Τετάρτη 30 Μαΐου 2018

Μοναχός Αυξέντιος Γρηγοριάτης (1893 – 1 Μαρτίου 1981)


Ιερός Ναός Αγίου Γεωργίου ΚορυδαλλούΓεννήθηκε το έτος 1893 στην Μάνδρα (Κούντουρα) Ελευσίνος από τον Κωνσταντίνο Κωσταντώνη και την Ευαγγελία. Ήταν Αρβανίτης. Η μακρινή καταγωγή των προγόνων του ήταν από τη μαρτυρική Βόρειο Ήπειρο. Στη βάπτιση τον ονόμασαν Αθανάσιο.
Ήταν πρωτότοκος από άλλα δύο αδέλφια και δύο αδελφές, εκ των οποίων η Αντιγόνη έγινε και αυτή μοναχή με το όνομα Ανυσία. Όταν ο Αθανάσιος ήταν βρέφος, δε θήλαζε τις Τετάρτες και τις Παρασκευές, σαν τον άγιο Νικόλαο, προοιμιάζοντας την μετέπειτα ισόβια εγκράτειά του.
Αγαπούσε την Εκκλησία και την προσευχή. Τα μικρότερα παιδιά τον θαύμαζαν για την καλοσύνη του. Μεγαλώνοντας βοηθούσε τον πατέρα του στις αγροτικές και κτηνοτροφικές εργασίες.
Εκεί κοντά στο χωριό τους υπήρχε μια σπηλιά που τη νύχτα φαινόταν φως, γι’ αυτό ολόκληρη την περιοχή ονόμαζαν «Καντήλι”. Ήταν σε απόκρημνα βράχια, πολύ ψηλά και κανείς δεν κατάφερε ν’ ανεβεί.
Ο Αθανάσιος κατόρθωσε να ανεβεί και έμεινε δύο μερόνυχτα στη σπηλιά. Του συνέβη ένα θεϊκό γεγονός που τον επηρέασε. Όταν κατέβηκε από τη σπηλιά, χωρίς να πει σε κανέναν τίποτε, έφυγε για να γίνει μοναχός. Πήγε στο Μοναστήρι της Πεντέλης, αλλά δεν έμεινε πολύ. Έγινε δόκιμος στη μονή του Οσίου Μελετίου, αλλά επιστρατεύτηκε και υπηρέτησε στρατιώτης στον Μικρασιατικό πόλεμο για δύο χρόνια. Μετά την απόλυσή του ήρθε στο Άγιον Όρος και κοινοβίασε στην Ιερά Μονή Οσίου Γρηγορίου το έτος 1920 σε ηλικία 28 ετών.
Η πρόθυμη διακονία του, η ακρίβεια στην υπακοή και στη μοναχική ζωή του, η αγωνιστικότητα και η φιλοθεΐα του έκαναν εντύπωση στους πατέρες, και σε ένα χρόνο έγινε μεγαλόσχημος.
Διακόνησε στην Εκκλησία, στο μύλο, στο μαγειρείο, έξω στον κόσμο στα Μετόχια και στους κήπους. Ήταν φιλόπονος, εργατικός και επιμελής στο διακόνημά του. Κουραζόταν πολύ και στις αρχές για ένδεκα χρόνια είχε πόλεμο με τον ύπνο. Στενοχωριόταν που καμιά φορά μετά από την ολοήμερη κόπωση στο διακόνημα τον έπαιρνε ο ύπνος στην ακολουθία. Το εξομολογήθηκε στον Ηγούμενο παπα-Θανάση και εκείνος του είπε να μη στενοχωρείται, διότι η Εκκλησία είναι σαν το καράβι που ταξιδεύει.

Άλλος αγρυπνεί, άλλος κοιμάται, αλλά το καράβι προχωρά και θα φθάσουν κάποτε στον προορισμό τους. Ενισχύθηκε, έλαβε θάρρος, συνέχισε τον αγώνα του και νίκησε τον ύπνο. Έτσι έφθασε να αγρυπνεί όλη τη νύχτα στο κελί του, είτε καθήμενος σε ειδικό κάθισμα είτε κάνοντας μεγάλες μετάνοιες και σταυρωτά κομποσχοίνια· ξεκουραζόταν λίγο την ημέρα. Αυτό το συνέχισε και αργότερα που έχασε το φως του και έπασχε από κήλη, ακόμα και στα γεράματά του.
Ο Ηγούμενος είχε ορίσει κάθε νύχτα να αγρυπνεί ένας αδελφός.
Έκανε χρέη νυχτοφύλακα, γυρνούσε στο Μοναστήρι και πήγαινε να δει, αν ήθελε κάτι ο τυφλός πλέον γερω-Αυξέντιος. Όσες φορές έμπαινε στο κελί του, ο γερω-Αυξέντιος ήταν πάντα όρθιος.
Μόλις όμως άκουγε θόρυβο, καθόταν στο κρεβάτι και έκανε πως κοιμόταν. Οι πατέρες που έμαθαν το τυπικό του φρόντιζαν να μπαίνουν αθόρυβα για να μην τον διακόπτουν, και τον έβλεπαν πάντα όρθιο να προσεύχεται.
Ο γερω-Αυξέντιος ήταν μοναχός σιωπηλός και φιλήσυχος. Όταν έβλεπε σκάνδαλα, έφευγε αμέσως. Μιλούσε λίγο, αλλά αγωνιζόταν πολύ. Απέφευγε τις συζητήσεις, γιατί όπως έλεγε «όταν ομιλώ, μετά δυσκολεύομαι στην πνευματική εργασία, διότι μου έρχονται λογισμοί άλλοι».
Ούτε και όταν γήρασε δεν ήθελε παρέα και συζήτηση, όπως συνήθως συμβαίνει με τους γέρους. Αυτός προτιμούσε την σιωπή, την ησυχία για να μη διακόπτει τη νοερά του εργασία. Και όταν κανείς απ’ τους νέους πατέρες καθόταν παραπάνω στο κελί του, με τον τρόπο του έκοβε τις συζητήσεις και του έδινε να καταλάβει ότι πρέπει να τον αφήσει μόνο του. Κάποτε ο διακονητής που τον βοηθούσε να πάει από το κελί στην Εκκλησία, του μιλούσε στη διαδρομή.
Οπότε του λέγει αυστηρά ο γερω-Αυξέντιος: «Δε θα μου μιλάς στο δρόμο». Δεν ήθελε να τον αποσπούν από την προσευχή. Ήταν μοναχός της πράξεως αλλά και της θεωρίας. Ήταν κυρίως ένας νηπτικός μέσα στο Κοινόβιο, σε μεγάλα μέτρα, που σαν αυτόν είναι δύσκολο να συναντήσει κανείς ακόμα και στην έρημο. Μέχρι την κοίμησή του, όσο έζησε σ’ αυτόν τον κόσμο, δεν έπαυε τη νοερά προσευχή. Γι’ αυτό έμεινε έγκλειστος στο κελί του, δεν κυκλοφορούσε στην αυλή και απέφευγε την ομιλία, για να μη διακόπτει τη νοερά προσευχή του.
Συμβούλευε: «Να λέτε συνεχώς την ευχή, γιατί θα είστε μαζί με το Χριστό. Με την ευχή αισθάνεται κανείς ένωση με το Θεό. Καταλαβαίνει ότι το παν είναι ο Θεός. Με την ευχή να διώχνετε τους λογισμούς. Ο ίδιος ο Χριστός θα σας διδάσκει και θα σας φωτίζει. Μόνο να κοιτάτε ο νους σας να είναι μέσα στην καρδιά. Όταν όμως κουράζεστε, να λέτε το “Κύριε Ιησού Χριστέ…” με το στόμα.
Εγώ αυτό που έχω να σας πω είναι το “Κύριε Ιησού Χριστέ…” και τίποτε άλλο». Όταν τον ρωτούσαν, «τι πρέπει να κάνουμε για να κερδίσουμε τη Βασιλεία των Ουρανών», απαντούσε: «Να λέμε συνεχώς την ευχή “Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με». Σε όλους συνιστούσε να λένε την ευχή, και μάλιστα έλεγε «την ευχή στην καρδιά», ενώ στους λαϊκούς έλεγε να τηρούν τις εντολές και να διαβάζουν την Αγία Γραφή.
Ο ίδιος είχε κάνει πράξη στη ζωή του το «αδιαλείπτως προσεύχεσθε», και μάλιστα έφτασε σε προχωρημένη κατάσταση πνευματική, ώστε να λέγει την ευχή και στον ύπνο του, όπως με απλότητα απεκάλυψε στο γέροντα Παΐσιο.
Άλλοτε είπε ο ίδιος, όντας τυφλός, ότι, «όταν λέω την ευχή βλέπω στο δεξιό μέρος φως. Αυτό το βλέπω, όταν κάνω τον κανόνα με το κομποσχοίνι. Το βλέπω συχνά. Αυτό φεύγει και ύστερα πάλι ξανάρχεται. Το κυριότερο όμως είναι η αγάπη που έρχεται στην καρδιά για το Χριστό».
Έβλεπε το άκτιστο φως και κάποια μέρα ανησύχησε γιατί δεν το είδε και ζητούσε να εξομολογηθεί στον Πνευματικό του.
Κάποτε ο γερω-Αυξέντιος πήγε να κοινωνήσει στο παρεκκλήσι του Οσίου Γρηγορίου, του Κτίτορος, όπου γινόταν θεία Λειτουργία. Ενώ προσήλθε προετοιμασμένος με πολύ πόθο και ευλάβεια, ο λειτουργός ιερέας τυφλώθηκε από ένα φως δυνατό και ιλαρό που έβγαινε από το πρόσωπο του γέροντος Αυξεντίου.
Το πρόσωπό του σκεπάστηκε, εξαφανίστηκε από έναν φωτεινό ήλιο, υπέρ τον ήλιο λάμποντα, και ο ιερέας δεν μπορούσε πλέον όχι να τον κοινωνήσει αλλά ούτε να τον αντικρύσει, ρίχνοντας το βλέμμα του χαμηλά.
«Έλαμπε τόσο το πρόσωπό του», διηγείται ο λειτουργός, «που όταν τον κοίταξα, ζαλίστηκα και παραλίγο να πέσω κάτω. Έβαλα το χέρι μου και σκέπασα τα μάτια μου γιατί δεν άντεχα το δυνατό φως. Έλαμπε ολόκληρος». Όταν σε λίγο υπεστάλη το άκτιστον φως και συνήλθε ο έκπληκτος ιερέας, τότε τον κοινώνησε.
Ο γερω-Αυξέντιος έγινε συχνά θεωρός του ακτίστου φωτός και έφθασε στην κατάσταση του θείου έρωτος. Και όλα αυτά από την επιμονή του στην ευχή.
Είχε μάθει και πολλές άλλες προσευχές απ’ έξω και τις έλεγε εναλλάξ με την ευχή. Ήξερε όλον τον Ακάθιστο μαζί με τον κανόνα και τον έλεγε συχνά. Στιχολογούσε κάθε βράδυ το Ψαλτήρι απ’ έξω. Το είχε αποστηθίσει και την ευχή συνέχεια. Αγαπούσε πολύ την ακολουθία. Του άρεσαν ιδιαίτερα οι ευχές της θείας Μεταλήψεως. Τις διάβαζε με πολύ πόθο. Ήθελε να μη χάνει τίποτε από τα γράμματα της ακολουθίας. Μερικές φορές, όταν δεν άκουγε καλά, πήγαινε κοντά στο διαβαστή ενώ άλλες φορές φώναζε, «πιο δυνατά».
Ο γερω-Αυξέντιος τήρησε την υπόσχεση να φυλάξει ακτημοσύνη. Ήταν πάμπτωχος. Δεν είχε τίποτε και δεν επεθύμησε τίποτε σ’ αυτή τη ζωή παρά μόνο το Χριστό. Δε φόρεσε καινούριο ρούχο σαν καλόγερος και όλη του τη μοναχική ζωή πέρασε με ένα ζευγάρι παπούτσια.
Στο δρόμο, όταν τον έβλεπε κανείς, για να μην τα χαλάσει αλλά και για άσκηση, για να καταπονεί το σώμα του, τα κρατούσε στη μασχάλη και βάδιζε ανυπόδητος. Κάποτε που έλειπε, πέταξαν τις φθαρμένες φανέλες του και στενοχωρήθηκε. Έπειτα κατέβηκε στο γκρεμό που τις είχαν πετάξει και τις ξαναμάζεψε. Στο κελί του δεν είχε τίποτε άλλο εκτός από μερικές εικόνες και λίγα βιβλία.
Ήταν τελείως ξένος, χωρίς καμία επικοινωνία με τους κατά σάρκα συγγενείς του. Όταν μετά από τριάντα χρόνια ήρθαν να τον δουν τ’ αδέλφια του, αυτός για να τους αποφύγει έφυγε στο αμπέλι, και μόνο όταν οι πατέρες επέμεναν να μιλήσει στ’ αδέλφια του χάριν της υπακοής, τους μίλησε και τους είπε άλλη φορά να μην τον ενοχλήσουν.
Ο γερω-Αυξέντιος, όπως μαρτυρούν οι συγκοινοβιάτες του, ήταν πολύ βιαστής. Κουραζόταν στα διακονήματα, έσκαβε το αμπέλι και νήστευε αυστηρά. Ήταν ασκητής και αγνοούσε τελείως μερικά φαγώσιμα. Όταν ήταν άρρωστος στα γεράματά του, τον ρώτησε ο διακονητής, αν θέλει χαλβά ή μαρμελάδα.
Με απορία ρώτησε «τι είναι η μαρμελάδα;». Ο μάγειρας και ο παραμάγειρας είχαν τη φροντίδα να πηγαίνουν το φαγητό στο γερω-Αυξέντιο. Κάποια μέρα τον είδαν να έρχεται στο μαγειρείο και τους είπε: «Να μου δώσετε λίγο φαγητό. Έχω τρεις μέρες να φάω». Τότε του έβαλαν μετάνοια, γιατί είχαν ξεχάσει να του πάνε το φαγητό, αλλά αυτός ούτε γόγγυσε ούτε διαμαρτυρήθηκε.
Είχε μεγάλη αυταπάρνηση. Για να μη βγει στον κόσμο να εγχειρισθεί στα μάτια του έμεινε τυφλός. Δεν έκανε εγχείριση κήλης, παρ’ όλο που πονούσε και υπέφερε. Δε θέλησε να βάλει ξένα δόντια. Έμεινε χωρίς ούτε ένα δόντι, και δυσκολευόταν στις σκληρές τροφές.
Δεν ήθελε να του κάνουν ιδιαίτερα φαγητά. Όταν τον ρωτούσαν τι φαγητό θέλει, απαντούσε: «Ό, τι έχει το κοινό».
Πάντα έτρωγε με εγκράτεια και μέτρο. Αν τον πίεζαν να φάει περισσότερο, έλεγε: «Μη με πιέζετε. Το πολύ φαγητό δεν είναι κατά Θεόν». Έδινε και στο διακονητή του κάτι απ’ αυτά που του πήγαινε.
Όταν κοινωνούσε κλεινόταν στο κελί του και προσευχόταν. Δε μιλούσε και δεν απαντούσε σε κανέναν. Κάποτε, μετά τη θεία Κοινωνία τον βρήκαν οι πατέρες μπρούμυτα μέσα στο κελί του να προσεύχεται.
Ήταν σε θεωρία και δεν ένιωθε τους πατέρες που τον παρακολουθούσαν.
Τυφλός ων και ενώ δεν άκουγε και καλά, μη έχοντας ακριβή αίσθηση του χρόνου και μη θέλοντας να χάσει την ακολουθία, ξεκινούσε από το κελί του ως συνήθως και δύο ώρες νωρίτερα. Μια νύχτα σκόνταψε. έπεσε, χτύπησε και πλημμύρισε στα αίματα που έτρεχαν από τη μύτη του.
Εξαντλήθηκε και δεν μπορούσε να σηκωθεί. Τον βρήκαν μετά από δύο ώρες περίπου ξυλιασμένο μέσα στα αίματα και τον μετέφεραν στο γηροκομείο. Εκεί τον καθάρισαν και κάθισε ένας αδελφός να τον προσέχει.
Όταν κατάλαβε ότι έφυγαν οι πατέρες και νομίζοντας ότι είναι μόνος, πέταξε τις κουβέρτες σηκώθηκε όρθιος και άρχισε να κάνει τον κανόνα του, συνεχίζοντας για ώρες τα κομποσχοίνια του. Του είπαν οι πατέρες: «Γερω-Αυξέντιε, εσύ τώρα είσαι γεροντάκι. Κάθισε στο κελί σου, δεν χρειάζεται να έρχεσαι στην ακολουθία». Αυτός απάντησε: «Μη μου στερείτε την Εκκλησία. Εκεί αισθάνομαι πραγματική ελευθερία».
Όταν είχε το φως του, διάβαζε τη Φιλοκαλία και μάλιστα στο πρωτότυπο. Τους πέντε τόμους τους διάβασε για τέταρτη φορά. Όταν τον ρωτούσαν οι πατέρες, τι να διαβάζουν, έλεγε τη Φιλοκαλία. Και όταν του έλεγαν ότι δεν την καταλαβαίνουν, απαντούσε: «Δεν πειράζει. Σιγά-σιγά θα την καταλάβετε».
Αγαπούσε ιδιαιτέρως τη Φιλοκαλία, γιατί και ο ίδιος ήταν ένας μεγάλος νηπτικός με ανάλογες εμπειρίες και βιώματα σαν αυτά που διάβαζε στους αγαπημένους του φιλοκαλικούς Πατέρες. Όπως εξομολογήθηκε στον Πνευματικό του, στο δωδέκατο κομποσχοίνι του κανόνος έβλεπε το άκτιστο φως, ενώ ήταν τελείως τυφλός. Και ενώ είχε την ευχή αδιάλειπτο και στα γηράματά του έκανε 150 μεγάλες μετάνοιες, ταπείνωσε τον εαυτό του και αυτομεμφόμενος έλεγε: «Σκοτεινά βαδίζω, αναισθησία με κρατάει και ζω στη ματαιότητα».
Κάποτε τον επισκέφθηκε ο παπα-Ισαάκ ο Καψαλιώτης και τον ρώτησε πότε καταλαβαίνουμε ότι η ευχή γίνεται καρδιακή, και απάντησε· όταν σταματούν οι λογισμοί. Και όταν τον ρώτησε για μεγάλες καταστάσεις, για φώτα και οράματα, απάντησε με μεγάλη φωνή λέγοντας: «Μη ζητάς τέτοια πράγματα. Κάθαρση από τα πάθη να ζητάς».
Σε δύο νέους που έβαλαν μετάνοια για δόκιμοι τους ευχήθηκε και τους συμβούλεψε: «Να πορεύεσθε εις οδόν αληθούς μετανοίας».
Ο γερω-Αυξέντιος αγωνιζόμενος και υπομένοντας το γήρας και τις ασθένειες, έχοντας σύντροφον αχώριστον την αγαπημένη του ευχή, έφθασε στο τέλος του μοναχικού του δρόμου νικητής. Ήταν υπάκουος μέχρι θανάτου, βιαστής μέχρι αίματος, ακτήμων στο έπακρο, ξένος του κόσμου, οικείος του Θεού, αγαπητός και ποθεινός στους πατέρες, κανών μοναχικής ακριβείας και νηπτικός μέγας, κατορθώσας την αδιάλειπτον προσευχή.
Εκοιμήθη την 1η Μαρτίου 1981, ξημερώνοντας Κυριακή της Ορθοδοξίας, σε ηλικία 89 ετών, προετοιμασμένος πλήρως για την άλλη ζωή. Ο Γέροντας και οι πατέρες μιλούσαν με θαυμασμό και συγκίνηση για το γερω-Αυξέντιο, για τα ασκητικά του και νηπτικά του κατορθώματα, και είχαν την αίσθηση ότι προπέμπουν έναν όσιο στην Εκκλησία των πρωτοτόκων, στη Βασιλεία των Ουρανών.
Μετά την κοίμησή του, αδελφός ρώτησε το γερω-Παΐσιο εάν σώθηκε ο γερω-Αυξέντιος και απάντησε: «Εάν αυτός δε σώθηκε, τότε κανείς από μας δε θα σωθεί».
Η τίμια κάρα του κατά καιρούς εκπέμπει ευωδία, όπως την αισθάνθηκαν κάποιοι πατέρες.
Την ευχή του να έχουμε. Αμήν.
Απόσπασμα από το βιβλίο: «Από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορειτική Παράδοση», Εκδόσεις Ιερόν Ησυχαστήριον «Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος» σελ. 138-148
Ετεροαναφορά: Αγιορείτικες Μνήμες

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου