο το καταλαβαίνεις διότι,  όταν στο όνομα της Αγίας Τριάδος λέμε «Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος» τότε εξίσου:
·     χαίρεται η ψυχή,
·     γλυκαίνεται η διάνοια,
·     αναβλύζει από την καρδιά η κατάνυξη σαν από πηγή
·     και τα μάτια σου χύνουν θερμότατα δάκρυα.
Τότε έχουμε επίσκεψη της Αγίας Τριάδος.
 
Άλλοτε πάλι σε επισκέπτεται ιλαρά η Χάρη του Θεού και Πατρός. Αυτό το καταλαβαίνεις διότι στο όνομα του Θεού και Πατρός αισθάνεσαι κατάνυξη περισσότερη και γλυκαίνεται το πνεύμα σου περισσότερο απ΄ότι στο όνομα του Υιού και του Αγίου Πνεύματος.
Άλλοτε πάλι και μάλιστα τις περισσότερες φορές σε επισκέπτεται ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός. Τούτο το καταλαβαίνεις, γιατί στο γλυκύτατο όνομά Του και σε όλα τα θεία μυστήρια αισθάνεσαι περισσότερη κατάνυξη και ηδύτητα παρά στο όνομα του Πατρός και του Αγίου Πνεύματος.
Έτσι τότε λέγεται επίσκεψις του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.
 
Ἀλλοτε πάλι, όταν προσεύχεσαι νοερά από τα βάθη της καρδιάς σου σε επισκέπτεται το Άγιο Πνεύμα και πετά ολόγυρά σου σαν καθαρή περιστερά. Τούτο δε το αντιλαμβάνεσαι, διότι στο όνομα του Αγίου Πνεύματος αισθάνεσαι περισσότερη κατάνυξη και γλυκύτητα παρά στο όνομα του Πατρός και του Υιού.
Έτσι έχουμε τότε  επίσκεψη του Αγίου Πνεύματος.
 
[….] Όχι ότι η Αγία Τριάδα δεν είναι ομοούσιος -άπαγε της βλασφημίας- αλλά δεν έχεις κατάνυξη μήτε γλυκαίνεσαι εξίσου κάποιες φορές. Διότι όταν προσεύχεσαι στην Αγία Τριάδα δεν ενατενίζεις εσύ με τους πνευματικούς σου οφθαλμούς εξίσου με την ίδια θερμότητα καρδιάς στη μία ουσία, στη μία φύση, στη μία δύναμη της Αγίας Τριάδος μήτε επικαλείσαι από το βάθος της καρδιάς σου με την ίδια ευλάβεια τα τρία ονόματα της Αγίας Τριάδας, γι΄αυτό δεν κατανύσεσαι το ίδιο.
Πρέπει  λοιπόν όταν προσφέρεις στην Αγία Τριάδα τη δέηση και την προσκύνησή σου να την προσφέρεις με ίση άκρα τιμή και στα τρία ονόματα, με ίση άκρα ευλάβεια και με ίση άκρα θερμότητα καρδιάς, διότι έτσι γλυκαίνεσαι εξίσου. […]
Όταν εσύ ενατενίζεις νοερά με άκρα ευλάβεια στον Πατέρα τότε φωτίζεσαι από τον Πατέρα, γι΄αυτό κατανύσεσαι στο όνομα του Πατρός. Όταν ενατενίζεις με την ίδια ευλάβεια και στον Υιό τότε φωτίζεσαι από τον Υιό γι΄αυτό τότε κατανύσεσαι στο όνομα του Υιού. Το ίδιο ισχύει και με το Άγιο Πνεύμα. Επομένως αν θέλεις να κατανύσεσαι εξίσου και στα τρία πρόσωπα της Αγίας Τριάδος πρέπει να ευλαβείσαι εξίσου την Αγία Τριάδα, να ευλαβείσαι εξίσου να σέβεσαι εξίσου.
Άλλοτε πάλι, όταν προσεύχεσαι νοερά από την καρδιά σου για πολύ σε επισκέπτεται ιλαρά η Αγία Θεοτόκος. Αυτό δε το καταλαβαίνεις διότι σαν ποτάμι σε πλημμυρίζει η κατάνυξη από τα θεία ονόματα της Παναγίας μας, από τα θεία και άγια της λόγια, από τα θεία της θαύματα.
Τότε έχουμε επίσκεψη της Παναγίας.
 
Άλλοτε πάλι όταν προσεύχεσαι νοερά από το βάθος του εαυτού σου στον Άγιο, του οποίου τον βίο διαβάζεις και στοχάζεσαι τη χάρη του, χύνεις θερμότατα δάκρυα, διότι σε επισκέπτεται η χάρη του ως συναγωνιστή με εκείνον και ως φίλο του Κυρίου. Τότε, όταν προσεύχεσαι νοερά από το κέντρο του βάθους του εαυτού σου σε επισκέπτονται αοράτως και ιλαρώς όλοι οι άγιοι εκείνοι των οποίων επικαλείσαι τα ονόματα με θερμότητα καρδιάς, γι΄αυτό αγάλλεται η ψυχή σου και αλλοιώνεται η καρδιά σου στη χάρη τους.
Άλλοτε πάλι όταν προσεύχεσαι με τον ίδιο τρόπο σου γίνεται άνωθεν  από τη θεία  Χάρη κάποια μυστική επίσκεψη, Η οποία δεν μπορείς να καταλάβεις από ποιον Άγιο ήταν. Και ότι έγινε κάποια θεία επίσκεψη στην ψυχή σου εκείνη την ημέρα το καταλαβαίνει μόνο η ψυχή σου από κάποια πνευματικά και νοερά σημεία που έγιναν και γίνονται, τα οποία η γλώσσα δεν έχει τη δύναμη να τα ρητορεύσει.
Τότε έχουμε επίσκεψη κάποιου Αγίου.
 
Όμως, αν ήταν η επίσκεψη του Θεού η των Αγίων ή της Παναγίας δεν μπορείς αμέσως να το καταλάβεις. Αν όμως στοχαστείς τη θεία αυτή επίσκεψη με συντετριμμένη καρδιά, με πεντακάθαρο κι αθόλωτο (διαυγή) νου, με διάνοια σε εγρήγορση κι αν δεηθείς μυστικά, θερμά και ταπεινά εκείνος που σου έκανε τη θεία επίσκεψη θα σου φανερωθεί και θα σου αποκαλυφθεί με κάποια φανερά σημάδια!
Η δε αποκάλυψη της μυστικής επίσκεψης γίνεται με τον εξής τρόπο: Παρακαλώντας εσύ τον αγνοούμενο και αγνώριστο ευεργέτη σου αρχίζεις πρώτα από τον Θεό να τον παρακαλείς και να τον δοξολογείς. Και εάν μεν η επίσκεψη είναι του ίδιου του Θεού, μέσα στη διάνοιά σου φαίνεται το όνομα του Θεού γλυκύ σαν καμιά σταλαγματιά μέλι, η οποία στάζει αρρήτως στην καρδιά με την ίδια γλυκύτητα. Η δε καρδιά στάζει μυστικά στην ψυχή κάποια δάκρυα ουράνια, δάκρυα πνευματικά, δάκρυα ζαχαρωτά. Ομοίως σταλάζουν και οι οφθαλμοί στο πρόσωπο δάκρυα όμοια με αυτά τα μ ε λ ι ρ ρ υ τ ο κ α ρ δ ι ο σ τ ά λ α χ τ α και με τα   ζ α χ α ρ ο ψ υ χ ο σ τ ά λ α χ τ α  και με  τα  γ λ υ κ ο δ ι α ν ο ι ο σ τ ά λ α χ τ α  δάκρυα.
Ως εκ τούτου εκείνη την ώρα ακτινοβολεί το πρόσωπο από τη νοητή ακτίνα της πνευματικής χαράς. «Καρδίας γαρ ευφραινομένης θάλλει πρόσωπον». (Όταν ευφραίνεται η καρδιά ανθίζει το πρόσωπο).
Από αυτά τα σημεία λοιπόν γνωρίζεις ότι η επίσκεψη ήταν της Χάριτος  του Θεού. Διαφορετικά αν δεν γίνεται κάτι τέτοιο στο όνομα του Θεού τότε η επίσκεψις ήταν άλλου Αγίου.

Έτσι παρακαλείς πάλι μυστικά στη διάνοιά σου και θερμά στην καρδιά σου όλους τους αγίους αρχίζοντας από την Παναγία και περνώντας σε όλα τα τάγματα των Αγίων. Παρακαλώντας δε και μελετώντας τα τάγματα των αγίων, αν φθάσει η διάνοιά σου στο τάγμα εκείνου του αγίου που σου έκανε τη μυστική επίσκεψη, αμέσως σου έρχεται μία πνευματική παρηγορία και κάποια φανερά σημάδια, από τα οποία πληροφορείσαι ότι κάπου εκεί κοντά είναι ο φίλος σου άγιος που σε επισκέφτηκε.

Τότε δέεσαι πάλι στον άγιο που τον γνωρίζεις από τον βίο και τα θαύματά του και λέγοντας μόνο το όνομά του γίνεται φανερός από τη ζωηρότερη ενέργεια και από τα σημαντικότερα σημεία της αυτομάτου κατανύξεως και της πνευματικής θερμότητας.
Διότι εκείνη την ημέρα και μόνο να ακούσεις το όνομα του αγίου που σε επισκέφτηκε ή να σκεφτείς τα θαύματά του ή μόνο με την ενθύμησή του κατανύσεσαι πότε στην καρδιά σου, πότε στα μάτια σου και πότε σου έρχεται ζήλος πνευματικός να  μιμηθείς τον άγιο στις πράξεις και τις αρετές.
Αφού όμως περάσει εκείνη η ημέρα φεύγει από σένα εκείνη η χάρη …”.
——————————————————————
*Σταχυολόγημα, ελαφρά διασκευασμένο και προσαρμοσμένο στη νεοελληνική
——————————————————————————————————–

 

Ἡ ὠφέλεια τῆς νοερᾶς προσευχῆς


Η ωφέλεια της νοεράς προσευχής

«Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με τον αμαρτωλόν»

Επέρασαν χρόνια πολλά και από την απροσεξία του νοός μου η ψυχή μου εγέμισε από αμαρτωλές συγκαταθέσεις πονηρών λογισμών, από φαντασίες, προλήψεις και πολλές άλλες επιθυμίες. Ο νους που είναι το φως της ψυχής εσκοτίσθη και η εικόνα της ψυχής μου εμολύνθη «ει ουν τοι φως το εν σοι σκότος εστί, το σκότος πόσον;» (Ματθ. στ’ 23).

Η άβυσσος της ψυχής τώρα δεν ελέγχεται εύκολα. Οι αναθυμιάσεις και η δυσωδία που εξέρχεται εξ’ αυτής προκαλούν θλίψιν, ακηδίαν και πνευματικήν αναιμία.

«Εκ γάρ της καρδίας εξέρχονται διαλογισμοί πονηροί, φόνοι, μοιχείαι, πορνείαι, κλοπαί, ψευδομαρτυρίαι, βλασφημίαι. Ταυτά έστι τα κοινούντα (=μολύνοντα) το άνθρωπον» (Ματθ. ιε’ 19).

Δια της ευχής όμως αρχίζει η αντίστροφος μέτρησις. Ο ιός της κακίας αποδιώκεται, οι συγκαταθέσεις περιορίζονται και το φως του νοός χαροποιεί τη ψυχή και ελέγχονται όλες οι κινήσεις αυτής.

Όταν λειτουργή η ευχή διακόπτεται κάθε πονηρός λογισμός και καταπαύει ο ψυχόλεθρος μετεωρισμός που διασκορπίζει εις τους δρόμους τον θησαυρόν τη ψυχής. Τότε η ψυχή μνημονεύει το γλυκύτατον του Κυρίου Όνομα. Τούτο γίνεται δια την ψυχήν πηγή πάσης χαράς και ευχαριστίας και δοξολογίας και αναβρύει θεία νοήματα τα οποία καθαρίζουν την συνείδησιν.
Γίνεται επομένως η ευχή το μοναδικόν της ψυχής ίαμα και δύναται η ψυχή να «αιχμαλωτίζη παν νόημα εις υπακοήν του Χριστού» (Β΄Κορ. Ι’ 6).

Πόσον αδικούμε την ψυχήν μας όταν αδιαφορούμε δια την λειτουργίαν της ευχής! Αφού η ευχή είναι ο μεγαλύτερος πλούτος της ψυχής, διατί η ψυχή να ευρίσκεται εις αυτήν την πνευματικήν πτωχείαν; Διατί να γίνεται καταγώγιον των πονηρών λογισμών; Διατί να αισθάνεται θλίψιν και πόνον και ταραχήν και ακηδίαν, αφού είναι εικόνα του Επουρανίου Βασιλέως; Διατί να κρύπτεται εντός αυτής ο πονηρός διάβολος και να κινή όλα τα νοήματα και τις δυνάμεις αυτής;

Η ωραιότητα της ψυχής εξαρτάται από την καθαρότητα αυτής, «πάσα η δόξα της θυγατρός του βασιλέως έσωθεν» (Ψαλ. 44,14). Η ευχή είναι ο καλύτερος φύλακας του οίκου της ψυχής και ο ασφαλέστερος χορηγός των θείων χαρισμάτων αυτής. Το γλυκύτατον του Κυρίου όνομα είναι η αρχή κάθε χαρίσματος και κάθε ευλογίας. Ο Κύριος είναι «η οδός και η αλήθεια και η ζωή (Ιωαν ιδ.’6) και «ο άρτος ο εκ του ουρανού καταβάς» (Ιωαν. στ’ 58).

Είναι δυνατόν η ψυχή που ακολουθεί πιστά τον Κύριον να εκτραπή εκ της ευθείας οδού και να ευρεθή εις τα σκοτεινά και δαιδαλώδη της αμαρτίας καταγώγια; Και πως είναι δυνατόν αυτός που γεύεται τον ουράνιον άρτον να μην αποστρέφεται τα ηδονικά διανοήματα και παρασκευάσματα;

Διατί λοιπόν ψυχή μου αμελείς δια το ωφελιμώτατον τούτο έργον; Διατί αδιαφορείς δι’ αυτόν τον ουράνιον πλούτον; Διατί δεν μεριμνάς δια την σωτηρίαν σου;

Δεν γνωρίζω εάν υπάρχη καλύτερος τρόπος να αισθανθή κανείς την αιωνιότητα από την νοερά προσευχή. Δι’ αυτής ο νους απλώνεται παντού και η καρδιά γεύεται αισθητά τις καταστάσεις εις τις οποίες αναβιβάζεται δια του νοός. Δι’ αυτής γίνεται θεωρός πολλών θεωρημάτων και σιωπηλά και με πολλή ταπείνωση παρακολουθεί ότι ο Θεός αποστέλλει εις την ψυχήν κατά την καθαρότητα αυτής. Δι’ αυτής η ψυχή αισθάνεται την παρουσία του Θεού, ζη εν Θεώ και απολαμβάνει τις δωρεές της αισθήσεως αυτής.

Άρα η λειτουργία της ευχής, Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με, καλύπτει τα πάντα, και όταν αυτή λειτουργεί εις την καρδίαν, η ψυχή δεν έχει καμίαν άλλην ανάγκην, διότι ζη εν Θεώ και αναπαύεται εις την θεωρίαν αυτού.

Η γνησιότης των του νοός αναβάσεων προσυπογράφεται από την πηγή των δακρύων.

* * *

Μερικές φορές η ψυχή μου κρύβει μέσα της πολλή αγάπη και θέλω να την στείλω και δεν γνωρίζω που να την στείλω. Και τότε την απευθύνω εις την Μανούλα μου, την Παναγία και την παρακαλώ αυτή να παρηγορήσει όποιον υποφέρει και βασανίζεται, όποιον τον πικραίνουν οι αυταρχικοί χαρακτήρες, όποιον φλέγουν τα πάθη.

Η αγάπη προς την Παναγία μας είναι κάτι το πολύ τρυφερό και άγιο. Δεν μπορείς να σκεφθής την Παναγία μας και να μη πλημμυρίσεις από συναισθήματα ιερά και άγια.

Η αγάπη προς την Παναγία μας διαπορθμεύει την ψυχή μας εις τον μέλλοντα αιώνα, δεν είναι εκ του κόσμου τούτου. Είναι κάτι που δεν εκφράζεται, αλλά σε κάνει να σκιρτάς από χαρά προς αυτή που είναι η κιβωτός της σωτηρίας και ταμείον των χαρισμάτων του Αγίου Πνεύματος.

Υπεραγία Θεοτόκε, βοήθει μοι

Χοϊκή χειρ, μ. Αγιορείτου

Εκδόσεις “Ορθόδοξος Κυψέλη” Θεσσαλονίκη 

http://www.impantokratoros.gr/833307CA.el.aspx

Ἅγιος Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης – Οἱ κίνδυνοι τῆς τυποποίησης τῆς νοερᾶς προσευχῆς


 

 Οἱ κίνδυνοι τῆς τυποποίησης τῆς νοερᾶς προσευχῆς Ὁ Γέροντας εἶπε ὅτι κάποιος μοναχὸς «ἔπαθε» ἀπὸ τὸ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με» καὶ τώρα θέλει νὰ φύγει ἀπὸ τὸ μοναστήρι. 

 Σημείωση:
Ὁ Γέροντας πολλὲς φορὲς ἔλεγε ὅτι ἡ νοερὰ προσευχή, τὸ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με» δὲν διδάσκεται σωστὰ ἀπὸ μερικούς. Διότι ρίχνουν τὸ βάρος στὴν ἐπανάληψη καὶ στὴν ποσότητα καὶ ὄχι στὸ πνεῦμα τῆς ταπεινώσεως καὶ τῆς αἰτήσεως τοῦ ἐλέους τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι πειράζονται ἀπὸ τὸ κακὸ πνεῦμα καὶ παθαίνουν. 
Μὲ τὸν τρόπο ποὺ ἐνεργοῦν, δηλαδὴ μὲ τὴν γρήγορη ἐπανάληψη καὶ τὴν ἀρίθμηση τῆς ποσότητος τῶν ἐπαναλήψεων, μηχανοποιοῦν τὴν προσευχὴ καὶ ἀπὸ προσωπικὴ ἐπικοινωνία μὲ τὸν Θεὸ τὴν κάνουν ἀνθρώπινο κατόρθωμα. Τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι ὅτι τελικὰ δὲν ζητοῦν τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ τὴν ἐπίτευξη ἑνὸς δικοῦ τους κατορθώματος. Αὐτὸ ἐνέχει μέσα του ἕναν ἀνθρωποκεντρισμό, μία ἀδιαφορία γιὰ τὸν Θεὸ καὶ μία βαρύτητα στὸ ἀνθρώπινο ἔργο, δηλαδὴ κάτι ἀντίθετο μὲ τὰ λόγια τοῦ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με». 
Ἡ περίπτωση θυμίζει τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ: «Ὁ λαὸς αὐτὸς μὲ τὰ χείλη του μὲ τιμᾶ (ἐδῶ: ζητάει τὸ ἔλεός μου), ἀλλὰ ἡ καρδία του πολὺ ἀπέχει ἀπὸ ἐμένα». 
Ἀφοῦ λοιπὸν ἀπέχει ἡ καρδία τους ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ τὸ ἔλεός Του, ἔρχεται τὸ πονηρὸ πνεῦμα καὶ τοὺς δείχνει φῶτα καὶ τοὺς πλανᾶ καὶ παθαίνουν ψυχικά. 
(βλ. καὶ τὸ σχετικὸ γράμμα τοῦ Γ. Παϊσίου ποὺ δημοσιεύεται στὸ βιβλίο τοῦ Κων. Γιαννιτσιώτη, «Κοντὰ στὸ Γέροντα Πορφύριο, ἕνα πνευματικοπαίδι του θυμᾶται», σελ. 69).
Μιὰ μέρα ἦρθε στὸν Γέροντα ἕνας πατέρας μὲ τὸν γυιό του, φοιτητὴ πανεπιστημιακῆς σχολῆς, ὁ ὁποῖος ἐνθουσιάστηκε ἀπὸ ὅσα ἄκουσε γιὰ τὴν νοερὰ προσευχὴ καὶ τὰ ἀποτελέσματά της καὶ ἄφησε τὶς σπουδές του καὶ πῆγε στὸ Ἅγιον Ὄρος γιὰ νὰ κάνει κτῆμα του τὴν νοερὰ προσευχή, δηλαδὴ τὴν δύναμή της, ἀλλὰ ἐπλανήθη, διότι ἡ δύναμις τῆς προσευχῆς δὲν χαρίζεται ἀπὸ τὸν Θεὸ σὲ ἐκεῖνον ποὺ τὴν ἐπιδιώκει, ἀλλὰ σὲ ἐκεῖνον ποὺ δὲν τὴν ἐπιζητᾶ.
Γι’ αὐτό, τὸ πονηρὸ πνεῦμα κατέλαβε τὴν ψυχὴ τοῦ νέου αὐτοῦ, ποὺ ἐπιζητοῦσε τὴν δύναμη καὶ ὄχι τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ, καὶ τὸν κατέστησε ψυχοπαθή.
Ἐπιστρέφοντας ἀπὸ τὸ Ἅγιον Ὄρος ἕνας φίλος μοῦ ἔδωσε ἕνα σημείωμα μὲ ὁδηγίες γιὰ τὴν νοερὰ προσευχή, ποὺ τοῦ εἶχαν δώσει ἐκεῖ. Τὸ σημείωμα ἔγραφε ὅτι πρέπει νὰ λέμε τὸ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με» 100 φορὲς τὸ λεπτό, δηλαδὴ σχεδὸν δύο φορὲς τὸ δευτερόλεπτο. Αὐτὸ προϋπέθετε ὅτι θὰ λέγαμε τὸ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ» τόσο γρήγορα ὥστε νὰ τρῶμε τὶς λέξεις. Αὐτὸ καθιστᾶ μηχανικὴ τὴν ἐπανάληψη τῆς εὐχῆς καὶ ἀσφαλῶς δὲν εἶναι σύμφωνο μὲ τὸ προσευχητικὸ πνεῦμα ποὺ πρέπει νὰ ἔχει ὅποιος πραγματικὰ προσεύχεται μὲ τὸ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με».
Κατὰ τὴν ταπεινή μου κρίση, ὅπως δὲν εἶναι σωστὸ νὰ ποῦμε στὸν οἰκοδεσπότη, τὸ σπίτι τοῦ ὁποίου ἔχουμε ἐπισκεφθεῖ, γρήγορα-γρήγορα, 10 φορές: «ἕνα-ποτήρι-νερό-σέ-παρακαλῶ-ἕνα-ποτήρι-νερό-σέ-παρακαλῶ-ἕνα-ποτήρι-νερό-σέ-παρακαλῶ», πολυβολιστί…
Κάποτε διάβαζα στὸν Γέροντα ἕνα ἄρθρο δημοσιευμένο σὲ ἁγιορείτικο περιοδικὸ ποὺ ἔγραφε ὅτι «ἐμεῖς, ἀντὶ γιὰ τὴν ᾀσματικὴ ἀκολουθία τοῦ Ἑσπερινοῦ, λέμε τόσες φορὲς τὸ Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με». Τὸ ἔδειξα στὸν Γέροντα, λέγοντας ὅτι δὲν μοῦ πολυαρέσει αὐτὸ τὸ «ἐμεῖς». Αἰσθάνθηκα ὅτι συμφωνοῦσε μὲ τὴν ἀντίδραση μου, χωρὶς ὡστόσο νὰ πεῖ ἐπικριτικὸ λόγο γιὰ τὸ ἄρθρο.
Ἔκτοτε συμπέρανα ὅτι δὲν ἔδιδε σημασία στὴν ποσότητα τῶν ἐπαναλήψεων τῆς ἐπικλήσεως «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με», ἀλλὰ στὴν παρακλητικὴ διάθεση καὶ στὴν ταπείνωση τῆς ψυχῆς ποὺ προσεύχεται.
Ἀπὸ τὸ βιβλίο «Ἀπὸ τὸ Σημειωματάριο ἑνὸς Ὑποτακτικοῦ».

«Ἡ Σιωπή»


 

 “ Ἀδιαλείπτως καί προσεχῶς δεῖ τῷ Θεῷ προσεύχεσθαι”

 Ἁγίου Μακαρίου τοῦ Αἰγυπτίου

 “Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΜΟΥ ΙΩΣΗΦ

 Ο ΗΣΥΧΑΣΤΗΣ ΚΑΙ ΣΠΗΛΑΙΩΤΗΣ”

 Πολύ βασική ἀρετή, γιά νά προκόψῃ κανείς στήν Νοερά προσευχή, εἶναι ἡ σιωπή. Ὄχι μόνο στό στόμα τοῦ σώματος, ἀλλά κυρίως στό στόμα τῆς ψυχῆς, στόν νοῦ δηλαδή, γιατί ὁ σκορπισμός τοῦ νοῦ εἶναι σοβαρώτατο ἐμπόδιο γιά τήν νοερά ἐργασία.

Ὁ Γέροντας μᾶς θύμιζε διαρκῶς τόν λόγο: ὅτι ἡ φύλαξις τοῦ στόματος, ἐάν κανείς σιωπᾶ μέ ἐπίγνωσι, ξυπνᾶ τήν συνείδησι πρός τόν Θεό. Καί μᾶς ἔλεγε πώς ὅσο ἐμεῖς σιωποῦμε καί ἀγωνιζόμαστε στόν ἀπαρρησίαστο τρόπο συμπεριφορᾶς, τόσο θά μᾶς ἐπισκέπτονται τά δάκρυα.

Καί πράγματι, δέν ξέραμε τί θά πῇ ἀργολογία μέσα στήν ἀδελφότητα μας. Συνεχῶς λέγαμε τήν εὐχή. Μιλοῦσε ὁ Γέροντας καί ὁ Γερο-Ἀρσένιος, μά ἐμεῖς οἱ νεώτεροι μεταξύ μας δέν μιλούσαμε. Μπροστά στόν Γέροντα ἤμασταν πάντα σιωπηλοί καί συνεσταλμένοι. Ἰδίως ἐγώ οὔτε τολμοῦσα νά μιλήσω μέ ἀδελφό μπροστά στόν Γέροντα.

Ἀλλά ἡ σιωπή δέν ὀφειλόταν τόσο στό ὅτι θά μᾶς μάλωνε ὁ Γέροντας, ἀλλά καί στό γεγονός πώς εἴχαμε τόσο σεβασμό καί τό ἀπαρρησίαστο πού δέν μπορούσαμε νά κάνουμε κάτι τέτοιο. Νά μιλήσουμε μεταξύ μας, ἐνῶ εἶναι ὁ Γέροντας μπροστά; Θεός φυλάξοι!

Ἐπίσης δέν μᾶς ἐπέτρεπε ὁ Γέροντας μέσα στή συνοδεία νά φέρουμε ξένο λόγο ἀνάμεσά μας. Νά ποῦμε γιά κάποιον ἄλλον, τό τί ἔκανε καί πῶς ἐπορεύθη. Δέν ξέραμε τί γινόταν ἔξω ἀπό τό καλύβι μας. Ἐπιστατοῦσε πολύ στό θέμα τῆς ἀργολογίας. Ἡ κατάκρισις ἦταν ἀνύπαρκτη.

Ὅταν ἐπιχειροῦσε κανείς νά μιλήσῃ ὁ Γέροντας αὐστηρά τοῦ ἔλεγε:

Θά χάσῃς τήν Χάρι τοῦ Θεοῦ, ταλαίπωρε καί θά κτυπᾶς τό κεφάλι σου. Γιατί νά κάθεσαι νά κατακρίνῃς; Τί σέ ἐνδιαφέρει; Ἐδῶ μέσα δέν χωροῦν νέα καί εἰδήσεις. Μόνο μπροστά! Σιωπή καί εὐχή! Τίποτε ἄλλο. Δέν ἤρθαμε ἐδῶ νά περάσουμε τόν καιρό μας. Ὁ διάβολος καιροφυλακτεῖ, ἀγρυπνεῖ, τρέχει ἐδῶ κι᾿ ἐκεῖ σάν λιοντάρι, ποιόν θά βρῇ σέ ἀμέλεια, σέ ραθυμία, σέ ἀπρόσεκτη κατάστασι, νά τόν ἁρπάξῃ. Πρέπει νά ᾿ χωμε τό νοῦ μας.

Τόσο μᾶς φύλαγε νά μήν ἀργολογήσουμε καί κυρίως νά μήν κατακρίνουμε πρᾶξι ἄλλου ἀνθρώπου ἐκτός τῆς συνοδείας μας. Μά μήτε μεταξύ μας κατακρίναμε ὁ ἕνας τόν ἄλλον. Αὐτό ἦταν ἄγνωστο γιά τήν ἀδελφότητά μας. Ὁ Γέροντας δέν ἔβγαζε ἀπό τό στόμα του λέξι γιά κανένα. Ὅλα σ᾿ αὐτόν τόν Γέροντα τά ὀφείλουμε.

Καμμιά φορά ὁ Γερο-Ἀρσένιος, ἐπειδή ἦταν παππούλης καί πολύ ἁπλός, πήγαινε νά πῇ κανένα λόγο γιά κάποιον ἀδελφό ἐκτός τῆς συνοδείας ἤ γιά κάποιο νέο πού ἔμαθε. Ἀμέσως ὁ Γέροντας τοῦ ἔλεγε αὐστηρά.

Ἀρσένιε, πρόσεχε! Μήν ἀργολογεῖς. Τήν εὐχή νά λές.

Ἔλα τζάνεμ, τί εἶπα;

Μ᾿ αὐτό πού εἶπες, εἶναι σέ θέσι νά σοῦ στερήσῃ τήν εὐλογία τῆς προσευχῆς. Τί ἄλλο θέλεις;

Γι᾿ αὐτό ὁ Γέροντας συχνά, γιά νά διδάξῃ ἐμᾶς τούς νεωτέρους, ἀλλά καί γιά νά κρατήσῃ στήν ταπείνωσι τόν θαυμαστό πατέρα Ἀρσένιο, συχνά τόν μάλωνε μπροστά μας γιά κάθε του σφαλματάκι. Ὁ πατήρ Ἀρσένιος μέχρι πού γέρασε, δεχόταν ἀγόγγυστα τίς ἐπιπλήξεις ἀπό τόν Γέροντα Ἰωσήφ. Γι᾿ αὐτό καί ἀγίασε κι᾿ ἐγινε σεβάσμιος σάν τόν Ἀβραάμ, διότι τήρησε τήν ὑπακοή μέ ἀνδρεία μέχρι τέλους.

Μᾶς δίδασκε ὁ Γέροντας ὅτι εἶναι ἰδανικό πρᾶγμα ἡ σιωπή καί πάνω ἀπ᾿ ὅλες τίς ἀρετές. Ἄν πάρουμε μιά ζυγαριά καί βάλουμε ὅλες τίς ἀρετές ἀπό τήν μιά πλευρά καί τήν σιωπή ἀπό τήν ἄλλη, ἡ σιωπή θά βαραίνῃ. Γιατί ὅταν σιωπᾷ ἐν γνώσει του ὁ μοναχός, θά προσεύχεται καί προσευχόμενος θά ἔχει κατάνυξι, πένθος, δάκρυα, ἠρεμία καί γαλήνη. Ἐπίσης δέν θά κατακρίνη, δέν θά ἀργολογῆ, δέν θά ψεύδεται, δέν θά συκοφαντῇ καί δέν θά μιλάῃ ἀκαίρως. Ἐπομένως ἡ ψυχή του ἀποκτᾷ βαρύτητα Χάριτος, διότι μέ τήν σιωπή ἔρχεται τό πένθος, τό πένθος φέρνει τά δάκρυα, τά δάκρυα τήν κάθαρσι καί ἡ κάθαρσις ἀξιώνει τόν ἄνθρωπο νά ζήσῃ τόν Θεό μέσα στήν καρδιά του ἀπολαμβάνοντας τά ἀπόρρητα μυστήριά του, πού δέν μπορεῖ κανένας ποτέ οὔτε νά τά φαντασθῇ οὔτε νά τά περιγράψῃ. Μέ τέτοια ὑψηλή διδασκαλία γιά τήν σιωπή καί τήν ἐπιτήρησι πού εἴχαμε δέν μπορούσαμε καί δέν θέλαμε οὔτε νά ἀργολογήσουμε οὔτε καί νά κατακρίνουμε.

Ἀπόδειξις, ὅτι ποτέ μεταξύ μας, ἐμεῖς τά ἀδέλφια τῆς συνοδείας, δέν σκανδαλισθήκαμε καί δέν ἀλληλοπικραθήκαμε! Καίτοι κρατούσαμε τήν σιωπή τόσο αὐστηρά, εἴχαμε πολύ μεγάλη ἀγάπη μεταξύ μας. Ὁ ἕνας γιά τόν ἄλλο θυσιαζόμασταν. Ἄν καί ἐξωτερικά δέν μιλοῦσα μέ τόν ἀδελφό μου, ἐν τούτοις ἐσωτερικά τόν ἀγκάλιαζα νοερά.

Μιά φορά, εἶχε περάσει ἀπό κοντά μας ὁ πατήρ Ἐφραίμ ὁ Βολιώτης. Ἕνας μεγαλύτερος ἀδελφός τῆς συνοδείας μας μίλησε λίγο μαζί του. Ἐγώ ὅμως, ὡς μικρότερος πού ἤμουν, ποῦ νά τολμήσω; Ἄν καί ὑπῆρξε πνευματικός μου στόν κόσμο καί σημαντικά μέ βοήθησε ν᾿ ἀκολουθήσω τήν μοναχική ζωή, γιά μένα ἦταν σάν ξένος. Πῶς νά ἀφήσω τόν Γέροντά μου καί νά μιλήσω μαζί του; Οὔτε μία λέξη δέν εἶπα. Μέ πιάνει, λοιπόν, ὁ Γέροντας καί μοῦ λέει:

Κούτσικο, βλέπεις τόν μεγάλο σου ἀδελφό πόσο μιλάει μέ τόν Πνευματικό σου;

Ἐγώ δέν μιλάω.

Ἐσύ δέν μιλᾶς, τό ξέρω.

( Μέ πρόσεχε, ὅπως καί ὅλους καί δέν τοῦ ξέφευγε τίποτε)

Ἐκεῖνος εἶναι μεγαλύτερος καί ἐγώ εἶμαι μικρός καί ἀσήμαντος τί νά μιλήσω;

Ὅσο σιωπᾶς τώρα, τόσο καί θά μιλήσῃς ἀργότερα ἐν μέσῳ Ἐκκλησίας καί θά τό δῇς μιά μέρα αὐτό!

Αὐτός μιλοῦσε προορατικά, ἀλλά ποῦ νά ξέρω ἐγώ τί ἤθελε νά πῇ; Πίστευα μέν ὅτι κάτι σπουδαῖο ἔλεγε, ἀλλά δέν τό καταλάβαινα. Νόμιζα ὅτι σέ κάποια ἐκκλησία θά μιλήσω. Τώρα ὅμως, πού πραγματοποιήθηκε ἡ προφητεία τοῦ Γέροντος, καταλαβαίνω ὅτι ἐννοοῦσε τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, τήν ὁποία ὑπηρέτησα καί στό ἐξωτερικό. Τότε ἐγώ σκεφτόμουν τόν θάνατο συνέχεια, καί ἀπήντησα:

Γέροντα, ἀπ᾿ αὐτήν τήν καλύβα καί γιά τόν οὐρανό.

Ἡ σιωπή δημιουργοῦσε τήν σιγή καί τήν ἠρεμία στήν ψυχή, πού καρπός αὐτῶν ἦταν τό πένθος. Καί ἀπό τό πένθος οἱ θεῖες ἐμπνεύσεις, οἱ πεπυρακτωμένοι λογισμοί θείας ἐνεργείας, μέ θέρμη πνευματική καί ἀναβρασμό καρδιάς.

Καί μᾶς ἐναλλάσσονταν οἱ πνευματικές καταστάσεις, ἀκριβῶς ὅπως λέει ὁ ἀββᾶς Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος:

«ἡ ψυχή τοῦ μοναχοῦ ἐναλλάσσει καταστάσεις…, ἐνίοτε αἰσθάνεται τόν ἑαυτό της σάν στρατιώτη Χριστοῦ, ὁπλισμένον ἄφοβα, τρομερόν καί προκαλώντας τούς δαίμονας εἰς πόλεμον, ἄλλοτε ὡς νύμφη Χριστοῦ κεκαλλωπισμένη διά τόν νυμφίον αὐτῆς Ἰησοῦν, ἄλλοτε, Ὡς παιδίον Θεοῦ, ὡς τέκνον Θεοῦ, αἰσθανόμενον μέσα του τόν Πατέρα τῶν Φώτων τήν οἰκειότητα τοῦ παιδιοῦ, τήν παρρησίαν τοῦ παιδιοῦ μετά τοῦ Πατρός του, τοῦ Οὐρανίου».1

Καί πολλές φορές ἀπό τήν πλημμύρα τῆς νυκτερινῆς Χάριτος, ἐκρατεῖτο ἡ κατάστασις αὐτή καί τήν ἡμέρα, πού κυλοῦσε μέ ἀπόλυτη εἰρήνη κι᾿ αὐτή μέ τήν σειρά της πάλι ὡδηγοῦσε σέ θεωρία Θεοῦ.

Ὄχι μόνο δέν ἀργολογούσαμε ἤ περιττολογούσαμε, ἀλλά οὔτε νά σκεφθοῦμε τίποτε περισσότερο ἀπό τόν Θεό ἐπιτρέπαμε στό ἑαυτό μας. Καί ἡ σιωπή, ἡ προσευχή καί ἡ θεωρία δημιουργοῦσαν ἕνα πένθος ἀγαθό στήν ψυχή μας.

Μά, μνήμη θανάτου ἦταν;

Μά, μνήμη κρίσεως Θεοῦ;

Μά, ἐνθύμησι τῶν πεπραγμένων ἁμαρτιῶν μας;

Μά, ὅ,τιδήποτε ἦταν, τά δάκρυα μας πέφτανε βροχή.

 Τέλος καί τῇ Τρισηλίῳ Θεότητι

 κράτος, αἶνος καί δόξα εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων.

 Ἀμήν.

 Ἀπό τό βιβλίο:

“Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΜΟΥ ΙΩΣΗΦ Ο ΗΣΥΧΑΣΤΗΣ ΚΑΙ ΣΠΗΛΑΙΩΤΗΣ 1897 – 1959

σελ. 338-342.”

Γέροντος Ἐφραίμ Φιλοθεΐτου

Ἐκδόσεις : Γ. Γκέλμπεσης

Εὐχαριστοῦμε θερμά τόν Ἡγούμενο τῆς Ἱ.Μ. Φιλοθέου Ἁγίου Ὄρους γιά τήν ἄδεια δημοσίευσης ἀποσπασμάτων ἀπό τά βιβλία πού ἐκδίδει ἡ Ἱερά Μονή.

Ἱερομόναχος Σάββας Ἁγιορείτης

http://HristosPanagia3.blogspot.com

1Ἁγίου Μακαρίου τοῦ Αἰγυπτίου, Λόγος ΛΓ΄, Ἀδιαλείπτως καί προσεχῶς δεῖ τῷ Θεῷ προσεύχεσθαι, P. G. 34, 741.

Ὁ δοξολογικός χαρακτήρας τῆς καρδιακῆς προσευχῆς. Πατήρ Εὐσέβιος Βίττης


Ὃταν ἡ εὐχή γίνεται ὁλόκληρη, δηλαδή καί μέ τήν φράση “ἐλέησόν με τόν (τήν) ἁμαρτωλόν (ήν)”, σημαίνει πώς ὁ εὐχόμενος ζῆ μιά διαρκῆ μετάνοια, πού εἶναι ἰσόβια. Ἡ μετάνοια ὃμως αὐτή δέν ἒχει μόνο ἠθικό νόημα, ἀλλά καί, κυρίως, ἀφύπνιση τῆς συνειδήσεως ἀπό τόν ὒπνο τῶν παθῶν καί ἐπιστροφή ἀπό τήν πλάνη τῆς ἡδονῆς, ἀπό τά ὂνειρα τῆς δυνάμεως, τοῦ πλούτου, τῆς δόξας κλπ., δηλαδή ἀπό φανταστικέςς καταστάσεις, στήν ἀνθρωπολογική πραγματικότητα. Αὐτό σημαίνει φυγή ἀπό τόν κόσμο.
Ὂχι τ ο π ι κ ά  γιατί ἀπό μόνη της δέν εἶναι ἀποτελεσματική, ἀφοῦ ὁ ἲδιος ὁ ἂνθρωπος εἶναι φορεύς τῶν ἀσθενειῶν, πού ἀποστρέφεται, ἀλλά  τ ρ ο π ι κ ά, φυγή δηλαδή ἀπό τό πνεῦμα τοῦ κόσμου, πού δημιουργεῖ τό πλέγμα τῶν παθῶν, πού πραγματικά βρυκολακιἀζει τόν \σνθρωπο. Φυγή ἀπό τόν κόσμο,Ὃταν ἡ εὐχή γίνεται ὁλόκληρη, δηλαδή καί μέ τήν φράση “ἐλέησόν με τόν (τήν) ἁμαρτωλόν (ήν)”, σημαίνει πώς ὁ εὐχόμενος ζῆ μιά διαρκῆ μετάνοια, πού εἶναι ἰσόβια.Ἡ μετάνοια ὃμως αὐτή δέν ἒχει μόνο ἠθικό νόημα, ἀλλά καί, κυρίως, ἀφύπνιση τῆς συνειδήσεως ἀπό τόν ὒπνο τῶν παθῶν καί ἐπιστροφή ἀπό τήν πλάνη τῆς ἡδονῆς, ἀπό τά ὂνειρα τῆς δυνάμεως, τοῦ πλούτου, τῆς δόξας κλπ., δηλαδή ἀπό φανταστικέςς καταστάσεις, στήν ἀνθρωπολογική πραγματικότητα. Αὐτό σημαίνει φυγή ἀπό τόν κόσμο. Ὂχι τ ο π ι κ ά  γιατί ἀπό μόνη της δέν εἶναι ἀποτελεσματική, ἀφοῦ ὁ ἲδιος ὁ ἂνθρωπος εἶναι φορεύς τῶν ἀσθενειῶν, πού ἀποστρέφεται, ἀλλά  τ ρ ο π ι κ ά, φυγή δηλαδή ἀπό τό πνεῦμα τοῦ κόσμου, πού δημιουργεῖ τό πλέγμα τῶν παθῶν, πού πραγματικά βρυκολακιἀζει τόν ανθρωπο. Φυγή ἀπό τόν κόσμο, πού ἀπολυτοποιεῖ τά κτιστά δημιουργήματα καί “λατρεύει τῆ κτίσει παρά τόν κτίσαντα”. Αὐτή ἡ λατρεία ὁδηγεῖ τόν ἂνθρωπο στόν αὐτοεκμηδενισμό, γιατί τά “ὀψώνια”, ὁ μισθός αὐτῆς τῆς εἰδωλολατρείας εἶναι ὁ θάνατος. Ἱερομ. Εὐσεβίου, Ὁ δοξολογικός χαρακτήρας τῆς καρδιακῆς προσευχῆς. πού ἀπολυτοποιεῖ τά κτιστά δημιουργήματα καί “λατρεύει τῆ κτίσει παρά τόν κτίσαντα”. Αὐτή ἡ λατρεία ὁδηγεῖ τόν ἂνθρωπο στόν αὐτοεκμηδενισμό, γιατί τά “ὀψώνια”, ὁ μισθός αὐτῆς τῆς εἰδωλολατρείας εἶναι ὁ θάνατος. Ἱερομ. Εὐσεβίου, Ὁ δοξολογικός χαρακτήρας τῆς καρδιακῆς προσευχῆς.
http://apantaortodoxias.blogspot.gr/2017/09/blog-post_100.html

Παπα-Χαραλάμπος Διονυσιάτης: «…καί μέ τά κομποσχοίνια σώζονται οἱ κολασμένοι…»


«Χριστιανός χωρίς εκκλησιασμό, χωρίς προσευχή, χωρίς Θεία Κοινωνία, είναι ένα ξέφραγο αμπέλι, όπου ανά πάσα στιγμήν η πόρτα είναι ανοιχτή να μπουν μέσα οι κλέφτες, δηλαδή οι δαίμονες, να το αλωνίσουν».
«Βρε-βρε… εγώ μέχρι τώρα ενόμιζα ότι οι πεθαμένοι σώζονται μόνο με λειτουργίες και μνημόσυνα. Τώρα όμως είδα και κατάλαβα ότι και με τα κομποσχοίνια σώζονται οι κολασμένοι… Και με τα κομποσχοίνια σώζεται ο κόσμος».
***
«Ομολογώ γνώρισα πολλούς, που ξεκίνησαν να λένε ευχή (Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με) και πλανήθηκαν. Όμως γιατί πλανήθηκαν; Γιατί δεν είχαν οδηγό (εννοεί Ιερέα-Πνευματικό). Όποιος νομίζει ότι δεν χρειάζεται οδηγό, είναι πλανεμένος. έχει εγωισμό. Εγωιστής και νοερά προσευχή, είναι πράγματα αντίθετα».
***
«Μου λέει τις προάλλες ένας: “Εγώ πνευματικέ απόκτησα νοερά προσευχή”. “Μωρέ, του λέω, χαράς ευαγγέλιο. Και ποιον Πνευματικό συμβουλεύεσαι;” Άρχισε να αντιδρά και να θυμώνει. “Εγώ, λέει, πνευματικό; Είμαι εγώ σε θέση να κάμω μάθημα σ’ εσάς τους Πνευματικούς. Εγώ μιλώ με τον ίδιο τον Χριστό, με την Παναγία. Βλέπω φώτα, αγίους κλπ”. Μόλις τον είπα ότι όλα αυτά είναι σατανικά, θύμωσε και έφυγε αγανακτισμένος. Ε. να παιδί μου, αυτοί είναι πλανεμένοι».
***
«Ξέρω πάλι άλλους. στην αρχή ρωτούσαν για να μάθουν την ευχή, αλλά από το θέλημά τους δεν βγαίνουν. Θεληματάρης και ευχή, μέρα με τη νύχτα. Θέλημα, σημαίνει εγωισμός. Αποτέλεσμα: που να βρουν ευχή! Τα βρήκαν μπαστούνια. Απογοητεύτηκαν, σταμάτησαν την ευχή, και το φοβερό, έγιναν οι μεγαλύτεροι πολέμιοι της νοεράς προσευχής».
***
Έλεγε σε κάποιο κοσμικό: «Εσύ ποθείς να αποκτήσεις νοερά προσευχή. Ξέρεις τι θα πει καθαρή προσευχή; Ξέρεις τι θα πει να κολλήσει ο νους στην καρδιά; Να ξεπατώσεις από μέσα όλη την σκουριά και να προσηλωθείς, να κολλήσεις μόνο στο νόημα της ευχής; Έτσι εύκολα βγαίνουνε οι σκουριές; Όμως, για να καθαρίσει ο νους θέλει ησυχία. Όχι με το ένα κουτάλι να βγάζεις και με το άλλο να βάζεις. Αγωνίζεσαι την νύχτα να τα διώξεις, την άλλη μέρα ξανά γυρνάς πίσω στα ίδια. Αν την ημέρα πέρασες μέσα σε θέατρα, σε χορούς και τραγούδια, τότε αν μπορείς το βράδυ διώξε τα για να πεις καθαρά, έστω και μια ευχή. Ούτε όρεξη για προσευχή δεν θα έχεις».
***
«Προχθές ήρθε ένας γύφτος για πανταχούσα (ελεημοσύνη). Αυτός μια ζωή, έτσι γυρνά και μαζεύει. Δεν μπορώ και να τον διώξω. Σε παρακαλά τόσο ταπεινά, μέχρι που πέφτει στα πόδια σου. Από την μια, καταλαβαίνεις ότι είναι απατεώνας, από την άλλη δεν μπορείς και να μην ελεήσεις. Ε. αν αυτός για τα υλικά παρακαλά τόσο ταπεινά, πόσο εμείς πιο πολύ για τα πνευματικά! Ο άνθρωπος τον συνάνθρωπό του τον λυπάται και τον ελεεί, πόσο μάλλον ο Πανάγαθος Θεός λυπάται και ακούει αυτούς που τον παρακαλούν! Αυτό μου φαίνεται εννοεί ο Χριστός εκεί που λέει στο Ευαγγέλιο, ότι οι υιοί του κόσμου τούτου είναι σοφότεροι από τους υιούς της βασιλείας του Θεού. Όσο μπορείς, παιδί μου, με φόβο Θεού νοερώς να πέσεις και συ, σαν τον γύφτο, στα πόδια του Χριστού μας».
***
Είπε για την ευχή ο Γέροντας: «Όσες εικόνες του κόσμου έχεις μέσα σου, όλες, σαν ταινία θα σου τις γυρίζει ο πειρασμός στο μυαλό. Εσύ την ευχή. Επιμονή, υπομονή και βία. Όσο μπορείς διώχνε οποιαδήποτε φαντασία καλή, κακή. Μόνο τα πέντε αυτά λόγια της ευχής, να βιαστείς όσο μπορείς να τα κατανοείς».
***
«Από όσα γράφουν οι άγιοι Πατέρες, αλλά και από την πείρα μου, βλέπω ότι η νοερά προσευχή είναι για όλους τους Χριστιανούς. Όχι όμως για τους αιρετικούς, και ακόμα πιο δύσκολα για τους αλλόδοξους».
***
«Ο Χριστιανός με το βάπτισμα, βάζει μέσα του την χάρη, βάζει μέσα του τον Χριστό. Όταν όμως αμαρτήσει, διώχνει την χάρη. Η αμαρτία μας χωρίζει, σαν ένα τείχος, από τον Χριστό. Φωνάζεις “ Κύριε Ιησού Χριστέ…”, η πόρτα κλειστή. Με την μετάνοια και την εξομολόγηση πέφτει η αμαρτία. πέφτει ο τοίχος. Συμφιλιώνεται ξανά ο άνθρωπος με τον Θεό. Είναι για παράδειγμα, σαν να είχες κάποιον άρχοντα φίλο σου. Σε μια στιγμή κάτι του έφταιξες και τα χαλάσατε. Έλα όμως που τον έχεις ανάγκη. Θέλεις, δεν θέλεις, ταπεινώνεσαι και του βάζεις μετάνοια. Αφού ξανασυμφιλιώθηκες, τότε έχεις θάρρος να του πεις: “Φίλε, σε παρακαλώ, κάμε μου μια χάρη”. Χάριν της φιλίας δεν θα σε ακούσει; Ε, πόσο μάλλον ακούει ο Χριστός, όταν ο άνθρωπος συμφιλιωθεί μαζί Του».
***
-Αχ, Γέροντα, καλή και η εξομολόγηση, αλλά ο κόσμος δεν μας αφήνει να σωθούμε. βγαίνεις από το εξομολογητάρι. πάλι βλέπεις τα ίδια, ακούς τα ίδια, σκανδαλίζεσαι, θυμώνεις, φθονείς, κατακρίνεις…
-Εσύ δεν μιλάς σωστά. Ο Χριστός είπε, αν σε πειράζει το μάτι σου βγάλε το, δεν είπε βγάλε του αλλουνού. Βλέπεις μια γυναίκα ντυμένη άσεμνα. αυτή τη δουλειά της, εσύ τη δουλειά σου. Βγάλε το μάτι σου, σημαίνει κατέβασέ το κάτω, να μη περιεργάζεσαι. Αν είσαι τόσο αδύνατος και ούτε αυτό δεν κάνεις, τότε μην αιτιάσαι άλλους. Να λές, “αλλοίμονό σου ταλαίπωρε, φιλήδονε, μοιχέ.σου αρέσει ώστε η αμαρτία!”. Ο τέλειος, βλέπει και δεν σκανδαλίζεται. ο αγωνιστής φεύγει όσο μπορεί τα αίτια. Ο χαύνος, μπαίνει μόνος του στη λαύρα της αμαρτίας και μετά… φταίνε οι άλλοι. Δικαιολογία… όπως η Εύα».
***
«Ξέρεις πόσες τέτοιες περιπτώσεις έχω, όπου με αφορμή κάποιον πειρασμό έμαθαν οι ίδιοι να προσεύχονται και με την σειρά και την υπομονή κέρδισαν και τους άλλους;»
«ΠΑΠΑΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΔΙΟΝΥΣΙΑΤΗΣ» Ιωσήφ Μ.Δ.

 

ΑΝΩΝΥΜΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ – ΛΟΓΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ

 
    Ότι πρέπει να βρούμε κάποιο αληθινό εργάτη της νοεράς προσευχής, από τον οποίο να μάθουμε τους τρόπους και τα σημεία αυτής της νοεράς προσευχής και ότι όποιος την έχει μέσα του παντοτινά και τη μελετά από το βάθος της καρδιάς του με πολλή ευλάβεια και προσοχή καταλαβαίνει μερικές φορές από κάποια πνευματικά σημεία ότι η ψυχή του μεταλαμβάνει αοράτως  τον μελετώμενο Ιησού Χριστό. Καταλαβαίνει δε και ποιος είναι ο καρπός αυτής της νοεράς προσευχής.

Για να ελευθερωθεί ο άνθρωπος από τα πάθη και να ελευθερωθεί από αυτά ανάγκη είναι να αποκτήσει μέσα στην καρδιά του τη νοερά προσευχή.
Διότι αν δεν κατοικήσει η νοερά προσευχή μέσα σε εκείνο τον τόπο από όπου αναβλύζουν τα πάθη δεν ξεριζώνονται αυτά τα πάθη.
Και εάν δεν αποκοπούν τα πάθη από τον άνθρωπο δεν αναχωρούν από αυτόν οι δαίμονες. Διότι οι δαίμονες συνηθίζουν να συγκεντρώνονται εκεί όπου είναι τα πάθη, όπως μαζεύονται και οι μύγες, εκεί όπου υπάρχει κάποια βρώμικη πληγή και δυσωδία.
Και όπως οι κόρακες και τα σαρκοφάγα όρνια, όπου βλέπουν ή οσφραίνονται δυσωδία από πτώμα ζώου συγκεντρώνονται εκεί από παντού και το κατατρώγουν έτσι και οι δαίμονες όπου βλέπουν κάποιο σαρκικό και εμπαθή άνθρωπο κάνουν εκεί τη φωλιά τους και κατατρώγουν με τις αισχρές επιθυμίες  εκείνο το σαρκικό σώμα. Γι αυτό έλεγε και ο προφήτης: “εν τω εγγίζειν επ΄εμέ κακούντας του φαγείν τας σάρκας μου”.

    Για να ελευθερωθεί λοιπόν κάποιος απ΄ τα πάθη  είναι ανάγκη να αποκτήσει την  προσευχή στην καρδιά του.

Βέβαια για να αποκτήσει κανείς την προσευχή στην καρδιά του σημαντικό είναι να παρακαλεί τον Θεό για τούτο πολλές φορές με ταπείνωση, ταλαιπωρώντας το σώμα με νηστεία, με γονυκλισίες και με άλλους σωματικούς και φανερούς κόπους.
Ώστε να τον ευσπλαχνιστεί ο Θεός για τους κόπους του και να του δείξει κάποιο απλανή οδηγό, ο οποίος να καλλιεργεί αυτή τη νοερά καρδιακή ευχή κρυφά, από τον οποίο οδηγό να την διδαχτεί κι αυτός ακριβώς.
Ή αν δεν βρίσκεται σε εκείνο τον τόπο κανένας τέτοιος οδηγός να παρακαλεί τον Θεό να κάμει κάποια άλλη οικονομία γι΄αυτό. Δηλαδή να τον πληροφορήσει ο Θεός.
Ή αν υπάρχει τέτοιος οδηγός και την διδάσκει, όμως εκείνος δεν μπορεί να την καταλάβει ακριβώς, τότε ας παρακαλεί τον Θεό να τον οδηγήσει με κανένα άλλο σημείο πώς να τη μεταχειριστεί και πώς να την αποκτήσει”.



Ἐπιμονή στήν πανίσχυρη νοερά προσευχή Ἀπὸ τὸ βιβλίο Γέροντος Ἐφραὶμ Φιλοθεΐτου:


ΕΠΙΜΟΝΗ ΣΤΗΝ ΠΑΝΙΣΧΥΡΗ ΝΟΕΡΑ ΠΡΟΣΕΥΧΗ

Ἀπὸ τὸ βιβλίο Γέροντος Ἐφραὶμ Φιλοθεΐτου:
«Ὁ Γέροντάς μου Ἰωσὴφ ὁ ἡσυχαστὴς καὶ σπηλαιώτης (1897-1959)»,
ἔκδοσις Ἱ. Μ. Ἁγ. Ἀντωνίου Ἀριζόνας USA 2008,
σελ. 278-279, 280-283, 285.

.      Καὶ μετά, ἀπὸ τὴν προφορικὴ ἐπίκλησι, ἡ εὐχὴ γίνεται ἐσωτερική. Ἀνοίγεται δρόμος μέσα στὸν νοῦ καὶ τὴν λέγει κατόπιν ὁ εὐχόμενος, χωρὶς νὰ κάνη προσπάθεια. Σηκώνεται ἀπὸ τὸν ὕπνο καὶ ἀμέσως ἀρχίζει ἡ εὐχὴ μόνη της! Πρῶτα ἀρχίζει μὲ τὴν προσπάθεια νὰ τὴν λέη προφορικά. Καὶ ἀφοῦ μὲ τὴν μπουλντόζα τῆς προφορικῆς ἐπίκλησης ἀνοίξη ὁ δρόμος, μετὰ περπατᾶ ἄνετα μὲ τὸ αὐτοκινητάκι τοῦ νοῦ. Ἡ προφορικὴ ἐπίκλησις ἀνοίγει τὸν δρόμο στὸ νοῦ καὶ ἡ εὐχὴ ἀρχίζει κατόπιν νὰ προφέρεται μὲ τὸν ἐνδιάθετο λόγο ἄνετα.
.          Κι ἂν ἡ εὐχὴ προχωρῆ βαθύτερα καὶ προοδευτικότερα, κάτι ποὺ ἀνήκει στοὺς κατ᾽ ἐξοχὴν μεγάλους νηπτικοὺς Πατέρες, ἀνοίγει πλέον ὄχι δρόμος ἀλλὰ κανονικὴ λεωφόρος μέσα στὴν καρδιά. Ὅταν ἡ καρδιά μελετᾶ τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, τότε γίνεται τὸ μεγάλο πανήγυρι, μὲ μεγάλα ὀφέλη, μὲ μεγάλα πνευματικὰ πλούτη. Τότε βρίσκει ὁ μοναχὸς τὸν κεκρυμμένο μαργαρίτη, τὸν πνευματικὸ θησαυρὸ καὶ μοιάζει μὲ τὸν σοφὸ ἔμπορο ποὺ ἀντάλλαξε τὰ πάντα: περιουσίες, μόρφωσι, κοσμικὴ δόξα, οἰκείους, πατρίδα καὶ τέλος ἀκόμα καὶ τὸν ἴδιο του τὸν ἑαυτό, γιὰ νὰ ἀγοράση αὐτὸν τὸν κεκρυμμένο πολύτιμο μαργαρίτη καὶ νὰ γίνη πάμπλουτος πνευματικά. Ἀλλὰ ξεκινάει ἀπὸ μικροπωλητής. Γι’ αὐτὸ χρειάζεται ἡ προφορικὴ ἐπίκληση τῆς εὐχῆς.
.         Ἅμα δὲν ἐπιμέναμε στὴν προφορικὴ εὐχὴ καὶ τὴν σιωπή, σύμφωνα μὲ τὴν ἐντολή τοῦ Γέροντος, ὁ νοῦς μας θὰ γύριζε ὅλα τὰ σοκάκια καὶ θὰ ἐφερνε ὅλα τὰ σκουπίδια τῆς φαντασίας στὴν καρδιά. Ἂν δὲν μᾶς ἔφερνε ὁ γλυκύτατος Θεός μας σ᾽ αὐτὸν τὸν μεγάλο Γέροντα, μόνο ἀκολουθίες θὰ διαβάζαμε. Καὶ ναὶ μὲν οἱ ἀκολουθίες εἶναι ἐξαιρετικὰ ὠφέλιμες γιὰ τὴν πνευματικὴ ἀσθένειά μας, ἀλλὰ δὲν ἔχουν τὴν δύναμι νὰ κατευνάσουν τὰ πάθη, ὅπως ἡ νοερὰ προσευχή. Κι αὐτὸ γιὰ τρεῖς λόγους:


.               – Πρῶτον, διότι μὲ τὴν Νοερὰ Προσευχὴ ὁ νοῦς δὲν περισπᾶται σὲ πολλὰ λόγια ὅπως στὶς ἀκολουθίες, ἀλλὰ συγκεντρώνεται μόνο σὲ λίγες λέξεις. Ἔτσι ὁ νοῦς ἀπορροφᾶ τὴν εὐχὴ μὲ περισσότερη ἄνεσι καὶ εἰσέρχεται μαζί της μέσα στὸ βαθας τῆς καρδιᾶς. [ΣΧΟΛΙΟ «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»: Κι ἐμεῖς ἄγευστοι καὶ φτωχοὶ ἔχουμε ἀφηνιάσει νὰ “μεταφράσουμε” τὰ λειτουργικὰ κείμενα γιὰ νὰ… περιπλανᾶται καὶ περισπᾶται ὁ νοῦς σὲ πολλὲς “κατανοήσεις”. Τί ἄτσαλη ἡμιμάθεια!]
.          – Δεύτερον, διότι τὴν εὐχούλα ὁ καθένας, ἀνεξαρτήτως μορφώσεως καὶ πνευματικοῦ ἐπίπεδου, μπορεῖ νὰ τὴν λέγη. Οὔτε γράμματα χρειάζεται νὰ ξέρης οὔτε τὸ τυπικὸ οὔτε μουσική. [ΣΧΟΛΙΟ «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»: οὔτε “μεταφράσεις”]  Ἔτσι εἶναι ἄμεσα προσπελάσιμη σ᾽ ὅλους.
.            – Καὶ τρίτον, διότι τὴν εὐχὴ μπορεῖς νὰ τὴν λὲς ὅλη μέρα καὶ ὁπουδήποτε. Δὲν ὑπάρχει τόπος, χρόνος ἡ κατάστασις, κατὰ τὴν ὁποία δὲν μπορεῖς νὰ προσευχηθῆς. Μὰ στὴν ἐκκλησία εἶσαι, μὰ στὸ κελλί σου εἶσαι, μὰ στὴν δουλειά εἶσαι, μὰ στὸν δρόμο εἶσαι, μὰ στὸ νασοκομεῖο εἶσαι, μὰ στὴν φυλακή, ἡ εὐχούλα ἀπὸ τίποτα δὲν ἐμποδίζεται, τὰ πάντα ἁγιάζει καὶ τὰ δαιμόνια τὴν φοβοῦνται.
.           Συνέβη τὸ ἀκόλουθο γεγονὸς ποὺ ἐνίσχυσε μέσα μου τὴν πίστι στὴν δύναμι καὶ τὴν ἀξία τῆς προφορικῆς εὐχῆς. Κάποτε ἦρθε κοντά μας ἕνας δαιμονισμένος. Καθὼς δουλεύαμε μαζί, τὸν δίδαξα νὰ λέη τὴν εὐχούλα προφορικά, κυρίως γιὰ νὰ ἀποφύγω τὴν ἀργολογία. Πράγματι ἄρχισε ὁ ἀσθενὴς νὰ λέει τὴν εὐχούλα. Καὶ πάνω ποὺ ἄρχισε νὰ τὴν λέη τὸν ἔπιασε τὸ δαιμόνιο καὶ φώναζε:
-Πήγαινε στὸν Ἑσπερινοοοό, ἄσε τὸ κομποσχοίνιιιιι!
.           Ὁ ἴδιος ὁ δαίμονας, δηλαδή, φανέρωσε πὼς μὲ τὴν εὐχούλα μιλᾶμε δυναμικὰ μὲ τὸν Θεό.Βέβαια, κανεὶς δὲν πρέπει νὰ πολυδίνη σημασία στὰ λόγια τῶν δαιμόνων, καὶ τοῦτο διότι οἱ δαίμονες εἶναι ψεῦτες καὶ ἀνθρωποκτόνοι καὶ σπανίως λένε κάποια ἀλήθεια, ἀναμεμιγμένη μὲ τὸ ψεῦδος καὶ τὴν ἀπάτη. Ἔτσι ἔγινε φανερὸ πὼς τὰ δαιμόνια δὲν συμπαθοῦν καθόλου νὰ προφέρεται μὲ ζέσι καρδιᾶς τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ μας.
.           …Πολλὲς φορὲς ὅταν προσευχόμουν νοερά, ἀκολουθώντας πιστὰ τὴν διδασκαλία τοῦ Γέροντός μας, ἄλλοτε ὁ νοῦς μου μὲ ἀσύλληπτη ταχύτητα εἰσχωροῦσε σὲ οὐράνιες πνευματικὲς θεωρίες, ποὺ ξεπερνοῦσαν τὴν ὑλικὴ φύσι καὶ ἄλλοτε  ἔνοιωθα σὰν νὰ μὴν μπορῆ ἡ προσευχή μου νὰ ξεπεράση τὸ ταβάνι τοῦ κελλιοῦ μου.
.          Καὶ ἔχοντας αὐτὴ τὴν ἀπορία ρώτησα:
– Γέροντα καμμία φορὰ στὴν προσευχή μου, δὲν μπορεῖ ὁ νοῦς μοῦ νὰ ξεπεράση τὴν σκέπη τοῦ κελλιοῦ μου. Γιατί αἰσθάνομαι αὐτὸ τὸ ἐμπόδιο;
-Τὰ δαιμόνια, παιδί μου, ποὺ ἀοράτως βρίσκονται γύρω μας, αὐτὰ ἐμποδίζουν, κατ᾽ οἰκονομία Θεοῦ καὶ παραχώρησι, γιὰ νὰ διδαχθοῦμε ἐκ πείρας τὸν ἀόρατο πόλεμό τους. Παιδί μου καὶ ὁ βαρκάρης ἔτσι κάνει, ὅταν ἔχει ἀεράκι, προχωράει ἀκόπως μὲ τὰ πανιά, ὅταν ὅμως πέση ἄπνοια, νηνεμία, τότε πιάνει τὰ κουπιά. Καὶ τότε κοπιάζει, ἱδρώνει καὶ προχωράει. Ἔτσι κι ἔμεις. Ὅταν ἔρχεται ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ τότε ἡ εὐχὴ μόνη της λέγεται. Ὅταν ὅμως, γιὰ λόγους θείας οἰκονομίας, ἀποσυρθῆ τότε πρέπει νὰ πιάσουμε τὰ κουπιά, νὰ ἀγωνισθουμε, νὰ ἱδρώσουμε καὶ νὰ δείξουμε τὴν προαίρεσί μας.
.            Ἔτσι ἡ διδασκαλία τοῦ Γέροντός μας ἦταν ἡ ἐπιμονὴ στὴν προσευχή. Εἴτε εἴχαμε πολλὴ βροχὴ εἴτε ὑπερβολικὴ παγωνιὰ εἴτε μανιώδεις ἀνέμους, ἐμεῖς ἔπρεπε νὰ βιάζουμε τὸν ἑαυτό μας στὴν σωτήρια ἐπίκλησι τοῦ Χριστοῦ μας.

Θά σέ μάθω νά προσεύχεσαι! (Οσίου Γέροντος παπα-Ευφραιμ Κατουνακιώτου λόγοι)


 (Οσίου Γέροντος παπα-Ευφραιμ Κατουνακιώτου λόγοι)

Θα σου δείξω εγώ πως να προσεύχεσαι, και μου λες αν μπορείς ή όχι. Ακούμπησε το εργόχειρό του δίπλα, σηκώθηκε, τίναξε τα ξυλαράκια απ’ την ποδιά του, και ψηλός, λευκογένειος, ιεροπρεπής πλησίασε τον νιπτήρα λέγοντας:
– Είναι πρωί και σηκώθηκες από τον ύπνο. Άνοιξε ο Γέροντας το νερό και άρχισε με απλές κινήσεις να πλένει τα χέρια και το πρόσωπό του επαναλαμβάνοντας γλυκά και παρακλητικά, «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με». Πλησίασε την πετσέτα και σκουπίστηκε συνεχίζοντας και την ευχή. Μετά στράφηκε με το φωτεινό του πρόσωπο στον νέο και ρώτησε επιτακτικά:
 – Αυτό μπορείς να το κάνεις;
– Ε, μπορώ, Γέροντα, ομολόγησε αφοπλισμένος εκείνος.
– Πρόσεχε, όμως, συνέχισε ο Γέροντας. Θα το κάνεις κάθε μέρα. Όχι μια ναι, μια όχι. Διότι, όπως γράφει ο αββάς Ισαάκ ο Σύρος, «μεγάλη η δύναμις της μικράς πολιτείας της αεί γινομένης» (Έχει μεγάλη δύναμη η μικρή προσπάθεια, που γίνεται όμως πάντοτε. Αββά Ισαάκ, Λόγος 73)
 – Και κάτι ακόμη, πρόσθεσε ο Γέροντας, αφού ξανακάθισε στο εργόχειρο κι ετοιμαζόταν ν’ αρχίσει.
– Στην αίθουσα που δικάζεις υπάρχει καμιά εικόνα του Χριστού ή της Παναγίας;
– Υπάρχει.
– Λοιπόν, πριν αρχίσεις να δικάζεις, θα στραφείς και θα πεις: «Χριστέ μου, φώτισέ με να μην αδικήσω κάποιον απ’ αυτούς τους ανθρώπους».
Και αμέσως κοφτά: – Μπορείς;
– Ε, εντάξει, μπορώ, Γέροντα.
– Αμ, δεν σου είπα να γίνεις δικηγόρος, για να μιλήσεις με τον Θεό, τελείωσε χαμογελώντας πειρακτικά.
Και σε άλλους όμως που προφασίζονταν οικογενειακά βάρη, πολλές ασχολίες και άλλα, έλεγε επανειλημμένως: «Εάν εγώ μέσα στην ησυχία των Κατουνακίων λέω εκατό ευχές τη μέρα και σεις μέσα στην τύρβη της πόλεως και τις υποχρεώσεις της εργασίας και της οικογένειας λέτε τρεις ευχές, είμαστε ίσα». Τον ρωτούσαμε, μήπως είναι πολύ λίγη αυτή η προσευχή ακόμη και για τους κοσμικούς. Και μας έλεγε περίπου τα εξής: «Εάν ο άνθρωπος συνηθίσει να λέει κάθε μέρα, έστω από λίγο, όσο μπορεί, αλλά κάθε μέρα την ευχή, η καρδιά του σιγά-σιγά γλυκαίνεται και περιμένει πότε θα έρθει εκείνη η ώρα. Και όταν γλυκαθεί η καρδιά, από μόνος του κανείς ζητάει περισσότερο».

Πιστεύετε ὅτι ἐμεῖς πού ἐργαζόμαστε στόν κόσμο μποροῦμε νά κάνουμε, ὅ,τι καί οἱ μοναχοί στό θεῖο αὐτό ἔργο τῆς προσευχῆς;


“Πιστεύετε ότι εμείς που εργαζόμαστε στον κόσμο μπορούμε να κάνουμε, ό,τι και οι μοναχοί στο θείο αυτό έργο της προσευχής;
– Αν όχι όπως εκείνοι πάντως κι εσείς μπορείτε να επιτύχετε πολλά πράγματα βέβαια μέχρι να ξεκαθαριστεί ότι άλλο είναι η νοερά προσευχή και άλλο είναι το να προσευχόμαστε με την ευχή. Δηλαδή, η νοερά προσευχή, όπως την κάνουν μερικοί ησυχαστές θέλει”άφροντιν βίον” και απερίσπαστο, θέλει ησυχία κ.ά. Είναι μια προσευχή πυ γίνεται, όταν ο νους κατεβαίνει στην καρδιά. Αν δεν μπορείτε να κάνετε νοερά προσευχή στον κόσμο και είναι πολύ δύσκολο, πρέπει να προσεύχεστε σε τακτές ώρες με την “ευχή του Ιησού” ή και να την λέτε, όποτε έχετε ευκαιρία. Θα σας κάνει πολύ μεγάλο καλό.
-Μπορείτε να μας υποδείξετε μερικούς χρήσιμους και πρακτικούς τρόπους;
-Εκτός από τις εκκλησιαστικές ακολουθίες που κάνεις να αφιερώνεις και ειδικές ώρες για την εξάσκηση στην “ευχή” του Ιησού. Να αρχίζεις λίγο λίγο και να προχωράς αναλογα με τη δίψα και τη Χάρη που αισθάνεσαι. Μπορεί να αρχίσει κανείς με μισή ώρα το πρωί, πριν ανατείλει ο ήλιος και μισή ώρα το βράδυ μετά το Απόδειπνο και πριν πέσει να κοιμηθεί. Είναι απαραίτητο να υπάρχει μία μόνιμη ώρα, που να μην παραβιάζεται με κανένα τρόπο, ούτε και για καλά έργα. Είναι δυνατόν την ώρα εκείνη π.χ. να παρουσιαστει κάποιος να εξομολογηθεί. Αν δεν είναι άρρωστος ή αν δεν υπάρχει τόση ανάγκη να μην μεταθέτεις την ώρα της ευχής για άλλη φορά. Το ίδιο και για άλλα καλά έργα.
 Είναι απαραίτητο επίσης ένα ήσυχο και ήρεμο δωμάτιο, όπου να μην ακούγονται θόρυβοι κι εκεί να αρχίσει η εργασία της “ευχής” με τον τρόπο που ανέφερα. Δηλαδή στην αρχή θέρμανση της καρδιάς ή ανάγνωση ενός πατερικού βιβλίου που δημιουργεί κατάνυξη και μετά με τα χείλη ή τον νουν ή την καρδιά ανάλογα με την πρόοδο που έχουμε να λέμε την ευχή του Ιησού. Με τον καιρό η ώρα που προσφέρεται για τη ευχήν θα αυξάνει και θα γλυκαίνει την καρδιά και θα την περιμένουμε με νοσταγία. Αλλά επαναλαμβάνω στην αρχή χρειάζεται κανείς να βιάσει τον εαυτό του έστω και για λίγη ώρα. Θα του κάνει μεγάλο καλό.
– Είναι αρκετή αυτή η λίγη ώρα;
– Αρκετή δεν είναι αλλά όταν υπάρχει διάθεση και ταπείνωση, ο Θεός αναπληρώνει την έλλειψη προσευχής. Αφού ο Θεός είναι τόσο φιλάνθρωπος στις πτώσεις μας δεν θα είναι εξαιρετικά ελεήμων στην προσπάθεια για τη μεταμόρφωσή μας; Εκείνος αναπληρώνει τα ελλείποντα. Εκείνος λαμβάνει υπόψη και τις συνθήκες του καθενός.  Μπορεί μια ώρα προσευχή που θα κάνεις να έχει μεγαλύτερη ευλογία, από περισσότερες ώρες που κάνει ένας μοναχός, γιατί εσύ ασχολείσαι και με άλλα έργα.
Θαύμασα τη διάκριση του αγιορείτου αυτού μοναχού, του ένσαρκου αυτού άγγελου….
– Να ξέρεις όμως συνέχισε ότι την ώρα της προσευχής όπως και λίγο προηγουμένως είπα, ο διάβολος θα σου φέρει πολλούς πειρασμούς. Πολλά γεγονότα θα έρχονται και θα σε κάνουν να σταματήσεις την προσευχή. Αλλά πρέπει ακόμα να γνωρίζεις ότι με όλα αυτά δοκιμάζει ο Θεός αν έχεις διάθεση για την ευχή.Οπότε αν προσπαθείς, έρχεται ο Θεός σε βοήθεια και εκδιώκει όλες τις δυσκολίες”.
Από το βιβλίο: Μια βραδιά στην έρημο του Αγίου Όρους, Μητροπολίτου Ναυπάκτου, Ιερόθεου Βλάχου, σελ. 186-187

Ῥωμανίδης: Σήμερα σπανίζει ἡ νοερὰ προσευχὴ στοὺς ἐπισκόπους. Δὲν ἐνεργεῖ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, γιατί χρειάζονται τὴν νοερὰ προσευχὴ ὅταν προσέρχονται στὴν Σύνοδο γιὰ νὰ τούς φωτίση ἡ Θεία Χάρις


Εἰκόνα τοῦ «Ῥωμαίικου Ὁδοιπορικοῦ» 

Ἀπὸ τὸ βιβλίο «Πατερικὴ Θεολογία», τοῦ πατρὸς Ἰωάννου Σ. Ῥωμανίδου (†)

Ἡ Ἐκκλησία εἶχε ὡς παράλληλο ἔργο της τὸ νὰ προστατεύη τὸ Κράτος ἀπὸ τοὺς κομπογιαννίτες γιατρούς, δηλαδὴ  ἀπὸ  τούς  αἱρετικούς.  Οἱ  Τοπικές  καὶ  Οἰκουμενικές  Σύνοδοι  ἐφρόντιζαν  ἀκριβώς  γι’  αὐτό.  Στὰ  Πρακτικὰ  τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων βρίσκομε τὴν φράσι: «Ἔδοξε τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι καὶ ἡμῖν». Δηλαδή: Ἐφάνη καλὸν εἰς τὸ Ἅγιον Πνεῦμα καὶ εἰς ἡμᾶς… Αὐτὸ τὸ ἔλεγαν οἱ παρευρισκόμενοι στὶς Συνόδους αὐτές, διότι, εἶχαν στὴν κατοχὴ τους τὴν νοερὰ προσευχή, διὰ τῆς ὁποίας ἐπληροφοροῦντο περὶ τῆς ἀληθείας τῶν Ὅρων ποὺ διετύπωναν.

Σήμερα ὅμως, ποὺ σπανίζει ἡ νοερὰ προσευχὴ στοὺς ἐπισκόπους, ἂν συνέλθη μία Σύνοδος ἐξ ἐπισκόπων καὶ σηκωθοῦν κατὰ τὴν ἔναρξι καὶ ποῦν ὅλοι μαζὶ «Βασιλεῦ Οὐράνιε, Παράκλητε, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὁ πανταχοῦ παρὼν καὶ τὰ πάντα πληρῶν…», θὰ ἔλθη…

ὁπωσδήποτε τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο νὰ τoύς φωτίση; Ἐπειδὴ δηλαδὴ εἶναι κανονικοὶ ἐπίσκοποι καὶ συνέρχονται σὲ Σύνοδο καὶ κάνουν προσευχή; Ὅμως δὲν ἐνεργεῖ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο ἔτσι. Μόνο δηλαδὴ κάτω ἀπὸ αὐτὲς τὶς προϋποθέσεις. Χρειάζονται καὶ ἄλλες. Χρειάζεται ὁ προσευχόμενος νὰ ἔχη ἤδη ἐνεργουμένη τὴν νοερὰ προσευχὴ μέσα του, ὅταν προσέρχεται στὴν Σύνοδο, γιὰ νὰ τὸν φωτίση ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ. Στὶς ψευδο-συνόδους οἱ προσερχόμενοι δὲν εἶχαν αὐτὴν τὴν προσευχητικὴ κατάστασι.

Οἱ παλαιοὶ ἐπίσκοποι ὅμως εἶχαν τέτοια πνευματικὴ ἐμπειρία καί, ὅταν προσήρχοντο ὡς Σῶμα, ἤξεραν τί τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο τούς πληροφοροῦσε μέσα στὴν καρδιὰ γιὰ ἕνα συγκεκριμένο θέμα. Καί, ὅταν ἔβγαζαν ἀποφάσεις, ἤξεραν ὅτι οἱ ἀποφάσεις τους ἦταν σωστές. Διότι εὐρίσκοντο σὲ κατάστασι φωτισμοῦ, ἐνῶ ὠρισμένοι ἀπὸ αὐτοὺς εἶχαν φθάσει καὶ στὸν δοξασμό, δηλαδὴ στὴν θέωσι.

Ὁπότε βλέπομε ὅτι στὴν ἀρχαία Ἐκκλησία κυριαρχοῦσε τὸ χαρισματικὸ στοιχεῖο (δηλαδὴ κυριαρχοῦσαν τὰ μέλη μὲ χαρίσματα Ἁγίου Πνεύματος), ἐνῶ τὰ καθιδρυματικᾶ στοιχεῖα, δηλαδὴ τὰ τυπικὰ ἐκκλησιαστικὰ καὶ διοικητικὰ προσόντα ἀκολουθοῦσαν. Αὐτὸ εἶναι σαφέστατο καὶ στὴν Καινὴ Διαθήκη καὶ στὴν ἀρχαία Ἐκκλησία καὶ στοὺς μεγάλους Πατέρες τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ἀπὸ τὴν 1η  Οἰκουμενικὴ Σύνοδο (4ος  αἰὼν ) μέχρι τὴν 9η  Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, ποὺ ἔλαβε χώραν ἐπὶ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ (14ος αἰὼν).

Αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὴν συμμαρτυρία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μέσα στὴν καρδιὰ τὴν ξέρουν καλὰ μόνο ὅσοι ἔχουν τὴν νοερὰ προσευχὴ ἐνεργουμένη  μέσα στήν  καρδιά τους.  Ἡ νοερὰ προσευχὴ εἴναι  μία ἐμπειρικὴ ἐξακρίβωσις καὶ  ἐπιβεβαίωσις τῆς θεραπείας τοῦ νοὸς τοῦ ἀνθρώπου. Μία τέτοια θεραπεία εἶναι ἐφικτὴ σὲ ὅλους τούς ἀνθρώπους, ἐφ’ ὅσον πληροῦνται οἱ πνευματικὲς προϋποθέσεις τῆς θεραπευτικῆς μεθόδου. Δὲν εἶναι δηλαδὴ προωρισμένη ἢ σχεδιασμένη μόνο γιὰ κάτι καλογήρους, μόνο δηλαδὴ γιὰ κάποιους ποὺ φορᾶνε ράσα, ἀλλὰ γιὰ ὅλους τούς ἀνθρώπους. Διότι στὴν Ἁγία Γραφὴ δὲν φαίνεται πουθενὰ νὰ γίνεται διάκρισις μεταξὺ μοναστικῆς πνευματικότητος καὶ λαϊκῆς πνευματικότητος. Ἡ Ἁγία Γραφὴ μιλάει μόνο γιὰ μία πνευματικότητα. Ἔχετε βρὴ ποτὲ στὴν Ἁγία Γραφὴ κάποιο χωρίο πού νὰ μιλάη ξεχωριστὰ γιὰ πνευματικότητα λαϊκῶν ἢ γιὰ πνευματικότητα κληρικῶν; Δὲν ὑπάρχει τέτοιο πράγμα στὴν Ἁγία Γραφή. Ἡ ἐν Χριστῷ πνευματικότης εἶναι μία γιὰ ὅλους τούς πιστούς.

Αὐτὴ ἡ ἐν Χριστῷ πνευματικότης εἶναι στὴν οὐσία της μία θεραπευτικὴ ἀγωγή, ἡ ὁποία προσφέρεται ἀπὸ τὸν Χριστὸ σὲ ὅλους τούς ἀνθρώπους. Εἶναι σχεδιασμένη γιὰ ὅλους τούς ἀνθρώπους. Δὲν εἶναι μόνο γιὰ τοὺς μοναχοὺς ἢ τοὺς παπάδες ἢ τοὺς μορφωμένους ἢ διανοούμενους, διότι μέσα της δὲν ἔχει καθόλου διανόησι. Οὔτε ἔχει σχέσι μὲ τὰ ἐξωτερικὰ καὶ φαινόμενα τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ μὲ τὰ ἐσωτερικὰ καὶ κρυπτά.

http://www.orthodoxia-ellhnismos.gr/2018/08/blog-post_84.html

Ἁγίου Συμεών ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης – Γιά τήν ἱερή καί θεοποιό προσευχή (τήν λεγομένη νοερά προσευχή).

 

Αποτέλεσμα εικόνας για ΑΓΙΟΣ ΣΥΜΕΩΝ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟς ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

ΝΟΕΡΑ ΠΡΟΣΕΥΧΗ

Αυτή λοιπόν η θεία προσευχή, η επίκληση του Σωτήρα μας, το «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με», είναι και προσευχή, και ευχή, και ομολογία της Πίστεως, που παρέχει το Άγιο Πνεύμα, είναι χορηγός θείων δωρεών, κάθαρση της καρδιάς, εκδίωξη των δαιμόνων, κατοίκηση μέσα μας του Ιησού Χριστού, πηγή πνευματικών εννοιών και θείων λογισμών, απολύτρωση από τις αμαρτίες, θεραπεία των ψυχών και των σωμάτων, χορηγός του θείου φωτισμού, βρύση του ελέους του Θεού, δωρητής θείων αποκαλύψεων και μυήσεων στον ταπεινό, και το μόνο σωτήριο, γιατί έχει το σωτήριο όνομα του Θεού μας, που είναι το μόνο όνομα που μας δόθηκε, το όνομα του Ιησού Χριστού, του υιού του Θεού, αφού δεν είναι δυνατό να σωθούμε με κανένα άλλο όνομα, όπως λέει ο Απόστολος (1).

Είναι εν πρώτοις προσευχή, γιατί με αυτή ζητούμε το θείο έλεος. Και ευχή, γιατί παραδίνομε τον εαυτό μας στο Χριστό με την επίκλησή Του.

Και ομολογία, γιατί αυτό ομολόγησε ο Πέτρος και δέχτηκε το μακαρισμό του Κυρίου (2). Και παρέχει το Πνεύμα, γιατί κανένας δε λέει Κύριο τον Ιησού παρά μόνο με το Άγιο Πνεύμα (3). Είναι και χορηγός θείων δωρεών, αφού γι’ αυτή την ομολογία υποσχέθηκε ο Χριστός στον Πέτρο να του δώσει τα κλειδιά της βασιλείας των ουρανών (4). Και κάθαρση της καρδιάς, γιατί βλέπει και καλεί το Θεό, και καθαίρει αυτόν που Τον βλέπει. Και εκδίωξη δαιμόνων, γιατί με το όνομα του Ιησού Χριστού εκδιώχθηκαν και εκδιώκονται όλοι οι δαίμονες.

Και κατοίκηση μέσα μας του Χριστού, γιατί με τη θύμησή Του ο Χριστός είναι μέσα μας και με αυτή είναι ένοικός μας, και μας γεμίζει ευφροσύνη, όπως λέει και ο Ψαλμωδός: «Θυμήθηκα το Θεό και ένιωσα ευφροσύνη» (5). Και πηγή πνευματικών εννοιών και λογισμών, γιατί ο Χριστός είναι ο θησαυρός κάθε σοφίας και γνώσεως (6), που τις χορηγεί σε όποιους κατοικεί. Και απολύτρωση από τις αμαρτίες, επειδή γι’ αυτή την ομολογία είπε στον Πέτρο ο Κύριος: «Όσα θα λύσεις, θα είναι λυμένα στον ουρανό» (7). Και θεραπεία ψυχών και σωμάτων είναι η προσευχή αυτή, γιατί ο Πέτρος είπε: «Στο όνομα του Ιησού Χριστού σήκω και βάδισε» (8), καί: «Αινέα, σε θεραπεύει ο Ιησούς Χριστός» (9). Και χορηγός θείου φωτισμού, γιατί ο Χριστός είναι το φως το αληθινό (10), και μεταδίδει τη λαμπρότητα και τη χάρη Του σ’ εκείνους που τον επικαλούνται· όπως λέει και ο Ψαλμωδός: «Ας είναι η λαμπρότητα του Κυρίου και Θεού μας επάνω μας» (11), και ο Κύριος: «Όποιος με ακολουθεί, θα έχει το φως της ζωής» (12). Και βρύση θείου ελέους, γιατί ζητούμε έλεος και ο Κύριος είναι ελεήμων και σπλαχνίζεται όλους όσοι τον επικαλούνται (13), καθώς αποδίδει το δίκαιο γρήγορα σ’ εκείνους που φωνάζουν προς Αυτόν (14). Και δωρητής θείων αποκαλύψεων και μυήσεων στους ταπεινούς, γιατί και η ίδια δόθηκε με αποκάλυψη του ουράνιου Πατέρα στον Πέτρο (15) που ήταν ένας ταπεινός ψαράς, ενώ ο Παύλος ανυψώθηκε στο όνομα του Χριστού και άκουσε αποκαλύψεις (16), και πάντοτε ενεργεί με αυτό τον τρόπο. Και τούτο σημαίνει πως το όνομα του Ιησού, είναι το μόνο σωτήριο, γιατί στο όνομα κανενός άλλου δεν μπορούμε να σωθούμε, όπως λέει ο Απόστολος (17), και Αυτός είναι ο σωτήρας του κόσμου, ο Χριστός (18)· γι’ αυτό και κατά την έσχατη ημέρα όλοι θα ομολογήσουν και θα υμνήσουν θέλοντας μη θέλοντας, ότι Κύριος είναι ο Ιησούς Χριστός για τη δόξα του Θεού Πατέρα (19).

 

Τούτο είναι το σημείο της πίστεώς μας, αφού και είμαστε και ονομαζόμαστε Χριστιανοί, και είναι και η μαρτυρία ότι είμαστε του Θεού. Γιατί λέει ο Απόστολος (20): «Κάθε πνεύμα που ομολογεί Κύριο τον Ιησού Χριστό που ήρθε με σάρκα ανθρώπου, είναι από το Θεό», όπως προείπαμε, και όποιο δεν το ομολογεί αυτό, δεν είναι από το Θεό, αλλά είναι από τον αντίχριστο, όποιο δηλ. δεν ομολογεί τον Ιησού Χριστό. Γι’αυτό πρέπει όλοι οι πιστοί να ομολογούμε αδιάλειπτα τούτο το όνομα και για τη διακήρυξη της πίστεως, και για την αγάπη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, από την οποία τίποτε ποτέ δεν πρέπει να μας χωρίσει (21), αλλά και γιατί το όνομά Του παρέχει χάρη και άφεση και απολύτρωση και θεραπεία, αγιασμό και φωτισμό και προπάντων τη σωτηρία. Γιατί με αυτό το θείο όνομα οι Απόστολοι έκαναν και δίδαξαν μεγάλα και θαυμαστά. Και ο θείος Ευαγγελιστής λέει, (22): «Αυτά έχουν γραφεί για να πιστέψετε ότι ο Ιησούς είναι ο Χριστός, ο Υιός του Θεού» -ιδού η πίστη- «και πιστεύοντας να έχετε ζωή στο όνομά Του» -ιδού η σωτηρία και η ζωή.

Αυτή λοιπόν την ονομασία (του Ιησού Χριστού) ως προσευχή, ας λέει κάθε ευσεβής συνεχώς με το νου του και με τα χείλη, και όταν στέκεται και όταν βαδίζει και όταν κάθεται και όταν πλαγιάζει και ό,τι κι αν κάνει και λέει, και να βιάζει τον εαυτό του σε τούτο πάντοτε. Θα βρει έτσι πολύ μεγάλη γαλήνη και χαρά, όπως γνωρίζουν από την πείρα τους εκείνοι που φροντίζουν γι’ αυτή.

Επειδή όμως αυτό το έργο είναι ανώτερο από εκείνους που ζουν στον κόσμο, ακόμη και από τους μοναχούς που έχουν μέριμνες, γι’ αυτό όλοι αυτοί ας έχουν τουλάχιστον ορισμένο καιρό γι’ αυτό το έργο. Και όλοι ας έχουν ως κανόνα να ασκούν αυτή την προσευχή όσο μπορούν, και οι ιερωμένοι και οι μοναχοί και οι λαϊκοί. Οι μοναχοί λοιπόν ως ταγμένοι σ’ αυτό κι επειδή την έχουν χρέος τους απαραίτητο· κι αν είναι στη μέριμνα των διακονημάτων, όμως ας βιάζουν τον εαυτό τους, αφού οφείλουν να ασκούν αυτή την ευχή και να προσεύχονται προς τον Κύριο αδιάκοπα (23), ακόμα και αν βρίσκονται σε ρεμβασμό και σύγχυση και στην όνομα και πράγμα αιχμαλωσία του νου, και να μην αμελούν γελασμένοι από τον εχθρό, αλλά να επιστρέφουν στην προσευχή, και να χαίρονται που επιστρέφουν. Οι ιερωμένοι, ας την επιμελούνται ως αποστολικό έργο και θείο κήρυγμα, επειδή η ευχή αυτή εκτελεί θεία ενεργήματα, και παριστά την αγάπη του Χριστού. Οι κοσμικοί ας ασκούν κατά δύναμη την ευχή σαν σφραγίδα του εαυτού τους, και σημείο της πίστεως, και φύλαξη και αγιασμό και αποδίωξη κάθε πειρασμού. Όλοι επομένως, ιερωμένοι, λαϊκοί και μοναχοί, μόλις σηκωθούμε από τον ύπνο, πρέπει πρώτα να βάλομε στο νου μας το Χριστό, και το Χριστό να θυμηθούμε πρώτα. Και αυτό ως απαρχή κάθε σκέψης και ως θυσία να προσφέρομε στο Χριστό. Γιατί πριν από κάθε άλλη σκέψη, πρέπει να θυμηθούμε το Χριστό που μας έσωσε και τόσο μας αγάπησε, αφού και Χριστιανοί είμαστε και ονομαζόμαστε, και Αυτόν ντυθήκαμε κατά το θείο βάπτισμα (24), σφραγιστήκαμε με το μύρο Του, κι έχομε κοινωνήσει, και κοινωνούμε την αγία Του σάρκα και το αίμα Του, οπότε είμαστε μέλη Του (25), και ναός (26), και Αυτόν έχομε ντυθεί και κατοικεί μέσα μας. Και γι’ αυτό οφείλομε να Τον αγαπούμε και να Τον θυμόμαστε πάντα.

Γι’ αυτό και καθένας ας έχει ένα ορισμένο καιρό κατά τη δύναμή του, και κάποιο μέτρο αυτής της προσευχής σαν χρέος. Ας σταθούμε ως εδώ γι’ αυτό το θέμα. Επειδή για όσους ζητούν να μάθουν για τούτο, υπάρχουν πάρα πολλά για κατατόπισή τους.


Ἀρχίζω τήν εὐχή…Ὅταν σταματάει, εἶναι ἤδη χαραυγή…


 Γεννήθηκε στο Σουφλί του Έβρου το 1902 ο κατά κόσμον Δήμος Ι. Καζακίδης. Νέος ήλθε το 1925 να μονάσει στο Παντοκρατορινό Κελλί του Αγίου Γεωργίου του Φανερωμένου της Καψάλας, στην υπακοή του εναρέτου Γέροντος Ευλογίου του νηστευτού (†1948), που υπήρξε υποτακτικός του περιβόητου ασκητή του Άθωνος Χατζη-Γιώργη (†1886). Εκάρη μοναχός το 1928. Μετά την οσιακή κοίμηση του Γέροντος Ευλογίου, ο π. Γεώργιος υποτάχθηκε πρόθυμα στον Γέροντα Παχώμιο (†1974), ο οποίος και αυτός υπήρξε θερμός φίλος της αρετής, όπως και ο παραδελφός του Δανιήλ (†1930)…….

….Στον επίσκοπο Ροδοστόλου Χρυσόστομο κάποτε εκμυστηρεύθηκε εξομολογητικά, φοβούμενος μη πλανάται:
 «Μπαίνω για τον όρθρο πολύ νύχτα ακόμα, όπως συνηθίζουμε, προσκυνώ τις εικόνες και βλέπω ύστερα τα καντήλια, κι αν είναι κανένα σβησμένο το ανάβω. Με “τραβάει” ύστερα να δω πολύ προσεκτικά την εικόνα του Ιησού Χριστού μας. Αρχίζω ύστερα την ευχή.Στην αρχή την λέω καθαρά με το στόμα, την καταλαβαίνω όλη. Ύστερα τα χάνω. Ούτε εικόνα βλέπω, ούτε τα χείλη μου αισθάνομαι να λένε τίποτα. Μόνο που ειρηνεύουν όλα και μου φαίνεται σαν να λέγεται η ευχή μέσα μου· την ακούω και την καταλαβαίνω κατακάθαρα μέσα εδώ· και ευχαριστιέμαι, πολύ ευχαριστιέμαι. Όταν σταματάει, είναι ήδη χαραυγή και πολλές φορές ψηλωμένος ο ήλιος. Πάει λοιπόν η ακολουθία. 
 Το ίδιο κι όταν μπαίνω για εσπερινό· με πιάνει η νύχτα και εσπερινό δεν κάνω. Το ίδιο παθαίνω και μπροστά στην εικόνα της Παναγίας μας. Την αγαπώ πολύ. Μ’ αρέσει πολύ να την αντικρίζω, κι αρχίζω το “Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον ημάς”· κι απ’ εκεί τα ίδια. Έχω και το φόβο μη και πέση απ’ τα χέρια μου το καντηλοκέρι και κάψω την εκκλησιά του Άη Γιώργη μου και καγώ κι εγώ· γι’ αυτό το σβήνω και το αποθέτω παρ’ έκει, προτού αρχίσω την ευχή …».
https://proskynitis.blogspot.com/2018/10/blog-post_46.html?m=1

Εἴσελθε στό ταμεῖο τῆς καρδιᾶς σου…. του Αγίου Δημητρίου του Ροστώφ του θαυματουργού


   ΠΕΡΙ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ

 ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΠΟΥ ΕΧΕΙ ΑΠΟΜΟΝΩΘΕΙ ΣΤΟ ΤΑΜΕΙΟ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΤΟΥ,
 ΟΠΟΥ ΠΡΟΣΕΥΧΕΤΑΙ ΚΑΙ ΔΙΔΑΣΚΕΤΑΙ ΜΥΣΤΙΚΑ
 
του Αγίου Δημητρίου του Ροστώφ του θαυματουργού
Τυπώθηκε στο τυπογραφείο της Λαύρας του Κιέβου το 1853
 
Ανάμεσα στους ανθρώπους υπάρχουν πολλοί που δεν γνωρίζουν ποιο είναι το εσωτερικό έργο του θεοσεβούμενου ανθρώπου και τι θα πει να σκέπτεται κανείς τον Θεό και τίποτα δεν γνωρίζουν για τη νοερά προσευχή αλλά νομίζουν ότι αρκεί να προσεύχεται κανείς μόνο με τις προσευχές εκείνες που βρίσκει στα εκκλησιαστικά βιβλία.
Όμως δεν γνωρίζουν τίποτα για τη μυστική συνομιλία με τον Θεό μέσα στην καρδιά και για την ωφέλεια που προέρχεται από αυτή, και ουδέποτε γεύτηκαν την πνευματική της γλυκύτητα.
Όπως ακριβώς ένας εκ γενετής τυφλός ακούει για το ηλιακό φως χωρίς να ξέρει τι είναι αυτό έτσι και αυτοί έχουν ακούσει μόνο περί νοεράς προσευχής και θεοσέβειας χωρίς να κατανοούν την ουσία της.
Οι άνθρωποι αυτοί από άγνοια δική τους στερούνται πολλά πνευματικά αγαθά και την αγαθοποιό πρόοδο που οδηγεί στην τέλεια ευαρέσκεια ενώπιον του Θεού.
Έτσι για τη νουθεσία των ταπεινών προτείνεται εδώ κάτι σχετικό για την εσωτερική μαθητεία και τη νοερά προσευχή, ώστε όποιος θέλει με τη βοη΄θεια του Θεού να ασχοληθεί με αυτή την πνευματική εργασία, να φωτιστεί και να προοδεύσει στην κατά Χριστόν ζωή.
Η πνευματική μαθητεία του εσωτερικού ανθρώπου βασίζεται περισσότερο στα λόγια του Χριστού. “Εσύ όταν προσεύχεσαι είσελθε στο ταμείο  σου και αφού κλείσεις την θύρα σου προσευχήσου στον Πατέρα σου μυστικά”. 
 
Η προσευχή υπάρχει σε δύο μορφές: Εσωτερική και εξωτερική.Προσευχή προφορική που γίνεται με τη δική μας προσπάθεια και προσευχή μυστική από την καρδιά. Προσευχή ομαδική και προσευχή μοναχική. Προσευχή τακτική και προσευχή αυτοπροαίρετη.
Η τακτική προσευχή γίνεται προφορικά σύμφωνα με τον εκκλησιαστικό κανόνα. Η ομαδική προσευχή έχει καθορισμένο χρόνο. Μεσονυκτικό, όρθρος ώρες, λειτουργία εσπερινός. Έχει καθορισμένο χρόνο και οι άνθρωποι καλούνται με το χτύπημα της καμπάνας  να  αποδίδουν καθημερινά ευχές και δεήσεις ως οφειλόμενο χρέος που σε Ουράνιο Βασιλέα.
Όμως η προσευχή που γίνεται μυστικά από μας και αυτοπροαίρετα δεν είναι χρονικά καθορισμένη αλλά ενεργείται πάντοτε μόλις ο άνθρωπος θελήσει μόνο με την κίνηση του πνεύματός του.
Η εκκλησιαστική προσευχή έχαι καθορισμένο αριθμό ψαλμών τροπαρίων κανόνων και λοιπών ψαλμωδιών και πράξεων με την παρουσία ιερέως.
Η άλλη όμως η μυστική η νοερά και αυτοπροαίρετη προσευχή ως προσευχή ακαθορίστου χρόνου δεν έχει καθορισμένο αριθμό προσευχών εφόσον ο καθένας προσεύχεται όσο θέλει, άλλοτε σύντομα άλλοτε για μακρό χρόνο.
Η πρώτη προσευχή γίνεται για να την ακούνε όλοι προφορικά και φωναχτά. Η δεύτερη μονάχα νοερά. Η πρώτη εκφωνείται όρθια. Η άλλη όχι μόνο όρθια ή εν κινήσει αλλά και στην κλίνη όταν ακόμα κοιμόμαστε και σε κίνηση και παντού και όταν και όποτε θελήσει ο άνθρωπος να ανεβάσει το νου του προς τον Θεό.
Η πρώτη η ομαδική προσευχή γίνεται στον ναό του Κυρίου ή και κατά περίσταση σε κάποια οικία όπου θα συγκεντρωθούν μερικά πρόσωπα.
Η άλλη η μοναχική προσευχή γίνεται σε κλειστό ταμείο σύμφωνα με την προτροπή του Κυρίου
(Κείμενο διασκευασμένο σε νεοελληνική απόδοση) 
 
Τ Ο   Π Ρ Ω Τ Ο Τ Υ Π Ο
 
 
 
 
 
Από το βιβλίο Η ΝΟΕΡΑ ΑΘΛΗΣΙΣ,
 Γέροντος Βλασίου Κατουνάκια 2007
————————————————————
Επιμέλεια, μορφοποίηση, απόδοση:
 Ιστολόγιο Αγιοπνευματικά- Eύα Αρβανίτη