Πέμπτη 12 Νοεμβρίου 2020

Να ζητάμε ταπεινά το έλεος του Θεού για την διόρθωσή μας



– Γέροντα, όταν οι Πατέρες λένε ότι μετάνοια είναι να αποφασίση κανείς να μην ξανακάνη τα προηγούμενα αμαρτήματα και να λυπάται γι᾿ αυτά, σημαίνει ότι διαρκώς πρέπει να τα θυμάται; 

– Όχι, δεν θυμάται κάθε αμαρτία χωριστά, αλλά έχει συνέχεια την συναίσθηση της αμαρτωλότητός του. Μέχρις ενός σημείου πρέπει να σκέφτεται κανείς ένα σφάλμα του και ύστερα να ζητά ταπεινά το έλεος του Θεού καί, αν δεν υπάρχη υπερηφάνεια, ο Θεός θα βοηθήση.
Ιδίως όταν κάποιος είναι ευαίσθητος, καλύτερα είναι να ξεχνά παλιές αμαρτίες του, αφού έχουν τακτοποιηθή με την μετάνοια και την εξομολόγηση. Μπορεί το ταγκαλάκι να του θυμίζη παλιές του αμαρτίες και να τον ζαλίζη με λογισμούς, για να του τρώη την ώρα και να τον περισπά από την προσευχή. Ένας όμως που δεν είναι ευαίσθητος και βλέπει να γεννιέται μέσα του υπερηφάνεια, τότε καλά είναι να φέρνη στον νού του τις αμαρτίες του, για να ταπεινώνεται.

– Γέροντα, μπορεί κάποιος να έχη συναίσθηση της αμαρτωλότητός του και να μην έχη μετάνοια;

– Ναί, αν δεν έχη ταπείνωση. Όταν στην μετάνοια ανακατεύεται ο εγωισμός, συνέχεια ο άνθρωπος σκέφτεται: «πώς το έκανα αυτό, πως το είδαν οι άλλοι, τι ιδέα θα σχηματίσουν;», και βασανίζεται. Το «πώς το έκανα πάλι» και το «πώς κατήντησα» έχει εγωισμό· δεν έχει μετάνοια. Πρέπει να καταλάβη ότι έσφαλε και να ζητήση ταπεινά το έλεος του Θεού. «Θεέ μου, να πή, έσφαλα, συγχώρεσέ με. Τέτοιος παλιάνθρωπος είμαι. Λυπήσου με. Αν δεν με βοηθήσης, χειρότερος μπορώ να γίνω, καλύτερος δεν μπορώ να γίνω. Μόνος μου δεν πρόκειται να διορθωθώ», και να προσπαθήση να μην το ξανακάνη. Πολλοί άνθρωποι που έσφαλαν και πόνεσαν, γιατί πλήγωσαν τον Θεό και όχι γιατί ξέπεσαν στα μάτια των ανθρώπων, αγίασαν.

Όταν κάποιος ζή κοσμικά και κόβη μετά τις σχέσεις του με το κοσμικό πνεύμα, έλκεται πολλές φορές από αυτό, χωρίς να το θέλη. Δεν πρέπει όμως να απογοητεύεται. Νομίζω, σ᾿ αυτήν την περίπτωση, πρόοδος είναι και το ότι αρχίζει η καλή ανησυχία, που ελέγχει την ψυχή για τα σφάλματα που έκανε και για ό,τι έπρεπε να κάνη, αλλά δεν έκανε.
Σιγά‐σιγά γίνεται μιά πάλη, ταπεινώνεται ακουσίως ο άνθρωπος και απελπίζεται με την καλή απελπισία, δηλαδή απελπίζεται από το εγώ του. Τότε όλα τα αποδίδει στην Χάρη του Θεού και πιστεύει αληθινά εκείνο που είπε ο Κύριος: «Χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν»5. Αν στην συνέχεια αγωνισθή φιλότιμα, με πολλή ταπείνωση, ελπίζοντας στην παντοδυναμία του Θεού, ο Καλός Θεός θα τον ελεήση.

Η λύπη για τα σφάλματά μας

– Γέροντα, πως θα βοηθηθή κανείς να μην ξανακάνη το ίδιο σφάλμα;

– ῍ Αν πονέση πραγματικά για το σφάλμα του, δεν θα το ξανακάνη. Πρέπει να υπάρχη εσωτερική συντριβή με ειλικρινή μετάνοια, για να διορθωθή. Γι᾿ αυτό λέει ο Αββάς Μάρκος ο Ασκητής: «Άν ο άνθρωπος δεν στενοχωρηθή κατ᾿ αναλογίαν του σφάλματός του, εύκολα περιπίπτει εις το αυτό σφάλμα»6. Δηλαδή, αν είναι μικρό το σφάλμα, χρειάζεται μικρότερη μετάνοια, αν είναι μεγαλύτερο, μεγαλύτερη μετάνοια. Όταν κανείς δεν πιάνη το μέγεθος της πτώσεώς του και δεν λυπάται «κατ᾿ αναλογίαν του σφάλματος», τότε εύκολα πέφτει στο ίδιο ή και σε μεγαλύτερο σφάλμα.

– Πως θα καταλάβουμε ότι δεν λυπηθήκαμε «κατ᾿ αναλογίαν του σφάλματος»;

– Απόδειξη αν πέφτετε πάλι στο ίδιο σφάλμα. Ύστερα, όταν παρακολουθήτε τον εαυτό σας, να μην κάνετε μόνο διάγνωση. Εσείς συνέχεια κάνετε μικροβιολογικές εξετάσεις, βρίσκετε το μικρόβιο, το κοιτάτε και λέτε: «πρέπει να το σκοτώσω», αλλά δεν αρχίζετε θεραπεία.
Εντάξει, διαπιστώσατε ότι έχετε μιά πάθηση. Τάκ, να κοιτάξετε πως θα την θεραπεύσετε. Τι ωφελεί να κάνετε συνέχεια αναλύσεις–αναλύσεις, χωρίς να προσπαθήτε να διορθωθήτε; Λέτε: «έχω εκείνο το πάθος, έχω το άλλο», αλλά δεν τα κόβετε και παραμένετε στα ίδια μοιρολογώντας. Έτσι σπαταλάτε τις δυνάμεις σας και χαραμίζεστε. Χαραμίζετε το μυαλό σας, την καρδιά σας. Αρρωσταίνετε από την στενοχώρια και ύστερα δεν κάνετε τίποτε. Έπειτα, όταν γίνετε καλά, αρχίζετε: «Καί γιατί τότε αρρώστησα και πως αρρώστησα;».
Δέν λέω, θα παρακολουθήτε τον εαυτό σας, δεν θα αφήνετε τα σφάλματά σας να περνάνε απαρατήρητα, αλλά μέχρις ενός σημείου, βρέ παιδάκι μου, και η στενοχώρια! Όχι αδιαφορία, αλλά όχι και κακομοιριά! Έκανες κάτι που δεν ήταν σωστό; Το σκέφτηκες; Το είδες; Το αναγνώρισες; Το εξομολογήθηκες; Προχώρα· μη σκαλώνης. Κράτησέ το μόνο στον νού σου, για να προσέξης άλλη φορά, αν σου δοθή παρόμοια αφορμή.
Η στενοχώρια για τα σφάλματά μας είναι άσκοπη, όταν δεν προσπαθούμε να τα διορθώσουμε. Είναι σαν να κλαίμε έναν άρρωστο συνέχεια, χωρίς να του προσφέρουμε βοήθεια για να αναρρώση.

– Και όταν, Γέροντα, δίκαια ταλαιπωρήσαι για ένα σφάλμα σου, και τότε δεν πρέπει να λυπάσαι;

– Όχι, πρέπει να λυπάσαι, αλλά η λύπη να είναι ανάλογη, σύμμετρη με το σφάλμα σου. Αν δεν πονέσης, θα είσαι «τραλαλά» και θα ξαναπέσης στο ίδιο λάθος· δεν θα διορθωθής.
Όταν όμως από την λύπη της μετανοίας περνάς στην απόγνωση, τότε σημαίνει ότι έχεις λυπηθή περισσότερο από όσο έπρεπε. Σ᾿ αυτές τις περιπτώσεις χρειάζεται να δώσης στον εαυτό σου λίγο κουράγιο και να αντιμετωπίσης το σφάλμα με λίγη καλή αδιαφορία.

5Ιω. 15, 5.

6Βλ. Οσίου Μάρκου του Ασκητού, Περί των οιομένων εξ έργων δικαιούσθαι, κεφ. σιε´, Φιλοκαλία των ιερών Νηπτικών, τόμος Α´, έκδ. «Αστήρ», Αθήναι 1984, σ. 124.

Αγ. Παϊσίου Αγιορείτου: ΛΟΓΟΙ Γ’ «Πνευματικός Αγώνας»


Πηγή: https://akrovolistishellas.blogspot.com/2020/11/blog-post_10.html

Πες μας τί νιώθεις και... Δες κάτι ειδικά για σένα ΕΔΩ!
Πηγή:

Ο τρόπος επικοινωνίας του ανθρώπου με το Θεό (Αρχ. Κύριλλος Κωστόπουλος, Ιεροκήρυκας Ι. Μ. Πατρών)



Ο άνθρωπος της σημερινής εποχής επιζητεί όλο και περισσότερο την αποστασιοποίησή του από τον Δημιουργό του Θεό. Επιθυμεί να απαλλαγή από τα «δεσμά», όπως ονόμασε τις εντολές του Θεού και της Εκκλησίας Του. Η επιθυμία του αυτή, όμως, τον περιέσφιγξε με κάποια άλλα δεσμά, τα οποία, πολλές φορές αποδεικνύονται άλυτα και καταστροφικά. Και αυτά είναι τα δεσμά της ύλης, της αβεβαιότητος, του φόβου, των παθών και του πνευματικού θανάτου. Δέσμιος ο αλλοτριωμένος από τον Δημιουργό του Θεό άνθρωπος δεν μπορεί να ενεργήση αυτοβούλως, παρά μόνον κατόπιν υποδείξεως του αμαρτωλού κόσμου και του φρονήματός του, αλλά και των παθών του.

Η αγία μας Ορθόδοξος Εκκλησία, που είναι η πηγή της ελευθερίας και της λυτρώσεως -ως Σώμα Χριστού- δεν παύει ευαγγελιζομένη, διδάσκουσα και χορηγούσα την Άκτιστη Χάρη, μέσω των ιερών Μυστηρίων της. Όμως, σε αυτήν στην όλη σωστική προσπάθειά της χρειάζεται η συμμετοχή και η συνδρομή και του ιδίου του ανθρώπου. Και αυτή η συμμετοχή – συνδρομή είναι το «θέλω» του καθενός από εμάς.

Ένα από τα πλέον ενδεικνυόμενα μέσα μετοχής στην Άκτιστη Χάρη του Τριαδικού Θεού και συμμετοχής του ανθρώπου στο αγιαστικό έργο της Εκκλησίας είναι η προσευχή, την οποία με την έλευσή Του ο Θεάνθρώπος Κύριος μετέτρεψε από τυπικό γεγονός σε πράξη ουσίας. Πράξη, η οποία φέρνει τον άνθρωπο ενώπιον του Θεού, ώστε μέσω αυτής να αναγνωρίζη ότι ο Θεός είναι ο Δημιουργός του. Είναι Αυτός που προνοεί και κινεί τα πάντα. Είναι Αυτός που υπάρχει συνεχώς μέσα και έξω από τον άνθρωπο.

Η προσευχή είναι μία από τις πιο σημαντικές πράξεις επικοινωνίας του δημιουργήματος με τον Θεό Δημιουργό του. Είναι μία διανοητική υπέρβαση. Με τον νου και σταδιακά με την καρδία του, έρχεται ο πιστός σε μυστική επαφή με τον Τριαδικό Θεό. Ο Μ. Βασίλειος μας κάνει κοινωνούς της προσευχητικής εμπειρίας του και πιστοποιεί το γεγονός ότι η κατά τις προσευχές κοινωνία με τον Θεό επιφέρει ανυπολόγιστο πνευματικό κέρδος. (Βλ. Επιστ. 150, ΕΠΕ 1, 114)

Όταν μελετούμε την αγία Γραφή ή ένα Πατερικό βιβλίο, «ακούμε» τον Θεό να μας «ομιλεί», υποδεικνύοντάς μας τι επιζητεί από εμάς. Κάθε φορά, όμως, που προσευχόμαστε, ομιλούμε εμείς στον Θεό. Έτσι, η προσευχή καθίσταται η μυστική συνάντηση του ανθρωπίνου λόγου με τον Θεό Λόγο, τον Σαρκωθέντα Λόγο του Θεού Πατρός.

Σκοπός του προσευχομένου ανθρώπου είναι να οδεύση, μέσω της προσευχής, προς συνάντηση του αγαπημένου Νυμφίου της ψυχής του, του Θεανθρώπου Κυρίου κι εκεί να αναπαυθή. Αλλά και ο Θεάνθρωπος Κύριος, βλέποντας την προσπάθεια αυτή του παιδιού Του κατέρχεται προς αυτό. Σ᾽ αυτήν την ανάβαση του προσευχομένου και την κατάβαση του Θεανθρώπου πραγματοποιείται η μακαρία συνάντηση ανθρώπου – Θεανθρώπου σε μία κοινωνία αγάπης, εντός της οποίας ο άνθρωπος βρίσκει την κατά Θεόν λύση όλων των ψυχοσωματικών προβλημάτων του.

Κάθε πότε, όμως, πρέπει να κάνουμε προσευχή;

Ο Απόστολος των εθνών Παύλος μας προτρέπει: «Αδιαλείπτως προσεύχε- σθε» (Α´ Θεσ. 5, 17). Δηλαδή, να προσεύχεσθε πάντοτε. Πώς, όμως, να προσευχώμαστε πάντοτε; Δεν έχει ο άνθρωπος τις εργασίες του; Δεν θα τρώγη, δεν θα κοιμάται; Τι εννοεί ο Απόστολος Παύλος με την λέξη «αδιαλείπτως»; Οι Άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας μας, οι οποίοι είναι οι αυθεντικώς ερμηνεύοντες την Αγία Γραφή, μας εξηγούν ότι αδιάλειπτος προσευχή είναι η καθ᾽ ημέραν εν Χριστώ ζωή μας. Όταν στην εργασία και στην συνεργασία σου είσαι δίκαιος, όταν αγαπάς και δικαιώνης τον πλησίον σου, σεβόμενος την ελευθερία του, όταν προσέχης να μην ψεύδεται ούτε να αισχρολογή ούτε να βλασφημή η γλώσσα σου, όταν αγωνίζεσαι όλη την ημέρα, για να κατορθώσης -θεία δυνάμει- όλα τα πιο πάνω, τότε επιτυγχάνης το «αδιαλείπτως προσεύχεσθε». Ο όλος πνευματικός αγώνας σου, ο οποίος σε φέρνει ενώπιον του Δημιουργού σου Θεού και με τον οποίο νοιώθεις συνεχώς την παρουσία του Χριστού στην ζωή σου, γίνεται έτσι αδιάλειπτος προσευχή. Βεβαίως, εξυπακούεται, ότι δεν θα παραλείπεται η διατεταγμένη ημερήσια προσευχή, πρωϊνή και βραδυνή, προ και μετά των γευμάτων. Υπάρχει δε και η προσευχή, η επονομαζομένη νοερά προσευχή, το «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με», την οποία μπορούμε να λέγουμε όπου κι αν βρισκόμαστε.

Η Ορθόδοξος Ελλάδα μας και ο κάθε Ορθόδοξος Έλληνας διερχώμεθα σήμερα μία από τις δυσκολότερες περιόδους της Ιστορίας μας. Είναι αδήριτος η ανάγκη να χρησιμοποιήσουμε το κατ᾽ εξοχήν ενδεικνυόμενο και αποτελεσματικό όπλο, την προσευχή. Όλα τα μέτρα βοηθούν και συνεπικουρούν στην επίλυση των παντοίων προβλημάτων. Αυτό, όμως, που θα μας ενδυναμώση και θα μας λυτρώση από όλα τα δεινά είναι η μετά πίστεως και ορθής πνευματικής ζωής προσευχή. Διότι πάνω από όλους και όλα ευρίσκεται ο Δημιουργός μας Θεός.

Ανάγκη, λοιπόν, να γίνουμε προσευχόμενοι άνθρωποι, να επιστρέψουμε στην κοινωνία με τον Δημιουργό μας Θεό, η οποία επιτυγχάνεται μόνον δια της προσευχής.

 

 

(Πηγή: Εφημερίδα “Πελοπόννησος” των Πατρών, 31/10/2020)

Πηγή:

Ατομική προσευχή - Από που και ως που...


Πέθαινε ο παπα Βασίλης που διακονούσε στον Ιερό Ναό Αγίας Σοφίας Θεσσαλονίκης και μαζεύτηκαν τα παιδιά του γύρω του για να πάρουν την ευχή του.
-Πατέρα σε ευχαριστούμε που όλα αυτά τα χρόνια προσευχόσουν για μας.
-Ελάχιστες φορές προσευχήθηκα για εσάς. Σας άφηνα στα πόδια του Χριστού. Για όλους τους άλλους που είχαν ανάγκη προσευχόμουν.
Ο άνθρωπος απ' τη στιγμή της βαπτίσεως του γίνεται πρόσωπο.
Παύει να είναι άτομο.
Ατομική προσευχή κάνουν οι γιόγκι.
Όλοι είμαστε ένα έλεγε ο Άγιος Πορφύριος.
Να αναφέρω τον φίλο μου τον Γιάννη από την Δράμα που εδώ και σαράντα χρόνια κυκλοφορεί με ένα μπλοκάκι όπου κρυφά σημειώνει γνωστούς και αγνωστους με προβλήματα υγείας;
Τα βράδια δεν κοιμάται.
Κομποσκοίνι και μετάνοιες...
Κάποτε, δεν ξέρω πως του ξέφυγαν πέντε κουβέντες
"Ποτέ δεν προσευχήθηκα για τον εαυτό μου.
Άκουσα ότι μια μαθήτρια του σχολείου μας έχει σοβαρό πρόβλημα υγείας.
Δεν ήταν δική μου μαθήτρια δεν ήξερα ούτε καν την φυσιογνωμία της....
Προσευχήθηκα αρκετές βδομάδες μετά δακρύων....Κανείς δεν γνώριζε τι έκανα ....
Βοήθησε ο Θεός το κοριτσάκι ξεπέρασε τον κίνδυνο , επέστρεψε στο σχολείο....
Τρελάθηκα ...με πλησίασε χωρίς να με ξέρει καλά καλά και άρχισε να με σφίγγει δυνατά στην αγκαλιά της....
Το ίδιο γινόταν κάθε μέρα μέχρι που τέλειωσε το σχολείο.."
Ξημερώνεται μπροστά στα εικονίσματα προσευχόμενος για τις εκατοντάδες ανθρώπων που έγραψε.
Συνεχίζει προσευχόμενος για τους νεκρούς.
Δεν υπάρχει ατομική προσευχή όπως δεν υπάρχει ατομική σωτηρία.
'' Αλλήλων τα βάρη βαστάζετε, και ούτως αναπληρώσατε τον νόμον του Χριστού "
Μιχάλης Μάλαμας για την Σύναξη Νέων Παλαιοχωρίου

Πηγή:

Ο Ιατρος των ψυχών και των σωμάτων


 



Κυριακή Ζ΄ Λουκά (Λουκ. 8,41-56)



Toύ Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου










«Θάρσει, θύγατερ, η πίστις σου σέσωκέ σε»




«Μή φοβού· μόνον πίστευε, και σωθήσεται»




( Λουκ. 8,48,50)





ΔΥΟ είνε τα θαύματα που διηγείται σήμερα ο ευαγγελιστής Λουκάς. Το ένα είνε η θεραπεία ενός ασθενούς, και το άλλο είνε η ανάστασι μιάς νεκράς. Άς δούμε με απλά λόγια τα δύο αυτά θαύματα.





* * *



Λέει το Ευαγγέλιο, ότι ο Χριστός περιοδεύοντας έφτασε σε μία πόλι. Αμέσως από στόμα σε στόμα διαδόθηκε, ότι ήρθε ο Χριστός. Έκλεισαν τα μαγαζιά. Οι εργάτες άφησαν τα εργαστήριά τους. Οι γυναίκες άφησαν τις δουλειές του σπιτιού, και τα παιδιά βγήκαν στο δρόμο. Όλοι είχαν την περιέργεια να τον δούνε. Όλη η πόλις ήταν στο πόδι, για να τον υποδεχθή. Τόσος ήταν ο κόσμος, που βελόνα να έρριχνες δεν έπεφτε κάτω. Όλοι σπρώχνονταν για να δούνε το Χριστό.



Καθώς ο Χριστός περπατούσε στο δρόμο, να και πέφτει στα πόδια του κάποιος, με δάκρυα στα μάτια, και λέει· Χριστέ, ελέησέ με.



Τι συνέβη; Τι είχε πάθει αυτός ο άνθρωπος; Ήταν άρχοντας της συναγωγής των Ιουδαίων. Λεγόταν Ιάειρος. Είχε ένα κοριτσάκι δώδεκα χρονών, μονάκριβο, που αρρώστησε και κινδύνευε να πεθάνη. Οι γιατροί δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτε. Και τώρα, που άκουσε ότι ήρθε ο Χριστός, πήγε γονάτισε και τον παρακαλούσε να πάη στο σπίτι του, για να κάνη καλά το παιδί του.



Αλλ᾿ ενώ ο Χριστός προχωρούσε να πάη στο σπίτι του Ιαείρου, απότομα σταματά. Στρέφεται κ᾿ ερωτά· Ποιός με άγγιξε;



Οι μαθηταί απαντούν· Δάσκαλε, τι είνε αυτά που λές; Εδώ τόσος κόσμος σε σπρώχνει. Όλοι σε αγγίζουν και σε συνθλίβουν, και λές, Ποιός με άγγιξε;



Ο Χριστός όμως επιμένει· Κάποιος με άγγιξε· γιατί εγώ αισθάνθηκα δύναμι να φεύγη από πάνω μου.



Τότε μιά γυναίκα, που έτρεμε σαν το φύλλο, ντροπαλά – ντροπαλά πλησιάζει μπροστά του, πέφτει στα πόδια του και λέει· Χριστέ, συγχώρεσέ με. Εγώ είμαι αυτή που σε άγγιξε. Ήμουν μιά δυστυχισμένη γυναίκα. Ήμουν άρρωστη, είχα αιμορραγία. Στράγγισα. Πήγα σε γιατρούς, αγόρασα φάρμακα πανάκριβα. Πούλησα όλη μου την περιουσία, μα καμμιά θεραπεία δε βρήκα. Τώρα που ήρθες, είπα· Θα πάω να τον δώ· θ᾿ αγγίξω το ρούχο του, και θα γίνω καλά. Μ᾿ αυτή την πίστι σε πλησίασα. Και μόλις άγγιξα το ρούχο σου, έγινα καλά. Χίλιες δόξες να έχης, Χριστέ!



Τότε ο Χριστός είπε· Παιδί μου, έχε θάρρος· η πίστι σου σε έσωσε. Πήγαινε στο καλό.




Αφού είπε αυτά ο Χριστός, προχώρησε να πάη στο σπίτι του Ιαείρου. Καθώς πλησίαζε, ένας υπηρέτης τρέχει και λέει στον Ιάειρο· Πέθανε το κορίτσι· μην ενοχλείς το διδάσκαλο, δε χρειάζεται πιά… Γιατί νόμιζε, ότι ο Χριστός δεν έχει τη δύναμι ν᾿ αναστήση νεκρό.



Ταράχτηκε ο Ιάειρος ακούγοντας ότι το παιδί του πέθανε. Αλλά ο Χριστός του έδωσε θάρρος. Μη φοβάσαι, του λέει, μόνο πίστευε.



Όταν έφτασαν έξω από το σπίτι, ακούνε κλάματα και φωνές. Είχε μαζευτή κόσμος πολύς, συγγενείς και φίλοι. Ήταν και κάτι μοιρολογίστρες, και όλοι κλαίγανε. Ο Χριστός τους λέει· Το κορίτσι δεν πέθανε, αλλά κοιμάται. Τους έβγαλε όλους έξω και κράτησε μόνο τους τρείς μαθητάς, τον Πέτρο τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη, και τους γονείς. Έπιασε το χέρι της κόρης και φώναξε· Σήκω, παιδί μου, επάνω!



Αμέσως, σαν να πέρασε επάνω απ᾿ το σώμα μαγνήτης που τραβά τις βελόνες, έτσι σηκώθηκε επάνω το παιδί. Άνοιξε τα ματάκια του, κ᾿ έμειναν όλοι κατάπληκτοι. Και ο Χριστός, για να πεισθούν ότι δεν είνε φάντασμα αλλά πραγματικότης, είπε· Δώστε στο παιδί να φάη.




* * *



Αυτά τα δυό θαύματα μας διηγείται το Ευαγγέλιο.



―Ού! θα πούν τώρα οι άπιστοι. «Τώ καιρώ εκείνω» αυτά· τώρα δεν γίνονται θαύματα. Τώρα έχουμε φάρμακα και κλινικές.



Τι είπες, «τώ καιρώ εκείνω»; Όχι. Και σήμερα, και αύριο, και μετά δύο και τρείς χιλιάδες χρόνια, δεν θα παύση ο Χριστός να κάνη τα θαύματά του.



Πρίν από μερικά χρόνια στην Αθήνα έμαθα το εξής. Στο σπίτι ενός πάμπλουτου, που είχε καράβια, αρρώστησε το κορίτσι του το μονάκριβο, όπως ακριβώς του Ιαείρου. Μονάκριβο ήταν εκείνο στα χρόνια του Χριστού, μονάκριβο κι αυτό στα χρόνια τα δικά μας. Ο πατέρας είχε λεφτά. Το πήγε στη Σουηδία στους καλύτερους γιατρούς. Όλοι είπαν, ότι θα πεθάνη. Μα η μάνα, που πίστευε στο Χριστό, κι αφού απελπίστηκε από τους γιατρούς, κάθησε όλη νύχτα κάτω από τα άστρα μπροστά στην εικόνα της Παναγιάς. Παρακαλούσε με δάκρυα το Χριστό, να κάνη καλά το κορίτσι της. Την άλλη μέρα ένας κρύος ιδρώτας έπιασε το κοριτσάκι. Άνοιξε τα ματάκια του και ζωντάνεψε. Πήγανε οι γιατροί και το είδαν, και θαύμασαν. Κι αυτοί οι άπιστοι πιστέψανε και είπαν· Είνε θαύμα.



Μάλιστα. Κάνει θαύματα ο Χριστός. Δεν εμεθα εναντίον των γιατρών και των φαρμάκων. Γιατί και τους γιατρούς και τα φάρμακα τα έδωσε ο Θεός. Αλλά παραπάνω κι από τα βότανα κι από τους γιατρούς ένα είνε το φάρμακο. Μη μου μιλάτε για άλλα φάρμακα. Ένα είνε το παντοδύναμο φάρμακο. Αν το έχης αυτό, φτάνει. Και το φάρμακο αυτό λέγεται πίστις.



Πίστευε στο Χριστό, και μη φοβάσαι. Να έχης πίστι βουνό.



―Μά τι είνε αυτή η πίστις;



Θα σας πώ. Υπάρχει κανείς που λέει, Δεν υπάρχει Φλώρινα, δεν υπάρχει Πτολεμαΐδα;… Αν το πή, θα τον πιάσουν και θα τον δέσουν. Υπάρχει κανείς που λέει, Δεν υπάρχει ήλιος, δεν υπάρχει φεγγάρι, δεν υπάρχει Αυστραλία, δεν υπάρχει Αμερική…; Μπορεί εσύ να μην πήγες στην Αυστραλία και στην Αμερική και να μην τις είδες, αλλ᾿ υπάρχουν τόσοι άλλοι που πήγαν και σε βεβαιώνουν. Όπως λοιπόν τα πιστεύεις και τα παραδέχεσαι αυτά, έτσι πρέπει να πιστεύης ότι υπάρχει και ένας άλλος αόρατος κόσμος.



Ναί, υπάρχει Θεός, εις πείσμα των δαιμόνων. Ναί, υπάρχει Χριστός, υπάρχει Παναγιά. Υπάρχουν άγγελοι, υπάρχουν δαίμονες. Υπάρχει κόλασι, και μη γελάς. Υπάρχει παράδεισος, και να χαίρεσαι. Υπάρχει κόσμος αθάνατος. Τα πιστεύεις; τα παραδέχεσαι; Αν πής, Άμ ποιός τα είδε;… δεν πιστεύεις πιά. Είσαι ολιγόπιστος· σαν το Θωμά, που ήθελε ν᾿ αγγίξη με τα χέρια του το Χριστό.



Λοιπόν αυτή είνε η πίστις. Στα παλιά τα χρόνια δεν κατοικούσαν οι άνθρωποι σε σπίτια μεγάλα. Δεν είχαν ραδιόφωνα και τηλεοράσεις. Δεν είχαν χαλιά και καλοριφέρ. Δεν είχαν αυτοκίνητα. Δεν εχανε λεφτά και ανέσεις. Αλλά εχανε πίστι μεγάλη. Πιστεύανε οι άνθρωποι. Μέσα στους χίλιους ζήτημα να εύρισκες έναν άπιστο. Όλοι πιστεύανε στο Θεό. Και ο Θεός τους ευλογούσε. Με την πίστι έκαναν θαύματα. Τώρα, τα χρόνια άλλαξαν. Τώρα ο διάβολος έσπειρε με τις χούφτες το σπόρο της απιστίας και αθεΐας, και μικρά παιδιά και νέοι και δεσποινίδες και γέροι με άσπρα μαλλιά και τσομπάνηδες και βοσκοί φύγανε από το Θεό. Μέσα σε τόσους ανθρώπους πόσοι πιστεύουν; Μέσα στις χίλιες γυναίκες ζήτημα εάν πιστεύουν δύο, και μέσα στους χίλιους άνδρες ζήτημα εάν πιστεύη ένας. Είνε χρόνια κατηραμένα.



Αλλά τελικώς η πίστις θα νικήση. Ο Θεός θα νικήση, ο Χριστός θα θριαμβεύση.



Πιστεύετε! όπως πίστευαν οι μανάδες σας οι αγράμματες. Πιστεύετε! όπως πίστευε ο Ιάειρος. Πιστεύετε! Η πίστις είνε το πολυτιμότερο, το μοναδικό πράγμα, που μπορούμε και πρέπει να φυλάξουμε στον κόσμο. Δυστυχισμένος αυτός που δεν πιστεύει. Προτιμότερο να χάσης τα μάτια σου, προτιμότερο να σβήση ο ήλιος, προτιμότερο να πέσουν τα άστρα, προτιμότερο να ξεραθούν τα πηγάδια, προτιμότερο να μη ζής, παρά να μην πιστεύης. Πίστευε! και με την πίστι μπροστά προχώρει, και ο Θεός ποτέ δεν θα σε εγκαταλείψη.



† Ο Φλωρίνης, Πρεσπών & Εορδαίας



Αυγουστίνος



Αμμοχώρι 7-11-1971



Πηγή: https://ixthis3.blogspot.com/2020/11/blog-pos

Πηγή: